Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

ΣΦΟΔΡΩΣ ΔΕ ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΩΝ


 Σφοδρώς δε χειμαζομένων ημών τη εξής εκβολήν εποιούντο

 

Πράξεις των Αποστόλων 27,18

 

Απ’  το πουθενά άρχισε να φυσά ένας φοβερός άνεμος και το καράβι τους ανεβοκατέβαινε στα  κύματα σαν καρυδότσουφλο. Ο κυβερνήτης του πλοίου  έβριζε προσπαθώντας να δώσει οδηγίες στο πλήρωμα, οι επιβάτες προσεύχονταν κοιτάζοντας κατά τον ουρανό κι ο καστροφύλακας κοίταζε τον θεραπευτή που φαινόταν ψύχραιμος μέσα στο χαμό. Ταξίδευαν διασχίζοντας την Αδριατική μ’ ένα εμπορικό φορτωμένο σιτάρι, μαζί τους ήταν  μια μεγάλη ομάδα προσκυνητών  που πήγαινε  σε κάποιο πανηγύρι,  ενώ στο αμπάρι του καραβιού υπήρχαν κάπου πενήντα  κρατούμενοι που έπρεπε   να δικαστούν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Όλοι  είχαν αρρωστήσει από τον τυφώνα που  ολοένα  δυνάμωνε κι ήταν βέβαιο ότι αν συνέχιζε  έτσι θα τους βύθιζε,  οι ναύτες έτρεχαν στις αποθήκες  κουβαλώντας το σιτάρι που ήταν φυλαγμένο  εκεί μέσα,  το έριχναν  στη θάλασσα προσπαθώντας να ελαφρώσουν το σκάφος για να μην τους στείλει στον πάτο της θάλασσας, οι προσκυνητές  προσεύχονταν πιστεύοντας ότι έφτασε το τέλος τους.

Τότε είδαν  στα δεξιά τους ένα  νησάκι κι ο επικεφαλής αξιωματικός που είχε την ευθύνη των αιχμαλώτων,  διέταξε να  ρίξουν τη βάρκα του καραβιού και να δοκιμάσουν να βγουν σ’ εκείνο το νησί όμως τα κύματα όρμησαν με μανία να καταπιούν τη μικρή βάρκα κι ο καπετάνιος  έτρεξε κι έφερε  κάτι χοντρά σκοινιά διατάζοντας τους ναύτες να τον ακολουθήσουν και να προσπαθήσουν να ασφαλίσουν τη βάρκα που ήταν το μέσο για να σωθούν. Άρχισαν να ρίχνουν στη θάλασσα  μπαούλα,  τραπέζια  κι ό,τι αντικείμενο έβρισκαν μπροστά τους προσπαθώντας να ελαφρώσουν το κατάστρωμα, το δύστυχο καράβι τραμπαλίζονταν  για ώρες πολλές κι όλοι ήταν στο όριο τους όντας νηστικοί τόσες μέρες επειδή ακολουθούσαν τη νηστεία για να κοινωνήσουν στο πανηγύρι. Μέσα στην απελπισία του ο αξιωματικός  διέταξε να πετάξουν στη θάλασσα όλους τους κρατούμενους που κουβαλούσαν,   όμως ο θεραπευτής πετάχτηκε από τη γωνιά του και φώναξε,  «αν τους ρίξεις στο νερό θα πεθάνουμε όλοι!»,   ο αξιωματικός  σαν υπνωτισμένος ακύρωσε τη διαταγή του.  Προτού ξεκινήσουν ο θεραπευτής επέμενε  ότι δεν έπρεπε  να σαλπάρουν,  πίστευε ότι ένα τέτοιο ταξίδι στην αρχή  του φθινοπώρου ήταν επικίνδυνο, είχε ταξιδέψει πολλές φορές περνώντας  την Αδριατική   και ήξερε ότι την εποχή του φθινοπώρου οι νοτιοδυτικοί άνεμοι που έρχονταν  από την  Αφρική ήταν πολύ επικίνδυνοι, ο αξιωματικός   τον είχε αγνοήσει δίνοντας προσοχή στην πείρα  του καπετάνιου όμως τώρα τον κοίταζε απορημένος και είπε στους φρουρούς να μην πειράξουν τους κρατούμενους.

Ο αέρας  έδειχνε να κοπάζει όμως δεν μπορούσαν να δουν στεριά γύρω τους, βρίσκονταν σ’ αυτήν την κατάσταση για  περίπου μια βδομάδα όταν  ένα βράδυ κάποιος ναύτης φώναξε ότι έβλεπε στεριά,  αμέσως ο καπετάνιος έριξε στη θάλασσα μια βολίδα δεμένη με σκοινί   για  να μετρήσει το βάθος του νερού,  όταν σήκωσε τη βολίδα του φάνηκε ότι το βάθος έδειχνε πως  πλησίαζαν στην ακτή,  φοβήθηκε μήπως πέσουν σε καμιά ξέρα κι έριξε όλες τις άγκυρες για να ακινητοποιήσει το καράβι μέχρι ν’  αποφασίσει τι θα έκανε μαζί  με τον αξιωματικό. Ο καστροφύλακας  παρατηρούσε όλα όσα συνέβαιναν χωρίς να παρεμβαίνει. Είχε βρεθεί σ’ εκείνο το καράβι ακολουθώντας τις οδηγίες του Μεγάλου  Δούκα  που  τον είχε   διατάξει να  φέρει  τον θεραπευτή με κάθε τρόπο  για να γιατρέψει τη βασίλισσα η οποία  είχε χτυπήσει άσχημα πέφτοντας από το αγαπημένο της άλογο . Είχε ταξιδέψει μέχρι την Ιταλία αναζητώντας τον γιατρό και τώρα επέστρεφαν  όμως ο άνεμος  έμοιαζε να τους γυρίζει πίσω.

Περίμεναν να ξημερώσει όταν  ο θεραπευτής τινάχτηκε ξανά από τη γωνία όπου καθόταν και φώναξε, «μη φοβάστε, είναι θέλημα του θεού να σωθούμε, κι εσύ καπετάνιε δώσε  σ’ όλους να φάνε,  δεν υπάρχει λόγος μέσα σ αυτήν την ταλαιπωρία να νηστεύουν!» Ο καπετάνιος τον κοίταζε με  τα μάτια  γουρλωμένα, δεν περίμενε ότι κάποιος επιβάτης  θα του έδινε διαταγές εκείνη τη στιγμή όμως η πρόταση του θεραπευτή ήταν σωστή. Έδωσε  εντολή να δώσουν σε όλους διπλή μερίδα ψωμιού και  ψαριών που κρατούσε σ’ ένα βαρέλι   ο μάγειρας του πλοίου,  όλοι  έσπευσαν να φάνε κι αμέσως το ηθικό τους αναπτερώθηκε. Ο Καστροφύλακας παρατηρούσε τον κόσμο  γύρω, οι προσκυνητές έλεγαν  ότι ο θεραπευτής  ήταν κάποιου είδους μάγος που μπορούσε να μιλήσει με το θεό,  όσοι περνούσαν από κοντά τους τον κοίταζαν με τρόπο περίεργο, ενώ εκείνος  καθόταν ήσυχος στη γωνία του. Όταν ξημέρωσε καλά,  είδαν  επιτέλους έναν  αμμουδερό κόλπο μπροστά τους όπου θα μπορούσαν να φέρουν το καράβι και να βγουν στη στεριά. Ο καπετάνιος κρατούσε σταθερό το πηδάλιο ενώ οι ναύτες σήκωσαν ένα μικρό πανί προσπαθώντας να χρησιμοποιήσουν  τον αέρα για να τους βγάλει στην αμμουδιά  όμως τα κύματα τους παρέσυραν  σ΄  ένα μικρό ακρωτήρι και το σκάφος σφηνώθηκε στα βράχια του. Τότε έριξαν τη βάρκα που είχαν διασώσει από τον τυφώνα, κι αμέσως έσπευσαν να επιβιβαστούν μέσα της τα μέλη του πληρώματος με τους στρατιώτες, τον αξιωματικό  και τον κυβερνήτη, ενώ ο θεραπευτής μαζί με τον  Καστροφύλακα και τους κρατούμενος έπεσαν στο νερό αρπάζοντας συντρίμμια και ξύλα που έπλεαν στην επιφάνεια και κρατώντας τα κατάφεραν επιτέλους να βγουν στη στεριά.  

Όπως κείτονταν  εξουθενωμένοι  στην άμμο της παραλίας,  κάποιοι ντόπιοι ήρθαν να τους προϋπαντήσουν,  φαίνονταν  πολύ φιλικοί, άναψαν μια φωτιά και τους βοήθησαν να στεγνώσουν τα ρούχα τους. Καθώς  κουβαλούσαν φρύγανα και  ξερά ξύλα που είχαν ξεβραστεί στην ακτή,  από έναν  θάμνο που κρατούσε ο θεραπευτής  πετάχτηκε ένα  φίδι και τον δάγκωσε.  Όλοι  τρόμαξαν επειδή το θεώρησαν κακό σημάδι ο θεραπευτής όμως  πέταξε το  φίδι στη μεγάλη φωτιά που έκαιγε και συνέχισε τη δουλειά του.  Οι ναύτες και οι κρατούμενοι έλεγαν ότι αυτή ήταν η τιμωρία του επειδή είχε παραβεί τον αυστηρό κανόνα της νηστείας όμως εκείνος βρήκε κάποια χόρτα,  έφτιαξε ένα έμπλαστρο που το τοποθέτησε στην πληγή και ξάπλωσε. Ύστερα από κάποια  ώρα  όλοι πήγαν να δουν τι είχε απογίνει το χέρι του όμως ο θεραπευτής φαίνονταν υγιέστατος και το χέρι  του αλώβητο,  όλοι  τότε είπαν ότι  ο άνθρωποι  αυτός έχει κάτι θεϊκό μέσα του.  

Βρίσκονταν στην Κρήτη κι οι κρητικοί είχαν άσχημο όνομα από τα αρχαία χρόνια οπότε ο Καστροφύλακας είχε το νου του. Κοντά  στο μεσημέρι, εντελώς ξαφνικά,  μια μεγάλη ομάδα ντόπιων οπλισμένη με κοντάρια και σπαθιά, τους επιτέθηκε και τους ακινητοποίησε  εκεί στην άμμο όπου προσπαθούσαν να συνέλθουν. Τους έδεσαν με αλυσίδες και τους οδήγησαν  στις φυλακές μιας πόλης που απείχε περίπου μια ώρα από την ακτή. Όπως τους έσερναν  σπρώχνοντας και χτυπώντας,  ένας από τους φρουρούς  που φορούσε κράνος τον πλησίασε  και του είπε ψιθυριστά, «μη φοβάσαι, εγώ θα σας βοηθήσω,  ήμουν παλιά  στο στρατό του βασιλιά και θέλω να γυρίσω, τη νύχτα έχε  το νου  σου,  θα έρθω να σας λύσω» ο Καστροφύλακας ήταν  σίγουρος ότι τον ήξερε, θυμόταν τη φωνή του όμως δεν μπορούσε να δει καθαρά τα χαρακτηριστικά  του επειδή το κράνος κάλυπτε σχεδόν όλο του το πρόσωπο,  αμέσως  όμως η ελπίδα φτερούγισε μέσα του και το μυαλό του  άρχισε να δουλεύει γρήγορα.

Τα κελιά  όπου τους έριξαν φωτίζονταν από δαυλούς  στερεωμένους  στους τοίχους των διαδρόμων, όλο το μέρος ήταν  υγρό   και σκοτεινό,  μύριζε  μούχλα. Ο φρουρός με το κράνος έλεγξε τις αλυσίδες τους κι έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Ψηλαφώντας στο ημίφως, βρήκαν ένα  σημείο στεγνό,  έβγαλαν με δυσκολία  τα ρούχα και τα σανδάλια και ξάπλωσαν πάνω στα πανωφόρια τους για να χαλαρώσουν λίγο.  Από το βάθος ακούγονταν κλάματα γυναικών και φωνές  όμως ο θεραπευτής έδειχνε ατάραχος,  έβγαλε μια περγαμηνή που κρατούσε στον κόρφο του,  πλησίασε στη σιδερένια πόρτα όπου είχε λίγο φως,  κι άρχισε να ψιθυρίζει κάτι λόγια παράξενα, ο Καστροφύλακας τον κοιτούσε απορώντας για το χαρακτήρα εκείνου του περίεργου άντρα.

Εκεί γύρω στα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τράνταγμα σαν να γίνονταν σεισμός,  και μια βοή σαν να φυσούσε ανεμοστρόβιλος,  ο Καστροφύλακας  ένιωσε ν’  ανατριχιάζει προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε.  Ο δεξιός του καρπός πονούσε από τα δεσμά ,  δοκίμασε να τον τρίψει με το άλλο χέρι όταν αισθάνθηκε τις αλυσίδες να  πέφτουν  σαν να τις άνοιγε μια  δύναμη μαγική,  ενώ οι πόρτες της φυλακής άνοιγαν από μόνες τους. Οι σκοποί είχαν μείνει ακίνητοι και σαστισμένοι βλέποντας αυτά που συνέβαιναν , από μια στοά εμφανίστηκε ο φρουρός με το κράνος  που τους είχε  μιλήσει το μεσημέρι  και τους  φώναξε, «δέστε τα σανδάλια,  ζωστείτε το χιτώνα σας και πάρτε τα πανωφόρια,  θα σας χρειαστούν εκεί που πάμε !» ο Καστροφύλακας ήταν σίγουρος ότι έβλεπε  όνειρο,   δεν ήταν δυνατό όλα αυτά να γίνονταν    στην πραγματικότητα. Σαν υπνωτισμένος ακολούθησε τον θεραπευτή που έδειχνε να περίμενε μια τέτοια εξέλιξη,  βγήκαν από το μπουντρούμι κι άρχισαν να τρέχουν στους  διαδρόμους ακολουθώντας τον φρουρό που φαίνονταν ότι ήξερε το μέρος. Βγαίνοντας  από τις φυλακές  βρέθηκαν  σ’ ένα δρομάκι κι άρχισαν να τρέχουν ώσπου έφτασαν σ’  έναν  στάβλο παλιό.  Εκεί βρήκαν δυο άλογα. Ο  φρουρός που δεν έβγαζε ποτέ το κράνος του σα να μην ήθελε να αποκαλύψει όλα τα χαρακτηριστικά του,  πήρε το ένα άλογο  κι έκανε νεύμα στους άλλους δυο να ιππεύσουν το δεύτερο.

