«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου, άρχισε να παίζει και να τραγουδά με μια φωνή τραχιά που είχε όμως αίσθημα και σου περνούσε μια ανατριχίλα :
Για φάτε, πιέτε, φίλοι μου κι εγώ σας μολογάω
Στης Αλεξάντρας το βουνό στο σκοτεινό τον τόπο,
εκεί που πέντε δεν περνούν και δέκα δεν διαβαίνουν
περνούν πενήντα κι εκατό κι εκείν’ αρματωμένοι.
Κι εγώ ο μαύρος πέρασα πεζός κι αρματωμένος
και πέτυχα και βάρεσα το στοιχειωμένο λάφι,
πούχε σταυρό στα κέρατα κι αστέρι στο κεφάλι,
κι ανάμεσα στις πλάτες του είχε την Παναγία.
Όλοι σταμάτησαν ότι έκαναν για ν’ ακούσουν κι ο Καστροφύλακας ένιωσε να τρέχουν δάκρυα στα μάγουλα του, αυτό ήταν το τραγούδι που έλεγαν όταν φυλούσαν σκοπιά, τότε που ήταν νέος ακόμα.
Βγήκε από την ταβέρνα και πήγε κατά το ποτάμι να πλύνει το πρόσωπο του, ύστερα κάθισε σε μια πέτρα να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει . Οι στρατηγοί του είχαν αναθέσει να κλέψει το χρυσό κύπελλο, τα ασημένια ποτήρια και τα μαλαματένια κηροπήγια του βασιλιά των κελτών σταυροφόρων που είχαν εισβάλει στην περιοχή τους. Είχαν μάθει ότι τα σκεύη εκείνα ήταν από τα πιο πολύτιμα και ακριβά που υπήρχαν, φτιαγμένα από τους καλύτερους χρυσοχόους της οικουμένης, ειδικά το χρυσό δισκοπότηρο είχε κατασκευαστεί στα περίφημα εργαστήρια των κελτών που είχαν δώσει στον ατόφιο χρυσό ένα χρώμα κοκκινωπό, χρησιμοποιώντας μια τεχνική σφυρηλάτησης που κανένας δεν γνώριζε. Πάνω στο κύπελλο είχαν δέσει μαργαριτάρια και κομμάτια από ορείτη κρύσταλλο τόσο όμορφα που σου έπαιρναν το νου όταν τα κοιτούσες. Τα ποτήρια ήταν κι εκείνα εξαίρετης τέχνης με λαβες από μαλαχίτη και μαρμαρυγία. Ο Κέλτης ηγεμόνας τα είχε πάντα μαζί του γιατί πίστευε ότι του έφερναν τύχη κι αν κατάφερνε να τα αρπάξει και να τα φέρει στο παλάτι θα τους έλυναν ένα σωρό προβλήματα. Τα ταμεία τους είχαν αδειάσει, δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν τους στρατιώτες, τη μισθοφορική φρουρά και τους δανειστές τους. Αν είχαν τα πολύτιμα σκεύη θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν ως ενέχυρα, να τα λιώσουν και να πάρουν το χρυσό τους ή να τα πουλήσουν, δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρουν αγοραστή για τόσο σπουδαία κομμάτια.
Ο σταυροφόρος βασιλιάς είχε εγκατασταθεί στο μεγάλο χάνι που ήταν κτισμένο γύρω από την ταβέρνα όπου έπαιζε ο τραγουδιστής . Το μέρος ήταν γνωστό παντού για το περίφημο κρασί που έβγαζε από κάτι αμπέλια φυτεμένα στις όχθες ενός ποταμού που διέσχιζε την καταπράσινη πεδιάδα. Σ’ εκείνο το σημείο είχε χτιστεί η ταβέρνα για να προσφέρει μια στιγμή ξεκούρασης στους ταξιδιώτες και στους πλάνητες που περιφέρονταν από τη μια πόλη στην άλλη κι από το ένα κτήμα στο γειτονικό ψάχνοντας για δουλειά κι εμπορεύματα. Το κτίσμα του καπηλειού ήταν ψηλό και στηρίζονταν σε δυο τεράστια ξύλινα δοκάρια, μπροστά σ’ αυτά τα δοκάρια είχε στήσει το τραπέζι του ο αρχηγός των Κελτών τοποθετώντας έναν δίσκο ασημένιο με τα χρυσά κηροπήγια, το μεγάλο δισκοπότηρο και τα ασημένια ποτήρια. Στην άκρη του δίσκου υπήρχε μια μποτίλια κρυστάλλινη γεμάτη με κρασί που είχε ένα χρώμα πορφυρό , όπως άκουγε τον τραγουδιστή ο κέλτης σήκωνε το κόκκινο δισκοπότηρο κι έπινε μεγάλες γουλιές γλύφοντας κάθε φορά τα χείλη του από ευχαρίστηση. Το κρασί μέσα στην κρυστάλλινη κανάτα φαίνονταν τόσο όμορφο και τόσο ελκυστικό που ο Καστροφύλακας αισθάνθηκε μια δίψα απίστευτη, ήθελε να πάρει το κύπελλο και να πιει το περιεχόμενο του εκεί μπροστά σε όλους, η τρομερή ζέστη ήταν ασφαλώς η αιτία, ο καύσωνας που επικρατούσε εκείνες τις μέρες και τους είχε τρελάνει όλους καθώς δεν έλεγε να δροσίσει ακόμη και τη νύχτα.
