Όταν έγραψα ένα κείμενο για τα παιδιά που είμασταν μαζί στην ΚΝΕ είχα μεγάλη ανταπόκριση , με κάποιο τρόπο το έμαθαν ένα σωρό γνωστοί και άγνωστοι, μου έστειλαν μηνύματα, πληροφορίες που δεν ήξερα, κατάλαβα ότι τα νέα μπορούν να διαδοθούν αστραπιαία στο διαδίκτυο. Δεν γνώριζα καθόλου πως παίζονταν το παιχνίδι ,κατάλαβα όμως γρήγορα ότι μπορούσες να τραβήξεις την προσοχή εύκολα ειδικά αν έκανες κάτι παλαβό, όλοι οι νευρωτικοί ζητούσαν κάτι παράξενο όμως δεν μου άρεσε όλο αυτό το πανηγύρι, ξέφευγε από τον έλεγχο μου, προτιμούσα να περιμένω βελτιώνοντας το γράψιμο και την έμπνευση μου, ήταν πάντως μια φάση περίεργη, είχα δεχτεί και κάποια μηνύματα απειλητικά για κάποια κείμενα, κατάλαβα ότι δεν μου πήγαινε αυτό το μονοπάτι.
Κατά καιρούς έχω γράψει κομμάτια που πίστευα ότι θα πήγαιναν καλύτερα επειδή ήταν πολύ αληθινά και με είχαν συγκλονίσει όμως πέρασαν απαρατήρητα ενώ άλλα που δεν τα υπολόγιζα και τα είχα γράψει εντελώς χαλαρά, πήγαν πολύ καλά, δεν μπορώ να το εξηγήσω, όπως λέει κι ο Παπαδιαμάντης ο κόσμος προτιμά να του λες ιστορίες πλασματικές παρά την αλήθεια. Οι Δαρδάνειες πύλες ήταν ένα κείμενο στο οποίο είχα πιστέψει πολύ και πήγε καλά, το περιέλαβα και στο προηγούμενο βιβλίο μου και είμαι πολύ περήφανος για αυτό. Κάμποσα διηγήματα μου δημοσιεύτηκαν στο Διάστιχο και σε βιβλία που επιμελείται ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, πάντα ψάχνω στο μπλογκ μου για κάτι σχετικό όποτε μου ζητά ο Ελπιδοφόρος μια συμμετοχή σε κάποια έκδοση, αυτή η συνεργασία μ’ έχει βοηθήσει πολύ. Μια ιστορία που θυμάμαι είναι Το ζενίθ του λυκόφωτος που είχα εμπνευστεί από κάποιο βιβλίο ενός Έλληνα αστυνομικού δημοσιογράφου. Οι αστυνομικές ιστορίες ήταν πάντα οι αγαπημένες μου, μου αρέσει η ατμόσφαιρα που έχουν, η αγωνία, η αναζήτηση της αλήθειας, η επικράτηση του καλού πάνω στο κακό, οι τύψεις και οι ομολογίες των κακούργων, η επιμονή κάποιων να βρουν τον ένοχο και να τον κάνουν να πληρώσει, υπάρχει ένα καταπληκτικό κανάλι στο Υou Τube που βγάζει απίστευτες ιστορίες, δεν έχω χάσει ούτε ένα επεισόδιο του, από κει έχω ξεσηκώσει ένα σωρό ιδέες.
