Σάββατο 28 Μαρτίου 2015
Κυριακή 22 Μαρτίου 2015
BALA PERDIDA
Mi vida
bala perdida
por la gran via
charcuito de arrabal...
Manu Chao
Ο τόπος όλος γύρω απ το πάρκο θύμιζε σφαγείο, πιτσιλιές από αίμα υπήρχαν παντού, στα κάγκελα, στο γρασίδι, στο τσιμέντο, δυο τρεις γυναίκες τσίριζαν , ένα μαύρο ροντβάιλερ με καπούλια που θύμιζαν αγριόχοιρο είχε αρπάξει ένα κανίς μικροσκοπικό, το είχε καρφώσει με τα δόντια του στο χώμα σα να ήταν το θήραμα του και δεν το άφηνε με τίποτα!
Το σκηνικό θύμιζε ταινία ή ντοκιμαντέρ ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, το ροντβάιλερ κρατούσε με τα νύχια το μικρό σκυλί ρίχνοντας λοξές ματιές τριγύρω, αυτός πήρε ένα παλούκι που βρήκε έξω από μια αποθήκη, πήγε πίσω απ τον σκύλο τον φονιά και τον κοπάνησε μ όλη του τη δύναμη στα καπούλια, θα περίμενες ότι θα του έσπαγε τη ράχη όμως το ζώο φάνηκε σα να μη κατάλαβε τίποτα μόνο γράπωσε ακόμα πιο σφιχτά στις δοντάρες του το σκυλάκι που έμοιαζε πεθαμένο!
Μόλις είχε φτάσει στο χωριό, οδηγός στα ΚΤΕΛ ήτανε, κάθε πρωί περνούσε από κει κάνοντας το πρώτο δρομολόγιο, όπως κάθε μέρα είχε έρθει με το χάραμα, άκουσε τις φωνές και πήγε να δει τι γίνεται για ν' αντικρίσει τη σκηνή με το σκύλο και τις γυναίκες να ξεφωνίζουν για το καημένο το ζωάκι ενώ κάποιοι ήταν κρεμασμένοι στα κάγκελα του πάρκου κοιτάζοντας ….
Κάθε μέρα έρχονταν κατά κει με το πούλμαν βλέποντας στην είσοδο μια τσιμεντοκολώνα στραπατσαρισμένη που βρίσκονταν εκεί για χρόνια και κανείς δεν την αντικαθιστούσε ποτέ, κάποιο αμάξι είχε στουκάρει πάνω της μ όλη του τη φόρα σαν να προσπαθούσε να την γκρεμίσει αλλιώς δε γίνονταν εκείνη η κολόνα να έπαθε τέτοια ζημιά! Από κει κατάγονταν ο οδηγός, οι συνχωριανοί του είχαν πει γι αυτό το σκυλί που ήταν διαβόητο για την αγριότητα του, πριν ένα χρόνο είχε δαγκώσει άσχημα ένα παιδάκι κι ήθελαν να του κάνουν ευθανασία το διαβολεμένο όμως τη γλύτωσε, το αφεντικό του το είχε σώσει...
Όλα στο χωριό έμοιαζαν κουφά , για να το προσεγγίσεις έπρεπε να κατέβεις ένα βουνό περνώντας ένα δρόμο κατηφορικό όλο στροφές ζαλιστικές κι έπειτα να μπεις σε μια χαράδρα, το σκηνικό ήταν λίγο απόκοσμο, αναρωτιόσουν που στο δαίμονα τη βρήκαν εκείνη την τοποθεσία οι χωρικοί, όταν ήταν νύχτα μες το χειμώνα κι αργούσε να φέξει υπήρχαν φορές που το φεγγάρι έμοιαζε σα να κρέμεται πάνω απ τη χαράδρα κι είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο τέλος του κόσμου...
Κάθε μέρα έκανε το ίδιο δρομολόγιο, φοβόταν πάντα όταν περνούσε πάνω από γέφυρες, ήταν σίγουρος ότι τις έφτιαχναν με άχρηστα υλικά απατεώνες εργολάβοι, απορούσε που δεν είχαν γκρεμιστεί ακόμα, όσο έφτιαχνε ο καιρός κι οι ορίζοντες έμοιαζαν ν ανοίγουν ολοένα περισσότερο σκέφτονταν το καλοκαίρι που θα τον έπιανε πάλι εκείνη η μανία να φύγει και να χαθεί όσο πιο μακριά γίνονταν...
Όποτε πλησίαζε τα πρώτα σπίτια σκεφτόταν τον πατέρα του ''Καλά ρε μπαμπά πολύ βλάκας ήσουνα !'' μονολογούσε, αν έχεις το θεό σου ξέρεις πως πέθανε, τον χτύπησε κεραυνός, απ όλους τους ανθρώπους του κόσμου τον πατέρα του πήγε να χτυπήσει το αστροπελέκι μια μέρα που έβοσκε τα ζώα του στην ερημιά, δεν χτύπησε κανένα δέντρο, καμιά κολόνα, κάνα σπίτι, καμιά αγελάδα μα τον πατέρα του, καλά ήταν πολύ γκαντέμης!
Ήταν και λίγο σερσερής ο πατέρας του, δεν θα τον έλεγες κάνα κανένα άτομο σοβαρό , βοσκός μια ζωή ήτανε, είχαν ζώα, γελάδια, μετά το άρμεγμα ο γέρος έριχνε πάντα μπόλικο νερό στο γάλα κρυφά μ ένα μπακιρένιο αγγείο αλλά στον συνεταιρισμό του γάλακτος έκαναν μετρήσεις, τον πιάσανε και δεν ξαναγόραζαν απ αυτόν! Άλλοτε πάλι έκλεβε τριφύλλι απ τα χωράφια, μια φορά είχε αγοράσει κάτι μοσχαράκια από κάπου στη Ξάνθη, από ένα μέρος ξεχασμένο κι απ το θεό, ήταν σίγουρος ο γέρος ότι ήταν μεγάλο κελεπούρι, για ένα κομμάτι ψωμί τα είχε πάρει . Ε λοιπόν εκείνα τα μοσχαράκια αποδείχτηκαν τα πιο άτιμα πλάσματα που υπήρχαν στον κόσμο, του είχαν βγάλει τη πίστη, όλο έκοβαν το σκοινιά σα δαίμονες κι έτρεχαν στα χωράφια τινάζοντας ψηλά τα λιγνά τους ποδαράκια, δεν έβαζαν ούτε γραμμάριο όσο και να τρώγανε, μόνο νεύρο ήταν, τον είχαν σκάσει, μα τι πρόστυχη ράτσα, το τι βρισίδι τους είχε ρίξει ο μακαρίτης δε λέγονταν!
Ο σκύλος έμοιαζε εντελώς αποροφημένος με τη λεία του, απο το στόμα του έβγαιναν αφροί, οι γυναίκες φώναζαν ‘’Χτύπα το χτύπα το καταραμένο !'' αυτός κοντοστέκονταν με τα πόδια ανοιχτά, δεν ήξερε τι να κάνει, θα μπορούσε να τ αφήσει και να φύγει , στο κάτω - κάτω ο τόπος είναι γεμάτος με τέτοια σκυλιά μινιατούρες, αλλά κάτι τον είχε πιάσει, το λυπόταν το κανίς,
Στάλες ιδρώτα ένιωσε να τρέχουν στο μέτωπο του, μια θολούρα αισθάνονταν, εδώ και πολλές νύχτες δε μπορούσε να ησυχάσει, ήταν άρρωστος, ο λαιμός του ήταν στεγνός εντελώς, ο φάρυγγας του ξεραμένος, τα νεφρά του πονούσαν, η σπονδυλική του στήλη σα να έτριζε ολόκληρη όταν τον έπιανε ρίγος, στο κρεβάτι στριφογυρνούσε δίχως να μπορεί να ησυχάσει, το κεφάλι του βάραινε σα να τον είχε πλακώσει ένα κτίριο επταώροφο, τα κόκαλα του πονούσαν, η γρίπη τον είχε σαπίσει! Ίσως έπρεπε να πάρει κάνα Ντεπόν, κανονικά δεν έπαιρνε χάπια ποτέ του , δεν ήθελε να βλέπει γιατρούς ούτε φαρμακεία ούτε κανέναν , όμως τώρα ήταν διατεθειμένος να καταπιεί οτιδήποτε θα τον ανακούφιζε...
Αποβραδίς μια ζαλάδα αισθάνονταν, είχε ξυπνήσει κατά τα μεσάνυχτα, πήγε στο δωμάτιο του μικρού του παιδιού, συνήθως κοιμόταν μαζί με το μικρό που πλάγιαζε αμέριμνο δίπλα του και τον ηρεμούσε, έμοιαζε σα να χαμογελά στον ύπνο του, πολύ το αγαπούσε εκείνο το μικρό το αγγελούδι, το είχε κάνει με μια λατινοαμερικάνα όμορφη που είχε μήλα τονισμένα στα ζυγωματικά και την περνούσε καμιά τριανταριά χρόνια, σ ένα μπαρ την είχε γνωρίσει αυτήν κι όλο του μιλούσε για το πόσο άγρια ήταν τα πράγματα εκεί κάτω στην πατρίδα της όπου όλοι έπαιζαν μπάλα όλη μέρα στις παραλίες των ωκεανών. Το παιδάκι του ανάσαινε ελαφριά, δεν ήθελε να το ανησυχήσει, πήγε στη κουζίνα, ένα ποτήρι γυάλινο υπήρχε με λίγο νερό, το σήκωσε να πιει κι όταν στράφηκε κατά το νεροχύτη είδε μια κουτάλα κρεμασμένη να πηγαινοέρχεται, όλα τ' άλλα σκεύη στέκονταν ακίνητα αλλά εκείνη η καταραμένη κουτάλα πήγαινε πέρα δώθε σα δαιμονισμένη!
Στέκονταν και την κοίταζε, ήταν μονάχος του, όλοι κοιμόντουσαν, καθόταν εκεί και παρατηρούσε πετρωμένος την κουτάλα να βολτάρει ''Μα δε θα σταματήσει η καταραμένη!'' σκεφτόταν ''Τι γίνεται εδώ πέρα;'' αναρωτήθηκε, νόμιζε ότι είχε αρχίσει να τα χάνει, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, όλα έμοιαζαν αλλόκοτα, για κάποιο λόγο είχε την αίσθηση ότι κάποιος στέκονταν πίσω απ την εξώπορτα και ψηλαφούσε το πόμολο έτοιμος να μπουκάρει, ήταν σίγουρος ότι θα ήταν κάποιος μαυριδερός με χαμόγελο σατανικό και δόντια μυτερά σαν τον διάβολο, είχε το ντουφέκι έτοιμο σε μια γωνία, άμα τολμούσε να μπει θα τον κοπανούσε μια κι ας πήγαινε στον αγύριστο, στράφηκε προς την κουτάλα που σα να είχε επιταχύνει αντί να σταματήσει, άρπαξε το ατσάλινο σκεύος με μανία, το τσαλάκωσε μες τα χέρια του με όλη του τη δύναμη και βγήκε στο μπαλκόνι, αέρας δυνατός φυσούσε έξω, κρύο έκανε, πήρε φόρα και το πέταξε με δύναμη στον ακάλυπτο, ένας ήχος μεταλλικός ακούστηκε καθώς η κουτάλα έσκαγε στο τσιμέντο…
Όπως καθόταν στην καρέκλα της κουζίνας έγειρε στο πλάι κι αποκοιμήθηκε, σαν όνειρο του ήρθε μια ανάμνηση, το προαύλιο μιας εκκλησίας στρωμένο με γκρίζους κι άσπρους σχιστόλιθους, ένας πλάτανος πολύ ψηλός με φύλλα πράσινα, μια βρύση, δέντρα πολλά, αυλάκια, ποτάμια με νερά καθαρά που περνούσαν μέσα από λιβάδια πράσινα και κήπους εξωτικούς γεμάτους βλάστηση και λουλούδια…
Ξύπνησε από ένα τρίξιμο, ένιωθε ιδρωμένος, ήταν μούσκεμα, η γρίπη είχε αρχίσει να περνά, έπρεπε ν αλλάξει φανελάκι, αισθάνθηκε την επιθυμία να φάει ένα μήλο, ψηλάφισε τους τοίχους στα σκοτεινά ψάχνοντας τον διακόπτη, δε μπορούσε να καταλάβει τι ώρα ήτανε, καμιά φορά τον έπαιρνε ο ύπνος το μεσημέρι, άλλοτε το βράδυ, άλλοτε το πρωινό, δεν είχε σειρά, όποτε του ρχονταν, βρήκε τη φρουτιέρα, ένα μήλο κόκκινο πήρε, το δάγκωσε, η γεύση απλώθηκε υπέροχη στο στόμα του, είχε αρχίσει να επανέρχεται η αίσθηση στη γλώσσα του, ήταν γλυκό κι ελαφρώς ξινό συνάμα και τραγανό μαζί, ακριβώς όπως το ήθελε, ο οργανισμός του χρειάζονταν υγρά επειγόντως, έβαλε να βράσει φλαμούρι στο μπρίκι, έριξε μπόλικη ζάχαρη στην κούπα, έστυψε ένα λεμόνι που του είχε φέρει η μάνα του απ τον μπαξέ της, το τσάι ήταν υπέροχο κι αυτό...…
Πίσω στο χωριό το ροντβάιλερ αψηφούσε τους πάντες τόσο προκλητικά λες κι ήταν ο βασιλιάς των λιονταριών, του την έδωσε, μα πόσο θράσος είχε κείνο το ζώο, στέκονταν εκεί με το ξύλο στα χέρι και δεν ήξερε τι να κάνει, το κεφάλι του κουδούνιζε, το μυαλό του έπαιρνε στροφές ανεξέλεγκτες, δε μπορούσε να το συμμαζέψει, όπου ήθελε τον πήγαινε, έμοιαζε με μπάλα που κυλά στη κατηφόρα και δε σταματά με τίποτα, οι σκέψεις τρέχανε με ταχύτητα διαβολεμένη και μπερδεύονταν φτιάχνοντας ένα κουβάρι χιλιομπερδεμένο, γιατί ο πιο δυνατός να τρώει τον πιο αδύνατο, ποιος το επέτρεψε αυτό, γιατί τα κτήνη κι οι άνθρωποι που έτυχε να είναι πιο χεροδύναμοι και πιο μοσχάρια να επιβάλλονται όποτε θέλουν, γιατί πάντα να υποχωρούν οι καλοί κι οι κακοί να υπερισχύουν, άι στο διάβολο τελικά με δαύτους! Γιατί έπρεπε να κάνει τα ίδια πράγματα κάθε μέρα, γιατί να πάρει αυτόν το δρόμο, γιατί έπρεπε κάθε πρωί μες τα άγρια χαράματα να σηκώνεται, τι λάθος είχε κάνει, τι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε διαλέξει, κι αν είχε διαλέξει αυτό το διαφορετικό που θα τον οδηγούσε, πως γίνεται κάθε φορά να ξέρεις ποιο είναι το σωστό και πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί έξω πορεύονται με τις επιλογές τους τις λαθεμένες, πόσος κόπος, πόσα χρόνια, πόση προσπάθεια, πόσοι δυνατοί και πόσα ζώα που δε λογαριάζουν κανένα και τους γράφουν όλους για το κέφι τους, για ποιο λόγο όλα αυτά συμβαίνουν, είχε αρχίσει να ζαλίζεται....
Τεντώθηκε ξανά, και ξαναχτύπησε το σκύλο στο κεφάλι αυτή τη φορά, μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι εφτά φορές ήταν αποφασισμένος να το χτυπά μέχρι να το σκοτώσει, το τέρας φάνηκε να κλονίζεται, κανονικά θα έπρεπε να είχε θρυμματιστεί το κρανίο του όμως αυτό σηκώθηκε όρθιο αφήνοντας απρόθυμα το σκυλάκι κι άρχισε να περπατά τρεκλίζοντας σα μεθυσμένο, κάποιος έτρεξε κι άρπαξε το κανίς που από θαύμα ζούσε ακόμα, αυτός δε μιλούσε μονάχα έτρεμε ολόκληρος χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί.
Πέταξε μακριά το παλούκι και κάθισε σε μια καρέκλα περιμένοντας να σταματήσει το τρέμουλο, κοίταζε τα χέρια του, όπως το συνήθιζε οπότε αισθάνονταν στρεσαρισμένος κροτάλιζε τα δάχτυλα του ένα - ένα δοκιμάζοντας τις αρθρώσεις του, μετά από λίγη ώρα το σώμα του ηρέμησε. Καθισμένος εκεί στην καρέκλα ενός καφενείου κοίταζε τη χαράδρα που απλώνονταν στο βάθος και την στραπατσαρισμένη κολόνα που έχασκε διαλυμένη, δε σκεφτόταν το ροντβάιλερ που κάποιος το έιχε δέσει μ ένα λουρί και το έσερνε, αλλά εκείνα τα μοσχαράκια τα νευρικά που έκοβαν τα σκοινιά τους και τυραννούσαν τον πατέρα του , ξαφνικά τον έπιασε ένα γέλιο βουβό , που σιγά σιγά απλώνονταν σ όλο του το σώμα σα να ήθελε να ξεσπάσει κάπου την ένταση που μάζεψε όλη την προηγούμενη ώρα, γονάτισε στο χώμα και τραντάζονταν ολόκληρος μέχρι που άρχισαν να τρέχουν δάκρυα απ τα μάτια του…
bala perdida
por la gran via
charcuito de arrabal...
Manu Chao
Ο τόπος όλος γύρω απ το πάρκο θύμιζε σφαγείο, πιτσιλιές από αίμα υπήρχαν παντού, στα κάγκελα, στο γρασίδι, στο τσιμέντο, δυο τρεις γυναίκες τσίριζαν , ένα μαύρο ροντβάιλερ με καπούλια που θύμιζαν αγριόχοιρο είχε αρπάξει ένα κανίς μικροσκοπικό, το είχε καρφώσει με τα δόντια του στο χώμα σα να ήταν το θήραμα του και δεν το άφηνε με τίποτα!
Το σκηνικό θύμιζε ταινία ή ντοκιμαντέρ ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, το ροντβάιλερ κρατούσε με τα νύχια το μικρό σκυλί ρίχνοντας λοξές ματιές τριγύρω, αυτός πήρε ένα παλούκι που βρήκε έξω από μια αποθήκη, πήγε πίσω απ τον σκύλο τον φονιά και τον κοπάνησε μ όλη του τη δύναμη στα καπούλια, θα περίμενες ότι θα του έσπαγε τη ράχη όμως το ζώο φάνηκε σα να μη κατάλαβε τίποτα μόνο γράπωσε ακόμα πιο σφιχτά στις δοντάρες του το σκυλάκι που έμοιαζε πεθαμένο!
Μόλις είχε φτάσει στο χωριό, οδηγός στα ΚΤΕΛ ήτανε, κάθε πρωί περνούσε από κει κάνοντας το πρώτο δρομολόγιο, όπως κάθε μέρα είχε έρθει με το χάραμα, άκουσε τις φωνές και πήγε να δει τι γίνεται για ν' αντικρίσει τη σκηνή με το σκύλο και τις γυναίκες να ξεφωνίζουν για το καημένο το ζωάκι ενώ κάποιοι ήταν κρεμασμένοι στα κάγκελα του πάρκου κοιτάζοντας ….
Κάθε μέρα έρχονταν κατά κει με το πούλμαν βλέποντας στην είσοδο μια τσιμεντοκολώνα στραπατσαρισμένη που βρίσκονταν εκεί για χρόνια και κανείς δεν την αντικαθιστούσε ποτέ, κάποιο αμάξι είχε στουκάρει πάνω της μ όλη του τη φόρα σαν να προσπαθούσε να την γκρεμίσει αλλιώς δε γίνονταν εκείνη η κολόνα να έπαθε τέτοια ζημιά! Από κει κατάγονταν ο οδηγός, οι συνχωριανοί του είχαν πει γι αυτό το σκυλί που ήταν διαβόητο για την αγριότητα του, πριν ένα χρόνο είχε δαγκώσει άσχημα ένα παιδάκι κι ήθελαν να του κάνουν ευθανασία το διαβολεμένο όμως τη γλύτωσε, το αφεντικό του το είχε σώσει...
Όλα στο χωριό έμοιαζαν κουφά , για να το προσεγγίσεις έπρεπε να κατέβεις ένα βουνό περνώντας ένα δρόμο κατηφορικό όλο στροφές ζαλιστικές κι έπειτα να μπεις σε μια χαράδρα, το σκηνικό ήταν λίγο απόκοσμο, αναρωτιόσουν που στο δαίμονα τη βρήκαν εκείνη την τοποθεσία οι χωρικοί, όταν ήταν νύχτα μες το χειμώνα κι αργούσε να φέξει υπήρχαν φορές που το φεγγάρι έμοιαζε σα να κρέμεται πάνω απ τη χαράδρα κι είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο τέλος του κόσμου...
Κάθε μέρα έκανε το ίδιο δρομολόγιο, φοβόταν πάντα όταν περνούσε πάνω από γέφυρες, ήταν σίγουρος ότι τις έφτιαχναν με άχρηστα υλικά απατεώνες εργολάβοι, απορούσε που δεν είχαν γκρεμιστεί ακόμα, όσο έφτιαχνε ο καιρός κι οι ορίζοντες έμοιαζαν ν ανοίγουν ολοένα περισσότερο σκέφτονταν το καλοκαίρι που θα τον έπιανε πάλι εκείνη η μανία να φύγει και να χαθεί όσο πιο μακριά γίνονταν...
Όποτε πλησίαζε τα πρώτα σπίτια σκεφτόταν τον πατέρα του ''Καλά ρε μπαμπά πολύ βλάκας ήσουνα !'' μονολογούσε, αν έχεις το θεό σου ξέρεις πως πέθανε, τον χτύπησε κεραυνός, απ όλους τους ανθρώπους του κόσμου τον πατέρα του πήγε να χτυπήσει το αστροπελέκι μια μέρα που έβοσκε τα ζώα του στην ερημιά, δεν χτύπησε κανένα δέντρο, καμιά κολόνα, κάνα σπίτι, καμιά αγελάδα μα τον πατέρα του, καλά ήταν πολύ γκαντέμης!
Ήταν και λίγο σερσερής ο πατέρας του, δεν θα τον έλεγες κάνα κανένα άτομο σοβαρό , βοσκός μια ζωή ήτανε, είχαν ζώα, γελάδια, μετά το άρμεγμα ο γέρος έριχνε πάντα μπόλικο νερό στο γάλα κρυφά μ ένα μπακιρένιο αγγείο αλλά στον συνεταιρισμό του γάλακτος έκαναν μετρήσεις, τον πιάσανε και δεν ξαναγόραζαν απ αυτόν! Άλλοτε πάλι έκλεβε τριφύλλι απ τα χωράφια, μια φορά είχε αγοράσει κάτι μοσχαράκια από κάπου στη Ξάνθη, από ένα μέρος ξεχασμένο κι απ το θεό, ήταν σίγουρος ο γέρος ότι ήταν μεγάλο κελεπούρι, για ένα κομμάτι ψωμί τα είχε πάρει . Ε λοιπόν εκείνα τα μοσχαράκια αποδείχτηκαν τα πιο άτιμα πλάσματα που υπήρχαν στον κόσμο, του είχαν βγάλει τη πίστη, όλο έκοβαν το σκοινιά σα δαίμονες κι έτρεχαν στα χωράφια τινάζοντας ψηλά τα λιγνά τους ποδαράκια, δεν έβαζαν ούτε γραμμάριο όσο και να τρώγανε, μόνο νεύρο ήταν, τον είχαν σκάσει, μα τι πρόστυχη ράτσα, το τι βρισίδι τους είχε ρίξει ο μακαρίτης δε λέγονταν!
Ο σκύλος έμοιαζε εντελώς αποροφημένος με τη λεία του, απο το στόμα του έβγαιναν αφροί, οι γυναίκες φώναζαν ‘’Χτύπα το χτύπα το καταραμένο !'' αυτός κοντοστέκονταν με τα πόδια ανοιχτά, δεν ήξερε τι να κάνει, θα μπορούσε να τ αφήσει και να φύγει , στο κάτω - κάτω ο τόπος είναι γεμάτος με τέτοια σκυλιά μινιατούρες, αλλά κάτι τον είχε πιάσει, το λυπόταν το κανίς,
Στάλες ιδρώτα ένιωσε να τρέχουν στο μέτωπο του, μια θολούρα αισθάνονταν, εδώ και πολλές νύχτες δε μπορούσε να ησυχάσει, ήταν άρρωστος, ο λαιμός του ήταν στεγνός εντελώς, ο φάρυγγας του ξεραμένος, τα νεφρά του πονούσαν, η σπονδυλική του στήλη σα να έτριζε ολόκληρη όταν τον έπιανε ρίγος, στο κρεβάτι στριφογυρνούσε δίχως να μπορεί να ησυχάσει, το κεφάλι του βάραινε σα να τον είχε πλακώσει ένα κτίριο επταώροφο, τα κόκαλα του πονούσαν, η γρίπη τον είχε σαπίσει! Ίσως έπρεπε να πάρει κάνα Ντεπόν, κανονικά δεν έπαιρνε χάπια ποτέ του , δεν ήθελε να βλέπει γιατρούς ούτε φαρμακεία ούτε κανέναν , όμως τώρα ήταν διατεθειμένος να καταπιεί οτιδήποτε θα τον ανακούφιζε...
