Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος γελούσε και χαλούσε τον κόσμο από τη χαρά του. Όταν μεγάλωσε τον σπούδασε, η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινε και πολύ τα γράμματα, με το ζόρι πέρασε σε μια σχολή όμως ήταν πάντα ξύπνιος, παράτησε τη σχολή κι έπιασε δουλειά σ’ ένα γραφείο όπου αναλάμβανε όλες τις δουλειές, ύστερα άνοιξε ένα μαγαζί και οικονομούσε καλά. Η μητέρα του τον παρακολουθούσε όλα τα χρόνια και τον καμάρωνε, κι όταν παντρεύτηκε η ευτυχία για τη χαρά του γιου της δεν περιγράφονταν, χόρευε και σκορπούσε λεφτά όλη νύχτα στο γλέντι, εκείνος ο γάμος δεν είχε ξαναγίνει . Πάντα τον βοηθούσε το γιο της, όταν πούλησε ένα διαμέρισμα σ’ εκείνον είχε δώσει το μεγαλύτερο μερίδιο, οι αδερφές του το είχαν καταλάβει βέβαια αλλά τι μπορούσαν να πουν, αυτός ήταν ο εκλεκτός, αυτός δικαιούνταν τα περισσότερα προνόμια κι αυτός ήταν βέβαια συνδικαιούχος στους λογαριασμούς της μητέρας του.
Ήταν μια γυναίκα άξια όπως έλεγαν όλοι, από μικρή δούλευε σαν το σκυλί στα χωράφια σπέρνοντας και θερίζοντας, έλεγαν μάλιστα ότι πολλές φορές που ο άντρας της κουράζονταν στον κάμπο εκεί πέρα, εκείνη έπαιρνε το σιδερένιο άροτρο και όργωνε με τα άλογα, μια δουλειά πολύ βαριά, αντρική, όμως εκείνη κατάφερνε να τη φέρει εις πέρας, όσοι την είχαν δει είχαν απορήσει.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να έρθει στην πόλη, στον αστικό αέρα πάντα ανέπνεε καλύτερα, ο άντρας της δεν ήθελε, «καλά είμαστε εδώ» της είχε πει όμως κείνη έβλεπε μακριά, όπως πήγαιναν τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους στο χωριό, τα πράγματα δυσκόλευαν, έτσι ήρθε μόνη της στην πόλη αφήνοντας πίσω τον άντρα και τα παιδιά της. Έκτισε μόνη της μια παράγκα σ’ ένα οικόπεδο στην άκρη της πόλης, κι εκεί έφερε τον αγαπημένο της γιο που τη βοηθούσε. Μαζί έφτιαχναν λάσπη με το τσιμέντο, μαζί σοβάντιζαν τους τοίχους, μαζί φύτευαν ένα σωρό ζαρζαβατικά στην αυλή της . Εκείνο το σπιτάκι είχε μια θέα εκπληκτική κατά τη θάλασσα, όλο το καλοκαίρι φυσούσε ένα αεράκι απαλό, αέναο που σε δρόσιζε και δεν καταλάβαινες τη ζέστη, ο μικρός καθόταν στο μικρό μπαλκόνι τα απογεύματα και χάζευε τα αεροπλάνα που προσγειώνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ήταν το θέαμα που αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλα. Όποτε ευκαιρούσε πήγαινε να δει τον άντρα και τα υπόλοιπα παιδιά της, βοηθούσε στα χωράφια κι όλο τον υπόλοιπο καιρό δούλευε σαν το σκυλί στη βιοτεχνία, πως άντεχε δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει αλλά έτσι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι , δούλευαν λες και δεν είχαν αύριο, μέρα και νύχτα, έτσι είχαν φτιάξει περιουσίες κάτι που σήμερα φαίνεται ασύλληπτο.
Ήταν μια εποχή δύσκολη όμως από το πουθενά η ρόδα γύρισε, ένα ς δρόμος μεγάλος θα φτιαχνόταν που περνούσε από το κτήμα με την παράγκα κι έτσι έγινε η απαλλοτρίωση, της έδωσαν ένα καλό ποσό και μ’ εκείνα τα χρήματα αγόρασε ένα διαμέρισμα πολύ ωραίο , ευρύχωρο, κι αργότερα ακόμα ένα, έφτιαξε και το σπίτι το χωριό προσθέτοντας μια σκεπή εντυπωσιακή που έκανε το κτίσμα να μοιάζει με κάστρο. Τότε έφερε όλη την οικογένεια στην πόλη κι ήταν όλοι μαζί χαρούμενοι. Οι συγγενείς είχαν φρίξει, σε μια συνάντηση με κάτι θείες τους μια από αυτές είχε πει «εσείς όλο σπίτια φτιάχνετε, σίγουρα βρίσκετε κάπου χρήματα έ, που τα βρήκατε, για πέστε μας ;
Ύστερα από λίγα χρόνια ο αγαπημένος της γιος άνοιξε το μαγαζί και με χίλια δυο κόλπα απόκτησε ένα σωρό πελάτες, ήταν πολύ καπάτσος, η μάνα του χαίρονταν όπως τον έβλεπε κα τον συμβούλευε πάντα, «να μη λες ψέματα, να μην κοροϊδεύεις τον κόσμο, να είσαι κύριος» , εκείνος την άκουγε αλλά σκέφτονταν διαφορετικά, πάντα του άρεσαν οι λαμογιές, προτιμούσε να κινείται πιο πονηρά, με γνωριμίες, λαδώματα κι αρπαχτές, αυτά τα πράγματα ήταν το στοιχείο του.
