Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

ΦΡΕΝΑ ΠΑΝΙΚΟΥ

 Ολόκληρη η Μητροπόλεως είχε μπλοκάρει, το  πελώριο φαράγγι που σχηματίζονταν ανάμεσα στις δυο σειρές πολυκατοικιών έμοιαζε ν’ αντιβοά  πέρα ως  πέρα απ’ τους θορύβους και τα μαρσαρίσματα, ο δρόμος είχε κλείσει, αμάξια κορνάριζαν, όλοι αναρωτιόντουσαν τι συνέβαινε.

Σε μια διασταύρωση  ένα αυτοκίνητο στέκονταν στη μέση του δρόμου σε μια στάση αφύσικη σα να το είχε πετάξει όπως να ναι κάποιο  χέρι τεράστιο,  μια γυναίκα ήταν ακόμα μέσα του, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί σε μια μεριά του πεζοδρομίου όπου μια μηχανή είχε μπει  ολόκληρη  σε μια βιτρίνα,  όλοι αναρωτιόντουσαν πως το είχε κάνει αυτό ο  αναβάτης,  κάποιοι λέγανε ότι  ένα πρεζόνι είχε πεταχτεί μπροστά του κι αυτός  μες το πανικό του φρενάρισε απότομα μπλοκάροντας τους τροχούς   για να καρφωθεί με το κεφάλι  μες τα τζάμια,η γυναίκα με το αμάξι έρχονταν από πίσω και ντεραπάρισε  κι αυτή κάνοντας σβούρες στο δρόμο,  ο μοτοσικλετιστής κείτονταν  μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο,  μια λίμνη αίματος είχε σχηματιστεί  γύρω του μπροστά απ  τη βιτρίνα που είχε γίνει χίλια κομμάτια, φορούσε ακόμα το κράνος του...

Σάββατο απόγευμα ήτανε λίγο προτού κλείσουν  τα μαγαζιά , τότε που  όλοι είναι χαλαροί γιατί υπάρχει το μαξιλαράκι της Κυριακής οπότε μπορούν να είναι ήσυχοι, δίχως άγχος για μια μέρα τουλάχιστον, η πόλη έμοιαζε πνιγμένη στην ομίχλη, στους πάγκους στο Καπάνι οι πωλητές είχαν απλώσει κομμάτια από κασέρι και τυρί και τρώγανε, ένας ζητιάνος κοιμόταν σε μια άκρη κουκουλωμένος με κουβέρτες μέχρι το κεφάλι, στα κοτοπουλάδικα καψάλιζαν κρέατα με φλογοβόλα κι άλλοι έκοβαν φιλέτα και τα τοποθετούσαν στα ψυγεία,  φρούτα χειμωνιάτικα παντού, σταφίδες απ το Αίγιο, μήλα απ το Πάικο, καρότα απ το Μενίδι, μανταρίνια και σταφύλια απ'  την Κόρινθο…

Γύρω ο τόπος θύμιζε κόλαση, ένας αστυνομικός με στολή εφαρμοστή και γκέτες μέχρι το γόνατο  υποτίθεται ότι ρύθμιζε τη κυκλοφορία αλλά στην πραγματικότητα κοιμόταν όρθιος,  κάποιοι φώναζαν, άλλοι γελούσαν κάνοντας χαβαλέ, άλλοι χάζευαν, η γυναίκα που ήταν στο αυτοκίνητο με την αφύσικη τοποθέτηση,  μια μελαχρινή σαραντάρα με κότσο, φώναζε ότι δεν  θα έφευγε με τίποτα από κει, ότι  η μηχανή  ήρθε και καρφώθηκε πάνω της απ το πουθενά, δεν έδινε δυάρα αν ο άλλος ζούσε ή πέθαινε, ζητούσε την αστυνομία, την ασφάλεια της, δικηγόρους, εισαγγελείς, τον κρατικό μηχανισμό να κινητοποιηθεί ολόκληρος, έμοιαζε απτόητη, ήταν αποφασισμένη να σταματήσει τη κυκλοφορία φέρνοντας το χάος! Δε θα μετακινούνταν  από κει ούτε με γερανό, μιλούσε στο κινητό ενώ ο κόσμος χτυπούσε το τζάμι της απειλητικά, απειλούσε θεούς και δαίμονες,   ήταν εκτός έλεγχου, δεν έδινε δυάρα για ότι γίνονταν τριγύρω, ένας άνθρωπος μόνος του άμα έχει θράσος μπορεί να τινάξει τη πόλη ολόκληρη στον αέρα καθώς όλοι μοιάζουν να κοιμούνται σ ένα τόπο όπου βασιλεύει η αταξία και κανένας δε σέβεται τίποτα , ήταν σα να είχε σταματήσει ο χρόνος, σα να είχαν  ακινητοποιηθεί τα πάντα, σα να πάγωσαν όλα κι ο δρόμος να έμενε κλειστός εις τον αιώνα …

Το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει, στη παραλιακή μια γραμμή από φανάρια έμοιαζε να κινείται αέναα, η Τσιμισκή γεμάτη φαστφουντάδικα και καφέ, πάνε τα εμπορικά, κλείσανε, παρακμή έχει ενσκήψει, ξηρούς καρπούς ήθελε από νωρίς ο Γιάννης που ήταν μαζί μου, σ' ένα μαγαζί όπου οι άνθρωποι ψώνιζαν στραγάλια και δαμάσκηνα ξερά πήρε μισό κιλό φιστίκι Αιγίνης, παρήγγειλε και ψίχα από φουντούκια ελληνικά...

Περπατούσαμε κι ο Γιάννης κατά καιρούς έχωνε το  χέρι σε μια χαρτοσακούλα τραβώντας φιστίκια που τα έσπαγε με τα δόντια του για να βγάλει το μαλακό καρπό, παπούτσια κοιτούσαμε στις βιτρίνες εκεί όπου ανεβοκατεβαίνουν σκάλες ηλεκτρικές, μια καφετερία στον πρώτο όροφο απέναντι στη θάλασσα όπου είχε ησυχία είχαμε διαλέξει να καθίσουμε.

‘’ Το ξέρεις ότι έχω να έρθω εδώ πέρα πάνω από τριάντα χρόνια;'' ‘’μου είπε  ‘’Εδώ είχα χωρίσει με την X που την αγαπούσα σα παλαβός,  <<Θέλω να χωρίσουμε!>>  μου είχε πει έτσι στο άσχετο κι εγώ καταλαβαίνω ότι τρέχουν δάκρυα απ τα μάτια μου συνέχεια, ένα πράγμα ανεξέλεγκτο, δεν μπορούσα να σταματήσω, απ τα γύρω τραπέζια κοίταζαν περίεργα , αυτή δεν έδωσε σημασία καθόλου, σηκώθηκε κι έφυγε κι εγώ έμεινα να κοιτάω απ το δεύτερο όροφο, εδώ που είμαστε τώρα, τα κάγκελα, το άνοιγμα που υπήρχε στις σκάλες, το μωσαϊκό με τα σχέδια στο πάτωμα, τα παιδιά πίσω απ το μπαρ, τα ποτήρια τα κολονάτα που γυάλιζαν. Την έχασα, έμαθα μόνο ότι σε δυο μήνες από τότε παντρεύτηκε, δεν έχασε χρόνο και την είδα πότε νομίζεις , προχθές ρε φίλε, το πιστεύεις προχθές, είχε σπάσει, το πρόσωπο της, είχε γεμίσει ρυτίδες, το μόνο που της είχε απομείνει ήταν εκείνο το υφάκι το αλαζονικό, δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχε γίνει, δε βλέπονταν,  πολύ χάλια, γι αυτήν τη γυναίκα είχα χάσει την εξεταστική μου, αυτό ήταν που με είχε πειράξει πιο πολύ απ’ όλα, έχασα όλα τα μαθήματα που είχα διαβάσει !

Γκαρσόν που φορούσαν παπιγιόν πηγαινοέρχονταν στη καφετέρια της παραλίας, κάτι καράβια τουριστικά αρμένιζαν βαριεστημένα στη θάλασσα, το κεφάλι μου είχε βαρύνει , το μυαλό μου έμοιαζε σα να το έσφιγγε όλο και περισσότερο μια αόρατη μέγγενη, μια νύστα ανεξήγητη μ’ είχε πιάσει και κουτουλούσα δεξιά κι αριστερά, ένα περπάτημα χρειαζόμουν επειγόντως, μια μεγάλη απόσταση έπρεπε να διανύσω για να ξελαμπικάρω…

Κι έτσι βγήκαμε στη Μητροπόλεως όπου εκείνη η γυναίκα είχε μπλοκάρει το σύμπαν, κανονικά δεν έπρεπε ν’ ανακατευτώ όπως έκανα άλλες φορές αλλά η σκηνή με τραβούσε, ήθελα να δω τι γίνεται, μπορεί να έψαχνα κάποια εκτόνωση, το παθαίνω κάποιες φορές, πλησίασα και πως μου ήρθε άρχιζα να φωνάζω κι εγώ στη γυναίκα που είχε προκαλέσει το χάος οπότε απ'  το πουθενά εμφανίστηκε ένας τύπος με γυαλιά και λίγη καράφλα και τα ‘βαλε μαζί μου σπρώχνοντας με ‘’Τι θέλετε, αφήστε την ήσυχη, φύγετε από δω πέρα!!!’’ ήταν ο άντρας της, και τότε τα πήρα, δε μπορούσα να το πιστέψω, ήταν παλαβό, ανήκουστο, δε γίνεται ρε φίλε, δεν υπάρχει, ‘’ Είσαι τρελός;’’ του είπα ‘' μπορεί να  σκοτώσατε έναν  άνθρωπο, έχετε μπλοκάρει όλη τη πόλη, μα έχετε πολύ θράσος!!!’’ φώναζα εκεί πέρα τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα μου πεταχτούν οι φλέβες στο λαιμό, ήταν σίγουρο ότι θα έκλεινε η φωνή μου όπως πήγαινα, θα φράκαρε ο φάρυγγας μου δεν υπήρχε περίπτωση, περίμενα να με υποστηρίξουν οι άλλοι αλλά κανείς δε μιλούσε, το Γιάννη τον είχα χάσει, αν είχα μαζί μου δυο τρεις θα τους παίρναμε παραμάζωμα αυτόν και την ηλίθια γυναίκα του που δεν καταλάβαιναν τίποτα όμως τουλάχιστον συνέχιζαν να τους γιουχάρουν και στο τέλος το ξεροκέφαλο ηλίθιο ζευγάρι φάνηκε να κλονίζεται, η γυναίκα έκανε όπισθεν  επιτέλους απελευθερώνοντας το δρόμο  κι όλοι μαζί αρχίσαμε να χειροκροτούμε ειρωνικά.

‘’Πάμε να φύγουμε από δω!’’ είπε ο Γιάννης που είχε το μυαλό του στον τραυματισμένο μοτοσικλετιστή  τον οποίο μαζεύανε οι τραυματιοφορείς εκείνη την ώρα  δίχως  ν αφαιρέσουν το κράνος του. Φύγαμε κι αρχίσαμε να τριγυρνάμε άσκοπα, τα πρακτορεία ταξιδίων είχαν αρχίσει τις προσφορές για ταξίδια μέσα στις γιορτές, Πράγα και  Ζαγοροχώρια, Λονδίνο και Ντουμπρόβνικ,  Νέα Υόρκη και  Μετέωρα, μερικά μαγαζιά είχαν αρχίσει να στολίζουν για τα Χριστούγεννα, ‘’ Ξέρεις με τι τα  χω συνδυάσει τα Χριστούγεννα ;’’ είπε o Γιάννης όπως περνούσαμε μπροστά από ένα ζαχαροπλαστείο, ‘’ Με τα σιροπιαστά, πάντα θέλω ν αγοράζω μερικά τις γιορτές, ή μάνα μου μας έφτιαχνε πάντοτε τέτοια, δούλευε στα καπνομάγαζα τότε,  πέθαινε απ τη κούραση κάθε μέρα, ερχόταν λοιπόν παραμονή Χριστουγέννων τόσο κουρασμένη που σέρνονταν όμως καθόταν μέχρι τα μεσάνυχτα και μας έφτιαχνε μπακλαβά για να έχουμε να φάμε όταν ξυπνήσουμε, σηκωνόμασταν το πρωί και τα βρίσκαμε έτοιμα, λαχταριστά, πέφταμε με τα μούτρα, θε μου ήταν τέλεια, δε θα το ξεχάσω ποτέ ! ’’

Τη μάνα του τη λάτρευε ο Γιάννης, το πατέρα του τον μισούσε, αναφέρονταν σ'  εκείνον με τα χειρότερα λόγια, τον έλεγε φασίστα, ίσως γιατί δε φέρονταν καλά στη μάνα του που ήταν απ'  τις πιο μορφωμένες γυναίκες που υπήρχαν, διάβαζε το Παρί Ματς που της έρχονταν κάθε βδομάδα , ήξερε άψογα γαλλικά, κι αυτήν τη γυναίκα ο πατέρας του την ανάγκαζε να τρέχει στα καπνομάγαζα και να ξενοδουλεύει μες τα χαμαιτυπεία, ο Γιάννης τρελαίνονταν,  δεν το άντεχε μια φορά είχε πιαστεί στα χέρια με τον μπαμπά του...

Ο πατέρας του ήταν γυμναστής στο σχολείο του Γιάννη, μια μέρα του την είχε βγει άσχημα μπροστά σ όλα τα παιδιά, του είχε μίλησε χοντρά, τον είχε βρίσει έτσι χωρίς λόγο,  ο Γιάννης δεν άντεξε,  είχε τόσα νεύρα που τον έπιασε απ το γιακά και τον πέταξε σα σακί σε κάτι σύρματα προστατευτικά  στην άκρη του γηπέδου, τα παιδιά είχαν πάθει πλάκα, τους είχαν πεταχτεί τα μάτια μ'  αυτά που έβλεπαν, φώναξαν τον λυκειάρχη ένα ψηλό ηλικιωμένο τύπο  ο οποίος δε καταλάβαινε τίποτα, τους πήρε και τους δυο στο γραφείο του, τους κοίταξε βαθιά μες τα μάτια  και μετά είπε στο Γιάννη '' Παιδί μου, δώσε το χέρι στον πατέρα σου  σε παρακαλώ!’’ ο Γιάννης το 'δωσε, δεν υπήρχε λόγος να το συνεχίσει, τον παραδέχτηκε το γέρο  λυκειάρχη πάντως, αυτός ήταν διευθυντής σχολείου, από τότε τον σέβονταν απεριόριστα...