Αποβραδίς μια ζαλάδα αισθάνονταν, είχε ξυπνήσει κατά τα μεσάνυχτα, πήγε στο δωμάτιο του μικρού του παιδιού, συνήθως κοιμόταν μαζί με το μικρό που πλάγιαζε αμέριμνο δίπλα του και τον ηρεμούσε, έμοιαζε σα να χαμογελά στον ύπνο του, πολύ το αγαπούσε εκείνο το μικρό το αγγελούδι, το είχε κάνει με μια λατινοαμερικάνα όμορφη που είχε μήλα τονισμένα στα ζυγωματικά και την περνούσε καμιά τριανταριά χρόνια, σ ένα μπαρ την είχε γνωρίσει αυτήν κι όλο του μιλούσε για το πόσο άγρια ήταν τα πράγματα εκεί κάτω στην πατρίδα της όπου όλοι έπαιζαν μπάλα όλη μέρα στις παραλίες των ωκεανών. Το παιδάκι του ανάσαινε ελαφριά, δεν ήθελε να το ανησυχήσει, πήγε στη κουζίνα, ένα ποτήρι γυάλινο υπήρχε με λίγο νερό, το σήκωσε να πιει κι όταν στράφηκε κατά το νεροχύτη είδε μια κουτάλα κρεμασμένη να πηγαινοέρχεται, όλα τ' άλλα σκεύη στέκονταν ακίνητα αλλά εκείνη η καταραμένη κουτάλα πήγαινε πέρα δώθε σα δαιμονισμένη!
Στέκονταν και την κοίταζε, ήταν μονάχος του, όλοι κοιμόντουσαν, καθόταν εκεί και παρατηρούσε πετρωμένος την κουτάλα να βολτάρει ''Μα δε θα σταματήσει η καταραμένη!'' σκεφτόταν ''Τι γίνεται εδώ πέρα;'' αναρωτήθηκε, νόμιζε ότι είχε αρχίσει να τα χάνει, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, όλα έμοιαζαν αλλόκοτα, για κάποιο λόγο είχε την αίσθηση ότι κάποιος στέκονταν πίσω απ την εξώπορτα και ψηλαφούσε το πόμολο έτοιμος να μπουκάρει, ήταν σίγουρος ότι θα ήταν κάποιος μαυριδερός με χαμόγελο σατανικό και δόντια μυτερά σαν τον διάβολο, είχε το ντουφέκι έτοιμο σε μια γωνία, άμα τολμούσε να μπει θα τον κοπανούσε μια κι ας πήγαινε στον αγύριστο, στράφηκε προς την κουτάλα που σα να είχε επιταχύνει αντί να σταματήσει, άρπαξε το ατσάλινο σκεύος με μανία, το τσαλάκωσε μες τα χέρια του με όλη του τη δύναμη και βγήκε στο μπαλκόνι, αέρας δυνατός φυσούσε έξω, κρύο έκανε, πήρε φόρα και το πέταξε με δύναμη στον ακάλυπτο, ένας ήχος μεταλλικός ακούστηκε καθώς η κουτάλα έσκαγε στο τσιμέντο…
Όπως καθόταν στην καρέκλα της κουζίνας έγειρε στο πλάι κι αποκοιμήθηκε, σαν όνειρο του ήρθε μια ανάμνηση, το προαύλιο μιας εκκλησίας στρωμένο με γκρίζους κι άσπρους σχιστόλιθους, ένας πλάτανος πολύ ψηλός με φύλλα πράσινα, μια βρύση, δέντρα πολλά, αυλάκια, ποτάμια με νερά καθαρά που περνούσαν μέσα από λιβάδια πράσινα και κήπους εξωτικούς γεμάτους βλάστηση και λουλούδια…
Ξύπνησε από ένα τρίξιμο, ένιωθε ιδρωμένος, ήταν μούσκεμα, η γρίπη είχε αρχίσει να περνά, έπρεπε ν αλλάξει φανελάκι, αισθάνθηκε την επιθυμία να φάει ένα μήλο, ψηλάφισε τους τοίχους στα σκοτεινά ψάχνοντας τον διακόπτη, δε μπορούσε να καταλάβει τι ώρα ήτανε, καμιά φορά τον έπαιρνε ο ύπνος το μεσημέρι, άλλοτε το βράδυ, άλλοτε το πρωινό, δεν είχε σειρά, όποτε του ρχονταν, βρήκε τη φρουτιέρα, ένα μήλο κόκκινο πήρε, το δάγκωσε, η γεύση απλώθηκε υπέροχη στο στόμα του, είχε αρχίσει να επανέρχεται η αίσθηση στη γλώσσα του, ήταν γλυκό κι ελαφρώς ξινό συνάμα και τραγανό μαζί, ακριβώς όπως το ήθελε, ο οργανισμός του χρειάζονταν υγρά επειγόντως, έβαλε να βράσει φλαμούρι στο μπρίκι, έριξε μπόλικη ζάχαρη στην κούπα, έστυψε ένα λεμόνι που του είχε φέρει η μάνα του απ τον μπαξέ της, το τσάι ήταν υπέροχο κι αυτό...…
Πίσω στο χωριό το ροντβάιλερ αψηφούσε τους πάντες τόσο προκλητικά λες κι ήταν ο βασιλιάς των λιονταριών, του την έδωσε, μα πόσο θράσος είχε κείνο το ζώο, στέκονταν εκεί με το ξύλο στα χέρι και δεν ήξερε τι να κάνει, το κεφάλι του κουδούνιζε, το μυαλό του έπαιρνε στροφές ανεξέλεγκτες, δε μπορούσε να το συμμαζέψει, όπου ήθελε τον πήγαινε, έμοιαζε με μπάλα που κυλά στη κατηφόρα και δε σταματά με τίποτα, οι σκέψεις τρέχανε με ταχύτητα διαβολεμένη και μπερδεύονταν φτιάχνοντας ένα κουβάρι χιλιομπερδεμένο, γιατί ο πιο δυνατός να τρώει τον πιο αδύνατο, ποιος το επέτρεψε αυτό, γιατί τα κτήνη κι οι άνθρωποι που έτυχε να είναι πιο χεροδύναμοι και πιο μοσχάρια να επιβάλλονται όποτε θέλουν, γιατί πάντα να υποχωρούν οι καλοί κι οι κακοί να υπερισχύουν, άι στο διάβολο τελικά με δαύτους! Γιατί έπρεπε να κάνει τα ίδια πράγματα κάθε μέρα, γιατί να πάρει αυτόν το δρόμο, γιατί έπρεπε κάθε πρωί μες τα άγρια χαράματα να σηκώνεται, τι λάθος είχε κάνει, τι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε διαλέξει, κι αν είχε διαλέξει αυτό το διαφορετικό που θα τον οδηγούσε, πως γίνεται κάθε φορά να ξέρεις ποιο είναι το σωστό και πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκεί έξω πορεύονται με τις επιλογές τους τις λαθεμένες, πόσος κόπος, πόσα χρόνια, πόση προσπάθεια, πόσοι δυνατοί και πόσα ζώα που δε λογαριάζουν κανένα και τους γράφουν όλους για το κέφι τους, για ποιο λόγο όλα αυτά συμβαίνουν, είχε αρχίσει να ζαλίζεται....
Τεντώθηκε ξανά, και ξαναχτύπησε το σκύλο στο κεφάλι αυτή τη φορά, μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι εφτά φορές ήταν αποφασισμένος να το χτυπά μέχρι να το σκοτώσει, το τέρας φάνηκε να κλονίζεται, κανονικά θα έπρεπε να είχε θρυμματιστεί το κρανίο του όμως αυτό σηκώθηκε όρθιο αφήνοντας απρόθυμα το σκυλάκι κι άρχισε να περπατά τρεκλίζοντας σα μεθυσμένο, κάποιος έτρεξε κι άρπαξε το κανίς που από θαύμα ζούσε ακόμα, αυτός δε μιλούσε μονάχα έτρεμε ολόκληρος χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί.
Πέταξε μακριά το παλούκι και κάθισε σε μια καρέκλα περιμένοντας να σταματήσει το τρέμουλο, κοίταζε τα χέρια του, όπως το συνήθιζε οπότε αισθάνονταν στρεσαρισμένος κροτάλιζε τα δάχτυλα του ένα - ένα δοκιμάζοντας τις αρθρώσεις του, μετά από λίγη ώρα το σώμα του ηρέμησε. Καθισμένος εκεί στην καρέκλα ενός καφενείου κοίταζε τη χαράδρα που απλώνονταν στο βάθος και την στραπατσαρισμένη κολόνα που έχασκε διαλυμένη, δε σκεφτόταν το ροντβάιλερ που κάποιος το έιχε δέσει μ ένα λουρί και το έσερνε, αλλά εκείνα τα μοσχαράκια τα νευρικά που έκοβαν τα σκοινιά τους και τυραννούσαν τον πατέρα του , ξαφνικά τον έπιασε ένα γέλιο βουβό , που σιγά σιγά απλώνονταν σ όλο του το σώμα σα να ήθελε να ξεσπάσει κάπου την ένταση που μάζεψε όλη την προηγούμενη ώρα, γονάτισε στο χώμα και τραντάζονταν ολόκληρος μέχρι που άρχισαν να τρέχουν δάκρυα απ τα μάτια του…
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΣΤΡΟΦΑΛΟΦΟΡΩΝ
Στον Βικτωρα
Εκείνο το βράδυ είχε πάρει στο ταξί ένα ζευγαράκι, το αγόρι ήταν λιώμα εντελώς, είχε σωριαστεί στο κάθισμα άψυχο, δε μιλούσε, το κορίτσι ένα μελαχρινό σκούρο πολύ, έδειχνε διαλυμένο, ένα βραχιολάκι κόκκινο κι άσπρο φορούσε στον καρπό , δε φαίνονταν πάνω από είκοσι πέντε χρονών, στην Άνω Πόλη πήγαινε, κατεβαίνοντας του έδωσε μια διεύθυνση κάπου στη Καλαμαριά, ‘’ Άστον εκεί , θα ξυπνήσει μόνος του!’’ φώναξε και χάθηκε στα στενά…
Έμεινε μόνος του με τον λιωμένο, τον παρακολουθούσε απ τον καθρέφτη μήπως ξυπνήσει, σκέφτηκε να τον αφήσει σε κάνα νοσοκομείο αλλά ήταν νεκρός απ την κούραση, δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό, τον είχε πεθάνει και το πόδι του, πρέπει να είχε στραβοπατήσει κάπου και το γόνατο του είχε πρηστεί, μια γάτα πέρασε κάτω από τις ρόδες, βροχή έπεφτε από ψηλά ανάμεσα στα κτίρια που υψώνονταν κάθετα, επιγραφές από νέον έφεγγαν μες τη νύχτα, άνθρωποι πετάγονταν απ όλες τις μεριές διασχίζοντας το δρόμο σα στραβοί, αμάξια τον προσπερνούσαν, τελικά βρήκε τη διεύθυνση, άφησε τον μικρό σ ένα παγκάκι και σηκώθηκε να φύγει απ το μυαλό του όμως δεν έλεγε να φύγει η εικόνα του παιδιού που ήταν σα πεθαμένο, αποφάσισε να μην κοινωνήσει εκείνη τη μέρα…
Νύχτα δούλευε πάντα, το πρωί έρχονταν στην εκκλησία κατευθείαν, τον βλέπαμε να χασμουριέται όλη την ώρα. Τα βράδια του Σαββάτου είχε την περισσότερη δουλειά, όλα τα βλαμμένα γυρνούσαν στα μπαράκια να ξεσαλώσουν, τα κοριτσάκια ιδίως, στα σκοτεινά μαγαζιά στοιβάζονταν οι πιτσιρικάδες με τα μούσια και τα ρολόγια τα γυαλιστερά που αγοράσανε απ τους μαύρους της παραλίας, φορούσαν πουλόβερ σε σχήμα V, το στήθος ξυρισμένο, γραβατούλες, παπιγιόν, μα τι ηλίθια που ήτανε! Απ την άλλη τα κοριτσάκια είχαν ένα τουπέ απίστευτο, μια αλαζονεία φοβερή, δε καταλάβαιναν τίποτα λες κι ο κόσμος όλος ήταν δικός τους, είναι φοβερό το πόσο αλαζονικά είναι τα μικρά που τα χουν βρει έτοιμα όλα και δε δίνουν δυάρα για κανέναν παρά μόνο για τη πάρτη τους! Σκισμένα παντελόνια φορούσαν αυτά, όλα ίδια έμοιαζαν σαν να βγήκαν από κάποιο κοπάδι, κουνούσαν όλη την ώρα τα στρογγυλά κωλαράκια τους νομίζοντας ότι οι άντρες πεθαίνουν για δαύτα, του ρχονταν να ξεράσει !
Τα ξημερώματα της Κυριακής, κατά τις τρεις με τέσσερις η πιάτσα μεταφέρονταν προς τη Συγγρού, πάνω απ την Εγνατία, οι μεθυσμένοι πιτσιρικάδες έβγαιναν σα κοτόπουλα ζαλισμένα απ τη Βαλαωρίτου , ήταν ζόρικα το βράδυ όμως δεν είχε θέμα , όντας ένα ενενήντα δε μασούσε , μια βραδιά είχε πλακώσει έναν φορτηγατζή που κορνάριζε σ όλο το μήκος της Τσιμισκή, τον είχε σαπίσει μιλάμε, απ το ανοιχτό παράθυρο τον κοπανούσε αλύπητα, μα πόση μανία τον είχε, ύστερα όμως δεν του άρεσε όλο αυτό, δεν ένιωσε καλά, ορκίστηκε να μην το ξανακάνει…
Σ ένα πάρκο τα φανάρια φώτιζαν αμυγδαλιές και δαμασκηνιές λυγερές με ροζ κι άσπρα ανθάκια, σε μια αλάνα κάτι λευκές πανύψηλες έτοιμες να πρασινίσουν, το πόδι του πονούσε ακόμα, σκέφτηκε ότι το τελευταίο που θα θελε ήταν να τρέχει στα νοσοκομεία, του είχαν πει ότι δεν είναι τίποτα η επέμβαση, δυο τρυπούλες στα γρήγορα να βγάλουν το χαλασμένο κομμάτι του ιστού όμως θα πονούσε φοβερά ύστερα, ίσως όμως και να περνούσε από μόνο του, θα έβλεπε, μια φιγούρα τού έκανε νεύμα να σταματήσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε στο αμάξι εκείνο το κορίτσι που είχε παρατήσει τον λιωμένο φίλο της ‘’Τι έγινε ρε με τον δικό σου;’’ - ’’ Α, δε τον βλέπω πια!’’ είπε το μικρό χαμογελώντας, '' Τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί;'' αναρωτιόνταν ο ταξιτζής, ''Πως μπορείς να παρατάς έτσι κάποιον στο έλεος του θεού, απ την άλλη δε βαριέσαι, δε πα να πνιγούν όλα τα βλαμμένα της γης, κι εδώ που τα λέμε δεν είναι κι άσκημο!''
Αποφάσισε να το παρακολουθεί, έμαθε το πρόγραμμα του, κάθε Σάββατο κατά τις τέσσερις το έπαιρνε απ το ίδιο σημείο, όποτε μιλούσαν όλο ιστορίες παράξενες έλεγε εκείνο το κορίτσι,
είχε παρελθόν σκοτεινό, (σιγά μη δεν είχε!) όταν ήταν μικρό είχε σκοτώσει κατά λάθος τον αδερφό του, ο πατέρας του είχε αφήσει πάνω στο τζάκι το κυνηγετικό του όπλο κι αυτό παίζοντας του τη μπουμπούνισε του πιτσιρικά κατευθείαν στο δόξα πατρί, τον έστειλε αδιάβαστο! Από τότε είχε αλλάξει, έγινε απόμακρο, δε μιλούσε σε κανένα, στα μαθήματα ήταν φοβερό, στο πανεπιστήμιο έπαιρνε άριστα πάντα, οι καθηγητές είχαν τρελαθεί μαζί του, έλεγαν ότι μπορούσε να γίνει ότι ήθελε αλλά δεν είχε παρέες, δεν μιλούσε σε κανέναν...
Αυτό ακριβώς όμως ήταν που τον εξιτάριζε, μερικούς ανθρώπους τους ελκύουν οι προβληματικοί, νομίζουν ότι μπορούν να τους σώσουν, πίστευε ότι θα το βοηθούσε, θα το αποκαθιστούσε με κάποιον τρόπο, οι γυναίκες γενικά είναι απρόβλεπτες, έχουν μηχανισμούς πιο περίπλοκους, πιο ευαίσθητους, πιο ντελικάτους, που να βρεις άκρη, πως να τις κάνεις καλά, που να τις κουμαντάρεις, πώς να τις κρατήσεις σε ισορροπία να μη σου φύγουνε, να μη σου πέσουν και γκρεμοτσακιστούν στα τάρταρα, αυτός πάντως ήταν πεπεισμένος ότι θα τα κατάφερνε!
Του τα λέγαμε αλλά εις μάτην, δε μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούνε, είναι άνθρωποι που εμπιστεύονται τυφλά το ένστικτο τους, ποντάρουν τα πάντα σ αυτό, κάνουν σα τυφλοί, άμα τους βγει έχει καλώς, άμα δε τους βγει πάει, καταστράφηκαν, πήγε στράφι όλη η ζωή τους! Είναι φορές που άνθρωποι τους οποίους πίστεψες αποδείχνονται τόσο λίγοι που σού ρχεται μα το θεό να βάλεις τα κλάματα κι άλλοτε πάλι άνθρωποι που δε σου γέμιζαν το μάτι βγάζουν ένα κάρο πράγματα και τρελαίνεσαι, λίγοι ξέρουν πραγματικά να διαβάσουν τον άλλον, είναι λαχείο τελικά!
Σιγά σιγά το μικρό καρφώνονταν στο μυαλό του, έβγαιναν μαζί, το χαμε δει μια φορά, δε καταλαβαίναμε τι του έβρισκε, του βάζαμε χέρι, ‘’Άστο το μικρό ρε, θα σε κάψει είναι βλαμμένο, όλα είναι βλαμμένα!’’ αυτός επέμενε, ‘’ Θα τη στρώσω, θα τη φτιάξω!’’ ά ήταν πολύ ξεροκέφαλος, άπαξ κι έβαζε κάτι στο μυαλό του τελείωσε, ήταν ενθουσιασμένος μαζί της ‘’Καλά είστε ηλίθιοι, δε βλέπετε ότι το χει, θα την κάνω αγνώριστη!'' Την πήγαινε στον κινηματογράφο, της αγόραζε βιβλία, συζητούσαν ώρες ατελείωτες, το κορίτσι όλο ιστορίες περίεργες διηγούνταν…
Έλεγε για ένα λυκάκι που είχε βρει ο πατέρας του κάπου στα σύνορα μια μέρα καθώς κυνηγούσε, το ζώο ήταν σ ένα κουτί μέσα, ούρλιαζε σιγαλά σα να έκλαιγε, στα σύνορα συνέβαιναν αυτά, λέγανε ότι γίνονταν λαθρεμπόριο άγριων ζώων, κάποιοι ζητούσαν μικρά λυκόπουλα, προσπαθούσαν να τα διασταυρώσουν με ήμερα για να φτιάξουν υβρίδια κουφά! Το λυκάκι ήταν ήμερο στην αρχή μα όσο μεγάλωνε όλο και πιο άγριο γίνονταν, δε μπορούσαν να το κάνουν ζάφτι, το αμολούσαν στο χωριό τους όλη μέρα και τη νύχτα το λυκάκι γύριζε στο σπίτι, τελικά το δώσανε σε κάποιο καταφύγιο όπου μεγάλωσε, απόκτησε κάτι ρίγες από σημάδια άσπρα σα σιρίτια κατά μήκος των πλευρών του πολύ όμορφα, βρήκε και μια θηλυκιά για ταίρι, σιγά σιγά έγινε κι αρχηγός σ εκείνη την αγέλη, του άρεσαν όλα αυτά τα μυστήρια…
Το ταξί ήταν οικογενειακό, από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του αυτός με την αδερφή του το κρατούσαν, τον γέρο του τον είχε στο νοσοκομείο, οι γιατροί λέγανε ότι δε θα ζούσε για πολύ ακόμα, τελευταία βυθίζονταν συνεχώς σ ένα παραλήρημα μιλώντας με λέξεις που δεν καταλάβαινες , χάνονταν, έσβηνε, δε μπορούσαν να τον συνεφέρουν, οι νοσοκόμες κι οι γιατροί έτρεχαν πανικόβλητοι από παντού, κουβαλούσαν μηχανήματα, του φορούσαν σωληνάκια, του έδιναν σφαλιάρες, τελικά άνοιγε τα μάτια του, έλεγε κάτι ακατανόητο και μετά χάνονταν, μόνο μια φορά είχε μιλήσει καθαρά, μια τσίχλα με γεύση καρπούζι είχε ζητήσει για να φύγει η πικράδα των χαπιών, με το που την έβαλε στο στόμα του χαμογέλασε ευχαριστημένος…
Ήθελε να τον κοινωνήσει τον πατέρα του να τον στείλει μ ελαφριά την ψυχή στο μεγάλο ταξίδι, στη γειτονική εκκλησία ένας παπά βλοσυρός κι άγριος σαν ιεροεξεταστής υπήρχε που όλο αντιρρήσεις έφερνε :
- Θα καταλάβει ο πατέρας σου τι κάνει;
-Θα καταλάβει πάτερ, τα χει λίγο χαμένα αλλά θα του εξηγήσω, εμένα με καταλαβαίνει, εδώ δίπλα τον έχουν, πέντε λεπτά δρόμος είναι !’’
-''Καλά, καλά!'' φουρκίστηκε ο ιεροεξεταστής'' Περίμενε λίγο να τελειώσω μια δουλειά και θα σου πω!
Καθόταν στη σκοτεινή εκκλησιά και περίμενε, πήγε να να προσκυνήσει το χέρι απ ένα λείψανο κάποιου αγίου που είχανε φέρει, όπως έσκυψε πάνω απ τα κίτρινα κόκαλα ανατρίχιασε ολόκληρος, του φάνηκε τρομαχτικό, τελικά το φίλησε όπως - όπως. Μερικές γυναίκες απροσδιόριστης ηλικίας περίμεναν κι αυτές, μια γριά ψιθύριζε σιγανά για έναν ασκητή που έβλεπε από μικρό παιδί το άκτιστο φως, ένα λαμπερό πέπλο που κατέβαινε αργά- αργά και τον τύλιγε ολόκληρο ''Πώς να ήταν άραγε αυτό το πράγμα;'' σκέφτονταν ο ταξιτζής ‘’Πως γίνεται να το δεις, γιατί κάποιοι το βλέπουν κι άλλοι όχι, πρέπει πάντως να είναι κάτι υπέροχο!’’
Από ένα πορτάκι εμφανίστηκε ο παπάς, βλοσυρός πάντα και μουρμούρισε ‘’Πάμε!’’ ξεκίνησαν να περπατούν κατά το νοσοκομείο, ο παππάς δε μιλούσε σ όλη τη διαδρομή, κάτι κρατούσε κάτω απ το ράσο του, φαίνονταν πολύ σοβαρός, μπήκαν στο δωμάτιο νοσηλείας, ο πατέρας του έγερνε στο ένα πλευρό, έδειχνε να μην έχει ιδέα για το τι συνέβαινε. Ο παπάς έδειχνε πολύ προσεκτικός, έβγαλε κάτω απ το ράσο του ένα σκεύος χρυσό με πορτάκια και ντουλαπάκια που έμοιαζε με μικρή εκκλησία χρυσαφένια, γυαλιστερή, τράβηξε ένα μπουκαλάκι μικρούτσικο, άνοιξε το πώμα του, έχυσε λίγο κόκκινο υγρό σ ένα κουταλάκι και το πλησίασε στο στόμα του γέρου που έδειχνε να μη καταλαβαίνει τι γίνονταν. Ο ιεροεξεταστής που θύμιζε τον Σαβοναρόλα παρέμενε αμίλητος, αδημονούσε, έδειχνε σαν να βιάζεται να ξεμπερδέψει, ο ταξιτζής σκούπισε μαλακά τα χείλη του γέρου που είχαν ξεραθεί κι έφτιαχναν μια κρούστα και τον παρακάλεσε τρυφερά ‘’Έλα ρε μπαμπά, άνοιξε λίγο το στόμα να σου δώσει κάτι ο παππούλης!’’ ο γέρος συνέχιζε να παραμένει απαθής, έμοιαζε μάλιστα σα να έσφιγγε πεισματικά τα χείλη του περισσότερο από πριν ,ο παπάς ξέσπασε, ‘’Δε γίνεται, δε το βλέπεις, δε μπορώ να δώσω έτσι το σώμα και το αίμα του Χριστού !’’ . Ο ταξιτζής ήταν μες τα νεύρα, ένα κλικ ήθελε, μια κίνηση τόση δα χρειάζονταν να τελειώσουν όλα, μπορούσε ο παπάς ν ανοίξει το καταραμένο στόμα του γέρου και ν αδειάσει μέσα απ τα ξεραμένα χείλια του τη μεταλαβιά, να πάει ο παππούς ευλογημένος στον άλλο κόσμο, μα πόσα νεύρα είχε εκεί πέρα, πως μπορούσε ο παπάς να είναι τόσο τσιγκούνης, τόσο λεπτολόγος, τόσο μικρόψυχος!’’ Ο Σαβοναρόλα άδειασε νευρικά πίσω τη μετάληψη, σφράγισε το πορτάκι της εκκλησούλας και βιάστηκε να φύγει, τον συνόδεψε στο διάδρομο ’’ Έχετε δίκιο δεν θα καταλάβαινε !’’ είπε.
Μπήκαν στο ασανσέρ, οι καθρέφτες γυαλοκοπούσαν, ο θάλαμος έτριζε όπως κατέβαιναν, σκέφτονταν συνέχεια εκείνη τη μικρούτσικη λαμπερή εκκλησούλα με τα ντουλαπάκια της, όταν ήταν μικρός στο χωριό του συνόδευε τον παππά όταν πήγαιναν να κοινωνήσουν κάτι γριές ετοιμοθάνατες που τις είχαν στις αποθήκες, μετέφερε το θυμιατό ή κάτι άλλο ούτε που θυμόταν πια, ο παπάς κουβαλούσε ολόκληρο το δισκοπότηρο, στο χωριό δεν είχαν εκείνο το σκεύος το χρυσό, το όμορφο που έμοιαζε με εκκλησούλα, περπατούσαν στους χωματόδρομους του χωριού μπροστά ο παπάς, πίσω αυτός ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα , καλοκαίρι θα ήτανε…
Τη νύχτα στο αμάξι αισθάνονταν κάπως, ο πατέρας του βυθίζονταν σ εκείνα τα παραληρήματα όλο και πιο συχνά, το μικρό τον είχε ταλαιπωρήσει, τον είχε κουράσει, έπρεπε να το σουτάρει να τελειώνει μ αυτό, δυο τύποι ύποπτοι ζήτησαν να τους πάει σε κάτι σοκάκια απόμερα, κραυγές διαπεραστικές ακούγονταν από κάπου σαν να έσκιζαν τον αέρα, έμοιαζε σαν κάποιος ν αναστέναζε άγρια, φοβόταν, με το που βγήκε στον πλατύ κεντρικό δρόμο ανέβασε ταχύτητα, ήθελε να ξεθολώσει, άρχισε να τρέχει σα δαιμονισμένος μήπως ξεφύγει απ όλα όσα τον βάραιναν, μια σκιά του φάνηκε ότι βγήκε μπροστά του, έπρεπε να φρενάρει, ένιωσε την τεράστια τριβή που εφαρμόζονταν ανάμεσα στο τύμπανο και στους σιαγόνες του μηχανισμού πέδησης, το όχημα παλαντζάριζε στο οδόστρωμα καθώς το συγκρότημα των στροφαλοφόρων, τα μπλοκ των κυλίνδρων, οι υδροθάλαμοι, τα κάρτερ, τα υλικά από αλουμίνιο συνθετικό κι από σφυρήλατο χάλυβα, οι καδένες, οι ιμάντες, τα γρανάζια, οι θάλαμοι καύσης, τα ρουλεμάν, τα κουζινέτα, τα έμβολα, τα κράματα, όλα υφίσταντο θερμοκρασίες και πιέσεις τρομερές ''Μάγκα μου ως εδώ ήτανε!'' φώναξε.
Εκείνο το βράδυ είχε πάρει στο ταξί ένα ζευγαράκι, το αγόρι ήταν λιώμα εντελώς, είχε σωριαστεί στο κάθισμα άψυχο, δε μιλούσε, το κορίτσι ένα μελαχρινό σκούρο πολύ, έδειχνε διαλυμένο, ένα βραχιολάκι κόκκινο κι άσπρο φορούσε στον καρπό , δε φαίνονταν πάνω από είκοσι πέντε χρονών, στην Άνω Πόλη πήγαινε, κατεβαίνοντας του έδωσε μια διεύθυνση κάπου στη Καλαμαριά, ‘’ Άστον εκεί , θα ξυπνήσει μόνος του!’’ φώναξε και χάθηκε στα στενά…
Έμεινε μόνος του με τον λιωμένο, τον παρακολουθούσε απ τον καθρέφτη μήπως ξυπνήσει, σκέφτηκε να τον αφήσει σε κάνα νοσοκομείο αλλά ήταν νεκρός απ την κούραση, δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό, τον είχε πεθάνει και το πόδι του, πρέπει να είχε στραβοπατήσει κάπου και το γόνατο του είχε πρηστεί, μια γάτα πέρασε κάτω από τις ρόδες, βροχή έπεφτε από ψηλά ανάμεσα στα κτίρια που υψώνονταν κάθετα, επιγραφές από νέον έφεγγαν μες τη νύχτα, άνθρωποι πετάγονταν απ όλες τις μεριές διασχίζοντας το δρόμο σα στραβοί, αμάξια τον προσπερνούσαν, τελικά βρήκε τη διεύθυνση, άφησε τον μικρό σ ένα παγκάκι και σηκώθηκε να φύγει απ το μυαλό του όμως δεν έλεγε να φύγει η εικόνα του παιδιού που ήταν σα πεθαμένο, αποφάσισε να μην κοινωνήσει εκείνη τη μέρα…
Νύχτα δούλευε πάντα, το πρωί έρχονταν στην εκκλησία κατευθείαν, τον βλέπαμε να χασμουριέται όλη την ώρα. Τα βράδια του Σαββάτου είχε την περισσότερη δουλειά, όλα τα βλαμμένα γυρνούσαν στα μπαράκια να ξεσαλώσουν, τα κοριτσάκια ιδίως, στα σκοτεινά μαγαζιά στοιβάζονταν οι πιτσιρικάδες με τα μούσια και τα ρολόγια τα γυαλιστερά που αγοράσανε απ τους μαύρους της παραλίας, φορούσαν πουλόβερ σε σχήμα V, το στήθος ξυρισμένο, γραβατούλες, παπιγιόν, μα τι ηλίθια που ήτανε! Απ την άλλη τα κοριτσάκια είχαν ένα τουπέ απίστευτο, μια αλαζονεία φοβερή, δε καταλάβαιναν τίποτα λες κι ο κόσμος όλος ήταν δικός τους, είναι φοβερό το πόσο αλαζονικά είναι τα μικρά που τα χουν βρει έτοιμα όλα και δε δίνουν δυάρα για κανέναν παρά μόνο για τη πάρτη τους! Σκισμένα παντελόνια φορούσαν αυτά, όλα ίδια έμοιαζαν σαν να βγήκαν από κάποιο κοπάδι, κουνούσαν όλη την ώρα τα στρογγυλά κωλαράκια τους νομίζοντας ότι οι άντρες πεθαίνουν για δαύτα, του ρχονταν να ξεράσει !
Τα ξημερώματα της Κυριακής, κατά τις τρεις με τέσσερις η πιάτσα μεταφέρονταν προς τη Συγγρού, πάνω απ την Εγνατία, οι μεθυσμένοι πιτσιρικάδες έβγαιναν σα κοτόπουλα ζαλισμένα απ τη Βαλαωρίτου , ήταν ζόρικα το βράδυ όμως δεν είχε θέμα , όντας ένα ενενήντα δε μασούσε , μια βραδιά είχε πλακώσει έναν φορτηγατζή που κορνάριζε σ όλο το μήκος της Τσιμισκή, τον είχε σαπίσει μιλάμε, απ το ανοιχτό παράθυρο τον κοπανούσε αλύπητα, μα πόση μανία τον είχε, ύστερα όμως δεν του άρεσε όλο αυτό, δεν ένιωσε καλά, ορκίστηκε να μην το ξανακάνει…
Σ ένα πάρκο τα φανάρια φώτιζαν αμυγδαλιές και δαμασκηνιές λυγερές με ροζ κι άσπρα ανθάκια, σε μια αλάνα κάτι λευκές πανύψηλες έτοιμες να πρασινίσουν, το πόδι του πονούσε ακόμα, σκέφτηκε ότι το τελευταίο που θα θελε ήταν να τρέχει στα νοσοκομεία, του είχαν πει ότι δεν είναι τίποτα η επέμβαση, δυο τρυπούλες στα γρήγορα να βγάλουν το χαλασμένο κομμάτι του ιστού όμως θα πονούσε φοβερά ύστερα, ίσως όμως και να περνούσε από μόνο του, θα έβλεπε, μια φιγούρα τού έκανε νεύμα να σταματήσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε στο αμάξι εκείνο το κορίτσι που είχε παρατήσει τον λιωμένο φίλο της ‘’Τι έγινε ρε με τον δικό σου;’’ - ’’ Α, δε τον βλέπω πια!’’ είπε το μικρό χαμογελώντας, '' Τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί;'' αναρωτιόνταν ο ταξιτζής, ''Πως μπορείς να παρατάς έτσι κάποιον στο έλεος του θεού, απ την άλλη δε βαριέσαι, δε πα να πνιγούν όλα τα βλαμμένα της γης, κι εδώ που τα λέμε δεν είναι κι άσκημο!''
Αποφάσισε να το παρακολουθεί, έμαθε το πρόγραμμα του, κάθε Σάββατο κατά τις τέσσερις το έπαιρνε απ το ίδιο σημείο, όποτε μιλούσαν όλο ιστορίες παράξενες έλεγε εκείνο το κορίτσι,
είχε παρελθόν σκοτεινό, (σιγά μη δεν είχε!) όταν ήταν μικρό είχε σκοτώσει κατά λάθος τον αδερφό του, ο πατέρας του είχε αφήσει πάνω στο τζάκι το κυνηγετικό του όπλο κι αυτό παίζοντας του τη μπουμπούνισε του πιτσιρικά κατευθείαν στο δόξα πατρί, τον έστειλε αδιάβαστο! Από τότε είχε αλλάξει, έγινε απόμακρο, δε μιλούσε σε κανένα, στα μαθήματα ήταν φοβερό, στο πανεπιστήμιο έπαιρνε άριστα πάντα, οι καθηγητές είχαν τρελαθεί μαζί του, έλεγαν ότι μπορούσε να γίνει ότι ήθελε αλλά δεν είχε παρέες, δεν μιλούσε σε κανέναν...
Αυτό ακριβώς όμως ήταν που τον εξιτάριζε, μερικούς ανθρώπους τους ελκύουν οι προβληματικοί, νομίζουν ότι μπορούν να τους σώσουν, πίστευε ότι θα το βοηθούσε, θα το αποκαθιστούσε με κάποιον τρόπο, οι γυναίκες γενικά είναι απρόβλεπτες, έχουν μηχανισμούς πιο περίπλοκους, πιο ευαίσθητους, πιο ντελικάτους, που να βρεις άκρη, πως να τις κάνεις καλά, που να τις κουμαντάρεις, πώς να τις κρατήσεις σε ισορροπία να μη σου φύγουνε, να μη σου πέσουν και γκρεμοτσακιστούν στα τάρταρα, αυτός πάντως ήταν πεπεισμένος ότι θα τα κατάφερνε!
Του τα λέγαμε αλλά εις μάτην, δε μπορείς να κάνεις τίποτα, δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούνε, είναι άνθρωποι που εμπιστεύονται τυφλά το ένστικτο τους, ποντάρουν τα πάντα σ αυτό, κάνουν σα τυφλοί, άμα τους βγει έχει καλώς, άμα δε τους βγει πάει, καταστράφηκαν, πήγε στράφι όλη η ζωή τους! Είναι φορές που άνθρωποι τους οποίους πίστεψες αποδείχνονται τόσο λίγοι που σού ρχεται μα το θεό να βάλεις τα κλάματα κι άλλοτε πάλι άνθρωποι που δε σου γέμιζαν το μάτι βγάζουν ένα κάρο πράγματα και τρελαίνεσαι, λίγοι ξέρουν πραγματικά να διαβάσουν τον άλλον, είναι λαχείο τελικά!
Σιγά σιγά το μικρό καρφώνονταν στο μυαλό του, έβγαιναν μαζί, το χαμε δει μια φορά, δε καταλαβαίναμε τι του έβρισκε, του βάζαμε χέρι, ‘’Άστο το μικρό ρε, θα σε κάψει είναι βλαμμένο, όλα είναι βλαμμένα!’’ αυτός επέμενε, ‘’ Θα τη στρώσω, θα τη φτιάξω!’’ ά ήταν πολύ ξεροκέφαλος, άπαξ κι έβαζε κάτι στο μυαλό του τελείωσε, ήταν ενθουσιασμένος μαζί της ‘’Καλά είστε ηλίθιοι, δε βλέπετε ότι το χει, θα την κάνω αγνώριστη!'' Την πήγαινε στον κινηματογράφο, της αγόραζε βιβλία, συζητούσαν ώρες ατελείωτες, το κορίτσι όλο ιστορίες περίεργες διηγούνταν…
Έλεγε για ένα λυκάκι που είχε βρει ο πατέρας του κάπου στα σύνορα μια μέρα καθώς κυνηγούσε, το ζώο ήταν σ ένα κουτί μέσα, ούρλιαζε σιγαλά σα να έκλαιγε, στα σύνορα συνέβαιναν αυτά, λέγανε ότι γίνονταν λαθρεμπόριο άγριων ζώων, κάποιοι ζητούσαν μικρά λυκόπουλα, προσπαθούσαν να τα διασταυρώσουν με ήμερα για να φτιάξουν υβρίδια κουφά! Το λυκάκι ήταν ήμερο στην αρχή μα όσο μεγάλωνε όλο και πιο άγριο γίνονταν, δε μπορούσαν να το κάνουν ζάφτι, το αμολούσαν στο χωριό τους όλη μέρα και τη νύχτα το λυκάκι γύριζε στο σπίτι, τελικά το δώσανε σε κάποιο καταφύγιο όπου μεγάλωσε, απόκτησε κάτι ρίγες από σημάδια άσπρα σα σιρίτια κατά μήκος των πλευρών του πολύ όμορφα, βρήκε και μια θηλυκιά για ταίρι, σιγά σιγά έγινε κι αρχηγός σ εκείνη την αγέλη, του άρεσαν όλα αυτά τα μυστήρια…
Το ταξί ήταν οικογενειακό, από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του αυτός με την αδερφή του το κρατούσαν, τον γέρο του τον είχε στο νοσοκομείο, οι γιατροί λέγανε ότι δε θα ζούσε για πολύ ακόμα, τελευταία βυθίζονταν συνεχώς σ ένα παραλήρημα μιλώντας με λέξεις που δεν καταλάβαινες , χάνονταν, έσβηνε, δε μπορούσαν να τον συνεφέρουν, οι νοσοκόμες κι οι γιατροί έτρεχαν πανικόβλητοι από παντού, κουβαλούσαν μηχανήματα, του φορούσαν σωληνάκια, του έδιναν σφαλιάρες, τελικά άνοιγε τα μάτια του, έλεγε κάτι ακατανόητο και μετά χάνονταν, μόνο μια φορά είχε μιλήσει καθαρά, μια τσίχλα με γεύση καρπούζι είχε ζητήσει για να φύγει η πικράδα των χαπιών, με το που την έβαλε στο στόμα του χαμογέλασε ευχαριστημένος…
Ήθελε να τον κοινωνήσει τον πατέρα του να τον στείλει μ ελαφριά την ψυχή στο μεγάλο ταξίδι, στη γειτονική εκκλησία ένας παπά βλοσυρός κι άγριος σαν ιεροεξεταστής υπήρχε που όλο αντιρρήσεις έφερνε :
- Θα καταλάβει ο πατέρας σου τι κάνει;
-Θα καταλάβει πάτερ, τα χει λίγο χαμένα αλλά θα του εξηγήσω, εμένα με καταλαβαίνει, εδώ δίπλα τον έχουν, πέντε λεπτά δρόμος είναι !’’
-''Καλά, καλά!'' φουρκίστηκε ο ιεροεξεταστής'' Περίμενε λίγο να τελειώσω μια δουλειά και θα σου πω!
Καθόταν στη σκοτεινή εκκλησιά και περίμενε, πήγε να να προσκυνήσει το χέρι απ ένα λείψανο κάποιου αγίου που είχανε φέρει, όπως έσκυψε πάνω απ τα κίτρινα κόκαλα ανατρίχιασε ολόκληρος, του φάνηκε τρομαχτικό, τελικά το φίλησε όπως - όπως. Μερικές γυναίκες απροσδιόριστης ηλικίας περίμεναν κι αυτές, μια γριά ψιθύριζε σιγανά για έναν ασκητή που έβλεπε από μικρό παιδί το άκτιστο φως, ένα λαμπερό πέπλο που κατέβαινε αργά- αργά και τον τύλιγε ολόκληρο ''Πώς να ήταν άραγε αυτό το πράγμα;'' σκέφτονταν ο ταξιτζής ‘’Πως γίνεται να το δεις, γιατί κάποιοι το βλέπουν κι άλλοι όχι, πρέπει πάντως να είναι κάτι υπέροχο!’’
Από ένα πορτάκι εμφανίστηκε ο παπάς, βλοσυρός πάντα και μουρμούρισε ‘’Πάμε!’’ ξεκίνησαν να περπατούν κατά το νοσοκομείο, ο παππάς δε μιλούσε σ όλη τη διαδρομή, κάτι κρατούσε κάτω απ το ράσο του, φαίνονταν πολύ σοβαρός, μπήκαν στο δωμάτιο νοσηλείας, ο πατέρας του έγερνε στο ένα πλευρό, έδειχνε να μην έχει ιδέα για το τι συνέβαινε. Ο παπάς έδειχνε πολύ προσεκτικός, έβγαλε κάτω απ το ράσο του ένα σκεύος χρυσό με πορτάκια και ντουλαπάκια που έμοιαζε με μικρή εκκλησία χρυσαφένια, γυαλιστερή, τράβηξε ένα μπουκαλάκι μικρούτσικο, άνοιξε το πώμα του, έχυσε λίγο κόκκινο υγρό σ ένα κουταλάκι και το πλησίασε στο στόμα του γέρου που έδειχνε να μη καταλαβαίνει τι γίνονταν. Ο ιεροεξεταστής που θύμιζε τον Σαβοναρόλα παρέμενε αμίλητος, αδημονούσε, έδειχνε σαν να βιάζεται να ξεμπερδέψει, ο ταξιτζής σκούπισε μαλακά τα χείλη του γέρου που είχαν ξεραθεί κι έφτιαχναν μια κρούστα και τον παρακάλεσε τρυφερά ‘’Έλα ρε μπαμπά, άνοιξε λίγο το στόμα να σου δώσει κάτι ο παππούλης!’’ ο γέρος συνέχιζε να παραμένει απαθής, έμοιαζε μάλιστα σα να έσφιγγε πεισματικά τα χείλη του περισσότερο από πριν ,ο παπάς ξέσπασε, ‘’Δε γίνεται, δε το βλέπεις, δε μπορώ να δώσω έτσι το σώμα και το αίμα του Χριστού !’’ . Ο ταξιτζής ήταν μες τα νεύρα, ένα κλικ ήθελε, μια κίνηση τόση δα χρειάζονταν να τελειώσουν όλα, μπορούσε ο παπάς ν ανοίξει το καταραμένο στόμα του γέρου και ν αδειάσει μέσα απ τα ξεραμένα χείλια του τη μεταλαβιά, να πάει ο παππούς ευλογημένος στον άλλο κόσμο, μα πόσα νεύρα είχε εκεί πέρα, πως μπορούσε ο παπάς να είναι τόσο τσιγκούνης, τόσο λεπτολόγος, τόσο μικρόψυχος!’’ Ο Σαβοναρόλα άδειασε νευρικά πίσω τη μετάληψη, σφράγισε το πορτάκι της εκκλησούλας και βιάστηκε να φύγει, τον συνόδεψε στο διάδρομο ’’ Έχετε δίκιο δεν θα καταλάβαινε !’’ είπε.
Μπήκαν στο ασανσέρ, οι καθρέφτες γυαλοκοπούσαν, ο θάλαμος έτριζε όπως κατέβαιναν, σκέφτονταν συνέχεια εκείνη τη μικρούτσικη λαμπερή εκκλησούλα με τα ντουλαπάκια της, όταν ήταν μικρός στο χωριό του συνόδευε τον παππά όταν πήγαιναν να κοινωνήσουν κάτι γριές ετοιμοθάνατες που τις είχαν στις αποθήκες, μετέφερε το θυμιατό ή κάτι άλλο ούτε που θυμόταν πια, ο παπάς κουβαλούσε ολόκληρο το δισκοπότηρο, στο χωριό δεν είχαν εκείνο το σκεύος το χρυσό, το όμορφο που έμοιαζε με εκκλησούλα, περπατούσαν στους χωματόδρομους του χωριού μπροστά ο παπάς, πίσω αυτός ο ήλιος τους χτυπούσε κατακέφαλα , καλοκαίρι θα ήτανε…
Τη νύχτα στο αμάξι αισθάνονταν κάπως, ο πατέρας του βυθίζονταν σ εκείνα τα παραληρήματα όλο και πιο συχνά, το μικρό τον είχε ταλαιπωρήσει, τον είχε κουράσει, έπρεπε να το σουτάρει να τελειώνει μ αυτό, δυο τύποι ύποπτοι ζήτησαν να τους πάει σε κάτι σοκάκια απόμερα, κραυγές διαπεραστικές ακούγονταν από κάπου σαν να έσκιζαν τον αέρα, έμοιαζε σαν κάποιος ν αναστέναζε άγρια, φοβόταν, με το που βγήκε στον πλατύ κεντρικό δρόμο ανέβασε ταχύτητα, ήθελε να ξεθολώσει, άρχισε να τρέχει σα δαιμονισμένος μήπως ξεφύγει απ όλα όσα τον βάραιναν, μια σκιά του φάνηκε ότι βγήκε μπροστά του, έπρεπε να φρενάρει, ένιωσε την τεράστια τριβή που εφαρμόζονταν ανάμεσα στο τύμπανο και στους σιαγόνες του μηχανισμού πέδησης, το όχημα παλαντζάριζε στο οδόστρωμα καθώς το συγκρότημα των στροφαλοφόρων, τα μπλοκ των κυλίνδρων, οι υδροθάλαμοι, τα κάρτερ, τα υλικά από αλουμίνιο συνθετικό κι από σφυρήλατο χάλυβα, οι καδένες, οι ιμάντες, τα γρανάζια, οι θάλαμοι καύσης, τα ρουλεμάν, τα κουζινέτα, τα έμβολα, τα κράματα, όλα υφίσταντο θερμοκρασίες και πιέσεις τρομερές ''Μάγκα μου ως εδώ ήτανε!'' φώναξε.
Τρίτη 3 Μαρτίου 2015
ΙΡΙΔΙΖΟΥΣΕΣ ΚΟΓΧΕΣ
''Μη φοβάσαι, δε πρόκειται να βγάλω το πιστόλι !'' μου είπε γελώντας ο φίλος αλλά εγώ ήξερα πως όσο πλησίαζε η αποφυλάκιση του γίνονταν όλο και πιο νευρικός, ανυσηχούσα είχε ξεσυνηθίσει τον κόσμο έξω.
Στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου περπατούσαμε , είχαμε χαθεί, ψάχναμε κάποιο γραφείο, δε μπορούσαμε να βρούμε την έξοδο, όλα φαίνονταν σφραγισμένα, αναρωτιόμασταν τι συνέβαινε εκεί πέρα, τελικά ανακαλύψαμε ένα άνοιγμα, μια έξοδο κινδύνου, βγήκαμε έξω, σκάλες μεταλλικές κατέβαιναν προς τα κάτω σ έναν χώρο ακάλυπτο, τελικά το βρήκαμε το καταραμένο!
Στεκόμασταν με τη πλάτη στον τοίχο και περιμέναμε να μας ειδοποιήσουν, ο Σ έπαιζε όλη την ώρα με το χρυσό δαχτυλίδι του που είχε έναν κύλινδρο στη σφραγίδα του, μας είχε πει ότι αυτό ήταν κάποτε το δαχτυλίδι ενός Ρώσου μαφιόζου και με κάποιο τρόπο είχε βρεθεί στα χέρια του, του το χαν ζητήσει για ένα ποσό μυθικό, δεν το είχε δώσει, το είχα φορέσει μια φορά να δω πως είναι, ήταν πραγματικά βαρύ, φαίνονταν φίνο κόσμημα! Κι ένα ρολόι ωραίο φορούσε, ένα ελβετικό στρογγυλό με διακοσμήσεις από ιμιδιάφανο κονιοποιημένο χαλαζία χαραγμένες πάνω σ ένα στιλπνό υπόστρωμα από κράματα μεταλλικά, ένα βυσσινί λουράκι το κρατούσε, κι ένα άλλο δώρο είχε για την κοπέλα του, μας το χε δείξει, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια στο σχήμα των δακρύων, μα ήταν υπέροχα εκείνα τα σκουλαρίκια, το φως τα διαπερνούσε αντανακλώντας σε κατευθύνσεις αμέτρητες για να βγει απ την άλλη μεριά σα να περνούσε μέσα από μια επιφάνεια διάφανη εντελώς, ένα πράγμα μαγικό !!
Τον είχα προειδοποιήσει να μη κάνει καμιά χαζομάρα όταν θα βλέπαμε τον γιατρό που θα εγχείριζε τη μάνα του, της είχε αδυναμία μεγάλη, μου είχε παραγγείλει να πηγαίνω να τη βλέπω στη κλινική που την είχανε, πήγαινα κατά καιρούς, η γρια είχε Αλτσχάιμερ, δε καταλάβαινε τη τύφλα της, μόνο καμιά φορά την έπιανε κάτι και τραγουδούσε τραγούδια παράξενα που δεν τα ήξερε κανένας...