Κάθισε σε μια γωνιά παρακολουθώντας τον κέλτη, δεν πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα χρονών και κρατούσε ένα κράνος με λοφίο από φτερά. Δίπλα του στέκονταν μια γυναίκα με άσπρο δέρμα , πανέμορφη με κάτι μπράτσα ολόασπρα και χαλκάδες περασμένους στους καρπούς της. Φορούσε ένα φουστάνι πράσινο κι όλη την ώρα έπαιζε με τα μαλλιά της, φαίνονταν ότι βαριόταν αφόρητα εκεί μέσα και ζητούσε κάτι να διασκεδάσει την πλήξη της. Ο Καστροφύλακας καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά και κοιτούσε μια τα καταπληκτικά σκεύη με το κρασί που ήταν μπροστά στον κέλτη βασιλιά, και μια την υπέροχη γυναίκα δίπλα του. Η αφόρητη δίψα που ένιωθε όλη μέρα τον έκανε να λαχταρά το κρασί που υπήρχε μέσα στην κρυστάλλινη κανάτα, είχε την εντύπωση ότι το ποτό μέσα από κείνα τα σκεύη θα ήταν εξόχως δροσιστικό . Από την άλλη μεριά είχε πολύ καιρό να δει γυναίκα πολεμώντας όλη την ώρα με άνδρες κτηνώδεις, τυλιγμένος μέσα στη σκόνη, φορώντας τα ίδια ρούχα για μήνες . Τούτη η ζωή τον έκανε ν’ αναζητά την επαφή με μια γυναίκα σαν κι αυτή με το άσπρο δέρμα και τους χαλκάδες στα όμορφα μπράτσα της, θα μπορούσε να τη φάει έτσι όπως ήταν κοιτάζοντας την και μόνο, φοβήθηκε μην τον προσέξουν κι έριξε την κουκούλα από το μανδύα που φορούσε πάνω στο κεφάλι του. Ήταν δύσκολο να πλησιάσει καθώς δίπλα στον αρχηγό των σταυροφόρων υπήρχε η συνοδεία του, κάτι θηριώδεις τύποι που κρατούσαν μακριά ακόντια κι όλο κατόπτευαν τριγύρω για κάθε ύποπτη κίνηση. Απ’ ότι είχε μάθει ο αρχηγός τους ήθελε να γνωρίσει εκείνον τον τόπο γι αυτό είχε ζητήσει να τον φέρουν στην ταβέρνα. Είχε καταλάβει όλους του στάβλους και τα χάνια κι όσοι έρχονταν διώχνονταν κακήν κακώς από τον ταβερνιάρη που ήταν μέσα στη χαρά για την ανέλπιστη τύχη και κάθε μέρα μάζευε στο σακούλι του νομίσματα που γυάλιζαν.
