Ήταν μια
έκταση τεράστια, ένα πέλαγος από χόρτα που έπρεπε να κόψει, σκέφτηκε ότι θα χρειάζονταν κανένα
μήνα για να το τελειώσει αλλά ο Ν του είχε υποσχεθεί 1000 ευρώ αν καθάριζε
εκείνο το απέραντο οικόπεδο και τα ήθελε αυτά τα χρήματα, θα μπορούσε να περάσει
πολύ ωραία για καμιά βδομάδα σε κάποιο νησί
χωρίς να νοιάζεται για τίποτα, είχε στεγνώσει από λεφτά και το
χρειαζόταν το χιλιάρικο επειγόντως, έτσι είπε εντάξει.
Mε τον Ν γνωρίστηκε ένα βράδυ σε κάποιο
μαγαζί της παραλίας, είδε να του πέφτει από το πορτοφόλι ένα πανηντάευρο,
κανείς δεν το είχε προσέξει, το μάζεψε με μια κίνηση αδιάφορη, όμως όταν ο άλλος
πέρασε από μπροστά του για να φύγει είπε, «συγνώμη, μήπως χάσατε κάποια χρήματα;
» δεν κατάλαβε πως βγήκε αυτή η κουβέντα από το στόμα του. Ο άλλος άνοιξε το πορτοφόλι του, «ναι μου λείπουν πενήντα ευρώ», του έδωσε με μισή καρδιά το πενηντάευρο που
κρατούσε τόση ώρα στο χέρι του, «ευχαριστώ»
του είπε ο Ν, «να σε κεράσω ένα
ποτό;» έτσι ξεκίνησε η γνωριμία τους. Ο
Ν ήταν γιατρός, δούλευε στην Ελβετία κι έβγαζε
ένα σκασμό λεφτά, όταν το έμαθε έβρισε τον εαυτό του. Βρέθηκαν ξανά το επόμενο βράδυ,
στο ίδιο μαγαζί, κι από τότε βρίσκονταν ταχτικά, πρώτη φορά συναντούσε κάποιον τόσο πλούσιο, ο τύπος πρέπει να έβγαζε διακόσια πενήντα χιλιάρικα το χρόνο, όπως τα υπολόγιζε, ίσως και περισσότερα, το δικό του μηνιάτικο ήταν μια μέρα
δουλειάς για τον γιατρό, όμως ήταν ευχάριστος τύπος και πολύ απλός, ερχόταν τακτικά στην Ελλάδα, ιδίως τα καλοκαίρια,
πλήρωνε πάντα το λογαριασμό και κάποιο βράδυ
του είπε, «θέλεις να προσέχεις το σπίτι και το οικόπεδο μου για το καλοκαίρι ;»
Το σκέφτηκε
λίγο και δέχτηκε, δεν είχε δουλειά τους θερινούς
μήνες,, κρατούσε ένα κυλικείο σ’ ένα σχολείο και κάθε χρόνο σκεφτόταν πως θα
την έβγαζε το καλοκαίρι οπότε του
ερχόταν μια χαρά. Ο Ν τον πήγε στο σπίτι , ήταν χτισμένο σε μια περιοχή έξω από την πόλη όπου
έμεναν πολύ πλούσιοι, υπουργοί, βουλευτές, επιχειρηματίες, όλη η αφρόκρεμα. Παντού
γύρω έβλεπες βίλες περιστοιχισμένες από κάτι τοίχους πελώριους σαν τείχη, στις αυλές
τους υπήρχαν πισίνες και πίσω από τα κάγκελα εμφανίζονταν σκύλοι άγριοι που γαύγιζαν όποιο αμάξι περνούσε. «Αυτό
είναι το σπίτι» του είπε δείχνοντας
του έναν τεράστιο εσωτερικό χώρο δύο ανοιχτών ορόφων που συνδέονταν με σκάλες ξύλινες. «Μερικές φορές θα έρχεται η γυναίκα μου, άμα θέλεις μπορείς να τη φροντίζεις λίγο,
να της κάνεις μερικά ψώνια, να βγάζεις βόλτα τα σκυλιά της ,
να της φτιάχνεις κανένα φαγητό αν σου είναι εύκολο»- «κανένα πρόβλημα» είπε αυτός. Εγκαταστάθηκε την
άλλη μέρα κιόλας, ανέβαινε και κατέβαινε τις εσωτερικές, ξύλινες σκάλες χαζεύοντας το σπίτι , μεγαλύτερη εντύπωση του έκανε το γραφείο του γιατρού
όπου υπήρχαν ένα σωρό αντίκες, ένα ρολόι
παλιό, ένας ανεμιστήρας προπολεμικός, ένας εκτυπωτής αρχαίος, «τι τα θέλει όλα αυτά ;» έκανε τη σκέψη.
