Τριάντα εκατομμύρια χρυσά νομίσματα είχαν μετρήσει, όλα φυλαγμένα σ’ ένα μεγάλο σιδερένιο κιβώτιο, ο Αλής τους είχε κλεισμένους έναν ολόκληρο μήνα χωρίς να βλέπουν το φως του ήλιου για να μετρήσουν τους θησαυρούς του, αν υπολόγιζες και την αξία των αργυρών νομισμάτων το συνολικό ποσό πρέπει να έφτανε τα πενήντα εκατομμύρια ! Μια άλλη φορά τους είχε πάει σ’ ένα άλλο σεράγι όπου είχε ακόμα ένα σιδερένιο κιβώτιο, είχε πέσει ένας κεραυνός κι ο Πασάς φοβήθηκε μήπως πάθουν ζημιά τα υπάρχοντα του, εκεί είχαν μετρήσει άλλα εκατό χιλιάδες τάλιρα. Μαζί μ’ αυτόν ήταν άλλοι τρεις γραμματικοί που καταμετρούσαν και δούλευαν στο παλάτι από το πρωί μέχρι το βράδυ για όλα τα θέματα που αφορούσαν το κράτος του Αλή, δεν τους πλήρωνε τίποτα, μονάχα το φαΐ τους, έπαιρναν κάποια αμοιβή από τους ανθρώπους που εξυπηρετούσαν φτιάχνοντας διαθήκες, γράφοντας κληρονομιές, λύνοντας διαφορές, εξηγώντας τις φορολογίες κι άλλα τέτοια ζητήματα, οι φτωχοί χωριάτες τους έδιναν φιλοδωρήματα και μπαχτσίσια, άλλοι που δεν είχαν τίποτα κουβαλούσαν λίγο μέλι ή λάδι προσπαθώντας να έχουν την εύνοια τους.
Κάθε πρωί ξεκινούσαν τη δουλειά από νωρίς , έσκυβαν στα χαρτιά τους κι όταν σήκωναν το κεφάλι αντίκριζαν ολόκληρη την πόλη που ήταν χτισμένη γύρω από τη λίμνη, αυτό ξεκούραζε τα μάτια τους. Εκείνη την ώρα άρχιζαν να βγαίνουν από τις κάμαρες του τεράστιου παλατιού οι γυναίκες κι οι υπηρέτες που κατοικούσαν εκεί, στο βάθος των διαδρόμων κοιμόταν η Βασιλική, η γυναίκα του Αλή, κανένας δεν είχε δει ποτέ ούτε τον ίσκιο της. Ο Αλής ξυπνούσε πολύ νωρίς, το χειμώνα μέσα στη νύχτα, το καλοκαίρι προτού ξημερώσει, οι υπηρέτες του ετοίμαζαν καφέ δίχως ζάχαρη, δεν έβαζε τίποτε άλλο στο στόμα του μέχρι το μεσημέρι. Αφού έπινε τον καφέ του καθόταν και περίμενε μέχρι ν’ αρχίσουν να έρχονται οι υποθέσεις που έπρεπε να εξετάσει μαζί με τους γραμματικούς του . Φορούσε έναν γυαλιστερό ντουλαμά και στο κεφάλι είχε πάντα ένα στέμμα χρυσοκεντημένο, έδινε μεγάλη σημασία στην εμφάνιση του προσπαθώντας να προκαλεί φόβο και δέος, δεν ήταν πολύ ψηλός όμως το βλέμμα του σε τρυπούσε κι έδειχνε άνθρωπο με μεγάλη δύναμη εσωτερική. Το μεσημέρι καθόταν πάντα σταυροπόδι μπροστά σ’ έναν χαμηλό, ασημένιο σοφρά κι έτρωγε σαν βόδι, ήταν απίστευτα λαίμαργος. Δοκίμαζε πρώτα δυο τρεις κουταλιές από τη σούπα που του έφτιαχναν, μετά ερχόταν ένα ολόκληρο ψητό αρνάκι, μόλις το απίθωναν έπεφτε πάνω του με μανία σαν να μην είχε φάει ποτέ στη ζωή του, το καταβρόχθιζε κι έπειτα ήθελε ψητό κοτόπουλο, τα ψητά ήταν η αδυναμία του, πέθαινε για το κρέας ενώ από το πιλάφι που του έφερναν στο τέλος δοκίμαζε μόνο λίγο ρύζι. Του άρεσαν πολύ οι πίτες και τα μπουρέκια ενώ απεχθάνονταν τα σιροπιαστά και τους χαλβάδες, οι μαγείρισσες του έφτιαχναν ένα είδος κομπόστας με μήλα και καρύδια, αυτό ήταν το γλυκό του. Ήθελε πάντα να έχει κάποιον γύρω του καθώς έτρωγε κι όταν τέλειωνε το φαγητό ξάπλωνε πάντα μια ώρα στον καναπέ, μέχρι το βράδυ δεν έβαζε τίποτα άλλο στο στόμα του. Κοιμόταν πάντα κοντά στα μεσάνυχτα στο ίδιο δωμάτιο όπου έτρωγε, μισούσε να πλαγιάζει όλη τη νύχτα στο χαρέμι με τις γυναίκες του παλατιού…
Ο πιο έμπιστος από τους γραμματικούς του ήταν ο Σέργιος, δούλευε στην υπηρεσία του από τότε που ήταν δώδεκα χρόνων κι οι γονείς του τον είχαν στείλει στα Γιάννενα να τελειώσει το σχολείο. Ο Αλής είχε δει ότι ήταν έξυπνος κι έγραφε όμορφα, τον πήρε στην αυλή του και με τα χρόνια τον είχε κάνει υπεύθυνο για τα πιο μεγάλά μυστικά, μόνον σ’ αυτόν επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη μεγάλη σφραγίδα με την οποία σφράγιζε τα επίσημα έγγραφα που υπέγραφε. Ο Σέργιος δεν τον φοβόταν όμως με τα χρόνια είχε αρχίσει ν' ανησυχεί, γίνονταν όλο και πιο απρόβλεπτος κι άρχισε να σκοτώνει όσους βρίσκονταν κοντά του. Το τελευταίο θύμα του ήταν ο Ιωακείμ απ’ τη Θεσσαλονίκη, ένας άνθρωπος πολύ εύγλωττος που καταπιάνονταν με περίεργες μελέτες. Είχε παρουσιαστεί μυστηριωδώς στον Σέργιο και του είπε ότι ήξερε το μυστικό για να μεταβάλει τον χαλκό σε χρυσό, του είπε ακόμα ότι μπορούσε να φτιάξει το λεγόμενο ύδωρ της αθανασίας, τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει για να δει τον Αλή, ο Σέργιος τον απέτρεψε όμως ο Ιωακείμ επέμενε λέγοντας ότι κατέχει ένα παλιό χειρόγραφο του περίφημου χημικού Στέφανου του Αλεξανδρέα και κατάφερε να πετύχει ακρόαση από τον Αλή. Ο Πασάς του έφερε κάτι αποστακτήρες μεταλλικούς από τη Δύση όμως ο Ιωακείμ ζήτησε κι άλλα εργαλεία κινώντας την περιέργεια του Αλή, του έφτιαξε έναν κατάλογο κι ο Αλής έφερε από τη Βενετιά σαράντα ολόκληρα φορτώματα μ' όλα τα απαραίτητα . Κλείστηκαν μ’ έναν φίλο του σ’ ένα μικρό σεράγι όπου δούλευαν προσπαθώντας να πετύχουν το σκοπό τους με τυφλό ενθουσιασμό και μεγάλη σιγουρά . Ο Αλής παρακολουθούσε κάθε μέρα τί γίνονταν στο εργαστήριο του αλχημιστή στέλνοντας υπηρέτες, ο ίδιος είχε κλειστεί στο ανάκτορο του επειδή εκείνη την εποχή έπεσε πανούκλα στα Γιάννενα. Είχε περάσει ο χρόνος κι ο Ιωακείμ δεν είχε καταφέρει τίποτα, ο Αλής έφυγε για τα λουτρά διατάζοντας να φυλούν αυστηρά τον αλχημιστή, όταν γύρισε διέταξε να τον κρεμάσουν τοποθετώντας πάνω του την επιγραφή : «ό απατών τον αφέντη του αυτό του πρέπει». Αυτή η υπόθεση είχε τρομάξει τον Σέργιο, έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να φύγει από κει μέσα προτού πέσει σε δυσμένεια.
Μια μέρα του έδωσε ένα χαρτί «μετέφρασε μου τι γράφει!» του φώναξε. Ο Αλής δεν ήξερε ξένες γλώσσες κι ο Σέργιος ήταν ο μεταφραστής του, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τάχα αδιάφορος, περίμενε ν’ ακούσει, ο Σέργιος κατάλαβε ότι ήταν παγίδα θανάσιμη, ο Αλής δεν είχε μπέσα, δεν μπορούσες να τον εμπιστευτείς. Το χαρτί ήταν μια επιστολή κάποιου προεστού προς τον αυτοκράτορα της Ρωσίας, ζητούσε την παρέμβαση των Ρώσων κατηγορώντας τον Αλή, δεν είχε άλλη επιλογή και του είπε ακριβώς ότι έλεγε το έγγραφο, ο Αλής φάνηκε ικανοποιημένος. « Ήθελα να σε δοκιμάσω» του είπε χαμογελώντας σατανικά κι έπειτα του εξήγησε ότι έπρεπε να βρουν έναν τρόπο για να διαβάσουν τα χαρτιά που κρατούσε κρυμμένα σε μια κάσα ο πρόξενος της Γαλλίας. Ο πρόξενος ήταν ένας άνδρας πολύ μορφωμένος, ατρόμητος κι αγέρωχος, ήταν ο μόνος που είχε αψηφήσει τον Αλή χτυπώντας μπροστά του έναν υπηρέτη που είχε αυθαδιάσει, ο Αλής είχε λυσσάξει από το κακό του . «Έχω βάλει στο σπίτι του Γάλλου μια γυναίκα που θα μας βγάλει αποτύπωμα του κλειδιού της κάσας σ’ ένα κομμάτι κερί» είπε στον Σέργιο, «ο σιδεράς του παλατιού θα μας φτιάξει αντίγραφο. Αύριο πρωί που θα βγει βόλτα στην εξοχή ο πρόξενος θα ανοίξετε την κάσα και θα αντιγράψετε όλα τα κείμενα που έχει εκεί μέσα, πρέπει να τα διαβάσω οπωσδήποτε !». Μπορούσαν να δουν τα γράμματα του γάλου σταματώντας τον ταχυδρόμο που τα μετέφερε όμως δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν επειδή ο πρόξενος χρησιμοποιούσε κάποιους κωδικούς που τους είχε φυλαγμένους στην κάσα του. Όταν άνοιξαν το μπαουλάκι και πήραν τους κωδικούς κατάφεραν να διαβάσουν τις επιστολές, ο Αλής έφριξε, «μα τι θέλει αυτό το κερατά από μένα!» ούρλιαξε με τα σπαστά ελληνικά που μιλούσε, μα σαν ήρθε μπροστά του ο πρόξενος το μόνο που του είπε ήταν : «είσαι άξιος επειδή υπηρετείς σωστά τους αφέντες σου!».
«Θα πάω να δω τους γονείς μου στην Άρτα» του είπε ένα βράδυ που καθόταν κοιτάζοντας τις χορεύτριες του χαρεμιού, ο Αλής τον κοίταξε καχύποπτα, «τι θέλεις τώρα να δεις τους γέρους, έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουν, σε θέλω μαζί μου αύριο, θα πάμε σ’ ένα χωριό να κάνουμε μια δουλειά», ο Σέργιος κατάλαβε αμέσως. Σ’ όλο το σαράγι είχε ακουστεί ότι ο Αλής ετοιμάζονταν να πάρει εκδίκηση για το βιασμό της μάνας και της αδερφής του, η εκδίκηση έκαιγε σαν κάρβουνο μέσα του πολλά χρόνια κι είχε ορκιστεί να πάρει πίσω το αίμα του, το μίσος που έκρυβε έπρεπε να ξεσπάσει κάπου. Όταν έφτασαν στο χωριό, τους πήγαν μπροστά σ’ ένα χάνι ερειπωμένο όπου είχαν κλειστεί δεμένοι κάπου πεντακόσιοι άντρες που πίστευε ότι έπρεπε να τιμωρηθούν. Ο Σέργιος έπρεπε να τους καταγράψει, ο Αλής ζήτησε ν’ ακούσει ένα προς ένα τα ονόματά τος, έπειτα στάθηκε σ’ ένα πεζοδρόμιο, έξω από το χάνι, και ζήτησε να περάσουν όλοι από μπροστά του για να τους εξετάσει. Ρωτούσε τον καθένα για το όνομα και την οικογένεια του, τελευταίος ερχόταν ένας γηραλέος, τυφλός, μουρμουρίζοντας κάποια λόγια που λένε οι Οθωμανοί πριν πεθάνουν, ο Αλής τον παρατήρησε προσεχτικά κι αφού σκέφτηκε για λίγο διέταξε να μην μπει στο χάνι.