Βρίσκονταν για ώρα πολλή εκεί πέρα παρατηρώντας πότε τους χαρτοπαίχτες που είχαν μαζευτεί γύρω από ένα στενόμακρο τραπέζι, και πότε τους σταυροφόρους φρουρούς. Ο ταβερνιάρης του είχε φέρει έναν μαστραπά με κρασί όμως παρά τη δίψα του δεν το ακουμπούσε, ήθελε να έχει το μυαλό του καθαρό. Κοιτούσε τη γυναίκα με τα κάτασπρα μπράτσα και σε μια στιγμή την είδε να χαμηλώνει τα βλέφαρα, να χαλαρώνει και να σωριάζεται στο πάτωμα[προφανώς από την αποπνικτική ζέστη που επικρατούσε στην ταβέρνα. Έγινε μια αναταραχή, οι φρουροί έτρεξαν κατά το μέρος της ενώ ο κέλτης βασιλιάς πετάχτηκε από τη θέση του κι έσκυψε πιάνοντας το χέρι της για αν δει το σφυγμό. Αυτή ήταν η στιγμή που περίμενε, έτρεξε ανάμεσα στα καθίσματα, πλησίασε το τραπέζι με τα πολύτιμα σκεύη, τα έχωσε στο σακί που κουβαλούσε κι έτρεξε κατά την έξοδο. Όπως δρασκέλιζε την εξώπορτα γύρισε για να δει τι γίνεται, οι φρουροί είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί και είχαν ξεχυθεί πίσω του, βγήκε στον ανοιχτό χώρο κι αμέσως τον χτύπησε μια τέτοια ζέστη που του έκοψε τα πόδια, σήκωσε το κύπελλο όπου είχε απομείνει λίγο πιοτό και το κατάπιε λαίμαργα για να πάρει δύναμη, αμέσως αισθάνθηκε κάτι να του καίει τα σωθικά, τι στο διάβολο ήταν εκείνο το ποτό, όμως ταυτόχρονα η καρδιά του σαν να ζεστάθηκε και βρήκε θάρρος. Κοίταξε τριγύρω και στράφηκε κατά τη μεριά του ποταμού που περνούσε από το κέντρο της πεδιάδας, έφτασε τρέχοντας μέχρι την όχθη, πέταξε από πάνω του τον μανδύα που τον βάρυνε και βούτηξε στα παγωμένα νερά ενώ πίσω του έτρεχαν σαν μανιασμένοι οι σταυροφόροι φύλακες. Το πλάτος του ποταμού πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα μέτρα, μια απόσταση όχι μεγάλη, έβαλε τα δυνατά του κι όπως ήταν ζαλισμένος από το ποτό παραλίγο να χάσει το σακί με τα πολύτιμα σκεύη, την τελευταία στιγμή απλώνοντας τα δάχτυλα του το κράτησε και με μερικές απλωτές βρέθηκε στην άλλη όχθη, οι σταυροφόροι έριχναν βέλη τώρα προσπαθώντας να τον πετύχουν ενώ μερικοί είχαν βουτήξει και τον ακολουθούσαν οπότε δεν είχε χρόνο για να σκεφτεί τι θα κάνει .
Με όση δύναμη είχε άρχισε να τρέχει, είδε μπροστά του μια συστάδα από θάμνους ψηλούς και κίνησε κατά κει, οι θάμνοι θα τον έκρυβαν από τους διώκτες του, στο τέλος του θαμνότοπου υπήρχε ένα μικρό δάσος, το διέσχισε με την ανάσα κομμένη και είδε μπροστά του έναν λόφο , βρήκε ένα μικρό κοίλωμα σε κάποιον βράχο και χώθηκε εκεί μέσα λαχανιασμένος. Περίμενε λίγο, γύρω δεν ακούγονταν τίποτα, όταν η αναπνοή του ησύχασε άνοιξε τον ασκό με τα πολύτιμα σκεύη, ήταν όλα στη θέση τους, μάλιστα το χρυσό δισκοπότηρο που είχε ξεπλυθεί στο ποτάμι έμοιαζε να αστράφτει ακόμα περισσότερο. Ξάπλωσε πάνω στο χώμα και κοιμήθηκε για κάμποση ώρα . Οι ήχοι από σάλπιγγες και κέρατα που φυσούσαν κάποιοι με μανία τον ξύπνησαν, όπως ήταν ζαλισμένος από το ποτό κι από την εξάντληση δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, χρειάστηκε μερικά λεπτά για να συνειδητοποιήσει ότι εκεί κοντά γινόταν μια μάχη. Έτρεξε κατά την κορυφή του λόφου όπου υπήρχε ένας γκρεμός , κι από κει ψηλά είδε τις δυο παρατάξεις που συγκρούονταν. Από τη μια ήταν οι σταυροφόροι με τον αρχηγό τους που τον αναγνώρισε από το λοφίο στο κεφάλι του, κι από τη άλλη ήταν τα δικά τους τα στρατεύματα που έδειχναν να επικρατούν στη δεξιά μεριά, όμως στο κέντρο, εκεί που βρισκόταν ο κέλτης αρχηγός, οι σταυροφόροι έδειχναν να κερδίζουν και να πιέζουν προς τα πίσω τους δικούς του.
Ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσε μια μάχη από τόσο κοντά χωρίς να συμμετέχει κι αναρωτήθηκε πως άντεχαν οι στρατιώτες μέσα στο βουητό, τη σκόνη και τις φωνές που τρυπούσαν τ’ αυτιά καθώς ο ένας καβαλάρης έπεφτε πάνω στον άλλον κι οι πεζικάριοι αγωνίζονταν να κρατήσουν τις γραμμές τους μέσα στο χαμό. Από την εμπειρία του ήξερε ότι όλο το παιχνίδι παίζονταν γύρω από τον αρχηγό, αν κατάφερνε να τον εξουδετερώσει η μάχη θα τελείωνε. Πήρε μια μεγάλη πέτρα, τη σήκωσε ψηλά και την έριξε από κει πάνω στον κέλτη που ανέμιζε το σπαθί του αλλά ο κουρνιαχτός που είχε σηκωθεί, μαζί με την ζαλάδα που ένιωθε από το δυνατό ποτό, τον έκαναν να αστοχήσει. Πήρε μια δεύτερη πέτρα, στρογγυλή, και σημάδεψε πιο προσεκτικά, αυτή τη φορά η πέτρα βρήκε τον κέλτη ακριβώς στο κεφάλι και τον σώριασε στο χώμα, οι φρουροί του δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν τι είχε συμβεί κι οι δικοί του ενθαρρυμένοι, άρχισαν να τους χτυπούν με λύσσα μέχρι που τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν, η μάχη είχε τελειώσει…
Στο παλάτι όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με τον Καστροφύλακα, τους είχε σώσει πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή κι είχε φέρει μαζί του τα χρυσά και τα ασημένια σκεύη που χρειάζονταν επειγόντως. Οι θησαυροφύλακες ήδη συνεδρίαζαν ν’ αποφασίσουν τι θα έκαναν με το δισκοπότηρο και τα’ άλλα πολύτιμα κομμάτια, ο βασιλιάς ήθελε να τον δει για να τον ευχαριστήσει και να του προτείνει προαγωγή, σκέφτονταν να τον κάνει παρακοιμώμενο για να φυλάει τη βασιλική κλίνη, όμως ο Καστροφύλακας κατά πως το είχε συνήθειο, πήγε κατευθείαν στα λουτρά του παλατιού να λούσει το σώμα του, αυτό έκανε κάθε φορά που γύριζε από κάποια δοκιμασία. Στα λουτρά επικρατούσε ησυχία, μόνο μερικές γυναίκες σε μια γωνία κάτι ψιθύριζαν, μόλις τον είδαν έσπευσαν ν’ απομακρυνθούν. Δοκίμασε το νερό που του φάνηκε πολύ δροσερό και γλίστρησε στη δεξαμενή καθώς συλλογίζονταν τους ψιθύρους που είχε ακούσει, κάποιοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες του, έπρεπε να φυλάγεται . Είχε σχεδόν βουλιάξει κάτω από το νερό όταν είδε μια από τις γυναίκες να τον πλησιάζει και να του λέει: «θέλεις να σε βοηθήσω να πλυθείς;» Της έγνεψε να έρθει. Η κοπέλα που πρέπει να ήταν περίπου είκοσι χρονών, άρχισε να του τρίβει την πλάτη μ’ ένα εργαλείο που υπήρχε εκεί πέρα, ενώ τραγουδούσε χαμηλόφωνα, «Στης Αλεξάντρας τα βουνά στο σκοτεινό τον τόπο» . Ο Καστροφύλακας ανατρίχιασε, «που το ξέρεις αυτό το τραγούδι;» τη ρώτησε, εκείνη του χαμογέλασε και συνέχισε να τραγουδά και να τρίβει την πλάτη του . Όπως χαλάρωνε ένιωσε τα χείλη της στο πρόσωπο του και γύρισε να τη δει, ήταν πολύ όμορφη, άγγιξε το στόμα της κι έπειτα την αγκάλιασε και την τράβηξε μέσα στο νερό, τα σώματα τους βυθίστηκαν μέσα στην υγρή επιφάνεια .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου