Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

ΒΡΕΑΚΙΝG NEWS

Στον Άκη που είναι μέσα θα μπορούσα να πω μερικά πράγματα -τυχαίνει νάχω κάτι γνωστούς που είναι μπουζουριασμένοι-  για παράδειγμα μου λένε ότι οι καλύτερες φυλακές είναι στα Γρεβενά που είναι καινούριες, στο Κορυδαλλό έχει πολύ βρωμιά και πήχτρα θέλει κάνα μήνα για να κάνεις μπάνιο.
 Ένα παιδί μου διηγούνταν  διάφορα σε κάτι δικαστήρια όπου πήγαινε να πάρει  αναβολή και να φύγει για Πάρο, εκεί όπου ξεκαλοκαιριάζει με τις τουρίστριες. Τον είχα ρωτήσει γιατί τον τραβολογούν και μου είπε ότι είχε φέρει λαθρομετανάστες από κάποια χώρα ''Τι θες να κάνω για να ζήσω ;'' μου έλεγε. Σε κάποια φάση που του την είχε δώσει  γιατί τον έσερναν  από φυλακή σε φυλακή ανά την Ελλάδα σα νάκανε περιοδεία, έβαλε φωτιά στα στρώματα και πετούσε πόρτες και κάγκελα στους έντρομους φύλακες'' δεν θέλω να τα θυμάμαι αυτά'' μου έιπε.
Ο Άκης βέβαια δεν πρόκειται να περάσει τίποτα τέτοιο αλλά όσο νάναι θα ζορίζεται και να σκεφτείς ότι κάποτε ήθελε να σώσει τη χώρα και παραλίγο να γίνει πρωθυπουργός.

Αλλά πρέπει νάσαι τρελλός για να θέλεις να σώσεις αυτή τη χώρα όπου χτυπούν γυναίκες διαιτητές και γεμίζουν αίματα αβοήθητους ειδικούς φρουρούς, σπάνε τζάμια και λάμπες κι ότι βρουν μπροστά τους στις διαδηλώσεις, κλέβουν ρόδες από ποδήλατα κι αυτοκίνητα, γυαλίζει το μάτι τους σαν δουν καμιά γυναίκα να ιδρώνει για να παρκάρει, σκοτώνονται για το χρυσό στη Χαλκιδική,  στα ενεχειροδανειστήρια ξεπουλιούνται χρυσάφια και διαμάντια, ο Σφακιανάκης κάνει κύρηγμα υπέρ της χούντας το βράδι σ' ένα μαγαζί κι οι  γκόμενες επευφημούν, κορίτσια κλέβουν κάρτες πιστωτικές για να βγουν το βράδι, τύποι με μανικετόκουμπα χρυσά πετούν τσιγάρα στην άσφαλτο, ταξιτζήδες δε σταματούν να πάρουν γέρους σακατεμένους, κορίτσια βγάζουν γλώσσα στη κυρία Δήμητρα που τους έδωσε δουλειά, ακροδεξιοί πετούν μπουκάλια νερό σε πολιτικούς για να τους δροσίσουν λέει, Σταλινικοί ονειρεύονται τον πατερούλη, παιδια φεύγουν στο εξωτερικό για να σπουδάσουν και γυρνούν τσιμεντόλιθοι, δάσκαλοι δουλεύουν τέσσερις ώρες κι ύστερα κάνουν διακοπές ατέλειωτες το Καλοκαίρι  και κόλπα με φενγκ σούι κι άλλες αηδίες, στο αστικό κανείς δε σηκώνεται για μια έγγυο με το παιδί στην αγγαλιά επειδή είναι ξένη.
Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, ένα παιδί με δροσερό χαμόγελο σ' ένα ασανσέρ  σε διαβεβαιώνει ότι δεν είναι διπλοθεσίτης, ένας ταξιτζής σου δίνει προτεραιότητα φωνάζοντας ''Είμαστε Ευρώπη ρε!'' στη λαική τύποι γεμάτοι χώματα τρώνε σ' ένα παγγο κασέρι με ντομάτα, μια κονσέρβα ψάρι, λεμόνι κομένο στα τέσσερα, πιπεριές κόκκινες ψημένες, ένας γέρος αξύριστος  κάπου στην Ερμού σου γαζώνει την τσάντα για ένα ευρώ, ένας φαντάρος  δεν έβαλε μέσο κι άφησε να τον στείλουν όπου νάναι για να καταλήξει στη Λήμνο, ένα παιδί χαρίζει ένα φουστάνι μαύρο απ' το μαγαζί του  σε μια γυναίκα για μια κηδεία ''Δε θέλω λεφτά'' λέει.
Αλλά ανοίγεις την οθόνη κι απο παντού πετάγοντια ειδήσεις και δελτία έκτακτα και breaking news καταιγιστικά,  παντού σκάνδαλα φτώχεια  και δυστυχία και τύποι χαμερπείς, ο γέρο Μπερλουσκόνι κοιμάται με κορίτσια απ' το Μαρόκο, τύποι βίαιοι κλωτσούν παιδιά, βία και μίσος κι ανωμαλία  σπαρμένα στα γονίδια ανθρώπων παντού στον κόσμο, άντρες  παντρεύονται μεταξύ τους, νεκροί ανακαλύπτονται σ' αυτοκίνητα εγκαταλειμένα, συμορίες  αιματοκυλιούνται,   ψυχωτικοί σχεδιάζουν εγκλήματα και καταστροφές, γέφυρες σωριάζονται, Μουσουλμάνοι τρελλαμένοι βάζουν βόμβες, αυτοκίνητα μεθυσμένων απογειώνονται, η Δύση καταρέει, πρέπει νάσαι πραγματικά τρελλός για να θες να σώσεις αυτόν το κόσμο   
 