Στη Κρήτη κάτω όπου τον είχαν στείλει έδειξε καλή διαγωγή ο Σ, ήταν ήσυχος, οι φύλακες τον πήγαιναν γιατί έκανε τη δουλειά τους πιο εύκολη, αντί για τη φυλακή τον είχαν βάλει σ ένα υποστατικό με καμιά διακοσαριά πρόβατα στη μέση μιας κοιλάδας όπου τα στάρια έμοιαζαν να φυτρώνουν σε καμπύλες και σπείρες ατέλειωτες σαν τα είχε περάσει κάποιος με μια βούρτσα τεράστια! Κάθε πρωί ξυπνούσε κατά τις πέντε ν αρμέξει, τα χέρια του είχαν γίνει σκληρά σα πέτρες, όλη μέρα έπινε γάλα κι έτρωγε πορτοκάλια, μα πόσο γάλα είχε πιει ρε φίλε, τρελαίνονταν για το πρόβειο γάλα, ήταν ολόπαχο, το πρωί το τρωγε με κουάκερ, το μεσημέρι το κατέβαζε σα νερό, είχε φτιάξει επιδερμίδα μωρού! Κι αν πεις για πορτοκάλια κλημεντίνες και μανταρίνια υπήρχαν άφθονα κι ήταν θεόγλυκα, απλώνονταν σα στρώμα χρωματιστό, απέραντο πάνω στο χιόνι που σκέπαζε τα χωράφια, τόνοι ολόκληροι μιλάμε, κανείς δε τα μάζευε, έτρωγε τρία τέσσερα κιλά κάθε μέρα, είχε καταπιεί ένα κάρο βιταμίνη C, δε τον έπιανε ούτε γρίπη ούτε αρρώστια, ούτε τίποτα! Δυο Αλβανοί ήταν μαζί του κι ένας μαύρος, ένας Νιγηριανός, αυτόν τον είχαν πιάσει για ένα σακουλάκι που κατάπιε στο αεροδρόμιο, τρέχα γύρευε τι είχε μέσα, τίποτα καλό πάντως! Μαγείρευε φοβερά ο άτιμος, κάτι φαγητά απ την πατρίδα του έφτιαχνε με κάτι μπαχαρικά περίεργα, όλοι θέλανε να δοκιμάσουν εκείνα τα εξωτικά καρυκεύματα που κανείς δεν ήξερε που τα βρισκε, τους είχε τρελάνει, μια φορά είχαν πιάσει έναν λαγό παγιδευμένο στα χιόνια κι ο Αφρικανός τον έφτιαξε με μια συνταγή που δεν είχαν ξαναδοκιμάσει ποτέ, είχαν φάει και τα κόκαλα !
Οι θάλαμοι απέπενεαν μια μυρουδιά φορμόλης, όλοι ήταν σαν ετοιμοθάνατοι εκεί μέσα, έμοιαζε με τόπο όπου παρκάριζαν ανθρώπους πριν το τελευταίο τους ταξίδι, γέροι κείτονταν ανάσκελα με το στόμα ανοιχτό, όλοι οι συνοδοί πάντως έδειχναν καλοί, λέγανε μεταξύ τους ότι αυτή είναι η τελευταία γενιά που νοιάζεται για τους γέρους, οι επόμενη θα τους ξεφορτώνει στα γηροκομεία κι ότι θέλει ας γίνει, βέβαια κάθε άνθρωπος δικαιούται αξιοπρέπεια στο θάνατο του αλλά τι ψάχνεις τώρα, άλλωστε κανείς δε δίνει σημασία στους γέρους, τι χρειάζονται πια! Μια μεσόκοπη καθόταν δίπλα στην ανάπηρη αδερφή της, τη πρόσεχε όλη της τη ζωή σχεδόν , μερικοί άνθρωποι είναι αυτό που λέμε ''του καθήκοντος'', γεννημένοι για να υπηρετούν τους άλλους όχι τον εαυτό τους, αυτή φρόντιζε για τον καθένα στο θάλαμο, τους τάιζε, τους χάιδευε, τους άλλαζε θέση να ξεπιαστούν, τους έδινε νερό με μια σύριγγα, τους μιλούσε, μερικοί ανταπέδιδαν με μια χειρονομία αδιόρατη, άλλοι έλεγαν κάτι ακαταλαβίστικα...
Στο γραφείο του γιατρού που ήταν και διευθυντής μας βάλανε, μια βιβλιοθήκη τεράστια, μα πόσοι τόμοι υπήρχαν εκεί μέσα κι οι πιο πολλοί δεν ήταν ιατρικοί, κάτι βιβλία μυστήρια, κώδικες αγιορείτικοι, αποσπάσματα από χειρόγραφα παλιά, η ''Κριτική του Καθαρού Λόγου'' του Καντ, πήρα να διαβάσω λίγο, μ έπιασε ζαλάδα!
Τον είχα προειδοποιήσει να μη πει καμιά βλακεία τώρα που θα ρχονταν ο γιατρός, ήταν δύσκολο να τον ελέγξεις, πολλές φορές είχαμε σκοτωθεί ‘’ Έχεις μια μανία να απλοποιείς τα πράγματα!'' μου φώναζε '' Για σένα υπάρχουν πέντε κατηγορίες ανθρώπων και πέντε αιτίες για όλα, !'' – '' Ναι…’’ αντέτεινα εγώ ‘’ κι εσύ έχεις μια μανία να υπεραναλύεις, να τα μπερδεύεις, χάνεσαι στις λεπτομέρειες!'' δε μ άκουγε, το τραβούσε, πήγαινε γυρεύοντας καυγά '' Θες πάντα να δικαιώνεσαι για όσα έχεις πει !’’ - ''Και πως γίνεται πάντα να έχω δίκιο, πώς γίνεται πάντα να βγαίνω σωστός, όχι πες μου ή μήπως θες ν αρχίσω να σου αραδιάζω περιπτώσεις!'' συνέχιζε να μ αγνοεί, τον ήξερα πια ‘’Μάγκα μου ότι και να κάνεις δε πρόκειται να θυμώσω κι ούτε θα μαλώσω μαζί σου !’’ είπα.
Ήταν έξυπνος, όλοι είχαμε πάθει πλάκα που πέρασε στο πανεπιστήμιο με τρεις μέρες διάβασμα, εμάς μας είχαν βγει τα μάτια κι αυτός είχε περάσει για πλάκα, το πιστεύεις, τρεις μέρες μόνο, αλλά μετά τι να σε κάνω που όλο λάθη έκανες, που δε μπορούσες να ξεχωρίσεις τη τύφλα σου, που δεν ήξερες ποιους βάζεις δίπλα σου, που έκανες όλο βλακείες κι έχασες ένα κάρο λεφτά μέχρι που χρεοκόπησες και σε κλείσανε μέσα με τους Νιγηριανούς να τρως κλημεντίνες!
Είχα πάρει φόρα ''Ας πρόσεχες!'' φώναξα ''Σου ήρθαν όλα εύκολα μέχρι ένα σημείο ενώ εμείς το μόνο που ξέραμε ήταν να δουλεύουμε δίχως σταματημό ούτε τις μέρες τις εργάσιμες ούτε τις μέρες των αργιών, εμείς δεν είμαστε τόσο έξυπνοι, οκέι, είμαστε απ αυτούς που το μόνο που ξέρουν είναι ότι στο τέλος θα επιβιώσουν, ότι θα βγουν ζωντανοί, απλά δε ξέρουμε με ποιο τρόπο κάθε φορά, μάθαμε να μη περιμένουμε βοήθεια απ αυτούς που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μας βοηθήσουν, όχι ότι δε νοιάζονται απλά δε μπορούν την ώρα που τους θέλεις, έχουν τα δικά τους, μιαν άλλη φορά θα είναι χρήσιμοι, πρέπει να ψάχνουμε αλλού για υποστήριξη κάθε φορά !
'Ας πρόσεχες, μου ήσουν χαλαρός κι άνετος κάνοντας ντόλτσε βίτα ενώ εμείς τρέχαμε σαν ηλίθιοι και τρώγαμε στη μάπα τα μικρά με τις στριμμένες τις μανάδες τους στα ιδιαίτερα, φαντάσου πιτσιρίκια μια σταλιά να σε σαπίζουν, να είσαι μες τα νεύρα, να μην αντέχεις, να βγαίνεις στα μπαλκόνια μήπως ηρεμήσεις γιατί τα μικρά βρίσκουν πάντα κάτι να σε πονέσουν έτσι χωρίς λόγο, απλά αυτό τους δίνει μια αρρωστημένη ικανοποίηση, άμα δεν έχεις δουλέψει με παιδιά δε μπορείς να φανταστείς πόσο σκληρά είναι, αισθάνεσαι ότι δε θ αντέξεις για πολύ ακόμα, χρειάζεσαι μια βόλτα επειγόντως να ξελαμπικάρεις, έχεις σκεφτεί πάρα πολύ, κι όπως είσαι έτοιμος να τα διαολοστείλεις σου πετούν μια καλή κουβέντα απ το πουθενά και δεν το πιστεύεις, σε λίγο βέβαια θα τη πάρουν πίσω, μη χαίρεσαι!
Πρώτη φορά είχα μιλήσει τόσο, ήταν σα να τα βαστούσα όλα μέσα μου κι ήθελα να τα πω με μια ανάσα, ο Σ με κοιτούσε όλη την ώρα στριφογυρίζοντας στο δάχτυλο του το δαχτυλίδι με τη ρουλέτα, θα πρέπει να του είχαν κάνει εντύπωση αυτά που άκουγε, άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε μέσα ο γιατρός που δεν ήταν κι ο πιο αδύνατος άνθρωπος στον κόσμο, το χέρι του έμοιαζε να τρέμει, είχε ακούσει σίγουρα αυτά που λέγαμε έτσι όπως φωνάζαμε, άρχισε να αναφέρει πόσες επεμβάσεις πετυχημένες είχε πραγματοποιήσει, μ αυτά τα τρεμάμενα χέρια είχαμε τις αμφιβολίες μας, ζήτησε το τηλέφωνο του Σ, σιγά μη του το έδινε, σε μια φάση είπε κάτι του στυλ ''Εντάξει τώρα γρια γυναίκα είναι, πόσο θα ζήσει!'' σκέφτηκα ότι τώρα θα γίνει σφαγή αλλά ο δικός μου συγκρατήθηκε, μια ξανθιά γραμματέας μας παρακολουθούσε ανήσυχη απ την ανοιχτή είσοδο του γραφείου, ο Σ μου έκανε νόημα να βγω έξω, περίμενα, όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι έδειχνε κουρασμένος....
Ήθελα να του πω κι άλλα ότι όταν αυτός περιδιάβαινε στην Ευρώπη με τις κουκλάρες του εμείς έπρεπε να περιμένουμε γιατί όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους, ούτε νωρίτερα ούτε κατόπι, οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, οι εποχές, τα χρόνια περνούσαν, οι φίλοι μας ψάχνανε, προσπαθούσαμε να κλέψουμε μια ανάσα απ όπου μπορούσαμε, να πάρουμε κάτι καλό, κάτι θετικό, κι ύστερα πάλι χανόμασταν στο κόσμο το δικό μας, εκεί όπου δεν μπορούσε να παρεισφρήσει κανένας άλλος, εκεί όπου μπορούσαμε να φορτίσουμε όπως όπως για ν αντέξουμε τη συνέχεια! Ξέραμε ότι η κατεύθυνση ήταν προς τα έξω, προς τα μπρος , υπήρχαν φορές που έπρεπε ν αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους, ήταν καλύτερο να μη κάνουμε τίποτα παρά να κάνουμε κάτι λάθος και μας πάει πιο πίσω, είναι περιπτώσεις που δεν εξαρτώνται από σένα, δε μπορείς να κάνεις κάτι, άστο να πάει στο καλό! Μάθαμε να μην ταραζόμαστε , να μη θυμώνουμε, τουλάχιστον να μη το δείχνουμε, μάθαμε να φεύγουμε αθόρυβα όσο γίνονταν ώστε να μη το αντιληφθούν οι άλλοι, όλοι έπρεπε να κρατηθούν ευχαριστημένοι, γίναμε λίγο σαν το βούδα με υπομονή απεριόριστη και κατανόηση απέραντη!
Κι εκεί που νομίζαμε ότι δεν αντέχαμε άλλο, μας είχε βγει η πίστη, τα χαμε παίξει, εκεί ακριβώς άρχισε να φαίνεται φως στο βάθος μακριά πολύ, μας πήρε καιρό να καταλάβουμε ότι δεν είχαν πάει όλα στράφι, ότι δεν είχαμε κάνει και τόσο πολλά λάθη όσα νομίζαμε, είχαμε φύγει κάπως, είχαμε διανύσει κάποια απόσταση χωρίς να πάρουμε χαμπάρι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε αχνά τι συμβαίνει, όσο βλάκας και να είσαι έρχεται μια ώρα που μαθαίνεις ότι αν είναι να χάσεις περιορίζεις όσο μπορείς τις απώλειες κι αν είναι να πετύχεις πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να το κάνεις με τις λιγότερες δυνατές κινήσεις, αν είναι δυνατό με μια μόνο μελετημένη, δε χρειάζεται όλες τις μάχες να τις κερδίζεις κατά μέτωπο, μπορείς να κάνεις κι ελιγμούς και τέλος τέλος μαθαίνεις ότι για να έχει αξία η επιτυχία πρέπει να έχεις αποτύχει ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, όσο αντέχεις!
Ήθελα να του πω κι άλλα, είχαμε τόσον καιρό να βρεθούμε, πίσω στο θάλαμο μια γριά που έκανε αιμοκάθαρση ψιθύριζε ''Ετοιμαστείτε για το μεγάλο φευγιό!'' όλη νύχτα χαροπάλευε αυτή, οι γιατροί είχαν πέσει από πάνω της να τη συνεφέρουν, είχε αιμάτωμα στον εγκέφαλο από κάποια πτώση, είχε δοκιμάσει ν ανέβει ένα σκαλί στην είσοδο τους σπιτιού της κι είχε τσακιστεί, το μάτι της ήταν μαυρισμένο, το πρόσωπο της έμοιαζε τρομαχτικό έτσι μελανιασμένο και πρησμένο που ήτανε, δυο νοσοκόμες εμφανίστηκαν και μας έκαναν νόημα να βγούμε, μια γυναίκα στέκονταν στο παράθυρο κι έκλαιγε κρύβοντας το πρόσωπο με τα χέρια της, κάποιος δικός της θα είχε πεθάνει ή πέθαινε εκείνη την ώρα, ο Σ στριφογύριζε το δαχτυλίδι όπως έκανε κάθε φορά που ήταν νευρικός κι αμήχανος, το φως από κάπου έπεφτε ακριβώς πάνω στα ψιλοδουλεμένα φύλλα του κοσμήματος, στα σχέδια με τους ρόδακες στα κυλινδρικά αραβουργήματα, σε μια μπορντούρα από κυανόχρωμες ιριδίζουσες κόγχες και προεξοχές μυστήριες, τα καλοριφέρ έκαιγαν στο φουλ, οι άρρωστοι αναστέναζαν, έκλεισα τα μάτια μια στιγμή κι είδα εκατομμύρια γαλάζια στρογγυλά φωτάκια να λαμπυρίζουν σαν αστέρια από εκατό γαλαξίες που σκορπίστηκαν μες το μυαλό μου ....
Στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου περπατούσαμε , είχαμε χαθεί, ψάχναμε κάποιο γραφείο, δε μπορούσαμε να βρούμε την έξοδο, όλα φαίνονταν σφραγισμένα, αναρωτιόμασταν τι συνέβαινε εκεί πέρα, τελικά ανακαλύψαμε ένα άνοιγμα, μια έξοδο κινδύνου, βγήκαμε έξω, σκάλες μεταλλικές κατέβαιναν προς τα κάτω σ έναν χώρο ακάλυπτο, τελικά το βρήκαμε το καταραμένο!
Στεκόμασταν με τη πλάτη στον τοίχο και περιμέναμε να μας ειδοποιήσουν, ο Σ έπαιζε όλη την ώρα με το χρυσό δαχτυλίδι του που είχε έναν κύλινδρο στη σφραγίδα του, μας είχε πει ότι αυτό ήταν κάποτε το δαχτυλίδι ενός Ρώσου μαφιόζου και με κάποιο τρόπο είχε βρεθεί στα χέρια του, του το χαν ζητήσει για ένα ποσό μυθικό, δεν το είχε δώσει, το είχα φορέσει μια φορά να δω πως είναι, ήταν πραγματικά βαρύ, φαίνονταν φίνο κόσμημα! Κι ένα ρολόι ωραίο φορούσε, ένα ελβετικό στρογγυλό με διακοσμήσεις από ιμιδιάφανο κονιοποιημένο χαλαζία χαραγμένες πάνω σ ένα στιλπνό υπόστρωμα από κράματα μεταλλικά, ένα βυσσινί λουράκι το κρατούσε, κι ένα άλλο δώρο είχε για την κοπέλα του, μας το χε δείξει, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια στο σχήμα των δακρύων, μα ήταν υπέροχα εκείνα τα σκουλαρίκια, το φως τα διαπερνούσε αντανακλώντας σε κατευθύνσεις αμέτρητες για να βγει απ την άλλη μεριά σα να περνούσε μέσα από μια επιφάνεια διάφανη εντελώς, ένα πράγμα μαγικό !!
Τον είχα προειδοποιήσει να μη κάνει καμιά χαζομάρα όταν θα βλέπαμε τον γιατρό που θα εγχείριζε τη μάνα του, της είχε αδυναμία μεγάλη, μου είχε παραγγείλει να πηγαίνω να τη βλέπω στη κλινική που την είχανε, πήγαινα κατά καιρούς, η γρια είχε Αλτσχάιμερ, δε καταλάβαινε τη τύφλα της, μόνο καμιά φορά την έπιανε κάτι και τραγουδούσε τραγούδια παράξενα που δεν τα ήξερε κανένας...
Στη Κρήτη κάτω όπου τον είχαν στείλει έδειξε καλή διαγωγή ο Σ, ήταν ήσυχος, οι φύλακες τον πήγαιναν γιατί έκανε τη δουλειά τους πιο εύκολη, αντί για τη φυλακή τον είχαν βάλει σ ένα υποστατικό με καμιά διακοσαριά πρόβατα στη μέση μιας κοιλάδας όπου τα στάρια έμοιαζαν να φυτρώνουν σε καμπύλες και σπείρες ατέλειωτες σαν τα είχε περάσει κάποιος με μια βούρτσα τεράστια! Κάθε πρωί ξυπνούσε κατά τις πέντε ν αρμέξει, τα χέρια του είχαν γίνει σκληρά σα πέτρες, όλη μέρα έπινε γάλα κι έτρωγε πορτοκάλια, μα πόσο γάλα είχε πιει ρε φίλε, τρελαίνονταν για το πρόβειο γάλα, ήταν ολόπαχο, το πρωί το τρωγε με κουάκερ, το μεσημέρι το κατέβαζε σα νερό, είχε φτιάξει επιδερμίδα μωρού! Κι αν πεις για πορτοκάλια κλημεντίνες και μανταρίνια υπήρχαν άφθονα κι ήταν θεόγλυκα, απλώνονταν σα στρώμα χρωματιστό, απέραντο πάνω στο χιόνι που σκέπαζε τα χωράφια, τόνοι ολόκληροι μιλάμε, κανείς δε τα μάζευε, έτρωγε τρία τέσσερα κιλά κάθε μέρα, είχε καταπιεί ένα κάρο βιταμίνη C, δε τον έπιανε ούτε γρίπη ούτε αρρώστια, ούτε τίποτα! Δυο Αλβανοί ήταν μαζί του κι ένας μαύρος, ένας Νιγηριανός, αυτόν τον είχαν πιάσει για ένα σακουλάκι που κατάπιε στο αεροδρόμιο, τρέχα γύρευε τι είχε μέσα, τίποτα καλό πάντως! Μαγείρευε φοβερά ο άτιμος, κάτι φαγητά απ την πατρίδα του έφτιαχνε με κάτι μπαχαρικά περίεργα, όλοι θέλανε να δοκιμάσουν εκείνα τα εξωτικά καρυκεύματα που κανείς δεν ήξερε που τα βρισκε, τους είχε τρελάνει, μια φορά είχαν πιάσει έναν λαγό παγιδευμένο στα χιόνια κι ο Αφρικανός τον έφτιαξε με μια συνταγή που δεν είχαν ξαναδοκιμάσει ποτέ, είχαν φάει και τα κόκαλα !
Οι θάλαμοι απέπενεαν μια μυρουδιά φορμόλης, όλοι ήταν σαν ετοιμοθάνατοι εκεί μέσα, έμοιαζε με τόπο όπου παρκάριζαν ανθρώπους πριν το τελευταίο τους ταξίδι, γέροι κείτονταν ανάσκελα με το στόμα ανοιχτό, όλοι οι συνοδοί πάντως έδειχναν καλοί, λέγανε μεταξύ τους ότι αυτή είναι η τελευταία γενιά που νοιάζεται για τους γέρους, οι επόμενη θα τους ξεφορτώνει στα γηροκομεία κι ότι θέλει ας γίνει, βέβαια κάθε άνθρωπος δικαιούται αξιοπρέπεια στο θάνατο του αλλά τι ψάχνεις τώρα, άλλωστε κανείς δε δίνει σημασία στους γέρους, τι χρειάζονται πια! Μια μεσόκοπη καθόταν δίπλα στην ανάπηρη αδερφή της, τη πρόσεχε όλη της τη ζωή σχεδόν , μερικοί άνθρωποι είναι αυτό που λέμε ''του καθήκοντος'', γεννημένοι για να υπηρετούν τους άλλους όχι τον εαυτό τους, αυτή φρόντιζε για τον καθένα στο θάλαμο, τους τάιζε, τους χάιδευε, τους άλλαζε θέση να ξεπιαστούν, τους έδινε νερό με μια σύριγγα, τους μιλούσε, μερικοί ανταπέδιδαν με μια χειρονομία αδιόρατη, άλλοι έλεγαν κάτι ακαταλαβίστικα...
Στο γραφείο του γιατρού που ήταν και διευθυντής μας βάλανε, μια βιβλιοθήκη τεράστια, μα πόσοι τόμοι υπήρχαν εκεί μέσα κι οι πιο πολλοί δεν ήταν ιατρικοί, κάτι βιβλία μυστήρια, κώδικες αγιορείτικοι, αποσπάσματα από χειρόγραφα παλιά, η ''Κριτική του Καθαρού Λόγου'' του Καντ, πήρα να διαβάσω λίγο, μ έπιασε ζαλάδα!
Τον είχα προειδοποιήσει να μη πει καμιά βλακεία τώρα που θα ρχονταν ο γιατρός, ήταν δύσκολο να τον ελέγξεις, πολλές φορές είχαμε σκοτωθεί ‘’ Έχεις μια μανία να απλοποιείς τα πράγματα!'' μου φώναζε '' Για σένα υπάρχουν πέντε κατηγορίες ανθρώπων και πέντε αιτίες για όλα, !'' – '' Ναι…’’ αντέτεινα εγώ ‘’ κι εσύ έχεις μια μανία να υπεραναλύεις, να τα μπερδεύεις, χάνεσαι στις λεπτομέρειες!'' δε μ άκουγε, το τραβούσε, πήγαινε γυρεύοντας καυγά '' Θες πάντα να δικαιώνεσαι για όσα έχεις πει !’’ - ''Και πως γίνεται πάντα να έχω δίκιο, πώς γίνεται πάντα να βγαίνω σωστός, όχι πες μου ή μήπως θες ν αρχίσω να σου αραδιάζω περιπτώσεις!'' συνέχιζε να μ αγνοεί, τον ήξερα πια ‘’Μάγκα μου ότι και να κάνεις δε πρόκειται να θυμώσω κι ούτε θα μαλώσω μαζί σου !’’ είπα.
Ήταν έξυπνος, όλοι είχαμε πάθει πλάκα που πέρασε στο πανεπιστήμιο με τρεις μέρες διάβασμα, εμάς μας είχαν βγει τα μάτια κι αυτός είχε περάσει για πλάκα, το πιστεύεις, τρεις μέρες μόνο, αλλά μετά τι να σε κάνω που όλο λάθη έκανες, που δε μπορούσες να ξεχωρίσεις τη τύφλα σου, που δεν ήξερες ποιους βάζεις δίπλα σου, που έκανες όλο βλακείες κι έχασες ένα κάρο λεφτά μέχρι που χρεοκόπησες και σε κλείσανε μέσα με τους Νιγηριανούς να τρως κλημεντίνες!
Είχα πάρει φόρα ''Ας πρόσεχες!'' φώναξα ''Σου ήρθαν όλα εύκολα μέχρι ένα σημείο ενώ εμείς το μόνο που ξέραμε ήταν να δουλεύουμε δίχως σταματημό ούτε τις μέρες τις εργάσιμες ούτε τις μέρες των αργιών, εμείς δεν είμαστε τόσο έξυπνοι, οκέι, είμαστε απ αυτούς που το μόνο που ξέρουν είναι ότι στο τέλος θα επιβιώσουν, ότι θα βγουν ζωντανοί, απλά δε ξέρουμε με ποιο τρόπο κάθε φορά, μάθαμε να μη περιμένουμε βοήθεια απ αυτούς που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μας βοηθήσουν, όχι ότι δε νοιάζονται απλά δε μπορούν την ώρα που τους θέλεις, έχουν τα δικά τους, μιαν άλλη φορά θα είναι χρήσιμοι, πρέπει να ψάχνουμε αλλού για υποστήριξη κάθε φορά !