Ξαναπεράσαμε απ τη Μητροπόλεως να δούμε τι είχε απογίνει, μπροστά απ την διαλυμένη βιτρίνα είχαν κατεβάσει τα στόρια, η  λιμνούλα απ τα αίμα τα του μοτοσικλετιστή δεν υπήρχε,  κάποιος την είχε ξεπλύνει, '' Με τόσο αίμα που έχασε δύσκολο  να ζήσει...'' μουρμούρισε ο φίλος  μου, όλα έμοιαζαν ήσυχα  πάλι μονάχα το αμάξι εκείνης της γυναίκας που τα είχε βάλει με όλους είχε  μετακινηθεί στην άκρη,  στέκονταν μετέωρο κάτω από μια κολόνα με τον σπασμένο καθρέφτη του  να κρέμεται...

Φύγαμε από κει, πήραμε την ανηφόρα της Αγίας Σοφίας, τραβήξαμε κατά τα κάστρα, κοπάδια από κοράκια πετούσαν πάνω απ τη πόλη φτιάχνοντας σχήματα περίεργα στο σκοτεινό ουρανό που φωτίζονταν απ τις ριπές των προβολέων, το σμήνος των μαύρων πουλιών κυλούσε ρευστό αλλάζοντας σχήματα,  ο αέρας που άρχισε να φυσά παρέσυρε ένα τενεκεδένιο κουτί αναψυκτικού που κύλησε κάτω απ τους τροχούς των παρκαρισμένων  αυτοκινήτων, από ψηλά φαίνονταν η πόλη και τα ποτάμια των φωτεινών φαναριών να  κινούνται αέναα, μια γάτα σκαρφάλωνε με άλματα στον κορμό ενός δέντρου, μετά  τινάχτηκε μέχρι το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και χώθηκε ανάμεσα στα κάγκελα, σ’ ένα χάσμα των γκρεμισμένων τειχών  ένα κοπάδι παρδαλό από μαλλιαρά σκυλιά έτρεχε με φόρα πηδώντας πάνω απ ΄ πέτρες σα  κοπάδι λύκων που εισβάλει με μανία στην ανυπεράσπιστη πόλη...


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

SONIC BOOMS

Είχα ξεχάσει να πληρώσω, ούτε που το σκέφτηκα, όμως αυτής της φάνηκε φοβερό, έπρεπε να είμαι προσεκτικός, οι γυναίκες δίνουν μεγάλη σημασία σε κάτι τέτοια αλλά ρε φίλε ορκίζομαι ούτε που πέρασε απ το μυαλό μου, κι απ αυτή τη βλακεία σκοτωθήκαμε!

Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί εξαγριώνονταν έτσι, τι στο δαίμονα ήθελε, είχε κάτι ξεσπάσματα άστα να πάνε, ο θεός να σε φυλάει, κάποια στιγμή είχα βρει το κουμπί της, δε την ερέθιζα, υποχωρούσα, το έπνιγα, το κατάπινα, μερικές φορές όμως μου την έδινε κι αρπαζόμουν, δε μπορούσα να το δεχτώ, ήταν πολύ σκληρή μαζί μου, βέβαια η γυναίκα φυλάγονταν προτού παραδοθεί κι έπαιρνε τα μέτρα της όμως κι εγώ τι έπρεπε να κάνω ρε φίλε, είχα βρει το μπελά μου, γινόμουν επιθετικός, τη στρίμωχνα, δεν ήξερε τι να πει μονάχα στράβωνε τα χείλη σ ένα χαμόγελο που δε μ έπειθε...

Δε με κοιτάς καθόλου, δεν είμαι όμορφη σήμερα;'' μου είχε πει  πρωτύτερα, όμως εγώ κάτι είχα, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ με τίποτα μιλάμε, χάζευα τ' αμάξια περνούσαν ρολάροντας πάνω στην βρεμένη άσφαλτο μπροστά απ τα τζάμια του μαγαζιού όπου καθόμασταν, έναν αγώνα έβλεπα αντίκρυ σε μια τηλεόραση, γήπεδο πράσινο, φανέλες κίτρινες, δε μπορούσα να εστιάσω πουθενά ! Κάτι παπούτσια με μια ρίγα πορτοκαλιά κοντά στον πάτο τους είχαμε πάει να δούμε στις βιτρίνες, της είχαν αρέσει, '' Τι λες;'' με ρωτούσε'' Πάρτα όπως είναι!'' της είχα πει, εγώ θα τα είχα πάρει ήδη και θα τα φορούσα κιόλας, δε μπορώ να το καθυστερώ, άμα είναι να το κάνεις καν το, τελείωνε, μη μας ζαλίζεις, δε το μπορώ, αυτή όμως ήξερε καλύτερα, δούλευε παλιά σ ένα μαγαζί με παπούτσια και μπορούσε να καταλάβει με μια ματιά ποιο ήταν καλό...

Ένας λεκές εμφανίστηκε στο πουκάμισο μου, που βρέθηκε δε μπορούσα να καταλάβω, μου είχε δώσει κάτι χαρτομάντιλα υγρά, έβγαλα το πακετάκι, δε μπορούσα να τ ανοίξω, μου είχε εξηγήσει πως γίνονταν όμως δε μπορούσα να καταλάβω πως άνοιγε, το στριφογυρνούσα, το έψαχνα, δεν έβρισκα άκρη, θε μου γιατί τα κάνουν τόσο περίπλοκα, τελικά το σκισα να τελειώνω, ''Μα πόσο άγαρμπος είσαι!'' μου είπε...

Κάτι είχα πάθει όλο χαζά έκανα, όλο χάζευα, στα φαστφουντάδικα σέρβιραν καφέδες, χυμούς, ροφήματα διάφορα, μουσικές ακούγονταν. Κάτι σκάλες κατέβαινα, φώτα άναβαν μόνα τους καθώς πλησίαζα τους αισθητήρες, στα ίντερνετ καφέ πιτσιρικάδες έπαιζαν ηλεκτρονικά παιχνίδια βρίζοντας όλη την ώρα...Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ όλη μέρα, κρύο είχε βγάλει, κάπου θα χιόνισε, τα σπουργίτια καμουφλαρισμένα στο χώμα των πάρκων με δυσκολία διακρίνονταν όπως φούσκωναν τις μικρές τους φτερούγες, στα φρουτάδικα μήλα και πορτοκάλια κάτω απ το φως των προβολέων, στα κομμωτήρια οι γυναίκες έφτιαχναν τα μαλλιά και τα νύχια τους, στα προποτζίδικα τύποι όρθιοι περίμεναν κληρώσεις, αποτελέσματα, νούμερα, σ ένα βενζινάδικο δυο τύποι έπαιζαν τάβλι κάτω από έναν πλάτανο, στα καφενεία και στις ταβέρνες άνθρωποι έπιναν ούζο έχοντας πιάτα πορσελάνινα μπροστά τους απλωμένα. .

Ένα σοκ χρειαζόμουν να ξυπνήσω, παρακαλούσα στη δουλειά να γίνει πανικός κι όντως ρε φίλε ήταν κόλαση αλλά ούτε που μ' ένοιαζε, τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο αντέξεις αν περνούσες το πρώτο στάδιο, ήμουν άνετος μέχρι που ένας ηλίθιος γκριζομάλλης με κόκκινο μπουφάν χτύπησε με δύναμη το χέρι στο τραπέζι, εκεί δεν ήξερα τι θα έκανα, ήθελα να ξεσπάσω με κάποιο τρόπο απάνω του, ευτυχώς ο Χρήστος βγήκε έξω και καθάρισε...

Ήταν κι ο Γιάννης που πέρασε από κει και μ έφτιαξε, ένα κοστούμι γκρι φορούσε κι από κάτω πουκάμισο άσπρο με μανίκια ξεκούμπωτα, πολύ ωραίο, πάντα πρόσεχε το ντύσιμο του ο άτιμος ο πατέρας του ράφτης γαρ, το μαγαζί του ήταν σε μια στοά κάπου στην παλιά αγορά, όλο εκεί μέσα τον πετύχαινα, καθόταν μέχρι αργά το μεσημέρι μασουλώντας κάνα κομμάτι ψωμί, είχε μανία με τα βουνά και τα χόρτα που φύτρωναν εκεί πάνω, όλο στα ορεινά ταξίδευε με το πατέρα του παρέα, μου εξηγούσε πως γίνεται το σπαθόλαδο και γι άλλα χόρτα μου έλεγε, τα ήξερα αυτά, μου τα έδειχνε στο μαγαζί του, τα είχα ξαναδεί στο χωριό μου αλλά δεν ήξερα ότι ήταν θεραπευτικά....

Το καλοκαίρι που πέρασε πήγε στο Βέρμιο κάπου κοντά στη Παναγία Σουμελά, σ ένα χωράφι γεμάτο από κάτι χόρτα περίεργα που τα γύρευε χρόνια, μετά είχε πάει στη Σαντορίνη να βρει βότανα που έβγαιναν μονάχα εκεί, δε του είχε αρέσει το νησί, πολύ μαυρίλα απ τη τέφρα, πολύ ψυχοπλακωτικό, του την έδινε που όλοι οι τουρίστες μαζεύονταν να δουν τη δύση στη Καλντέρα κάθε απόγευμα, αυτός ξυπνούσε το πρωί να δει την ανατολή που ήταν πολύ πιο όμορφη, τα βράδια καθώς τα κρουαζιερόπλοια έμπαιναν στο λιμάνι ξεφορτώνοντας βλαμμένους Αμερικάνους τουρίστες έβγαινε καμιά βόλτα, όλα, μα όλα τα κέντρα στη σειρά έπαιζαν το ίδιο τραγούδι, μα τι είχαν πάθει όλοι...

Η μέρα της παρέλασης ήτανε, πλήθη κατέβαιναν κατά τη παραλία να δουν τα άρματα και τους στρατιώτες, αεροπλάνα από πάνω ταρακουνούσαν το στερέωμα του ουρανού δημιουργώντας ηχητικές εκρήξεις απ τα κρουστικά κύματα που δημιουργούνταν καθώς το σκάφος κομμάτιαζε ανελέητα τις αόρατες μπαριέρες του ήχου. Σηκώναμε τα κεφάλια να βρούμε τα αεροπλάνο που περνούσαν ψηλά όταν την είδα να έρχεται, ''Γιατί κρύβεσαι; '' μου φώναξε'' Ντρέπεσαι που μας βλέπουν μαζί;'' ήταν απρόβλεπτη εντελώς, δεν ήξερες από που θα εμφανιστεί, με φιλούσε εκεί μπροστά , την πήρα λίγο παράμερα στο δρόμο, ''Γιατί στέκεσαι μπροστά στις βιτρίνες, δε μπορείς να σταματήσεις μπροστά σε καμιά κολόνα σαν άνθρωπος;'

Στο σπίτι το βράδυ μου έδειχνε τις ελιές που έφερε απ' το κτήμα της, κάτι μεγάλες πράσινες, τσακιστές θα τις έκανε, και κάτι ρόδια είχε φέρει τεράστια, κατακόκκινα εγώ κάτι ποιηματάκια ήθελα να μεταφράσω, της τα χα δείξει, μονάχα ένα της είχε αρέσει, ''Πως γράφεις έτσι, τι απαίσια γράμματα, μονάχα το άλφα το κεφαλαίο κάνεις ωραίο!'', μιλούσε κι εγώ δεν άκουγα μόνο τη κοίταζα, είχε μια επιδερμίδα απαλή, ένα πρόσωπο μαλακό, ένα χαμόγελο γλυκό όμως εγώ ήξερα ότι μπορούσε να δαγκώσει. Δεν ήξερα τι θα έκανα, δεν είχαμε δέσει ακόμα καλά, ένα στοίχημα ήτανε, μπορεί να έπιανε μπορεί και όχι, είχα ξεκόψει απ τους φίλους μου, είχα ρισκάρει, μπορεί να μη μου έβγαινε, μια υποψία υπάρχει πάντα, δε ξερες τι θα σου βγει ο άλλος έτσι όπως έχει γίνει ο κόσμος, αυτή δεν είχε πρόβλημα όμως εγώ ήμουν ανοιχτός,ευάλωτος, έπρεπε να κλείσω πάλι γρήγορα, αυτή θα βυθίζονταν στη κατάθλιψη, δεν είχε πρόβλημα ή και μπορεί να είχε όμως εμένα θα μου ήταν αφόρητο, τις πρώτες μέρες τουλάχιστον..

Σαν ηρεμούσε ερχόταν να πλαγιάσει δίπλα μου, ζητούσε να της χαϊδέψω τη πλάτη, της άρεσε που τη σκέπαζα κάθε φορά που έρχονταν να κοιμηθεί κοντά μου, της άρεσε που έβλεπα αν κρυώνει, που ήθελα να την αγγίζω, που τη φρόντιζα, τελικά αυτό θέλουν οι γυναίκες φαίνεται, όμως ακριβώς το ίδιο έκανε μ' εμένα κι ο παππούς μου και της το είπα, το είχα ξεχάσει εντελώς, τότε που κοιμόμουν σπίτι του έρχονταν τη νύχτα και με σκέπαζε, τον άκουγα αλλά έκανα πως δεν καταλάβαινα, κάθε βράδυ μιλάμε γίνονταν το ίδιο πράγμα και να τώρα που τό κανα κι εγώ ...

Όλο για τότε που ήμασταν παιδιά λέγαμε, στο χωριό όπου είχε γεννηθεί ο σιδηρόδρομος περνούσε δίπλα απ το σπίτι τους , κοντά στις ράγες φύτρωναν συκιές άγριες, έναν άνθρωπο είχε δει να περπατά πάνω στ' άσπρα χαλίκια που είχανε στρώσει δίπλα στις σιδηροτροχιές, τον κοιτούσε μέχρι που χάθηκε μακριά. Πίσω απ το σπίτι τους ένα βουνό υπήρχε, το φθινόπωρο στις πλάγιες του οι φτέρες έπαιρναν χρώματα καφετιά και κόκκινα, τη νύχτα τ άστρα φαίνονταν πολύ καθαρά ιδίως δυο απ αυτά που έμοιαζαν με ζευγαράκι, έλαμπαν τόσο δυνατά που νόμιζες ότι αν άπλωνες το χέρι μπορούσες να τα πιάσεις, μια φορά είχε δει κι ένα τεράστιο φεγγάρι να χάνεται πίσω απ την οροσειρά βάφοντας το φρύδι του βουνού χρυσαφένιο...