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ

Έβλεπα την Αντζελίνα Τζολί  να πέφτει και να σηκώνεται, να την κυνηγούν μέσα σε τούνελ όπου δεν μπορούσε να πάρει  αέρα, ν' ανεβαίνει σκάλες σιδερένιες σφίγγοντας τα δόντια , να λυσσάει και να σκυλιάζει , να τα δίνει όλα, να αναδύεται μέσα από λάμψεις πορτοκαλιές, να πηδά πάνω σε φορτηγά, να πληγώνεται, να πονά,  και να σώζεται τη τελευταία στιγμή, έτσι είναι φίλε άμα δε  ματώσεις δεν κερδίζεις.
Κατέβαινα κάτι σκάλες κάποτε κι όπως κοίταζα τη φάτσα μου σ' έναν καθρέφτη μούρχονταν να ουρλιάξω γιατί με έιχαν παρει σε μια δουλειά αφού με είχαν σουτάρει από εκατό άλλες και το ήθελα πολύ  -  πρέπει να φαίνεται στο βλέμα όταν νιώθεις έτσι.
Κάποια μου είχε πει  ''Εγώ σε βλέπω σα φίλο'' κι όταν πήγα σέρνοντας στο σπίτι άνοιξα τη τηλεόραση και  σκέφτηκα ΄΄'Αμα κερδίσει αυτή η ομάδα τη γλίτωσες,  άν χάσει ετοιμάσου για καταποντισμό στα τάρταρα''  κι όταν μπήκε γκολ πετούσα στον αέρα τις κουβέρτες και τα σκεπάσματα.
Κάτι καταραμένες εξετάσεις με είχαν στοιχειώσει κι όταν ήταν να ρωτήσω τα αποτελέσματα έτρεμα αλλά ένα κορίτσι πίσω από ένα τζάμι μου είπε χαμογελώντας ''Περάσατε'' κι ήθελα να πηδήξω τον πάγκο και να τη φιλήσω.
Άλλοτε πάλι περίμενα νέα από μια γυναίκα κι  όλοι μου λέγανε ''Είσαι βλάκας, ξέχνα την'' όμως μέσα μου βαθιά ήξερα πως θα γύριζε κι έτσι έγινε.
 Ασήμαντα γεγονότα μπορεί να σ' ανεβάσουν.  Ένα μωρό  στέκεται σ' ένα λεωφορείο ακουμπώντας όρθιο σ' ένα τζάμι, μπλουζάκι στο χρώμα της σάρκας , παντελόνι τζιν εφαρμοστό, ξανθά μαλλιά, στέκεται σα την Μπριζίτ Μπαρντό με βλέμα που λέει'' Πάρε με'' και θες να της  πεις ΄΄Μαζί σου και στη κόλαση΄΄ κι ένας φίλος σε φτιάχνει καθώς σου λέει για τότε που δούλευε με δυο παιδιά   σ' ένα εστιατόριο κι αυτοί τρώγανε από άλλο μαγαζί κι ύστερα πήγαν στις παραλίες της Νάξου όπου  οι Ιταλίδες τους σνομπάριζαν γιατί είχαν κάνει κοιλιές,  αλλά οι μάγκες είχαν ξεσκιστεί στο γέλιο με τα λέσια τους Ιταλούς που την έπεφταν σε όποια νάναι.
Κάπου στην Άνω Πόλη  τα φώτα σβήνουν ξαφνικά και  χάνεσαι στα στενά, τηλεοράσεις φωτίζουν κάμαρες σκοτεινές, σκύλοι ουρλιάζουν, η πόλη βουτηγμένη στα μαύρα, μονάχα κάτι λάμψεις μικρούτσικες σαν αστεράκια φέγγουν σ' ένα σημείο.
Στο κέντρο, σε μια στάση, αστικά πάνε κι΄ έρχονται ασταμάτητα στους φωτεινούς πίνακες και τα ηχεία δονούνται από τον Republic που παίζει σ' ένα μαγαζί βρώμικο,  του θανατά. Ένας πατριώτης τόχει ανάθεμά τον και  λες μέσα σου ''Άστο καλύτερα γι απόψε'' νιώθωντας το σώμα να ιδρώνει και να μουσκεύει από τη γρίππη που περνά αργά από πάνω σου. 
Άλλη μια  φορά έχεις βγει ζωντανός διαβαίνοντας  τη στενωπό, κινούμενος στο όριο πάντα, εκεί που όλα κρέμονται από μια κλωστή, κρατώντας το μομέντουμ και τη φλόγα αναμένη. Κι όλα αυτά χάρη σ' αυτό το υπέροχο όργανο, το μυαλό  που γυρόφερε ένα πρόβλημα, το οσμίστηκε, βρήκε τα αδύνατα σημεία του, τις ρωγμές, τα ανοίγματα  και τις εσοχές του και μετά πήρε φόρα, διείσδυσε μέχρι την καρδιά της κατάρας που σε βασάνισε για χρόνια, βρήκε τον πυρήνα της και τον ανατίναξε σε εκατομύρια μικρά κοματάκια μέσα σε ορυμαγδό από κρότους, και  σπίθες , φώτα, λάμψεις και πυροτεχνήματα.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι οι πιτσιρικάδες απογειώνονται σα ρουκέτες στα μηχανήματα του λούνα-  παρκ  κι ύστερα γκρεμοτσακίζονται στριγγλίζοντας.  Άλλες φορές πάλι κρέμονται ανάποδα στριφογυρίζοντας και ουρλιάζοντας εκεί ψηλά. Μια φορά το δοκίμασα αυτό και σκέφτηκα '' Αρκετές συγκινήσεις έχω ήδη στη ζωή μου''.
Στα Mac Donald's, κοντά στην ΙΚΕΑ, φυσσαλίδες σχηματίζονται στα ποτήρια της κόκα κόλα και στα μπουκάλια του νερού βλέπεις κορφές χιονισμένες απ' τα Ζαγοροχώρια εκεί που λένε ότι οι αντάρτες έκρυψαν λάφυρα σε φαράγγια και λαγγάδια και ρεματιές δασωμένες.
 Το φως είναι τόσο δυνατό που σου σμπαραλιάζει το μυαλό και δε μπορείς να συγκεντρωθείς πουθενά, αυτοκίνητα με ανοιχτά ραδιόφωνα περνούν,  μυρουδιά από γρασίδι κομένο στον αέρα κι έχεις την εντύπωση ότι κάποιος κείτεται στο δρόμο εκλιπαρώντας για βοήθεια αλλά μπορεί νάναι κι ένας σωρός άμμου που παράτησαν κάτι εργάτες σε κάποια άκρη. Ένας  από δίπλα σου λέει πως κοιμήθηκε μ' ένα κορίτσι το περασμένο βράδι στην αμμουδιά, τον ρωτάς'' Πως ήταν;'' - ''Δε θυμάμαι ήμουν μεθυσμένος΄΄.
Στην πόλη παλαβοί υδραυλικοί δουλεύουν ασταμάτητα, σκάβουν σε τοίχους, κλείνουν υδροροές χαλασμένες, πέφτουν πάνω σε καλώδια σύρματα, πλέγματα, νερά πλυμυρρίζουν από παντού ενώ κάποιοι προσπαθούν να κοιμηθούν σε σεντόνια ιδρωμένα κι ακούς τις ανάσες τους βασανιστικές να κόβουν στα δυο την υσηχία του μεσημεριού.
 Στο δρόμο κοπέλλες με σορτς και μακό μπλουζάκια κάτω απ τα οποία διακρίνεται το περίγραμα του σουτιέν, κάποιοι ταξιδεύουν σε καρότσες φορτηγών ο άνεμος κυματίζει τις τέντες στα μπαλκόνια.