Αφού κάλπασαν για περίπου δυο ώρες είδαν μπροστά τους  ένα λιμάνι κι ένα καράβι  που φόρτωνε πιθάρια με λάδι. «Θα σταματήσετε στην Κάρπαθο κι από κει  θα βγείτε στη Ρόδο,  πάρτε αυτά για τα ναύλα»  είπε ο φρουρός δίνοντας  τους μερικά νομίσματα. «Μη φοβάσαι,  τα δύσκολα είναι πλέον πίσω μας» είπε ο θεραπευτής στον Καστροφύλακα που δεν έπαυε να  απορεί με κείνον τον άνθρωπο. Χαιρέτησαν τον φρουρό που δεν έβγαλε ποτέ το κράνος  του,  τίναξαν τη σκόνη από τα σανδάλια πάνω στις πλάκες του λιμανιού,  κι επιβιβάστηκαν στο καράβι που τραβούσε τα σκοινιά κι ετοιμάζονταν να σαλπάρει.

 

 

 

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΥΔΩΡ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Τριάντα εκατομμύρια χρυσά νομίσματα είχαν μετρήσει, όλα φυλαγμένα σ’ ένα μεγάλο σιδερένιο κιβώτιο, ο Αλής τους  είχε  κλεισμένους έναν ολόκληρο μήνα χωρίς να βλέπουν  το φως του ήλιου για να μετρήσουν  τους θησαυρούς του,  αν υπολόγιζες και  την αξία των αργυρών νομισμάτων το συνολικό ποσό πρέπει να έφτανε τα πενήντα  εκατομμύρια ! Μια  άλλη φορά τους είχε πάει  σ’ ένα  άλλο σεράγι  όπου  είχε ακόμα ένα σιδερένιο κιβώτιο, είχε πέσει ένας κεραυνός κι ο Πασάς  φοβήθηκε μήπως  πάθουν ζημιά τα υπάρχοντα του,  εκεί είχαν μετρήσει  άλλα εκατό χιλιάδες  τάλιρα. Μαζί μ’  αυτόν ήταν άλλοι τρεις  γραμματικοί που καταμετρούσαν και δούλευαν στο παλάτι από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλα τα θέματα που αφορούσαν το κράτος του Αλή,  δεν τους πλήρωνε τίποτα,  μονάχα το φαΐ τους, έπαιρναν κάποια αμοιβή από τους ανθρώπους που εξυπηρετούσαν φτιάχνοντας  διαθήκες, γράφοντας  κληρονομιές, λύνοντας διαφορές, εξηγώντας τις  φορολογίες κι άλλα τέτοια ζητήματα, οι φτωχοί χωριάτες  τους  έδιναν  φιλοδωρήματα και μπαχτσίσια, άλλοι που δεν είχαν τίποτα κουβαλούσαν  λίγο μέλι ή λάδι  προσπαθώντας να έχουν την εύνοια τους.

Κάθε πρωί ξεκινούσαν τη δουλειά από νωρίς , έσκυβαν στα χαρτιά τους κι όταν σήκωναν το κεφάλι αντίκριζαν ολόκληρη την πόλη που ήταν χτισμένη γύρω από τη λίμνη, αυτό ξεκούραζε τα μάτια τους. Εκείνη την ώρα  άρχιζαν να βγαίνουν από τις κάμαρες του τεράστιου παλατιού οι γυναίκες κι οι υπηρέτες που κατοικούσαν εκεί,  στο βάθος των διαδρόμων κοιμόταν  η Βασιλική,  η γυναίκα του Αλή,  κανένας δεν είχε δει ποτέ ούτε τον ίσκιο της. Ο Αλής ξυπνούσε πολύ νωρίς,  το χειμώνα μέσα στη νύχτα,  το καλοκαίρι προτού ξημερώσει, οι υπηρέτες του ετοίμαζαν  καφέ δίχως  ζάχαρη, δεν έβαζε  τίποτε άλλο στο στόμα του μέχρι το μεσημέρι. Αφού έπινε τον καφέ του  καθόταν και περίμενε μέχρι ν’  αρχίσουν  να έρχονται οι υποθέσεις που έπρεπε  να εξετάσει μαζί με τους γραμματικούς του . Φορούσε έναν  γυαλιστερό ντουλαμά  και στο κεφάλι είχε πάντα  ένα στέμμα χρυσοκεντημένο, έδινε μεγάλη σημασία στην εμφάνιση του προσπαθώντας  να προκαλεί φόβο και δέος,  δεν ήταν πολύ ψηλός όμως το βλέμμα του σε τρυπούσε κι έδειχνε άνθρωπο με μεγάλη δύναμη  εσωτερική. Το μεσημέρι καθόταν πάντα σταυροπόδι μπροστά σ’ έναν χαμηλό, ασημένιο σοφρά κι έτρωγε σαν βόδι, ήταν απίστευτα λαίμαργος. Δοκίμαζε πρώτα δυο τρεις  κουταλιές από τη σούπα που του έφτιαχναν, μετά ερχόταν ένα ολόκληρο ψητό αρνάκι,  μόλις το απίθωναν έπεφτε πάνω του με μανία σαν να μην είχε φάει ποτέ στη ζωή του, το καταβρόχθιζε κι έπειτα ήθελε ψητό κοτόπουλο,  τα ψητά ήταν η αδυναμία του,  πέθαινε για το κρέας ενώ από το πιλάφι που του έφερναν στο τέλος δοκίμαζε μόνο λίγο ρύζι. Του άρεσαν πολύ οι πίτες και τα μπουρέκια ενώ απεχθάνονταν τα σιροπιαστά  και τους χαλβάδες, οι μαγείρισσες του έφτιαχναν ένα είδος κομπόστας με μήλα και καρύδια, αυτό ήταν το γλυκό του. Ήθελε  πάντα να  έχει κάποιον γύρω του καθώς έτρωγε κι όταν τέλειωνε το φαγητό ξάπλωνε  πάντα μια  ώρα στον καναπέ,  μέχρι το βράδυ δεν έβαζε  τίποτα άλλο στο στόμα του. Κοιμόταν πάντα κοντά στα μεσάνυχτα στο ίδιο δωμάτιο όπου έτρωγε, μισούσε να πλαγιάζει  όλη τη νύχτα στο χαρέμι με τις γυναίκες του παλατιού…

Ο πιο έμπιστος από τους γραμματικούς του ήταν ο Σέργιος,  δούλευε στην υπηρεσία του από τότε που ήταν δώδεκα χρόνων κι   οι γονείς του τον είχαν στείλει στα Γιάννενα να τελειώσει το σχολείο. Ο Αλής είχε δει ότι ήταν έξυπνος κι έγραφε όμορφα,  τον πήρε στην αυλή του και με τα χρόνια τον είχε κάνει υπεύθυνο για τα πιο μεγάλά μυστικά,  μόνον σ’ αυτόν επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη μεγάλη  σφραγίδα με την οποία σφράγιζε τα επίσημα έγγραφα που υπέγραφε. Ο Σέργιος δεν τον φοβόταν όμως με τα χρόνια είχε αρχίσει ν' ανησυχεί,  γίνονταν  όλο και πιο απρόβλεπτος κι άρχισε να σκοτώνει όσους βρίσκονταν κοντά του. Το τελευταίο θύμα του ήταν ο Ιωακείμ  απ’  τη Θεσσαλονίκη, ένας άνθρωπος πολύ εύγλωττος που καταπιάνονταν με  περίεργες  μελέτες. Είχε παρουσιαστεί μυστηριωδώς  στον Σέργιο  και του είπε ότι ήξερε το μυστικό για να μεταβάλει τον χαλκό σε χρυσό, του είπε ακόμα ότι μπορούσε να φτιάξει το λεγόμενο ύδωρ της αθανασίας, τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για να δει τον Αλή,  ο Σέργιος  τον απέτρεψε  όμως ο Ιωακείμ  επέμενε λέγοντας ότι κατέχει ένα παλιό χειρόγραφο του περίφημου χημικού Στέφανου του Αλεξανδρέα και κατάφερε να πετύχει ακρόαση από τον Αλή. Ο Πασάς  του έφερε κάτι αποστακτήρες μεταλλικούς  από τη Δύση  όμως ο Ιωακείμ  ζήτησε κι άλλα εργαλεία κινώντας την περιέργεια του Αλή, του  έφτιαξε έναν κατάλογο κι ο Αλής  έφερε από τη Βενετιά σαράντα ολόκληρα φορτώματα μ' όλα τα απαραίτητα . Κλείστηκαν μ’ έναν  φίλο του  σ’ ένα μικρό σεράγι όπου  δούλευαν προσπαθώντας να πετύχουν το σκοπό τους με τυφλό ενθουσιασμό και μεγάλη σιγουρά . Ο Αλής παρακολουθούσε κάθε μέρα τί γίνονταν στο εργαστήριο του αλχημιστή στέλνοντας υπηρέτες,  ο ίδιος είχε κλειστεί στο ανάκτορο του επειδή εκείνη την εποχή έπεσε πανούκλα στα Γιάννενα.  Είχε περάσει ο χρόνος  κι ο Ιωακείμ δεν είχε καταφέρει τίποτα,  ο Αλής έφυγε για τα λουτρά διατάζοντας να φυλούν αυστηρά τον αλχημιστή,  όταν γύρισε διέταξε να τον κρεμάσουν τοποθετώντας πάνω του την επιγραφή : «ό απατών τον αφέντη του αυτό του πρέπει». Αυτή η υπόθεση είχε τρομάξει τον Σέργιο, έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να φύγει από κει μέσα προτού πέσει σε δυσμένεια.

Μια μέρα  του έδωσε ένα χαρτί  «μετέφρασε μου τι γράφει!» του φώναξε.  Ο Αλής δεν ήξερε ξένες γλώσσες κι ο  Σέργιος  ήταν  ο μεταφραστής του, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τάχα  αδιάφορος, περίμενε ν’  ακούσει, ο Σέργιος   κατάλαβε  ότι ήταν παγίδα θανάσιμη, ο Αλής δεν είχε μπέσα, δεν μπορούσες να τον εμπιστευτείς. Το χαρτί ήταν μια επιστολή κάποιου προεστού  προς τον αυτοκράτορα της Ρωσίας, ζητούσε την παρέμβαση των Ρώσων κατηγορώντας τον Αλή, δεν είχε άλλη επιλογή  και του είπε ακριβώς ότι έλεγε το έγγραφο,  ο Αλής φάνηκε ικανοποιημένος. « Ήθελα να σε δοκιμάσω»  του είπε χαμογελώντας σατανικά κι έπειτα του εξήγησε  ότι έπρεπε  να βρουν έναν τρόπο για να διαβάσουν τα χαρτιά που κρατούσε κρυμμένα σε μια κάσα ο πρόξενος της Γαλλίας. Ο πρόξενος ήταν ένας άνδρας πολύ μορφωμένος, ατρόμητος κι αγέρωχος, ήταν ο μόνος που είχε αψηφήσει τον Αλή  χτυπώντας  μπροστά του έναν υπηρέτη που είχε αυθαδιάσει,  ο Αλής είχε λυσσάξει από το κακό του . «Έχω βάλει στο σπίτι του Γάλλου μια γυναίκα που θα μας βγάλει αποτύπωμα  του κλειδιού της κάσας σ’ ένα κομμάτι κερί» είπε στον Σέργιο,  «ο σιδεράς του παλατιού θα μας φτιάξει αντίγραφο. Αύριο πρωί που θα βγει βόλτα στην εξοχή ο πρόξενος θα ανοίξετε την κάσα και θα αντιγράψετε όλα τα κείμενα που έχει εκεί μέσα,  πρέπει να τα διαβάσω οπωσδήποτε  !». Μπορούσαν να δουν  τα γράμματα του γάλου σταματώντας τον ταχυδρόμο που τα μετέφερε όμως δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν επειδή ο πρόξενος χρησιμοποιούσε κάποιους κωδικούς που τους είχε φυλαγμένους στην κάσα του.  Όταν άνοιξαν το μπαουλάκι και  πήραν τους κωδικούς κατάφεραν  να διαβάσουν τις επιστολές, ο Αλής έφριξε,  «μα τι θέλει αυτό το κερατά από μένα!»  ούρλιαξε με τα σπαστά ελληνικά που μιλούσε, μα σαν  ήρθε μπροστά του ο πρόξενος το μόνο που του είπε ήταν : «είσαι άξιος επειδή υπηρετείς σωστά τους αφέντες σου!».

«Θα πάω να δω τους γονείς μου στην Άρτα» του είπε ένα βράδυ που καθόταν κοιτάζοντας τις χορεύτριες του χαρεμιού,  ο Αλής τον κοίταξε καχύποπτα,  «τι θέλεις τώρα να δεις τους γέρους, έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουν, σε θέλω μαζί μου αύριο, θα πάμε σ’ ένα  χωριό να κάνουμε μια δουλειά», ο Σέργιος κατάλαβε αμέσως. Σ’  όλο το σαράγι είχε ακουστεί ότι ο Αλής ετοιμάζονταν να πάρει εκδίκηση για το βιασμό της μάνας και της αδερφής του, η εκδίκηση  έκαιγε σαν κάρβουνο μέσα του πολλά χρόνια κι είχε ορκιστεί να πάρει πίσω το αίμα του, το μίσος που έκρυβε έπρεπε  να ξεσπάσει κάπου. Όταν έφτασαν στο χωριό,  τους πήγαν μπροστά σ’ ένα χάνι ερειπωμένο   όπου είχαν κλειστεί δεμένοι  κάπου πεντακόσιοι άντρες που πίστευε ότι έπρεπε  να τιμωρηθούν. Ο Σέργιος έπρεπε  να τους καταγράψει, ο Αλής  ζήτησε ν’ ακούσει ένα προς ένα τα ονόματά τος,  έπειτα στάθηκε σ’ ένα πεζοδρόμιο, έξω από το χάνι, και ζήτησε να περάσουν όλοι από μπροστά του για να τους εξετάσει.  Ρωτούσε τον καθένα για το όνομα και την οικογένεια του,  τελευταίος ερχόταν  ένας γηραλέος, τυφλός, μουρμουρίζοντας κάποια λόγια που λένε οι Οθωμανοί πριν πεθάνουν, ο Αλής  τον παρατήρησε  προσεχτικά κι αφού σκέφτηκε για λίγο  διέταξε να μην μπει στο χάνι.

Ήταν μια μέρα συννεφιασμένη που προμήνυε το κακό, ένα τρομερό βουητό έβγαινε από το χάνι καθώς οι άνθρωποι που είχαν φυλακιστεί εκεί μέσα ζητούσαν έλεος, εκείνο το βουητό το άκουγε μέχρι το τέλος της ζωής του στον ύπνο του. Οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν απ’  όλες τις μεριές εξολοθρεύοντας τους φυλακισμένους, ο Αλής ζήτησε να ψάξουν ανάμεσα στα πτώματα για τυχόν επιζώντες όμως ο Σέργιος κι οι άλλοι που ήταν μαζί του άφησαν πολύ κόσμο που είχε επιζήσει μέσα στο χαμό να φύγει. Εκείνο το έγκλημα  στοίχειωσε τον Αλή,  οι κραυγές των τραυματιών που πέθαιναν αβοήθητοι ακούγονταν για μέρες πολλές, είχε υπερβεί τα εσκαμμένα, η οργή του κόσμου δεν μπορούσε να κρυφτεί κι έφτανε στα αυτιά του, φαινόταν πολύ ταραγμένος. 

Όντας  προληπτικός και δεισιδαίμονας ο Αλής  πίστευε ότι ο θεός θα τον τιμωρούσε, ένιωθε  ότι ζύγωνε το τέλος του, φοβόταν να κοιμηθεί μόνος του κι έβαζε παντού σκοπιές. Στο παλάτι είχε χαθεί η τάξη,  οι υπηρέτες ξυπνούσαν ότι ώρα ήθελαν κι οι γυναίκες του χαρεμιού το έσκαγαν  κλέβοντας ότι πολύτιμο έβρισκαν. Ο Σέργιος αισθάνθηκε ότι ήταν η ώρα να φύγει από κει πέρα, ετοίμαζε τα πράγματα και τις οικονομίες που είχε μαζέψει όλα τα  χρόνια  όταν άκουσε ότι ήθελε να τον δει κάποιος  ταξιδευτής από το Μαρόκο. Έλεγε ότι ήταν μάντης και είχε κατασκευάσει έναν μαγικό  καθρέφτη από στιλβωμένο ατσάλι,  μέσα σε κείνο τον καθρέφτη έλεγε ότι μπορούσες να δεις τι συνέβαινε στον κόσμο εκείνη τη στιγμή. «Τι  θέλει τώρα τούτος ο διάβολος!» σκέφτηκε μέσα του όμως για κάποιο λόγο δέχτηκε να τον ακούσει σαν να ήθελε κάποιου είδους καθοδήγηση. Ο ταξιδευτής έβγαλε από έναν μεγάλο σάκο τον παράξενο καθρέφτη του και τον απίθωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι,  ύστερα φώναξε κοντά του τον Σέργιο,  «βλέπεις  τι γίνεται εδώ;» του είπε, «οι Έλληνες ετοιμάζονται να επαναστατήσουν» ,ο Σέργιος πλησίασε,  δεν είδε τίποτα μέσα στο γυαλί όμως ο ταξιδευτής μιλούσε τόσο πειστικά που ένιωσε ότι υπνωτίζεται,  «θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος και θα εξουσιάσεις όλα τα μέρη της Πελοποννήσου και της Στερεάς!» ψιθύρισε ο ταξιδευτής,  «πως είναι δυνατόν…» τον ρώτησε,  «αφού δεν είμαι τούρκος και δεν μπορώ  να έχω τέτοια εξουσία;» ο ταξιδευτής  τον καθησύχασε  «θα γίνει επανάσταση κι οι ρωμιοί θα φτιάξουν κράτος δικό τους,  εσείς οι χριστιανοί θα πάρετε πίσω τα χώματα σας»  του είπε, ο Σέργιος έμεινε εκστατικός και φοβισμένος,  αν μάθαινε εκείνες τις προφητείες  ο Αλής θα τον σκότωνε επί τόπου, το ίδιο εκείνο βράδυ το έσκασε κρυφά.    

 

 

 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

NOCTURNO

 

Όλες οι αίθουσες του τεράστιου  αεροδρομίου ήταν έρημες, κάτι ξέμπαρκες Ασιάτισσες   είχαν βγάλει τα παπούτσια τους κι είχαν φορέσει ακουστικά καθώς θα περνούσαν εκεί τη νύχτα τους, τα μαγαζιά ήταν κλειστά κι επικρατούσε μια ησυχία παράξενη. Σέρνοντας τις βαλίτσες τους που έτριζαν αλλόκοτα  μέσα στην απόλυτη σιωπή, ακολούθησαν τους μπροστινούς ψάχνοντας για την έξοδο. Πρώτη φορά ταξίδευε νύχτα με αεροπλάνο  και της είχε φανεί πολύ κουραστικό, η ώρα σ’ εκείνο το καταραμένο κλουβί που τραντάζονταν συνεχώς δεν έλεγε να περάσει. Είχαν ξεκινήσει αργά εξαιτίας μιας καθυστέρησης,  κι έφτασαν μετά  τα μεσάνυχτα για να προσγειωθούν  στο μεγάλο αεροδρόμιο,  ένα χαοτικό κατασκεύασμα που εξυπηρετούσε εκατομμύρια κόσμου. Εκεί χρειάστηκε να περιμένουν  ένα ατελείωτο διάστημα ώσπου  να φτάσουν στην πύλη τους  καθώς ο πιλότος  ελίσσονταν   στον απέραντο ελικοειδή αεροδιάδρομο μέχρι να φτάσει στο κτήριο όπου κατέβηκαν περπατώντας μέσα στη φυσούνα.  

Σχεδόν κάθε χρόνο ταξίδευε   με τα παιδιά  για να δουν  τον  αδερφό της  που είχε ξενιτευτεί. Της άρεσε  να ταξιδεύει στην Ευρώπη, της έδινε μια ανάσα απόδρασης κι   έβλεπε ότι οι κόρες της κυκλοφορούσαν στο εξωτερικό σαν ψάρια μέσα στο νερό,  αυτό ήταν πολύ όμορφο.  Στην έξοδο του αεροδρομίου τους περίμενε μια ορδή από λευκά  ταξί με φωνακλάδες οδηγούς  έτοιμους  ν’  αρπάξουν τον κόσμο, εκείνη τη στιγμή έφτασε κι  ο αδερφός  της που την αγκάλιασε ευτυχισμένος, φαινόταν σε πολύ καλή κατάσταση, σχεδόν έλαμπε,  «θέλω να κάνω ένα τσιγάρο»  του είπε «οκ» έγνεψε εκείνος φιλώντας τα δυο της κορίτσια κι αγκαλιάζοντας τον άντρα της. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή αλλά δεν έκανε κρύο, «πάμε μια βόλτα »  της είπε γελώντας  « μ αρέσει πολύ η πόλη τη νύχτα » -«ναι μαμά πάμε!» φώναξαν τα παιδιά,  «εντάξει  αλλά όχι πάνω από μια ώρα,  αύριο έχουμε να δούμε  ένα σωρό μέρη» τους είπε αυστηρά κι έσπευσε να χωθεί μέσα στο αμάξι καθώς άρχιζε να ψιχαλίζει .«Μας σάπισε στις βροχές  εδώ πέρα» είπε ο αδελφός της όπως φορούσε τη ζώνη του» - « κι εμάς το ίδιο, το ξέρεις ότι οι πηγές στο χωριό έσπασαν πάλι και τα ψάρια ανεβαίνουν από το ποτάμι όπως παλιά για να γεννήσουν» του είπε, «έλα ρε!» -« ναι σου λέω, πρέπει να έρθεις να τις  δεις το Πάσχα» -«μη μιλάτε μια στιγμή να προσανατολιστώ γιατί θα χαθούμε» τη διέκοψε ο αδερφός της που στριφογυρνούσε μέσα στο  χαοτικό  πάρκινγκ αναζητώντας την έξοδο για το  μεγάλο περιφερειακό δρόμο . Παλιά προσγειώνονταν σ’ ένα μικρό αεροδρόμιο, στην άλλη άκρη της πόλης, όμως τώρα βρισκόταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κι έπρεπε  να καλύψουν μια απόσταση μεγάλη. Κοιτάζοντας τα αρχαία  και τα μεσαιωνικά  μνημεία που υπήρχαν παντού  προσπαθούσε να προσανατολιστεί, όλα έμοιαζαν διαφορετικά μέσα στο σκοτάδι, οι εκκλησίες και  τα κτίρια   φάνταζαν απειλητικά, συναγερμοί κι ασθενοφόρα έσκιζαν τον αέρα με τους γκρινιάρικους ήχους τους,  στο φως των προβολέων έβλεπε  τα σύννεφα να τρέχουν πάνω από τον όγκο κάποιου  βουνού και   σε κάποιο σημείο είδε μερικές  πόρνες που έκαναν  πιάτσα στο πλάι του δρόμου, φαινόταν τρομαχτικές καθώς φορούσαν κάτι δικτυωτά καλτσόν επιδεικνύοντας  τους τεράστιους γλουτούς τους,  ευτυχώς τα παιδιά δεν τις πρόσεξαν.

«Μήπως πεινάτε;» ρώτησε ο αδερφός της και τα παιδιά πετάχτηκαν  «ναι μαμά ας σταματήσουμε κάπου!» - «το μόνο που είναι ανοιχτό τέτοια ώρα είναι ένα φαστφουντάδικο»-« πάμε- πάμε!»  φώναξαν  τα κορίτσια που ήθελαν να δοκιμάσουν τις γεύσεις εκεί πέρα.  Το μαγαζί ήταν ένας μεγάλος  χώρος με κάτι φωτάκια χρωματιστά σαν χριστουγεννιάτικα και μερικούς πελάτες που καθόταν γύρω.  Πήραν κάτι μικρούτσικα σάντουιτς σε μια συσκευασία παιδική που συνοδεύονταν από πατάτες κι ένα μπουκαλάκι με κάτι σαν επιδόρπιο,  όταν ζήτησαν  νερό ένας νεαρός που ήταν εκεί πέρα και κοιτούσε κάτι κατάστιχα  ούτε που γύρισε να τους κοιτάξει,  μονάχα τους έγνεψε κατά που ήταν τα ψυγεία,  «πολύ ζώο!» σχολίασε  η μικρή της κόρη. Μασουλώντας τα μικρούτσικα σάντουιτς που τους φάνηκαν πανάκριβα,  προχώρησαν κατά  το μεγάλο σιντριβάνι όπου παλιά υηρχε κάποιο υδραγωγείο για να τροφοδοτεί με νερό  ολόκληρη την περιοχή.  Ακολούθησαν ένα καλντερίμι προσπαθώντας να διαβάσουν τις λατινικές  επιγραφές έξω από τα κτίσματα  καις στάθηκαν περιμένοντας να περάσει   ένα  συνεργείο του δήμου  με κάτι μικρά οχήματα που μάζευε σκουπίδια στα στενά γκρινιάζοντας.  Η  πόλη έμοιαζε  βρώμικη, περισσότερο βρώμικη απ’ ότι θυμόταν,  «νομίζω ότι η Αθήνα είναι πιο καθαρή»  μουρμούρισε ο άντρας της.  Στο τέλος ενός στενού αντίκρυσαν το μεγάλο σιντριβάνι που της φάνηκε κάπως ψεύτικο και κακοσυντηρημένο,  τα αγάλματα είχαν αρχίσει να μαυρίζουν από τα καυσαέρια κι όλο το σύνολο δεν έμοιαζε να δένει καλά με τον περίγυρο,  έμοιαζε σαν να είχε στριμωχτεί χωρίς   χώρο να ανασάνει. Μερικές δεκάδες τουριστών  έβγαιναν φωτογραφίες ρίχνοντας νομίσματα στη στέρνα του, ένα κορίτσι είχε σκαρφαλώσει σε μια κολώνα απλώνοντας τος σώμα της κι ο φίλος της τη φωτογράφιζε. Ενώ οι άλλοι κοιτούσαν τις Νηρηίδες και τους θαλάσσιους θεούς που είχαν σκαλιστεί στο μάρμαρο την εποχή του μπαρόκ, εκείνη έριξε μια ματιά στις φωτισμένες βιτρίνες.  Ήξερε ότι θα έβρισκε κάποιο καλό κομμάτι, κανένα βραχιόλι, κανένα δαχτυλίδι,  καμιά τσάντα, ά  σ’ αυτά ήταν  μανούλες οι τύποι κι έφτιαχναν πολύ ωραία πράγματα που δεν τα έβρισκες πουθενά αλλού. Οι τιμές ήταν εξωφρενικές όμως πρόσεξε  σε μια γωνιά ένα καταπληκτικό κολιέ  με λευκά  πετράδια, αστραφτερά,  αμέσως ένιωσε μια τεράστια λαχτάρα  μέσα της να το αγοράσει αν γινόταν εκεί επί τόπου!  Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε στον εαυτό της «την άλλη φορά θα έχω οπωσδήποτε λεφτά για κάτι τέτοιο».