Μετά από
λίγες μέρες ήρθε και η γυναίκα του Ν, μια Γερμανίδα ξανθιά, όμορφη μα κάπως απόμακρη που μιλούσε σπαστά
ελληνικά. Του άφηνε εκεί πέρα τα σκυλιά της,
τρία ντόμπερμαν με κάτι κεφάλια σα σφήνες, κι
έφευγε για μπάνιο με το αμάξι της . Ήταν
πραγματικά ωραία αλλά όταν άρχισε να κοκκινίζει από την
ηλιοθεραπεία δεν του άρεσε πολύ, του μιλούσε όμως ευγενικά, φαινόταν μορφωμένη και κάπως απόμακρη. «Αν μπορείς να κόψεις
και τα χόρτα και το οικόπεδο θα με
σώσεις» του είπε μια μέρα ο Ν στο τηλέφωνο,
«οκ θα το κάνω» του απάντησε.
Το πρώτο
πράγμα που χρειαζόταν ήταν ένα καλό χορτοκοπτικό, πήγε λοιπόν κι αγόρασε το καλύτερο που υπήρχε, ένα πολύ ελαφρύ,
γερμανικό, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, βραχίονες, μαχαίρια, ψαλίδια, ανταλλακτικά, όλο το σετ, ο γιατρός πλήρωνε. Το βράδυ έβγαζε
βόλτα τα σκυλιά της Γερμανίδας που τον
τραβούσαν σαν παλαβά, ενώ σκεφτόταν από ποια γωνιά του οικοπέδου να
ξεκινήσει. Τα ντόμπερμαν κοιμόντουσαν σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, η Γερμανίδα τα ήθελε κοντά της, , όταν
βαριόταν πήγαινε στην κάμαρα των σκύλων κι από ένα παράθυρο παρατηρούσε τους γείτονες που λιάζονταν γύρω
από μια μεγάλη πισίνα. Στην αυλή υπήρχε
ένα πορτάκι απ’ όπου τα σκυλιά
περνούσαν στη διπλανή
βίλα κι έτρεχαν γύρω από την
γαλάζια πισίνα, «από δω μπορείς
να βγεις απέναντι» σκεφτόταν τις μέρες που η θερμοκρασία ανέβαινε, καμιά
μέρα, αν δεν υπήρχε κανένας δίπλα, θα μπορούσε να κάνει καμιά βουτιά.
Όπως ξάπλωνε
στους μεγάλους καναπέδες προσπαθούσε να καταλάβει
πως ζούσαν οι πλούσιοι, γιατί μόνο αυτοί ήταν προνομιούχοι, πως τα είχαν
καταφέρει, τι είδους άνθρωποι ήτανε, τι συνέβαινε στον κόσμο ; Από τις
συζητήσεις με το γιατρό που του εξηγούσε πως δουλεύουν τα πράγματα στην Ελβετία,
είχε αρχίσει να σχηματίζει μια γενική εικόνα. Κι οι πιο πλούσιες χώρες με τους πιο οικονομημένους
κατοίκους δεν ικανοποιούσαν τους πολίτες
τους, όλοι ήθελαν να μετακομίσουν,
να φύγουν από το κρύο και να πάνε στη
ζέστη, να φύγουν από την υψηλή φορολογία και να πάνε σε χώρες δίχως φόρους, να
διώξουν όλους τους ξένους και να
χαίρονται μόνοι την ευδαιμονία τους χωρίς όμως να κάνουν τις δύσκολες κι
απαιτητικές δουλειές για τις οποίες ερχόταν οι ξένοι. Οι μετανάστες πάλι
έμοιαζαν να φθονούν τις χώρες που επισκέπτονταν, όταν βρίσκονταν σε θέση
πλεονεκτική, προσπαθούσαν να ξεζουμίσουν τους κατοίκους, ζητούσαν τρελά μεροκάματα, προκαλούσαν με τη
συμπεριφορά τους, έμοιαζε σαν να είχε διαλυθεί κάθε κώδικας ελέγχου. Οι φτωχοί νόμιζαν ότι κατέχουν όλη την αλήθεια
μέσα στο πέλαγος της άγνοιας τους, κι
αυτοί που στέκονταν ψηλά ρυθμίζοντας τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, έδειχναν μια αλαζονεία απίστευτη χωρίς καμιά αμφιβολία για τις
επιλογές τους καθώς μιλούσαν μέσα από τα
γυάλινα γραφεία τους, «έχει χαθεί η μπάλα» μονολογούσε.
