Σφοδρώς δε χειμαζομένων ημών τη εξής εκβολήν εποιούντο
Πράξεις των Αποστόλων 27,18
Απ’ το πουθενά άρχισε να φυσά ένας φοβερός άνεμος και το καράβι τους ανεβοκατέβαινε στα κύματα σαν καρυδότσουφλο. Ο κυβερνήτης του πλοίου έβριζε προσπαθώντας να δώσει οδηγίες στο πλήρωμα, οι επιβάτες προσεύχονταν κοιτάζοντας κατά τον ουρανό κι ο καστροφύλακας κοίταζε τον θεραπευτή που φαινόταν ψύχραιμος μέσα στο χαμό. Ταξίδευαν διασχίζοντας την Αδριατική μ’ ένα εμπορικό φορτωμένο σιτάρι, μαζί τους ήταν μια μεγάλη ομάδα προσκυνητών που πήγαινε σε κάποιο πανηγύρι, ενώ στο αμπάρι του καραβιού υπήρχαν κάπου πενήντα κρατούμενοι που έπρεπε να δικαστούν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Όλοι είχαν αρρωστήσει από τον τυφώνα που ολοένα δυνάμωνε κι ήταν βέβαιο ότι αν συνέχιζε έτσι θα τους βύθιζε, οι ναύτες έτρεχαν στις αποθήκες κουβαλώντας το σιτάρι που ήταν φυλαγμένο εκεί μέσα, το έριχναν στη θάλασσα προσπαθώντας να ελαφρώσουν το σκάφος για να μην τους στείλει στον πάτο της θάλασσας, οι προσκυνητές προσεύχονταν πιστεύοντας ότι έφτασε το τέλος τους.
Τότε είδαν στα δεξιά τους ένα νησάκι κι ο επικεφαλής αξιωματικός που είχε την ευθύνη των αιχμαλώτων, διέταξε να ρίξουν τη βάρκα του καραβιού και να δοκιμάσουν να βγουν σ’ εκείνο το νησί όμως τα κύματα όρμησαν με μανία να καταπιούν τη μικρή βάρκα κι ο καπετάνιος έτρεξε κι έφερε κάτι χοντρά σκοινιά διατάζοντας τους ναύτες να τον ακολουθήσουν και να προσπαθήσουν να ασφαλίσουν τη βάρκα που ήταν το μέσο για να σωθούν. Άρχισαν να ρίχνουν στη θάλασσα μπαούλα, τραπέζια κι ό,τι αντικείμενο έβρισκαν μπροστά τους προσπαθώντας να ελαφρώσουν το κατάστρωμα, το δύστυχο καράβι τραμπαλίζονταν για ώρες πολλές κι όλοι ήταν στο όριο τους όντας νηστικοί τόσες μέρες επειδή ακολουθούσαν τη νηστεία για να κοινωνήσουν στο πανηγύρι. Μέσα στην απελπισία του ο αξιωματικός διέταξε να πετάξουν στη θάλασσα όλους τους κρατούμενους που κουβαλούσαν, όμως ο θεραπευτής πετάχτηκε από τη γωνιά του και φώναξε, «αν τους ρίξεις στο νερό θα πεθάνουμε όλοι!», ο αξιωματικός σαν υπνωτισμένος ακύρωσε τη διαταγή του. Προτού ξεκινήσουν ο θεραπευτής επέμενε ότι δεν έπρεπε να σαλπάρουν, πίστευε ότι ένα τέτοιο ταξίδι στην αρχή του φθινοπώρου ήταν επικίνδυνο, είχε ταξιδέψει πολλές φορές περνώντας την Αδριατική και ήξερε ότι την εποχή του φθινοπώρου οι νοτιοδυτικοί άνεμοι που έρχονταν από την Αφρική ήταν πολύ επικίνδυνοι, ο αξιωματικός τον είχε αγνοήσει δίνοντας προσοχή στην πείρα του καπετάνιου όμως τώρα τον κοίταζε απορημένος και είπε στους φρουρούς να μην πειράξουν τους κρατούμενους.
Ο αέρας έδειχνε να κοπάζει όμως δεν μπορούσαν να δουν στεριά γύρω τους, βρίσκονταν σ’ αυτήν την κατάσταση για περίπου μια βδομάδα όταν ένα βράδυ κάποιος ναύτης φώναξε ότι έβλεπε στεριά, αμέσως ο καπετάνιος έριξε στη θάλασσα μια βολίδα δεμένη με σκοινί για να μετρήσει το βάθος του νερού, όταν σήκωσε τη βολίδα του φάνηκε ότι το βάθος έδειχνε πως πλησίαζαν στην ακτή, φοβήθηκε μήπως πέσουν σε καμιά ξέρα κι έριξε όλες τις άγκυρες για να ακινητοποιήσει το καράβι μέχρι ν’ αποφασίσει τι θα έκανε μαζί με τον αξιωματικό. Ο καστροφύλακας παρατηρούσε όλα όσα συνέβαιναν χωρίς να παρεμβαίνει. Είχε βρεθεί σ’ εκείνο το καράβι ακολουθώντας τις οδηγίες του Μεγάλου Δούκα που τον είχε διατάξει να φέρει τον θεραπευτή με κάθε τρόπο για να γιατρέψει τη βασίλισσα η οποία είχε χτυπήσει άσχημα πέφτοντας από το αγαπημένο της άλογο . Είχε ταξιδέψει μέχρι την Ιταλία αναζητώντας τον γιατρό και τώρα επέστρεφαν όμως ο άνεμος έμοιαζε να τους γυρίζει πίσω.
