Την Τσικνοπέμπτη έγραψα στο mp3 ένα τραγούδι σκωπτικό της Καρύστου ενωρχηστρωμένο καταπληκτικά από τους Άγαμους θύτες με κιθάρες ηλεκτρικές, μπάσα και μπουζούκι και το άκουσα πάνω απο εκατό φορές '' φύγε γέρο από κοντά μου σε σιχάθηκε η καρδιά μου''. Από το πρωί τα παιδιά πήγαιναν σχολείο με βαμένα πρόσωπα και κεραίες στο κεφάλι. Το μεσημέρι έξω από τα μαγαζιά έψηναν κρέατα σε ψησταριές αυτοσχέδιες και το βράδυ τα κορίτσια ντύνονταν αγόρια και το αντίστροφα για να κατέβουν στον πεζόδρομο της Καλαμαριάς όπου τρώγανε σουβλάκια, ψεκάζονταν με σπρέι κι έκαναν αστεία για την Αρμένικη και Γεωργιανή καταγωγή τους. Στη Μητροπόλεως κάτι πιτσιρικάδες πετούσαν αυγά και νεράντζια στα λεωφορεία, μια κροτίδα έσκασε στο πίσω λάστιχο μιας μηχανής και μια ''σφυρίχτρα'' φωτεινή υψώθηκε στη μέση του δρόμου κι έσκασε τρομοκρατώντας τους περαστικούς. Ήρθε η αστυνομία κι άρχισε να κυνηγά κάτι ψυχοπαθείς νεαρούς που σκαρφάλωσαν κι έσπασαν με δυο απότομες κινήσεις την κάμερα της Αttica Bank για να την πετάξουν σ ένα κάδο.Δυο άλλα παιδιά που έβλεπαν τη σκηνή και τους άρεσε πανικοβλήθηκαν σαν ήρθε η αστυνομία μαρσάροντας άγρια τις μεγάλες μηχανές της κι έτρεξαν κατά την παραλία όπου τα συνέλαβαν σ ένα μαγαζί κάτι κρανοφόροι με ολόσωμες μαύρες στολές και μπότες μέχρι ψηλά στο γόνατο. Xτύπησαν στο φρύδι με το σιδερένιο γκλομπ ένα απ' αυτά που έκλαιγε κι έτρεμε ασυγκράτητα, τα αίματα του ανακατεύονταν με τα δάκρυα καθώς κάποιος το φώναζε τσογλάνι. Θα μπορύσε να τηλεφωνήσει στη μαμά του αλλά φοβήθηκε μην της ανέβει ξανά η πίεση. Πιο πέρα ένα μηχανάκι χτύπησε ένα γέρο που κείτονταν στο οδόστρωμα με το πόδι σμπαραλιασμένο ενώ ο οδηγός χτυπιόταν περισσότερο από τον τραυματία. Παρακάτω ένας τύπος που φορούσε μια μπέρτα μακριά, λαμπερή κίτρινη ετοιμάζονταν ν' ανέβει στο βάθρο του για να παραστήσει το άγαλμα. Ψηλά πάνω απο τα φώτα των προβολέων κοράκια πετούσαν....
Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012
O ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΤΩΝ ΟΛΩΝ
Στην εκκλησία όπου πάω ο παπα Θανάσης ακουμπά το κεφάλι του στο μικρό ξύλινο τέμπλο και συλλογίζεται. Ο Κλεόβουλος μου κάνει νόημα να χαμηλώνω στο '' μυστικώς'' του Χερουβικού κι όταν βγαίνει ο Βασιλέας των όλων εγώ σκέφτομαι ότι πρέπει νάναι κάποιος βασιλιάς πολυ μεγάλος μπροστά στον οποίο οφείλεις να υποκλιθείς. Προσπαθώ να καταλάβω το νόημα του χρόνου που περνά μέσα από τα συναξάρια που έφτιαξαν παλιά γαι να δώσουν σε κάθε εποχή και σε κάθε μερα σημασία ξεχωριστή, όπως κάποιοι άλλοι αρχαίοι λαοί παρακολουθούσαν για χρόνια πολλά τα άστρα κι έφτιαξαν τα παράξενα ημερολόγιά τους. Οι βίοι των αγίων με ταξιδεύουν σε μια εποχή μ΄αμπέλια και δέντρα κι άροτρα που κρατούσαν οι γεωργοί σαν αυτά που βλέπω στους θόλους και τις αψίδες του ναού, σε κάτι εποχές με κάστρα κι επιδρομές αγρίων φυλών με πανούκλες, παγωνιές ,ανομβρίες και λιμούς τότε που οι άνθρωποι βρίσκονταν στο έλεος των στοιχείων της φύσης και καρτερούσαν να βρέξει το Φθινόπωρο ή να σταματήσουν οι βροχές που τραβούσαν ως τα Χριστούγεννα προαναγγέλλοντας δυστυχία, τότε που ληστές λυμαίνονταν την ύπαιθρο κι Ακρίτες φύλαγαν τα σύνορα καβαλώντας κάτι άλογα μαύρα σαρανταπληγιασμένα που γκρέμιζαν τους αντίπαλους καβαλάρηδες σκορπιζοντας και θρυματίζοντας τα μυαλά τους στα χώματα.
Έξω από την εκκλησία όπου πίνουμε καφέ δίπλα σε κάτι στήλες γκαζιού που βγάζουν ζέστη, οΒαγγέλης μας λέει για κάποιον ψάλτη ασθματικό και πιάνει ένα ''Άγιος ο θεός'' του Στανίτσα υπέροχο. Τα βράδια ο παπα Θανάσης κάνει μαθήματα κι ακούει υπομονετικά ερωτήσεις απο γριές που έθαψαν τους άντρες και τα παιδιά τους.
Εγώ βέβαια το ξέρω καλά πως ότι και να κάνω την κόλαση δεν τη γλιτώνω όχι τόσο για τις πράξεις όσο για τις αχαλίνωτες σκέψεις. Ελπίζω μοναχά εκεί κάτω που θα σαπίζω και θα ψήνομαι να με λυπηθούν ο παπα Θανάσης μαζί με τη μάνα μου και να ρίχνουν καμιά στάλα νερό στα καταξεραμένα χείλη μου.
Έξω από την εκκλησία όπου πίνουμε καφέ δίπλα σε κάτι στήλες γκαζιού που βγάζουν ζέστη, οΒαγγέλης μας λέει για κάποιον ψάλτη ασθματικό και πιάνει ένα ''Άγιος ο θεός'' του Στανίτσα υπέροχο. Τα βράδια ο παπα Θανάσης κάνει μαθήματα κι ακούει υπομονετικά ερωτήσεις απο γριές που έθαψαν τους άντρες και τα παιδιά τους.
Εγώ βέβαια το ξέρω καλά πως ότι και να κάνω την κόλαση δεν τη γλιτώνω όχι τόσο για τις πράξεις όσο για τις αχαλίνωτες σκέψεις. Ελπίζω μοναχά εκεί κάτω που θα σαπίζω και θα ψήνομαι να με λυπηθούν ο παπα Θανάσης μαζί με τη μάνα μου και να ρίχνουν καμιά στάλα νερό στα καταξεραμένα χείλη μου.