Ένα πρωινό άρχισε να δουλεύει στο οικόπεδο. Το πρωί ήταν η καλύτερη στιγμή της ημέρας, τα χελιδόνια πετούσαν πάνω από το ύψος των
χορταριών σαν να πανηγύριζαν για την έναρξη της μέρας κι από κάποιο
δένδρο που άνθιζε ερχόταν
ένα άρωμα που πλημύριζε την ατμόσφαιρα.
Εκείνο που του είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν οι τσαλαπετεινοί, δεν
είχε δει ποτέ από κοντά τέτοια πουλιά, ερχόταν εκεί πέρα κατά δεκάδες κουνώντας τα
πολύχρωμα φτερά τους, ψάχνοντας μέσα στα
χόρτα για έντομα και ποιος ξέρει τι άλλο.
Δούλευε τρεις τέσσερις ώρες καθαρίζοντας μεγάλες λωρίδες κι αλλάζοντας κάθε λίγο την
πετονιά στην κεφαλή του μηχανήματος . Σταματούσε
εκεί κατά το μεσημέρι, όταν έπιανε η
ζέστη, γυρνούσε στο σπίτι, έπινε
απίστευτες ποσότητες νερού παγωμένου, έκανε ένα ντους κι έπειτα έπαιζε όλο το απόγευμα με τα ντόπερμαν. Τα σκυλιά
ήθελαν να ορμήσουν και να τον φάνε στην
αρχή, ειδικά ένα μαύρο που ήταν το πιο άγριο, ύστερα όμως τον είχαν μάθει, τον κυνηγούσαν στα δωμάτια, έτρεχαν πάνω κάτω
στις ξύλινες σκάλες, περνούσαν στη βίλα
του γείτονα και γυρνούσαν κρατώντας κάτι λούτρινα παιχνίδια, το μαύρο ντόμπερμαν συνήθως τα ξέσκιζε με
τέτοια μανία σαν να του είχαν σκοτώσει
τη μάνα.
Είχε φτάσει πιά
στη μέση του χωραφιού όπου τα χορτάρια γίνονταν θάμνοι ψηλοί και τον καθυστερούσαν.
Ένα μεσημέρι είχε δουλέψει λίγο παραπάνω επειδή ήθελε να τελειώνει ένα τμήμα, κι όπως τον είχε ζαλίσει ο ήλιος νόμιζε ότι είδε
μια κίνηση με την άκρη του ματιού του σαν κάποιος να περπατούσε μέσα στα χόρτα.
Άφησε το χορτοκοπτικό και πήγε να δει αν πράγματι υπήρχε κάτι εκεί
πέρα ή αν ήταν μόνο η ιδέα του . Κάπου
στο κέντρο του οικοπέδου είδε ένα μαύρο λάστιχο και κάτι φυτά αραδιασμένα,
ψηλά, που δεν φαινόταν από μακριά, ενώ
πίσω από τους θάμνους βγήκαν δυο άντρες
που κρατούσαν κάτι στο χέρι, «έ τι κάνετε
εκεί πέρα;» τους φώναξε. Ο πιο ψηλός από
τους δυο που είχε κάτι περίεργα
σημάδια στο πρόσωπο σαν να ήταν
βλογιοκομμένος, τον κοίταξε παράξενα, ύστερα είπε κάτι στον άλλον κι οι δυο τους απομακρύνθηκαν
γρήγορα περπατώντας μέσα από τα ψηλά χορτάρια.
Αμέσως τηλεφώνησε στον Ν και του είπε τι
είχε συμβεί, εκείνος έμοιαζε ήρεμος σαν
να μην τον αφορούσε όλο αυτό, «θα έρθω
το σαββατοκύριακο» του είπε, «εσύ
συνεχίζεις κανονικά τη δουλειά σου όπως συμφωνήσαμε». Γύρισε στο σπίτι κλείδωσε
καλά τις πόρτες κι ασφάλισε τα παράθυρα, «τι γίνεται εδώ πέρα;» αναρωτήθηκε.