Περίμεναν να ξημερώσει όταν ο θεραπευτής τινάχτηκε ξανά από τη γωνία όπου καθόταν και φώναξε, «μη φοβάστε, είναι θέλημα του θεού να σωθούμε, κι εσύ καπετάνιε δώσε σ’ όλους να φάνε, δεν υπάρχει λόγος μέσα σ αυτήν την ταλαιπωρία να νηστεύουν!» Ο καπετάνιος τον κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα, δεν περίμενε ότι κάποιος επιβάτης θα του έδινε διαταγές εκείνη τη στιγμή όμως η πρόταση του θεραπευτή ήταν σωστή. Έδωσε εντολή να δώσουν σε όλους διπλή μερίδα ψωμιού και ψαριών που κρατούσε σ’ ένα βαρέλι ο μάγειρας του πλοίου, όλοι έσπευσαν να φάνε κι αμέσως το ηθικό τους αναπτερώθηκε. Ο Καστροφύλακας παρατηρούσε τον κόσμο γύρω, οι προσκυνητές έλεγαν ότι ο θεραπευτής ήταν κάποιου είδους μάγος που μπορούσε να μιλήσει με το θεό, όσοι περνούσαν από κοντά τους τον κοίταζαν με τρόπο περίεργο, ενώ εκείνος καθόταν ήσυχος στη γωνία του. Όταν ξημέρωσε καλά, είδαν επιτέλους έναν αμμουδερό κόλπο μπροστά τους όπου θα μπορούσαν να φέρουν το καράβι και να βγουν στη στεριά. Ο καπετάνιος κρατούσε σταθερό το πηδάλιο ενώ οι ναύτες σήκωσαν ένα μικρό πανί προσπαθώντας να χρησιμοποιήσουν τον αέρα για να τους βγάλει στην αμμουδιά όμως τα κύματα τους παρέσυραν σ΄ ένα μικρό ακρωτήρι και το σκάφος σφηνώθηκε στα βράχια του. Τότε έριξαν τη βάρκα που είχαν διασώσει από τον τυφώνα, κι αμέσως έσπευσαν να επιβιβαστούν μέσα της τα μέλη του πληρώματος με τους στρατιώτες, τον αξιωματικό και τον κυβερνήτη, ενώ ο θεραπευτής μαζί με τον Καστροφύλακα και τους κρατούμενος έπεσαν στο νερό αρπάζοντας συντρίμμια και ξύλα που έπλεαν στην επιφάνεια και κρατώντας τα κατάφεραν επιτέλους να βγουν στη στεριά.
Όπως κείτονταν εξουθενωμένοι στην άμμο της παραλίας, κάποιοι ντόπιοι ήρθαν να τους προϋπαντήσουν, φαίνονταν πολύ φιλικοί, άναψαν μια φωτιά και τους βοήθησαν να στεγνώσουν τα ρούχα τους. Καθώς κουβαλούσαν φρύγανα και ξερά ξύλα που είχαν ξεβραστεί στην ακτή, από έναν θάμνο που κρατούσε ο θεραπευτής πετάχτηκε ένα φίδι και τον δάγκωσε. Όλοι τρόμαξαν επειδή το θεώρησαν κακό σημάδι ο θεραπευτής όμως πέταξε το φίδι στη μεγάλη φωτιά που έκαιγε και συνέχισε τη δουλειά του. Οι ναύτες και οι κρατούμενοι έλεγαν ότι αυτή ήταν η τιμωρία του επειδή είχε παραβεί τον αυστηρό κανόνα της νηστείας όμως εκείνος βρήκε κάποια χόρτα, έφτιαξε ένα έμπλαστρο που το τοποθέτησε στην πληγή και ξάπλωσε. Ύστερα από κάποια ώρα όλοι πήγαν να δουν τι είχε απογίνει το χέρι του όμως ο θεραπευτής φαίνονταν υγιέστατος και το χέρι του αλώβητο, όλοι τότε είπαν ότι ο άνθρωποι αυτός έχει κάτι θεϊκό μέσα του.