Για ένα σπίτι δίπλα στο δικό της μου έλεγε όπου φύτρωναν ζουμπούλια και τριανταφυλλιές ροζ, μύριζαν υπέροχα, στη μέση του κήπου μια μανόλια ολάνθιστη με φύλλα γυαλιστερά και λουλούδια τεράστια που έμοιαζαν με άσπρες μπάλες χριστουγεννιάτικες, ένας φούρνος πλινθόκτιστος υπήρχε στην αυλή όπου έψηναν τα τσουρέκια τους που γίνονταν τέλεια, σα μαστίχα ήταν η ζύμη τους. Πήγαιναν εκεί με τη μάνα της και διάβαζαν κάτω απ τα δέντρα τα μαθήματα του σχολείου, η γειτόνισσα τους κερνούσε σακολατάκια δίχως περιτύλιγμα, η μάνα της δε την άφηνε όμως αυτή έπαιρνε πάντα πιο πολλά ''Πάρτε όσα θέλετε!'' τους έλεγε η γειτόνισσα κι εκείνη γέμιζε τη χούφτα της με μαργαρίτες σοκολατένιες, το πρωί τις έπαιρνε στο σχολείο τυλιγμένες σ αλουμινόχαρτο, τις άφηνε να λιώσουν στη τσέπη κι έπειτα τις έτρωγε έτσι λιωμένες...

Άλλοτε πάλι πήγαιναν και καθάριζαν εκείνο το σπίτι της γειτόνισσας, αυτή βοηθούσε τη μάνα της στο ξεσκόνισμα, παντού έβρισκε λεφτά πεταμένα, κέρματα, χαρτονομίσματα, ότι ήθελες, ο άντρας εκείνης της γυναίκας με τον κήπο τον υπέροχο δεν τα έδινε καθόλου σημασία, ήθελε να βάλει μερικά στη τσέπη της αλλά η μάνα της δε την άφηνε...

Μου έλεγε και για κάτι που το είχα ξεχάσει εντελώς, πως πατούσε τον πατέρα της που ήταν πιασμένος και ξάπλωνε στο πάτωμα, αυτή περπατούσε πάνω στη πλάτη του του ρε φίλε ακριβώς όπως έκανα εγώ με τη μάνα μου που πονούσε δουλεύοντας όλη μέρα στα χωράφια, κρατιόμουν απ το κάγκελο του κρεβατιού και την πατούσα ακούγοντας όλα τα κόκαλα της μέσης της να τρίζουν, κρακ - κρακ ....

Μετά γελούσαμε, ένα γέλιο πολύ δυνατό  είχε, ύστερα κάναμε έρωτα και κοιμόμασταν λίγο, όλο όνειρα αγχωτικά έβλεπα δε ξέρω γιατί, όλο εξετάσεις πολύ δύσκολες έπρεπε να δώσω κι όλο για κάποιο λόγο δε μπορούσα να περάσω, όλο κοβόμουνα, τα έδινα όλα ρε φίλε, όλα σου λέω όμως δε με περνούσαν με τίποτα, μα τι γκαντεμιά! ''Τι είδες πάλι;'' με ρωτούσε αυτή που πήγαινε κοντά στη πόρτα του μπαλκονιού να καπνίσει, με φώναζε και πήγαινα κοντά , ένα χρυσάνθεμο τεράστιο βυσσινί που είχαμε βάλει στο μπαλκόνι πάνω σ ένα τραπέζι, καθόμασταν και το κοιτάζαμε...



Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΚΟΒΑΛΤΙΟΥ


Στο σπίτι μου είχε έρθει και της άρεσε, της άρεσε, δε το πίστευα, έτρεμα για το τι θα μου σούρει, η Πόπη μου ' χε πει όταν την είχα φέρει να το δει ''Καθυστέρησε την όσο μπορείς, μη βιαστείς !'', όμως αυτή είχε άλλη ιδέα, ''Τι συμμαζεμένο που το 'χεις!'' είπε, πιο πολύ η κουζίνα της άρεσε με τα παλιά τα ντουλάπια που βαριόμουν να τ' αλλάξω, τον εξαεριστήρα που τον είχα ξεχάσει εντελώς ότι υπήρχε, και με τις παλιές ηλεκτρικές συσκευές που δε δούλευαν, έπρεπε να τις φτιάξω κι όλο το ανέβαλα, '' Καλά τι άντρας είσαι συ!'' μου είπε ''Πως τ' αφήνεις έτσι!'' . Αλλά της άρεσε ρε φίλε ''Δείχνει τη προσωπικότητα σου, τη ταυτότητα σου, τόσο πολλά βιβλία!'' ναι είχα κάμποσα, κοίτα να δεις, δε το χα προσέξει, ούτε που το είχα καταλάβει πως είχαν μαζευτεί τόσα πολλά, μετά τη πήγα στο μπαλκόνι, κοίταζε τις μπιγκόνιες τις πλατύφυλλες που είχα αραδιάσει , '' Τι είναι αυτά;'' ρώτησε, της άρεσε και το κυκλάμινο που είχα πάρει γι αυτήν, έβγαλα και μια σαρκώδη αλόη από μια γλάστρα και τα πήγα στο σπίτι της, τα φυτέψαμε, το φουξ το κυκλάμινο το έβαλα στα κάγκελα, καθόταν και το χάζευε πίσω απ' το τζάμι '' Τι όμορφο που είναι!'' έλεγε..

Μιλούσαμε μέχρι αργά, μου λεγε για τότε που ανέβηκε στο εβολούσιον, στο λούνα παρκ, γίνονταν χαμός, όλοι οι πιτσιρικάδες εκεί πέρα τρέχανε, το μηχάνημα ανέβαινε ψηλά, στριφογύριζε ανάποδα και τα κεφάλια όλων κρέμονταν στο κενό, μετά στροβιλίζονταν όλο και πιο γρήγορα σα δαιμονισμένο. Αυτή με το που ανέβηκε γούσταρε τρελά, δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ, όπως γύριζε ανάποδα και το κεφάλι της βρίσκονταν στον αέρα ένιωσε ότι η ζώνη της δεν ήταν καλά πιασμένη και κρατήθηκε ενστικτωδώς απ αυτόν που ήταν δίπλα της, σκέφτηκε ότι αυτό ήτανε, τέρμα τα ψέμματα, το μόνο που φοβήθηκε ήταν μη πάρει μαζί της και τον άλλον όπως θα πέφτανε και τότε με το που έγειρε μπροστά το βάρος της η ζώνη σφράγισε κι έκλεισε ερμητικά οπότε χαλάρωσε κι άρχισε να στριγκλίζει σα μανιακή βγάζοντας όλη της την ένταση....

Καλά ήταν περίπτωση, διαφωνούσαμε όλη την ώρα, κάτι σίριαλ ήθελε να δει που δε τ άντεχα με τίποτα, δοκιμάσαμε να βλέπουμε χώρια τηλεόραση, είχα βάλει τ ακουστικά, άκουγα ράδιο και την έβλεπα που είχε σκάσει γιατί δεν κάναμε κάτι μαζί, τι άτομο ρε φίλε, και μετά για να μη μου τη σπάει είχα πάει στο άλλο δωμάτιο, κι εκεί που είχα ξαπλώσει μου έστελνε μηνύματα, ποιος είναι πάλι σκεφτόμουν, ''Είσαι βλαμμένο!'' μου έγραφε, όλο τέτοια μου έκανε, μετά είχαμε καθίσει να δούμε μια ταινία, μου έλεγε ότι της αρέσουν οι ηθοποιοί όχι οι πολύ όμορφοι με τα άψογα χαρακτηριστικά αλλά αυτοί με τα έντονα ζυγωματικά, τους έκαναν πιο σκληρούς, πιο κοντά στο φυσικό...

Ένα κέντημα της μάνας της σ ένα έπιπλο κάτω από ποτήρια και φλυτζάνια υπήρχε, μου εξηγούσε πως γίνονταν, πως τραβάς τη κλωστή και κάνεις ένα πλαίσιο που κάθεσαι και το κεντάς ύστερα με ψιλό βελονάκι, καλά αυτό ρε φίλε ήταν μεγάλο μαρτύριο, απίστευτη υπομονή χρειάζονταν για μένα δουλειά, θα έκοβα φλέβες στα πρώτα πέντε λεπτά, μετά διάβαζα το σημειωματάριο της, ένα σωρό συνταγές είχε γράψει, πορτοκαλόπιτα που τη ρίχνουμε στο λαδωμένο ταψί, brownies, γλυκό φιρίκι που το αφήνεις το βράδυ στο νερό να πάρει χρώμα, ρολά από φύλλα, μοσχοκάρυδα, σουσαμόπιτες , κέικ βρώμης, κέικ καρότου...

'Ρε, μπορώ να σου τηλεφωνώ όταν δε νιώθω καλά; '' τη ρώτησα, ''Καλά είσαι βλαμμένο, εννοείται !'' φώναξε και μου 'ρθε να βάλω τα κλάματα, με δυσκολία κρατήθηκα, ήταν η μόνη γυναίκα που το κατάφερνε αυτό, χρειαζόμουν κάποιον να με στηρίζει και να μ αγαπά όταν τα 'βρισκα σκούρα θε μου, κι όλο και πιο συχνά συνέβαινε. Κι ύστερα τσακωθήκαμε πάλι ούτε θυμάμαι για ποιο λόγο, μα πως μου την είχε δώσει όμως, όλο βλακείες έλεγε, δε μπορούσα να την αφήσω έτσι, της μίλησα πολύ άσχημα αλλά το χρειάζονταν ρε φίλε, είχε ξεφύγει, δε καταλάβαινε διαφορετικά, ήταν σα να το ζητούσε! Είχαμε σκοτωθεί κι είχα κοιμηθεί πάλι μόνος σπίτι μου, όλο έτσι γίνονταν, δεν ήξερα πόσο θα πήγαινε αλλά ήθελα να το ζήσω λίγο ακόμα, όλο έτσι γίνονταν, δε θ αντέχαμε για πολύ, το καταλαβαίναμε, δεν ήξερα αν θα τη ξανάβλεπα, κανείς απ τους φίλους δε πίστευε ότι θα στεριώναμε, μια φίλη μου είπε ότι κι αυτή όλο καυγάδες ήτανε με το δικό της, ''Χίλιες φορές καλύτερα ήμουν πρώτα μονάχη!', τη καταλάβαινα


'Ένα όνειρο είχα δει τη νύχτα που κοιμήθηκα μόνος μου, σ ένα μέρος έρημο ήμουνα, μαι κοιλάδα γκρίζα, ένα οροπέδιο, μια τεράστια ζώνη όπου δε φύτρωνε τίποτα μέχρι πέρα μακριά, ως εκεί που έβλεπε το μάτι σα να είχε πλημμυρίσει ο τόπος ολόκληρος από ακτινοβολία κοβαλτίου. Ήθελα να τη ρωτήσω τι σήμαινε, δε τα πίστευα και πολύ αυτά όμως ήταν μια αφορμή να τη δω, αυτή πάλι πίστευε πολύ σε κάτι τέτοια, όλο τον ονειροκρίτη έψαχνε, πρόσφατα είχε δει τον πατέρα της όμορφο, νέο, μ ένα άσπρο πουκάμισο να την περιμένει στη βάση μιας σκάλας κι όλο της έλεγε ''Μη το κάνεις αυτό το ταξίδι τ' ακούς, μη πας εκεί, δεν είναι για καλό!'' κι ύστερα είχε δει ένα πηγάδι στρογγυλό φραγμένο με πέτρες, πολύ βαθύ με νερό διάφανο, στέκονταν από πάνω του έτοιμη να βουτήξει και σκέφτονταν ''Αν πέσω εκεί μέσα θα μπορέσω να βγω άραγε ;''


Ήθελα να τη δω , δεν ήξερα αν θ' άντεχα αυτές τις συνεχείς δοκιμασίες όλη την ώρα, όμως όλο το πράγμα μ' ενεργοποιούσε, μου 'δινε ρεύμα, με ξυπνούσε, με κρατούσε ζωντανό, τη χρειαζόμουν πραγματικά, στα πάρκα φύτευαν χρυσάνθεμα άσπρα, καφετιά και κίτρινα, ήταν η εποχή που βγαίνουν τα ρόδια, τα κυδώνια και τα κάστανα με τους πράσινους αχινούς που τσιμπάνε, ένας μαραθώνιος νυχτερινός γίνονταν στην πόλη, μια νεροποντή είχε πιάσει που έριχνε αρκούδες και λύκους με το τσουβάλι, καλά ποιος είχε σκεφτεί να κλείσει τη πόλη και να τρέχουν οι παλαβοί τέτοια βραδιά! Δεν είχα ομπρέλα, έκλεψα αυτήν του Λάκη που χτυπιόταν, ''Θα στη φέρω!'' του φώναξα, περπατούσα βλέποντας τα νερά να τρέχουν απ τις σχάρες στις υπόγειες υδρορροές, η πλάτη μου είχε γίνει μούσκεμα, μποτιλιάρισμα επικρατούσε παντού, αμάξια περνούσαν δίπλα από τείχους αρχαίους γλείφοντας τα ντουβάρια...

Στη δουλειά μας είχαν πατήσει ρε φίλε, είχαν περάσει από πάνω μας, είχαμε ισοπεδωθεί μας είχαν λιώσει, δε ξέρω τι τους είχε πιάσει κι όλοι σε μας έρχονταν σα να μην υπήρχε κανείς άλλος τριγύρω, τα είχαμε δει όλα, σκεφτόμασταν ''Τι θέλουν όλοι αυτοί από μας!''. Είχαμε απηυδήσει και το βράδυ ήρθε σα κερασάκι στη τούρτα κι εκείνος ο άλλος ο τρελός, ο μεθυσμένος και δεν ξέραμε τι να τον κάνουμε, χειρονομούσε, φώναζε, χαλούσε το κόσμο, ήταν εκτός ελέγχου, απ τα γειτονικά μαγαζιά έβγαιναν να δουν, ο Λάκης τα είχε παίξει. Δεν άντεχα, όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για μένα, ήθελα να τη δω, τη ρώτησα με μήνυμα αν ισχύει εκείνο που μου είχε υποσχεθεί ότι θα μπορούσα να της τηλεφωνώ αν δεν ήμουν καλά κι αν μπορούσε να μου πει κάτι για κείνο το περίεργο όνειρο με την ζώνη τη γεμάτη ραδιενέργεια όμως δεν απαντούσε, ξαναπροσπάθησα, έκανα και μια τρίτη απόπειρα, τίποτα...

Ο Κυριάκος που θα μπορούσε να με παρηγορήσει έλειπε, είχε πάει στη μονή Δοχειαρίου όπου γιόρταζαν τη Παναγιά την Γοργοεπήκοο, η εικόνα είναι λέει ζωγραφισμένη σ έναν τοίχο που ήταν κάποτε μαγειρείο, ο μάγειρας όπως έφτιαχνε το φαΐ στη φωτιά την είχε καπνίσει, τότε η Παναγία απ το θυμό της τον τύφλωσε για τρία χρόνια, αυτός την παρακαλούσε να του δώσει πίσω το φως του και τελικά του το δωσε. Έψαχνα τον Κυριάκο, ήθελα να τον ρωτήσω για τα καζάνια στο Κιλκίς όπου θα έβραζε τα τσίπουρα που είχε αγοράσει, είχε πάρει και κρέατα για να ψήσει εκεί πέρα, μας είχε καλέσει να πάμε, όπως του τηλεφωνούσα στο Όρος άκουγα τις καμπάνες να χτυπούν...