Καθώς περνούσε ο καιρός η μάνα του εξασθενούσε από τη δουλειά από κι από τα γεράματα, εκείνος τότε άρχισε να δείχνει μια περίεργη αδυναμία στον πατέρα του, τον φρόντιζε, τον έπαιρνε στο σπίτι, τον περιποιούνταν, τον έτρεχε στους γιατρούς όλη την ώρα, εκείνη χαιρόταν για όλα αυτά βέβαια αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, γιατί να δείχνει τέτοια προτίμηση στον πατέρα του αφού εκείνη πάντα πίστευε ότι οι δυο τους είχαν έναν δεσμό ιδιαίτερο, ότι ήταν το αίμα της, είχε τον χαρακτήρα της, είχαν περάσει και τόσα μαζί εκεί στην παράγκα όπου φυσούσε ο αέρας της θάλασσας, , δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό της όμως πάντα καθησύχαζε τον εαυτό της, «ο μπαμπάς μας ήταν πάντα φιλάσθενος» έλεγε σε όσους τη ρωτούσαν, «καλά κάνει το παιδί και τον προσέχει».
Όταν γέννησε το πρώτο του παιδί ήταν σίγουρη ότι θα του έδινε το όνομα της όμως εκείνος είπε ότι το είχαν τάξει κάπου, σε μια αγία που κανείς δεν ήξερε ότι υπάρχει, πολύ την είχε πικράνει εκείνη η ιστορία, ήταν σαν να την αγνοούσε σκόπιμα, σαν να την είχε σβήσει από το χάρτη, της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η συμπεριφορά του όμως τον αγαπούσε και δεν ήθελε να σκέφτεται και να το βαθύνει περισσότερο.
«Άαχ, έχουν αλλάξει οι καιροί» της έλεγε η φίλη της κι έτσι ήτανε. Τώρα πια δεν ίσχυαν τα πρότυπα τα παλιά , τότε που η τύχη σου εξαρτιόταν από το σόι, την οικογένεια κι από τα παιδιά. Αυτά θα σε γηροκομούσαν, αυτά θα σε πρόσεχαν, αυτά θα σε κληρονομούσαν, έτσι γινόταν τότε όμως τώρα το σόι κι η οικογένεια δεν ήταν το ίδιο, κι αν υπήρχαν υφέρπουσες τάσεις, αντιζηλίες, έχθρες και πίκρες που δεν έβγαιναν στην επιφάνεια παλιά, τώρα όλα γίνονταν διαφορετικά. Τόσα χρόνια ο γιος της είχε λύσσαξε να τη βλέπει να πετυχαίνει παντού κι όλοι να μιλούν γι αυτή μονάχα, για το πόσο άξια ήταν, πόσο εργατική , πως είχε πετύχει με κείνη την κίνηση με την παράγκα και είχε αγοράσει το μεγάλο διαμέρισμα, ήταν σαν να το είχε προσχεδιάσει, αυτό κι αν ήταν επιτυχία. Δεν μπορούσε να το χωνέψει, εκείνος ήθελε ανθρώπους μέτριους κοντά του όπως ο πατέρας του, ανθρώπους όχι πιο έξυπνους, όχι πιο ικανούς από αυτόν, ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να τον μειώσουν και να τον επισκιάσουν .
Σαν αρρώστησε βαριά ο άντρας της ο γιος της κόντεψε να πεθάνει, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα τον έχανε, τον πήρε στο σπίτι του και τον εγκατέστησε στον υπόγειο όροφο του σπιτιού του, ήθελε να τον έχει κοντά του. Κι όταν πέθανε έκλαψε με μαύρο δάκρυ, κι εκείνης η καρδιά είχε γίνει κομμάτια αλλά ο θρήνος του γιου δεν συγκρίνονταν. Βλέποντας τον να κάνει έτσι για τον πατέρα του ένιωθε περήφανη, «είδες ο γιος μου» έλεγε στη φίλη της, ήταν σίγουρη ότι και για κείνη θα έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον όμως όταν αρρώστησε σοβαρά εκείνος χάθηκε, δεν έδειχνε σημεία ζωής, οι αδερφές του τον έψαχναν, η μητέρα του ρωτούσε που είναι ο αγαπημένος της, είχε περάσει πάνω από ένα μήνα στο νοσοκομείο και δεν είχε εμφανιστεί. Μια μέρα πριν πάρει εξιτήριο ήρθε με κάτι γλυκά, «με πέθαναν οι δουλειές» δικαιολογήθηκε, «δεν προλαβαίνω τίποτα, εσείς που να καταλάβετε» φώναξε στις αδελφές του σαν να ζητούσε τα ρέστα, «εντάξει παιδί μου μην κάνεις έτσι» τον δικαιολόγησε η μάννα του.