 Κάπου Δυτικά κάτι φίλοι σε στέλνουν να πάρεις κάτι φρούτα , χάνεσαι ανάμεσα στα ράφια καταλαβαίνεις ότι όλοι έχουν φύγει  και σε κλέιδωσαν μέσα , ψυγεία βουίζουν, το κινητό δε δουλεύει βήματα ακουγονται από τις γωνιές , ψίθυροι περίεργοι, ένα κεφάλι απο΄ένα παράθυρο εμφανίζεται αργά για να σου πει πως θα βγεις.
Στο Βαρδάρη , τα φρουτάδικα ανοιχτά όλη νύχτα πουλούν πεπόνια,  σταφύλια κόκκινα και πράσινα, ξενύχτηδες ανάκατοι με ναρκομανείς και τραλλαμένους κυκλοφορούν στα στενά, Πακιστανοί και Βόύλγαροι κι Ασιάτες διάφοροι επικοινωνούν στα Ελληνικά έξω από ξενοδοχεία με ονόματα μυθικά κι αμύθητα:  ΑΤΛΑΣ , ΗΛΙΟΣ , ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, γυναίκες ξανθές   με τατουάζ που δείχνουν δράκους τρομαχτικούς σε βλέπουν μέσα από καθρέφτες,  νομίζεις ότι τις ξέρεις μα σαν πλησιάσεις καταλαβαίνεις πως η μνήμη σε πρόδωσε ξανά, κούκλες σαλεύουν στις βιτρίνες των μαγαζιών, ένα φανάρι γερμένο, λάδια και ροκανίδια και γυαλιά στην άσφαλτο, γάτες πίνουν από λακούβες κοιτώντας σαν αγρίμια δεξιά - αριστερά κι έπειτα τρέχουν να ξεφύγουν κάτω από ρόδες αυτοκινήτων που περνούν, πουλιά  και νυχτερίδες φτερουγίζουν στα σκοτεινά, ένας γαλάζιος σταυρός ψηλά σε μια εκκλησιά.