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012
'' TO ΠΡΑΓΜΑ''
Νιώθω κάτι να αλλάζει στον αέρα. Στο δρόμο περνούν αμάξια της αστυνομίας με τις αστραφτερές γαλάζιες και λευκές μπάλες να στριφογυρνούν στον ουρανό τους. Τα αυτοκίνητα ανεβαίνουν την Νέστορος και στα μαγαζιά στο Βαρδάρη βλέπω επιγραφές πολύχρωμες σα να είναι κάποια γιορτή.Ένα φανάρι μου θυμίζει το '' One of these nights'' που άκουγα μια φορά όπως ερχόμουν από Καβάλα μ΄ ένα δοχείο λάδι που χύθηκε καθώς φρενάραμε σε μια διάβαση και πλημμύρισαν τα καθίσματα. Στα σπίτια των παιδιών όπου πηγαίνω για μάθημα τα μπλε και πράσινα τερατάκια με τα πολλαπλά μάτια και πλοκάμια με φοβίζουν λιγότερο σαν με κοιτάνε από διάφορες γωνιές, στις βιβλιοθήκες βλέπω μικρούτσικες φωτογραφίες ζευγαριών με μπλουζάκια καλοκαιρινά που αγκαλιάζονται σε κάποια παραλία κι ο αέρας κυματίζει τα μαλλιά τους. Ένα απ΄ αυτά τα παιδιά μου λέει ότι βλέπει μια καρδουλα μέσα στην κόρη του ματιού μου. Στο δρόμο άλλα παιδιά σχολούν από τα φροντιστήρια και τα κολυμβητήρια κι οι μαμάδες φορούν σκουφάκια στα κεφάλια των μικρών. Όταν φτάνω στο σπίτι και μπαίνω κάτω από τα σκεπάσματα ακούγοντας στο ραδιόφωνο κάτι πιτσιρικάδες να τραγουδούν παραμορφώνοντας τη φωνή τους μ' ένα μηχάνημα κι είναι σα να κλαίνε, νιώθω ότι επιπλέω σε ζεστό νερό. Στον ύπνο μούρχονται εικόνες από μια λίμνη με βράχους και πράσινη βλάστηση γύρω της και στη μνήμη μου επιστρέφουν ιστορίες ονειρικές που διάβασα κάποτε για την Παναγία που κάποιος αρνήθηκε να την περάσει απέναντι από κάποια ακτή κι αυτή πήρε στην ποδιά της άμμο και χαλίκια για να τα ρίξει στην θάλασσα και να φτιάξει δρόμο.
Στο γυμνάσιο είχαμε έναν καθηγητή φυσικής λίγο παλαβό με γυαλιά και λίγα γένια ο οποίος μας έλεγε για μια ταινία που είχε δεί κιείχε να κάνει μ' ένα πλάσμα που έμπαινε στα σώματα κάποιων εξερευνητών κακομοίρηδων κάπου στο Νότιο Πόλο ίσως και τα αλλοίωνε για να τα καταστρέψει με τρόπο βίαιο. Εγώ νιώθω ένα τέτοιο ''πράγμα'' να με πλησιάζει, να σκαρφαλώνει στο σώμα μου από διάφορες μεριές και να διεισδύει μέσα μου. Κάποιος πρέπει να μου θυμίσει να φάω και τη νύχτα εκτός από λίμνες βλέπω στον ύπνο μου λάκκους όπου έχω πέσει μέσα και παλεύω να βγω αλλά τα μέλη μου έχουν παραλύσει από αυτό το αίσθημα που απλώνεται και μπαίνει βαθιά ως τον πυρήνα των κυττάρων μου για να με κατακλύσει. Τότε ξέρω ότι είμαι ερωτευμένος.
Στο γυμνάσιο είχαμε έναν καθηγητή φυσικής λίγο παλαβό με γυαλιά και λίγα γένια ο οποίος μας έλεγε για μια ταινία που είχε δεί κιείχε να κάνει μ' ένα πλάσμα που έμπαινε στα σώματα κάποιων εξερευνητών κακομοίρηδων κάπου στο Νότιο Πόλο ίσως και τα αλλοίωνε για να τα καταστρέψει με τρόπο βίαιο. Εγώ νιώθω ένα τέτοιο ''πράγμα'' να με πλησιάζει, να σκαρφαλώνει στο σώμα μου από διάφορες μεριές και να διεισδύει μέσα μου. Κάποιος πρέπει να μου θυμίσει να φάω και τη νύχτα εκτός από λίμνες βλέπω στον ύπνο μου λάκκους όπου έχω πέσει μέσα και παλεύω να βγω αλλά τα μέλη μου έχουν παραλύσει από αυτό το αίσθημα που απλώνεται και μπαίνει βαθιά ως τον πυρήνα των κυττάρων μου για να με κατακλύσει. Τότε ξέρω ότι είμαι ερωτευμένος.