Βράδυ ήτανε, έφευγα απ τη δουλειά, περπατούσα σα χαμένος οπότε με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει '' Σε βλέπω μέσα απ το λεωφορείο, μείνε εκεί που είσαι έρχομαι να σε βρω!'' καλά αυτά δε γίνονται, πάντα ανταμώναμε στο τυχαίο, άμα σε θέλει συνωμοτούν όλα, ήρθε εκεί μες τη βροχή και μ' αγκάλιασε σφιχτά, τα ξεχάσαμε όλα...


Κρύωνε, έβγαλε ένα σάλι με σχέδια απ τη τσάντα της και το ριξε στους ώμους της, μ αγκάλιασε και τα ξεχάσαμε όλα σε μια στιγμή, έβλεπα το πράσινο γρασίδι και τον ουρανό από πάνω που έριχνε ριπές υγρές ασταμάτητα , μου μιλούσε, δε πρόσεχα τι έλεγε μονάχα αυτήν κοιτούσα κι ήταν όμορφα, μου 'δωσε κάτι υγρά χαρτομάντιλα απ' τα Χόντος Σέντερ, ''Πάρτα να σκουπίζεις τα χέρια σου, δες πως θα τ' ανοίγεις και πως θα τα κλείνεις, σου έλειψα καθόλου;'' - ''Τις πρώτες δυο μέρες ήταν το πιο δύσκολο το ανυπόφορο!'' απάντησα,''- ''Ώστε δυο μέρες χρειάζεσαι μόνο να με ξεπεράσεις, κι εγώ που νόμιζα ότι μ αγαπάς πραγματικά, τόσο λίγη είναι λοιπόν η αγάπη σου, ε λοιπόν εγώ περίμενα κάτι περισσότερο από σένα!''

''Ωχ, πάλι βλακεία έκανα!''σκεφτόμουν μέσα μου, αλλά που να ξέρεις κάθε φορά ποια είναι η σωστή απάντηση, την έχανα κι αυτή, ήταν βέβαιο ότι το είχα χάσει το παιχνίδι, με κοίταζε εξεταστικά, προσεχτικά, βαθιά, και τότε ρε φίλε έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού της απ την τσέπη και μου είπε ''Έλα, παρ τα, εγώ θα βγω και θα γυρίσω κάποια στιγμή!'' όλο τέτοια καψόνια μου έκανε, άλλη μια βόλτα απ την κόλαση στο παράδεισο ...

Ένιωθα ότι με ήθελε πάλι, τη φιλούσα μέσα σ όλον το κόσμο κι ούτε που μ ένοιαζε, ''Όταν είδα το μήνυμα σου που με ρωτούσες αν μπορούσες να μου τηλεφωνήσεις ήμουν κοντά '' συνέχισε ''...ήμουν στη γωνία, εδώ πιο κάτω, μου ήρθε να κλάψω άλλα είπα δεν απαντώ, πήγα και στάθηκα λίγο πιο κάτω από κει που δουλεύεις, περίμενα να εμφανιστείς''

Ήμουν χαρούμενος, η καρδιά μου φτερούγιζε, ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, στη πόλη συνέχιζε να βρέχει χωρίς σταμάτημα, τα φώτα των αυτοκίνητων έκοβαν σε λωρίδες το σκοτάδι, νερά τρέχανε μέσα από σχάρες στις υπόγειες υδρορροές, απ τις γειτονιές τις ανηφορικές ποτάμια μικρά σχηματίζονταν που κυλούσαν κατά τη θάλασσα, έβγαλε μια ομπρέλα και την άνοιξε πάνω απ το κεφάλι μου, '' Καλά εσύ είσαι ικανός να περπατάς σα βλαμμένο μες τη βροχή και ν'  αρρωστήσεις, δεν έχω καμιά όρεξη να σε νταντεύω, έλα τώρα  να σου εξηγήσω το όνειρο που είδες!''





Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΕΜΟΣ



Ο Σάμας σύναξε ανέμους δυνατούς
Ενάντια στον Χάμπαμπμα,
Τον Νότιο Άνεμο, τον Βόρειο Άνεμο, τον Άνεμο απ την ανατολή,
Αυτόν που θύελλες σπέρνει
και τον Κακό,
Τον άνεμο του Σιμούρου
Τον Δαιμονισμένο Άνεμο ...



Το έπος του Γκίλγκαμες


Ήρθε στα ΚΤΕΛ και με περίμενε, το είχε κανονίσει, γι αυτό μου είχε τηλεφωνήσει δήθεν αδιάφορα ρωτώντας τι ώρα έφευγα, δε το πίστευα ότι το είχε κάνει για μένα αυτό, θε μου ήταν πολύ ωραίο, τη φίλησα, ΄΄ Πρώτη φορά με φιλάς μπροστά σε κόσμο! ΄΄ είπε, της έπιασα τη γυμνή πλάτη κάτω απ το μπλουζάκι, όπως έφευγε το πούλμαν κοίταζα πίσω ψάχνοντας να τη βρω…

Όταν γύρισα πήγα στο σπίτι της, μιλούσαμε για ώρες , τι ήταν κι αυτό ρε φίλε, όλο ανακαλύπταμε ένα σωρό πράγματα που άρεσαν και στους δυο, της έλεγα τα όνειρα μου, είχα δει ξηρούς καρπούς στον ύπνο μου, μπανάνες τηγανητές κι ανανάδες αποξηραμένους ΄΄Ά αυτό είναι καλό όνειρο !΄΄ μου λεγε ξεφυλλίζοντας τον ονειροκρίτη και μου διηγούνταν τα δικά της, μια εποχή που δεν ήταν καλά για πολύ καιρό και κάτι τη βάραινε καταλάβαινε όλους τους κραδασμούς, τους σεισμούς και τις καταστροφές προτού συμβούν, η φίλη της είχε τρελαθεί, την έλεγε μάγισσα, μια νύχτα είχε δει έναν άνεμο καταστροφικό να φυσά μανιασμένα λυσσασμένα όπως κατέβαινε από ένα βουνό ψηλό ισοπεδώνοντας στο διάβα του χωριά και πόλεις, κάτι κακό είχε καταλάβει ότι θα συνέβαινε, όταν πέθανε κάποιος αγαπημένος της ήταν σχεδόν προετοιμασμένη...

΄΄ Κανείς δε μ έχει χαϊδέψει εδώ και χρόνια όποτε πονούσα! ΄΄ μου είπε ρίχνοντας το κεφάλι στα χέρια μου ενώ εγώ της χάιδευα τα μαλλιά, μια λωρίδα ασημιού ήταν τυλιγμένη το δάχτυλο της, Όποτε την έπιαναν πονοκέφαλοι ένιωθε ημικρανίες τρομερές σα να βυθίζονταν σπαθιά στα μηλίγγια της, είχε δοκιμάσει ένα κάρο χάπια, απ' τα πιο ήπια μέχρι τα πιο δυνατά σε δόσεις διπλές, φοβόταν ότι στο τέλος θα τα συνήθιζε κι αυτά, η λύση που είχε βρει ήταν να κάθεται στη μέση του κρεβατιού σε μια στάση γιόγκα κινούμενη μπρος πίσω σαν εκκρεμές μουρμουρίζοντας ασυνάρτητα, ήταν ο μόνος τρόπος ν ανακουφιστεί, όταν έφευγε ο πόνος σιγά σιγά ένιωθε τέτοια λύτρωση σα να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη!

Όταν πλαγιάσαμε μια μουσική ακούγονταν απ τα ηχεία του στερεοφωνικού που ήταν τοποθετημένα κάπου ψηλά, ήμουν χαμένος ανάμεσα σε μουσικές και τον ήχο του ψυγείου που βούιζε στα σκοτεινά, πάντα εγώ κοιμόμουν πρώτος, αυτή έμενε μέχρι αργά στο μπαλκόνι καπνίζοντας, μετά ερχόταν και μ άκουγε να ροχαλίζω και ν αναστενάζω, ποιος ξέρει τι έβλεπα, μου τά λεγε την άλλη μέρα ή μου άφηνε μηνύματα που τα ανακάλυπτα στο λεωφορείο όταν άνοιγα το κινητό...

Κι ύστερα έρχονταν τα σπασίματα, μ άφηνε μόνο στο σπίτι γιατί ήθελε να βγει με τις φίλες της, της άρεσε να μ αφήνει μόνο και να ξέρει ότι τη ζητώ, εγώ σκεφτόμουν ΄΄Δε πας όπου να ναι να χουμε το κεφάλι μας ήσυχο, άμα αυτό θες θα περιμένω, δε θα πάθω και τίποτα!’’ έμενα εκεί να περπατώ στις άδειες κάμαρες, είχα υποσχεθεί να μη πειράξω τίποτα όμως αργούσε κι όσο περνούσε η ώρα βαριόμουνα, δεν ήξερα τι να κάνω και μετά, όπως η ώρα ήταν περασμένη, σκέφτηκα ΄΄ Συγνώμη κούκλα, έπρεπε να ρθεις πιο νωρίς !΄΄ κι άρχισα να ψάχνω συρτάρια και ντουλάπες, όλο κούτες με παπούτσια υπήρχανε εκεί μέσα στοιβαγμένες, φορέματα συσκευασμένα σε σελοφάν κι ένα σωρό τσάντες, μα πόσες είχε, άκου να δεις τι κάνουν οι γυναίκες και που ξοδεύουν τα λεφτά τους, ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δε τα είχε χρησιμοποιήσει όλα αυτά, είδα λίγο και τα βιβλία της όταν χτύπησε το κουδούνι, έκλεισα το ντουλάπι, μπήκε γρήγορα - γρήγορα μέσα και πήγε κατευθείαν στη βιβλιοθήκη, ΄΄Τι έψαχνες στα βιβλία μου!΄΄ με κάρφωσε, ΄΄ Γιατί άνοιξες τις ντουλάπες!΄΄ σιγά μη της ξέφευγε με τέτοιο μάτι μπάτσου που είχε αμέσως όμως το γύρισε στη πλάκα, δε την πείραζε, το ήξερα, ήμουν σίγουρος ΄΄ Πως σου φάνηκαν τα ρούχα μου, είδες πόσα έχω μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια, καλά δε τα είδες όλα !΄΄

Κατόπι είχαμε κατήχηση, έπρεπε να μάθω ολόκληρο τελετουργικό για το πώς πλενόμαστε χωρίς να πιτσιλάμε το πάτωμα, πως βγάζουμε τα παπούτσια μας, πως χρησιμοποιούμε δυο σακούλες για τα σκουπίδια, μια κανονική και μια για την ανακύκλωση, αυτό κι αν με μπέρδευε, δεν ήξερα που να πετάξω τα τσαλακωμένα χαρτιά μου, όλο σε λάθος σακούλα τα πετούσα, είχα ζαλιστεί, δεν ήξερα τι μου γίνονταν! Άρχισα να καταλαβαίνω πως δουλεύει το γυναικείο μυαλό, με δυισμό, αλλιώς φέρονται στη δουλειά κι αλλιώς στη σχέση, όλα τα κάνουν περίπλοκα, κινούνται τεθλασμένα ποτέ σε γραμμή ευθεία, ποτέ με τρόπο πιο απλό ! Έπρεπε να μας σπάσει τα νεύρα, να θυμώνει, να στενοχωριέται, ν απελπίζεται, κι ύστερα σιγά σιγά ν' ανεβαίνει ξανά και να χαίρεται - δώσε συναίσθημα στις γυναίκες και πάρε τους τη ψυχή! Σκαρφίζονταν ένα σωρό κόλπα, ένα σωρό εντάσεις τεχνητές για να το πετύχει, την εξιτάριζε αυτό το παιχνίδι, να νιώθει ότι με χάνει, ν απογοητεύεται και μετά να με ξαναβρίσκει απ την αρχή ξανά. Έπρεπε να χεις όλη την ώρα το νου σου, αν την άφηνες ανεξέλεγκτη θα το τραβούσε μέχρι όσο πήγαινε, μ αυτό τον τρόπο ένιωθε ότι δεν έρχονταν η ρουτίνα, ότι η σχέση διατηρούνταν ζωντανή, τώρα αν εσύ ταξίδευες όλη την ώρα απ το παράδεισο στη κόλαση δικό σου πρόβλημα!

Οι μέρες περνούσαν, το Φθινοπωρο προχωρούσε, νεροποντές ξέσπαγαν στην ανατολική μεριά της πόλης, οι καταρράκτες τ' ουρανού είχαν ανοίξει, οι δρόμοι μπλόκαραν, τ' αμάξια που πήγαιναν να περάσουν από μια στοά υπόγεια βυθίζονταν μες τα νερά σαν υποβρύχια, γύρω βροντούσε κι άστραφτε, η θάλασσα φαίνονταν πράσινη στο βάθος, με το που έβρισκε μια χαραμάδα ανοιχτή ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του σα χαλί χρυσαφένιο...

Στη δουλειά γίνονταν χαμός, κόσμος έρχονταν κι έρχονταν κι έρχονταν συνέχεια, με τρέχανε, πολύ ταλαιπωρία μιλάμε, δεν ευκαιρούσα να δω τον εαυτό μου, να χαρώ λιγάκι, να γράψω ένα κομμάτι όπου θα τη στόλιζα καλά, όλες τις βλακείες που είχε κάνει θα τις έγραφα, όλα θα τα βγαζα στη φόρα, θα τη τιμωρούσα με το τρόπο μου για όσα μου είχε κάνει όμως όλο μου μενε ατελείωτο εκείνο το κομμάτι! Καθυστερούσε, όπως ήμουν μες τα νεύρα σε μια πολυκατοικία με στείλανε κάτι χαρτιά ν αφήσω σ ένα δικηγόρο, το ασανσέρ δε δούλευε, πήρα τις σκάλες, κάποιος με κράνος μοτοσικλετιστή στη μασχάλη κατέβαινε απ τους πάνω ορόφους, δεν υπήρχαν φώτα στο διάδρομο κι άνοιξα το κινητό σα φακό, βρήκα το γραφείο, χτύπησα όμως κανείς δεν άνοιξε, κατέβηκα κάτω στον ημιώροφο, κάτι ήχοι ακούγονταν απ το βάθος, ένα κυλικείο υπήρχε εκεί, ένας γέρος άκουγε μουσική από ένα ραδιόφωνο ΄΄Τι ψάχνεις;΄΄ με ρώτησε..