Στην Εγνατία η είσοδος ενός  φαραγγιού   σχηματίζεται από δυο κτίρια που ορθώνοναι κάθετα σα βράχοι τεράστιοι  και το φεγγάρι κατεβαίνει πολύ  χαμηλά σα να θέλει να  βάλει φωτιά στο σκηνικό.
Όταν όλοι πάνε για ύπνο κι οι ταξιτζήδες ακουμπούν στο παράθυρο του αμαξιού να ξαποστάσουν καλπασμός  ακούγεται  στα τσιμέντα.
Ο βασιλιάς έχει κατέβει από το ψηλό του βάθρο για να καλπάσει στη παραλία με τον Μεγαλέξαντρο.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

EL DORADO

Στην Ανθή

Έναν καιρό ο αδερφός μου- Κώστα χαιρετίσματα-  σκέφτονταν να τη κάνει για  Κίνα ή Βραζιλία ακολουθώντας τα εργοστάσια της HONDA που  έφευγαν απ' το Swindon της Αγγλίας,  καλά αυτός δεν καταλαβαίνει τ' άντερα του και μπορεί να ζήσει και στη Σιβηρία αρκεί νάχει κρέας μπόλικο να καταβροχθίζει και βότκα ή ούζο να ζεσταίνεται. Κάποιοι μάλιστα λένε ότι η Σιβηρία μπορεί νά είναι το καινούριο Ελ Ντοράντο που θα τραβήξει παραπανίσιους πλυθησμούς -δεν ξέρω πως θα αντέξουν  το ψοφόκρυο- με τα αμύθητα  κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου και τα αποθέματα από λίθους, πολύτιμους και πέτρες και πετρώματα και στουρναρόπετρες, όπως κάποτε τα χρυσάφια των Μάγιας και των Ίνκας τραβούσαν τους Ίβηρες στις ζούγκλες του Ισημερινού και στα υψίπεδα του Περού, εκέι όπου σου κόβεται η ανάσα απ τον αραιό αέρα.
Άλλοι πάλι λένε πως η καινούρια γη της επαγγελίας είναι η Αυστραλία όπου δίνουν κάτι μισθούς κουφούς, αλλά ακούω ότι έχει πολλά φίδια κι αράχνες κι αλιγάτορες που τριγυρνούν στις πόλεις και δαγκώνουν και τσιμπούν θανάσιμα κι άλλοι πάλι λένε ότι το παιχνίδι θα παιχτεί στη Ασία, η Ευρώπη πάει πέθανε,  γι αυτό πρέπει νά τάχουμε καλά με τους Ταϊβανέζους και τους Βιετναμέζους που έρχονται κατά δω γιατί κάποτε μπορεί να μεταναστεύσουμε κατά κείνα τα μέρη, αυτά  που όργωνε μια εποχή ένας ξάδερφος μου ναυτικός, βλέποντας στα ντοκς των λιμανιών ονόματα Ελληνικά χαραγμένα κι άλοτε αντιμετώπιζε πειρατές τραλλαμένους έξω απ΄τις Φιλλιπίνες , εκεί όπου μια γριά μάγισσα, σκελετωμένη   του είχε πει πράγματα φοβερά και τρομερά που θάβλεπε στη ζωή του.
 