Το βράδυ δεν
μπόρεσε να κοιμηθεί, κοντά στα μεσάνυχτα
είχε πιάσει κι ένα μπουρίνι τρομερό με αέρα, κεραυνούς κι αστραπές που ξεσήκωναν όλον τον τόπο.
Όλη νύχτα στριφογύριζαν στο μυαλό του οι
τύποι και η φυτεία που είχε ανακαλύψει, γιατί δεν του είχε πει τίποτα ο
γιατρός, μήπως έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από κει πέρα κι ας πήγαιναν στο διάβολο τα χρήματα, το πιο σημαντικό ήταν
να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Κάποια στιγμή πρέπει να αποκοιμήθηκε κι όταν άνοιξε
τα μάτια του ένιωσε ότι κάτι παράξενο γίνονταν
μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του γιατρού όπου καθόταν η Γερμανίδα, πότε είχε
επιστρέψει; Μπορούσε να δει μονάχα την πλάτη
της, «δεν κοιμάσαι;» τη ρώτησε όμως εκείνη
δεν του απάντησε, πλησίασε να δει τι συμβαίνει, «όλα οκ ;» της είπε, εκείνη γύρισε και τον κοίταξε περίεργα, αμέσως
κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Βήματα
ακούστηκαν στις ξύλινες σκάλες και οι
δυο άντρες που είχε δει το πρωί ήρθαν στο γραφείο , αυτός με τα σημάδια στο
πρόσωπο μιλούσε χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο ενώ ο άλλος ήρθε κοντά του και τον χτύπησε
στο πρόσωπο εντελώς απροειδοποίητα. Σήκωσε
τα χέρια και τους έκανε νόημα να ηρεμήσουν
ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν πως θα έφευγε από κει πέρα, « που στο δαίμονα είναι οι
σκύλοι;» αναρωτήθηκε, αν ήταν εκεί τα ντόμπερμαν
οι εισβολείς θα φοβούνταν όμως εκείνα έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί. Οι δυο μπράβοι μιλούσαν δείχνοντας τον ενώ ακουμπούσαν τις ζώνες τους , «λες να έχουν πιστόλια εκεί πέρα;»
σκέφτηκε, ήθελε να φωνάξει «εγώ παιδιά δεν έχω καμιά
δουλειά εδώ πέρα!» αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν
από το στόμα του, ένιωθε εντελώς
απελπισμένος κι ακούμπησε υποχωρώντας στο γραφείο ενώ ο ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπο
του, εκείνη τη στιγμή ο αρχαίος εκτυπωτής άρχισε να τρίζει σαν να ζωντάνεψε
κι ένα φύλλο χαρτιού βγήκε από μέσα του,
το πήρε και διάβασε «στο δωμάτιο των
σκύλων! », χωρίς να το σκεφτεί έτρεξε προς το καμαράκι, άνοιξε το παράθυρο, πήδηξε στη σκεπή
μιας μικρής αποθήκης, από εκεί έριξε ένα σάλτο, βρέθηκε στο χώμα κι άρχισε
να τρέχει κατά το πορτάκι που συνδέονταν με τη διπλανή βίλα. Πέρασε σκύβοντας
κι αμέσως εμφανίστηκαν τα τρία ντόπερμαν που νόμιζαν ότι ήρθε για να παίξει μαζί
τους όμως μόλις είδαν τους δυο μπράβους που
τον ακολουθούσαν χύμηξαν κατά πάνω τους,
εκείνοι έσπευσαν να εξαφανιστούν
πανικόβλητοι, άκουσε το αυτοκίνητο τους να απομακρύνεται μέσα στη νύχτα ύστερα έγινε ησυχία. Όλο αυτό είχε ανεβάσει τη θερμοκρασία κι ένιωθε να καίγεται, το σώμα του έβραζε από
την αγωνία, ήθελε να δροσιστεί
οπωσδήποτε, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε στην πισίνα, κολύμπησε μέχρι τον πάτο της κι όλα γύρω πήραν
ένα μπλε χρώμα σαν να είχε μεταμορφωθεί το σύμπαν ολόκληρο, συνέχισε να κολυμπά κάτω από την επιφάνεια
μέχρι που βγήκε στην άλλη άκρη.