Βγαίνοντας προς την εξώπορτα έσβηνα μηνύματα σπαστικά που μου είχε στείλλει κατά καιρούς, δεν ήθελα να κουβαλώ οτιδήποτε αρνητικό πάνω μου, όπως έσβηνα τα παλιά ένα καινούριο εμφανίστηκε και τότε -ορκίζομαι ότι έτσι έγινε - είδα γραμμένα στο κινητό αυτά που σκεφτόμουν, αυτά που ήθελα, να γράψω, όλες τις κατηγορίες που ετοιμαζόμουν να σημειώσω, όλα υπήρχαν εκεί πέρα ! Δε μπορούσα να το δεχτώ, που το χε βρει, δε μπορούσα να καταλάβω πως έμπαινε στο μυαλό μου, πως το είχε κάνει, τι διάβολο συνέβαινε, τι είδους παιχνίδι ήταν αυτό, τι μαγικά έκανε, αφού δεν το είχα δημοσιεύσει και κανείς δεν το είχε δει, μου γύρισαν τα μυαλά, καλά ήταν πολύ τρελό!

Ύστερα συνήλθα κάπως, θα έπρεπε να υπήρχε μια εξήγηση λογική, με είχε κάνει άνω κάτω, μου την είχε δώσει, έβρεχε, περπατούσα και βρεχόμουν αλλά ούτε που μ ένοιαζε, πίστευα ότι δε θα την ξανάβλεπα, πόσες φορές δε μου το είχε κάνει αλλά δεκάρα δεν έδινε, μ έκανε να νιώθω και τύψεις στο τέλος, υποτίθεται ότι αντέχω γενικά αλλά οι γυναίκες πάντα με ζόριζαν, δε ξέρω πως το κάνουν και τι παθαίνω, βέβαια αν δε μπορείς να το υποφέρεις κάθεσαι σπίτι σου!

Όπως ήμουν χάλια τηλεφώνησα στη φίλη μου, πάντα την έψαχνα στα δύσκολα να πάρω λίγη ενέργεια θετική, κανονίσαμε να βρεθούμε, είχα λίγο πυρετό, ένιωθα πρησμένο το λαιμό μου οπότε με παίρνει τηλέφωνο η δικιά μου και τι μου λέει ΄΄Δε πιστεύω να είσαι μες τη βροχή, εσύ είσαι ικανός να μου κρυώσεις, ν' αρπάξεις κάνα πυρετό και να σ' έχω στη μπανιέρα κάτω απ το παγωμένο νερό να σε στρώσω !’’ καλά μου ρθε να βάλω τα κλάματα, πάλι μου κανε το ίδιο πράγμα και πάλι έπιανε, δε μπορούσα να το ξεπεράσω΄΄ Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε;΄΄ - ''Εντάξει, όπως θέλεις !΄΄ μου είπε και μου το κλεισε αλλά βέβαια ο στόχος της είχε επιτευχθεί, ήξερε ότι είχε περάσει πια στο πετσί μου, κυλούσε κάτω απ το δέρμα μου οπότε παίρνω τη φίλη μου ν ακυρώσω το ραντεβού ΄΄Σε πειράζει ρε…΄΄ της λέω ΄΄Με πήρε η δικιά μου και πρέπει να τη δω !’’ φυσικά και με πειράζει!'' μου είπε η φίλη μου, ΄΄Θα δω τι θα κάνω!’’ είπα και παίρνω τη δικιά μου ΄΄Ρε θα βρεθούμε;’’ τη ρωτάω ΄΄Και βέβαια θα βρεθούμε, επειδή εσύ είσαι βλάκας και κάνεις χαζομάρας δε σημαίνει ότι δε θα βλεπόμαστε!’’

Τελικά πήγα να δω τη φίλη, δε μπορούσα να τη στήσω πάλι αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν αλλού, η φίλη έδειξε κατανόηση, ΄΄ Πήγαινε, δε τρέχει τίποτα !΄΄ μου είπε κι εγώ σκεφτόμουν ότι θα χρειαζόμουν δυο ζωές να της ξεπληρώσω όλα όσα είχε κάνει για μένα, έξω απ την πολυκατοικία πάλι ο ίδιος φόβος που με πιάνει έξω απ τα σπίτια των γυναικών, μου ανοίγει και πέφτω στην αγκαλιά της, με κοίταζε μες τα μάτια κι εγώ δεν έλεγα να ξεκολλήσω από πάνω της ΄΄Τό σωσες, ήμουν έτοιμη να σε σουτάρω αλλά τα μάτια σου ήταν έτοιμα να βουρκώσουν, η καρδιά σου χτυπούσε στην αγκαλιά μου, η πλάτη σου ήταν ιδρωμένη!''

Είχα ηρεμήσει, έβγαλε να φάμε, δεν είχα όρεξη, δοκίμασα μια πιρουνιά, η τηλεόραση έπαιζε, κάτι χαρτιά τσαλακωμένα υπήρχαν πεταμένα στο τραπέζι , ''Τι είναι αυτά;'' ρώτησα ''Τα είχες πετάξει στην ανακύκλωση, για μια φορά τα πέταξες στη σωστή σακούλα, τα είχες πάνω πάνω!''

Και τότε κατάλαβα ρε φίλε, δε γίνονται αυτά, είχε ψάξει στα σκουπίδια κι είχε διαβάσει όλες τις σημειώσεις που κρατούσα, το είχα ξεχάσει, έτσι λοιπόν εξηγούνταν, έτσι με είχε κάνει άνω κάτω, ήθελα να τη φάω, να τη βαρέσω, να της κάνω κάτι κακό όμως σκέφτηκα ''Άστην, όταν θα είναι κατάλληλη η στιγμή θα τα πούμε!''

Η ώρα είχε περάσει, πλαγιάσαμε, όπως μ αγκάλιαζε η μουσική έπαιζε απ' τα ηχεία ψηλά που βούιζαν υπόκωφα, δε θα της έκανα τη χάρη, δεν είχα όρεξη για φιλιά, ήθελα να της πω πρώτα ένα εκατομμύριο πράγματα όμως δε μπορούσα, δεν άντεχα, το σώμα μου με πρόδινε, τα μάτια έκλειναν μόνα τους, μισοξύπνιος - μισοκοιμισμένος έβλεπα ήδη έναν αέρα να φυσά κατεβαίνοντας με μανία απ τα βουνά, σαρώνοντας στο διάβα του ότι έβρισκε, δέντρα λύγιζαν, στέγες ξεκολλούσαν, σπίτια κατέρρεαν, άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν, ο αέρας συνέχιζε να λυσσομανά...




Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑΣΟΣ

''Αυτό είναι το πολωνέζικο αεροπλάνο που καρφώθηκε στο κτίριο της ΠΑΣΕΓΕΣ!'' είπε ο Θωμάς, ''Ο πιλότος πρέπει να κοιμόταν, νόμιζε ότι η λεωφόρος του αεροδρομίου με τα φανάρια απ τις κολόνες ήταν ο διάδρομος προσγείωσης και το κατέβασε κατά κει, πρέπει να ήταν φοβερό θέαμα ένα αεροπλάνο τεράστιο να σέρνεται στον αυτοκινητόδρομο στριγγλίζοντς κι εξαπολύοντας σπινθήρες προς όλες τις κατευθύνσεις, τη τελευταία στιγμή πριν στουκάρει στα τσιμέντα πήγε να το γυρίσει αλλά ήταν αργά, τα γκρέμισε όλα εκεί πέρα σα τέρας μανιασμένο, όταν πήγαν να το δουν ανακάλυψαν ότι ήταν γεμάτο όπλα και πυρομαχικά για την αραπιά κάτω για κάποιον πόλεμο, είχε πάθει μια βλάβη κι έπρεπε αναγκαστικά να προσγειωθεί, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν εκραγεί τα πυρομαχικά ν' ανατινάξουν το σύμπαν!

Το αεροπλάνο ήταν σαραβαλιασμένο, ένα σωρός από λαμαρίνες σκουριασμένες, μετά από κείνο το ατύχημα είχαν βάλει στον αεροδιάδρομο καινούριες λάμπες πιο δυνατές για τις νυχτερινές πτήσεις , περπατούσαμε κάτω απ τον πύργο έλεγχου και τις βλέπαμε, ο Θωμάς μου δειχνε κάτι σκληρά καλύμματα πλαστικά που σκέπαζαν τις λάμπες, τα είχαν φέρει απ την Ισπανία, απ το Μπιλμπάο, πολύ γερά, άντεχαν τόνους πίεσης καθώς δέχονταν τ αερόπλανα όταν κατέβαζαν τη μπροστινή ρόδα κεντράροντας στη μεσαία λωρίδα ενώ τα πτερύγια ευθυγραμμίζονταν με τις ακριανές φωτεινές γραμμές, ''Θα σου βγάλω άδεια απ τον πύργο έλεγχου να περνάς, τι νομίζεις ότι είναι παίξε γέλασε, δε περνά όποιος να ναι, το νου σου, ο προηγούμενος είχε κάνει τη βλακεία να σταματήσει στη μέση του διαδρόμου βγάζοντας φωτογραφίες, τον είδε από ψηλά ο πιλότος ενός αεροπλάνου που κατέβαινε κι ενημέρωσε, μας ήρθε μια κλίση που μας πετάχτηκαν τα μάτια, τη κόλλησα στα μούτρα του βλάκα, τον σούταρα όπως ήτανε!

''Θα δουλέψεις εδώ πέρα!'' μου είπε ''Θα σε βάλω αποθηκάριο στο εργοτάξιο, θα βλέπεις τι μπαίνει, τι βγαίνει, πρόσεχε χαμένε, να χεις το νου σου, υπάρχουν λαμόγια που δε ξέρεις από που θα στη φέρουν, θα σε κλέψουν μπροστά στα μάτια σου , δέκα φορές θα τσεκάρεις τα τιμολόγια'' -- ''Ωχ!'' σκέφτηκα, καλά δεν υπήρχε περίπτωση να μη με κοροϊδέψουν όταν θα βαριόμουν και δε θα καταλάβαινα τη τύφλα μου από χαρτιά και τιμολόγια, απ την άλλη τη χρειαζόμουν οπωσδήποτε εκείνη τη δουλειά και του χα εμπιστοσύνη του Θωμά, ήταν έξυπνος κι εργολάβος πρώτης τάξης, πάντα το λεγα ότι με τους έξυπνους μπορείς να συνεννοηθείς, ότι και να γίνει, και να μη ξέρεις τα στραβά σου θα βρεις την άκρη, με τους βλάκες θα καείς ότι και να κάνεις !

Σίγουρα θα κανα καμιά χαζομάρα όσο και να πρόσεχα, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, εκείνη έφταιγε σίγουρα, μου απορροφούσε ένα κάρο ενέργεια, με στράγγιζε, κάθε μέρα άλλαζε, δεν ήξερα από που να τη πιάσω, όλο μπροστά μου νόμιζα ότι την έβλεπα,στις στάσεις είχα την εντύπωση ότι με περίμενε φορώντας τα μαύρα γυαλιά τα ψαρωτικά που ήξερε ότι με κομπλάριζαν...

Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, το πρωί το λεωφορείο εμφανίζονταν στη κατηφόρα της Καλλιθέας ανάμεσα στα σφενδάμια, ο ήλιος με τύφλωνε, ένα σάντουιτς έβλεπα τον οδηγό να μασάει, μια γυναίκα με χείλη σαρκώδη σα φρούτο έτοιμο να δαγκωθεί, ένα σημάδι σκούρο στο άσπρο μπράτσο της, πως μελανιάζουν έτσι εύκολα τα σώματα των γυναικών, κάτι είχα πάθει, όλο τις γυναίκες πρόσεχα, τα σώματα τους, τα πόδια τους, ήταν σα να τις ήθελα περισσότερο από πριν, όχι πλατωνικά πλέον σα να είχε ξυπνήσει κάτι μέσα μου... ...

Στη ΔΕΗ πήγα να πληρώσω έναν λογαριασμό ληγμένο, ένα χαρτονόμισμα μου έπεσε στο μάρμαρο, κάποιος φώναξε ''Κάτι σας έπεσε!'', στο διάδρομο ενός σούπερ μάρκετ ούτε που ήξερα τι ζητούσα, κόσμος έσπρωχνε καροτσάκια ανάμεσα σε ντάνες απορρυπαντικών και τροφίμων, μια μουσική από κάπου έπαιζε, στο λιμάνι καράβια πελώρια έμπαιναν, περιστέρια απλώνονταν στα γρασίδια της Αριστοτέλους, στη παραλία της Καλαμαριάς μια κόκα κόλα έπινα, παγάκια λευκά κολυμπούσαν μέσα της, μπροστά στα μάτια όλα ανακατεύονταν, βάρκες, βράχια, κύματα, φιγούρες ανθρώπινες διαλύονταν στο φως...

Το φθινόπωρο είχε μπει για καλά, τη νύχτα άστραφτε και βροντούσε πολύ δυνατά μετά τις ξερες και τους καύσωνες τους Σεπτεμβριανούς, από δω και πέρα είναι η αγαπημένη μου εποχή, η μέρα μίκρυνε κι η νύχτα πέφτει νωρίτερα επιτέλους, με το που πήγαινα σπίτι έπεφτα ξερός σα να λιποθυμούσα, δεν ανέπνεα έτσι μου έλεγε αυτή τουλάχιστον, όταν ξυπνούσα τα χαράματα το πτερύγιο από ένα σκουλαρίκι ασημένιο γυάλιζε στα σκοτεινά πάνω στο κομοδίνο...

''Έχετε άγχος;'' με ρώτησε η γυναίκα με την άσπρη ποδιά, ''Πάρτε μια βαθιά ανάσα!'' είπε χαμηλόφωνα και μου έχωσε τη βελόνα στο σφιγμένο μπράτσο, ''Έχετε ιστορικό'' - ''Όχι!'' είδατε πρόσφατα κάποιον γιατρό, παίρνετε χάπια, κάνετε σεξ συχνά;'' - ''Ναι πολύ συχνά, έχω χάσει το μπούσουλα!'', χαμογέλασε. Δεν είχα καμιά όρεξη να τη κάνω την εξέταση, εκείνη μου το χε ζητήσει κι άντε να πεις όχι στις γυναίκες όταν θέλουν κάτι, θα σε πρήξουν, θα σε κυνηγήσουν, α είναι πολύ επίμονες , είχα αρχίσει ν' αγχώνομαι πραγματικά, κι αν τ' αποτελέσματα ήταν αρνητικά, αν μου βρίσκανε κάτι τι θα έκανα, αν είχα καμιά αρρώστια, καμιά ένδειξη κακή, ένα σωρό τρελές ιδέες περνούσαν απ το μυαλό, οι μέρες μου ήταν μετρημένες, καλύτερα να μη ρωτάς φίλε, μη το ψάχνεις με τους γιατρούς, κάτι θα σου βρουν ότι και να γίνει, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις το μπελά σου, κάτσε καλύτερα στ' αυγά σου, άμα είναι να ρθει θα το καταλάβεις!