Τώρα για τα παιδιά που έφυγαν κατά το Βορρά να τους πούμε ότι το καλοκαίρι πλησιάζει κατά δω και τα μανάρια αρχίζουν να τα πετούν όλα φορώντας μονάχα κάτι τζιν φόρμες με τους γιακάδες απ΄ έξω και σταράκια και κάτι που κάνει τα χείλια τους να γυαλίζουν κι άλλες κυκλοφορούν με παντελόνια πράσινα και σακάκια άσπρα και παπούτσια κόκκινα.  Η Χαλκιδική ετοιμάζεται να δεχτεί μποτιλιαρίσματα κολασμένα, με βρισιές, νεύρα, αγχος, φωνές και τα παιδιά δεν αντέχουν να περιμένουν τις μέρες που θα παίζουν μπάλα όλημέρα στην καυτή άμμο κι έπειτα θα βουτούν στα διάφανα νερά ανάμεσα στους αχινούς και στα χαλίκια και στα βράχια και στα ψαράκια τα μικρούτσικα.
Κι όσο για κάτι κορίτσια που μας ξελάσπωσαν όταν τάχαμε βρει σκούρα κι όταν τσακιζόμασταν σα στραβάδια στα τυφλά, μας άνοιξαν πόρτες και παράθυρα κι εισόδους και μπαλκονόπορτες, να μας τα προσέχουν και να τα εκτιμούν και να τα αγαπούν αυτά τα κορίτσια γιατί είναι έτοιμα να εκραγούν από ταλέντο κι ενέργεια κι ενθουσιασμό,  έχουν χαρακτήρα ατόφιο, καθαρό και κάποτε μπορεί να γυρίσουν στο δικό μας Ελ Ντοράντο με τις χρυσαφιές προσωπίδες που ανασύρονται δίπλα σε ορυζώνες πλυμυρρισμένους, τις απέραντες  θάλασσες που χρυσώνει και δέρνει ανελέητα ο ήλιος,  τις δρακολίμνες που είναι καταπαψυγμένες όλο το χρόνο  ψηλά στο Γράμμο και στον Σμόλικα, τις γαλαζοπράσινες, μυθικές  σπηλιές στο Καστελλόριζο, τα αγριεμένα άλογα που καλπάζουν μες τα χιόνια του Νυμφαίου, τη Σαλονίκη με τα κάστρα και τις πύλες της, τα Μετέωρα με τους θεόρατους βράχους που τους λούζει το φως των θεών ολημερίς.
Κάποτε τα παιδιά μας και τα κορίτσια μας μπορεί να γυρίσουν  στον τόπο με το βράχο του Μαλέα όπου τσακίζουν τα καράβια τα μούτρα τους, τις λίμνες όπου κάποτε ο Ηρακλής κυνηγούσε πουλιά με φτερούγες σιδερένιες για να πάει μετά να παλέψει με τον Αχελώο το γιο του Ωκεανού με τα τρεις χιλιάδες παιδιά , για τα μάτια της Διηάνειρας και στο κατόπι έπρεπε να αναμετρηθεί και με τον λυσσασμένο σκύλαρο τον Κέρβερο εκεί κάτω, στα νερά του Αχέροντα , κοντά  στις πύλες του κάτω κόσμου.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

ΣΑΤΑΝΙΚΑ ΜΥΑΛΑ

Άμα το καλοσκεφτείς μπορεί να  σε χτυπήσει κατακέφαλα - εγώ τόχω πάθει - οι γυναίκες πάντως  θεωρούν τη σκέψη χώρο προνομιακό - εντάξει όχι όλες.
Σε κατακλύζουν με μυνήματα περίεργα, δίχως αποστολέα και συ χτυπιέσαι να βρεις από που στο δαίμονα ήρθαν, τρέχεις σαν τρελλός στις τηλεφωνικές εταιρείες, αυτές σου δείχνουν κάτι νούμερα   σιδηρόδρομους και κάτι κωδικούς από χώρες που δεν μπορείς να τις βρεις ούτε στο χάρτη, πέφτεις πάνω σε φραγές και φράχτες και συρματοπλέγματα, δέχεσαι τηλέφωνα αστικά, υπεραστικά, υπερατλαντικά, υπερκόσμια, υπερφυσικά, κοντεύει να σου στρίψει. Βγάζουν φωτογραφίες για διπλώματα και διαβατήρια, ετοιμάζουν ταξίδια, ακούς ομιλίες περίεργες τη μέρα τη νύχτα, στο μπαλκόνι , στο μπάνιο, καταστρώνουν σχέδια σατανικά και πολυδαίδαλα, βάζουν κάμερες  στον υπολογιστή, μάτια σε παρακολουθούν όλη την ώρα, χρησιμοποιούν διαδικτυακούς τόπους χαοτικούς,αλάζουν εταιρείες τηλεφωνικές σκαρφίζονται ένα κάρο κόλπα και τεχνάσματα.

