Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Στην ερημιά του μεσημεριού μόνο ξεροί ήχοι ακούγονταν, κάποιο πιρούνι χτυπούσε ένα πιάτο, ένα κλιματιστικό αγκομαχούσε, η εξάτμιση ενός αυτοκίνητο που έφευγε μακριά και γύρω παντού το σπαστικό, ατέρμονο κροτάλισμα των τζιτζικιών που όσο περισσότερη ζέστη είχε τόσο πιο δυνατά φώναζαν σα να πανηγύριζαν για τον καύσωνα που πυρπολούσε τον κόσμο κι όταν για ένα δευτερόλεπτο σταματούσαν τα τζιτζίκια σα να είχαν συνεννοηθεί ένα ραδιόφωνο βούιζε μέσα από κάτι σπίτια σμπαραλιασμένα. Ποιος ζούσε άραγε σ’ εκείνα τα χαλάσματα όπου το χειμώνα ο άνεμος κοπανούσε τις διαλυμένες πόρτες πέρα δώθε, τίποτα λαθρομετανάστες σίγουρα ή γέροι ξεχασμένοι, μπορεί να έδειχνε εγκαταλειμμένη η γειτονιά ωστόσο είχε μια ομορφιά περίεργη, οι άνθρωποι κάποτε ήξεραν να φτιάχνουν σπίτια, το πιο εντυπωσιακό κτίσμα εκεί γύρω ήταν μια μονοκατοικία που έμοιαζε χτισμένη ακριβώς στην κορφή του λόφου, έδειχνε άδεια αν και βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα χαλάσματα που την περικύκλωναν, οι πόρτες και τα κάγκελα της είχαν επισκευαστεί πρόσφατα κι αν στεκόσουν στη μικρή ταράτσα της όλη η πόλη βρισκόταν στο πιάτο σου, η προβλήτα, η θάλασσα, τα βουνά πέρα μακριά, τα καράβια που αρμένιζαν, ένα πανόραμα…

Το περπάτημα ανάμεσα στα παλιά σπίτια ήταν η ρουτίνα του σε κάθε αργία, όποτε ήθελε να ξεμουδιάσει λίγο και να γυμναστεί ανέβαινε τα στενά πίσω απ το διαμέρισμα του κατά την παλιά πόλη και τα κάστρα, σταματούσε πάντα να πιει μια γουλιά νερό απ’ το μπουκαλάκι που κουβαλούσε αγναντεύοντας το λιμάνι και τις παραλίες που έμοιαζαν να εξατμίζονται μες τη ζέστη, κατέβαινε σ’ ένα είδος ρεματιάς κι ύστερα πάλι έπρεπε να σκαρφαλώσει ένα κάρο σκαλοπάτια για να βγει στην γειτονιά του. Ήταν μια διαδικασία επίπονη που όμως του άρεσε κι ας τον σακάτευε, δεν ήθελε με τίποτα ν’ αποκτήσει εκείνη την απαίσια κοιλιά που είχαν φτιάξει μερικοί φίλοι του, αυτό δεν θα το άντεχε κι έτσι συνέχιζε όσο κι αν ζορίζονταν, μάλιστα στο τελευταίο κομμάτι πριν το σπίτι του από βάδισμα το γύριζε σε τροχάδην επιταχύνοντας για καμιά διακοσαριά μέτρα. Παρά την τρομερή κούραση ένιωθε πολύ ωραία όταν επέστρεφε, άνοιγε το ψυγείο που ήταν γεμάτο από φρούτα του καλοκαιριού και χυμούς, έκανε ένα ντους παγωμένο να καθαρίσει το σώμα του απ’ τον ιδρώτα και τη σκόνη κι έπειτα προσεχτικά πλάγιαζε στον καναπέ, στο μεγάλο κρεβάτι κοιμόταν ήσυχη γυναίκα του έχοντας απλωθεί διαγώνια καθώς το συνήθιζε μόλις ένιωθε ότι είχε όλο τον χώρο στη διάθεση της…

Ελάχιστους ανθρώπους έβλεπε στην εγκαταλειμμένη γειτονιά ειδικά τα καλοκαίρια, έναν ζητιάνο που κοιμόταν στα παγκάκια κι όλο παραμιλούσε, κάποιο κορίτσι με σορτσάκι να περπατά λαχανιασμένο. Ένα μεσημέρι που δεν κυκλοφορούσε ψυχή και βαριόταν αλλά πίεζε τον εαυτό του να συνεχίσει πρόσεξε κάτι φιγούρες να σαλεύουν μέσα σ’ εκείνο το παρατημένο σπίτι με τη φοβερή θέα, ξένοι σίγουρα, μελαμψοί, δεν υπήρχε περίπτωση να το είχαν καταλάβει έτσι αυθαίρετα, δεν ήταν από κείνα τα σπίτια που τα παρατάς, σίγουρα θα το είχαν νοικιάσει με κάποιον τρόπο και το είχαν ζωντανέψει, έσκαψαν την αυλή με τα ξερά παρτέρια, έβαψαν με ασβέστη το προαύλιο, κουβάλησαν εκεί πέρα όλες τις παλιατζούρες τους, είχαν κι ένα ραδιόφωνο μεγάλο από κείνα τα παλιά που ήταν στη μόδα έναν καιρό κι έπαιζε μια μουσική αραβική. Θα πρέπει να τους είχε φανεί κελεπούρι, ποιος ξέρει που ζούσαν εκεί απ’ όπου είχαν έρθει, δε φαινόταν άγριοι πάντως, τα μικρά τους έτρεχαν στο προαύλιο γελώντας κι η ομορφιά της παλιάς γειτονιάς σα να τους ημέρευε ακόμα περισσότερο…

Στη δουλειά σκεφτόταν εκείνο το σπίτι όπου είχαν εγκατασταθεί οι ξένοι, τις καλές εποχές θα μπορούσε να το είχε αγοράσει, πως δεν το είχε προσέξει, η θέα από κει πάνω σε ξεκούραζε αν και το χειμώνα πρέπει να έκανε κρύο γιατί ήταν εκτεθειμένο εντελώς στους ανέμους. Αναρωτιόταν πως είχαν πάρει το σπίτι οι ξένοι, τους ζήλευε λίγο τους άτιμους, εκεί που είχαν διαλέξει να εγκατασταθούν πρέπει να είχε δροσιά τώρα που το καλοκαίρι βρισκόταν στο ζενίθ , σ’ εκείνη τη φάση που νιώθεις ότι ο χρόνος διαστέλλεται, ανοίγει, μεταβάλει τα πράγματα σε κάτι άλλο, σα να βρίσκεσαι σε διαφορετική διάσταση όπου όλα αποκτούν αλλιώτικη έννοια, σα να ταξιδεύεις στο διάστημα, ένα τέτοιο πράγμα. Τα απογεύματα ειδικά η ατμόσφαιρα γινόταν αποπνικτική, τα βράδια πάλι ο ύπνος ήταν βαρύς, έβλεπε όνειρα περίεργα, είχαν να κάνουν πιο πολύ με τον πατέρα του από χρόνια πεθαμένο, και με τ’ αδέλφια του που συναντούσε πολύ αραιά πια , σηκώνονταν νωρίς το πρωί μουσκεμένος στον ιδρώτα…

‘’Θα πάμε με την Β στα λασπόλουτρα το σαββατοκύριακο θέλεις να έρθεις;’’ ακούστηκε απ’ την κρεβατοκάμαρα η φωνή της γυναίκας του ‘’ Μπα όχι, άσε καλύτερα, τα σιχαίνομαι!’’ απάντησε. Δεν είχε καμιά όρεξη να βουτήξει στις λάσπες, που τις είχαν σκεφτεί, όλο κάτι τέτοιες διακοπές κανόνιζε αυτή η Β, κάτι επισκέψεις σε πηγές ιαματικές υποτίθεται, κάτι περιοδείες σε κατσικοχώρια και μέρη όπου δε πήγαινε κανένας, που τα έβρισκε ρε φίλε ! Προτιμούσε να μείνει στη πόλη και κανόνισε να πάνε σε μια ταβέρνα με τους φίλους του, το ξημέρωμα του Σαββάτου, μόλις είχε χαράξει, χαιρέτησε τη γυναίκα του και τη φίλη της, κοιμήθηκε κάνα δυο ώρες κι έπειτα σκέφτηκε ότι ένα περπάτημα στις ανηφόρες και στα στενά κοντά στα τείχη της παλιάς πόλης θα ήταν ότι έπρεπε, θα του άνοιγε και την όρεξη για το μεσημέρι. Ξεκίνησε με διάθεση ασυνήθιστη ίσως επειδή είχε μείνει μόνος επιτέλους, ένιωθε ενθουσιασμένος ξαφνικά όπως τότε που είχε ανέβει με μια παρέα στον Όλυμπο και το είχε ευχαριστηθεί, αισθανόταν μια φρεσκάδα και μια έξαψη σα να έκανε τη διαδρομή πρώτη φορά, περνώντας δίπλα από μια συκιά τεράστια -φυτρωμένη μέσα σ’ ένα πύργο γκρεμισμένο, έφτασε σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος γινόταν κατηφορικός ακολουθώντας την παλιά λεκάνη απορροής τον υδάτων .

Εκεί, κάτω από ένα πανύψηλο κυπαρίσσι βαθυπράσινο, υπήρχε μια γαλάζια κυψέλη, άκου να δεις τώρα ρε φίλε , κάποιος είχε βάλει εκεί τις μέλισσες του μέσα στους θάμνους μιας μικρής αλάνας, την είχε δει κι άλλες φορές την κυψέλη , ποιος θα τολμούσε να την πειράξει, όλοι φοβόταν μη τους επιτεθεί κανένα σμήνος λυσσασμένο απ το πουθενά και τους σαπίσει στο τσίμπημα! Μετά την καμπύλη της απορροής ο δρόμος γινόταν απότομα ανηφορικός, ανέβαινε σχεδόν κάθετα για να καταλήξει ψηλά στην κορυφή στο σπίτι με τη φοβερή θέα. Ήταν το πιο δύσκολο σημείο της διαδρομής, σου έβγαζε τη ψυχή αν δεν ήσουν προπονημένος, προτού την ανάβαση ήθελε να πάρει μια ανάσα, έβγαλε το μπουκαλάκι με το νερό απ τη ζώνη του κι όπως το σήκωσε να πιει μια γουλιά πετάχτηκε ακούγοντας έναν ήχο σαν κάτι να σέρνονταν ανάμεσα στα χόρτα και τους θάμνους της αλάνας.

Τι στο διάβολο ήταν εκείνο το πράγμα που κουνιόταν μέσα τα χόρτα και τα φύλλα, φίδι δεν ήτανε γιατί έκανε πολλή φασαρία σαν κάτι πιο μεγαλόσωμο κι άλλωστε δεν είχε ξαναδεί φίδι στην πόλη, κανένας σκύλος σίγουρα ή καμιά γάτα απ' αυτές που κατέκλυζαν την εγκαταλειμμένη γειτονιά και μπαινόβγαιναν όλη την ώρα στους κάδους σα φαντάσματα. Ασυναίσθητα πήρε στάση αμυντική σα να περίμενε να ορμήσει πάνω του κάποιος σκύλαρος δείχνοντας τα καταραμένα δόντια του, ένα αυλάκι ιδρώτα κύλησε στο μάγουλο του, αντί για κάποιο ζώο όμως μέσα απ’ τους θάμνους βγήκε σπρώχνοντας τα κλαδιά με τα χεράκια του ένα παιδί μικρούτσικο, τριών τεσσάρων χρονών, κάπως στρουμπουλό με σγουρά μαλλιά. ''Έλα Χριστέ και κύριε!'' ψιθύρισε, τι ήταν αυτό, περίμενε ότι κάποιος θα ακολουθούσε , η μάνα του, ο πατέρας, τ’ αδέλφια του όμως κανείς δεν υπήρχε εκεί στην ερημιά, μόνο τα αόρατα τζιτζίκια που έτριζαν τους αδένες τους με μανία καθώς η θερμοκρασία ανέβαινε .

Το μικρό έδειχνε να μη φοβάται και τον πλησίασε τείνοντας το χέρι, έπιασε την παλάμη του κι αισθάνθηκε ότι τον τραβούσε σα να ήθελε να του δείξει κάτι , κανονικά θα έπρεπε να προσέχει όμως ''Τι μπορεί να σου κάνει ένα παιδί ;'' σκέφτηκε κι αποφάσισε να το ακολουθήσει. Το παιδί με τα παχιά μπράτσα προχώρησε στην ανηφόρα κουνώντας τα ροδαλά ποδαράκια του, έστριψε σε μια γωνιά κι από ένα σοκάκι που δεν ήξερε ότι υπήρχε, τον πήγε σ' ένα διάδρομο σα μονοπάτι χωμάτινο με βράχους σχιστόλιθου στο πλάι του, καλυμμένο από φυλλώματα, ήταν παράξενο που μέσα στην πόλη και στα τσιμέντα έβρισκες ένα τέτοιο μέρος όμως οι βροχές που έπεφταν όλο το καλοκαίρι είχαν μεγαλώσει τα δέντρα κι αυτά σκέπαζαν εντελώς το διάδρομο που σχηματίζονταν. Έσκυψε το κεφάλι γατί τα κλαδιά κατέβαιναν μέχρι χαμηλά και βάδισε μαζί με το παιδάκι που παραπατούσε μερικές φορές πάνω από χαλίκια, άμμο, κομμάτια βράχου, χώμα και τούβλα σπασμένα, την προηγούμενη μέρα ένας κατακλυσμός πραγματικός τα είχε γεμίσει σκορπίσει παντού.

Στην έξοδο του μονοπατιού βρισκόταν το σπίτι με την πανοραμική θέα, από κείνο το δρομάκι γλύτωνες όλη την κάθετη ανηφόρα, το μικρό τράβηξε προς το σπίτι κι αυτός πίσω του, ανέβηκαν δυο σκαλιά, διέσχισαν την αυλή όπου δεν υπήρχε ψυχή, είχε αρχίσει να φοβάται, ακόμα λίγο και θα έφευγε τρέχοντας αλλά το παιδί του έκανε ένα νεύμα σα να του έλεγε ‘’Εδώ είμαστε! ΄΄, τον έμπασε στο ισόγειο, αυτό όμως δεν ήταν δωμάτιο κανονικό, ήταν το εσωτερικό εκκλησίας με θόλους ψηλούς χωμένους στους τοίχους όπως σε κάτι μοναστήρια παλιά, έμεινε ακίνητος εκεί να χαζεύει το χώρο, αναρωτιόταν γιατί την είχαν κρύψει έτσι την εκκλησία, ποιος ο λόγος, τι έκαναν εκεί πέρα ; Όπως και να είχε το μέρος ήταν θαυμάσιο, το πιο εντυπωσιακό εκεί μέσα πάντως ήταν μια ζωγραφιά τεράστια στον τοίχο που έδειχνε κάποιον καβαλάρη πάνοπλο δίπλα σ ένα ένα κυπαρίσσι ακριβώς σαν αυτό με την κυψέλη που είχε δει πρωτύτερα μόνο που μπροστά σ’ αυτό εδώ μια πηγή νερού ανάβλυζε κι έτρεχε ανάμεσα στα χαλίκια.

Αφηρημένος όπως ήτανε ανατρίχιασε ολόκληρος στον θόρυβο βημάτων σαν κάποιος με τσόκαρα να περπατούσε πάνω στο πάτωμα, αναρωτιόταν αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή κάποιο όνειρο, και θυμήθηκε το παιδί που τον είχε φέρει εκεί πέρα , που είχε εξαφανιστεί, έψαχνε να βρει από που ερχόταν εκείνο το σούρσιμο των βημάτων όταν πίσω του αντήχησαν πέταλα αλόγου πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο, τάκα -τακ, τάκα τακ, γύρισε στην εικόνα και είδε ότι είχε αδειάσει εντελώς, ο καβαλάρης έλειπε, μονάχα το φόντο είχε μείνει με το κυπαρίσσι και την κυψέλη και την πηγή με τα χαλίκια, μια σκιά πίσω απ’ τις κολώνες σα να κινήθηκε απότομα όμως ο καλπασμός σταμάτησε κι επικράτησε σιωπή απόλυτη. Έγειρε το σώμα σ’ ένα πάγκο και χωρίς να το θέλει έριξε κάτω όλα τα χαρτιά που είχαν φέρει εκεί πέρα οι γυναίκες μαζί με τα απρόσφορα, έσκυψε να μαζέψει τα χαρτάκια που είχαν σκορπίσει στο μάρμαρο και το μάτι του έπεσε σε κάτι λόγια γραμμένα σ’ ένα απ αυτά, στο χαρτί έγραφε :

Δίπλα στο κυπαρίσσι του νερού,
όταν οι αχτίνες του ήλιου περνούν
μέσα απ’ τα νερά της βροχής,
κοντά στα χαλίκια της ακτής,
εκεί θα με βρεις !

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΝΟΣ

Δεν έμαθα ποτέ να κολυμπώ όσο κι αν προσπάθησα, ο πατέρας μου πάλι ένιωθε νερό σαν ψάρι με το που έμπαινε στο νερό, όποτε πηγαίναμε σ’ εκείνο το χωράφι δίπλα στο ποτάμι όπου είχε φυτέψει κολοκύθια, άκου τι σκέφτηκε ο άνθρωπος, για το μόνο που δε μπορούσες να τον κατηγορήσεις ήταν έλλειψη φαντασίας, που τα είχε βρει  τα κολοκύθια, τη στιγμή που όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι έβαζαν καλαμπόκι ή στάρι ή μπαμπάκι αυτός έβαζε κολοκύθια, κάτι μεγάλα με ωραίο, κίτρινο χρώμα, ίσως του άρεσαν οι κολοκυθόπιτες αν και δε θυμάμαι ποτέ τη μάνα μου να φτιάχνει τέτοιου είδους πίττες. Πηγαίναμε λοιπόν εκεί πέρα σ’ εκείνο το χωράφι κι αμέσως ο πατέρας μου έβγαζε τα ρούχα του, βουτούσε αργά στο παγωμένο νερό και περνούσε απέναντι στο άλλο κτήμα που είχαμε κολυμπώντας με μεγάλες χεριές, έριχνε μια ματιά μήπως είχε γεμίσει χορτάρια, κι ύστερα επέστρεφε χωρίς να χρειαστεί να κάνει την μεγάλη διαδρομή μέχρι τη γέφυρα που ήταν χιλιόμετρα μακριά. Το ποτάμι  ήταν αρκετά βαθύ κι έπρεπε να ξέρεις καλό μπάνιο, ούτε θυμάμαι  που έμαθε να κολυμπά ο μπαμπάς μου αλλά κι ο αδελφός μου , κι εκείνος κολυμπούσε καλά, μια φορά που σκάβαμε σ’ ένα άλλο χωράφι πλάι σ’ ένα κανάλι αρδευτικό- η ζέστη ήταν ανυπόφορη και τα πουλιά στις καλαμιές χαλούσαν τον κόσμο τσιρίζοντας σα διάβολοι-  δεν άντεξε, βούτηξε στα παγωμένα νερά του καναλιού βγάζοντας φωνές, ‘’Πω ρε φίλε, αυτό είναι μπούζι!’’ δοκίμασε μερικές απλωτές επιπλέοντας στο ρέμα κι έπειτα βγήκε δροσισμένος με τις σταγόνες να τρέχουν πάνω του...
 

Προσπάθησα πολλές φορές  να μάθω κολύμπι, όποτε περνούσα πάνω από γεφύρια  μου περνούσε η σκέψη ότι αν έπεφτα εκεί μέσα την είχα βαμμένη, όποτε πάλι ταξίδευα με καράβι σκεφτόμουν ‘’ Τι κάνεις φίλε άμα αυτό το πράγμα βουλιάξει, πως βγαίνεις στη στεριά απέναντι ;’’ Και να πεις ότι δεν αγαπούσα το υγρό στοιχείο, τρελαινόμουν πάντα για δουλειές που είχαν σχέση με το νερό μες το καλοκαίρι, ποτίσματα, καθαρίσματα στο μπαλκόνια, πλυσίματα στο νεροχύτη ! Τη θάλασσα όμως δε τη μπορώ, η αρμύρα μου σπάει τα νεύρα  ρε φίλε σαν μπαίνει στη μύτη και στο στόμα, ‘’Έλα μέσα !’’ μου φώναζε η γυναίκα μου που ήταν από ώρα στα βαθιά με τη φίλη της την ψυχολόγο , μπορούσες να δεις τα κεφάλια τους που επέπλεαν,  εγώ όμως  δεν είχα καμιά διάθεση,  είχα μείνει στην ακτή παρακολουθώντας ένα κοπάδι από μικρά ψαράκια με ράχες γυαλιστερές που έτρεχαν να βγουν από ένα λάκκο βιαστικά σα να τα κυνηγούσαν, ‘’Αυτά τα κύματα με ζαλίζουν όπως πηγαινοέρχονται όλη την ώρα, δε μπορώ, πονά το κεφάλι μου !΄’, άκουσα να λέει η γυναίκα που μας είχε στην παρέα μας  η ψυχολόγος , μια μελαχρινή με μεγάλα μάτια,  έριξε μετά ένα ψιλό φόρεμα πάνω της κι έφυγε κατά το χωριό που βρισκόταν πίσω μας…
 

Κανονικά ο βόμβος των κυμάτων ο φλοίσβος κι ο αέναος παφλασμός σε ηρεμούν , έτσι είναι το λογικό , έτσι συμβαίνει σ’ όλο τον κόσμο αλλά αυτή η γυναίκα είχε ένα θεματάκι, μου το είχε πει η ψυχολόγος που την κουράριζε και μας είχε φέρει στο παραλιακό χωριό γιατί ήθελε να τη γνωρίσει καλύτερα. Είχε ιστορικό η κοπέλα, σε κάποια συνεδρία εκεί που καθόταν ευγενική έγειρε το κεφάλι κι όταν το σήκωσε είπε απότομα ‘’Τι θέλεις από μένα κυρά μου; ‘’ με μια φωνή αλλιώτικη, την είχε τρομάξει, δεν ήξερε τι να κάνει , σταμάτησε όπως -όπως εκείνη τη συνάντηση και της είπε ότι θα ξαναβρίσκονταν άλλη φορά, Ήξερε απ’ τα βιβλία ότι μερικά άτομα έχουν διχασμένη προσωπικότητα αλλά δεν γνώριζε πώς να το χειριστεί, φοβήθηκε, ήθελε να την παρατήσει, από την άλλη την έτρωγε η περιέργεια. Μελετούσε μερικά χρόνια την περίπτωση και είχε προσέξει ότι η γυναίκα εμφάνιζε πιο έντονα συμπτώματα το καλοκαίρι,  τον Ιούλιο κάτω από τον Αστερισμό του Κυνός  που κατακαίει τα πάντα στο διάβα του όπως  είχαν εξακριβώσει και οι αρχαίοι. Στη διάρκεια αυτών των ημερών  από κάποιαν αιτία ασήμαντη είχε δει την  κοπέλα ν’ αλλάζει χαρακτήρα και να γίνεται μια άλλη σα να έβγαινε από μέσα της ένας τύπος άγνωστος που κρύβονταν, ήταν λίγο τρομαχτικό αν και το συνήθιζες με τον καιρό, έμοιαζε σα να είχε δυο ανθρώπους μέσα της, μια φορά της είχε πει ότι όλα είχαν ξεκινήσει από τότε που ήταν παιδί και η μάνα της την είχε βάλει να πιάσει το χέρι της γιαγιάς της η οποία είχε πεθάνει για να την αποχαιρετήσει. Δεν ήθελε με τίποτα όμως η μάνα της επέμενε, την πίεζε, καλά μερικοί άνθρωποι είναι εντελώς ηλίθιοι, από τότε είχε αποκτήσει το πρόβλημα, σε μια ακρόαση την άκουσε να παραμιλά λέγοντας ‘’Όχι αυτό μαμά, όχι αυτό, είναι παγωμένο !’’
 


Όταν σκέφτεσαι ότι ένας άνθρωπος που φαίνεται φυσιολογικός κρύβει τέτοια μυστικά σούρχεται να τσιρίξεις, όπως και να είχε εγώ δε χρωστούσα τίποτα που μας την είχε κουβαλήσει εκεί πέρα την παλαβή, ευτυχώς δεν είχε καθίσει πολλή ώρα μαζί μας. Ξάπλωσα κάτω απ τα δέντρα, ένα αεράκι φυσούσε απ’ την απέναντι ακτή αναταράσσοντας την επιφάνεια της θάλασσας που συνέχιζε την αέναη κίνηση της , αυτό εμένα δε με πείραζε διόλου, οι φυλλωσιές έριχναν τη σκιά τους και μπορούσες να χαλαρώσεις, το κεφάλι μου ήταν βαρύ, ένα σωρό πράγματα το ζάλιζαν, αποκοιμήθηκα. Μες τη ζαλάδα μου άκουσα την ψυχολόγο να λέει ‘’Είναι υπερκινητικός, έτσι εξηγείται!’’ - ‘’– ‘’ Τώρα έχει σπάσει το ρεκόρ του!’’ ακούστηκε η γυναίκα μου ‘’Κανονικά δεν ησυχάζει, δεν μπορεί να καθίσει σ’ ένα σημείο. Σπάνια θα τον δεις έτσι, απορώ πως κοιμήθηκε, στο σπίτι δε σταματά να πηγαινοέρχεται και να με ζαλίζει μέχρι που τον στέλνω στη κρεβατοκάμαρα, κλείνω τη πόρτα και ησυχάζω!’’
 

Έβαλαν αντηλιακό που είχε τη μυρουδιά πράσινου τσαγιού κι ύστερα απλώθηκαν στις ξαπλώστρες τους, αυτές είχαν  τη ρουτίνα τους αλλά εγώ βαριόμουν, κανονικά δεν έπρεπε να ήμουν εκεί πέρα, το μόνο που ήθελα ήταν να βγω έξω απ την πόλη, να δω ανοιχτωσιά, κάμπους, χωράφια και χωριά. Η θάλασσα είναι το στοιχείο το της γυναίκας μου, αυτή κολυμπά σα δελφίνι φεύγοντας στα βαθιά και κάνοντας διαδρομές ατελείωτες μέχρι που το δέρμα της αρχίζει να μαζεύει, εγώ κάθομαι στη παραλία και την παρακολουθώ λες και είμαι ναυαγοσώστης, καλά για το τρελοκομείο της ηλιοθεραπείες ας μη μιλήσουμε, αυτό ποτέ δε μπόρεσα να το καταλάβω, να ψήνεσαι στην άμμο σα χταπόδι στη σχάρα πασαλείβοντας με κρέμες το ταλαίπωρο το σώμα σου, ε όχι ρε φίλε !
 

Ο ήλιος χτυπούσε δυνατά , μπαίναμε στα κυνικά καύματα τότε που ο Ήλιος  ρίχνει τα πυρωμένα βέλη του στη γη και μόνο οι σκυλιά  γυρνούν στους δρόμους.  Ένα στερεοφωνικό αντιλαλούσε στις λαγκαδιές, χάιδεψα με τ’ ακροδάχτυλα την πλάτη της γυναίκας μου ψηλά κοντά στους ώμους , μόνο αυτό την χαλάρωνε, κι έπειτα αποφάσισα να πάω μια βόλτα στο χωριό που ήταν χτισμένο στην πλαγιά πίσω απ’ την ακτή. Έκοψα δρόμο περνώντας από ένα παρκάκι, το γρασίδι που είχαν φυτέψει ηρεμούσε το μάτι κι ήταν ωραίο να περπατάς πάνω του, σε μια ταβέρνα τουρίστες έτρωγαν σαλάτες και καλαμάρια , αμάξια μ΄ ανοιχτά παράθυρα ερχόταν απ όλες τις μεριές κουβαλώντας κόσμο για τη θάλασσα, σε κάτι στενά που μπήκα καρακάξες με φτερούγες ασπρόμαυρες πετούσαν και χάνονταν μέσα στα φυλλώματα μιας συκιάς και σε κάθε γωνιά πετάγονταν γάτες μικρές και μεγάλες, πόσες ήτανε ρε φίλε!
 

Τα στενά σ’ έβγαζαν σ’ ένα δρομάκι ανηφορικό και σ’ ένα χαμηλό σπιτάκι που βρισκόταν κάτω απ το δρόμο είδα κάτι ασυνήθιστο, έναν γενειοφόρο σα καλόγερο να σκύβει πάνω απ’ το φέρετρο μιας γριάς με άσπρα μαλλιά. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο έβλεπα ανθρώπους να πηγαινοέρχονται στο καμαράκι όπου βρισκόταν η κάσα μιλώντας σιγανά σα να μην ήθελαν να ξυπνήσουν τη γριά . Ο αέρας που φυσούσε κυμάτιζε ένα κουρτινάκι άσπρο, κεντημένο,κι όπως το ανασήκωνε κάθε λίγο μπορούσα να δω σε μια γωνιά κοντά στο φέρετρο την γυναίκα που άλλαζε χαρακτήρα, καθόταν εκεί πέρα, χαμογελώντας και κουβεντιάζοντας μ’ έναν νεαρό, με αντιλήφθηκε και μούκανε νόημα να πλησιάσω.  Κατέβηκα μερικά σκαλοπάτι και μπήκα στο καμαράκι κάνοντας το σταυρό μου, ‘’Αυτή είναι η μάνα μου...’’ είπε χαμηλόφωνα ‘’...χτες το βράδυ πέθανε γι αυτό πονούσε τα κεφάλι μου και δεν άντεχα τη θάλασσα!’’. Από ένα καμαράκι που έβγαζε σε μια αυλή, στην πίσω μεριά, ένας γέρος βγήκε, έριξε στον δίσκο που είχαν βάλει ένα νόμισμα και πήρε κερί, κείνη τη στιγμή ο ρασοφόρος σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου, νόμιζα ότι θα μου έλεγε ‘’Τι θες εδώ πέρα εσύ!’’ όμως αυτός πήγε πάνω απ’ την πεθαμένη γριά κι άρχισε ένα ψιθυρίζει κάτι ευχές ‘’Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων…’’
 

Η τελετή τελείωνε κι ετοιμάζονταν να την πάρουν για τα μνήματα, δυο γεροδεμένοι έσκυβαν ήδη δοκιμάζοντας το βάρος που θα σήκωναν, έξω στο δρόμο τα τζιτζίκια χαλούσαν το κόσμο σα να είχαν μαζευτεί εκατομμύρια από δαύτα και ξεφώνιζαν τρελαμένα, ένας ανεμιστήρας που στριφογύριζε από πάνω μας δεν έβγαζε καμιά δροσιά μόνο γύριζε τους έλικες του απειλητικά,   τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να φύγω η γυναίκα-  δόκτωρ Τζέκυλ με τα τεράστια  μάτια   έκανε μια κίνηση κι έπιασε το χέρι της γριάς σα να την αποχαιρετούσε, κείνη τη στιγμή το χλωμό πρόσωπο της πεθαμένης σα να άλλαξε και να πήρε χρώμα ζωντανεύοντας, το κεφάλι της μετακινήθηκε ελαφρά και το στόμα της πήρε ένα σχήμα που δεν είχε πρωτύτερα, καλά  αυτό ήταν πολύ κουφό,  κόντεψα να τιναχτώ μέχρι το ταβάνι που δεν ήταν και πολύ ψηλά ενώ  από δίπλα μου ο παπάς ούρλιαξε ‘’Το είδατε αυτό, το είδατε, ! ’’ Για κάποιον λόγο   ίσως επειδή βρέθηκα μπροστά του, στράφηκε σε μένα σα να έφταιγα εγώ ’’ Το είδες,  πες την αλήθεια,  το είδες αυτό, όχι   πες την αλήθεια ! ‘’



Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΚΑΤΑΛΑΥΝΙΚΑ ΠΕΔΙΑ

Ένα κορίτσι έπεσε απ’  το μπαλκόνι, έτσι ακούστηκε, απ’ το γειτονικό φαρμακείο που εφημέρευε μια γυναίκα βγήκε να δει τι συμβαίνει,  αυτή αντίκρισε πρώτη το πεσμένο σώμα και κάλεσε ασθενοφόρο,  δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει, φώτα άναψαν, αν και ήταν προχωρημένη η νύχτα  κόσμος μαζεύτηκε και μετά  από λίγο ήρθε το ασθενοφόρο με τους τραυματιοφορείς που έμεινε εκεί πέρα για ώρα πολύ, ένας γέρος  με άσπρη φανελίτσα έφευγε  απ’ το σημείο πού έπεσε το κορίτσι  κουνώντας  το κεφάλι του ‘’Η κόρη της Ε είναι’’ είπε σε κάποιον  ‘’Αναπνέει ακόμα ’’ κι έκανε μια κίνηση με την παλάμη του σα να έλεγε  ‘’Τη βγάζει δε τη βγάζει’’,  ύστερα  μπήκε σε μια πολυκατοικία και χάθηκε.

Έβγαζε τα μαγιό των παιδιών απ’  τη ντουλάπα   όταν άκουσε την  διαπεραστική τσιρίδα κι έναν  γδούπο  πολύ δυνατό, πετάχτηκε κατατρομαγμένη, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιος από κείνους τους αλήτες  που έκαναν  φασαρίες και φώναζαν τα βράδια προκαλώντας τους περαστικούς,  όταν άκουσε απ’  το μπαλκόνι  το γέρο με τη φανελίτσα  την έπιασε μια ταραχή βαθιά, το ήξερε καλά το κορίτσι και τη μάνα του,   έτρεμε, ο θώρακας της ανεβοκατέβαινε ασταμάτητα προκαλώντας έναν  βήχα  σπαστικό  όπως τότε που είχε κρυολογήσει άσχημα  και για νύχτες δε κοιμόταν, κάθε λίγο  έβγαινε  στη βεράντα να δει τι γινόταν,  ένα αγόρι κάπου δεκαπέντε χρονών  πηγαινοέρχονταν όλη την ώρα  μιλώντας  στο κινητό κι έκλαιγε ασταμάτητα με λυγμούς, σίγουρα  είχε δει τη σκηνή και σοκαρίστηκε, ενώ  το  ασθενοφόρο που είχε έρθει πολύ γρήγορα,  δεν έλεγε να φύγει από κει πέρα δίνοντας ένα σήμα ότι υπήρχε κάποια ελπίδα,  στέκονταν  με τα φώτα αναμμένα εκεί αμετακίνητο ενώ  δυο  τραυματιοφορείς  περιφέρονταν ανήσυχοι κι  ο ασύρματος ακουγόταν όλη την ώρα ν’ ανοιγοκλείνει αφήνοντας στον αέρα ήχους ακατάληπτους. 

Στο διαμέρισμα του κοριτσιού που βρισκόταν ακριβώς απέναντι,   τα φώτα ήταν αναμμένα, επικρατούσε αναστάτωση,  άνθρωποι έμπαιναν κι έβγαιναν στο μπαλκόνι και κοίταζαν κάτω σαν να υπολόγιζαν το ύψος και τη σφοδρότητα της πτώσης , κατά καιρούς ακουγόταν αναστεναγμοί πολύ δυνατοί και λόγια θρηνητικά, βγήκε στην άλλη βεράντα,  στην πίσω μεριά κι άναψε τσιγάρο, θυμήθηκε ξαφνικά ότι πριν λίγες μέρες  το είχε δει το κορίτσι  στο φούρνο που πήγε να πάρει ψωμί κι εκείνο της μίλησε  πολύ θερμά,  της είχε  κάνει εντύπωση,  στο τέλος την είχε φιλήσει κιόλας μ’ έναν τρόπο σαν να έφευγε ταξίδι κι  ήθελε να την  αποχαιρετήσει, κάπου  είχε διαβάσει ότι οι αυτόχειρες  το συνηθίζουν αυτό, το έχουν προετοιμάσει,  είναι μια προειδοποίηση. Στο σκοτάδι άκουσε κουβέντες, ήταν δυο γυναίκες από δίπλα  που ακουγόταν καθαρά, η μια ήταν η φαρμακοποιός που είχε βρει πρώτη το κορίτσι πεσμένο στην πρασιά, στον ακάλυπτο,  αυτή ήξερε πολλά εξαιτίας της δουλειάς της, έλεγε ότι το κορίτσι είχε μόλις γυρίσει από ένα ταξίδι στη Γαλλία,  είχανε πάει να  να δουν  τις  πόλεις  της  σαμπάνιας κι  εκείνη την πεδιάδα κάπου στο βορρά  όπου είχε γίνει μια μάχη περίφημη με τις ορδές και τα άλογα του Αττίλα που ερχόταν σαν διάβολος από  την Ασία . Είχε τόση ομίχλη εκεί πάνω που δε μπορούσες να δεις γύρω σου,  το κορίτσι είχε μελαγχολήσει γυρνώντας από κείνο το ταξίδι,  έτσι έλεγε η φαρμακοποιός που τα είχε ακούσει από κάπου, ήταν κλειστός άνθρωπος έλεγε   κι αυτοί που δε μιλούν πολύ είναι οι πιο επικίνδυνοι, δεν αντιδρούν,  δεν ξεσπούν,  τα μαζεύουν μέσα τους, μελαγχολούν  και κάποια στιγμή δε  μπορούν, δεν αντέχουν...

Ακούγονταν καθαρά οι δυο γυναίκες που κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα στην ησυχία της νύχτας,  κάποια  πράγματα  εξηγούνταν όμως κανείς δεν ήξερε πιο πολλές λεπτομέρειες κι άλλωστε τι σημασία  είχε  πια.  Σκέφτηκε τις τύψεις και τις ενοχές των γονιών, τι λάθος έκαναν,  τι διαφορετικό έπρεπε να πράξουν, πως θα το άντεχαν. σήμερα όλα είναι τόσο μπερδεμένα, τόσο περίπλοκα,  δεν ξέρεις  τι θέλουν τα παιδιά, τι πρέπει να τους πεις,  δε μπορείς και να τ’ αγριέψεις,  δε σηκώνουν και πολλά,  θα κλωτσήσουν. Κι έπειτα, άμα δουλεύεις όλη μέρα και τρέχεις σαν παλαβός  που να προλάβεις να δεις τι σου γίνεται και τι έχουν μες το μυαλό τους , εσύ θες να τους δώσεις ό,τι καλύτερο, σακατεύεσαι να προλάβεις τα πάντα  κι όμως το αποτέλεσμα δεν είναι πάλι αυτό που περίμενες, δε βρίσκεις άκρη. Ευτυχώς τα δικά της παιδιά ήταν εξωστρεφή  αν κι αυτό  μη νομίζεις ότι είναι καλύτερο, ο μεγάλος τα έβαζε συνέχεια μαζί της,  της έκανε επιθέσεις,  την έλεγε γριά,  άσχημη, κάνα  δυο φορές είχε ορμήσει να δείρει τον πατέρα του,  η κατάσταση μαζί του ήταν μια τρέλα,   περνούσε μια εφηβεία άστα να πάνε,  πλακώνονταν στο ξύλο με όλους κι οι καθηγητές του ήταν έτοιμοι να τον σουτάρουν,  το τι είχε τραβήξει δε λέγονταν όμως όσο περνούσε ο καιρός έδειχνε να ηρεμεί.

Φοβόταν να βγει στη βεράντα μήπως δει κατά λάθος  το κορίτσι στραπατσαρισμένο, παραμορφωμένο, αυτό δεν θα το άντεχε, δεν μπορούσε να ησυχάσει, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, εκείνη την ώρα συνήθως, όταν όλα τα φώτα στα διαμερίσματα έσβηναν, είχε την καλύτερη της στιγμή, η νύχτα ήταν το στοιχείο της,  το χειμώνα φορούσε ένα  χοντρό μπουφάν κι αν φυσούσε σήκωνε  την κουκούλα,  δεν ήθελε να καπνιστεί το σπίτι και να βρωμάει, πολλές φορές έπαιρνε τις φίλες της που ήξερε ότι δεν κοιμόταν κι αυτές  και μιλούσαν ώρα πολύ, μόλις ένιωθε ότι τουρτουρίζει  έσβηνε βιαστικά τη γόπα στο τασάκι κι έτρεχε να μπει μέσα προτού γίνει παγάκι.

Ο χειμώνας ήταν η εποχή της, ο χειμώνας και το φθινόπωρο, τα  καλοκαίρια πάντα τα φοβόταν, ήξερε από παλιά ότι  είναι τα πιο επικίνδυνα, η ζέστη ερεθίζει τους ανθρώπους,  τους  κάνει πιο νευρικούς, όλοι είναι στη τσίτα έτοιμοι για καυγά, τα πνεύματα εξάπτονται,  η μέρα είναι ατελείωτη,  δε λέει να βραδιάσει να ησυχάσεις, οι νύχτες  αγχωτικές,  ιδρώτας,  σώματα γεμάτα σημάδια και γραμμούλες απ’  τα σκεπάσματα,  βουητό ατελείωτο απ’  τα κλιματιστικά που γουργουρίζουν, ψυγεία,  παγωτά, επιδόρπια παγωμένα, μπύρες και πιοτά κρύα.  Άνθρωποι φεύγουν για παραλίες και ταξίδια μακρινά και συ μένεις μόνος στην πόλη να βολοδέρνεις,  όλα τα εσώψυχα βγαίνουν στην επιφάνεια, οι πιο αδύναμοι,  οι πιο ευαίσθητοι δεν αντέχουν τέτοια πίεση,  σίγουρα  είναι μια εποχή περίεργη. Πολλοί πάλι ηλικιωμένοι, φοιτητές κι άλλοι που  δε δουλεύουν,  κάθονται όλη μέρα και κλωθογυρίζουν ένα σωρό σκέψεις, αυτό δεν είναι ότι καλύτερο, είναι προτιμότερο να έχεις κάτι να σπας το κεφάλι σου, να διώχνεις  όλη σου την ενέργεια, να εκτονώνεσαι παρά να τρέχεις κυνηγώντας την ουρά σου, σκαλίζοντας  το μυαλό σου όλη την ώρα για  προβλήματα υπαρκτά κι ανύπαρκτα.  Α, σίγουρα το καλοκαίρι χρειάζεται προσοχή, εκείνη τη χρονιά  βέβαια πήγαινε σα φθινόπωρο, όλο βροχή και συννεφιά, μερικούς τους χαλάει, δεν μπορούν, δεν αντέχουν  χωρίς καύσωνες, θέλουν να νιώσουν το δέρμα τους να καίγεται, να ψήνεται!  Αυτή  δεν είχε  κανένα  πρόβλημα, μακάρι να πήγαινε έτσι  δροσερό και ήρεμο  κι όσο γι’  αυτούς που ανησυχούσαν  δεν θα τη γλύτωναν, στο τέλος θα έτρωγαν όση ζέστη λαχταρούσαν ! Θυμόταν ένα καλοκαίρι που είχε πάει έτσι δροσερό,  δεν θα είχε κανένα πρόβλημα σίγουρα κι ο ουρανός τη νύχτα έμοιαζε πολύ όμορφος  καθώς το φεγγάρι έβγαινε πίσω απ’ τα σύννεφα, αυτό το βράδυ όμως δε φαινόταν πουθενά,  μόνο μια λάμψη πάνω από τα κτήρια της πόλης .

Πήγε στη κρεβατοκάμαρα και ξύπνησε τον άντρα της που δεν είχε πάρει χαμπάρι, την είδε πνιγμένη στο κλάμα και τρόμαξε , ‘’Πρέπει να είναι η κόρη της Ε’’ είπε μες τ’  αναφιλητά της,  ‘’Ήταν  παιδί κλειστό, ευγενικό,  δε μιλούσε, πολύ’’, εκείνος έξυσε το κεφάλι του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί,   ‘’Μη ξαναβγείς  στο μπαλκόνι!’’ της είπε απότομα ,  δεν υπήρχε λόγος να δει καμιά σκηνή άγρια που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει, ύστερα την χάιδεψε για να την ηρεμήσει,  ‘’ Μη βάζεις το κακό στο νου,  μη σκέφτεσαι αρνητικά,  μπορεί να ζει το κορίτσι,   κάποιο παιδί που ήξερα είχε  πέσει από ψηλά κι επέζησε, το βλέπω ταχτικά τόχουν επονομάσει Λάζαρο γιατί αναστήθηκε πραγματικά, όλο στην εκκλησία πάει, το μόνο που του έχει μείνει είναι ένα τρίκλισμα  ελαφρύ στο περπάτημα!’’ Ήθελε να την καθησυχάσει αλλά ήταν αλήθεια , δεν έλεγε ψέματα, εκείνο βέβαια ήταν ένα θαύμα σίγουρα όμως κι εδώ  οι γιατροί θα το πάλευαν, τόσα μηχανήματα υπάρχουν, τόσες τεχνικές,  δεν μπορούσε να τελειώσει έτσι απλά, που  ξέρεις τι  μπορεί να συνέβη, ίσως κρεμάστηκε  από καμιά τέντα που του έκοψε τη φόρα ,  μπορεί να μπερδεύτηκε σε καμιά απλώστρα κι έπειτα να χτύπησε σε κανένα κάδο πλαστικό κι όχι στο τσιμέντο,  μπορεί να προσγειώθηκε στον ουρανό κάποιου αυτοκινήτου, η λαμαρίνα είναι καλύτερη απ’  το σκληρό πεζοδρόμιο, χίλια δυο μπορεί να είχαν συμβεί.

Την φίλησε στο στόμα,  πλάγιασε ξανά και σε λίγο ροχάλιζε πεθαμένος απ’  την κούραση καθώς είχε σχολάσει αργά απ’ το γραφείο. Έμεινε μόνη, ένιωθε λίγο καλύτερα ακούγοντας για το παιδί που επέζησε, , ίσως υπήρχε μια ελπίδα, μια μηχανή αυτοκινήτου  έβαλε μπροστά με θόρυβο,  ήταν  το ασθενοφόρο που έφευγε με τον ασύρματο πάντα ανοιχτό να μεταδίδει μηνύματα  κι ύστερα να διακόπτει περιμένοντας απόκριση, δεν άντεξε, βγήκε στη μπροστινή μεριά  κι έριξε μια ματιά, ‘’Κάτι να βάλω, πως θα πάω έτσι το νοσοκομείο!’’ ακούστηκε αλαφιασμένη η μάνα του κοριτσιού ‘’Άστο χριστιανή μου!’’ της είπε κάποιος και την έβαλε σε κάποιο αμάξι που ξεχύθηκε πίσω απ’ το κίτρινο όχημα το οποίο  άρχισε να ουρλιάζει στριφογυρνώντας με μανία τη φωτεινή μπάλα  της οροφής του. Μια ησυχία  απειλητική απλώθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κείνη την ώρα βγήκαν τα απορριμματοφόρα του δήμου που μάζευαν τα σκουπίδια μες το σκοτάδι μουγκρίζοντας κι αυτός ο ήχος σαν να έσπασε λίγο τη βαριά   ατμόσφαιρα,   δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί,  όπως ήταν εξαντλημένη πήγε στον άντρα της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα, αυτός συνέχιζε να κοιμάται,   κοντά στα ξημερώματα αποκοιμήθηκε κι αυτή .

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

ΣΙΣΥΦΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ


Παντού στο νησί συναντούσες  κάτι πέτρες στρογγυλές, τεράστιες,  αρχαίες,  κάτι είχαν τα πετρώματα  εκεί πέρα και μπορούσαν να πελεκηθούν, πολλά από κείνα τα πελώρια λιθάρια είχαν μια τρύπα  στη μέση ήγαν σίγουρα μυλόπετρες   που γύριζαν αλέθοντας το στάρι, το κριθάρι  ή τις ελιές, τα έβρισκες  παντού,  στα χωράφια,  στους  λόφους,  στα χωριά κι  αναρωτιόσουν  πως τις είχαν κόψει τόσο συμμετρικά , πως τις είχαν κουβαλήσει, ποια δύναμη μπορούσε να τις γυρίζει και να τις χειρίζεται;

Μια τέτοια αρχαία πέτρα, στρογγυλή,  υπήρχε και στο οικόπεδο όπου δούλευε κι αυτός σκάβοντας τους τοίχους για τα υδραυλικά και τα ηλεκτρολογικά, ήταν μια δουλειά επικίνδυνη, έπρεπε να προσέχει,  άμα σε χτυπούσε κανένα καλώδιο κρυμμένο την  είχες βαμμένη,  έπρεπε να έχεις το νου σου κάθε φορά που έσκαβες   με το σφυρί και το καλέμι  τον τοίχο φτιάχνοντας αυλάκια μικρά, έπρεπε ν’ ακούς προσεχτικά για κούφια σημεία και βέβαια πρώτα απ’ όλα έπρεπε να κλείσεις το ρεύμα απ’  τη χελώνα όχι απ’ τον διακόπτη,  αν πάλι τύχαινε να τρυπήσεις  καμιά σωλήνα νερού άνοιγες μεγάλη δουλειά που ήταν σκέτη καταστροφή, χρειαζόταν να συνδέσεις ένα καινούριο κομμάτι αφού  έκοβες  το χαλασμένο,  να φτιάξεις  υποδοχές,  να το συνδέσεις ξανά, άστα να πάνε, πολύ φασαρία γι’ αυτό έπρεπε  πάντα  νάχεις  το νου σου.

Όλο το καλοκαίρι το περνούσε δουλεύοντας  στις οικοδομές,  είχε γυρίσει  όλη τη χώρα δουλεύοντας σ’ ένα σωρό μέρη τους ζεστούς μήνες, αυτή ήταν από παλιά  η εποχή για τέτοιου είδους εργασίες, οι συνθήκες είναι  ιδανικές   καθώς ο στεγνός καιρός ξεραίνει  γρήγορα τους  αρμούς και τους  σοβάδες  και το τσιμέντο δένει  και σταθεροποιείται, η καλύτερη περίπτωση βέβαια  για να δουλέψεις ήτανε  τα νησιά,  εκεί δεν καταλάβαινες τη ζέστη,  όλη την ώρα φυσούσε,  μπορούσες  να κάνεις και κανένα μπανάκι  να δροσιστείς,  να δεις τουρίστριες,  να πιεις καφέ στην ακροθαλασσιά,  να φας κανένα ψαράκι,  να καταλάβεις διακοπές άνθρωπε μου!

Όπως είχε ξεκουραστεί όλο το χειμώνα έπεσε με τα μούτρα σ’ εκείνη τη δουλειά  σ’ ένα συγκρότημα ενοικιαζόμενων  έξω από ένα χωριό παραθαλάσσιο, τα σπίτια ήταν  χτισμένα  στο εσωτερικό ενός κόλπου μ’ ένα βουναλάκι κατάφυτο στη μια μεριά του, το τοπίο ήταν τόσο όμορφο που ηρεμούσε  η ψυχή σου. Καθώς ζούσε κάπου στο βορρά  για να φτάσει ως εκεί έπρεπε  να διασχίσει με το λεωφορείο όλη τη χώρα,  από τη μια άκρη μέχρι την άλλη κι από κει κάτω να πάρει το καράβι. Παλιότερα θα πήγαινε   με το αμάξι του όμως τώρα ζορίζονταν να το συντηρήσει,  μια οι ασφάλειες,  μια τα τέλη κυκλοφορίας, οι ζημιές,  οι βενζίνες, οι επισκευές,  είχε απαυδήσει! Θα ήταν καλά να είχε το αμαξάκι του όμως τώρα έπρεπε  να αρκεστεί στο πούλμαν, αν μη τι άλλο όταν δεν οδηγείς μπορείς  να κοιτάξεις γύρω,  όπως περνούσε πεδιάδες και βουνά  με  το τοπίο να αλλάζει όλη την ώρα  σκεφτόταν ότι αυτός ο  τόπος  ήταν  όλο βουνά και πέτρα,  πολύ πέτρα  και νταμάρι ρε φίλε,  λίγοι κάμποι  κλειστοί κι ύστερα πάλι  βράχια,  πέτρες και ξερόλιθιές, ευτυχώς  που υπήρχε η θάλασσα στο τέλος  κι άνοιγε το μάτι σου βλέποντας  τον ορίζοντα μακριά με τους  όγκους να διυλίζονται μες τη θολούρα…

Το ταξίδι με το καράβι ήταν υπέροχο κι αναζωογονητικό, από παλιά είχε ακούσει ότι άμα θες να ξεφορτωθείς ένα πρόβλημα ή μια σκοτούρα έπρεπε να κάνεις μια βόλτα με το πλοίο για να σου πάρει την έγνοια η θάλασσα, με το που πάτησε το πόδι  στο σιδερένιο κατάστρωμα ένιωσε καλύτερα,  κοιτούσε τα μικρά ψαράκια που στροβιλίζονταν γύρω από την άγκυρα και το καθαρό νερό που σ’ άφηνε να δεις μέχρι την άμμο του βυθού. Στο καράβι είδε και κάτι γνωστούς ηθοποιούς  που έβλεπε στην τηλεόραση,  ήθελε να τους μιλήσει αλλά ύστερα το μετάνιωσε.  Σουρούπωνε  όταν έφτασε στο νησί, χρόνια είχε να πατήσει το πόδι του εκεί πέρα κι όλα του φαινόταν διαφορετικά εκτός  απ’  το κατάφυτο βουναλάκι που ήταν πάντα στη θέση του.  Βγήκε απ’  το χωριό περπατώντας, βρήκε το συγκρότημα  με τα ενοικιαζόμενα   και γύρισε το κλειδί της πόρτας  που του είχαν δώσει,   το δωμάτιο του μύριζε κλεισούρα αλλά δεν τον ένοιαζε, σιγά τώρα,  άφησε ανοιχτά τα παράθυρα να φρεσκαριστεί λίγο  ο χώρος κι έριξε μια ματιά να δει τι τον περίμενε,  είχε αρκετή δουλειά σίγουρα, την άλλη μέρα θα ερχόταν ένας εργολάβος να  συζητήσουν τις λεπτομέρειες, όπως ήταν ψόφιος απ’ το ταξίδι  ξάπλωσε με τα ρούχα και κοιμήθηκε βαθιά…

Στο νησί πάντα φυσούσε αεράκι δροσερό,  ξεκινούσε  νωρίς  το πρωί, ετοίμαζε τον καφέ και το παγούρι με το νερό,  έκλεινε το ρεύμα, έβλεπε  τα σχέδια του ηλεκτρολόγου και του υδραυλικού και ξεκινούσε. Παλιότερα  περνούσε ο ίδιος τους σωλήνες ή τα καλώδια αλλά τις περισσότερες φορές προτιμούσε ν’  αφήνει αυτό το κομμάτι σ’  άλλους,  αυτουνού του άρεσε να  σκάβει τους τοίχους σα να τους ψηλαφούσε  ανιχνεύοντας για το  τι έκρυβαν μέσα τους κι όσο για τη σκόνη,  ούτε  που τον ένοιαζε, σιγά το πράγμα ρε φίλε,  έκανες ένα ντουζάκι  παγωμένο εκεί πέρα  κι ένοιωθες φρεσκαδούρα.  Την προηγούμενη φορά που είχε έρθει εκεί πέρα είχε  κι ένα βοηθό που του άρεσε να βουτά στα βαθειά  με μια μάσκα  μονάχα ήταν περίπτωση  εκείνος ο τύπος, παρ’ όλη τη δροσιά ζεσταινόταν και τη νύχτα πήγαινε να κοιμηθεί πάνω σ’ έναν καταψύκτη, μιλάμε για πολύ αναίσθητο τύπο,   ήταν θαύμα πως δεν είχε πάθει τίποτα! Τώρα όμως ήταν μόνος του κι  όποτε  βαριόταν  έβγαινε  καμιά βόλτα  σ’ ένα μαγαζί με θέα ένα στάδιο αρχαίο απ’ το οποίο είχε μείνει μόνο ο στίβος και μερικές πέτρες που θα ήταν σίγουρα οι κερκίδες, μια φορά όπως έπινε τον καφέ του είχε ακούσει μια κουβέντα και για κάτι ναυάγια παλιά  στα ανοιχτά,  σκεφτόταν ότι άμα είχε μαζί του τον άλλο τον παλαβό που βουτούσε με τη μάσκα   θα μπορούσαν να ρίξουν καμιά ματιά στο βυθό … 

Μια μέρα εκεί που έσκαβε πνιγμένος στη σκόνη ήρθε ένας τύπος με ανοιχτό πουκάμισο, φουριόζος, και του είπε ότι υπήρχε πρόβλημα, είχε βγει μια ζημιά κι έπρεπε οπωσδήποτε να φτιαχτεί,  μια διαρροή νερού στην πίσω μεριά του συγκροτήματος είχε ξεχειλίσει κι  έπρεπε επειγόντως να διορθωθεί, αυτός βέβαια δεν ήταν υδραυλικός αλλά όσο κι αν είχαν ψάξει  δε μπορούσαν να βρουν κανέναν,  εκείνη την περίοδο όλοι  είχαν χαθεί από δω κι από κει, θα πληρωνόταν καλά. Δεν είχε θέμα, εκτός απ’ τα σκαψίματα πάντα του άρεσε να δουλεύει και μες τα νερά το καλοκαίρι, κάποτε έπλενε πιάτα σ’ ένα  εστιατόριο  και δεν είχε βαρεθεί καθόλου μη σου πω ότι το είχε ευχαριστηθεί κιόλας.   Άφησε το καλέμι και το σφυρί του, πήρε τον κασμά κι άρχισε να σκάβει τσαλαβουτώντας στην λασπωμένη άμμο,  ήταν ευχάριστο να δουλεύεις εκεί πέρα σα να έβρισκες μια πηγή που ανάβλυζε μέσα απ’  το χώμα και σε δρόσιζε, δεν ήταν δύσκολο ν’  ανακαλύψει τον σωλήνα σε βάθος ενός  μέτρου περίπου, ζήτησε να κλείσουν και να σφραγίσουν τη βάνα και βάλθηκε να ξεσκεπάσει εντελώς τον  αγωγό για να δει πως θα μπορούσε να τον διορθώσει, θα χρειαζόταν σίγουρα ένα κομμάτι σ’ αυτό το μέγεθος κι έναν τόρνο  για να φτιάξει τα κατάλληλα πάσα, δεν είχε ιδέα αν θα μπορούσε να βρει στο νησί κάποιον τεχνίτη ή αν θα χρειαζόταν να περάσει απέναντι με το καράβι, αν χρειαζόταν κάτι τέτοιο  μια βολτίτσα ήταν ότι έπρεπε.      