Μερικές φορές κοιτούσα τα στατιστικά της επισκεψιμότητας κι αποθαρρυνόμουν, άλλες φορές έβλεπα μια μεγάλη είσοδο κι ένιωθα χαρούμενος. Ξεκίνησα γράφοντας πολύ συχνά, είχα μαζέψει τόσα πράγματα μέσα μου, όμως κατέληξα σ’ ένα κείμενο κάθε μήνα, αυτή είναι μια καλή νόρμα για μένα. Για να μπορείς να γράφεις σε τακτική βάση πρέπει να δουλεύεις διαρκώς την έμπνευση και τις ιδέες σου, να καταγράφεις όλες τις σκέψεις, τις εικόνες και τα περιστατικά που σου κάνουν εντύπωση και μπορούν να σου χρησιμέψουν, να κρατάς το μυαλό σου πάντα σε εγρήγορση. Για πολλά χρόνια παρακολουθούσα στα πειρατικά κανάλια ότι καινούριο σίριαλ κι όποια καινούρια ταινία έβγαινε, είχα ξεκινήσει κι έψαχνα τους καταλόγους ταινιών, πέρασα μία προς μία πεντακόσιες ταινίες και είχα ξεχωρίσει αυτές που με ενδιέφεραν, είναι μια δουλειά που συνεχίζω να κάνω, οι αφηγήσεις των ταινιών είναι πάντα μια πρώτης τάξεως πηγή ιδεών για ένα κείμενο αφήγησης . Έναν καιρό που δούλευα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, έβλεπα ένα σωρό πράγματα, συναντούσα όλων των λογιών τους ανθρώπους και κατέγραφα τα πάντα, ήταν μια σημαντική εμπειρία που μου άφησε όμως μια γεύση πολύ πικρή, όταν έφυγα από κει πέρα δεν ήθελα να ξαναδώ το μέρος για πάνω από μια πενταετία, εκεί εμπνεύστηκα ένα μεγάλο μέρος των κειμένων μου και κατάλαβα πως λειτουργεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, ήταν ένα πολύ καλό μάθημα. Από αυτά που έβλεπα σ’ εκείνη τη δουλειά μου ήρθαν οι ιδέες για κείμενα που διαβάστηκαν πολύ όπως η Αναγέννηση Αλόννησος, οι τύποι που συναντούσα εκεί πέρα ήταν συνήθως παρακμιακοί και ξεπεσμένοι, ήταν βέβαια αυθεντικοί, έδιναν καλό ερέθισμα, συνήθως προσπαθούσαν να βγάλουν λεφτά με εύκολο τρόπο και ύποπτο, αυτό βέβαια έχει τη γοητεία του αλλά από τότε σιχάθηκα το λουμπεναριό.
Τον Καστροφύλακα τον εμπνεύστηκα σε μια εκκλησία, οι εκκλησίες γενικά με εμπνέουν, έχουν μια πνευματικότητα και σε συνδέουν με το απώτερο παρελθόν, το Βυζάντιο κι ακόμα πιο πίσω. Εκεί λοιπόν που καθόμουν στο αναλόγιο σκέφτηκα ότι όπως εγώ ήμουν βοηθός του πρωτοψάλτη θα μου άρεσε ένας ήρωας που στέκεται δίπλα στον βασιλιά χωρίς να επιδιώκει την πρωτοκαθεδρία, που επεμβαίνει όταν χρειάζεται κι όταν ξεσπά κάποια κρίση, η διαχείριση κρίσεων ήταν πάντα το αγαπημένο μου αντικείμενο, έτσι ξεκίνησα τον Καστροφύλακα. Στην αρχή νόμιζα ότι είχα τελειώσει μ’ αυτόν γράφοντας μερικά κομμάτια όμως κατά καιρούς επανέρχονταν στο νου μου, ειδικά όταν διάβαζα κάποιον αξιόλογο βυζαντινό ή Ρωμαίο συγγραφέα, ή όταν έβρισα ένα χωρίο σε κάποιο βιβλίο που αναφέρονταν σ’ εκείνη την εποχή, ο μεσαίωνας είναι μια περίοδος που με γοήτευε πάντοτε.
Ένα πράγμα που με βασάνιζε ήταν μήπως μου κλέψουν τα κείμενα ή μήπως μου παραβιάσουν την ιστοσελίδα, αυτός ήταν ένας μόνιμος φόβος για αυτό κι έχω κρατήσει ένα σωρό αντίγραφα σε c d, στικάκια και φακέλους, ανησυχούσα πολύ μέχρι που μια κοπέλα μου είχε πει, «πίστεψε με, οι χάκερς έχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα να κλέψουν», αυτό με είχε προσγειώσει κάπως.
Όταν ξεκινώ μια ανάρτηση γράφω πολύ γρήγορα, χωρίς να προσέχω, προσπαθώντας να αποτυπώσω ότι έχω στο μυαλό μου προτού φύγει. Ύστερα πρέπει να διορθώσω την ορθογραφία, τη σύνταξη, να στρώσω το κείμενο κόβοντας οτιδήποτε χαλά τη ροή του- σ’ αυτό είμαι αμείλικτος- να οργανώσω την αρχή, την ανάπτυξη, το κλείσιμο, τον τίτλο, αν δεν με ικανοποιεί δεν το ανεβάζω ποτέ. Καμιά φορά τα κείμενα βγαίνουν εύκολα, σαν αέρας, άλλες φορές πάλι σου βγάζουν την πίστη, θέλει μεγάλη συγκέντρωση και επιμονή για να τα ολοκληρώσεις όπως πρέπει. Κάποιες φορές ξέρω την αρχή, άλλες φορές πως θα τελειώσει, τυχαίνει να γνωρίζω το θέμα κι άλλοτε ξεκινώ όπως να ναι και στην πορεία το βρίσκω από κάτι που μου τράβηξε την προσοχή, υπάρχουν στιγμές που μια έμπνευση δεν τραβάει και πρέπει να βρεις κάτι καινούριο κι άλλοτε ένα θέμα δεν λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό σου για καιρό πολύ.
Πάντα γράφω νωρίς το πρωί, αγαπώ ιδιαίτερα αυτή την ώρα, έχει ησυχία απόλυτη, όταν είναι χειμώνας είναι ακόμη καλύτερα επειδή αργεί να ξημερώσει και μπορείς να κάνεις ένα σωρό πράγματα, όλοι κοιμούνται, το μυαλό είναι καθαρό. Πέφτω πάντοτε για ύπνο στις εννιάμιση, εδώ και χρόνια, κατά τις 4 κ 30 έχω χορτάσει ύπνο και μπορώ να ξεκινήσω, ψάχνω πρώτα τις ειδήσεις, τι στο δαίμονα έχει συμβεί όλη νύχτα κι αν έχει ανεβεί τίποτα ενδιαφέρον στο διαδίκτυο, ύστερα πιάνω το πληκτρολόγιο. Αν και δεν είμαι τύπος της νύχτας, το σκοτάδι μου αρέσει επειδή κυκλώνει τα πάντα, τα κάνει πιο μυστηριώδη, πιο ελκυστικά, τις ώρες της νύχτας τις έχω περιγράψει και σ΄ ένα κείμενο το Κρασιά φρουτώδη που κανονικά θα έπρεπε να λέγεται Η ώρα του διαβόλου αλλά μου είχε φανεί γρουσούζικος τίτλος και δεν τον έβαλα, κι αυτό το κείμενο πήγε πολύ καλά.
Το δεύτερο σε απήχηση κείμενο μετά Τα τέσσερα στρώματα των αστεριών, ήταν οι Μεταβολές του μαγνητικού πεδίου, ένα κείμενο που εμπνεύστηκα κάποια στιγμή πάλι σε μια εκκλησία, διαβάζοντας κάποιο φυλλάδιο με μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν θαύματα. Οι αφηγήσεις των ασθενών για την υπερφυσική θεραπεία τους μου φάνηκαν πολύ παραστατικές, σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν να γίνουν μια καλή ιστορία κι όπως γίνεται συνήθως, ενώ στην αρχή δεν το πιστεύεις και τόσο πολύ, όσο προχωράς γράφοντας και ζωντανεύεις μια ιδέα με τη διαίσθηση και τη φαντασία, στο τέλος αρχίζεις να βλέπεις κάτι που μπορεί να σταθεί πολύ καλά. Είναι λίγο διφορούμενο και παρουσιάζει τον άγιο να μην είναι απαραίτητα καλός, όμως η τελική άποψη του συγγραφέα εξαρτάται από το πως νιώθει τη στιγμή που γράφει κι εγώ φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο ένιωθα κάπως περίεργα οπότε θα το κρατήσω όπως είναι. το κείμενο αυτό εξακολουθεί να μου αρέσει και θα το βάλω – με μερικές διορθώσεις - στο καινούριο βιβλίο που ετοιμάζω .