Κάθεσαι και τις περιμένεις ώρες ατέλειωτες σ΄ ένα παγκάκι, κάτι παιδιά παίζουν τένις, το μπαλάκι πάει κι έρχεται, στη θάλασσα καράβια αραγμένα κι άλλα κάνουν βόλτες, κρουαζιερόπλοια πελώρια με βάρκες σιδερένιες  κρεμασμένες  στο πλάι τους, ο Όλυμπος στεφανωμένος με χιόνια κάπου μακριά,  κοράκια και περιστέρια  ανάκατα χοροπηδούν  ανάμεσα στα χόρτα του πάρκου κι ο αέρας που φυσσά σπρώχνει τα κύματα αέναα κατα το Νοτιά.
 Σ' ένα άλλο παγκάκι  ένα ζευγάρι, αυτή χειρονομεί μ΄εκείνες τις κινήσεις τις απίστευτα γοητευτικές, χέρια και δάχτυλα εκφραστικά,  φορά φόρμες κι ένα μπουφάν λευκό με λουλούδια κόκκινα, μιλά ακατάπαυστα,τον έχει ρίξει δεν υπάρχει περίπτωση.
 Φαίνεται ότι από μικρές μαθαίνουν, το ακούω συνέχεια πια''Εγώ το μπαμπά μου ότι θέλω τον κάνω''. Ξέρουν πως να σαγηνεύουν φτιάχνοντας φράντζες λοξές, βάφοντας τα νύχια Γαλικά, φορώντας καμπαρντίνες στο χρώμα του εδάφους, δαχτυλίδια με πέτρες τετράγωνες, κολάν γυαλιστερά μαύρα, φορέματα εφαρμοστά, όλα στο βωμό της αυτοεπιβεβαίωσης- εντάξει δεν αφορά όλες αλλά είμαι καμένος.
Σαν έρχεται η δικιά σου σου λέει ότι σκέφτεσαι πολύ- δεν ήξερα πως αυτό είναι κακό -μάτια υγρά , φωνή τρυφερή  τα ξεχνάς όλα.
Στο δικό σου στίβο μάχης δοκιμάζεις σενάρια εναλακτικά χιλιάδες, οχτακόσιες λύσεις πιθανές σε προβλήματα βασανιστικά, δουλεύεις καλοκαιρια και χειμώνες και γιορτές κι αργίες με παγωνιά και με κάψα, με βροχή και ήλιο , στον ξύπνιο και στον ύπνο, ανέχεσαι τούβλα , ξεροκέφαλους , ανεγκέφαλους κι ακέφαλους εντελώς και ξαφνικά σούρχεται η φλασιά και της λες ΄΄Ξέρεις μήπως έχεις λάθος εδώ;'', αυτή τρελαίνεται και βάζει τις φωνές, σου λέει μη πειράζεις το παιχνιδάκι μου, που ακούστηκε οι άσχετοι και οι αδαείς να ανακατεύονται με πράγματα που δεν τους κόβει, δε μπορεί δε γίνεται, μείνε μακριά,  νεύρα φασαρίες, φωνές όλα για το άθλιο κι ελεεινό παιχνίδι της ανωτερώτητας και της υπεροχής.
Όμως εσύ έχεις ήδη βρει δρόμους και οδούς και μονοπάτια γαι να την παρακάμψεις, να την προσπεράσεις , να την αφήσεις πίσω, αυτή ξέρει έναν τρόπο μοναχά να κινείται, δεν αλάζει δεν εξελίσεται,  δεν μαθαίνει, σε κοιτάζει θλιμένα, μαύρα μαλιά ανεμίζουν, θες να γυρίσεις , να γίνεις κομάτια,  να δώσεις άλλη  μια ευκαιρία,  μα  δε γίνεται, το σώμα αντιδρά , ο οργανισμός αντιστέκεται, το αυτοκίνητο κορνάρει, πρέπει ν΄ανέβεις να φύγεις μπροστά - πάντα μπροστά- την κοιτάς όπως απομακρύνεσαι να μικραίνει και να μικραίνει, όλα θολώνουν, κάτι φωνές ακαθόριστες, η ζέστη αλοιώνει τα πάντα, οι φιγούρες εξατμίζονται, μια πέτρα ασήκωτη πέφτει πάνω  στη καρδιά,  στο τέλος δε φαίνεται τίποτα.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΟΙΒΑ ΚΑΛΑΜΙΕΣ