«Ελάτε  θα σας πάω στο ποτάμι!»  ακούστηκε ο αδερφός της που ήταν σαν να θυμήθηκε τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που κάθε βράδυ  ξενυχτούσαν χωρίς να τους νοιάζει τίποτα.   «Πάμε στις γέφυρες να σας δείξω πως έχει γίνει το ποτάμι  μετά  από τόσες βροχές» . Τα γεφύρια και το νησί στη μέση του ποταμού  ήταν το αγαπημένο της σημείο στην πόλη,  έφτασαν  εκεί περνώντας κάτω από μια συστάδα  δέντρων πανύψηλων,   ένα αρχαίο στάδιο ήταν  σκεπασμένο από τα νερά της βροχής και κάτι τοίχοι πανύψηλοι δέσποζαν στο χώρο, τα ερείπια  αρχαίων λουτρών που είχε φτιάξει κάποιος αυτοκράτορας τότε που όλος ο πλούτος του κόσμου μαζεύονταν σ’  εκείνη την πόλη. Είχε πρωτοδεί το νησί  καλοκαίρι  που η νύφη της γέννησε τον ανιψιό της στο νοσοκομείο που ήταν χτισμένο εκεί πέρα,   είχε σκεφτεί τότε  ότι το χειμώνα που θα ανέβαινε η στάθμη του ποταμού θα πρέπει να ήταν πολύ πιο ωραίο και πράγματι έτσι ήταν. Τα ποτάμια ήταν το πιο ενδιαφέρον αξιοθέατο που παρατηρούσε σε πολλές πόλεις όπου είχαν ταξιδέψει, αυτά τα μεγάλα κανάλια διέσχιζαν τον αστικό ιστό  εξασφαλίζοντας τη σύνδεση  με την ενδοχώρα ή τη θάλασσα. Στο Λονδίνο είχε εντυπωσιαστεί από τον Τάμεση και τα τεράστια μαύρα, μαρμάρινα λιοντάρια έξω από τα αποικιοκρατικά κτήρια,  στη Βιέννη είχαν πάει κρουαζιέρα στο Δούναβη αντικρίζοντας τους ουρανοξύστες,  στο Παρίσι παρατηρούσε τον κόσμο που έστηνε τις ομπρέλες του στις όχθες του Σηκουάνα μέσα στη ζέστη του Αυγούστου.   Το ποτάμι ήταν μια όαση στο τσιμέντο της πόλης, μια λωρίδα ζωής στη θάλασσα του γκρίζου, μια υπενθύμιση ότι η φύση υπήρχε κι εκεί πέρα, ένα στοιχείο ζωντανό που άλλαζε στη διάρκεια των εποχών και  σου επέτρεπε να  σχηματίσεις   μια εικόνα για πως ήταν παλιά οι πόλεις προτού γίνουν  τέρατα αστικοποίησης.

Από το ύψος της παλιάς γέφυρα έβλεπε  τα νερά  του ποταμού του έτρεχαν αφρισμένα και σκοτεινά μέσα στη νύχτα παρασέρνοντας ότι έβρισκαν μπροστά τους,  το θέαμα  ήταν κάπως τρομαχτικό,  θύμιζε τον Σηκουάνα όπου έπεσε μια νύχτα ο Ιαβέρης αδυνατώντας να πιστέψει ότι ο Γιάννης Αγιάννης αποδείχτηκε ανώτερος του. Στην αρχή του γεφυριού υπήρχε μια αρχαία εκκλησία του αγίου Βαρθολομαίου με μια πύλη πολύ ψηλή και στη μέση του ποταμού ήταν χτισμένο το  νοσοκομείο περιστοιχισμένο από τοιχία πέτρινα.  Οι θάλαμοι του έφεγγαν μέσα στο σκοτάδι και μερικά  ασθενοφόρα  βρίσκονταν παρκαρισμένα έξω από την είσοδο. Ένα ηλικιωμένος τύπος  έβγαζε βόλτα το σκύλο  του μέσα στην ερημιά και τους κοίταζε περίεργα ενώ οι λάμπες δίπλα στις κοίτες έφεγγαν παράξενα φωτίζοντας τα υπόλοιπα κτήρια και τα σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι τις όχθες.

«Φτάνει για απόψε κορίτσια» είπε σε μια στιγμή, «βγάλατε ένα σωρό φωτογραφίες και βίντεο  θέλω να πάω για ύπνο» -  «μαμά ήταν πολύ ωραία  να βγούμε κι αύριο το βράδυ»  είπαν τα παιδιά «καλά θα δούμε»  είπε ενώ ένιωθε έτοιμη να σωριαστεί από την εξάντληση, είχε αρχίσει να της  βγαίνει η κούραση όλων των ημερών . «Θέλω να σωριαστώ στο κρεβάτι όπως είμαι » είπε σε μια στιγμή  όταν από το πουθενά πέρασε από  μπροστά τους μια  γυναίκα εντυπωσιακή, τυλιγμένη με  μια γούνα που φορούσε στο λαιμό ένα κολιέ καταπληκτικό σαν εκείνο που είχε δει στη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου.  Ήθελε να τη ρωτήσει «από που το πήρατε;»  κι όπως σκεφτόταν πως να της μιλήσει  άκουσε μια κραυγή,  γύρισε και είδε τη γυναίκα να τρέχει κρατώντας το λαιμό της ενώ μπροστά ένας νεαρός έτρεχε σαν δαίμονας. Σαν να παρακολουθούσαν τη σκηνή εμφανίστηκαν αμέσως δυο αστυνομικοί  κι άρχισε να τρέχουν πίσω από το νεαρό, εκείνος  πήδηξε μια αλυσίδα που υπήρχε μπροστά στις σκάλες,  κατέβηκε μέχρι κάτω με τρεις δρασκελιές τεράστιες,  πέρασε κάτω από τη γέφυρα και χάθηκε. Οι αστυνομικοί που πρέπει να ήταν αθλητές γιατί έτρεχαν με μια  ταχύτητα απίστευτη , ξεχύθηκαν πίσω του.  «Καλά τι κάνετε, τραβάτε βίντεο ,μπορεί να βρούμε κανένα μπελά!»  φώναξε στα κορίτσια που είχαν ανοίξει τις κάμερες των κινητών κι  που έμοιαζαν να διασκεδάζουν -«δες μαμά βγαίνουν από την άλλη μεριά» είπαν αυτά, και πράγματι ο κλέφτης εμφανίστηκε από την άλλη πλευρά  της γέφυρας,  πρέπει να είχε βρει κάποια διέξοδο κι ερχόταν κατά το μέρος  τους. Ο άντρας της τράβηξε τα παιδιά στο πλάι και καθώς ο νεαρός  περνούσε από μπροστά τους εκείνη άπλωσε λίγο το πόδι της. Ο κλέφτης σκόνταψε, έκανε μια εντυπωσιακή βουτιά κι έπεσε με το πρόσωπο στο λιθόστρωτο  αμέσως  σηκώθηκε σαν αίλουρος, σαν να ήταν φτιαγμένος από λάστιχο όμως οι αστυνομικοί πρόλαβαν να τον αρπάξουν και να του πάρουν το κολιέ,  ύστερα τον έσυραν στα σκοτεινά ψάχνοντας για τη γυναίκα με τη γούνα που δεν φαινόταν πουθενά. Μη πιστεύοντας αυτό που έκανε  γύρισε κατά το μέρος των κοριτσιών που έδειχναν ενθουσιασμένα,  «δεν πιστεύω να μην το τραβήξατε!» φώναξε.

 

 

 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ

Στο διάδρομο του νοσοκομείου είχε συναντήσει έναν καλόγερο, «ο αδερφός σου δεν έπρεπε να έρθει εδώ!» του είχε πει κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε, «μα ήταν άρρωστος,  θα πέθαινε» -«ο θεός θα φρόντιζε»  είπε ο καλόγερος «είναι τρελός»  σκέφτηκε μέσα του, « δεν εξηγείται αλλιώς» - « μα ξέρετε  ο αδερφός μου είναι στην εντατική. Αν δεν τον φέρναμε θα σταματούσαν να λειτουργούν τα πνευμόνια του!» - «και γιατί δεν του έδωσαν τα μονοκλωνικα αντισώματα που δίνουν σε κάποιους;» - «μα εσείς δεν είστε γιατρός» -« έχω όμως διαβάσει άλλωστε το λένε και  επιστήμονες διάσημοι. Έχω εδώ να σας δείξω άρθρα » είπε ο καλόγερος ανοίγοντας μια μαύρη τσάντα που κρατούσε»- « μα η δουλειά σου άνθρωπε μου είναι να μιλάς για το θεό, να εξομολογείς, να κάνεις λειτουργίες, να κοινωνείς τον κόσμο, να προσεύχεσαι, γιατί ανακατεύεσαι σε δουλειές που δεν γνωρίζεις, αν ήθελες να γίνεις γιατρός ας πήγαινες στην ιατρική σχολή»- « όχι δεν είναι έτσι!»  επέμεινε ο καλόγερος μιλώντας με τέτοιο πάθος και σιγουριά ενώ τα μάτια του γυάλιζαν σαν να ήταν ένας μικρός θεός που μπορούσε να αποφασίσει για το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο άρχισε να μιλά για τη οργή του θεού αραδιάζοντας προφητείες που έκαναν  λόγο για τους αριθμούς του διαβόλου που πάνε να εμφυτευτούν στο σώμα μας με τις ενέσεις, για  το τέλος του  κόσμου,  για τον άγγελο της Εφέσου που θα  έστελνε το μήνυμα της αποκάλυψης, «μετανόησον οὖν· εἰ δὲ μή, ἔρχομαί σοι ταχὺ καὶ πολεμήσω μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματός μου!» φώναζε ο καλόγερος βγάζοντας κάτι χαρτιά από την τσάντα του. Κάποιοι επισκέπτες του νοσοκομείου είχαν σταθεί και τον άκουγαν . Ο καλόγερος άρχισε να τρέμει και η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή , «ο άνθρωπος είναι παλαβός,  δεν υπάρχει περίπτωση» έκανε τη σκέψη. Όπως  τον έβλεπε εκεί μπροστά του να τρέμει  τον είχε πιάσει τέτοιος θυμός που ήθελε να τον αρπάξει από τη μακριά γενειάδα του αλλά κρατήθηκε. Έφυγε κατασυγχυσμένος από το νοσοκομείο ενώ μέσα του προσπαθούσε  να καταλάβει πως ήταν δυνατόν ο αδερφός του μετά από τόσες σπουδές, μετά από τόσο διάβασμα και μελέτη κωδίκων και νόμων, βιβλίων και συγγραμμάτων είχε φτάσει στο σημείο να εμπιστεύεται έναν τέτοιο αγύρτη,  δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του.

Εδώ και εβδομάδες παρακαλούσαν τον αδερφό του  να πάει στο νοσοκομείο,  η γριά μητέρα τους τον ικέτευε  όμως εκείνος ήταν κάθετος,  μέχρι την τελευταία στιγμή που άρχισε να του κόβεται η αναπνοή επέμενε πεισματικά να αρνείται και μόνο όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του δέχτηκε απρόθυμα  όμως ο κορονοϊός είχε προχωρήσει,  για μέρες χαροπάλευε στην εντατική. Όταν τον είδε δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Δεν είχαν ειδωθεί για τουλάχιστον δυο δεκαετίες,  οι δρόμοι τους ήταν εντελώς διαφορετικοί,  εκείνος δούλευε εργάτης στο εργοστάσιο ενώ ο αδερφός του είχε σπουδάσει νομικά και είχε γίνει ανακριτής όμως παρ’ όλες τις γνώσεις του ήταν πάντα μονοκόμματος. Πίστευε όλες τις θεωρίες για εχθρούς κρυμμένους παντού που συνεδρίαζαν σε λέσχες σκοτεινές,  διάβαζε βιβλία για παράξενα  σχέδια ανθρώπων που επιθυμούσαν  την καταστροφή της γης και την εξαφάνιση μεγάλων κομματιών του πληθυσμού αδυνατούσε να κατανοήσει  πως γινόταν ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος να σκέφτεται τόσο ανορθολογικά.  Φαίνεται ότι οι γνώσεις δεν του είχαν δώσει καμιά σοφία.   Όπως καθόταν στην είσοδο του θαλάμου έβλεπε τον μικρό τoυ αδερφό αδυνατισμένο και  σκέφτοταν πως είχαν περάσει τόσα χρόνια,  πως είχαν αλλάξει και οι δύο,  πως είχαν εξελιχτεί ακολουθώντας πορείες   διαφορετικές,  όλα τούτα τα γεγονότα,  όλη αυτή η εξέλιξη ήταν τόσο περίπλοκη που δυσκολεύονταν να την αναλύσει με τη σκέψη του. «Σε πειράζει να μένω κι εγώ  καμιά φορά   στο κτήμα;» του είπε  ο αδερφός του όπως τον χαιρετούσε,  «έμαθα ότι έφτιαξες  το πέτρινο σπίτι»- «εντάξει» είπε αυτός,  « μπορείς να έρθεις όποτε θέλεις ».

Το πέτρινο σπίτι το  είχε χτίσει ο παππούς του  πριν από έναν αιώνα, τότε που είχαν εγκατασταθεί σε κείνη την περιοχή αφήνοντας  τη Θεσσαλία. Ο παππούς του δούλευε στα τρένα, έφτιαχναν τις γραμμές τότε και δουλεύοντας εκεί πέρα είχε διαπιστώσει ότι ήταν μια περιοχή εύφορη, πήρε λοιπόν την οικογένεια του κι εγκαταστάθηκε στον κάμπο απ’ όπου περνούσε το τρένο.  Δουλεύοντας στα χωράφια  έβγαζε όλων των ειδών τα λαχανικά,  αγαπούσε πολύ τούτη τη δουλειά, τότε λοιπόν είχε χτίσει και το παλιό πέτρινο σπίτι. Όπως επέστρεφε από το εργοστάσιο σταματούσε πολλές φορές στο κτήμα του παππού του,  καθόταν εκεί στο παλιό μπαλκόνι και  σκέφτονταν τη ζωή του. Εκεί είχε γεννηθεί πριν μετακομίσουν στο κέντρο της κωμόπολης και πονούσε κάθε φορά που το έβλεπε παρατημένο.  Κανείς δεν νοιάζονταν για κείνο το γκρέμισμα όμως εκείνος έβλεπε σε κάθε γωνιά την παιδική του ηλικία, το τσιμέντο όπου είχε γράψει το όνομα του, μια πέτρα που χρησίμευε σαν σκαλοπάτι στην πόρτα του στάβλου, τον παλιό φούρνο όπου έψηναν ψωμιά, όλα κάτι του θύμιζαν.