Στη μεγάλη δοκιμασία της ο γιος της εξαφανίστηκε, όταν χτύπησε πέφτοντας κι έκανε την εγχείρηση, εκείνος δεν ήταν πουθενά, η φίλη της είχε τρέξει να βρει όλους τους γιατρούς και τις αποκλειστικές, ήταν δίπλα της όλο τον καιρό που χρειάστηκε να συνέλθει. Είχε αρχίσει να τσατίζεται «που στο διάβολο είναι ο Γ;» ρωτούσε τις κόρες της, ο γιος της όμως εμφανίστηκε ένα βράδυ κι άρχισε να σκαλίζει τα συρτάρια της, έψαχνε να βρει τις διαθήκες, πήρε ένα σωρό χαρτιά κι εξαφανίστηκε. Όταν ήρθε ο συμβολαιογράφος για να συντάξουν τη διαθήκη έλειπαν ένα σωρό έγγραφα, ακόμα και η ταυτότητα της, για πρώτη φορά του μίλησε πολύ άσχημα, «να τσακιστείς να φέρεις τα συμβόλαια γιατί θα σε πάρει και θα σε σηκώσει!» του είπε στο τηλέφωνο.
Η υπόθεση αυτή με τα συμβόλαια της είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, η γιατρός που ήρθε να τη δει ανησύχησε πολύ, «κυρία Μ δεν είστε καλά» της είπε « πρέπει να προσέχετε, να μην ταράζεστε, σας παρακαλώ, η πίεση σας έχει ανεβεί πολύ, θα πάρετε αυτά τα χάπια και θέλω να μείνετε ήρεμη» συμπλήρωσε φεύγοντας όμως μέσα της είχε καταλάβει ότι το παιχνίδι είχε τελειώσει. Εκείνο το βράδυ έπαθε εγκεφαλικό και την επόμενη μέρα εμφανίστηκε ο γιος μ’ ένα ύφος θριαμβευτικό, όλοι το πρόσεξαν, δεν φαινόταν και πολύ δυσαρεστημένος, σαν να το περίμενε από καιρό, «θα τα αναλάβω όλα εγώ !» φώναζε « θα την πάω στη Γαλήνη , την κλινική του φίλου μου, εκεί θα έχει ό,τι χρειάζεται» - « Μα η Γαλήνη είναι το χειρότερο μέρος που υπάρχει πετάχτηκε η φίλη της μητέρας του, «τους έχουν βγάλει και στην τηλεόραση, είχαν πει ότι θα την κλείσουν επειδή κακοποιούν τους γέρους εκεί πέρα, είσαι καλά;» - « δεν ξέρεις εσύ, μην ανακατεύεσαι στα οικογενειακά μας» της είπε άγρια, «όχι δε γίνεται!» επέμεινε η ξένη γυναίκα, «δεν μπορείς να την πας εκεί μετά από τόσα που έκανε για σένα, σε αγαπούσε, σε έβαλε στους λογαριασμούς της, σκίστηκε για σένα κι εσύ θέλεις να την πετάξεις στα σκουπίδια, ντροπή σου !» Όλοι όσοι ήταν μαζεμένοι γύρω από την άρρωστη γυναίκα είχαν τρομάξει με τη σκηνή, ο γιος είχε μείνει αποσβολωμένος, « καλά» ψέλλισε, «όπως θέλετε αφού είναι έτσι ας το αναλάβετε εσείς, εγώ δεν μπορώ» είπε κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα με πάταγο.
«Άστο θα το φροντίσω εγώ και συγγνώμη» είπε την επόμενη μέρα στη φίλη της μαμάς του. «Με συγχωρείς κιόλας που μίλησα λίγο απότομα» την καθησύχασε και την ίδια στιγμή πήγε στο διαμέρισμα, πήρε τη μάνα του και την πήγε σ’ εκείνο το άθλιο γηροκομείο. «Εδώ θα σε προσέχουν» της είπε. Εκείνη δεν καταλάβαινε και πολλά, το μυαλό της είχε μπλοκάρει, όλα είχαν θολώσει, το μόνο που ένιωθε ήταν ότι δεν ήθελε να ζήσει άλλο, τι νόημα θα είχε;
Σε λίγες μέρες πέθανε χωρίς κανέναν κοντά της .