Κάποτε προσπαθούσα να μάθω οδήγηση μ' άνα μηχανάκι , μπέρδεψα το γκάζι με το φρένο, καρφώθηκα σε μια βιτρίνα, ένας φορτηγατζής χοντρός σταμάτησε και με ρώτησε ''Θες να το φωρτώσω;''.
Ποτέ δεν έμαθα να οδηγώ αλλά πάντα θέλω να είμαι σε κίνηση, δεν χαλαρώνω ποτέ παρά μόνο στον ύπνο μου εκτός κι αν με κυνηγάει και κει κανένα φάντασμα απ' τα παλιά. Έτσι όμως είσαι ζωντανός και  ζεστός κι άμα τύχει και χτυπήσεις κάνα πόδι , κάνα χέρι, κάνα γοφό ή  το κεφάλι - αυτό προπαντός- το ξεπερνάς και συνεχίζεις, σαν τα άγρια ζώα που είναι πάντα σε επιφυλακή για πιθανούς φονιάδες , αυτούς που βγαίνουν απ τις γωνιές κι απ' τα σκοτεινά φυλλώματα.
 Τους γιατρούς δεν τους πολυεμπιστεύομαι ούτε χάπια παίρνω, ειδικά κάτι αντιφλεγμονώδη που σε σακατεύουν και σε ρίχνουν κάτω. Ξέρω βέβαια πως στο τέλος τους γιατρούς δεν τους  γλυτώνω και κάποτε θα πέσω στα χέρια τους αλλά για την ώρα με σώζει η κίνηση , εν κινήσει τρώω, εν κινήσει σκέφτομαι, εν κινήσει γράφω κάπου στο Βαρδάρη ακουμπισμένος σ΄εναν τοίχο  κοιτάζοντας τις γυναίκες να πουλούν κόλιανδρο και πιπεριές καυτερές, έναν τύπο να σκίζει μια φραντζόλα για να φάει με τυρί και ντομάτα, κάποιος πουλά σφουγγαρίστρες κίτρινες, ένας άλλος εσώρουχα, γυναίκες με πρόσωπα γαζωμένα από ρυτίδες περνούν, άμα βρέχει τα αμάξια μας μουσκεύουν με νερά, ένας γέρος πετά ένα κουτι τσαλακωμένο από τσιγάρα,  καφέδες σε πλαστικά ποτήρια πεταμένοι στο δρόμο, βρώμικα καρτοτηλέφωνα, χαρτά και σακούλες και σκουπίδια,  όπου να κοιτάξει το μάτι σκουπίδια παντού.
 Στις οθόνες των μαγαζιών με τα ηλέκτρικά, λιοντάρια καταβροχθίζουν ζώα που χαλάρωσαν για μια στιγμή,  παραπέρα σεκιουριτάδες τρομαγμένοι με γιλέκα αλεξίσφαιρα κουβαλούν τσάντες σιδερένιες, πυροσβέστες με στολές φωσφωρίζουσες, κάτι κλούβες αστυνομικές έρχονται απ τα δικαστήρια, στους τοίχους αφίσσες  σκισμένες με αναρχικούς που φορούν κουκούλες και κρατούν στην αγκαλιά τους πέτρες τετράγωνες, Α.Τ.Μ. σπασμένα, ένας Λίβυος προσπαθεί να κλέψει μια τσάντα.
Σ' ένα μαγαζί με ζώα εξωτικά κάποιος κόβει με το στόμα το ράμφος ενός πουλιού που έχει μια προεξοχή, παπαγάλοι σκούζουν τα ζώα ασφυκτιούν μέσα στα κουβιά καθώς διαισθάνονται την Άνοιξη, νοσταλγουν τον ανοιχτο χώρο, τα δέντρα και τα ρυάκια, οι σαύρες θέλουν πέτρες πυρωμένες για να λιαστόυν απάνω τους, σκύλοι τρελλαμένοι μέσα σε κλουβιά μικροσκοπικά κι ένας καραχαρίας στριφογυρνά σα δαιμονισμένος μέσα σ' ένα ενυδρείο, αυτός που έχει μάθει να σκίζει τις ανοιχτές θάλασσες  σα μαχαίρι κινούμενο.
Όπως και νάχει  όμως κάποια στιγμή πρέπει να υσηχάσεις, να γυρίσεις στο λημέρι σου για να γλύψεις τις πληγές και τα χτυπήματαπου δέχτηκες άφθονα, στην καθημερινή μάχη  δίχως να περιμένεις τύμπανα να ηχήσουν με τον ερχομό σου ούτε σάλπιγγες να σημάνουν τη λήξη της μάχης και της μέρας.
Κλείνεις τα μάτια στο κρεβάτι και περιμένεις να σε πάρει ο γλυκός ύπνος όπου θα δεις πρασινάδες και ποτάμια και σπίτια χτισμένα στις όχθες τους. Κι εκεί που χαλαρώνεις και κάποιος - πάει κι αυτός- τραγουδάει στο ανοιχτό  ραδιόφωνο'' Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα'' θ' ανοίξεις τα βλέφαρα για να αντικρύσεις έναν μαυροφορεμένο με κουκούλα να στέκεται,  να  σε κοιτά και να σου λέει ΄΄'Ελα να πάμε μια βολτούλα΄΄
Τότε θα σου τη δώσει , θα σκεφτείς πως δεν έχεις ζήσει τίποτα, ότι η ζωή για σένα τώρα ξεκινά, ότι δεν έχεις κάνει ούτε το ένα δέκατο  απ' αυτά που ονειρευόσουν, οι φλέβες στο λαιμό σου θα φουσκώσουν από οργή, θα αρπάξεις τον μαυροντυμένο απ το γιακά, θα νιώσεις τα κόκαλά του να τρίζουν κάτω απ το μανδύα και θα ουρλιάξεις ''Όχι ακόμα!!!!''.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΒΟΤΚΑ ΦΡΑΟΥΛΑ