Σιγά-σιγά, έτσι για να σκοτώσει την ώρα του, είχε αρχίσει να το φτιάχνει χωρίς να έχει κανένα σκοπό, διόρθωνε τους τοίχους, έβαφε τα δωμάτια έτσι για να μην τα βλέπει να καταρρέουν, έριξε λίγο τσιμέντο στην παλιά αυλή,  τοποθέτησε μια  σόμπα και είδε ότι λειτουργούσε θερμαίνοντας το χώρο,  άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να το φτιάξει εκείνο το σπιτάκι που το ‘είχε αφήσει σε κείνον ο πατέρας του επειδή  κανένας  δεν το ήθελε. Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι είχε κάποια αξία έτσι όπως κείτονταν έξω από την κατοικημένη περιοχή όμως αυτός το ένιωθε σαν ένα κομμάτι του ζωντανό. Ένα βράδυ χειμωνιάτικο δοκίμασε να κοιμηθεί εκεί πέρα,  άναψε τη σόμπα και ήταν μια χαρά, έστησε  ένα κρεβάτι εκστρατείας και ξάπλωσε κοιτάζοντας τις φλόγες από το πορτάκι της σόμπας. Κάποια στιγμή βγήκε έξω και χάζεψε τα άστρα που φαίνονταν καθαρά στον ουρανό, για πολλά χρόνια δεν είχε σηκώσει το κεφάλι του να δει τι γίνεται εκεί ψηλά κι αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση. Όσο περνούσε ο καιρός  αισθάνονταν  όλο και περισσότερο το μέρος εκείνο σαν δεύτερο σπίτι του,  καθόταν μέσα στην ερημιά χωρίς να κάνει τίποτα, απλά άδειαζε το μυαλό του απ’  όλες τις σκέψεις και τα προβλήματα, όταν γυρνούσε στο σπίτι η γυναίκα του καταλάβαινε,  «πήγες πάλι  στο κτήμα ;» τον ρωτούσε. «Θα πάω να μείνω στο πέτρινο σπίτι »  έλεγε στη γυναίκα του που γελούσε μαζί του και δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά.  «Άμα δεν θες εσύ μείνε εδώ με τα παιδιά. Θα έρχομαι να σας βλέπω.  Εκεί πέρα θα κερδίσω δέκα χρόνια ζωής. Δεν μπορώ άλλο εδώ πέρα. Έχει γεμίσει κόσμο κι αυτοκίνητα που παρκάρουν παντού και με πνίγουν. Εγώ έχω μάθει στην ησυχία». 

Κι εκεί λοιπόν που είχε αρχίσει να φτιάχνει το παλιό  σπίτι και να κάνει σχέδια  εμφανίστηκε από το πουθενά  ο αδερφός του με τις τρελές θεωρίες και τους ηλίθιους καλόγερους που συναναστρέφονταν,  «τι στο δαίμονα θέλει τώρα αυτός;» σκεφτόταν όλη την ώρα καθώς δούλευε στο εργοστάσιο . Ο άλλος είχε ρίξει μαύρη πετρά με τις σπουδές και τα δικαστήρια του τόσα χρόνια και τώρα να σου τον φίλο  που θυμήθηκε τα πατρογονικά του, «που ήσουν τόσον καιρό  μάγκα μου;»  ήθελε να του πει. Όταν είχε φύγει για να σπουδάσει στην πόλη εκείνος  δούλευε στα χωράφια μέχρι τα δεκαοχτώ του, μέσα στο κρύο και στη ζέστη, μέσα στα  χώματα και  τις λάσπες να βγάλουν ντομάτες και πράσα,  φασόλια και πεπόνια όμως όταν  πήγαινε στη λαχαναγορά για να πουλήσει έβλεπε  τους χονδρέμπορους να τον κλέβουν εκεί  μπροστά στα μάτια του,  έτσι σηκώθηκε κι έφυγε απ’ τα χωράφια  κι αφού δούλεψε στις οικοδομές παίρνοντας πέντε λεωφορεία κάθε μέρα  τελικά κατέληξε στο εργοστάσιο, έκλεινε πια 35 χρόνια σε τούτη τη δουλειά και του φαίνονταν απίστευτο ότι είχε αντέξει τόσο πολύ. Στο εργοστάσιο φτιάχνανε ψωμιά και πίτες όλων των ειδών, στο πόστο του  έπρεπε να παίρνει μια μεγάλη λαμαρίνα με τα αρτοσκευάσματα και να την τοποθετεί μέσα στο φούρνο,  το χέρι του είχε πάθει τενοντίτιδα κι αναγκάζονταν να το δένει μ’ ένα πανί. Του έμεναν μερικά χρόνια μέχρι να βγει στη σύνταξη κι αναρωτιούνταν πως θα έμενε εκεί πέρα, η υπόθεση με το παλιό σπίτι θα του έδινε μια παράταση που χρειάζονταν και να τώρα ο καταραμένος ο αδερφός του μπορούσε να τα χαλάσει όλα, εκείνος έπαιρνε γερή αμοιβή ως δικαστής και είχε φτιάξει περιουσία, μπορούσε να αγοράσει ότι επιθυμούσε,  γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο, έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να τον ξεφορτωθεί .  

Ένα απόγευμα που καθόταν αμέριμνος στο μπαλκόνι του παλιού σπιτιού είδε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει από τον χωματόδρομο, «καλησπέρα!» του φώναξε ο αδερφός του κατεβαίνοντας από το αμάξι ενώ από τη άλλη μεριά του οχήματος βγήκε ο καλόγερος με τη μακριά γενειάδα,  «ωχ!» έκανε μέσα του «θα έχουμε ιστορίες». «Ρε συ τόχεις κάνει πολύ ωραίο μπράβο!» του είπε ο ανακριτής  που φαινόταν ευδιάθετος και υγιής ενώ ο καλόγερος χαμήλωσε το κεφάλι σαν να τον χαιρετούσε. «Είμασταν   στον άγιο Μάρκο, την κλινική. Ο αδελφός από δω έκανε  κάποιες εξετάσεις για μια επέμβαση και είπαμε να σταματήσουμε λίγο να σε δούμε».  Προσπάθησε να κρατηθεί όμως δεν άντεξε και ξεστόμισε, «μπα, το έλεος του θεού δεν πιάνει τον α αδελφό από δω, χρειάζεσαι και επίγεια βοήθεια; »  ο καλόγερος που έδειχνε ήσυχος άρχισε να μιλά ασταμάτητα σαν να ήταν κουρντισμένος ενώ η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή όπως τότε στο νοσοκομείο. «Πως τολμάς ασεβή και ανάγωγε! Ο γιατρός που πήγα είναι κι εκείνος αδελφός κι όλοι εσείς δεν έχετε ιδέα για το σχέδιο του τριαδικού θεού. Όπως είπε ο Άγιος Παϊσιος έρχεται η ώρα που θα μαρκάρουν όλους τους ανθρώπους μέσα από τις κάρτες και θα τους σφραγίσουν όπως λέει η αποκάλυψη μέσα από τα εμβόλια!» «Πιστεύεις όλες αυτές τις βλακείες;» ρώτησε τον αδερφό του, ο ανακριτής δεν απαντούσε,  καθόταν εκεί σαν άβουλο ον και τους κοίταζε,  εν τω μεταξύ ο καλόγερος που είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του έδειχνε πιο ήρεμος «πάμε να φύγουμε»  είπε, ο ανακριτής έσπευσε να τον ακολουθήσει κι αυτός έμεινε μόνος του στο μπαλκόνι του παλιού σπιτιού να τους κοιτά.  

Είχε καιρό να καπνίσει άλλα σκέφτηκε ότι ένα τσιγάρο δεν θα του έκανε μεγάλη ζημιά.  Όπως έβγαζε τον αναπτήρα του είδε ένα γκρι πουλάκι, μικρούτσικο, να πλησιάζει στα κάγκελα του μπαλκονιού και να τον κοιτά, ύστερα πήδηξε σ’ ένα κλαδάκι κι άρχισε να σφυρίζει ελαφρά σαν να του έλεγε «μα πόσο βλάκες είστε,  η ζωή περνά από δίπλα σας κι αντί να τη χαρείτε τρέχετε σαν παλαβοί και σκοτώνεστε μεταξύ σας,  μα πόσο χαζοί είστε». Καθόταν εκεί και κοιτούσε το πουλάκι που είχε κατέβει κάτω στα χορτάρια βρίσκοντας κάτι αόρατο για να φάει, τσιμπολογούσε όλη την  ώρα κι ύστερα στρέφονταν και τον κοιτούσε σφυρίζοντας  σαν να του  έλεγε, «μα πόσο χαζοί είστε».   

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΔΙΚΗΝ ΧΕΙΜΕΡΙΩΝ ΝΙΦΑΔΩΝ

«Είναι πολύ δυνατός σεισμός!» έκανε τη σκέψη   καθώς έτρεχε έξω  από την πόρτα του μοναστηριού βλέποντας πίσω του τις μαρμάρινες κολώνες να δονούνται, πέτρες και ξύλα έπεφταν από τις οροφές, ο τόπος ολόκληρος γέμισε με σκόνη που σκέπασε τα πάντα.  Για κάμποση ώρα δεν μπορούσες να δεις τίποτα, ύστερα άρχισαν να ακούγονταν τα βογγητά των πληγωμένων κι όσων είχαν καταπλακωθεί,  η γη σταμάτησε να τρέμει κι όλοι έτρεξαν να βοηθήσουν όσους είχαν θαφτεί  κάτω από τα χαλάσματα, οι οροφές πολλών  κτηρίων είχαν καταρρεύσει,  μονάχα η εκκλησία στο κέντρο του μοναστηριού δεν είχε πειραχτεί κι όλοι είχαν μαζευτεί γύρω της,  σταυροκοπιούνταν λέγοντας  ότι είχε συμβεί  μεγάλο θαύμα.

Ήταν Χειμώνας, είχαν περάσει τα Χριστούγεννα κι  έκανε κρύο διαβολεμένο, ο ουρανός είχε μαυρίσει κι  άρχισε να ρίχνει χιόνι ψιλό. Οι σεισμόπληκτοι συγκεντρώθηκαν  στον  αυλόγυρο του μοναστηριού,  κοντά σ’ έναν  τοίχο που είχε μείνει όρθιος. Είχαν ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν,  κάποιος είχε βάλει μια χύτρα πήλινη πάνω στις φλόγες ρίχνοντας  μέσα κομμάτια από μήλο και κυδώνι, όλοι έφερναν τα κύπελα τους για  να τα γεμίσουν με το ζεστό ρόφημα κρατώντας στο άλλο χέρι ένα ξερό κομμάτι ψωμί που τους είχε φέρει ο επίσκοπος του μοναστηριού, ο Νικόδημος, ο ηγούμενος της μονής,  ένας πανύψηλος άντρας που χαμογελούσε συνεχώς  κάτω από τα γένια του ενθαρρύνοντας τον κόσμο. Σ’ ένα παράπηγμα, κάτω από μια πρόχειρη σκεπή, δυο τρεις χωρικοί  έψηναν ένα γουρουνάκι που είχε καταπλακωθεί από τα γκρεμίσματα,  η μυρουδιά του κρέατος απλώνονταν μέσα στον παγωμένο αέρα και τρυπούσε τα ρουθούνια. Οι καλόγεροι κι οι προσκυνητές που είχαν βρεθεί στο μοναστήρι  ανυπομονούσαν να δοκιμάσουν το ψητό κρέας σαν να ήθελαν να ξεχάσουν μ’ αυτό το φόβο  του σεισμού, « θα έρχεστε ένας- ένας με τη σειρά!» φώναξε άγρια ο Νικόδημος τραβώντας  έναν ζητιάνο που ήθελε να φάει πρώτος, καταλάβαινε ότι αν δεν επιβάλλονταν εκεί πέρα θα επικρατούσε χάος, «δεν θέλω αταξίες και φασαρίες!» συμπλήρωσε, «όποιος δεν σεβαστεί την τάξη  δεν θα φάει!» Η απειλή ήταν πολύ σοβαρή, όλοι ήξεραν ότι  ο Νικόδημος δεν αστειεύονταν,  κανείς δεν ήθελα να τα βάλει μαζί του,  έτσι  περίμεναν με τη σειρά τους να πάρουν το κομμάτι που τους αναλογούσε.  Ο ηγούμενος  έκοβε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι κομμάτια από το ψητό και τα τοποθετούσε σε κάτι σκεύη πήλινα  ρίχνοντας μπόλικο αλάτι από πάνω  ενώ με κάποιον τρόπο είχε εξοικονομήσει από το κελάρι του μοναστηριού  λίγο τυρί και κρασί κόκκινο από κάτι βαρέλια παλιά ,  το γεύμα έμοιαζε αρχοντικό και σύμφωνο με τις μέρες των Χριστουγέννων, όλοι έμοιαζαν ευχαριστημένοι καθώς μασουλούσαν το κρέας τους σε κάποια γωνιά.

«Αλλ’ ουχ ο ύψιστος εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί» είπε ο ηγούμενος στην ομήγυρη που είχε μαζευτεί κοντά  του μετά το φαγητό, «ο θεός μας έδωσε τις κατοικίες και τους ναούς κι αυτός πάλι μας τα χαλά, μή στενοχωριέστε αδερφοί μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του γιατί όπως λέει η γραφή ο θεός δεν κατοικεί σε ναούς και παλάτια, ο ουρανός μοι θρόνος , η δε γη υποπόδιον των ποδών μου. Κι αν τα κακά πέφτουν πάνω μας δίκην χειμερίων νιφάδων,  σαν τις νιφάδες του χιονιού δηλαδή,  άπειρο είναι το έλεος του θεού για τα τέκνα του»  έκλεισε τη σύντομη ομιλία του  κι όλοι ένιωσαν τα λόγια του βαθιά μες την καρδιά τους.  Κι ήταν εκείνα τα λόγια το ίδιο χορταστικά όπως  το κρέας και το κρασί που είχαν γευτεί. Έπρεπε να σκεφτούν που θα μείνουν και πως θα χτίσουν πάλι τις καλύβες και τους αχυρώνες  τους όμως αισθάνονταν  ότι είχαν έναν αρχηγό που θα τους έδειχνε το δρόμο και θα τους καθοδηγούσε. Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι ο καθένας  έψαχνε  κάποιο σημείο προστατευμένο από την παγωνιά για να πλαγιάσει  και να περάσει  το βράδυ. Όταν  τακτοποιήθηκαν κι έγινε ησυχία, ο Καστροφύλακας πλησίασε τον Νικόδημο.  Τον ήξερε από τότε που ήταν παιδί κι ανέβαινε στο αναλόγιο του μοναστηριού, ο Νικόδημος είχε από τότε τη φήμη του καλύτερου ψάλτη  της περιοχής και  πίστευε ότι ο μικρός που ερχόταν  κοντά του   θα γίνονταν παππάς,   «τι γίνεται στην πόλη;» τον ρώτησε,  «τι κάνετε με τον τρισκατάρατο πατριάρχη  τον Ιερεμία; Το ξέρεις ότι κάθε βράδυ είναι εδώ;    Έρχεται με τη συνοδεία  στο υποστατικό του μονόφθαλμου του Μανουήλ και κάθονται εκεί μέσα για ώρες πολλές».