Έπρεπε να σκεφτώ τη πρόταση του Θωμά, τουλάχιστον έπρεπε να το δω, με πήγαινε άλλωστε, ήταν λίγο μυστήριος δε μπορούσες να τον ψυχολογήσεις, καλός μεν όμως διαισθανόσουν ότι είχε μια πλευρά λίγο θαμπή, λίγο τρομαχτική, μια φορά είχα πάει σ ένα απ τα σπίτια που είχε , όταν το μαθαν οι γνωστοί απόρησαν, δεν το χα καταλάβει τότε '' Σ έβαλε σπίτι του, δε βάζει ποτέ κανέναν εκεί μέσα, κανείς δεν έχει μπει εδώ και καιρό, πρέπει να αισθάνεσαι τυχερός!''

Κάπου ανατολικά ήτανε, κοντά στο αεροδρόμιο, τον βόλευε, ταξίδευε συχνά κατά το βορρά όπου είχε τις περισσότερες δουλειές του, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Σερβία, του άρεσαν κι οι γυναίκες εκεί πέρα, σουγιάδες τις έλεγε, λεπτές, ελαστικές, αθλητικές, ακούραστες, μια Κροάτισσα φοβερή με πόδια πολύ μακριά είχε γνωρίσει τελευταία και του χε φάει ένα σωρό λεφτά, έκανε τέλειο έρωτα, δεν τις αγαπούσε πραγματικά τις γυναίκες, δεν τις ήθελε ν ανακατεύονται στα πόδια του, δε τις εμπιστεύονταν, τους φέρονταν σκληρά, τις έκανε να κλαίνε κι ούτε που τον ένοιαζε.

Τον ρωτούσα συνέχεια για τις δουλειές και τα ταξίδια του, σ ένα ορυχείο κάπου στην Ευρώπη είχε δουλέψει στερεώνοντας χαλύβδινες κολόνες και υποστηρίγματα, οι ντόπιοι λέγανε ότι ένας δαίμονας κατοικούσε μες τις στοές και σκότωνε τους εργάτες, ο πραγματικός λόγος ήταν βέβαια οι δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που έβγαιναν από κει μέσα, πιο πέρα υπήρχε μια παραλία κι οι εργάτες τα σαββατοκύριακα έψαχναν για κομμάτια κίτρινου κεχριμπαριού που ξέβραζε η θάλασσα, κάποτε λέει εκεί πέρα υπήρχαν δάση απέραντα και το ρετσίνι των δέντρων τους είχε αποκρυσταλλωθεί φτιάχνοντας υπέροχα γυαλιστερά πετράδια, μια φορά είχε βρει κι ο Θωμάς ένα, το είχα δει, κάπως καφετί λαμπερό ήτανε...
Σκοτεινό μου είχε φανεί το διαμέρισμα του, στη κουζίνα είχαμε καθίσει, ένα πάρκο υπήρχε απέναντι, ένα κοπάδι πουλιών με τραχηλιές γεμάτες στίγματα μαζεύονταν στη κορφή κάποιου δέντρου κράζοντας, ένα χυμό με κέρασε ο εργολάβος, έφτιαχνε σχέδια για ένα κτίριο πολυμορφικό, μου τα δειξε, δε καταλάβαινα, γραμμές κάθετες κι οριζόντιες, σκιάσεις, τον είχε ζορίσει, του είχε πάρει ώρες να τα τελειώσει, πρώτα έπρεπε να σκιτσάρει και κατόπι να δουλέψει στο πρόγραμμα του υπολογιστή, τον ζόριζε πολύ, ίδρωνε, το μέτωπο του ήταν νοτισμένο, στο τέλος βρήκε τη λύση.

Μου έδειχνε τα δωμάτια, σε μια καμαρούλα στο πάτωμα, είχε στη γωνιά κάτι σαν εικονοστάσι, μια καντήλα μεγάλη έκαιγε, με το που μπήκαμε πήρε από ένα μπουκάλι λάδι και το άδειασε στη καντήλα, δίπλα στις εικόνες μια φωτογραφία, ο πατέρας του, ένας γκριζομάλλης όμορφος με μουστάκι κομμένο στις άκρες κι ένα σαγόνι κάπως ορθογώνιο, πιο δίπλα μια φωτογραφία τον έδειχνε νεαρό, γραβατωμένο, μαζί μ ένα άλλο παιδί καστανόξανθο, ''Μπορώ να δω τη φωτογραφία;'' - '' Όχι, είναι κολλημένη εκεί πέρα!''

''Ποιος είναι ;'' ρώτησα '' O Αναστάσης! Το καλύτερο παιδί που βγήκε ποτέ, πολύ καλύτερος από μένα, το καταλαβαίνεις, το καλύτερο παιδί, όλα τα προλάβαινε τη πρώτη δουλειά τη δεύτερη δουλειά τη γυναίκα του τους φίλους κι όλη νύχτα ήμασταν έξω, όταν σηκώνονταν να χορέψει ζεϊμπέκικο έμοιαζε με θεό, έστελνε φιλιά στη κοπέλα του που τον κοίταζε μαγεμένη κι όλοι έκαναν στη μπάντα, τέτοιο παλικάρι ήταν ο κολλητός μου, κάθε βράδυ γυρνούσαμε στα μαγαζιά μαζί με τη κοπέλα του που την υπεραγαπούσε, πέθαινε για κείνη κι αυτή ένιωθε το ίδιο, δεν υπήρχε τέτοιο ζευγάρι σου λέω!''

''Κι ύστερα ξέρεις τι έγινε'' συνέχισε ο εργολάβος σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ το μέτωπο του, ''Άρχισα να τον ζηλεύω που ήταν ευτυχισμένος με κείνη τη γυναίκα, εγώ δε το χα ζήσει ποτέ, δε το πίστευα ότι θα έφτανα να τον ζηλέψω, ήταν ανεξέλεγκτο, με τυραννούσε, τα βράδια δε κοιμόμουνα, έσπαζα το κεφάλι μου να βρω μια λύση, να ξεφύγω, ήταν ο κολλητός μου ρε φίλε, ο αδερφός μου κι εγώ τον φθονούσα, μια φορά είχαμε πάει σ ένα ξενυχτάδικο εδώ γύρω, βγαίνοντας τα ξημερώματα άρχισα να κοροϊδεύω άσχημα τη κοπέλα του που είχε βουρκώσει, το κανα συχνά, ο Τάσσος μου είπε ''Αν το ξανακάνεις αυτό μαλάκα δε θέλω να σε ξαναδώ!'' ήταν απίστευτο, πιο δυνατό από μένα, τον έβλεπα που βασανίζονταν και υπέφερε ένιωθε και κάτι πόνους σα μαχαιριές πίσω στη πλάτη στο αριστερό μα δε μπορούσα αν σταματήσω και μια μέρα ένας φίλος μου είπε ότι πέθανε από καρδιακή ανακοπή όλος ο κόσμος μου γκρεμίστηκε δε το χωρούσε το μυαλό μου ο Τάσσος να πεθάνει έτσι δεν το ξεπέρασα ποτέ θα με κυνηγάει για πάντα!''

Τον κοιτούσα κι έμοιαζε παραιτημένος, τον λυπόμουν, υποτίθεται ότι ήταν σκληρός αλλά σε τι του χρησίμευσε τελικά, αν ήταν πιο ευαίσθητος ίσως να μην κατέληγε έτσι το πράγμα, τι ιστορία κι αυτή σκεφτόμουν, έξω ψιλόβρεχε, μετά τη Περαία ο αεροδιάδρομος ξεχώριζε καθαρά φωτισμένος, ένα ιπτάμενο θηρίο με σβηστές τις μηχανές κατέβαινε μουγκρίζοντας μες τη βροχή, μπορούσα να δω την άσπρη κοιλιά του και τα σχέδια στα πλευρά του καθώς ευθυγραμμίζονταν, τα φανάρια του του ήταν αναμμένα, κι εκείνο το παιδί που χόρευε σα θεός τι κρίμα να πάει έτσι, γιατί όμως ο Θωμάς να το πει σε μένα, και πως γίνεται ένας άνθρωπος να είναι τόσο καλός σε κάτι και τόσο άθλιος σε κάτι άλλο, και γιατί δε μπορούμε να κάνουμε το σωστό όσο είναι καιρός, ποιος τα φτιαξε έτσι όλα τόσο μπερδεμένα, ποιον μπορείς να εμπιστευτείς και ποιος είναι ο αληθινός φίλος τελικά αναρωτιόμουν όπως το αεροπλάνο κατέβαινε όλο και περισσότερο δείχνοντας την άσπρη κοιλιά του , θυμήθηκα το άλλο το πολωνικό με τα πυρομαχικά που δεν ανατινάχτηκαν όταν καρφώθηκε στο κτίριο της ΠΑΣΕΓΕΣ, θα μπορούσε κι αυτό να γείρει πάνω στη λεωφόρο και να σύρει τη κοιλιά του πάνω στο οδόστρωμα όπως στις ταινίες κουτρουβαλώντας, γυρίζοντας δεξιά αριστερά, παρασέρνοντας ότι υπήρχε μπροστά του με την τρομακτική δύναμη που κουβαλούσε απ την ταχύτητα του μέχρι να ξεθυμάνει σε κάνα χωράφι ή σε κάνα υπόστεγο ή στην είσοδο κάποιου απ τα νυχτερινά μαγαζιά του αεροδρομίου .. ....


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΩΝ ΚΕΔΡΩΝ

Στη κηδεία δε πήγε, ας λέγανε ότι θέλανε, αυτός ήθελε να θυμάται το παιδί όπως ήταν, όμορφο, ζωντανό, τα μνήματα όμως δε τα ξεχνούσε, πήγαινε πάντα με τη γυναίκα και τη κόρη του όμως ήθελε να είναι μόνος, τον άφηναν κι αυτός στέκονταν πάνω στο μάρμαρο, άφηνε ένα αυγουλάκι κίντερ σοκολατένιο που άρεσε στο μικρο κι ύστερα έκλαιγε βουβά ώρα πολύ μέχρι να ξαλαφρώσει...

Είχε δεθεί πολύ με το παιδί, με το που διαγνώσθηκε η ασθένεια κι ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά, πολύ σοβαρά, το είχε υιοθετήσει κυριολεκτικά, δε τ άφηνε απ τα μάτια του, ήθελε το παιδί να δει όσα περισσότερα πράγματα γίνονταν όσο θα ζούσε ακόμα, κοιμόταν αγκαλιά μαζί, ξυπνούσαν νωρίς να δουν την ανατολή, πήγαιναν παντού, όταν έβρεχε βλέπανε το νερό που κυλούσε μπροστά στα τζάμια και στους υαλοκαθαριστήρες, μετά έβγαινε πάλι ο ήλιος αντανακλώντας τις ακτίνες του στη βρεγμένη άσφαλτο...

Το καλύτερό ήταν τότε που το πήγε σ ένα μοναστήρι χτισμένο σ ένα γκρεμό με θέα κάποιο ποτάμι, στην αυλή υπήρχε κάτι σα πισίνα και στον πάτο της είχαν φτιάξει ένα ψηφιδωτό με δελφίνια, ψάρια, κύματα, πουλιά, βάρκες, ένα πράγμα τέλειο, λέγανε ότι ο τεχνίτης που το φιλοτέχνησε είχε έρθει απ τα Ιεροσόλυμα κι ήταν ξακουστός. Το μικρό κάθε φορά που το έβλεπε έλαμπε ολόκληρο, όταν ήταν άδεια η γούρνα κατέβαινε μερικά σκαλάκια στο πλάι, ξάπλωνε μπρούμυτα στο μάρμαρο κι έσερνε τα δαχτυλάκια του πάνω στις ψηφίδες σα να καταλάβαινε με την αφή τα χρώματα , όλα ήθελε να τ αγγίζει, να τα νιώθει στα χέρια του, κοίταζε μια μια τις κουκκίδες και μετά το σύνολο, μετά σήκωνε τα μάτια κατά τον παππού που βούρκωνε σα να έλεγε ''Τι θαύμα!

Οι γιατροί ήταν απόλυτοι, στην ουσία είχαν πει ότι υπήρχε ημερομηνία λήξης σύντομη μάλιστα, με το που το άκουσε ο παππούς το πήρε υπό τη προστασία του, αυτή ήταν δική του υπόθεση, δε θα το άφηνε έτσι, δε μπορούσε να το διανοηθεί ότι τα παιδιά χωρίζονταν σε καλά και κακά, όμορφα κι άσχημα, υγιή κι άρρωστα, ορφανά και κανονικά, όλα άξιζαν προσοχής, όλα τα παιδιά έχουν τα ίδια δικαιώματα εφόσον γεννήθηκαν κάτω απ τον ίδιο ήλιο, έτσι το βλεπε αυτός. Το παιρνε λοιπόν και βολτάριζαν, το πήγαινε σ εκκλησιές κι εκκλησάκια που αγαπούσε, το είχε μελετήσει το θέμα, παρκάριζε έξω στο προαύλιο και μετά έμπαινε μέσα να χαζέψουν τοιχογραφίες, αγιογραφίες μωσαϊκά, πολλές φόρες καθόταν ο παππούς στο στασίδι αφήνοντας το μικρό να τρέχει στους διαδρόμους και να σταματά στο φως που έμπαινε απ τα παράθυρα τα χρωματιστά, το μικρό έμοιαζε να χει ψύχωση μ' ότι είχε σχέση με το φως, τρελαίνονταν, εστίαζε εκεί πέρα, ώρες ολόκληρες κοιτάζοντας τις λαμπρές δεσμίδες ν΄ αναλύονται σε ακτίνες που τρυπούσαν σα σπαθιά το τζάμι για να καρφωθούν τελικά στο πάτωμα!

Ήταν μαγικό αλλά είχαν ανακαλύψει ότι κάτι δε πήγαινε καλά, το στόμα του παιδιού έδειχνε να στραβώνει προς τα κάτω μέρα με τη μέρα , δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, δεν άκουγε τι του λέγανε, χανόταν, απομονώνονταν, αποσύρονταν όλο και περισσότερο στο δικό του κόσμο, η μάνα του το είχε καταλάβει πρώτη, δασκάλα ήταν άλλωστε....