Βρίσκονταν στην Κρήτη κι οι κρητικοί είχαν άσχημο όνομα από τα αρχαία χρόνια οπότε ο Καστροφύλακας είχε το νου του. Κοντά στο μεσημέρι, εντελώς ξαφνικά, μια μεγάλη ομάδα ντόπιων οπλισμένη με κοντάρια και σπαθιά, τους επιτέθηκε και τους ακινητοποίησε εκεί στην άμμο όπου προσπαθούσαν να συνέλθουν. Τους έδεσαν με αλυσίδες και τους οδήγησαν στις φυλακές μιας πόλης που απείχε περίπου μια ώρα από την ακτή. Όπως τους έσερναν σπρώχνοντας και χτυπώντας, ένας από τους φρουρούς που φορούσε κράνος τον πλησίασε και του είπε ψιθυριστά, «μη φοβάσαι, εγώ θα σας βοηθήσω, ήμουν παλιά στο στρατό του βασιλιά και θέλω να γυρίσω, τη νύχτα έχε το νου σου, θα έρθω να σας λύσω» ο Καστροφύλακας ήταν σίγουρος ότι τον ήξερε, θυμόταν τη φωνή του όμως δεν μπορούσε να δει καθαρά τα χαρακτηριστικά του επειδή το κράνος κάλυπτε σχεδόν όλο του το πρόσωπο, αμέσως όμως η ελπίδα φτερούγισε μέσα του και το μυαλό του άρχισε να δουλεύει γρήγορα.
Τα κελιά όπου τους έριξαν φωτίζονταν από δαυλούς στερεωμένους στους τοίχους των διαδρόμων, όλο το μέρος ήταν υγρό και σκοτεινό, μύριζε μούχλα. Ο φρουρός με το κράνος έλεγξε τις αλυσίδες τους κι έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Ψηλαφώντας στο ημίφως, βρήκαν ένα σημείο στεγνό, έβγαλαν με δυσκολία τα ρούχα και τα σανδάλια και ξάπλωσαν πάνω στα πανωφόρια τους για να χαλαρώσουν λίγο. Από το βάθος ακούγονταν κλάματα γυναικών και φωνές όμως ο θεραπευτής έδειχνε ατάραχος, έβγαλε μια περγαμηνή που κρατούσε στον κόρφο του, πλησίασε στη σιδερένια πόρτα όπου είχε λίγο φως, κι άρχισε να ψιθυρίζει κάτι λόγια παράξενα, ο Καστροφύλακας τον κοιτούσε απορώντας για το χαρακτήρα εκείνου του περίεργου άντρα.
Εκεί γύρω στα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τράνταγμα σαν να γίνονταν σεισμός, και μια βοή σαν να φυσούσε ανεμοστρόβιλος, ο Καστροφύλακας ένιωσε ν’ ανατριχιάζει προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Ο δεξιός του καρπός πονούσε από τα δεσμά , δοκίμασε να τον τρίψει με το άλλο χέρι όταν αισθάνθηκε τις αλυσίδες να πέφτουν σαν να τις άνοιγε μια δύναμη μαγική, ενώ οι πόρτες της φυλακής άνοιγαν από μόνες τους. Οι σκοποί είχαν μείνει ακίνητοι και σαστισμένοι βλέποντας αυτά που συνέβαιναν , από μια στοά εμφανίστηκε ο φρουρός με το κράνος που τους είχε μιλήσει το μεσημέρι και τους φώναξε, «δέστε τα σανδάλια, ζωστείτε το χιτώνα σας και πάρτε τα πανωφόρια, θα σας χρειαστούν εκεί που πάμε !» ο Καστροφύλακας ήταν σίγουρος ότι έβλεπε όνειρο, δεν ήταν δυνατό όλα αυτά να γίνονταν στην πραγματικότητα. Σαν υπνωτισμένος ακολούθησε τον θεραπευτή που έδειχνε να περίμενε μια τέτοια εξέλιξη, βγήκαν από το μπουντρούμι κι άρχισαν να τρέχουν στους διαδρόμους ακολουθώντας τον φρουρό που φαίνονταν ότι ήξερε το μέρος. Βγαίνοντας από τις φυλακές βρέθηκαν σ’ ένα δρομάκι κι άρχισαν να τρέχουν ώσπου έφτασαν σ’ έναν στάβλο παλιό. Εκεί βρήκαν δυο άλογα. Ο φρουρός που δεν έβγαζε ποτέ το κράνος του σα να μην ήθελε να αποκαλύψει όλα τα χαρακτηριστικά του, πήρε το ένα άλογο κι έκανε νεύμα στους άλλους δυο να ιππεύσουν το δεύτερο.
Αφού κάλπασαν για περίπου δυο ώρες είδαν μπροστά τους ένα λιμάνι κι ένα καράβι που φόρτωνε πιθάρια με λάδι. «Θα σταματήσετε στην Κάρπαθο κι από κει θα βγείτε στη Ρόδο, πάρτε αυτά για τα ναύλα» είπε ο φρουρός δίνοντας τους μερικά νομίσματα. «Μη φοβάσαι, τα δύσκολα είναι πλέον πίσω μας» είπε ο θεραπευτής στον Καστροφύλακα που δεν έπαυε να απορεί με κείνον τον άνθρωπο. Χαιρέτησαν τον φρουρό που δεν έβγαλε ποτέ το κράνος του, τίναξαν τη σκόνη από τα σανδάλια πάνω στις πλάκες του λιμανιού, κι επιβιβάστηκαν στο καράβι που τραβούσε τα σκοινιά κι ετοιμάζονταν να σαλπάρει.