«Γι αυτό ακριβώς είμαι εδώ!» είπε χαμηλόφωνα  ο Καστροφύλακας κοιτάζοντας  γύρω του για να βεβαιωθεί  ότι δεν τους άκουγε κανένας.  «Στο παλάτι επικρατεί αναβρασμός» εξήγησε στον Νικόδημο, «Ο βασιλιάς έχει περιπέσει σε ασωτίες, όλη μέρα γυρνά στα καπηλειά πίνοντας με την παρέα του,  αμελεί όλες τις υποθέσεις του κράτους, οι Σέρβοι κι οι Βούλγαροι περνούν κάθε μέρα τα σύνορα  κι αυτός το μόνο που σκέφτεται είναι το κυνήγι.  Έχει εκατοντάδες σκυλιά και γεράκια, φαλκόνια όπως τα λέει,  και μ’ αυτά καταπιάνεται συνέχεια,  φεύγει το πρωί και  κανείς δεν τον βλέπει μέχρι το σούρουπο που γυρνά κατάκοπος και πέφτει για ύπνο. Όλα ξεκίνησαν  από τότε που  η κόρη του πέθανε στη γέννα, ήταν ένα κορίτσι πολύ όμορφο,  δεκαοχτώ χρονών,  όλοι ήταν χαρούμενοι που θα γεννούσε όμως κάτι πήγε  στραβά,  ακούγεται  ότι οι γιατροί έκαναν  λάθος και τράβηξαν απότομα το μωρό προκαλώντας ζημιά στην κοπέλα.  Κάποιοι λένε ότι όλο αυτό δεν ήταν τυχαίο,  οι γιατροί λένε, είναι άνθρωποι του Μανουήλ, του σφετεριστή αδερφού του, ο Μανουήλ  έχει βάλει στο μάτι το θρόνο και μιλά με τη βασίλισσα Ειρήνη που αποδείχτηκε φίδι. Μαζί τους συνωμοτεί κι  ο Πατριάρχης  ο Ιερεμίας.  Συναντιούνται εδώ κοντά στο υποστατικό του Μανουήλ, αν μπορούσαμε να μάθουμε τι σχεδιάζουν  θα ήταν μεγάλη βοήθεια στον βασιλιά. «Θα το φροντίσω» είπε ο Νικόδημος αποφασιστικά. «Αυτό το μίασμα ο Μανουήλ δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αναλάβει τη διοίκηση της χώρας. Όσο για τον Πατριάρχη αυτός κι αν είναι η προσωποποίηση του δαίμονα. Όποτε έρχεται εδώ με αποφεύγει γιατί ξέρει ότι εγώ δεν  τον φοβούμαι και του μιλώ κατά πρόσωπο» .

Ο Νικόδημος ήταν λοιπόν με το μέρος τους κι αυτό ήταν πολύ θετικό. Περιμένοντας τις πληροφορίες του  ο Καστροφύλακας επισκέφτηκε έναν άλλο φίλο του, τον Πολύκαρπο  το,  σιδερά, «εκεί θα έχει ζέστη»  σκέφτηκε. Ο σιδεράς ενθουσιάστηκε που τον είδε «κάτσε  δίπλα στο καμίνι» του είπε όπως σφυροκοπούσε ένα  δρεπάνι για να το κάνει κυρτό,  εκεί τον βρήκε κατά το μεσημέρι ο Νικόδημος. «Τη νύχτα θα μπουν στο δωμάτιο του βασιλιά για να  τον σκοτώσουν»  του είπε ψιθυριστά ο Νικόδημος,  «είσαι σίγουρος;»- «όπως το ακούς. Έχω άνθρωπο μέσα. Το σχέδιο το έχει καταστρώσει ο Μανουήλ μαζί με την Ειρήνη.  Σκοπός τους είναι να στέψουν τον Μανουήλ κατηγορώντας τον βασιλιά ως μέθυσο και ανίκανο,  όλα θα γίνουν απόψε». Οι συνωμότες βιάζονταν κι αυτός έπρεπε  τώρα να κινηθεί γρήγορα. Ο σιδεράς του έδωσε το άλογο του και ξεκίνησε αμέσως για το παλάτι την ώρα που  άρχιζε να σουρουπώνει. Έκανε κρύο που σε τρυπούσε  κι  ο αέρας δεν έλεγε να σταματήσει, φυσούσε δαιμονισμένα ταρακουνώντας τα δέντρα που έγερναν προσπαθώντας να αντισταθούν στη μανία του. Όπως κάλπαζε κοιτούσε ψηλά κατά τον ουρανό βλέποντας το χιόνι να πέφτει ενώ σκεφτόταν εκείνη τη φράση του Νικοδήμου ‘’δίκην χειμερίων νιφάδων’’,  πολύ του είχαν αρέσει εκείνα τα λόγια. Ώστε η Ειρήνη ήταν με τον Μανουήλ,  πάντα την υποπτεύονταν κι άλλωστε όλοι οι αυλικοί την μισούσαν εξαιτίας της αλαζονικής της συμπεριφοράς. Ήταν μια γυναίκα σπάνιας ομορφιάς που μπορούσε να γοητεύει τους πάντες όμως η καρδιά της ήταν πιο κρύα κι από τον πάγο του χειμώνα.  Όπως κάλπαζε προς  το παλάτι σκεφτόταν το σχέδιο του, η μόνη που μπορούσε να εμπιστευθεί μέσα στο παλάτι ήταν η  βασιλομήτωρ, η Άννα. Αυτή  θα έπειθε τον γιο της να μην κοιμηθεί στο βασιλικό του δώμα,  ο Καστροφύλακας  μαζί με δυο αφοσιωμένους  άντρες  θα κοιμούνταν στη θέση του περιμένοντας την βραδινή εισβολή.

Εκεί κοντά στα μεσάνυχτα πήραν θέση δίπλα στο στρώμα του βασιλιά που κοιμόταν  κατά τη συνήθεια του στο πάτωμα έχοντας απλώσει μια σειρά από  στρώσεις δερμάτων. Κάτω από τα δέρματα είχαν  τοποθετήσει μαξιλάρια ώστε να φαίνεται ότι κάποιος κοιμόταν εκεί. Από τα παράθυρα κοίταζαν τον ουρανό που ήταν  κατασκότεινος ενώ  ο καταραμένος αέρας δεν έλεγε να ησυχάσει σαν να προμήνυε μια συμφορά που πλησίαζε. Τα μάτια του βάραιναν και κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος έτσι όπως στέκονταν όρθιος  βαστώντας το ξίφος του μαύρου Όλαφ. Ένας θόρυβος ανεπαίσθητος   ακούστηκε,  όλοι τινάχτηκαν και πήραν θέση μάχης όμως το μόνο που είδαν να περνά το κατώφλι του  δώματος ήταν μια γάτα,  τριγύριζε αμέριμνη στους θάλαμος του παλατιού αγνοώντας επιδεικτικά όλες τις συνομωσίες που λάμβαναν χώρα εκείνο το βράδυ που λυσσομανούσε ο αέρας. «Μήπως ξεγέλασαν τον Νικόδημο;»  σκεφτόταν ο Καστροφύλακας. «Μήπως ο κακός καιρός είχε ανατρέψει τα σχέδια τους; Μήπως είχε διαρρεύσει ότι τους περίμεναν και είχαν ξενυχτήσει άδικα;» Η κούραση τον είχε εξαντλήσει όμως αυτό που τον κρατούσε ΄ήταν η επιθυμία του να εκδικηθεί για τον χαμό του ΄καλύτερου του φίλου του Μερκούριου, ενός  παλληκαριού  από τα πιο άξια που είχε γνωρίσει ο στρατός της αυτοκρατορίας.  ο Μανουήλ πάντα γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του Μερκούριου., για να τον ξεφορτωθεί λοιπόν τον έστειλε σε μια μάχη αυτοκτονική απέναντι στον στρατό των Βουλγάρων που όχι απλά ήταν υπεράριθμοι  αλλά απαρτίζονταν κι από τον  ο ανθό των βασιλικών τους ταγμάτων. Ο  Μερκούριος δεν είχε καμιά τύχη κι ο Καστροφύλακας  που τον είχε συνοδέψει τον είχε δει να σκοτώνεται εκεί μπροστά στα μάτια του,  εκείνος είχε γλιτώσει μόνο από τύχη όταν οι Βουλγάροι χύμηξαν ν’ αρπάξουν την αστραφτερή πανοπλία του Μερκούριου που ήταν φτιαγμένη από χαλύβδινες πλάκες και δέρμα.

Λίγο προτού ξημερώσει ετοιμάζονταν να διατάξει τους στρατιώτες να φύγουν  όταν από το βάθος του θαλάμου που έβγαζε στην  αυτοκρατορική τραπεζαρία ακούστηκαν  ήχοι από βήματα πάνω στις πλάκες .  «Μην κουνηθεί κανείς  μέχρι να δώσω το σύνθημα!»  ψιθύρισε  στους άλλους δύο που συμφώνησαν μ’ ένα νεύμα.  Οι συνωμότες μπήκαν βιαστικά σπρώχνοντας  την πόρτα, φώναξαν  «θάνατος στον μέθυσο!»  και με όλη τους τη δύναμη άρχισαν να μπήγουν τα μαχαίρια στο στρώμα όπου υποτίθεται κοιμόταν ο βασιλιάς.  «Τώρα!» Ούρλιαξε  ο Καστροφύλακας όπως άρπαζε τον αρχισυνομώτη από το λαιμό ενώ οι άλλοι δύο χτυπούσαν δεξιά κι αριστερά τους εισβολείς που πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά  όμως είχαν αιφνιδιαστεί και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν τρομαγμένοι κρατώντας τα πληγωμένα σώματα τους. Ο Καστροφύλακας έστησε στον τοίχο  τον Μανουήλ, τον κοίταξε βαθιά μέσα στο μοναδικό του μάτι που έδειχνε τρομαγμένο και ταυτόχρονα τόσο άγριο σαν  να είχαν μαζευτεί  μέσα του όλα τα στοιχεία της κόλασης,  «αυτό για τον Μερκούριο!»  του  φώναξε καθώς τον κάρφωνε.  

 

 

 

 

 

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Εκεί κατά τα μέσα Νοέμβρη άρχιζε να νιώθει κάπως διαφορετικά, ξεκινούσε  η περίοδος των Χριστουγέννων, στην πόλη άρχιζαν να στολίζουν και τα βράδια έβλεπες τα λαμπάκια ν’  αναβοσβήνουν μέσα στην ομίχλη, η ατμόσφαιρα άλλαζε καθώς ο χειμώνας προχωρούσε κι οι νύχτες γίνονταν όλο και μεγαλύτερες, ολόκληρη η πόλη μεταμορφώνονταν . Κάτω στην παραλία ήταν το πιο ωραίο με τα καράβια  που στέκονταν ακίνητα και τα σύννεφα που έτρεχαν πέρα μακριά τον ορίζοντα. Το βράδυ όλες οι επιφάνειες στραφτάλιζαν  μετά τη βροχή και τα άστρα ψηλά έμοιαζαν με τα μάτια του θεού που παρακολουθούσαν  τι συμβαίνει κάτω στον κόσμο. Μετά τη βροχή ήταν η ιδανική ώρα για μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα,  τα κτίρια άλλαζαν μορφή τότε και δεν έμοιαζαν τόσο άσχημα ,  ά ο χειμώνας στην πόλη ήταν ωραίος! Δεν ένιωθες απροστάτευτος, ο παγωμένος αέρας σταματούσε μπροστά στους όγκους των πολυκατοικιών, μπορούσες να μπεις σ’  όποιο μαγαζί ήθελες και να πιείς κάτι ζεστό,  το πλήθος έδειχνε πιο συμπαθητικό όπως σε προσπερνούσε, στα πεζοδρόμια οι περαστικοί χαμογελούσαν ευγενικά, ήταν σαν όλοι να ένιωθαν ότι πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι έπρεπε να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό.