'Ας πρόσεχες, μου ήσουν χαλαρός κι άνετος κάνοντας ντόλτσε βίτα ενώ εμείς τρέχαμε σαν ηλίθιοι και τρώγαμε στη μάπα τα μικρά με τις στριμμένες τις μανάδες τους στα ιδιαίτερα, φαντάσου πιτσιρίκια μια σταλιά να σε σαπίζουν, να είσαι μες τα νεύρα, να μην αντέχεις, να βγαίνεις στα μπαλκόνια μήπως ηρεμήσεις γιατί τα μικρά βρίσκουν πάντα κάτι να σε πονέσουν έτσι χωρίς λόγο, απλά αυτό τους δίνει μια αρρωστημένη ικανοποίηση, άμα δεν έχεις δουλέψει με παιδιά δε μπορείς να φανταστείς πόσο σκληρά είναι, αισθάνεσαι ότι δε θ αντέξεις για πολύ ακόμα, χρειάζεσαι μια βόλτα επειγόντως να ξελαμπικάρεις, έχεις σκεφτεί πάρα πολύ, κι όπως είσαι έτοιμος να τα διαολοστείλεις σου πετούν μια καλή κουβέντα απ το πουθενά και δεν το πιστεύεις, σε λίγο βέβαια θα τη πάρουν πίσω, μη χαίρεσαι!
Πρώτη φορά είχα μιλήσει τόσο, ήταν σα να τα βαστούσα όλα μέσα μου κι ήθελα να τα πω με μια ανάσα, ο Σ με κοιτούσε όλη την ώρα στριφογυρίζοντας στο δάχτυλο του το δαχτυλίδι με τη ρουλέτα, θα πρέπει να του είχαν κάνει εντύπωση αυτά που άκουγε, άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε μέσα ο γιατρός που δεν ήταν κι ο πιο αδύνατος άνθρωπος στον κόσμο, το χέρι του έμοιαζε να τρέμει, είχε ακούσει σίγουρα αυτά που λέγαμε έτσι όπως φωνάζαμε, άρχισε να αναφέρει πόσες επεμβάσεις πετυχημένες είχε πραγματοποιήσει, μ αυτά τα τρεμάμενα χέρια είχαμε τις αμφιβολίες μας, ζήτησε το τηλέφωνο του Σ, σιγά μη του το έδινε, σε μια φάση είπε κάτι του στυλ ''Εντάξει τώρα γρια γυναίκα είναι, πόσο θα ζήσει!'' σκέφτηκα ότι τώρα θα γίνει σφαγή αλλά ο δικός μου συγκρατήθηκε, μια ξανθιά γραμματέας μας παρακολουθούσε ανήσυχη απ την ανοιχτή είσοδο του γραφείου, ο Σ μου έκανε νόημα να βγω έξω, περίμενα, όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι έδειχνε κουρασμένος....
Ήθελα να του πω κι άλλα ότι όταν αυτός περιδιάβαινε στην Ευρώπη με τις κουκλάρες του εμείς έπρεπε να περιμένουμε γιατί όλα έπρεπε να γίνουν στην ώρα τους, ούτε νωρίτερα ούτε κατόπι, οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, οι εποχές, τα χρόνια περνούσαν, οι φίλοι μας ψάχνανε, προσπαθούσαμε να κλέψουμε μια ανάσα απ όπου μπορούσαμε, να πάρουμε κάτι καλό, κάτι θετικό, κι ύστερα πάλι χανόμασταν στο κόσμο το δικό μας, εκεί όπου δεν μπορούσε να παρεισφρήσει κανένας άλλος, εκεί όπου μπορούσαμε να φορτίσουμε όπως όπως για ν αντέξουμε τη συνέχεια! Ξέραμε ότι η κατεύθυνση ήταν προς τα έξω, προς τα μπρος , υπήρχαν φορές που έπρεπε ν αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους, ήταν καλύτερο να μη κάνουμε τίποτα παρά να κάνουμε κάτι λάθος και μας πάει πιο πίσω, είναι περιπτώσεις που δεν εξαρτώνται από σένα, δε μπορείς να κάνεις κάτι, άστο να πάει στο καλό! Μάθαμε να μην ταραζόμαστε , να μη θυμώνουμε, τουλάχιστον να μη το δείχνουμε, μάθαμε να φεύγουμε αθόρυβα όσο γίνονταν ώστε να μη το αντιληφθούν οι άλλοι, όλοι έπρεπε να κρατηθούν ευχαριστημένοι, γίναμε λίγο σαν το βούδα με υπομονή απεριόριστη και κατανόηση απέραντη!
Κι εκεί που νομίζαμε ότι δεν αντέχαμε άλλο, μας είχε βγει η πίστη, τα χαμε παίξει, εκεί ακριβώς άρχισε να φαίνεται φως στο βάθος μακριά πολύ, μας πήρε καιρό να καταλάβουμε ότι δεν είχαν πάει όλα στράφι, ότι δεν είχαμε κάνει και τόσο πολλά λάθη όσα νομίζαμε, είχαμε φύγει κάπως, είχαμε διανύσει κάποια απόσταση χωρίς να πάρουμε χαμπάρι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε αχνά τι συμβαίνει, όσο βλάκας και να είσαι έρχεται μια ώρα που μαθαίνεις ότι αν είναι να χάσεις περιορίζεις όσο μπορείς τις απώλειες κι αν είναι να πετύχεις πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να το κάνεις με τις λιγότερες δυνατές κινήσεις, αν είναι δυνατό με μια μόνο μελετημένη, δε χρειάζεται όλες τις μάχες να τις κερδίζεις κατά μέτωπο, μπορείς να κάνεις κι ελιγμούς και τέλος τέλος μαθαίνεις ότι για να έχει αξία η επιτυχία πρέπει να έχεις αποτύχει ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, όσο αντέχεις!
Ήθελα να του πω κι άλλα, είχαμε τόσον καιρό να βρεθούμε, πίσω στο θάλαμο μια γριά που έκανε αιμοκάθαρση ψιθύριζε ''Ετοιμαστείτε για το μεγάλο φευγιό!'' όλη νύχτα χαροπάλευε αυτή, οι γιατροί είχαν πέσει από πάνω της να τη συνεφέρουν, είχε αιμάτωμα στον εγκέφαλο από κάποια πτώση, είχε δοκιμάσει ν ανέβει ένα σκαλί στην είσοδο τους σπιτιού της κι είχε τσακιστεί, το μάτι της ήταν μαυρισμένο, το πρόσωπο της έμοιαζε τρομαχτικό έτσι μελανιασμένο και πρησμένο που ήτανε, δυο νοσοκόμες εμφανίστηκαν και μας έκαναν νόημα να βγούμε, μια γυναίκα στέκονταν στο παράθυρο κι έκλαιγε κρύβοντας το πρόσωπο με τα χέρια της, κάποιος δικός της θα είχε πεθάνει ή πέθαινε εκείνη την ώρα, ο Σ στριφογύριζε το δαχτυλίδι όπως έκανε κάθε φορά που ήταν νευρικός κι αμήχανος, το φως από κάπου έπεφτε ακριβώς πάνω στα ψιλοδουλεμένα φύλλα του κοσμήματος, στα σχέδια με τους ρόδακες στα κυλινδρικά αραβουργήματα, σε μια μπορντούρα από κυανόχρωμες ιριδίζουσες κόγχες και προεξοχές μυστήριες, τα καλοριφέρ έκαιγαν στο φουλ, οι άρρωστοι αναστέναζαν, έκλεισα τα μάτια μια στιγμή κι είδα εκατομμύρια γαλάζια στρογγυλά φωτάκια να λαμπυρίζουν σαν αστέρια από εκατό γαλαξίες που σκορπίστηκαν μες το μυαλό μου ....
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015
ΑΔΑΜΑΝΤΟΦΟΡΕΣ ΦΛΕΒΕΣ
Ήταν το καλύτερο μέρος της διαδρομής, λίγο χιόνι υπήρχε ψηλά στα βουνά ανάμεσα στα δέντρα που ντυμένα σε χρώματα χειμωνιάτικα σχημάτιζαν ένα είδος χαλιού στις κορφές, συστάδες από λεύκες έριχναν τη σκιά τους στην επιφάνεια μιας λίμνης, πουλιά πετούσαν χαμηλά στο νερό σα να ήθελαν να το αγγίξουν, παντού γύρω το κλασικό ελληνικό τοπίο ξέρεις τώρα, πέτρες απ τη μια, θάλασσα απ την άλλη, σταροχώραφα να πρασινίζουν μες τις ξερολιθιές…
Καπνός έβγαινε απ τις καμινάδες των σπιτιών με τα κόκκινα κεραμίδια, νταλίκες με πινακίδες πολωνικές και τούρκικες σέρνονταν αργά στην άσφαλτο, πάνω από γέφυρες τρέχαμε, αμάξια περνούσαν από κάτω μας, ένα σύννεφο από μαυροπούλια περνούσε πάνω μας, μερικά κείτονταν σκοτωμένα στο δρόμο. Δίπλα μου κάποιοι κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, μια γυναίκα έφτιαχνε τα μαλλιά της στο καθρέφτη του κινητού, η τιράντα απ το φανελάκι που φορούσε κάτω απ τη ζακέτα της φαίνονταν, δε μπορούσα να καταλάβω την ηλικία της, έψαχνα τα χέρια της , από κει καταλαβαίνεις καλύτερα. Μια λωρίδα χρυσαφένια έφτιαχνε ο ήλιος μακριά κατά το πέλαγος, οι ακτίνες του αντανακλούσαν στους ηλιακούς πάνω στις στέγες των σπιτιών με τα κόκκινα κεραμίδια, έκλεισα τα μάτια ν αποφύγω την αντηλιά, ένας γηραλέος με μαλλιά σκληρά σα σύρμα καθόταν δίπλα στον οδηγό, ελεγκτής παλιός ήτανε, στο ξεκίνημα μου είχε βάλει χέρι γιατί καθόμουν στη πρώτη θέση όμως εγώ δεν είχα σκοπό να σηκωθώ από κει ούτε με σφαίρες, λογοφέραμε λίγο, τελικά τα βρήκαμε, με κέρασε και ραντεβουδάκι από ένα κουτάκι μεταλλικό, χρωματιστό, εκείνες τις μέντες με τη δυνατή γεύση που έκαιγε το στόμα, τις αγοράζαμε μικροί, χρόνια είχα να δοκιμάσω εκείνη τη γεύση….
Ο γέρος με τα μαλλιά σα σύρμα έλεγε για την εποχή που ήτανε νέος και δούλευε κάπου στην Αφρική, σ ένα ορυχείο παλιό σβησμένο ηφαίστειο μια τρύπα πελώρια όπου έβγαζαν διαμάντια, αργότερα είχε δουλέψει στην επεξεργασία τους, τα τρίβανε με τη σκόνη του ίδιου του διαμαντιού για ν αποκτήσουν λαμπρότητα και να αντανακλούν το φως σ όλες τις κατευθύνσεις, μερικά μπορούσαν να φωσφορίζουν και μέσα το σκοτάδι κι αυτό ήταν μαγικό, η δουλειά σε σακάτευε αλλά του άρεσε, τον τρέλαινε να βλέπει εκείνα τα πετραδάκια τα λαμπερά που χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια να σχηματιστούν στον πάτο της γης αφού δέχτηκαν πιέσεις απίστευτες μέσα σε συνθήκες τρομερές κι άλλα τόσα χρόνια χρειάστηκαν μέχρι να βγουν στην επιφάνεια από εκρήξεις η νερά υπόγεια που πέρασαν από φλέβες αδαμαντοφόρες και τα παρέσυραν προς τα έξω, τον εξιτάριζε όλο αυτό ''Το ξέρεις ότι η ιδανική κοπή ενός διαμαντιού πρέπει να το κάνει να έχει εξήντα τέσσερις πλευρές!'' μου είπε....
Ένιωθα κουρασμένος, απ τα χαράματα είχα ξυπνήσει, σ ένα ίντερνετ καφέ ήμουν το ξημέρωμα, με τον Δημήτρη που δούλευε εκεί μέσα , όλο νεύρα ήτανε, μια πτώχευση ευχόταν να συμβεί, να καταστραφεί το σύμπαν, να τρέχουν όλοι σα παλαβοί , όλα του φταίγανε, έμοιαζε να μην αντέχει αυτή τη κατάσταση που σέρνεται συνέχεια και δε ξέρεις που θα σε βγάλει, είχε βγει μια βόλτα μετά τα μεσάνυχτα σε κάτι μπαρ κι είδε όλο πιτσιρικάδες δεκαπεντάχρονα και δεκατριάχρονα να κουνιούνται σα παλαβά ''Μα τι γίνεται εδώ;'' αναρωτιόταν, με βοηθούσε να κατεβάσουμε μια φωτογραφία, το τηλέφωνο του χτύπησε, κάτι του είπανε, έμοιαζε σκυθρωπός '' Μόλις πέθανε η μάνα μου, πρέπει να φύγω'' είπε.
Είχαμε βγει μαζί στο δρόμο, ο Δημήτρης δε μιλούσε, σε κάποιο πάρκο ένα στρώμα πάχνης πάνω στο πράσινο χορτάρι είχε απλωθεί, τα φανάρια έμοιαζαν ν' αλλάζουν χρώμα όλα μαζί, πορτοκαλί, κόκκινο, πράσινο, σάντουιτς κρύα και φρουτοσαλάτες τοποθετούσαν στις βιτρίνες των φαστφουνταδικων, λεωφορεία εκδρομικά έξω από ξενοδοχεία, γλάροι γκρίζοι κι άσπροι αραδιασμένοι πάνω στις σκαλωσιές των γερανών του μετρό, ο ήλιος έβγαινε μέσα από ένα δάσος κεραιών. Σε μια λαϊκή περγαμόντο για γλυκά πουλούσαν, πίσω απ' τους πάγκους καφέ πίνανε από ποτήρια πλαστικά, τραγούδια λαϊκά ακούγονταν απ τα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων που άφηναν ανοιχτές τις πόρτες τους , ο Δημήτρης τράβηξε κατά το νοσοκομείο, πήρα το λεωφορείο...
Στο αστικό με πιάσανε ξανά δίχως τη κάρτα μου, συνέχεια τη ξεχνώ, άντε πάλι τρέχα να σβήνεις πρόστιμα, μια αφηρημάδα με κυνηγά όπως μπαίνει η άνοιξη κι οι μέρες μεγαλώνουν συνέχεια, ένα άγχος μ έχει πιάσει, θέλω όλα μαζί να τα κάνω και θα κάνω καμιά βλακεία πάλι, όμως δε γίνεται, πρέπει να το συνηθίσεις και να κάνεις όσα πιο πολλά σωστά μπορείς τρέχοντας από δω κι από κει σα κοτόπουλο ζαλισμένο! Μια αγωνία σα να μ έχει πιάσει, τα απογεύματα στα καφενεία πανηγυρίζουν τα γκολ που μπαίνουν στο ποδόσφαιρο, τα βράδια στους βροχερούς δρόμους μπορείς να δεις τα φανάρια των αυτοκινήτων που γυαλίζουν, μασκοφόροι καβάλα σε μοτοσυκλέτες, κόσμος περιμένει στην απέναντι μεριά των διαβάσεων, αυτοκίνητα φρενάρουν μπροστά σου τη τελευταία στιγμή, πρόσωπα διακρίνονται αμυδρά κάτω από ομπρέλες ανοιγμένες, στα μαγαζιά με τις μεγάλες τηλεοράσεις καταρράχτες αμολούν τα νερά τους πάνω από βράχια γλιστερά, κωπηλάτες λάμνουν σε ποτάμια κάτω από δάση με δέντρα τεράστια, καταπράσινα, στα κοσμηματοπωλεία πολυέλαιοι στριφογυρίζουν χιλιάδες κρυσταλλάκια...
Δε μπορώ να σκεφτώ σωστά τελευταία, με πιάνει πανικός , απογοητεύομαι εύκολα, μπορεί να τα χεις κάνει σωστά όλα αλλά το αποτέλεσμα δεν έρχεται με τίποτα, καθυστερεί πολύ, κι είναι τόσο πολλές οι επιρροές εκεί έξω που μπορούν να σε τρελάνουν, όλοι τρέχουν να προλάβουν, όλοι βιάζονται, σπαταλούν τόσο πολλή ενέργεια δεξιά κι αριστερά που δεν έχουν αποθέματα στο τέλος όταν τα χρειάζονται, όταν βγαίνει κάτι πραγματικά ζόρικο! Βλέπεις κάποιους που ξεκίνησαν κι έφυγαν μπροστά πολύ γρήγορα πόσο εύκολα κάηκαν, έσβησαν, εξαφανίστηκαν, πόσο εύκολα πέρασαν στο περιθώριο και φαίνονταν τόσο ορμητικοί, κάτι δεν έκαναν σωστά, άντε βρες ευκαιρία δεύτερη! Όμως δε γίνεται αν δε περιμένεις, δε μπορείς να κάνεις τίποτα σωστό, κι έχεις και τους φίλους που σε μπλοκάρουν από παντού, καθένας έχει τα δικά του, άλλος δε σηκώνει τίποτα για τα πολιτικά, κομμένη η συζήτηση γι αυτά, άλλος δεν αντέχει το παραμικρό στα θεολογικά, έναν τοίχο πελώριο έχει σηκώσει, πάει κι αυτό, άλλος έχει κόλλημα με τα ερωτικά, δε μπορείς να του πεις τίποτα, θα σε στείλει από κει που ήρθες, δεν αλλάζει γνώμη που να χτυπιέσαι! Όμως τους χρειάζεσαι όλους, μόνος σου δε μπορείς να κάνεις και πολλά, πρέπει να βάλεις νερό στο κρασί σου , να προσαρμοστείς, να δεχτείς πράγματα, πρέπει να είσαι ευχαριστημένος με τα λίγα, να μη ζητάς πολλά, είναι κι αυτό ένα χάρισμα. Πρέπει να το δουλέψεις, να βρεις άλλους δρόμους, άλλα μονοπάτια, να το διαχειριστείς σωστά, να μη φθαρείς, να μη φθείρεις, να μη στεναχωριέσαι για πράγματα που δε διορθώνονται, που δεν αλλάζουν, ότι έγινε έγινε, να κοιτάς μπροστά όλη την ώρα. Πρέπει να παίρνεις αποφάσεις σωστές κάθε φορά , να ορίζεις προτεραιότητες, να ξεχωρίζεις το σημαντικό απ το ασήμαντο και το δευτερεύον, δε μπορείς να τα πετύχεις όλα, κάτι θα θυσιάσεις, άμα τα θες όλα υπάρχει κίνδυνος να χάσεις τα καλύτερα...
Στο κάμπο μπροστά χωράφια πλημμυρισμένα, η γη δε μπορούσε ακόμα να τραβήξει όλη τη ποσότητα της βροχής που έπεσε, μα πόσο έβρεξε φέτος, όλες οι δεξαμενές οι υπόγειες πρέπει να χουν φουλάρει, νερά άφθονα θα χουμε τώρα με την άνοιξη. Αντικρίζοντας ένα σωρό εικόνες το μυαλό στροφάριζε σ άλλες κατευθύνσεις, φλασιές μου ρχονταν από μεριές διάφορες, σα να ξεκαθάριζαν πράγματα μέσα μου, θα μπορούσα να τα βρω μαζί της, γίνονται κι αυτά καμιά φορά, το φαντάζεσαι, καλά είναι τέλειο όταν συγχρονίζεσαι , όταν βρίσκεις ακριβώς τον τόνο που εκπέμπουν και μπορείς να συμβαδίσεις, μπορεί να σου πάρει καιρό, είναι μια διαδικασία πολύ λεπτή μέχρι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, πρέπει ν αλλάζεις ταχύτητες όλη την ώρα, να πέφτεις και να σηκώνεσαι,να περιμένεις σαν ηλίθιος πότε θα στρώσουνε, άστα να πάνε αλλά είναι τέλειο όταν το καταφέρεις, ακόμα και τότε βέβαια δε μπορείς να επαναπαυτείς, μην ελπίζεις στα όνειρα οι γυναίκες όσο καλές κι αν είναι δε μπορούν σου λύσουν όλα σου τα προβλήματα...
Μ αυτή ναι θα μπορούσε να προχωρήσει κάτι, φαίνονταν ότι είχε προοπτική το πράγμα, είχε χαρεί που με είδε, μα πόσο ωραία δάχτυλα είχε, πόσο άσπρα ήταν τα χέρια της, πόσο μαλακά είναι τα χέρια των γυναικών, πόσο καθαρό το πρόσωπο δίχως καθόλου μακιγιάζ, ένα ρολόι κουάρτζ φορούσε με διαμαντάκια που γυάλιζαν, τα μαλλιά της κυμάτιζαν στη πλάτη, όλο παρατηρήσεις μου έκανε ''Τώρα μιλάς σωστά, μη τους στέλνεις όλους στο διάβολο, δεν είναι καλό, μην αναφέρεις καθόλου αυτή τη λέξη!'' - ''Τι είναι πιο σημαντικό…’’ την είχα ρωτήσει‘’… η οικογένεια ή οι φίλοι;’’ - ‘’ Οι φίλοι φυσικά!'' φώναξε απόλυτα σίγουρη ’’… οι φίλοι δε το συζητώ !''
Μου έλεγε για τη παρέα της που ψηφίσαν ότι να ναι στις εκλογές, κάτι αριστεριστές, κάτι τροτσκιστές, κάτι αναρχικοί, κάτι πυροβολημένοι, μα που τους βρήκε όλους αυτούς! Μου έλεγε και για το νησί της, υπάρχουν λέει εκεί ακόμα ζαχαροπλαστεία όπου πας για να φας την πάστα ή το προφιτερόλ με την ησυχία σου βλέποντας γύρω τη Τήνο, τη Νάξο που είναι μεγάλο νησί και πλούσιο, τη Χίο πιο μακριά ακόμα και τις ακτές της Τουρκίας στο βάθος! Όπως δάγκωνα ένα κομμάτι κέικ που μας είχανε φέρει ένας τύπος με φάτσα στραπατσαρισμένη σα να είχε φάει μπουνιά απίστευτα δυνατή μπήκε στο μαγαζί φορτωμένος με μια αγκαλιά βιβλία, κοιτάξαμε τα τρελά εξώφυλλα όλο τέρατα και δράκους, βιβλία φαντασίας κουφά, τρελαμένα ήτανε, τον ξέραμε τον τύπο, τ αγόραζε για τα εγγόνια του για τα οποία τρελαίνεται και ζουν στην Ελβετία η στην Αυστρία θα σε γελάσω, κάπου κατά κει τέλος πάντων, μόνο βιβλία κουβαλά όποτε πηγαίνει κατά κει, στα τελωνεία τον ξέρουν δεν τον ψάχνουν και πολύ, με το που έφυγε ο στραπατσαρισμένος το μέρος γέμισε γυναίκες όλες ωραίες μιλάμε κι όλες φορούσαν γυαλιά μαύρα σα να είχαν συνεννοηθεί, ''Τι στο δαίμονα συμβαίνει!'' σκεφτόμουν...
Η πρώιμη άνοιξη ήταν η αγαπημένη της εποχή, η πρώιμη άνοιξη με τους χαιρετισμούς που αρχίζουν όπου να ναι, πάντα πήγαινε στην εκκλησία να τους ακούσει, ειδικά σε μια παλιά όπου τα φώτα ήταν χαμηλά και υποβλητικά, το Πάσχα ήταν το αγαπούσε κι αυτό , το βράδυ της ανάστασης πάντα την έπαιρναν τα κλάματα και πάντα της την έσπαγαν οι ηλίθιοι με τα πυροτεχνήματα και τους πυροβολισμούς που χαλούσαν την ατμόσφαιρα, μα πόσο βλάκες ήταν να φωνάζουν και να πυροβολούν μες τη γαλήνη της νύχτας!
Μ αυτή κάτι μπορούσε να γίνει αν και ποτέ μη λες μεγάλα λόγια, πάντως ήταν ένα ενδεχόμενο όπως το βλεπα τη στιγμή εκείνη, το μυαλό καθάριζε σιγά σιγά, οι σκέψεις έμοιαζαν να μπαίνουν σε τάξη, στις πλαγιές πρόβατα ξαπλωμένα σε κίτρινα άχυρα, πλάκες ξεκολλούσαν απ τους σχιστόλιθους και γλιστρούσαν στις κατηφόρες, πλέγματα σιδερένια προσπαθούσαν να συγκρατήσουν χώματα και πέτρες που διαβρώνονται εδώ και χιλιετίες, ομίχλη υπήρχε κατά μήκος μιας κοιλάδας...