Ήταν μια μέρα συννεφιασμένη που προμήνυε το κακό, ένα τρομερό βουητό έβγαινε από το χάνι καθώς οι άνθρωποι που είχαν φυλακιστεί εκεί μέσα ζητούσαν έλεος, εκείνο το βουητό το άκουγε μέχρι το τέλος της ζωής του στον ύπνο του. Οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν απ’ όλες τις μεριές εξολοθρεύοντας τους φυλακισμένους, ο Αλής ζήτησε να ψάξουν ανάμεσα στα πτώματα για τυχόν επιζώντες όμως ο Σέργιος κι οι άλλοι που ήταν μαζί του άφησαν πολύ κόσμο που είχε επιζήσει μέσα στο χαμό να φύγει. Εκείνο το έγκλημα στοίχειωσε τον Αλή, οι κραυγές των τραυματιών που πέθαιναν αβοήθητοι ακούγονταν για μέρες πολλές, είχε υπερβεί τα εσκαμμένα, η οργή του κόσμου δεν μπορούσε να κρυφτεί κι έφτανε στα αυτιά του, φαινόταν πολύ ταραγμένος.
Όντας προληπτικός και δεισιδαίμονας ο Αλής πίστευε ότι ο θεός θα τον τιμωρούσε, ένιωθε ότι ζύγωνε το τέλος του, φοβόταν να κοιμηθεί μόνος του κι έβαζε παντού σκοπιές. Στο παλάτι είχε χαθεί η τάξη, οι υπηρέτες ξυπνούσαν ότι ώρα ήθελαν κι οι γυναίκες του χαρεμιού το έσκαγαν κλέβοντας ότι πολύτιμο έβρισκαν. Ο Σέργιος αισθάνθηκε ότι ήταν η ώρα να φύγει από κει πέρα, ετοίμαζε τα πράγματα και τις οικονομίες που είχε μαζέψει όλα τα χρόνια όταν άκουσε ότι ήθελε να τον δει κάποιος ταξιδευτής από το Μαρόκο. Έλεγε ότι ήταν μάντης και είχε κατασκευάσει έναν μαγικό καθρέφτη από στιλβωμένο ατσάλι, μέσα σε κείνο τον καθρέφτη έλεγε ότι μπορούσες να δεις τι συνέβαινε στον κόσμο εκείνη τη στιγμή. «Τι θέλει τώρα τούτος ο διάβολος!» σκέφτηκε μέσα του όμως για κάποιο λόγο δέχτηκε να τον ακούσει σαν να ήθελε κάποιου είδους καθοδήγηση. Ο ταξιδευτής έβγαλε από έναν μεγάλο σάκο τον παράξενο καθρέφτη του και τον απίθωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι, ύστερα φώναξε κοντά του τον Σέργιο, «βλέπεις τι γίνεται εδώ;» του είπε, «οι Έλληνες ετοιμάζονται να επαναστατήσουν» ,ο Σέργιος πλησίασε, δεν είδε τίποτα μέσα στο γυαλί όμως ο ταξιδευτής μιλούσε τόσο πειστικά που ένιωσε ότι υπνωτίζεται, «θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος και θα εξουσιάσεις όλα τα μέρη της Πελοποννήσου και της Στερεάς!» ψιθύρισε ο ταξιδευτής, «πως είναι δυνατόν…» τον ρώτησε, «αφού δεν είμαι τούρκος και δεν μπορώ να έχω τέτοια εξουσία;» ο ταξιδευτής τον καθησύχασε «θα γίνει επανάσταση κι οι ρωμιοί θα φτιάξουν κράτος δικό τους, εσείς οι χριστιανοί θα πάρετε πίσω τα χώματα σας» του είπε, ο Σέργιος έμεινε εκστατικός και φοβισμένος, αν μάθαινε εκείνες τις προφητείες ο Αλής θα τον σκότωνε επί τόπου, το ίδιο εκείνο βράδυ το έσκασε κρυφά.