 Μετά τη δουλειά, πήγαινε πάντα για τρέξιμο σ’ ένα πάρκο,  εκεί κοντά στο σπίτι του, καθώς έτρεχε δίπλα σε κάτι σχάρες  άκουγε τον βόμβο του νερού που κυλούσε στους σωλήνες της ύδρευσης  κάτω από τα πόδια του. Στην άκρη του πάρκου υπήρχε ένα μέρος λίγο περίεργο όπου έμεναν κάτι ξένοι, μαυριδεροί. Μέσα  από τα χαλάσματα όπου κατοικούσαν,  πετάγονταν δυο τρία μικρά  κοκοράκια  με τα πολύχρωμα φτερά τους ψάχνοντας να φάνε κάτι  στα χορτάρια που φύτρωναν. Συχνά έβλεπε  κι έναν σκύλο  που γαύγιζε  όποτε είχε όρεξη, όποτε πάλι έβρεχε και είχε μουσκέψει ούτε που του έδινε σημασία μονάχα τον παρατηρούσε με τα μεγάλα μάτια τους όπως περνούσε τρέχοντας δίπλα του. Σπάνια έβλεπε τους ανθρώπους που έμεναν εκεί, μόνο κάτι φιγούρες σκοτεινές σάλευαν  πίσω από τα τζάμια, μια φορά   είχε δει έναν τύπο λίγο ασυνήθιστο, αδύνατο με ξανθά μαλλιά και χαρακτηριστικά που θύμιζαν άνθρωπο από τη βόρεια Ευρώπη , «τι γυρεύει αυτός εδώ πέρα ;»είχε κάνει τη σκέψη. «Τι θες και περνάς από κει μέσα στα σκοτεινά;» του έλεγε η γυναίκα  του όμως εκείνος δεν φοβόταν καθόλου, ίσα ίσα του άρεσε αυτή η παρακμιακή  νότα μέσα στη ρουτίνα της πόλης. Ένιωθε καλά, ήταν η πιο ωραία περίοδος,  είχε κάνει τις προσπάθειες του στη διάρκεια του χρόνου που είχε περάσει, το είχε παλέψει όσο μπορούσε και τώρα είχε το δικαίωμα να ανασάνει λίγο, είτε είχε πετύχει τους στόχους του είτε όχι. H διάθεση του ήταν θαυμάσια όμως από το πουθενά ακούστηκε ότι στην εταιρεία του θα γίνονταν εκκαθαρίσεις κι όλα έγιναν άνω κάτω.

 Στα ανώτερα κλιμάκια είχε αρχίσει ν’  απλώνεται μια αναταραχή  που περνούσε προς τα κάτω,  κανείς δεν ήξερε τι του ξημέρωνε, ποιος θα χάνονταν και ποιος θα επιζούσε την επόμενη χρονιά. Στα γραφεία όλοι τριγυρνούσαν ανήσυχοι, αδυνατούσε να καταλάβει  τι πραγματικά συνέβαινε, όλο αυτό  τον είχε χαλάσει, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε να πάει για τρέξιμο το βράδυ στο πάρκο με τις σχάρες και τους περίεργους ξένους. «Έχουμε μια συνάντηση στην Αθήνα, εκεί θα παρθούν όλες οι αποφάσεις» του είπε μια μέρα ο προϊστάμενος του. «Ωχ!» σκέφτηκε «ο κύβος ερίφθη». Η συνάντηση θα γινόταν τη δευτέρα το απόγευμα, «αν φύγω νύχτα με το αμάξι θα είμαι κάτω τα ξημερώματα» είπε στη γυναίκα του. Θα κοιμόταν λίγο στο σπίτι του γιου του που σπούδαζε στην πρωτεύουσα και το απόγευμα θα πήγαινε στα κεντρικά.

Είχε καιρό πολύ να ταξιδέψει  νύχτα,  με όλα αυτά που γινόταν τελευταία δεν κοιμόταν καλά , νύσταζε  και ήξερε ότι πρέπει να προσέχει. Αφού είχε διανύσει καμιά εκατοστή χιλιόμετρα ένιωσε μια κούραση σαν να λύνονταν τα μέλη του, όλη μέρα ήταν νηστικός, το μόνο που είχε βάλει στο στόμα του ήταν ένα σακουλάκι φιστίκια ενώ είχε πιει  και μια κόκα κόλα μικρή, αυτό ήταν το γεύμα του.  Έβαλε να παίξουν στο ηχοσύστημα  κάτι χριστουγεννιάτικες, μεσαιωνικές μουσικές  που  άκουγε το τελευταίο διάστημα,  ψάχνοντας έναν περισπασμό που θα τραβούσε  την προσοχή του ώστε να μην κοιμηθεί όμως οι μουσικές εκείνες του έφερναν  ύπνο. Παρακολουθούσε την κεντρική λωρίδα του δρόμου  παλεύοντας να μη χάσει την πορεία του. Σε μια στιγμή,  δίχως να το καταλάβει, βρέθηκε  δίπλα στις μπάρες και τον έπιασε πανικός, τον είχε πάρει ο ύπνος  για μερικά δευτερόλεπτα, θα μπορούσε να είχε  σκοτωθεί, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, αμέσως σταμάτησε στην άκρη του δρόμου,  και κοιμήθηκε για κανένα μισάωρο σ’  ένα σκοτεινό σημείο, είχε ακούσει ότι αυτό το κάνουν οι ταξιτζήδες που εκτελούν νυχτερινά δρομολόγια,  «αν κοιμηθώ πέντε  λεπτά  είμαι  εντάξει, μπορώ να  οδηγώ για ώρες»  τους είχε πει ένας τύπος εκεί πάνω στον Έβρο όπου υπηρετούσε τη θητεία του κι  έτρεχαν σαν παλαβοί  να κερδίσουν χρόνο στην άδεια τους. Αυτός ο σύντομος ύπνος είχε καθαρίσει το μυαλό του και  μπορούσε  να συνεχίσει .

Θα πρέπει να είχε φτάσει στο μισό της διαδρομής, έψαχνε κανένα σημείο να αγοράσει λίγο καφέ και να ξεμουδιάσει.  Μπροστά του φάνηκαν κάτι φώτα. Κάποιο μαγαζί  διανυκτέρευε.   Ήταν καλό σημείο για μια στάση. Ετοιμάζονταν να στρίψει στην έξοδο της εθνικής όταν πρόσεξε την τελευταία στιγμή κάτι να σαλεύει πάνω στο οδόστρωμα, ένας άνθρωπος βρισκόταν   ξαπλωμένος εκεί στη μέση του δρόμου σαν φάντασμα,  τι στο διάβολο ήθελε μέσα στην ερημιά, φρενάρισε απότομα και κατέβηκε να δει τρομαγμένος . Γύρω  δεν υπήρχε ψυχή σαν να είχε πέσει βόμβα εξαφανίζοντας κάθε ίχνος ζωής,  μόνο τα φανάρια  από το μαγαζί που διανυκτέρευε  έφεγγαν και μπορούσε να δει τι γινόταν. Στη μέση του δρόμου ήταν σωριασμένος ανάσκελα ένας άντρας. Κοίταξε  το πρόσωπο του, δύσκολα καταλάβαινες  την ηλικία του,  τα γένια  κάλυπταν τη μορφή του, υπολόγιζε ότι θα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα – σαράντα. Όπως τον πρόσεχε διαπίστωσε ότι  ήταν ολόιδιος με τον παράξενο βορειοευρωπαίο  που έβλεπε στο συνοικισμό  των ξένων, εκεί στο πάρκο όπου έτρεχε, πως στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα !  «Είσαι  καλά;» τον ρώτησε,  ο άλλος έγνεψε «καλά- καλά». Δοκίμασε το τηλέφωνο του να καλέσει βοήθεια όμως σ’ εκείνο το καταραμένο σημείο δεν είχε καθόλου σήμα, ήταν σαν να βρισκόταν σε μια νεκρή ζώνη όπου τα πάντα είχαν μείνει μετέωρα, «τι γίνεται απόψε;» φώναξε μιλώντας στον  εαυτό του.

Έσκυψε και  βοήθησε τον άνθρωπο να σηκωθεί ενώ ταυτόχρονα ψαχούλευε το σώμα του μήπως είχε κρυμμένο κανένα όπλο ή μαχαίρι.  «Έχεις  νερό;» του είπε ο άλλος,  φαινόταν αδύναμος. «Ρε φίλε παραλίγο να σε λιώσω, είσαι τρελός, πως βρέθηκες εδώ πέρα,  τι κάνεις, από που έρχεσαι, που πηγαίνεις;»- « Είμαι με το φορτηγάκι μου, εκεί μένω, ήρθα για καφέ, κάτι έπαθα και ζαλίστηκα » του είπε ο ξένος καθώς άδειαζε  με μεγάλες γουλιές  ένα  πλαστικό μπουκάλι. «το φορτηγάκι μου έπαθε ζημιά, μπορείς να με πάρεις μέχρι την Αθήνα;»  -«άντε έλα» του είπε ενώ  μέσα του σκέφτονταν ότι έπρεπε να προσέχει  όμως  χρειαζόταν κάποιον να του μιλά ώστε  να μείνει ξύπνιος. σε περίπτωση που χρειαζόταν να παλέψουν τον είχε οπωσδήποτε,  όπως τον έκοβε  δεν υπήρχε περίπτωση να τον αιφνιδιάσει, αν έβλεπε  καμιά ύποπτη κίνηση θα τον πετούσε όπως ήταν  στην ερημιά κι ας έκοβε το κεφάλι του, δεν θα έσκαγε. 

Με τον ξένο δίπλα του μπήκε  στο μαγαζί που διανυκτέρευε, το μέρος έμοιαζε άδειο, δεν υπήρχε κανείς πίσω από τον πάγκο μόνο σε μια σκοτεινή γωνιά δυο φιγούρες καθόταν γύρω από ένα τραπέζι σιωπηλές.  «Είναι κανείς από το μαγαζί εδώ μέσα;» τους ρώτησε και τότε οι φιγούρες  σηκώθηκαν και κινήθηκαν προς το μέρος του. Ήταν αστυνομικοί.  Αγνοώντας τον εντελώς πλησίασαν προς τον ξένο κι ο ένας αστυνομικός ο πιο νεαρός,  το άρχισε να του ζητά τα στοιχεία του,  μιλούσε πολύ επιθετικά  και σε κάποια στιγμή άρχισε να τον βρίζει. «Μη του μιλάς έτσι!»  του φώναξε αυτός όμως ο αστυνομικός σαν να ερεθίστηκε περισσότερο και του είπε «σκάσε και κοίτα τη δουλειά σου!».  Το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι, όλη η ένταση των ημερών σαν να βγήκε απότομα από μέσα κι όρμησε στον αστυνομικό, τον έπιασε από το γιακά  και του φώναξε «μη του μιλάς έτσι!»  εκείνη τη στιγμή όμως ήρθε ο δεύτερος  αστυνομικός που φαίνεται ότι είχε μια δύναμη τεράστια, και τον έσπρωξε μακριά σαν να ήταν μια άδεια χαρτοσακούλα, έκπληκτος κοίταξε τον δεύτερο αστυνομικό που του είπε ήρεμα «κάτσε ήσυχα φίλε, δεν υπάρχει θέμα πάρε το δικό σου και φύγετε».

Έμειναν οι δυο τους και μπήκαν στο αμάξι, είχαν ακόμα δυο τρις ώρες ταξίδι. Αφού είδε ότι ο ξένος   δεν ήταν και πολύ ομιλητικός  άνοιξε τη μουσική που έπαιζε πάλι ύμνους χριστουγεννιάτικους. «Ακούς τέτοια πράγματα;» είπε ο ξένος «ξέρεις τι είναι αυτά, εμείς  τα ακούμε τα Χριστούγεννα,  είναι τραγούδια  παλιά,  τα άκουγα στο σπίτι του παππού μου  όταν ήμουν μικρός και μαζευόμασταν στο χωριό, ξέρεις τι λέει το τραγούδι, «Χαρείτε! Ο Χριστός γεννιέται από την Παρθένο Μαρία !»  εκεί πάνω  έχουμε χιόνι πολύ τα Χριστούγεννα, ένα μέτρο, δύο μέτρα». Οι μουσικές είχαν ξυπνήσει τον ξένο που άρχισε να μιλά σαν να ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. «Τέτοιες  μέρες όταν ήμουν στην πατρίδα βγαίναμε με τους φίλους και γυρίζαμε στα σπίτια κρατώντας ένα ποτό που το λέμε βάσαϊ. Βάζουμε  τα καλύτερα υλικά, υδρομέλι και άγρια μήλα,  άλλοι βάζουν  μπράντι,  κανέλα και μοσχοκάρυδο. Η γιαγιά μου ήξερε την καλύτερη συνταγή κι έφτιαχνε το πιο γλυκό ποτό με σέρι,  ένα κρασί από άσπρα σταφύλια της Ισπανίας, έριχνε μέσα και  κομμάτια ψωμί που έψηνε στο φούρνο,  το δίναμε στους γείτονες, τραγουδούσαμε και καλούσαμε τον κόσμο να πιει από  το ποτό και να ευχηθεί μέσα στο χιόνι και στην παγωνιά, όλοι ήταν  χαρούμενοι, ά ήταν πολύ όμορφα !

Προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι ενώ αυτός προσπαθούσε να φανταστεί πως ήταν τα Χριστούγεννα εκεί πάνω στο βορρά.  «Τι λέει τώρα αυτός ο ύμνος;» ρώτησε τον ξένο, ο «ά αυτός μιλά για την Παναγία, πύλη του παραδείσου, άστρο της θάλασσας, εσύ που δέχτηκες τον  χαιρετισμό του Γαβριήλ, ελέησε εμάς του αμαρτωλούς»  εξήγησε  ο ξένος  κι εκείνη τη στιγμή είδαν μπροστά τους  τα φώτα της πόλης,  όλα γύρω φωτίστηκαν σαν να έπεφτε  κάποιος μετεωρίτης  από τον ουρανό,  το φεγγάρι βγήκε μέσα από τα σύννεφα που ξαφνικά σαν να άνοιξαν,  ο ξένος άρχισε πάλι να  άρχισε να τραγουδά δυνατά,  «χαρείτε χαρείτε ο χριστός γεννιέται από την παρθένο Μαρία»  ήθελε να τραγουδήσει κι αυτός  μαζί του όμως δεν ήξερε τα λόγια .