Φτάσαμε στο πρακτορείο με το που βράδιασε, δεν υπήρχαν λεωφορεία για το χωριό, μαζί με το γέρο ελεγκτή πήραμε ταξί, ο γέρος καταριόταν τη μάνα του που τον είχε φέρει πίσω στο χωριό ''Αν δεν ήταν αυτό το σπίτι το πατρικό που είχε χτίσει ο παππούς μου δε θα γυρνούσα απ την Αφρική και τα διαμάντια ότι και να έλεγε η μάνα μου, μιλάμε για γερό χτίσμα, όλο πέτρα, έχει και μια λίμνη μπροστά, θα δείτε!'' Όσο ανηφορίζαμε κατά τα ορεινά τα άστρα έμοιαζαν να κατεβαίνουν χαμηλότερα κι έλαμπαν στο σκοτάδι, ένα ασημένιο στεφάνι που είχε απομείνει στην άκρη του δίσκου του φεγγαριού φαίνονταν. Ο γέρος θα σταματούσε σ ένα χωριό γειτονικό, το σπίτι του ήταν απ τα τελευταία, μας πήγε μέσα από κάτι χωματόδρομους, το αυτοκίνητο τραντάζονταν όπως περνούσε πάνω από πέτρες, βούλιαζε μέσα σε λακκούβες βαθιές, σε κάποιο σημείο μια στροφή απότομη, σ ένα φως πλησιάσαμε ''Εδώ είμαστε!''φώναξε ο γέρο - εισπράκτορας.
Οι προβολείς άναψαν στο φουλ κι ένα τοπίο εκπληκτικό αποκαλύφθηκε, μια λίμνη μικρή και γύρω δέντρα ολάνθιστα που έριχναν τ' άσπρα πέταλα τους πάνω στην επιφάνεια σα να είχε χιονίσει, όπως φωτίζονταν τα νερά χιλιάδες σχέδια σχηματίζονταν, άπειρες εναλλαγές χρωμάτων κι αντικατοπτρισμών ανάμεσα στο άσπρο και στο κόκκινο , έμοιαζε σαν να ήθελε εκείνη η λιμνούλα να πάρει φωτιά, σα να είχαν ρίξει μέσα της χιλιάδες κεριά που έφεγγαν τρεμουλιαστά, καθόμασταν εκεί με τον ταξιτζή και χαζεύαμε, ο γέρος που είχε ξαναδεί το θέαμα χαμογελούσε....
Καπνός έβγαινε απ τις καμινάδες των σπιτιών με τα κόκκινα κεραμίδια, νταλίκες με πινακίδες πολωνικές και τούρκικες σέρνονταν αργά στην άσφαλτο, πάνω από γέφυρες τρέχαμε, αμάξια περνούσαν από κάτω μας, ένα σύννεφο από μαυροπούλια περνούσε πάνω μας, μερικά κείτονταν σκοτωμένα στο δρόμο. Δίπλα μου κάποιοι κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, μια γυναίκα έφτιαχνε τα μαλλιά της στο καθρέφτη του κινητού, η τιράντα απ το φανελάκι που φορούσε κάτω απ τη ζακέτα της φαίνονταν, δε μπορούσα να καταλάβω την ηλικία της, έψαχνα τα χέρια της , από κει καταλαβαίνεις καλύτερα. Μια λωρίδα χρυσαφένια έφτιαχνε ο ήλιος μακριά κατά το πέλαγος, οι ακτίνες του αντανακλούσαν στους ηλιακούς πάνω στις στέγες των σπιτιών με τα κόκκινα κεραμίδια, έκλεισα τα μάτια ν αποφύγω την αντηλιά, ένας γηραλέος με μαλλιά σκληρά σα σύρμα καθόταν δίπλα στον οδηγό, ελεγκτής παλιός ήτανε, στο ξεκίνημα μου είχε βάλει χέρι γιατί καθόμουν στη πρώτη θέση όμως εγώ δεν είχα σκοπό να σηκωθώ από κει ούτε με σφαίρες, λογοφέραμε λίγο, τελικά τα βρήκαμε, με κέρασε και ραντεβουδάκι από ένα κουτάκι μεταλλικό, χρωματιστό, εκείνες τις μέντες με τη δυνατή γεύση που έκαιγε το στόμα, τις αγοράζαμε μικροί, χρόνια είχα να δοκιμάσω εκείνη τη γεύση….
Ο γέρος με τα μαλλιά σα σύρμα έλεγε για την εποχή που ήτανε νέος και δούλευε κάπου στην Αφρική, σ ένα ορυχείο παλιό σβησμένο ηφαίστειο μια τρύπα πελώρια όπου έβγαζαν διαμάντια, αργότερα είχε δουλέψει στην επεξεργασία τους, τα τρίβανε με τη σκόνη του ίδιου του διαμαντιού για ν αποκτήσουν λαμπρότητα και να αντανακλούν το φως σ όλες τις κατευθύνσεις, μερικά μπορούσαν να φωσφορίζουν και μέσα το σκοτάδι κι αυτό ήταν μαγικό, η δουλειά σε σακάτευε αλλά του άρεσε, τον τρέλαινε να βλέπει εκείνα τα πετραδάκια τα λαμπερά που χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια να σχηματιστούν στον πάτο της γης αφού δέχτηκαν πιέσεις απίστευτες μέσα σε συνθήκες τρομερές κι άλλα τόσα χρόνια χρειάστηκαν μέχρι να βγουν στην επιφάνεια από εκρήξεις η νερά υπόγεια που πέρασαν από φλέβες αδαμαντοφόρες και τα παρέσυραν προς τα έξω, τον εξιτάριζε όλο αυτό ''Το ξέρεις ότι η ιδανική κοπή ενός διαμαντιού πρέπει να το κάνει να έχει εξήντα τέσσερις πλευρές!'' μου είπε....
Ένιωθα κουρασμένος, απ τα χαράματα είχα ξυπνήσει, σ ένα ίντερνετ καφέ ήμουν το ξημέρωμα, με τον Δημήτρη που δούλευε εκεί μέσα , όλο νεύρα ήτανε, μια πτώχευση ευχόταν να συμβεί, να καταστραφεί το σύμπαν, να τρέχουν όλοι σα παλαβοί , όλα του φταίγανε, έμοιαζε να μην αντέχει αυτή τη κατάσταση που σέρνεται συνέχεια και δε ξέρεις που θα σε βγάλει, είχε βγει μια βόλτα μετά τα μεσάνυχτα σε κάτι μπαρ κι είδε όλο πιτσιρικάδες δεκαπεντάχρονα και δεκατριάχρονα να κουνιούνται σα παλαβά ''Μα τι γίνεται εδώ;'' αναρωτιόταν, με βοηθούσε να κατεβάσουμε μια φωτογραφία, το τηλέφωνο του χτύπησε, κάτι του είπανε, έμοιαζε σκυθρωπός '' Μόλις πέθανε η μάνα μου, πρέπει να φύγω'' είπε.
Είχαμε βγει μαζί στο δρόμο, ο Δημήτρης δε μιλούσε, σε κάποιο πάρκο ένα στρώμα πάχνης πάνω στο πράσινο χορτάρι είχε απλωθεί, τα φανάρια έμοιαζαν ν' αλλάζουν χρώμα όλα μαζί, πορτοκαλί, κόκκινο, πράσινο, σάντουιτς κρύα και φρουτοσαλάτες τοποθετούσαν στις βιτρίνες των φαστφουνταδικων, λεωφορεία εκδρομικά έξω από ξενοδοχεία, γλάροι γκρίζοι κι άσπροι αραδιασμένοι πάνω στις σκαλωσιές των γερανών του μετρό, ο ήλιος έβγαινε μέσα από ένα δάσος κεραιών. Σε μια λαϊκή περγαμόντο για γλυκά πουλούσαν, πίσω απ' τους πάγκους καφέ πίνανε από ποτήρια πλαστικά, τραγούδια λαϊκά ακούγονταν απ τα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων που άφηναν ανοιχτές τις πόρτες τους , ο Δημήτρης τράβηξε κατά το νοσοκομείο, πήρα το λεωφορείο...
Στο αστικό με πιάσανε ξανά δίχως τη κάρτα μου, συνέχεια τη ξεχνώ, άντε πάλι τρέχα να σβήνεις πρόστιμα, μια αφηρημάδα με κυνηγά όπως μπαίνει η άνοιξη κι οι μέρες μεγαλώνουν συνέχεια, ένα άγχος μ έχει πιάσει, θέλω όλα μαζί να τα κάνω και θα κάνω καμιά βλακεία πάλι, όμως δε γίνεται, πρέπει να το συνηθίσεις και να κάνεις όσα πιο πολλά σωστά μπορείς τρέχοντας από δω κι από κει σα κοτόπουλο ζαλισμένο! Μια αγωνία σα να μ έχει πιάσει, τα απογεύματα στα καφενεία πανηγυρίζουν τα γκολ που μπαίνουν στο ποδόσφαιρο, τα βράδια στους βροχερούς δρόμους μπορείς να δεις τα φανάρια των αυτοκινήτων που γυαλίζουν, μασκοφόροι καβάλα σε μοτοσυκλέτες, κόσμος περιμένει στην απέναντι μεριά των διαβάσεων, αυτοκίνητα φρενάρουν μπροστά σου τη τελευταία στιγμή, πρόσωπα διακρίνονται αμυδρά κάτω από ομπρέλες ανοιγμένες, στα μαγαζιά με τις μεγάλες τηλεοράσεις καταρράχτες αμολούν τα νερά τους πάνω από βράχια γλιστερά, κωπηλάτες λάμνουν σε ποτάμια κάτω από δάση με δέντρα τεράστια, καταπράσινα, στα κοσμηματοπωλεία πολυέλαιοι στριφογυρίζουν χιλιάδες κρυσταλλάκια...
Δε μπορώ να σκεφτώ σωστά τελευταία, με πιάνει πανικός , απογοητεύομαι εύκολα, μπορεί να τα χεις κάνει σωστά όλα αλλά το αποτέλεσμα δεν έρχεται με τίποτα, καθυστερεί πολύ, κι είναι τόσο πολλές οι επιρροές εκεί έξω που μπορούν να σε τρελάνουν, όλοι τρέχουν να προλάβουν, όλοι βιάζονται, σπαταλούν τόσο πολλή ενέργεια δεξιά κι αριστερά που δεν έχουν αποθέματα στο τέλος όταν τα χρειάζονται, όταν βγαίνει κάτι πραγματικά ζόρικο! Βλέπεις κάποιους που ξεκίνησαν κι έφυγαν μπροστά πολύ γρήγορα πόσο εύκολα κάηκαν, έσβησαν, εξαφανίστηκαν, πόσο εύκολα πέρασαν στο περιθώριο και φαίνονταν τόσο ορμητικοί, κάτι δεν έκαναν σωστά, άντε βρες ευκαιρία δεύτερη! Όμως δε γίνεται αν δε περιμένεις, δε μπορείς να κάνεις τίποτα σωστό, κι έχεις και τους φίλους που σε μπλοκάρουν από παντού, καθένας έχει τα δικά του, άλλος δε σηκώνει τίποτα για τα πολιτικά, κομμένη η συζήτηση γι αυτά, άλλος δεν αντέχει το παραμικρό στα θεολογικά, έναν τοίχο πελώριο έχει σηκώσει, πάει κι αυτό, άλλος έχει κόλλημα με τα ερωτικά, δε μπορείς να του πεις τίποτα, θα σε στείλει από κει που ήρθες, δεν αλλάζει γνώμη που να χτυπιέσαι! Όμως τους χρειάζεσαι όλους, μόνος σου δε μπορείς να κάνεις και πολλά, πρέπει να βάλεις νερό στο κρασί σου , να προσαρμοστείς, να δεχτείς πράγματα, πρέπει να είσαι ευχαριστημένος με τα λίγα, να μη ζητάς πολλά, είναι κι αυτό ένα χάρισμα. Πρέπει να το δουλέψεις, να βρεις άλλους δρόμους, άλλα μονοπάτια, να το διαχειριστείς σωστά, να μη φθαρείς, να μη φθείρεις, να μη στεναχωριέσαι για πράγματα που δε διορθώνονται, που δεν αλλάζουν, ότι έγινε έγινε, να κοιτάς μπροστά όλη την ώρα. Πρέπει να παίρνεις αποφάσεις σωστές κάθε φορά , να ορίζεις προτεραιότητες, να ξεχωρίζεις το σημαντικό απ το ασήμαντο και το δευτερεύον, δε μπορείς να τα πετύχεις όλα, κάτι θα θυσιάσεις, άμα τα θες όλα υπάρχει κίνδυνος να χάσεις τα καλύτερα...
Στο κάμπο μπροστά χωράφια πλημμυρισμένα, η γη δε μπορούσε ακόμα να τραβήξει όλη τη ποσότητα της βροχής που έπεσε, μα πόσο έβρεξε φέτος, όλες οι δεξαμενές οι υπόγειες πρέπει να χουν φουλάρει, νερά άφθονα θα χουμε τώρα με την άνοιξη. Αντικρίζοντας ένα σωρό εικόνες το μυαλό στροφάριζε σ άλλες κατευθύνσεις, φλασιές μου ρχονταν από μεριές διάφορες, σα να ξεκαθάριζαν πράγματα μέσα μου, θα μπορούσα να τα βρω μαζί της, γίνονται κι αυτά καμιά φορά, το φαντάζεσαι, καλά είναι τέλειο όταν συγχρονίζεσαι , όταν βρίσκεις ακριβώς τον τόνο που εκπέμπουν και μπορείς να συμβαδίσεις, μπορεί να σου πάρει καιρό, είναι μια διαδικασία πολύ λεπτή μέχρι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, πρέπει ν αλλάζεις ταχύτητες όλη την ώρα, να πέφτεις και να σηκώνεσαι,να περιμένεις σαν ηλίθιος πότε θα στρώσουνε, άστα να πάνε αλλά είναι τέλειο όταν το καταφέρεις, ακόμα και τότε βέβαια δε μπορείς να επαναπαυτείς, μην ελπίζεις στα όνειρα οι γυναίκες όσο καλές κι αν είναι δε μπορούν σου λύσουν όλα σου τα προβλήματα...
Μ αυτή ναι θα μπορούσε να προχωρήσει κάτι, φαίνονταν ότι είχε προοπτική το πράγμα, είχε χαρεί που με είδε, μα πόσο ωραία δάχτυλα είχε, πόσο άσπρα ήταν τα χέρια της, πόσο μαλακά είναι τα χέρια των γυναικών, πόσο καθαρό το πρόσωπο δίχως καθόλου μακιγιάζ, ένα ρολόι κουάρτζ φορούσε με διαμαντάκια που γυάλιζαν, τα μαλλιά της κυμάτιζαν στη πλάτη, όλο παρατηρήσεις μου έκανε ''Τώρα μιλάς σωστά, μη τους στέλνεις όλους στο διάβολο, δεν είναι καλό, μην αναφέρεις καθόλου αυτή τη λέξη!'' - ''Τι είναι πιο σημαντικό…’’ την είχα ρωτήσει‘’… η οικογένεια ή οι φίλοι;’’ - ‘’ Οι φίλοι φυσικά!'' φώναξε απόλυτα σίγουρη ’’… οι φίλοι δε το συζητώ !''
Μου έλεγε για τη παρέα της που ψηφίσαν ότι να ναι στις εκλογές, κάτι αριστεριστές, κάτι τροτσκιστές, κάτι αναρχικοί, κάτι πυροβολημένοι, μα που τους βρήκε όλους αυτούς! Μου έλεγε και για το νησί της, υπάρχουν λέει εκεί ακόμα ζαχαροπλαστεία όπου πας για να φας την πάστα ή το προφιτερόλ με την ησυχία σου βλέποντας γύρω τη Τήνο, τη Νάξο που είναι μεγάλο νησί και πλούσιο, τη Χίο πιο μακριά ακόμα και τις ακτές της Τουρκίας στο βάθος! Όπως δάγκωνα ένα κομμάτι κέικ που μας είχανε φέρει ένας τύπος με φάτσα στραπατσαρισμένη σα να είχε φάει μπουνιά απίστευτα δυνατή μπήκε στο μαγαζί φορτωμένος με μια αγκαλιά βιβλία, κοιτάξαμε τα τρελά εξώφυλλα όλο τέρατα και δράκους, βιβλία φαντασίας κουφά, τρελαμένα ήτανε, τον ξέραμε τον τύπο, τ αγόραζε για τα εγγόνια του για τα οποία τρελαίνεται και ζουν στην Ελβετία η στην Αυστρία θα σε γελάσω, κάπου κατά κει τέλος πάντων, μόνο βιβλία κουβαλά όποτε πηγαίνει κατά κει, στα τελωνεία τον ξέρουν δεν τον ψάχνουν και πολύ, με το που έφυγε ο στραπατσαρισμένος το μέρος γέμισε γυναίκες όλες ωραίες μιλάμε κι όλες φορούσαν γυαλιά μαύρα σα να είχαν συνεννοηθεί, ''Τι στο δαίμονα συμβαίνει!'' σκεφτόμουν...
Η πρώιμη άνοιξη ήταν η αγαπημένη της εποχή, η πρώιμη άνοιξη με τους χαιρετισμούς που αρχίζουν όπου να ναι, πάντα πήγαινε στην εκκλησία να τους ακούσει, ειδικά σε μια παλιά όπου τα φώτα ήταν χαμηλά και υποβλητικά, το Πάσχα ήταν το αγαπούσε κι αυτό , το βράδυ της ανάστασης πάντα την έπαιρναν τα κλάματα και πάντα της την έσπαγαν οι ηλίθιοι με τα πυροτεχνήματα και τους πυροβολισμούς που χαλούσαν την ατμόσφαιρα, μα πόσο βλάκες ήταν να φωνάζουν και να πυροβολούν μες τη γαλήνη της νύχτας!
Μ αυτή κάτι μπορούσε να γίνει αν και ποτέ μη λες μεγάλα λόγια, πάντως ήταν ένα ενδεχόμενο όπως το βλεπα τη στιγμή εκείνη, το μυαλό καθάριζε σιγά σιγά, οι σκέψεις έμοιαζαν να μπαίνουν σε τάξη, στις πλαγιές πρόβατα ξαπλωμένα σε κίτρινα άχυρα, πλάκες ξεκολλούσαν απ τους σχιστόλιθους και γλιστρούσαν στις κατηφόρες, πλέγματα σιδερένια προσπαθούσαν να συγκρατήσουν χώματα και πέτρες που διαβρώνονται εδώ και χιλιετίες, ομίχλη υπήρχε κατά μήκος μιας κοιλάδας...
Φτάσαμε στο πρακτορείο με το που βράδιασε, δεν υπήρχαν λεωφορεία για το χωριό, μαζί με το γέρο ελεγκτή πήραμε ταξί, ο γέρος καταριόταν τη μάνα του που τον είχε φέρει πίσω στο χωριό ''Αν δεν ήταν αυτό το σπίτι το πατρικό που είχε χτίσει ο παππούς μου δε θα γυρνούσα απ την Αφρική και τα διαμάντια ότι και να έλεγε η μάνα μου, μιλάμε για γερό χτίσμα, όλο πέτρα, έχει και μια λίμνη μπροστά, θα δείτε!'' Όσο ανηφορίζαμε κατά τα ορεινά τα άστρα έμοιαζαν να κατεβαίνουν χαμηλότερα κι έλαμπαν στο σκοτάδι, ένα ασημένιο στεφάνι που είχε απομείνει στην άκρη του δίσκου του φεγγαριού φαίνονταν. Ο γέρος θα σταματούσε σ ένα χωριό γειτονικό, το σπίτι του ήταν απ τα τελευταία, μας πήγε μέσα από κάτι χωματόδρομους, το αυτοκίνητο τραντάζονταν όπως περνούσε πάνω από πέτρες, βούλιαζε μέσα σε λακκούβες βαθιές, σε κάποιο σημείο μια στροφή απότομη, σ ένα φως πλησιάσαμε ''Εδώ είμαστε!''φώναξε ο γέρο - εισπράκτορας.
Οι προβολείς άναψαν στο φουλ κι ένα τοπίο εκπληκτικό αποκαλύφθηκε, μια λίμνη μικρή και γύρω δέντρα ολάνθιστα που έριχναν τ' άσπρα πέταλα τους πάνω στην επιφάνεια σα να είχε χιονίσει, όπως φωτίζονταν τα νερά χιλιάδες σχέδια σχηματίζονταν, άπειρες εναλλαγές χρωμάτων κι αντικατοπτρισμών ανάμεσα στο άσπρο και στο κόκκινο , έμοιαζε σαν να ήθελε εκείνη η λιμνούλα να πάρει φωτιά, σα να είχαν ρίξει μέσα της χιλιάδες κεριά που έφεγγαν τρεμουλιαστά, καθόμασταν εκεί με τον ταξιτζή και χαζεύαμε, ο γέρος που είχε ξαναδεί το θέαμα χαμογελούσε....
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015
ΑΣΜΠΕΡΓΚΕΡ
''Σ έχει καβαλήσει για τα καλά ο μικρός!'' πέταξε ο τύπος με τη γενειάδα κι ο Αργύρης έγινε έξαλλος, έπιασε τον άλλον απ το λαιμό, έπεσαν χάμω, κυλίστηκαν, γκρεμίστηκαν στα σκαλιά, σύρθηκαν άγαρμπα στο πεζοδρόμιο, κόντεψαν να σπάσουν τα κεφάλια τους!
Δε σήκωνε κουβέντα για το γιο του, είχε τρέλα με το μικρό σου λέω, μια φορά κόντεψε να του ρθει κόλπος όταν τον φώναξαν στο σχολείο και τον είχε βρει μισολιπόθυμο, ο πιτσιρικάς είχε πατήσει κατά λάθος τη μπάλα εκεί που παίζανε κι είχε στουκάρει κατευθείαν στο τσιμέντο, με το χτύπημα είχε μείνει αναίσθητος, έγινε άσπρος, χλόμιασε, οι καθηγητές τρέχανε από παντού, του διναν σφαλιάρες, του έριχναν νερό, φώναξαν τον πατέρα του που ήρθε πανικόβλητος, είχε πάρει σβάρνα όλα τα νοσοκομεία με τον πιτσιρικά στο πίσω κάθισμα να βαστά το λαιμό του που είχε μουδιάσει, κάθε φορά που περνούσαν πάνω από λακκούβα και τραντάζονταν πέθαινε στον πόνο, έβριζε, ο Αργύρης τα είχε δει όλα, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μονάχα ένα νευροκαβαλίκεμα!
Όλη η ζωή του έμοιαζε να είναι εκείνο το αγόρι, το είχε κάνει κάπως μεγάλος κι ένιωθε ότι έπρεπε να μη χάσει τίποτα, σου μιλάω δεν είχα δει ξανά τέτοιο πράγμα, το είχε παραχαϊδέψει, το αγόρι έμοιαζε κακομαθημένο, ήταν λίγο μυστήριο, έμοιαζε σαν μην επικοινωνεί με τους γύρω του, λέγανε ότι είχε ένα πράγμα σαν αυτισμό, ίσως αυτό εξηγούσε τη συμπεριφορά του, νομίζω Σύνδρομο Άσμπεργκερ λέγεται, κάπως έτσι τέλος πάντων. Είχε βάλει σκουλαρίκι στο αυτί, μετά είχε τρυπήσει και το σημείο κάτω απ το χείλος του σε μια εκδρομή, η μάνα του όταν το είδε τρυπημένο τραβούσε τα μαλλιά της, ο Αργύρης το χαβά του, δεν έλεγε όχι ποτέ! Μερικές φορές ήταν ανυπόφορο, ήθελα να του πως ''Μη τον έχεις έτσι ρε!'' αλλά σιγά μη καταλάβαινε, τον έπαιρνε μαζί του παντού, ακόμα και στις αγρυπνίες που πήγαινε και τελείωναν μετά τα μεσάνυχτα, του έκανε όλα τα χατίρια, ήταν απ τους άντρες που γεννήθηκαν για να γίνουν πατεράδες! Τον είχα δει τον πιτσιρικά μια φορά έπαιζε μπάλα σ ένα γήπεδο με χορτάρι πλαστικό δίπλα σ ένα εργοστάσιο παλιό, εγκαταλειμμένο, ο μπαμπάς του καθόταν σ ένα πάγκο και καμάρωνε, μια μέρα ηλιόλουστη ήτανε....
Αυτός ο ανεγκέφαλος με τη γενειάδα σα του δεσπότη έφταιγε, κι εμείς δεν τον πηγαίναμε τον μικρό αλλά δε λέγαμε τίποτα όμως ο άλλος δεν ήξερε να μαζέψει το στόμα του, αυτός πάντα τα κανε μαντάρα, όταν άρχιζε να πίνει όλο βλακείες έλεγε! Δε μπορούσε να σταυρώσει σοβαρή κουβέντα, μονάχα να χαλάει τη συζήτηση ήξερε, λέγανε ότι κατάγονταν από ένα μέρος όλο βουνά κι είχε δοκιμάσει κάθε κατάχρηση που υπήρχε, τώρα πως είχε βρεθεί μαζί μας μη το ψάχνεις! Μας είχε σπάσει τα νεύρα, μα πόσο βλάκας ήτανε, δέκα φορές μας είχε ρωτήσει την ώρα σα να ήθελε με το ζόρι να περάσει χρόνος πολύς μέσα σ ένα λεπτό, κι ύστερα άρχισε να φωνάζει και να λέει ότι ο μικρός έτσι όπως πήγαινε θα γίνονταν αλήτης, πήγαινε γυρεύοντας, μα πόσο ηλίθιος ήτανε!
Όλοι καταλαβαίναμε ότι το πράγμα δε θα τέλειωνε καλά, λόγο στο λόγο σηκώθηκαν όρθιοι, αρπάχτηκαν, ορμήσαμε να τους χωρίσουμε, δε συγκρατούνταν με τίποτα, είχαν πάρει φόρα, δε μπορούσαν να σταματήσουν, πιάστηκαν απ τους γιακάδες, ο κόσμος μας κοίταζε έντρομος.