Με το που είχα δει  εκείνο το αμάξι να στέλνει στον αγύριστο τον Μπραντ Πητ που έκανε τούμπες στον αέρα ήξερα ότι ήταν καλή ταινία άλλωστε πολλές φορές  έχω γλυτώσει από τέτοιο χτύπημα όπως διασχίζω  σα βλάκας τους δρόμους χαμένος στις σκέψεις μου κι οδηγοί φρενάρουν κι έπειτα γελούν σαν κοκαλώνω τρομαγμένος.
Άλλες φορές αντίθετα μου έχει τύχει να φύγω στα πρώτα δυο λεπτά μιας ταινίας κι οι κοπελλες στα ταμεία  με ρωτούσαν απορημένες μήπως έπεσε το ρεύμα και μια φορά μούχει τύχει να φύγω από μια παράσταση θεατρική προτού αρχίσει καν γιατί πήρα μάτι έναν ηθοποιό στα παρασκήνια και κατάλαβα ότι ήταν μάπα το όλο σκηνικό. Θυμάμαι ήταν τέτοιες μέρες κι εγώ βολόδερνα στους δρόμους σα στοιχειό κι έπαιρνα τα αστικά για να περάσει η ώρα .
Τώρα οι διακοπές μου είναι λίγο καλύτερες, μπαίνω στο λεωφορείο για Καβάλα, κάθομαι πλάι σ'ένα μωρό το ρωτώ ''Τι μουσική ακούς;'' αυτό μου βάζει με τα χεράκια του τα ακουστικά στα αυτιά, τη βλέπω με τρόπο , ξανθά γαλάζια μάτια νομίζω, χαμόγελο φωτεινό , βρίζει λίγο αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα. Μου λέει για έναν τυπά που πήγε και κλέιστηκε σε μια αγροικία πάνω στα βουνά μες τα χιόνια κάπου στην Αμερική κι έγραψε ένα κομάτι για τον καθηγητή του που στουκάρησε από ένα μπαλκόνι. Ένα πιάνο και μια φωνή ακούγεται, το μωρό από δίπλα μιλά μες το αυτί μου, η βλάστηση απλώνεται στα βουνά σα χνούδι , οι λίμνες έχουν μπουκώσει από νερό , όλη την Άνοιξη άλλωστε μας σάπισε ο καιρός, χιόνια στον Άθω και στο Παγγαίο, βάρκες σκίζουν τα νερά στο Στρυμωνικό Κόλπο, τα βουνά πιο ψηλά καρτερούν το Μάη για να φυλλώσουν κι εγώ θα μπορούσα να συνεχίσω ένα τέτοιο ταξίδι επ' άπειρω. Το μωρό - Μαρία συγνώμη για την οικειότητα -μου λέει για τότε που πλυμμύρισε το διαμέρισμά της κάπου στην Ερμου και τα νερά ρήμαξαν υπολογιστές κι αρχεία κι έσταξαν από κάτω και τάκαναν και κει όλα λίμπα. Μου λέει να μην ακούω συγκροτήματα δεινόσαυρους απ΄  τα παλιά - ότι πεις σκέφτομαι- και για ένα σκύλαρο ελεεινό που κυλιόταν στην Αριστοτέλους και τον συνέφεραν κι  άλλα διάφορα- άμα δεν είχε φίλο θα της την έπεφτα. Στην άσφαλτο απάνω τα γνωστά χελώνες και σκαντζόχοιροι και σκυλιά και γατιά σκοτωμένα στο καθημερινό μακελειο των Ελληνικών δρόμων τώρα με την Άνοιξη.
Στο χωριό πλακωνόμαστε στα κρέατα -όχι άλλο κρέας- και το βράδυ πάω να κοιμηθώ σε μια φίλη. Απ'το τζαμάκι του φούρνου κοιτάζω το φαγητό να ψήνεται και να φουσκώνει, ενώ μια γυναίκα μας Μια γυναίκα  φέρνει ένα ποτό  δυναμίτη από βότκα και φράουλα και ζάχαρη χτυπημένα στο μίξερ. Λέει κάτι ιστορίες για ένα γάμο αλά Χόλυγουντ που είχε γίνει κάποτε σ' εκείνα τα μέρη κι ήρθαν χιλιάδες κόσμου και πλυμμύρισαν το χωριουδάκι, τακούνια ξηλώνονταν στα κατσάβραχα, Μερσεντές γκρεμίζονταν στα κανάλια, μια Μπε Εμ Βε πήρε παραμάζωμα ένα παρανυφάκι  και του στραπατσάρισε το πρόσωπο, το παρεκκλήσι παραλίγο να καταρεύσει, φωνές, χαλασμός, είχε έρθει η αστυνομία, παραλίγο ο γάμος να γίνει κόλαση κι όλοι να πέσουν σούμπιτοι στο ποτάμι παραδίπλα.

Πλακωνόμαστε μετά στη βότκα φράουλα- εγώ δεν αντέχω ούτε μια μπύρα- κι η γυναίκα που είναι νηφάλια μας πάει σ'ένα χωριό παραθαλάσσιο,  σ' ένα παγγάκι όπου κάθεται το καλοκαίρι με τις ώρες ατενίζοντας τα φώτα της Καβάλας αντίκρυ να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι.
Το πρωί η φίλη μαζεύει τα ρούχα μου σε μια τσάντα για την επόμενη φορά, με φιλά όπως φεύγω , εγώ της λέω ''Σ΄ αγαπώ΄΄ και ξεκουμπίζομαι κατρακυλώντας τα σκαλιά προτού με πάρουν τα ζουμιά γιατί δεν μπορώ τους συναισθηματισμούς.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...