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
ΒΟΥΝΤΟΥ
Στα ιδιαίτερα μαθήματα έχω γνωρίσει ένα κάρο παιδιά. Μου δείχνουν τα
σχέδιά τους στα μπλοκ ζωγραφικής που είναι γεμάτα χρώματα,γραμές, ψάρια
κι αστέρια ποτάμια, δέντρα, χαρταετούς, καταράχτες και χωράφια πράσινα που πλαγιάζουν στον άνεμο. Τα Xριστούγεννα μου χαρίζουν κάρτες που έχουν σχεδιάσει και ζωγραφίσει για να τις βάλω πάνω στο ψυγείο μου και στο κινητό μου κολλούν αυτοκόλλητα πολύχρωμα με πασχαλίτσες κι άλλα έντομα.
Σε άλλα βλέπω τα βιβλία τους με κάτι ποντιακά τραγούδια έξοχα από όπου
μαθαίνουν να παίζουν λύρα και χορεύουν μπροστά μου σέρα κουνώντας το
κορμάκι τους και γελώντας. Κάποια απ' αυτά χρειάζεται να τα ξυπνήσω γιατί
λείπουν οι γονείς τους κι άλλα με παίρνουν μαζί τους για να δούμε ένα
σκύλο μαλλιαρό που μας γαυγίζει δείχνοντας τα δόντια του, στον οποίο
θέλουν να ρίξουν φόλα γιατί σκότωσε ένα σκυλάκι σπάζοντας το λαιμό του. Κάτι κορίτσια έχουν κάνει βουντού
τρυπώντας τις κούκλες τους για να πεθάνουν οι αδερφές τους γιατί τα
έδιωχναν όταν έρχονταν σπίτι τα αγόρια τους. Άλλα έχουν μάτια γυαλιστερά
και μαύρα μαλλιά στο χρώμα των φτερών του κόρακα, χαιδεύουν τα δικά μου
όταν τα φωτίζει ο ήλιος με κοιτάζουν πονηρά και με κλειδώνουν στο
μπαλκόνι όπου βγαίνω για να μιλήσω στο τηλέφωνο. Τα κορίτσια μισούν και φοβούνται τη περίοδο γιατί δείχνει ότι μεγάλωσαν πια
και στις εκθέσεις τους γράφουν για την μοναξιά που αν μπορούσαν με
κάποιο τρόπο θα τη σκότωναν. Τα πιο μεγάλα φεύγουν κρυφά από τους γονείς
τους γαι να πανε στην Ορεστιάδα και να βρούν το φίλο τους που είναι
στρατιώτης εκεί πάνω και τα πιο μεγάλα αγόρια βρίζουν μπροστά μου τις
μανάδες τους,έχουν στα ντουλαπάκια τους κόκκινες μπογιές μάρκας Μολότοφ
για να βάψουν του τοίχους και μου λένε για την ομάδα τους που πάνε να
δούν τις Κυριακές τρώγοντας ''βρώμικα'' σάντουιτς, πίνοντας ρετσίνα με
κόκα κόλα, κάνοντας έφοδο για να μπουν τζάμπα στο στάδιο όπου ανάβουν
πυρσούς και κρεμιούνται στα σύρματα όταν μπει γκολ. Εγώ πάντως θυμάμαι
απ' όλα αυτά τα χρόνια ένα διαμέρισμα κάπου στο κέντρο όπου με οδήγησαν
σ' ένα δωμάτιο με κάποιο παιδάκι γλυκό που έιχε νοητικά προβλήματα κι
αναρωτιόμουν θεέ μου τι να κάνω τώρα μ' αυτό κι εκείνο με κοιτούσε
λυπημένα.