Στην αρχή δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε, ύστερα άρχισε το ζόρι, έπρεπε να οργώσουν όλα τα νοσοκομεία, να κάνουν εξετάσεις άπειρες, η κόρη του έτρεχε στη δουλειά όλη μέρα και κατόπι γυρνούσε στο παιδί το άρρωστο έχοντας ακόμα ένα μωρό μωρό στην αγκαλιά. Και μες σ όλα αυτά ο άντρας της είπε ότι δεν άντεχε, δε γίνονταν, χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό του λέει. Ναι ρε φίλε, σε καταλαβαίνω, αν μπλέξεις με μια γυναίκα που θέλει να τα δώσει όλα για το παιδί της δε θα μένει τίποτα για σένα αλλά αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, ας πρόσεχες, ποιος σου είπε ότι ο γάμος θα σου δινε μόνο χαρές, πως μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής, κι αν δεν αντέχεις και τα παίζεις τόσο εύκολα τι να σε κάνω, μείνε μόνος, μη κάνεις παιδιά, κάτσε στ΄ αυγά σου, έτσι είναι, έτσι ήταν πάντοτε. Τέλος πάντων την άφησε μόνη της, του φαίνονταν πολύ βαρύ όλο αυτό,αργότερα είχε τύψεις, τι να το κάνεις, πάλι καλά θα μου πεις, δεν του το συγχώρεσε, βέβαια αν ήξερε τι επρόκειτο να της κάνει στο μέλλον θα τον είχε σουτάρει από τότε αλλά που χρόνος να σκεφτείς λογικά όταν σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες...
Αυτή δε μπορούσε να σκεφτεί έτσι αλλά ο πατέρας της καταλάβαινε πολύ καλά που πήγαινε το πράγμα, και να σκεφτείς ότι εκείνος τον είχε κάνει άνθρωπο το γαμπρό του, πόσο δεν τον είχε βοηθήσει με χίλιους δυο τρόπους, μη πούμε λεπτομέρειες τώρα, δε κάνει, δεν είναι το θέμα μας ...

Τι δεν είχαν τραβήξει το χειρότερο ήταν μ εκείνο τον ταξιτζή καθώς αργούσαν να επιβιβαστούν κι από πίσω κορνάριζαν όλοι σα δαιμονισμένοι, έπρεπε να κατεβάσουν το παιδί στο κέντρο για μια απ τις τακτικές του εξετάσεις κι ήταν μες το άγχος,''Κουνήσου εσύ και το βλαμμένο σου!'' είχε γρυλίσει ο ταξιτζής, η μάνα του ταράχτηκε αλλά αυτουνού του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, είχε λυσσάξει, ήθελε να τον σφάξει επί τόπου, αν ήταν κοντά στο αμάξι όπου φύλαγε ένα μαχαίρι στο ντουλαπάκι μπορεί και να το είχε κάνει!

Ευτυχώς υπήρχαν και μερικές καλές στιγμές, ειδικά στο μοναστήρι με το ψηφιδωτό, πήγαιναν εκεί συχνά, όταν φεύγανε σταματούσαν πάντα στην ακροποταμιά σε μια καντίνα να πιει δυο τρία ποτήρια τσίπουρο με νερό που το έκανε άσπρο.

Σταματούσε από παλιά σε κείνη τη καντίνα, του άρεσαν τα μπριζολάκι που έφτιαχνε ο τύπος εκεί πέρα, ένας στιβαρός, νευρικός γέρος. Κόσμος πολύς μαζεύονταν πάντα εκεί πέρα να φάνε τα περίφημα μπριζολάκια του γέρου, τα συνόδευε με μια φοβερή σάλτσα δικιάς του έμπνευσης τόσο νόστιμη που σου τρέχανε τα σάλια προτού τη βάλεις στο στόμα, έδινε και καμιά καυτερή πιπεριά σ όσους το ζητούσαν. Όλοι θέλανε να μάθουν το μυστικό της σάλτσας και του κρέατος, πως το κανε τόσο νόστιμο ο άτιμος ο γέρος, κάποιοι λέγανε ότι ήταν το κρέας, άλλοι το πουρνάρι με το οποίο έφτιαχνε τα κάρβουνα, άλλοι μιλούσαν για ένα συστατικό που ήξερε απ τον παππού του και το χρησιμοποιούσε στο μαρινάρισμα. Πριν πολλά χρόνια τον είχε ρωτήσει ΄΄Πως τα φτιάχνεις ρε μπαγλαμά τόσο νόστιμα τα μπριζολάκια;''- - ''Α, δεν είναι τίποτα!'' είπε ο άλλος χαμογελώντας ''Κοίτα να μαθαίνεις!΄΄ συνέχισε παίρνοντας ένα κομμάτι κρέας, το απέθεσε προσεχτικά πάνω στη σχάρα, ανακάτεψε λίγο τα κάρβουνα, περίμενε, μετά το γύρισε απ την άλλη με μια τσιμπίδα, το τσέκαρε καλά κι απ τις δυο μεριές σα να το ζύγιζε, ήταν εντάξει, αυτός είχε πάθει πλάκα, αυτό ήταν όλο λοιπόν!

Τον πήγαινε το γέρο με τα μπριζολάκια, γνωρίζονταν χρόνια, είχαν γίνει φιλαράκια, μιλούσαν, ανακάλυψαν ότι σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο, κάνα δυο φορές του είχε δώσει και κάτι συμβουλές, '' Πως αφήνεις αυτούς τους τύπους να σου μιλούν έτσι μες το μαγαζί σου !'' του είχε πει κάποτε όταν ένας ψηλός με κόκκινα μάγουλα έκανε μια σκηνή γιατί είχε καθυστερήσει να πληρωθεί. Ο γέρος, που δεν ήταν τόσο γέρος τότε, τον περίμενε στη γωνία και την επόμενη φορά που ο ψηλός με τα κοκκινα μάγουλα πήγε να κάνει τα ίδια του έβαλε κάτι φωνές, τον πήρε τόσο παραμάζωμα τον διέλυσε, τον ισοπέδωσε, τον έστειλε στα θυμαράκια, τον αποτελείωσε, ήταν μια βιβλική σκηνή, ο δικός μας ήταν ευχαριστημένος!

Το παιδί καρφώνονταν στο άδειο διάφανο ποτήρι του ούζου που λειτουργούσε σα πρίσμα αναλύοντας το φως, το κοίταζε απ όλες τις μεριές, ποιος ξέρει τι σκέφτονταν μες το μυαλουδάκι του....

Ανασήκωνε λίγο τα χοντρά γυαλιά του να δει το μικρο που έπαιζε αμέριμνο, μπορούσε να κάθεται βλέποντας το παιδί εκεί όλη μέρα κι όλη νύχτα, τόσο πολύ του άρεσε! Δυο κύκνοι κολυμπούσαν κουνώντας δεξιά αριστερά τους κυρτούς τους λαιμούς, μια γραμμή άφηναν πίσω τους στην επιφάνειά του νερού όπως απομακρύνονταν, ο μικρός χαμογελούσε ευτυχισμένος, χαρούμενος όπως όλα τα παιδιά του κόσμου όταν παίζουν ...

Στην ακροποταμιά είχε ησυχία, ο μικρός έπαιζε μ ένα κλαδί, το βύθιζε στο νερό κοιτάζοντας σα μαγεμένος τους κύκλους που σχηματίζονταν, σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν να τρέχουν, φύλλα σκόρπια υπήρχαν στο χώμα σ όλα τα χρώματα, καφετιά, κίτρινα, κόκκινα κι άλλα εντελώς ξερά στο χρώμα του εδάφους ....

Δυο γυφτάκια ήρθαν να ζητήσουν ένα σάντουιτς κραδαίνοντας μερικά κέρματα, το ένα ζήτησε λίγο λεμόνι στο κρέας του, το άλλο μια κουταλιά τζατζίκι, ένα κορίτσι με άσπρο φόρεμα γεμάτο λουλούδια τριγυρνούσε, ένα μαργαριτάρι σα δάκρυ, σα στάλα ιδρώτα έμοιαζε να τρέχει στο στήθος του, ο αέρας φυσούσε στα κλαδιά των δέντρων, μια σουσουράδα έτρεχε ανάμεσα στους θάμνους κουνώντας την ουρά της, πήρε το παιδί να περπατήσουν λίγο, σ ένα μονοπάτι που διχάζονταν έφτασαν, άφησε το μικρό ν αποφασίσει κατά που θα πήγαιναν.

O παππούς απομάκρυνε κάτι θάμνους που έφραζαν το δρομάκι και βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο σκεπασμένο με χορτάρι τόσο πράσινο σα να ήταν άνοιξη, βρέθηκαν μπροστά σ έναν άντρα που έκανε κάμψεις στο χώμα βαριανασαίνοντας, το παιδί κι ο γερός στάθηκαν, ο άντρας σήκωσε το κορμί του από χάμω.

Ο παππούς τον ήξερε, ήταν ο φύλακας του δάσους των κέδρων, χρόνια πολλά πριν κάποιος είχε φυτέψει εκεί ένα δάσος από κέδρους του Λιβάνου σαν αυτούς που είχε διαλέξει ο βασιλιάς Σολομώντας για να χτίσει τον ξακουστό ναό του, κανείς δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει και πως είχαν πιάσει εκείνα τα δέντρα, πάντως το δάσος ήταν υπέροχο, οι κορμοί άμα τους σκάλιζες ανέδυαν ένα άρωμα υπέροχο, τα βαθυπράσινα κλαδιά τους έριχναν έναν ίσκιο βαρύ, το καλοκαίρι ήταν ο ιδανικός τόπος για τους οδοιπόρους, το είχαν ανακηρύξει εθνικό πάρκο εκείνο το μέρος κι ο φύλακας, ένας ξερακιανός τύπος με ρυτίδες σα μαχαιριές κοιμόταν σε μια ξύλινη καλύβα εκεί κοντά.

'' Ετοιμάζομαι να πάρω μέρος σ έναν αγώνα...'' είπε χωρίς να τον ρωτήσουν ο φύλακας'' Γι αυτό γυμνάζομαι, θ ανεβούμε εκείνο το βουνό που βλέπεις....'' συνέχισε δείχνοντας έναν βράχο χιονισμένο στο βάθος ψηλά ''... μετά πρέπει να κατηφορίσουμε μέχρι τη θάλασσα, ο αγώνας γίνεται νύχτα, λίγοι αντέχουν, η διαδρομή θα είναι φωτισμένη, θα έρθουν γιατροί ειδικοί, εθελοντές, διαιτολόγοι, η τηλεόραση, ελπίζω να τερματίσω, πέρσι τα είχα παρατήσει λίγο πριν το τέρμα, είχα σκάσει, λίγο ακόμα ήθελα, πονούσα πολύ, η καρδιά μου χτυπούσε σα τύμπανο, νόμιζα ότι δε θα ζήσω, ένα ελικόπτερο είχαν φέρει να με μαζέψει, ήμουν σα πεθαμένος, πάντως η θέα απ το ελικόπτερο ήταν απίθανη!''

Το μικρό κοίταζε αφηρημένο κατά την άσπρη κορφή που τους είπε ο φύλακας , δε καταλάβαινε πολλά αλλά του φαίνονταν κάτι πολύ μεγάλο αυτό που ήθελε να κάνει ο άντρας , θα θελε κι αυτό να σκαρφαλώσει κάποτε μέχρι εκείνη την άσπρη κορφή και να δει τον κόσμο από κει πάνω, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο! Ο παππούς ζήτησε απ το φύλακα να του γράψει ένα τηλέφωνο, του είχε φανεί παράξενο αυτό το άθλημα που γίνονταν νύχτα κι ήθελε να μάθει πιο πολλά, ο μυώδης ξερακιανός με τις μαχαιριές στο πρόσωπο έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισε να γράφει, ''Αριστερόχειρας!'' είπε από μέσα του ο παππούς....

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΚΡΟΤΑΛΟ ΑΠΟ ΝΥΧΙ ΕΛΑΦΙΟΥ

Με το που είδε την τούρτα έτσι άσπρη με την απαλή της επίστρωση, κάτι την έπιασε, αισθάνθηκε να τρέχουν τα μάτια της, βούρκωσε, πνίγονταν, το κάτω χείλος της έτρεμε, ‘’ Δε τη θέλω , δε τη θέλω !’’ φώναζε χαμηλόφωνα ‘’ ο ζαχαροπλάστης είχε πάθει πλάκα, δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, ''Καλά βρε κορίτσι μου, μη στεναχωριέσαι, θα σου φτιάξουμε άλλη, ότι θες, μη κλαις!'' αυτή έτρεμε ολόκληρη, ‘’ Θα ξαναπεράσω !’’ είπε κι έφυγε τρέχοντας.

Ο ζαχαροπλάστης την αγαπούσε, ήταν ερωτευμένος μαζί της, ήθελε να της δώσει ότι είχε και δεν είχε! Όποτε έρχονταν να πάρει κάνα γλυκό, κάνα ψωμί, καμιά τυρόπιτα φορώντας εκείνο το μπουφάν το κίτρινο, το φωσφοριζέ με το φερμουάρ στο πλάι κι άλλοτε όταν φορούσε μια φούστα στενή κι ένα πουκάμισο από ύφασμα σα καραβόπανο, απαλό και σκληρό μαζί με μια υφή υπέροχη, ή όποτε φορούσε εκείνες τις γόβες με το τακούνι το μικροσκοπικό που δε μπορούσες να καταλάβεις πως ισορροπούσε πάνω τους δεν άντεχε '' Τι κουκλάρα είσαι συ !'' αναστέναζε.

Τη γούσταρε πολύ, όλοι στη γειτονιά τη γούσταραν, εντάξει όχι όλοι, ήταν ονειροπόλα, της άρεσε να γυρνά με το αστικό στη πόλη ψάχνοντας εκείνη τη διαφημιστική αφίσα με τον γαλανομάτη που είχαν κρεμάσει σ ένα κτήριο, όλο περνούσε απ το ίδιο σημείο ξανά και ξανά μόνο για να βλέπει έναν άντρα με μάτια σ ένα χρώμα που δε το πετυχαίνεις, που δεν υπάρχει, όχι εκείνο το ξέθωρο, το γαλαζωπό, το ξεπλυμένο που δε το πήγαινε με τίποτα, αλλά ένα άλλο, ένα βαθύ πολύ που ταίριαζε φοβερά με τα μαύρα μαλλιά του...

Δεν ήταν εύκολη γκόμενα, έπρεπε να έχεις υπομονή απέραντη μαζί της, να τη διαβάσεις σωστά, να καταλάβεις τι έλεγε, τι εννοούσε, τι ήθελε κάθε φορά, να είσαι πάντα σ επιφυλακή, σ ετοιμότητα, να τη πείθεις κάθε φορά ότι τη θες πραγματικά,δε χάριζε κάστανα, άμα δε σ άρεσε χαιρετίσματα, όταν δε γούσταρε κάποιον τον διέγραφε με τη μία και πήγαινε παρακάτω, δεν είχε καμιά όρεξη ν' αλλάξει για πάρτη σου, έπρεπε εσύ να κόψεις το κεφάλι σου και να προσαρμοστείς πάνω της αλλιώς σε σούταρε , ήταν επικίνδυνη, δε μπορούσες να παίζεις μαζί της, δε προσφέρονταν για καρδιακούς, έμοιαζε με χειροβομβίδα που μπορούσε να σκάσει στα χέρια σου ανά πάσα στιγμή!