 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΔΙΑ

Από το ματάκι της πόρτας έβλεπε τη γυναίκα του επάνω διαμερίσματος να παλεύει αγκομαχώντας καθώς κουβαλούσε ένα καροτσάκι με ψώνια από τη λαϊκή.  Καμιά φορά έβγαινε να τη βοηθήσει όμως άλλες φορές την άφηνε να τυραννιέται και να ιδρώνει , πρέπει να ζύγιζε πάνω από εκατό κιλά. Της το κρατούσε από τότε που  είχε πλημμυρίσει το διαμέρισμα της,  «πρόσεχε  το καζανάκι,  το ακούω όλη νύχτα που τρέχει, σίγουρα έχει διαρροή» της είχε πει, όμως η Τούλα, έτσι λέγανε τη γειτόνισσα,  το άφηνε σαν να επιζητούσε να προκαλέσει τη ζημιά ώσπου το νερό πέρασε από τον τοίχο και πλημύρισε το σπίτι της. Έλειπε σε διακοπές  εκείνο το διάστημα κι όταν  γύρισε δεν μπορούσε να το πιστέψει, τσαλαβουτούσε στα νερά που είχαν γεμίσει το διαμέρισμα της, τα ντουλάπια της   κουζίνα είχαν ανοίξει  από την υγρασία,  πέρασε μια ολόκληρη μέρα αδειάζοντας κουβάδες μέχρι να στεγνώσει τα πατώματα, τα έπιπλα καταστράφηκαν ,  είχαν κάνει μεγάλο καυγά τότε και η Τούλα είχε  δεχθεί να πληρώσει το ποσό για την επισκευή της κουζίνας όμως το σοκ ήταν μεγάλο. Πρόβλημα είχε και με τον σκύλο της γειτόνισσας, ένα λυκόσκυλο με τεράστιο στόμα και κάτι μάτια που γυάλιζαν σα να ήταν δαιμονισμένο.  Γαύγιζε όλη την ώρα  επειδή δεν το βγάζανε έξω. Ήταν ένα περίεργο σκυλί, η φάτσα του σε τρόμαζε  όμως ήταν πολύ ήρεμο κι όποτε το συναντούσε  ερχόταν  για να  χαϊδέψει το μαλλιαρό λαιμό του κι εκεί  κάτω από το σαγόνι . Πολλές φορές έπεφτε πάνω του  στην είσοδο, την κοιτούσε  μ’ εκείνα τα διαπεραστικά μάτια του περιμένοντάς ν’ ανοίξει  την εξώπορτα που την κλείδωναν επειδή η στην περιοχή κυκλοφορούσαν διαρρήκτες. Ποτέ της δεν είχε δει τη γειτόνισσα να κατεβάζει το σκυλί,  το αμολούσε εκεί πέρα κι εκείνο αφού βολόδερνε στα σοκάκια επέστρεφε πάλι περιμένοντας κάποιον να το βάλει μέσα.  Τα βράδια   το λυκόσκυλο στέκονταν  στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου ατενίζοντας  το βάθος του δρόμου ακίνητο σαν σφίγγα αρχαίας προμετωπίδας.

Κάποια νύχτα   άκουγε κάτι ήχους  που έβγαιναν από τους τοίχους του πάνω διαμερίσματος σαν κάποιος να πονούσε ή να υπέφερε, ήξερε ότι επισκέπτονταν τη γειτόνισσα ο ανιψιός της,  ένας τύπος ύποπτος που έφερνε μάλιστα μαζί και τους φίλους του, δυο τρεις κοκαλιάρηδες νεαρούς που ανέδυαν μια μυρωδιά παράξενη,  κάτι ανησυχητικό μαγειρεύονταν . Όπως μεγάλωναν οι νύχτες κι αργούσε να ξημερώσει σηκώνονταν εκεί λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούγοντας  συρσίματα στους τοίχους,  ψίθυρους κι ομιλίες,  προσπαθούσε να καταλάβει τις κουβέντες όμως δεν έβγαζε άκρη. Μια νύχτα μάλιστα είχε ακούσει φωνές ενός κοριτσιού που έμοιαζε να ζητά βοήθεια  και να λέει σε κάποιον «άφησε με ήσυχη, μη με πλησιάζεις!»  φοβήθηκε  και σκέφτηκε να χτυπήσει το κουδούνι της γειτόνισσας   όμως ύστερα από  λίγο όλα σταμάτησαν και σκέφτηκε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό.

Εκείνο το διάστημα τα νεύρα της ήταν τεντωμένα όλη την ώρα, είχε ζοριστεί πάρα πολύ. Η μητέρα της  της ήταν άρρωστη κι έτρεχε να τη δει μετά τη δουλειά.  Τα αδέρφια της έπαιρναν κανένα τηλέφωνο,  ερχόταν καμιά φορά να δουν τη μάνα τους,  να πιούν κανένα καφέ μαζί της κι ύστερα εξαφανίζονταν,  κανείς δεν ήθελε να αναλάβει τη ζόρικη φροντίδα της τώρα που γερνούσε. Οι φίλες της τηλεφωνούσαν να πάνε σε κάτι καζάνια, σ’ ένα χωριό όπου  έβγαζαν τσίπουρο αυτήν την εποχή, οργάνωναν εκδηλώσεις κι έφερναν όργανα,  γίνονταν  πανηγύρια που είχαν πολύ χαβαλέ  όμως εκείνη  δεν μπορούσε να πάει πουθενά.  Καθόταν εκεί να περιμένει τη μητέρα της να φάει κι έπειτα έπρεπε να πλύνει τα πιάτα, να σκουπίσει,  να τακτοποιήσει,  να ελέγξει τα χάπια,  έφευγε αργά το απόγευμα κι όταν έφτανε στο σπίτι έπεφτε ξερή να κοιμηθεί. Το φθινόπωρο πλησίαζε στο τέλος του κι  οι νύχτες  γινόταν ολοένα  μεγαλύτερες. Όπως ξυπνούσε το πρωί για να πάει στη δουλειά αναπολούσε το καλοκαίρι, είχε καταφέρει να πάει  ένα ταξιδάκι σ’  ένα μέρος ορεινό που είχε πολύ δροσιά μέσα στον Αύγουστο. Θυμόταν τα δάση και  το παγωμένο νερό μιας πηγής που ανέβλυζε εκεί πάνω σ’ ένα τοπίο γεμάτο με βράχους τεράστιους. Σήκωνε τη φούστα της και περπατούσε στην άμμο που είχε σχηματιστεί στο βυθό του ρυακιού χαλαρώνοντας καθώς το κρύο νερό κυλούσε γύρω από τα γόνατα της.  Ύστερα έβγαζε φωτογραφίες τα άγρια λουλούδια που φύτρωναν εκεί πάνω κι έψαχνε να βρει τις ονομασίες τους στο google lens  μόλις κατέβαινε από το βουνό και είχε σήμα στο κινητό. Είχε μάθει ένα σωρό πράγματα για τα φυτά που φύονταν  σ’  εκείνο το υψόμετρο κι ήταν  ενθουσιασμένη, πιο μεγάλη εντύπωση της είχαν κάνει κάτι μικρά, κατακόκκινα αγριογαρύφαλλα που  έμαθε ότι τα λένε «άνθη του Δία». «Του χρόνου θα έρθω οπωσδήποτε εδώ πάνω ξανά» έλεγε μέσα της…  

Ένα  βράδυ Σαββάτου είχε πέσει από νωρίς να κοιμηθεί όταν ένιωσε  μια φωνή μέσα στον ύπνο της κι αμέσως μετά  ακούστηκε ένας γδούπος υπόκωφος σαν να έσκαγε κάποιο  σώμα ανθρώπινο πάνω στο πάτωμα. Σηκώθηκε και  κοίταξε από το ματάκι της πόρτας,  δεν φαινόταν τίποτα μονάχα κάποιος σκύλος  γαύγιζε σιγανά σαν να κλαψούριζε, σίγουρα το λυκόσκυλο της Τούλας . Άνοιξε με προσοχή και προχώρησε στο διάδρομο μέχρι τα σκαλιά.  Είδε κάτι να κινείται  στον πάνω όροφο κι έπειτα ένα χέρι παχουλό  σαν να απλώθηκε και να κρεμάστηκε στο κενό εντελώς άψυχο, ήταν σίγουρα  η Τούλα,  «πρέπει να καλέσω την αστυνομία»  σκέφτηκε. Φοβόταν να προχωρήσει , στη μικρή πολυκατοικία δεν μπορούσε κανείς  να τη βοηθήσει ,  τα κορίτσια που έμεναν   στο διπλανό διαμέρισμα,  κάτι φοιτήτριες από την επαρχία,  είχαν βγει  έξω, κι ο παππούς που νοίκιαζε το διαμέρισμα το ισογείου ήταν εντελώς κουφός.

«Τούλα είσαι καλά;»   φώναξε αλλά  δεν πήρε απάντηση. Έκανε ένα βήμα προς τα σκαλιά,  «αχ θε μου τί έγινε;» άκουσε τη φωνή της να ψιθυρίζει βλέποντας ένα μικρό αυλάκι από αίμα που κατέβαινε. «Τούλα τι έγινε;» ρώτησε πάλι  κι από το κεφαλόσκαλο άκουσε κάτι ασυνάρτητα λόγια, προχώρησε προσεκτικά όταν εντελώς απροειδοποίητα ένας άντρας εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας και μόλις την είδε όρμησε κατά πάνω της,  φοβήθηκε ότι θα τη χτυπούσε όμως εκείνος ούτε που της έδωσε σημασία,  απλά  την προσπέρασε σπρώχνοντάς την βίαια  και ξεχύθηκε προς την εξώπορτα,  στο ισόγειο. Πρόλαβε μια στιγμή να δει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του,  ήταν αξύριστος με αραιά μαλλιά και μάτια κατακόκκινα σαν να  είχε να κοιμηθεί ένα μήνα, «πρέπει να θυμάμαι το πρόσωπο του»  έκανε τη σκέψη,  «μπορεί να μου ζητήσουν να τον περιγράψω στην αστυνομία όπως συμβαίνει στα σίριαλ του Netflix».

Ο αξύριστος άντρας έφτασε  στο ισόγειο όμως  δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα που ήταν κλειδωμένη,  πάλευε με το χερούλι κοιτάζοντας  γύρω σαν χαμένος, κλωτσούσε με μανία το γυαλί, έμοιαζε με ζώο που το είχαν στριμώξει  όταν ήρθε σαν φάντασμα το λυκόσκυλο της γειτόνισσας και του επιτέθηκε.  Άρχισαν να παλεύουν  εκεί στην είσοδο,  μπροστά από τη γυάλινη εξώπορτα, ο σκύλος είχε σηκωθεί στα δυο του πόδια και προσπαθούσε να τον  αρπάξει από το πρόσωπο  ενώ ο άντρας τον κρατούσε μακριά κραδαίνοντας κάτι που κρατούσε στο χέρι του, το σκυλί γαύγιζε αγριεμένο, πρέπει να είχε λυσσάξει,  δε φαίνονταν να νιώθει   τίποτα από τα χτυπήματα του άντρα ο οποίος ήταν μεγαλόσωμος και είχε πανικοβληθεί,  έβριζε ότι μπορούσες να φανταστείς κοιτώντας όλη την ώρα κατά την έξοδο,  ήταν μια σκηνή εντελώς χαοτική. Σε μια φάση το σκυλί τον έριξε κάτω αρπάζοντας το πόδι του  όμως εκείνος κατάφερε να απελευθερωθεί, κλώτσησε την πόρτα με όλη του τη δύναμη και το τζάμι επιτέλους έσπασε,  πέρασε μέσα από τα γυαλιά   σκίζοντας τη μπλούζα του κι   άρχισε να τρέχει στον κατηφορικό δρόμο που υπήρχε έξω από την πολυκατοικία ενώ  ο σκύλος  πέρασε κι εκείνος μέσα από το σπασμένο τζάμι και ξεχύθηκε σαν μανιασμένος πίσω από  τον άντρα. 

«Ωχ ξέχασα την Τούλα!»  είπε  φωναχτά σαν να μιλούσε σε κάποιον, η σκηνή την είχε απορροφήσει εντελώς και  γύρισε αλαφιασμένη να δει πως ήταν η γειτόνισσα . Τη βρήκε ξαπλωμένη μπρούμυτα,  το αίμα της έτρεχε συνέχεια όμως  δε φαινόταν να έχει κάποια μεγάλη πληγή.  Έτρεξε αμέσως στο διαμέρισμα της και κάλεσε  ασθενοφόρο, «ελάτε γρήγορα!»  τους είπε,  «φωνάξτε  και την αστυνομία σας παρακαλώ,  μια γυναίκα έχει χτυπήσει άσχημα!» Ανέβηκε πάλι τις σκάλες και είδε τη γειτόνισσα να έχει γυρίσει ανάσκελα,  ήταν ζωντανή,  πρόσεξε ότι το αίμα είχε σταματήσει να τρέχει από την πληγή που είχε στο χέρι της κι αυτό ήταν άλλο ένα ενθαρρυντικό σημάδι, έσκυψε να τη βοηθήσει όμως τραβήχτηκε, είχε ακούσει ότι δεν πρέπει να πειράξεις κάποιον χτυπημένο γιατί μπορεί να τον κάνεις χειρότερα, φοβόταν  να ακουμπήσει το σώμα της πεσμένης γυναίκας. Καθώς οι τραυματιοφορείς αργούσαν να εμφανιστούν κοίταξε γύρω. Πρόσεξε ότι η πόρτα της γειτόνισσας  ήταν ανοιχτή, έσκυψε λίγο και είδε μια  σκιά  να κινείται μέσα στο σπίτι. Δοκίμασε να πλησιάσει περισσότερο  όταν ένοιωσε κάτι  να την αρπάζει από το πόδι,  «όχι μην πας μέσα!»  ούρλιαξε  η  Τούλα που είχε βρει τις αισθήσεις της, δεν έπρεπε να το  πει γιατί τώρα  έπρεπε να δει οπωσδήποτε τι υπήρχε μέσα στο διαμέρισμα. Σπρώχνοντας προσεχτικά με το πόδι της άνοιξε την πόρτα πολύ προσεκτικά έκανε  ένα, δύο, τρία, βήματα και τότε είδε μια νεαρή  γυναίκα,  άγνωστη,  γεμάτη αίματα να κρατά ένα μαχαίρι  της κουζίνας και να την κοιτά  μ’ ένα βλέμμα εντελώς παλαβό. Ένιωσε μια τσιρίδα να βγαίνει από το στόμα της καθώς άκουγε  μια φωνή από κάτω, από την είσοδο, «Εσείς καλέσατε στο τηλέφωνο;»  

 

ΣΦΟΔΡΩΣ ΔΕ ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΩΝ

 Σφοδρώς δε χειμαζομένων ημών τη εξής εκβολήν εποιούντο   Πράξεις των Αποστόλων 27,18   Απ’  το πουθενά άρχισε να φυσά ένας φοβερός άνεμος κ...