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012
ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ
Αρχίζει να μ΄ αρέσει το διαδίκτυο αν και φοβάμαι κάθε φορά που ανοίγουν οθόνες για το τι θα βρω ή τι δεν θα βρω στο ταχυδρομείο μου. Μπορώ να δω εκεί μέσα πρόσωπα που τάχω ξεχάσει και θυμάμαι μονάχα τα ονόματά τους. Είναι αλήθεια αυτή που βλέπω η Δήμητρα που τη βοηθούσα να φύγει στην Αγγλία σ΄ένα δωματιάκι χρωματιστό καπου στην Τριανδρία κι πατέρας της μού ΄λεγε για τότε που πήγαιναν στην Εικοσιφοίνισσα με τα ποδια από το χωριό του; Είναι άραγε αυτή της οποίας βλέπω την πλάτη και το προφίλ σε μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, η Ζωή που ξενυχτούσε παραλολουθώντας ένα σήριαλ σε κάποια ξένη χώρα για να μάθει τη γλώσσα; Αυτός πάντως που κλείνει τα μάτια απέναντι στον ήλιο είναι ο Μάκης που περνά τον Αύγουστο στην Πάρο. Με στεναχωρεί μόνο που δεν μπορώ να βρώ κατι παιδιά που ήξερα μια εποχή, όπως τον Μανώλη που με φιλοξένησε ένα φεγγάρι στη Ρόδο ή τον Παναγιώτη με τον οποίο ψελναμε σ΄ένα καλοκαιρινό πανυγύρι καπου στον Βόρειο Έβρο και τώρα έγινε παππάς στο Διδυμότειχο ή τον Γιάννη που οδηγόυσε το μηχανάκι ένα βράδυ όταν γλυστρήσαμε σε κάτι λάδια και συρθήκαμε στην άσφαλτο της Εθνικής Αμύνης. Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να βρω κάτι παιδια με τα οποία δουλεύαμε ξεφωρτόνοντας νταλίκες μ΄αλάτι καπου στην ανηφόρα των Συκεών με τον ιδρώτα τους να στάζει στον τσιμεντένιο πάτωμα του οχήματος κι έμεναν σ΄ ένα διαμέρισμα μυστήριο με ρουχα και κόμικς πεταμένα παντού εκεί πίσω από το πρώην υπουργείο. Κάτι παιδιά με τα οποία ακούγαμε στο αμφιθέατρο του Φυσικού ένα συγκρότημα από την Νέα Ιωνία της Αθήνας με κρουστά μεγάλα, στρογγυλά κι έναν τύπο που φυσούσε την τρομπέτα στη μέση του '' Σαν βγω απ΄αυτή τη φυλακή'', ή πηγαίναμε να φυλάξουμε κατι γλυπτά παράξενα στην αρχτεκτονική ή ξενυχτούσαμε στον όγδοο όροφο του κτηρίου της ΚΝΕ στην Εγνατία βλέποντας τους διακόπτες και τα φωτάκια κάποιου αλλόκοτου μηχανήματος προσπαθώντας να κοιμηθούμε σε μια ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα σ΄αυτό το κτήριο στα σκαλιά του οποίου μας μιλούσε ο Δήμος ο Γατούδης με τα γαλάζια μάτια κι είμασταν ενθουσιασμένοι κιήταν όμορφα. Νομίζω πως δεν πρόκειται να τα βρω ξανά αυτά τα παιδιά και δε μένει παρα να τα ψάξω στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού που ακούγαμε έναν καιρο τα μεσημέρια του καλοκαιριού σε κάτι κάμαρες που τις έκαιγε ο Λίβας.
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012
ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ ΟΛΛΑΝΔΟΣ (στον Γ. Ιωάννου)
Όποτε έχει ομίχλη σκέφτομαι τον Γ. Ιωάννου που φορούσε το παλτό του και κατέβαινε στην παραλία για να ενωθεί με τους υδρατμούς. Κι εγώ παρατηρώ πάντα την ομίχλη που σκεπάζει τα βενζινάδικα των Πεύκων. Στα κάστρα φιγούρες φαίνονται να σαλεύουν μέσα στους πύργους και τα φώτα απο τις κολόνες σχηματίζουν μια καμπύλη θαμπή στην κατηφόρα που οδηγεί κατά τις Συκιές. Όπως κατεβαίνεις περπατώντας από τα σοκάκια της Άνω Πόλης αυτοκίνητα κάνουν τα καπακια των δρόμων να αναπηδούν και στα σκοτεινά σκαλοπάτια , κοντά σ΄ένα μέρος όπου είχαν στήσει κάποτε λόγχες κάθετες για μια γιορτή, κατι παιδιά φιλιούνται. Στην Ευαγγελίστρια, εκεί όπου έσβησε μια φιλία κάποια Μεγάλη Πέμπτη,ένα πέπλο σκεπάζει τα σπίτια. Ψηλά στο καμπαναριό της Παναγίας Δεξιάς ένας αθάνατος παραμονεύει, σαν αυτόν που διάβαζες στα κόμικς μαζί με άλλες ιστορίες για τον αρχαίο Αιγύπτιο παλαιστή που νεκρανασταίνονταν για να αγωνιστεί πάλι. Στο αστικό ένας Άραβας πουλά ένα τόξο και μια φαρέτρα με βέλη, στο δρόμο φιγούρες αποσυντίθενται αφού διασχίσουν τη διάβαση και η Βενιζέλου μοιάζει θολή στο βάθος. Έξω από κάτι διαμερίσματα ένα φως καίει για το πένθος και στις βιτρίνες των καταστημάτων που πουλούν φωτογραφικά είδη ζευγάρια ανταλλάσουν χειραψίες σε γάμους και βαφτίσεις. Στο σταθμό των τραίνων οι προβολείς ρίχνουν διαγώνιες δέσμες φωτός κανοντας το κτίριο να φαίνεται σα να επιπλέει ενω στα υπόγειά του βλέπεις πίσω από τζάμια άδεια γραφεία κι ακούς νερά να τρέχουν κάπου.Στην παραλία ο ανδριάντας του Καραμανλή τυλίγεται από την υγρασία,εργάτες υψώνουν ένα τοίχο σα να θέλουν να οχυρώσουν ξανά την πόλη από επιδρομές Σαρακηνών πειρατών,δέντρα πλαγιασμένα εξαϋλώνονται κι άλλα τεράστια τρομαχτικά στο πάρκο του Ντο Ρε ρίχνουν τα κλαριά τους σα να κουβαλούν το θάνατο, ένας σκοπός που ακούγεται κάπου σου θυμίζει κάποια που έφυγε αλλά κουβαλάς πάντα την οσμή της πάνω σου, στη θάλασσα οι γλάροι στροβιλίζονται γύρω από ένα σημείο με αφρούς και στο κέντρο του κόλπου ένα καράβι φωτισμένο σαν τον Ιπτάμενο Ολλανδό, ετοιμάζεται να σαλπάρει.
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012
ΝΕΡΑ
Τη Βέροια και την Νάουσα τις ξέρω αρκετά καλά, ιδίως την πρώτη με τα πέτρινα στενά γεφύρια,τα κρύσταλλα που κρέμονται από τα παλιά κτήρια στο ρέμα της Μπαρμπούτας, τα άλογα που μπαίνουν μέσα στο νερό τα Φώτα για να βρουν κάποιοι το σταυρό, τις αρχαίες πλάκες που ξεθάφτηκαν για να περπατούν οι άνθρωποι απάνω τους ξανά,τα κρέατα που ετοίμαζε ο κυρ Βασίλης κι ύστερα κάθονταν στην τηλεόραση ενώ εγώ είχα το ακουστικό στο αυτί γιατί ένα ερέθισμα μου είναι πάντα λίγο , τα νερά (παντού νερά) του Αλιάκμονα που ξεχύνονταν αφηνιασμένα σαν άνοιγαν το φράγμα για να σκεπάσουν τις στρόγγυλες γυαλιστερές πέτρες, το παγωμένο Σέλι με τα τοπία του Μπρέγγελ, τις πρασινάδεςγύρω απ' την πόλη όπου ψήνουν μπριζόλες και κουβαλούν τάπερ με σαλάτες και χορεύουν πλάι στα ποτάμια την Πρωτομαγιά.
Αλλά και η Νάουσα μ'αρέσει γιατί μου θυμίζει Παγγαίο με τις απότομες ανηφόρες που φοβάσαι ν'ανέβεις όταν έχει χιονίσει,τις κατηφόρες όπου κάποιες γυναίκες έκλεψαν κάποτε κάτι κυδώνια από ένα περιβόλι και γελούσαν, τα ψάρια που κολυμπούν στα ρηχά στον Άγιο Νικόλαο, εκεί όπου ένα απόγευμα Κυριακής οι άνθρωποι έβλεπαν έναν αγώνα χάντμπολ με τον Φίλιππο κι έξω είχε τόση ομίχλη κι εγώ ήμουν σε τέτοια κατάσταση που ήθελα να πέσω στα σκοτεινά νερά για να με ξεπλύνουν και να καθαρίσω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...