Είχε ένα βλέμμα που σ έκοβε με τη μία, έχοντας δουλέψει χρόνια σε χρυσοχοείο ήξερε τη πιάτσα και τον καθένα που κυκλοφορούσε, της άρεσε η δουλειά πολύ, όλη η διαδικασία, να παίρνεις τις χρυσές λίρες να τις λιώνεις στο χυτήριο, να παίρνεις τον χρυσό κι έπειτα να φτιάχνεις κοσμήματα σφυρηλατώντας το κίτρινο μέταλλο, με τα χρόνια είχε αποκτήσει κι αυτή μερικά χρυσά κομμάτια καλά, ένα απ αυτά το φορούσε πάντοτε ήταν ένα κρόταλο από νύχι ελαφιού επενδυμένο με χρυσά κι ασημένια ελάσματα, της το χε χε φέρει κάποιος ξένος και το φορούσε πάντα λέγανε ότι δεν το βγαζε ποτέ κι ασκούσε μια γοητεία στους άντρες....

Ήταν λίγο απόμακρη, λίγο κλειστή, δεν ανοίγονταν εύκολα, δε μπορούσε να την κουμαντάρει ο πάσα ένας, δε θα παραδίνονταν έτσι εύκολα στο πρώτο τυχόντα όσο κι αν τον χρειάζονταν, και τον χρειάζονταν πίστεψε με όμως δεν ήταν δα τόσο βλαμμένη! Έπρεπε να χεις νεύρα γερά, να τη μαζεύεις κάθε φορά που ξαμολιούνταν, το ένιωθε κι αυτή ότι χρειαζόταν κάποιον να της κρατά το χαλινάρι, κάποιον που να την περιορίζει δίχως να τη καταπιέζει, να το κάνει με τρόπο που να δείχνει σεβασμό στη θηλυκότητα της αν με καταλαβαίνεις! Δεν έπρεπε να τη φοβηθείς, μερικοί που βγήκαν μαζί της είχαν κομπλάρει, ένας απ αυτούς φοβόταν να καθίσει δίπλα της έτσι που την είχε δει εντυπωσιακή, αεράτη, άνετη μ ένα φόρεμα βραδινό, ο τύπος τα είχε παίξει, ένιωθε δέος, καθόταν όλο το βράδυ από μακριά και τη χάζευε...

Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο η ζέστη συνέχιζε αποπνικτική, ευτυχώς οι νύχτα έπεφτε όλο και νωρίτερα, τα βράδια ο ήλιος που έδυε έβαφε κοκκινωπές τις στέγες των πολυκατοικιών, στα γυράδικα έκοβαν φέτες κρέατος με μεγάλα μαχαίρια κοφτερά. Αυτή ήταν εντάξει όμως πάντα όταν όλα σου πάνε καλά φοβάσαι ότι το πράγμα θα γυρίσει ανάποδα, είναι κανόνας, πρέπει να φυλάγεσαι, έτσι σκέφτονταν πηγαίνοντας στα γενέθλια ενός φίλου, ήθελε να του κάνει έκπληξη, να του φέρει μια τούρτα υπέροχη, να τον αιφνιδιάσει.

Πήγε στο σπίτι έβαλε ένα ποτηράκι βότκα και κάθισε στο καναπέ, όπως ηρεμούσε τη ήρθε σιγά σιγά η εικόνα μιας άσπρης πιατέλας με κόλλυβα απ το μνημόσυνο του θείου της, αυτό ήταν λοιπόν, έτσι εξηγούνταν, με το που αντίκρισε τη τούρτα άνοιξε το καπάκι, της ήρθαν στο νου τα κλάματα των γυναικών, η φωτογραφία που είχαν βάλει πάνω απ το κεφάλι του θείου της, η μάνα της που έδειχνε γερασμένη ξαφνικά , το καλοκαίρι, η ζέστη, το μπαλκόνι όπου είχαν μαζευτεί κάτι γριές μαυροφορεμένες...

Τα θυμήθηκε όλα, το θείο της τον Αρχιμήδη, ένα παλικάρι που όλοι το αγαπούσαν, εντάξει όχι όλοι, καλοντυμένος πάντα με τα κοστούμια και τα πουκάμισα του, νευρικός, ζωηρός ανήσυχος λίγο παλαβός, λίγο τρελός, όλο σε φασαρίες έμπλεκε. Δε καταλάβαινε τίποτα, μια φορά είχε πλακώσει κάποιον σωματέμπορα που είχε ανοίξει ένα μαγαζί με μπιλιάρδα στη γειτονιά, μια φορά πάλι είχε σακατέψει έναν τάταρο που απειλούσε μια κοπέλα, καλά είχε πάθει αμόκ , δε μπορούσε να το χωνέψει πως όλοι κάθονταν και κοίταζαν εκείνο το ζώο που απειλούσε το κορίτσι στριμώχνοντας το σε μια γωνιά, του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι ''Σταμάτα ρε μ... μη σου σπάσω το χοντροκέφαλο!'' του είπε κι ο άλλος ψάρωσε, κόλλησε, κώλωσε, ήταν τόσο σαλταρισμένος ο Αρχιμήδης, τι όνομα κι αυτό, τόσο τρελαμένος που ο τάταρος σκιάχτηκε!

Είχε κι ωραία γυναίκα ο Αρχιμήδης, μια κουκλάρα πόντια που άφησε το σχολειό στα δεκάξι της και τον βοηθούσε να χτίσουν το σπίτι τους κουβαλώντας τσιμεντόλιθους δίχως να γκρινιάζει ούτε μια στιγμή, τέσσερα παιδιά του κανε που έμειναν ορφανά, δε ξαναπαντρεύτηκε, τα μικρά τα ανέλαβε η πεθερά που λάτρευε τη νύφη της, κάθε πρωί σηκώνονταν πρώτη να της φτιάξει πρωινό με αυγόφετες που άρεσαν στο κορίτσι, δεν ήθελε να κουράζεται το παιδί, όλες τις δουλειές του σπιτιού έκανε η γριά, το μέρος έλαμπε, μιλάμε τέτοια νοικοκυρά δεν υπήρχε, η πεθερά μεγάλωσε και τα μικρά που γίνονταν όλο και πιο όμορφα...

Ένα βυτιοφόρο είχε ο Αρχιμήδης μαζί με κάτι άλλα παιδιά και πότιζαν μ αυτό χωράφια ξερικά σ ένα κάμπο πιο στεγνό κι απ την έρημο Ατακάμα, τι κάψα είχαν φάει ρε φίλε, τι ιδρώτα είχαν ρίξει, μια φορά πήγαν το βυτίο για συντήρηση, θέλησαν ν αλείψουν με πίσσα το εσωτερικό του κι άναψαν τη λάμπα μέσα κοίλωμα, ξαφνικά όλο το μέρος πήρε φωτιά, έγινε κόλαση κανείς δεν τους είχε πει πως όταν ανάβεις φως σε κλειστό χώρο με αναθυμιάσεις πετρελαίου υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης ακαριαίας, όλο το βυτίο πήρε φωτιά σα λαμπάδα, πορτοκαλιές φλόγες ανέβαιναν, ο Αρχιμήδης που ήταν απ έξω ρίχτηκε μες τις φλόγες κι έβγαλε έξω τους δυο κακομοίρηδες που ήταν εγκλωβισμένοι και ούρλιαζαν, τους έσυρε όπως- όπως και μετά έπρεπε να τρέξει δυο χιλιόμετρα μέχρι το κέντρο υγείας να φωνάξει βοήθεια, όταν να έφτασε εκεί συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν σε χειρότερη κατάσταση, όλο το σώμα του ήταν γεμάτο εγκαύματα, είχε καεί σα λουκάνικο, μπορούσε να νιώσει και τη μυρουδιά του ψημένου κρέατος, τον έστειλαν άρον άρον στο νοσοκομείο, δυο μέρες χαροπάλευε, μετά τέλος...

Οι άλλοι δυο επέζησαν, άλλος με κομμένα δάχτυλα, άλλος με στίγματα που δε φεύγουν ποτέ, πάντως επέζησαν, αυτός όχι....

Στη κηδεία του έγινε χαμός, μαζεύτηκε κόσμος απ' όλα τα διπλανά χωριά, όλοι ήξεραν τον Αρχιμήδη και την οικογένεια του, μες τον ορυμαγδό, το κλάμα και τη βαριά ατμόσφαιρα ένα κοριτσάκι παρακολουθούσε περίεργο όλα αυτά. Όλα φαίνονταν περίεργα στο κοριτσάκι, του έκαναν τρομερή εντύπωση τα κεριά, οι παπάδες, οι τύποι με τα μαύρα σακάκια που κάπνιζαν και μιλούσαν σιγανά, η οχλοβοή μες τον καύσωνα του καλοκαιριού, ήταν σα ταινία, σα θέατρο, είχε πάει μέχρι τα νεκροταφεία, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί του, ήτα σα να μην υπήρχε. Τις επόμενες μέρες όλα αυτά γυρνούσαν συνέχεια μες το μυαλουδάκι όπου και να πήγαινε, τον αγαπούσε το θείο, ήταν μικρή αυτή αλλά καταλάβαινε ότι ήταν κάτι ασυνήθιστο εκείνος ο άνθρωπος, είχε κάτι διαφορετικό απ τους αλλού, ήταν πιο δυνατός, πιο καλός, πιο όμορφος, πιο τρελός,πιο παθιασμένος σ ότι έκανε κι ήταν και γλυκός έτσι που έρχονταν επιβλητικός κι αγέρωχος κάθε φορά να της δώσει καμιά σοκολάτα με τρούφα καφετιά γύρω γύρω και να τη φιλήσει.

Τον αγαπούσε, όποτε έρχονταν στο σπίτι της έτρεχε να τον αγκαλιάσει, αγαπούσε και τη γυναίκα του κι εκείνα τα μικρά που είχαν γεννήσει, δεν ξεκολλούσε από κοντά τους . Κι ύστερα πήγε και πέθανε, τέλειωσε, έσβησε, τον έχωσαν σ εκείνο το κοφίνι και δε κουνιόταν, καταλαβαίνεις; Ήταν μες τα νεύρα, όλα μαύρα της φαίνονταν γύρω, όλα καταθλιπτικά σα να είχε πέσει ο ουρανός και τα αστέρια κι ο ήλιος κι όλο το καταπέτασμα και να τη πλάκωσε! Γιατί να της το κάνει αυτό, δεν ήταν δίκαιο ποιος το είχε επιτρέψει, γιατί να πεθάνει αυτός και να ζήσουν οι άλλοι, μα πόσο ηλίθιος ήταν να μη το σκεφτεί, να μπει μες τη κόλαση και να βγάλει τους άλλους!

Τη Κυριακή που ακολούθησε τη κηδεία η μάνα της την έστειλε στο διπλανό μεγάλο χωριό να πάρει τη πιατέλα με τα κόλλυβα, καλά η μάνα της ήταν λίγο τρελή, το εμπιστεύονταν εντελώς αυτό μια σταλιά κοριτσάκι, πήγε όπως της είπε η μαμά και πήρε τη πιατέλα την άσπρη, τη στολισμένη με ρύζια με την ασημένια επικάλυψη, κι όλους εκείνους τους σταυρούς και τα παράξενα σχέδια, το μυαλό της της ήταν τόσο μπερδεμένο σα να είχε μπει στο μπλέντερ, σ όλη τη διαδρομή χάζευε μια έξω τα δέντρα και τα χωράφια, μια το απαλό στρώμα της πιατέλας που σκέπαζε το στάρι το ανακατεμένο με τις σταφίδες, τα καρύδια, την κανέλα, την άχνη ....

Πέρασαν χρόνια, το κοριτσάκι μεγάλωσε, τα ξέχασε όλα, έγινε γυναίκα, έφτιαξε ένα σώμα σφιχτό και δεμένο σα της γαζέλας, όλο μύες και νεύρο! Είχε μια επιδερμίδα απαλή, τρυφερή, άσπρη το χειμώνα, ηλιοκαμένη το καλοκαίρι, όλοι την αγαπούσαν, εντάξει είπαμε όχι όλοι, μερικοί δεν τη χώνευαν, τη θεωρούσαν μεγάλη ψωνάρα, ο ζαχαροπλάστης όμως πέθαινε!

Κι ύστερα ήρθε εκείνη η τούρτα να την αναστατώσει, να τη χαλάσει, είχε γίνει άνω κάτω, πήρε ένα αστικό να κάνει μια βόλτα, αμάξια διπλοπαρκαρισμένα μπλόκαραν τους δρόμους, ένας γέρος προσπαθούσε ν ανοίξει μια πόρτα σιδερόφραχτη σ ένα κτίριο μεταλλικό, δυο ροντβάιλερ καθισμένα στη πίσω μεριά ενός αυτοκινήτου έβγαζαν έξω απ το παράθυρο τις γλώσσες τους να δροσιστούν, δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα κι αυτός που ήταν μαζί της κάποια στιγμή κοιμόταν τόσο ήσυχα που νόμιζε ότι ήταν πεθαμένος, τον άγγιξε απαλά, τον ξύπνησε κι αυτός της χάιδευε το πρόσωπο γύρω γύρω ώρα πολύ. ...

Έμοιαζε καλός αυτός ο τελευταίος ''Ίσως γίνει κάτι αυτή τη φορά!'' είπε από μέσα της, όπως σήκωσε το κεφάλι είδε μπροστά της εκείνη τη αφίσα με τον γαλανομάτη, στάθηκε μια στιγμή να το χαζέψει εκείνο το θέαμα που την ηρεμούσε πάντοτε, τα μαλλιά του είχαν το το βαθύ μαύρο χρώμα των φτερών του κόρακα, τα μάτια του ήταν τόσο γαλάζια σα να είχαν αδειάσει εκεί μέσα όλες οι θάλασσες, όλοι οι ωκεανοί, όλα τ αρμυρά νερά της υφηλίου, δεν υπήρχε τέτοια απόχρωση, κάτι είχαν κάνει, θα πρέπει να φορούσε φακούς ο άντρας εκείνος, δεν εξηγούταν αλλιώς, ένιωσε καλύτερα, χαλάρωσε, ασυναίσθητα έσυρε τα δάχτυλα στο λαιμό χαϊδεύοντας εκείνο το παράξενο κρόταλο...


ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...