Με τα χίλια ζόρια τους μαζέψαμε από χάμω,ξεσκονίστηκαν, ο μεθυσμένος μας έκανε τη χάρη, ξεκουμπίστηκε, καλά τι στέκι ήταν εκείνο, που το χα βρει, όλα τα κουφά εκεί πέρα γίνονταν! Πάντως δε βαριόσουνα ποτέ, οι κουβέντες ήταν πάντα παθιασμένες, συζητούσαμε σε σχήμα χιαστί, καθένας με τον αντικρινό του στην άλλη γωνία, ξέρεις τώρα πως γίνεται στις παρέες , καθένας συγκεντρώνεται σε κάποιον, γύρω γίνεται χαμός, φασαρία, θόρυβοι, φωνές, όμως κανείς δεν ενοχλείται !
Μ' άρεσε πολύ εκεί πέρα, όλο με κερνούσαν, τι σοκολάτες, τι καφέδες, τι κρασιά, πόσους δεν είχα γνωρίσει εκεί πέρα, εκεί γνώρισα και τον Αργύρη, του είχα δώσει το βιβλίο μου, του έκανε εντύπωση, έψαχνε τη φωτογραφία μου, με ρώτησε πως ένιωσα όταν το βγαλα και το είδα τυπωμένο ''Μια αγωνία, ένα άγχος, και τώρα τι κάνουμε, που πάμε, τι έχει κατόπιν, είχα αδειάσει, δε μπορούσα να ησυχάσω, έπρεπε να βρω τον επόμενο στόχο γρήγορα!’’
Γίναμε φίλοι, όποτε πήγαινα στο σπίτι του μια μυρουδιά επαρχίας που τη ξέρω καλά υπήρχε, μήλα και κυδώνια παντού στο μπαλκόνι,μια αίσθηση χώματος παντού. Όδηγός στα ΚΤΕΛ ήτανε ο πατέρας του, κάθε πρωί είχε δρομολόγιο για Ιερισσό και Ουρανούπολη, οι προσκυνητές για το Όρος τον περίμεναν αξύριστοι μες τη νύχτα με τα ραβδιά και τα κομποσκοίνια τους, καλόγεροι χασμουριόταν σταυρώνοντας το στόμα τους, τα καλοκαίρια βάζανε πεπόνια στην Επανομή για να τον στέλνουν στο πανεπιστήμιο, κάπου μες τη δεκαετία του εβδομήντα.
Πανικός γίνονταν τότε στις σχολές, ξύλο άγριο ανάμεσα στις παρατάξεις κνίτισες τρελαμένες με χακί μπουφάν, αριστεριστές άπλυτοι, δαπίτες με κουστουμάκια, ξέρεις τώρα, εγώ δε τα πρόλαβα καλά λίγο τον απόηχο τους μονάχα, οΑργύρης όταν τελείωσε από δω έφυγε για την Αμερική, είχε κάνει δυο μεταπτυχιακά οικονομικών στην Αμερική, με το που γύρισε του είχαν προτείνει μια δουλειά με τρία εκατομμύρια δραχμές το μήνα σ ένα συνεταιρισμό αγροτικό, τις καλές εποχές αυτά, τότε που όλοι κλέβανε τ άντερα τους, το διανοείσαι, τρία εκατομμύρια κι αυτός δεν δέχτηκε, προτίμησε ν αρχίσει από χαμηλά, καλά πολύ βλάκας !
Έκανε παράπονα, η γυναίκα του δεν τον στήριζε όταν έμεινε χωρίς δουλειά τώρα με την κρίση, όλο μούτρα ήτανε ''Έτσι είναι οι γυναίκες!'' έλεγε ''Άμα είχα το πορτοφόλι γεμάτο όλο γλύκες θα ήτανε!'' - ‘’Η γυναίκα ή το παιδί είναι πιο σημαντικό; ‘’ τον είχα ρωτήσει ‘’Το παιδί φυσικά! Οι γυναίκες πάνε κι έρχονται το παιδί μένει !'' Το πίστευε πραγματικά, του άρεσαν τα παιδιά, τ αγαπούσε, για το γιο του χαλούσε τον κόσμο, κι ούτε τον πείραζε η ταλαιπωρία όταν έπρεπε να το ταΐζει δέκα φορές τη μέρα σαν ήταν βρέφος, σηκώνονταν ακόμα και τη νύχτα, αυτός ήθελα αν το ταΐζει ακόμα κι όταν το μωρό κοιμόταν κι άνοιγε μηχανικά το στοματάκι του, καλά τι ιστορία κι αυτή με τα μωρά! Του άρεσε να τον βλέπει να μεγαλώνει, κάθε πρωινό τον πήγαινε σ ένα σχολείο ειδικό, τον χαιρετούσε κοιτάζοντας το λεωφορείο που τον έπαιρνε ν' απομακρύνεται. Αργότερα του άρεσε να του δείχνει τα στέκια όπου πήγαινε αυτός, ήθελε να του μάθει ένα σωρό πράγματα, από πού κι από ποιους να φυλάγεται, πως να παίζει ξύλο με τίποτα τσογλάνια, ξαναζούσε τα δικά του καλά χρόνια τότε που ήταν έφηβος...
Μπορούσα να τον καταλάβω αλλά δεν ένιωθα το ίδιο. Εμένα οι γυναίκες μου δίνανε πάντοτε έμπνευση, πάντα ήμουν της γνώμης ότι ο άντρας είναι για τη γυναίκα κι η γυναίκα για τα παιδιά. Τις αγαπούσα όλες κι αυτές που θέλανε ένα σπίτι καθαρό, ταχτοποιημένο, στρωματά μαλακά κουζίνες αστραφτερές, ένα μέρος για ν' αράζουν και να το χαίρονται! Μ' άρεσαν Κι οι άλλες που θέλανε να τρώνε το μεσημέρι σολομό ή μπακαλιαρακια, μανιτάρια αλλά κρεμ, σαλάτες χωριάτικες, όλες καλές ήτανε, θα μπορούσα να ζήσω με όλες τους αν και δεν είμαι απ αυτούς που τους αρέσει ν αράζουν, δε μπορώ να δένομαι μ ένα μέρος, δε ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο, το μόνο που θέλω είναι το παράθυρο μου να χει ανοιχτό ορίζοντα μέχρι πέρα μακριά (άμα είσαι από χωριό) αυτό μόνο, τίποτα άλλο!
Κι η τελευταία που είχα γνωρίσει κάπως έτσι ήτανε και πράγμα περίεργο είχε κρατήσει περισσότερο! Συνήθως μ άφηναν κι εξαφανίζονταν όμως όχι αυτή, ίσως γιατί ήταν από κείνες που ζητούν πάρα πολλά και δίνουν πολύ λίγα, ότι ακριβώς θέλω δηλαδή από μια γυναίκα, απλά να είναι δίπλα μου, να τη νιώθω εκεί πέρα, να δίνει χρώμα στη ζωή στα σαββατοκύριακα πιο πολύ και στις αργίες.... Α και δεν τις αντέχω όταν τεμπελιάζουν, με τρελαίνουν όταν δε κάνουν τίποτα, αρρωσταίνω όταν μένουν στάσιμες, δε τις μπορώ καθόλου, θέλω να εξελίσσονται, να προχωρούν, να δουλεύουν τον εαυτό τους σ οποιαδήποτε κατεύθυνση, δε με νοιάζει, απλά θέλω να δουλεύουν ! Αυτή λοιπόν έδειχνε να τραβά, ήθελε να πάμε εκείνο τα ταξίδι που δεν είχε κάνει ποτέ, δε μπορούσα να το χωνέψω, δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, εγώ είχα επιβιώσει μέχρι τότε χάρη σ αυτό το ταξίδι που το κανα κάθε ενάμιση μήνα, όπως της περιέγραφα τη διαδρομή έδειχνε να ονειρεύεται και να θέλει τόσο πολύ να δει τη θάλασσα με τις πράσινες λωρίδες που την τεμαχίζουν ως πέρα μακριά....
Καθόμουν και χάζευα τις φλέβες της να τεντώνονται στο μέτωπο όταν ζορίζονταν, άλλοτε καρφωνόμουν στο πορτοκαλί πετράδι που φορούσε στο δάχτυλο της κι άστραφτε απ όλες τις μεριές! Την είχα μάθει, μπορούσα πλέον να δω το χαρακτήρα της καθαρά σα να κοίταζα ακτινογραφία, μπορούσα να διακρίνω λίγο και την απεικόνιση της στο μέλλον, πως θα εξελίσσονταν, προς τα που θα μπορούσε να πάει...
Μου άρεσε ξανά, ξέρεις πως είναι, όταν φύγει ο πρώτος ενθουσιασμός μπορείς να τη μελετήσεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να βρίσκεις ελαττώματα ένα σωρό, πρέπει να τα παραβλέψεις και να συνεχίσεις μαζί της, δε γίνεται να την αφήσεις τώρα που σου πέρασε, δεν είναι σωστό, δε της αξίζει όσο τουλάχιστον είναι εντάξει μαζί σου, κι αν είναι και λίγο ναρκισσίστρια και θέλει όλο φωτογραφίες της ν ανεβάζει σε οχτακόσιες χιλιάδες πόζες σα να μην έχει άλλη δουλειά δε βαριέσαι, όλες οι γυναίκες το χουν λίγο πολύ...
Ένα χιονάκι ψιλό άρχισε να πέφτει , υπάλληλοι του δήμου άδειαζαν κάδους με χαρτιά και σκουπίδια, ένας σκύλος έτρεχε μοναχός του, κι ένας άλλος ούρλιαζε σιγανά όπως κοιμόταν σα να έβλεπε φαντάσματα στον ύπνο του. Μια γάτα άσπρη με ουρά κομμένη από κάποιο δυστύχημα έξυνε τα νύχια της σ ένα δέντρο, δυο αστυνομικοί με μπότες μέχρι το γόνατο και γιλέκα αλεξίσφαιρα άνοιγαν το πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, ο οδηγός ενός μικρού φορτηγού με μια στραβοτιμονιά πέρασε πάνω από ένα πεζοδρόμιο, οι αστυνομικοί παράτησαν το φορτηγάκι κι άρχισαν να τον βρίζουν. Γλάροι και περιστέρια πετούσαν κοπαδιαστά γύρω από κάποιον που σκόρπιζε ψίχουλα στο δρόμο, κορίτσια με φόρμες μαλακές, παπούτσια αθλητικά, μια γριά με μορφή τοτέμ πέρασε, σε μια πολυκατοικία κισσός σκαρφάλωνε ανάμεσα σε τούβλα κόκκινα, σ ένα πάρκο μια ομάδα παιδιών κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα, τα φώτα άναβαν στα μαγαζιά, βράδιαζε,
Λίγο κρασί είχε απομείνει στα ποτήρια μας '' Ξέρεις πως γνώρισα τη γυναίκα μου...'' άρχισε ο Αργύρης που έδειχνε ήρεμος πάλι '' Μετά την Αμερική είχα πιάσει δουλειά στο κότερο ενός εφοπλιστή απ την Αίγινα, λαδώναμε τις μηχανές, μαγειρεύαμε, καθαρίζαμε το καράβι,γυαλίζαμε το ξύλινο πάτωμα του καταστρώματος, ύστερα αρχίζαμε κάναμε περιοδείες σ όλο το Αιγαίο, σταματούσαμε σε νησάκια με σχήματα αλλόκοτα, μερικά ήταν βράχια σκέτα, δε τα έβρισκες σε κανέναν χάρτη ‘’ Μα πόσες βραχονησίδες υπάρχουν στο Αιγαίο!’’ αναρωτιόμουνα! Ζευγαράκια φιλοξενούνταν όλη την ώρα στο κότερο, μια φορά ένας Σαουδάραβας είχε έρθει επίσκεψη με το πλοίο του , καλά μπροστά σ εκείνο το τέρας το δικό μας έμοιαζε με βαρκούλα! Αράζαμε κατω στη καμπίνα, ερχόταν να μας δει η γυναίκα του Σαουδάραβα , μια ελβετίδα ξανθιά κουκλάρα, ζητούσε κάνα φαγητό ελληνικό, μουσακά, αγκινάρες, καμιά σαλάτα, γνωριστήκαμε. Όταν τη παράτησε ο εφοπλιστής για κάποια βραζιλιάνα της τηλεφώνησα,μ άρεσε απ τη πρώτη στιγμή, είχα μανία να γυρίσω μαζί της όλα εκείνα τα βράχια και τις πέτρες που τις έδερνε το κύμα όλο το χρόνο, δε μπορείς να φανταστείς πως ήτανε, ήμασταν ερωτευμένοι, μοναχοί, εμείς, η θάλασσα, αμπέλια φυτεμένα σε πλαγιές στη κατεύθυνση του ανέμου, αρχαία θέατρα, τη πήγαινα στα μουσεία, αγάλματα άσπρα, πλάκες μαρμάρινες με επιγραφές, ένας αρχαιολόγος μας είχε μεταφράσει μια που ήταν ένα τάμα κάποιου που είχε αρρωστήσει απ την πολυφαγία και το πιοτό, είχε πιει κρασί αρωματικό'' ....και μέθης ευώδεος!'' έγραφε στην πλάκα, ο τύπος ήταν καλοφαγάς είχε κατεβάσει γλυκίσματα, μελόπιτες, πεπόνια, γάλα φρέσκο, ότι είχε βρει μπροστά του, όλα ήταν καταγραμμένα, το πιστεύεις, άκου τι έκανε, γελούσαμε, ήμασταν ευτυχισμένοι, το βράδυ μια λωρίδα χρυσαφένια απλώνονταν στα νερά κατά τη δύση όπως έπεφτε ο ήλιος, κάναμε έρωτα στις σπηλιές, στην άμμο, στα βράχια, εκεί πιάσαμε το παιδί μας, τον αγαπώ πολύ ρε, καταλαβαίνεις, νομίζεις δε βλέπω αυτά που κάνει, δεν είναι βλαμμένο, θα στρώσει...
Δε σήκωνε κουβέντα για το γιο του, είχε τρέλα με το μικρό σου λέω, μια φορά κόντεψε να του ρθει κόλπος όταν τον φώναξαν στο σχολείο και τον είχε βρει μισολιπόθυμο, ο πιτσιρικάς είχε πατήσει κατά λάθος τη μπάλα εκεί που παίζανε κι είχε στουκάρει κατευθείαν στο τσιμέντο, με το χτύπημα είχε μείνει αναίσθητος, έγινε άσπρος, χλόμιασε, οι καθηγητές τρέχανε από παντού, του διναν σφαλιάρες, του έριχναν νερό, φώναξαν τον πατέρα του που ήρθε πανικόβλητος, είχε πάρει σβάρνα όλα τα νοσοκομεία με τον πιτσιρικά στο πίσω κάθισμα να βαστά το λαιμό του που είχε μουδιάσει, κάθε φορά που περνούσαν πάνω από λακκούβα και τραντάζονταν πέθαινε στον πόνο, έβριζε, ο Αργύρης τα είχε δει όλα, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μονάχα ένα νευροκαβαλίκεμα!
Όλη η ζωή του έμοιαζε να είναι εκείνο το αγόρι, το είχε κάνει κάπως μεγάλος κι ένιωθε ότι έπρεπε να μη χάσει τίποτα, σου μιλάω δεν είχα δει ξανά τέτοιο πράγμα, το είχε παραχαϊδέψει, το αγόρι έμοιαζε κακομαθημένο, ήταν λίγο μυστήριο, έμοιαζε σαν μην επικοινωνεί με τους γύρω του, λέγανε ότι είχε ένα πράγμα σαν αυτισμό, ίσως αυτό εξηγούσε τη συμπεριφορά του, νομίζω Σύνδρομο Άσμπεργκερ λέγεται, κάπως έτσι τέλος πάντων. Είχε βάλει σκουλαρίκι στο αυτί, μετά είχε τρυπήσει και το σημείο κάτω απ το χείλος του σε μια εκδρομή, η μάνα του όταν το είδε τρυπημένο τραβούσε τα μαλλιά της, ο Αργύρης το χαβά του, δεν έλεγε όχι ποτέ! Μερικές φορές ήταν ανυπόφορο, ήθελα να του πως ''Μη τον έχεις έτσι ρε!'' αλλά σιγά μη καταλάβαινε, τον έπαιρνε μαζί του παντού, ακόμα και στις αγρυπνίες που πήγαινε και τελείωναν μετά τα μεσάνυχτα, του έκανε όλα τα χατίρια, ήταν απ τους άντρες που γεννήθηκαν για να γίνουν πατεράδες! Τον είχα δει τον πιτσιρικά μια φορά έπαιζε μπάλα σ ένα γήπεδο με χορτάρι πλαστικό δίπλα σ ένα εργοστάσιο παλιό, εγκαταλειμμένο, ο μπαμπάς του καθόταν σ ένα πάγκο και καμάρωνε, μια μέρα ηλιόλουστη ήτανε....
Αυτός ο ανεγκέφαλος με τη γενειάδα σα του δεσπότη έφταιγε, κι εμείς δεν τον πηγαίναμε τον μικρό αλλά δε λέγαμε τίποτα όμως ο άλλος δεν ήξερε να μαζέψει το στόμα του, αυτός πάντα τα κανε μαντάρα, όταν άρχιζε να πίνει όλο βλακείες έλεγε! Δε μπορούσε να σταυρώσει σοβαρή κουβέντα, μονάχα να χαλάει τη συζήτηση ήξερε, λέγανε ότι κατάγονταν από ένα μέρος όλο βουνά κι είχε δοκιμάσει κάθε κατάχρηση που υπήρχε, τώρα πως είχε βρεθεί μαζί μας μη το ψάχνεις! Μας είχε σπάσει τα νεύρα, μα πόσο βλάκας ήτανε, δέκα φορές μας είχε ρωτήσει την ώρα σα να ήθελε με το ζόρι να περάσει χρόνος πολύς μέσα σ ένα λεπτό, κι ύστερα άρχισε να φωνάζει και να λέει ότι ο μικρός έτσι όπως πήγαινε θα γίνονταν αλήτης, πήγαινε γυρεύοντας, μα πόσο ηλίθιος ήτανε!
Όλοι καταλαβαίναμε ότι το πράγμα δε θα τέλειωνε καλά, λόγο στο λόγο σηκώθηκαν όρθιοι, αρπάχτηκαν, ορμήσαμε να τους χωρίσουμε, δε συγκρατούνταν με τίποτα, είχαν πάρει φόρα, δε μπορούσαν να σταματήσουν, πιάστηκαν απ τους γιακάδες, ο κόσμος μας κοίταζε έντρομος.
Με τα χίλια ζόρια τους μαζέψαμε από χάμω,ξεσκονίστηκαν, ο μεθυσμένος μας έκανε τη χάρη, ξεκουμπίστηκε, καλά τι στέκι ήταν εκείνο, που το χα βρει, όλα τα κουφά εκεί πέρα γίνονταν! Πάντως δε βαριόσουνα ποτέ, οι κουβέντες ήταν πάντα παθιασμένες, συζητούσαμε σε σχήμα χιαστί, καθένας με τον αντικρινό του στην άλλη γωνία, ξέρεις τώρα πως γίνεται στις παρέες , καθένας συγκεντρώνεται σε κάποιον, γύρω γίνεται χαμός, φασαρία, θόρυβοι, φωνές, όμως κανείς δεν ενοχλείται !
Μ' άρεσε πολύ εκεί πέρα, όλο με κερνούσαν, τι σοκολάτες, τι καφέδες, τι κρασιά, πόσους δεν είχα γνωρίσει εκεί πέρα, εκεί γνώρισα και τον Αργύρη, του είχα δώσει το βιβλίο μου, του έκανε εντύπωση, έψαχνε τη φωτογραφία μου, με ρώτησε πως ένιωσα όταν το βγαλα και το είδα τυπωμένο ''Μια αγωνία, ένα άγχος, και τώρα τι κάνουμε, που πάμε, τι έχει κατόπιν, είχα αδειάσει, δε μπορούσα να ησυχάσω, έπρεπε να βρω τον επόμενο στόχο γρήγορα!’’
Γίναμε φίλοι, όποτε πήγαινα στο σπίτι του μια μυρουδιά επαρχίας που τη ξέρω καλά υπήρχε, μήλα και κυδώνια παντού στο μπαλκόνι,μια αίσθηση χώματος παντού. Όδηγός στα ΚΤΕΛ ήτανε ο πατέρας του, κάθε πρωί είχε δρομολόγιο για Ιερισσό και Ουρανούπολη, οι προσκυνητές για το Όρος τον περίμεναν αξύριστοι μες τη νύχτα με τα ραβδιά και τα κομποσκοίνια τους, καλόγεροι χασμουριόταν σταυρώνοντας το στόμα τους, τα καλοκαίρια βάζανε πεπόνια στην Επανομή για να τον στέλνουν στο πανεπιστήμιο, κάπου μες τη δεκαετία του εβδομήντα.
Πανικός γίνονταν τότε στις σχολές, ξύλο άγριο ανάμεσα στις παρατάξεις κνίτισες τρελαμένες με χακί μπουφάν, αριστεριστές άπλυτοι, δαπίτες με κουστουμάκια, ξέρεις τώρα, εγώ δε τα πρόλαβα καλά λίγο τον απόηχο τους μονάχα, οΑργύρης όταν τελείωσε από δω έφυγε για την Αμερική, είχε κάνει δυο μεταπτυχιακά οικονομικών στην Αμερική, με το που γύρισε του είχαν προτείνει μια δουλειά με τρία εκατομμύρια δραχμές το μήνα σ ένα συνεταιρισμό αγροτικό, τις καλές εποχές αυτά, τότε που όλοι κλέβανε τ άντερα τους, το διανοείσαι, τρία εκατομμύρια κι αυτός δεν δέχτηκε, προτίμησε ν αρχίσει από χαμηλά, καλά πολύ βλάκας !
Έκανε παράπονα, η γυναίκα του δεν τον στήριζε όταν έμεινε χωρίς δουλειά τώρα με την κρίση, όλο μούτρα ήτανε ''Έτσι είναι οι γυναίκες!'' έλεγε ''Άμα είχα το πορτοφόλι γεμάτο όλο γλύκες θα ήτανε!'' - ‘’Η γυναίκα ή το παιδί είναι πιο σημαντικό; ‘’ τον είχα ρωτήσει ‘’Το παιδί φυσικά! Οι γυναίκες πάνε κι έρχονται το παιδί μένει !'' Το πίστευε πραγματικά, του άρεσαν τα παιδιά, τ αγαπούσε, για το γιο του χαλούσε τον κόσμο, κι ούτε τον πείραζε η ταλαιπωρία όταν έπρεπε να το ταΐζει δέκα φορές τη μέρα σαν ήταν βρέφος, σηκώνονταν ακόμα και τη νύχτα, αυτός ήθελα αν το ταΐζει ακόμα κι όταν το μωρό κοιμόταν κι άνοιγε μηχανικά το στοματάκι του, καλά τι ιστορία κι αυτή με τα μωρά! Του άρεσε να τον βλέπει να μεγαλώνει, κάθε πρωινό τον πήγαινε σ ένα σχολείο ειδικό, τον χαιρετούσε κοιτάζοντας το λεωφορείο που τον έπαιρνε ν' απομακρύνεται. Αργότερα του άρεσε να του δείχνει τα στέκια όπου πήγαινε αυτός, ήθελε να του μάθει ένα σωρό πράγματα, από πού κι από ποιους να φυλάγεται, πως να παίζει ξύλο με τίποτα τσογλάνια, ξαναζούσε τα δικά του καλά χρόνια τότε που ήταν έφηβος...
Μπορούσα να τον καταλάβω αλλά δεν ένιωθα το ίδιο. Εμένα οι γυναίκες μου δίνανε πάντοτε έμπνευση, πάντα ήμουν της γνώμης ότι ο άντρας είναι για τη γυναίκα κι η γυναίκα για τα παιδιά. Τις αγαπούσα όλες κι αυτές που θέλανε ένα σπίτι καθαρό, ταχτοποιημένο, στρωματά μαλακά κουζίνες αστραφτερές, ένα μέρος για ν' αράζουν και να το χαίρονται! Μ' άρεσαν Κι οι άλλες που θέλανε να τρώνε το μεσημέρι σολομό ή μπακαλιαρακια, μανιτάρια αλλά κρεμ, σαλάτες χωριάτικες, όλες καλές ήτανε, θα μπορούσα να ζήσω με όλες τους αν και δεν είμαι απ αυτούς που τους αρέσει ν αράζουν, δε μπορώ να δένομαι μ ένα μέρος, δε ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο, το μόνο που θέλω είναι το παράθυρο μου να χει ανοιχτό ορίζοντα μέχρι πέρα μακριά (άμα είσαι από χωριό) αυτό μόνο, τίποτα άλλο!
Κι η τελευταία που είχα γνωρίσει κάπως έτσι ήτανε και πράγμα περίεργο είχε κρατήσει περισσότερο! Συνήθως μ άφηναν κι εξαφανίζονταν όμως όχι αυτή, ίσως γιατί ήταν από κείνες που ζητούν πάρα πολλά και δίνουν πολύ λίγα, ότι ακριβώς θέλω δηλαδή από μια γυναίκα, απλά να είναι δίπλα μου, να τη νιώθω εκεί πέρα, να δίνει χρώμα στη ζωή στα σαββατοκύριακα πιο πολύ και στις αργίες.... Α και δεν τις αντέχω όταν τεμπελιάζουν, με τρελαίνουν όταν δε κάνουν τίποτα, αρρωσταίνω όταν μένουν στάσιμες, δε τις μπορώ καθόλου, θέλω να εξελίσσονται, να προχωρούν, να δουλεύουν τον εαυτό τους σ οποιαδήποτε κατεύθυνση, δε με νοιάζει, απλά θέλω να δουλεύουν ! Αυτή λοιπόν έδειχνε να τραβά, ήθελε να πάμε εκείνο τα ταξίδι που δεν είχε κάνει ποτέ, δε μπορούσα να το χωνέψω, δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο, εγώ είχα επιβιώσει μέχρι τότε χάρη σ αυτό το ταξίδι που το κανα κάθε ενάμιση μήνα, όπως της περιέγραφα τη διαδρομή έδειχνε να ονειρεύεται και να θέλει τόσο πολύ να δει τη θάλασσα με τις πράσινες λωρίδες που την τεμαχίζουν ως πέρα μακριά....
Καθόμουν και χάζευα τις φλέβες της να τεντώνονται στο μέτωπο όταν ζορίζονταν, άλλοτε καρφωνόμουν στο πορτοκαλί πετράδι που φορούσε στο δάχτυλο της κι άστραφτε απ όλες τις μεριές! Την είχα μάθει, μπορούσα πλέον να δω το χαρακτήρα της καθαρά σα να κοίταζα ακτινογραφία, μπορούσα να διακρίνω λίγο και την απεικόνιση της στο μέλλον, πως θα εξελίσσονταν, προς τα που θα μπορούσε να πάει...
Μου άρεσε ξανά, ξέρεις πως είναι, όταν φύγει ο πρώτος ενθουσιασμός μπορείς να τη μελετήσεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να βρίσκεις ελαττώματα ένα σωρό, πρέπει να τα παραβλέψεις και να συνεχίσεις μαζί της, δε γίνεται να την αφήσεις τώρα που σου πέρασε, δεν είναι σωστό, δε της αξίζει όσο τουλάχιστον είναι εντάξει μαζί σου, κι αν είναι και λίγο ναρκισσίστρια και θέλει όλο φωτογραφίες της ν ανεβάζει σε οχτακόσιες χιλιάδες πόζες σα να μην έχει άλλη δουλειά δε βαριέσαι, όλες οι γυναίκες το χουν λίγο πολύ...
Ένα χιονάκι ψιλό άρχισε να πέφτει , υπάλληλοι του δήμου άδειαζαν κάδους με χαρτιά και σκουπίδια, ένας σκύλος έτρεχε μοναχός του, κι ένας άλλος ούρλιαζε σιγανά όπως κοιμόταν σα να έβλεπε φαντάσματα στον ύπνο του. Μια γάτα άσπρη με ουρά κομμένη από κάποιο δυστύχημα έξυνε τα νύχια της σ ένα δέντρο, δυο αστυνομικοί με μπότες μέχρι το γόνατο και γιλέκα αλεξίσφαιρα άνοιγαν το πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, ο οδηγός ενός μικρού φορτηγού με μια στραβοτιμονιά πέρασε πάνω από ένα πεζοδρόμιο, οι αστυνομικοί παράτησαν το φορτηγάκι κι άρχισαν να τον βρίζουν. Γλάροι και περιστέρια πετούσαν κοπαδιαστά γύρω από κάποιον που σκόρπιζε ψίχουλα στο δρόμο, κορίτσια με φόρμες μαλακές, παπούτσια αθλητικά, μια γριά με μορφή τοτέμ πέρασε, σε μια πολυκατοικία κισσός σκαρφάλωνε ανάμεσα σε τούβλα κόκκινα, σ ένα πάρκο μια ομάδα παιδιών κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα, τα φώτα άναβαν στα μαγαζιά, βράδιαζε,
Λίγο κρασί είχε απομείνει στα ποτήρια μας '' Ξέρεις πως γνώρισα τη γυναίκα μου...'' άρχισε ο Αργύρης που έδειχνε ήρεμος πάλι '' Μετά την Αμερική είχα πιάσει δουλειά στο κότερο ενός εφοπλιστή απ την Αίγινα, λαδώναμε τις μηχανές, μαγειρεύαμε, καθαρίζαμε το καράβι,γυαλίζαμε το ξύλινο πάτωμα του καταστρώματος, ύστερα αρχίζαμε κάναμε περιοδείες σ όλο το Αιγαίο, σταματούσαμε σε νησάκια με σχήματα αλλόκοτα, μερικά ήταν βράχια σκέτα, δε τα έβρισκες σε κανέναν χάρτη ‘’ Μα πόσες βραχονησίδες υπάρχουν στο Αιγαίο!’’ αναρωτιόμουνα! Ζευγαράκια φιλοξενούνταν όλη την ώρα στο κότερο, μια φορά ένας Σαουδάραβας είχε έρθει επίσκεψη με το πλοίο του , καλά μπροστά σ εκείνο το τέρας το δικό μας έμοιαζε με βαρκούλα! Αράζαμε κατω στη καμπίνα, ερχόταν να μας δει η γυναίκα του Σαουδάραβα , μια ελβετίδα ξανθιά κουκλάρα, ζητούσε κάνα φαγητό ελληνικό, μουσακά, αγκινάρες, καμιά σαλάτα, γνωριστήκαμε. Όταν τη παράτησε ο εφοπλιστής για κάποια βραζιλιάνα της τηλεφώνησα,μ άρεσε απ τη πρώτη στιγμή, είχα μανία να γυρίσω μαζί της όλα εκείνα τα βράχια και τις πέτρες που τις έδερνε το κύμα όλο το χρόνο, δε μπορείς να φανταστείς πως ήτανε, ήμασταν ερωτευμένοι, μοναχοί, εμείς, η θάλασσα, αμπέλια φυτεμένα σε πλαγιές στη κατεύθυνση του ανέμου, αρχαία θέατρα, τη πήγαινα στα μουσεία, αγάλματα άσπρα, πλάκες μαρμάρινες με επιγραφές, ένας αρχαιολόγος μας είχε μεταφράσει μια που ήταν ένα τάμα κάποιου που είχε αρρωστήσει απ την πολυφαγία και το πιοτό, είχε πιει κρασί αρωματικό'' ....και μέθης ευώδεος!'' έγραφε στην πλάκα, ο τύπος ήταν καλοφαγάς είχε κατεβάσει γλυκίσματα, μελόπιτες, πεπόνια, γάλα φρέσκο, ότι είχε βρει μπροστά του, όλα ήταν καταγραμμένα, το πιστεύεις, άκου τι έκανε, γελούσαμε, ήμασταν ευτυχισμένοι, το βράδυ μια λωρίδα χρυσαφένια απλώνονταν στα νερά κατά τη δύση όπως έπεφτε ο ήλιος, κάναμε έρωτα στις σπηλιές, στην άμμο, στα βράχια, εκεί πιάσαμε το παιδί μας, τον αγαπώ πολύ ρε, καταλαβαίνεις, νομίζεις δε βλέπω αυτά που κάνει, δεν είναι βλαμμένο, θα στρώσει...
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015
ΤΟ ΝΙΚΑΝΟΡΟΣ ΠΑΘΟΣ
Το Νικάνορος πάθος, οπότε ες ποτόν ώρμητο, φόβος της αυλητρίδος, ότε αρχομένης αυλείν ακούσειεν εν τω ξυμποσίω, υπό δειμάτων όχλοι, μόγις υπομένειν έφη, ότε νυξ είη, ημέρης δε ακούων, ουδέν διετρέπετο, καί ταύτα παρείπετο χρόνον συχνόν.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ '' ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ ΤΟ ΕΒΔΟΜΟΝ 86''
Πήρε ένα βάζο που βρέθηκε μπροστά του και το πέταξε με τέτοια μανία στον απέναντι στο τοίχο που το κανε κομματάκια, γύρισε κατά την άλλη μεριά και χτύπησε μ όλη τη δύναμη που είχε τον πάγκο σκορπίζοντας γύρω ένα σωρό αντικείμενα, τρομάξαμε όλοι κι εγώ πιο πολύ βέβαια που επέμενα να ρωτώ και τον είχα βγάλει απ τα ρούχα του.
Όλο σε φασαρίες έμπλεκα και να πεις ότι δε με είχε προειδοποιήσει ‘’Μη τυχόν ανοίξεις καμιά κουβέντα μ αυτόν τον παλαβό ψυχίατρο!’’ μου είχε πει δείχνοντας έναν τύπο με γυαλιά και μια φωνή λεπτή, έλεγαν ότι είχε σπουδάσει στη Γερμανία κι ήταν για χρόνια διευθυντής σε μια κλινική ψυχιατρική, όλοι οι τρελοί τον αγαπούσαν γιατί δε τους πλάκωνε στα χάπια, όταν έφυγε είχαν φέρει μια Ρωσίδα που τους άρχισε ξανά τα Λαργκακτίλ και τα Αλοπεριτίν, τους τσάκισε, τους ισοπέδωσε, όλοι έμοιαζαν με ζόμπι!
Μ' είχαν προειδοποιήσει όμως θα έσκαγα άμα δε ρωτούσα, είχα ακούσει ότι συνάντησε κάποτε εκείνον τον καλόγερο για τον οποίον λέγανε σημεία και τέρατα. Ο ψυχίατρος μου διηγήθηκε πως όταν τον βρήκε στο κελί του πρόσεξε αμέσως ότι ο μοναχός δεν έβγαζε καμιά αύρα ιδιαίτερη όπως λέγανε. Πολλοί που είχαν πάει στο κελί του αφηγούνταν ότι ο μοναχός διάβαζε όλο το παρελθόν στο πρόσωπο σου, μπορούσε να προβλέψει το μέλλον, να ησυχάσει τα στοιχεία της φύσης κι άλλα θαυμαστά, είχε μεγάλη φήμη, μπορούσες να πεις πως ήταν διάσημος, ένα είδος αυθεντίας, κόσμος έρχονταν από παντού να τον συναντήσει, κάποτε θα πηγαίναμε κι εμείς να τον δούμε όταν είχε τύχει να περάσουμε από κείνα τα μέρη με τα δάση, τα μοναστήρια και τα μονοπάτια τα πέτρινα όπου οι άσπρες και γκριζωπές κροκάλες κυλούσαν κάτω απ τα πόδια μας κι έφταναν μέχρι τη θάλασσα, θα πηγαίναμε να τον δούμε αλλά τελικά είχαμε βαρεθεί το αφήσαμε ...
Ο γιατρός όμως ήταν της γνώμης ότι ο γέροντας δεν ήξερε ένα κάρο πράγματα, ούτε φιλοσοφία, ούτε ιστορία, του είχε πετάξει κάτι για τον Αριστοτέλη και τον Καλβίνο κι ο καλόγερος φάνηκε να μην έχει ιδέα, του φαίνονταν αστρονομικά όλα αυτά κι ούτε τον ενδιέφερε να μάθει , γιατί τον σκοτίζανε, τον παρατηρούσε όλη την ώρα, κάτι δε του πήγαινε καλά, σκέφτηκε ότι ήθελε να ελέγχει κάθε φορά τον άλλον, να έχει το πάνω χέρι, ν αναδεικνύεται ο ίδιος κι η σοφία του, ίσως ένιωθε ότι περιβάλλεται από κάποια αύρα απόκοσμη κι αυτός ο επισκέπτης ο παρείσακτος του τη χαλούσε, φαίνονταν ενοχλημένος, νευρικός, άρχισε να σκαλίζει κάτι χαρτιά που είχε σ ένα τραπέζι, βγήκε στο προαύλιο, τελικά είπε απότομα στο γιατρό να φύγει γιατί ένιωθε αδιάθετος, τον ευχαρίστησε και πήγε ν αποτραβηχτεί στο ησυχαστήριο του σε μια ρεματιά…
Μου άρεσαν όσα είπε ο ψυχίατρος κι εγώ κάπως έτσι θα το βλεπα πιστεύω, όμως οι άλλοι που άκουγαν από δίπλα δυσανασχετούσαν, στριφογυρνούσαν στις καρέκλες τους, δεν έπρεπε να ρωτήσω τόσα πολλά, όλοι τον θαύμαζαν τον μοναχό, τον είχαν για κάτι ιερό, ήταν κομμάτι απ τα θεμέλια της πίστης τους, δε μπορούσαν να το δεχτούν, τα είχαν πάρει μαζί μου που είχα ανοίξει τη συζήτηση αλλά δε μπορούσα ν αντισταθώ, έπρεπε να ρωτήσω!
Πάντα πίστευα ότι δε μπορείς να βάζεις περιορισμούς και φράχτες στη σκέψη, κι ούτε μπορείς να εμποδίσεις το μυαλό ν αναρωτιέται για καθετί που υπάρχει γύρω, κάποιοι θέλουν να πιστέψουν σε θεωρίες ακλόνητες, σιδερένιες, απαραχάραχτες στο πέρασμα των αιώνων όμως τι μπορεί ν αντέξει τη φθορά του χρόνου, κάθε φορά πρέπει να τοποθετηθείς απέναντι σε κάθε πίστη, σε κάθε δόγμα, σε καθετί που έχει φτιάξει ο άνθρωπος είτε υλικό είτε αφηρημένο, τίποτα δε μένει σταθερό για πάντα.
Ξέχνα το κι αυτό το στέκι, θα σε διώξουν κι από δω!’’ είπα μέσα μου ‘’ Ότι χάρηκες χάρηκες!’’ και να σκεφτείς ότι όλοι έμοιαζαν να μ αγαπούν εκεί πέρα, αυτός που πέταξε το βάζο και γκρέμισε τον πάγκο μ εμπιστεύονταν ούτε που ξέρω γιατί, μ έβαζε να προσέχω το ταμείο, να βάζω κρασί σε κάτι ψιλομεθυσμενους, έπρεπε να είχα αράξει όμως εγώ είχα λυσσάξει να ρωτώ τον ψυχίατρο μέχρι που ο άλλος εξερράγη ‘’Μέχρι εδώ ήταν κι αυτό μεγάλε!’’ έλεγα μέσα μου.
Αυτός που είχε πετάξει το βάζο έδειχνε να έχει μετανιώσει που δε συγκράτησε το θυμό του, μου έριξε ένα βλέμμα σα να έλεγε ''Είσαι μεγάλος βλάκας!'' ο ψυχίατρος με πλησίασε ‘’Βλέπω ότι συμφωνούμε σε όλα!’’ είπε χαμηλόφωνα μη μας ακούσουν εκεί μέσα ‘’Πάμε να φύγουμε από δω !’’. Φύγαμε άρον άρον προτού μας λιντσάρουν εκεί πέρα, πάντως είχα μερικές απορίες ακόμα.
Σκεφτόμουν ότι είχα κάνει μεγάλη χαζομάρα που τον είχα προκαλέσει, έφταιγε ίσως που τελευταία δεν αισθανόμουν και πολύ καλά, μια ζαλάδα, τα γόνατα κόβονταν, το στομάχι ανακατεύονταν, το κεφάλι πονούσε, με δυσκολία ξυπνούσα τα πρωινά, σ ένα υπόγειο σκοτεινό είχα δει αγόρια και κορίτσια να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια με μαχαίρια και πιστόλια, ένας παχύς πληκτρολογούσε μανιασμένα με τα χοντρά του δάχτυλα, φοιτητές τελειωμένοι γυρνούσαν από μπαράκια και πήγαιναν για ύπνο . Στα σούπερ μάρκετ κοπέλες με κυπελλάκια του καφέ στέκονταν έξω απ τις κλειστές πόρτες, φώτα έπεφταν πάνω στους πάγκους με τα φρούτα, την αυγή τα τζάμια των γυάλινων κτηρίων αντανακλούσαν τις ακτίνες του ήλιου, στον ουρανό που είχε πάρει ένα χρώμα μαβί ένα κοπάδι μαύρα πουλιά σε σχήμα V πετούσε, στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων κοπέλες τοποθετούσαν δαχτυλίδια ρολόγια και μπρασελέ χρυσαφένια, γάτες με ουρές κολοβές περνούσαν. Στην εκκλησία μνημόσυνα για όλους αυτούς που πέθαναν στα ξένα και στα μακρινά, στα όρη, στις θάλασσες και κανένας δε δεήθηκε ποτέ για την ψυχή τους που περιφέρεται από δω κι από κει δίχως ανάπαψη. Κηροπήγια ασημένια, γλάστρες με ορχιδέες, μαργαρίτες λευκές, τριαντάφυλλα, γυναίκες όμορφες που έρχονται να τιμήσουν κάποιον πεθαμένο , ένα φάκελο κάτω απ τη μασχάλη της κρατούσε μια απ αυτές, μια χούφτα κλειδιά κρατούσε σφιχτά..
Όλο το χειμώνα δε χαλάρωσα καθόλου, ήταν καιρός πια ν αρρωστήσω, στη βιβλιοθήκη μια κοπέλα με μαύρα ρούχα είχα δει, ένα σακίδιο σε σχήμα φέρετρου κουβαλούσε στη πλάτη της, φοιτήτριες διάβαζαν ανατομία, ιστολογία, σημάδια ακμής στο πρόσωπο, κοίταζα όπως πάντα τα δάχτυλα τους να δω αν έδεναν αρμονικά με το σώμα, το στήθος τους φούσκωνε και ξεφούσκωνε, παπούτσια αθλητικά, χρωματιστά φορούσαν και φόρμες έριχναν τα μαλλιά στη μια μεριά και μπορούσες να δεις το γυμνό λαιμό τους. Τα βράδια τα φώτα έτρεμαν κυματιστά στα νερά που πλημμύριζαν τους δρόμους, ψιλόβροχο με χτυπούσε στο πρόσωπο, κάποιος κείτονταν σ ένα πεζοδρόμιο κι έμοιαζε να κοιμάται, σ ένα κομμωτήριο μια όμορφη ξανθιά με καφετί παντελόνι είχε απλώσει τα πόδια της κι έφτιαχνε πεντικιούρ, κάποιες άπλωναν τα δάχτυλα να τους να τους κολλήσουν στρασάκια στα νύχια, άλλες έφτιαχναν τα μαλλιά τους…
Στο μυαλό έρχονταν φωτογραφίες παλιές, σκισμένες, τσαλακωμένες, ξέθωρες, ο πατέρας μου μας κρατούσε έτσι ανάμεσα στα πόδια του μπροστά σ έναν τοίχο, χαμογελούσε, μπορούσες να δεις τα δόντια του που άσπριζαν στο μαυριδερό του πρόσωπο, όλοι μαυριδεροί έμοιαζαν σ εκείνες τις παλιές φωτογραφίες, στο νοσοκομείο πρέπει να είχαμε πάει να δούμε τη μάνα μου, το θυμάμαι εκείνο το μέρος, ένας διάδρομος, κάτι παρτέρια, ένας κήπος, λουλούδια, θύσανοι από ζουμπούλια γαλάζια, άνοιξη πρέπει να ήτανε...
Ο Μπόμπιρας σ εκείνο το ιδιαίτερο πρέπει να έφταιγε που ξαναγυρνούσα πίσω σ όλα αυτά, τον είχα πάρει ανάμεσα στα πόδια μου, όπως έκανε ο πατέρας μου σε μας, η μάνα του μας κοίταζε ο μπόμπιρας είχε πάρει φόρα ’’ Ξέρω τι κάνετε με τα κορίτσια που έχεις μάθημα όταν μένετε μόνοι στο δωμάτιο, τις φιλάς στο στόμα, βγάζετε τα ρούχα και μετά κάνετε έρωτα χα, χα, χα!’’ – ‘’ Ρε ξέρεις τι είναι έρωτας;’’ ‘’ Ξέρω, το έχω δει στη τηλεόραση, εγώ βλέπω και ειδήσεις με το μπαμπά μου, βλέπω και κάτι μάγκες με τατουάζ από μια χώρα στην Αφρική που χορεύουν, βλέπω και τη Φουρέιρα με το Σαμαρά!’’
Στη παραλία βουτηχτάρια έχωναν το λαιμό τους στο νερό κι εμείς περιμέναμε να δούμε κατά που θα βγουν, κάποιος είχε ψαρέψει ένα κοπάδι κεφαλόπουλα που σπαρταρούσαν σ’ ένα κουβά, ο ψυχίατρος δε μιλούσε, ήθελα να ρωτήσω κι άλλα για τον καλόγερο, όπως περνούσαμε από ένα πάρκο ένα πουλί με τραχηλιά στο χρώμα του λεμονιού είχαμε δει, εγώ έλεγα ότι είναι σουσουράδα αυτός επέμενε ότι ήταν ένα άλλο πουλί μ ένα όνομα περίεργο.
''Από τότε που χώρισα έφυγε από πάνω μου η μυρουδιά του τσιγάρου!’’ είπε ο γιατρός ‘’ Η γυναίκα μου κάπνιζε συνέχεια, πρέπει να κέρδισα μερικά χρόνια ζωής απ αυτό, την είχα συνηθίσει όμως, έπρεπε πάντα να τρέχω για να έχει ένα πακέτο εύκαιρο, ήμουν συνέχεια στα φαρμακεία, όλο αρρώσταινε, έπρεπε να της φέρνω σταγόνες για το αυτί που πονούσε, για το μάτι που έβγαζε κριθαράκια, γαρυφαλέλαιο για το δόντι, αντιβιώσεις, ότι μπορείς να φανταστείς! Ήταν ετερόφωτη, καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται κάποιον να τους δώσει κατεύθυνση, να τους σπρώξει, να τους πει τι να κάνουν, να δώσει ένα νόημα στη ζωή τους, χρειάζονται κάποιον ν ακολουθούν, την είχα μάθει, την είχα συνηθίσει ήξερα πως λειτουργούσε....
Η γυναίκα του τον είχε αφήσει με κάποιο γκόμενο όταν ήταν φρεσκοπαντρεμένοι, αυτή κι ο γκόμενος της σκοτώθηκαν τελικά σε κάποιο δυστύχημα κατρακυλώντας σε μια χαράδρα, ένα κορίτσι του είχε αφήσει που το μεγάλωσε μοναχός του, τα Χριστούγεννα είχαν ανοίξει το σπίτι του, μόνο αυτός ήταν στη πολυκατοικία εκείνο το βράδυ, μια κοπέλα κι ένας άντρας Έλληνας ήταν οι διαρρήκτες, τον είχαν βαρέσει στο κεφάλι μ ένα λοστό, ένας υμένας στο μάτι του είχε διαλυθεί, από τη μια μεριά δεν έβλεπε καθόλου, έπαιρνε Λεξοτανίλ που δεν του έκανε τίποτα, το είχε γυρίσει σε ποιο βαριά, σήκωσε το κεφάλι σε μια στιγμή και μισοκλείνοντας τα μάτια προσπάθησε να δει κάποιο αεροπλάνο που χαμήλωνε, έμοιαζε να λαχανιάζει απ το περπάτημα και τη συνεχή ομιλία.
'' Μη πάρεις ποτέ χάπια ότι και να γίνει!'' σταμάτησε να πάρει μια ανάσα ''Όταν ήμουν στη κλινική μου είχαν φέρει ένα παιδί μελαχρινό που είχε μια περίεργη πάθηση, φοβόταν ν' ακούσει ράδιο τη νύχτα, όταν άκουγε καμιά μουσική θλιβερή τον έπιανε τέτοια φοβία που δεν άντεχε! Λέγανε ότι μια πρωτοχρονιά σ ένα κανάλι δορυφορικό έπαιζε ένα τραγούδι καθώς οι πολιτείες όλου του κόσμου χαιρέτιζαν τη καινούρια χρονιά με βεγγαλικά που ανατινάζονταν πάνω απ τη γέφυρα του Σίδνεϊ, ανάμεσα στους ουρανοξύστες του Τόκιο, κατά μήκος των λεωφόρων της νέας Υόρκης δίπλα στα γεφύρια του Παρισιού! Είχε κολλήσει μ εκείνο το κομμάτι, το ψαχνε για χρόνια, δε μπορούσε να βρει ποιο ήτανε, ποιος το είχε γράψει, τι έλεγε, το ξανάκουσε σ’ ένα ασανσέρ, από κάπου έρχονταν, σ ένα ιατρείο πήγαινε , το στομάχι του πονούσε από κάτι, έπρεπε να είναι διπλωμένος στα δυο όλη την ώρα, στο διάδρομο που είχε βγει κάτι παιδιά ακούρευτα μοίραζαν διαφημιστικά, δε μπορούσε να καταλάβει από που έρχονταν! Κάποιο καλοκαίρι το είχε ακούσει να το παίζει ένα αμάξι ανοιχτό, ήθελε να τρέξει να ρωτήσει τι στο διάβολο ήταν εκείνο το πράγμα, τελικά το βρήκε με κάποιο τρόπο αλλά όποτε το άκουγε μια μελαγχολία τον έπιανε ιδίως κατά το τέλος την άνοιξης, τότε που ο καιρός αλλάζει, τότε ήταν το χειρότερο του, ήθελε να φύγει, να πηδήξει απ το παράθυρο, ένα διάστημα τον είχαμε δεμένο με ιμάντες!
Όταν έφυγα τον άρχισαν κι αυτόν στα χάπια, πήγα να τον ξαναδώ, φαίνονταν ήσυχος, ούτε ιμάντες ούτε τίποτα, ένα χαμόγελο μυστήριο απλώνονταν στο στόμα του όταν σε κοίταζε, σ ένα κινητό πάνω στο τραπέζι μια μουσική έπαιζε....
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...