Συνέχισε να σκάβει γύρω απ’ τον σκουριασμένο σωλήνα,  ήθελε ν’ ανοίξει καλά το χώρο ώστε να είναι άνετος και να μπορεί να κινηθεί,  τραβούσε τα χώματα βγάζοντας λάσπη, είχε σχεδόν τελειώσει κι ετοιμαζόταν να  κόψει τον σωλήνα μ’ ένα σιδεροπρίονο, δεν μπορούσε να σταθεί καλά μέσα στον λάκκο κι έσκαψε λίγο ακόμα όταν η αξίνα χτύπησε κάτι μεταλλικό, καθώς η περιοχή ήταν γεμάτη άμμο,  όπως συμβαίνει στα περισσότερα νησιά,  του έκανε  εντύπωση, τι θα μπορούσε να είναι εκείνο το πράγμα,  ευτυχώς που δεν ήταν καμιά από κείνες τις μυλόπετρες,  αν υπήρχε ένα τέτοιο  λιθάρι  εκεί κάτω την είχε πατήσει, θα χρειαζόταν γερανός για να βγει. Συνέχισε να σκάβει  και είδε ότι ήταν ένα  μπρούτζινο αντικείμενο, όσο το καθάριζε γύρω- γύρω για να το βγάλε τόσο διαπίστωνε  ότι ήταν κάτι ογκώδες τι στο διάβολο είναι τούτο δω σκέφτηκε, δε μπορούσε να καταλάβει  μέχρι που διέκρινε ένα χέρι να ξεπροβάλει απ’  την άμμο,  τότε μόνο αντιλήφθηκε  ότι είχε ξεθάψει κάποιο άγαλμα .

Ασυναίσθητα έριξε μια ματιά  γύρω  σα να έκανε κάτι κακό και φοβόταν μήπως τον δούνε,  κανείς δεν υπήρχε εκείνη την ώρα, ερημιά επικρατούσε μονάχα τα τζιτζίκια από κάτι γειτονικές καλαμιές χαλούσαν τον κόσμο.  Κανονικά έπρεπε να σταματήσει εκεί που ήτανε και να ειδοποιήσει τους αρμόδιους όμως τον έπιασε μια τέτοια περιέργεια που θα έσκαγε αν δεν το έβλεπε ολόκληρο, είχε εξαφθεί εντελώς σα να είχε πυρετό πυρετό και μια ανυπομονησία ασυγκράτητη, έσκαβε με μανία όσο πιο προσεχτικά μπορούσε κι όσο πιο μακριά γινόταν από τον κορμό που είχε αρχίσει να φανερώνεται, ούτε κατάλαβε πως περνούσε η ώρα κι ούτε ένιωθε καμιά κούραση, ύστερα από λίγο βγάζοντας ένα βουναλάκι άμμου το έσυρε έξω βάζοντας όλη του τη δύναμη,  ήταν πεθαμένος απ’  την κούραση.

Τώρα μπορούσε να το δει ολόκληρο, έριξε  νερό με το παγούρι του απομακρύνοντας την άμμο που είχε κολλήσει  κι αμέσως κατάλαβε, αυτός ρε φίλε ήταν ένας αθλητής, ένας πυγμάχος γιατί είχε τυλιγμένο το χέρι του μ’  έναν επίδεσμο σα γάντι κι έδειχνε φοβερά  κουρασμένος σα να είχε μόλις παλέψει με κάποιον αντίπαλο πολύ δύσκολο που του είχε βγάλει τη πίστη,  τα μάγουλα του έμοιαζαν σκληρά και τραχιά σαν είχε φάει πολύ ξύλο, καλά αυτός ή αυτοί που τον είχαν φτιάξει πρέπει να ήταν τεχνίτες απίστευτοι, πως είχαν κάνει ρε φίλε τέτοια ψιλοδουλειά στα χείλη, σ’ ένα τραύμα ανεπαίσθητο κάτω απ’ το φρύδι,  αυτά ήθελαν μεγάλη υπομονή και μαστοριά ‘’Οι άνθρωποι τότε δε παίζονταν!’’ σκέφτηκε,   το πιο εντυπωσιακό ήταν  δυο  χάντρες πράσινες που είχε για μάτια  τόσο γυαλιστερές που ήταν σαν να σε κοιτούσαν  ύστερα από χιλιάδες χρόνια, έμοιαζε πολύ ζωντανό !

Όπως ήταν ξαπλωμένο το άγαλμα  στη βάση του διέκρινε  κάτι λοξά γράμματα που ήταν χαραγμένα εκεί πέρα,  δεν μπορούσε να το πιστέψει αλλά καταλάβαινε τι έγραφαν, ‘’ΣΙΣΥΦΟΣ !’’  ώστε  ο πυγμάχος είχε το όνομα  εκείνου  του αρχαίου ήρωα που γλύτωσε απ’  την οργή του Δία αιχμαλωτίζοντας κι αλυσοδένοντας τον δαίμονα του θανάτου, καλά  αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα!  Αφού το χάζεψε πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και την άλλη μέρα πλάκωσε εκεί πέρα ένα κάρο κόσμος,  κάτι αρχαιολόγοι του έβαλαν τις φωνές που δεν τους φώναξε αμέσως όμως φαινόταν κι ευχαριστημένοι που τους είχε απαλλάξει από το χαμαλίκι,  όλο το νησί μιλούσε για τον πυγμάχο που είχε βρεθεί,  το φόρτωσαν σ’ ένα αγροτικό,  το μετέφεραν στην αυλή του σχολείου κι ο δήμαρχος  ορκίζονταν ότι κανείς  δεν θα το έπαιρνε από  κει πέρα ότι και να γινόταν η υπόθεση γινόταν κωμωδία. Αυτός πάλι συνέχισε να σκάβει για τα καλώδια ανοίγοντας αυλάκια στους  τοίχους, κάτι τον έπιασε μετά από κείνο το συμβάν κι αγόρασε ένα  βιβλίο ακριβό με φύλλα γυαλιστερά που έδειχνε όλο αγάλματα κι άλλα πολύτιμα αρχαία, κύπελλα χρυσά κι ασημένια, αμφορείς γεμάτους ζωγραφιές, νομίσματα με χαραγμένους βασιλιάδες και Κύκλωπες,  καθόταν στην ακροθαλασσιά  και διάβαζε για όλα εκείνα βλέποντας τα κύματα να σκάνε στην ακτή σαν καβαλάρηδες  του νερού  που ίππευαν τον αφρό .



Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

ΓΑΛΑΖΟΠΡΑΣΙΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ

Ένας κήπος τεράστιος γεμάτος  φυτά φυτά και δέντρα κύκλωνε την τεράστια  έπαυλη  κι όπως κανείς  δεν τα περιποιούνταν για χρόνια  είχαν πυκνώσει κι είχαν γίνει μια ζούγκλα αδιαπέραστη όπου δεν έμπαινε το φως κι όπου κατοικούσαν πουλιά περίεργα και ζωάκια όλων των ειδών που μπορείς να φανταστείς. Κάθε πρωί ο κηπουρός  στέκονταν μπροστά σ’ έναν τοίχο πανύψηλο που έκλεινε από παντού  τον αυλόγυρο και περίμενε να του ανοίξουν,  έπειτα  περνούσε την παλιά,  σιδερόφραχτη πόρτα φτιαγμένη από κάτι κάγκελα σα λόγχες που τρυπούν τον αέρα,  και τραβούσε για τα αποδυτήρια  κοιτάζοντας  ένα άσπρο άγαλμα με  κάποιον καβαλάρη ή κάτι τέτοιο,  δε μπορούσε να το δει καλά  γιατί το είχαν πνίξει  οι κισσοί και τα βάτα.

Αν και παλιά  η έπαυλη έμοιαζε μεγαλόπρεπη σαν αρχοντικό της αγγλικής υπαίθρου, είχε πουληθεί κι ο  καινούριος ιδιοκτήτης ήθελε να την ανακαινίσει  για να φτιάξει πολυτελή  οικήματα που θα τα νοίκιαζε σε πλούσιους το καλοκαίρι. Όποτε  έμπαινε εκεί μέσα ο κηπουρός  σήκωνε το κεφάλι να δει πόσο ψηλά έφταναν  τα δέντρα κι έπειτα  ξεκινούσε τη δουλειά του, αυτή η έπαυλη  έδειχνε καλή περίπτωση και θα χρειαζόταν καιρό μέχρι να τελειώσουν,  μπορούσε να βγάλει αρκετά λεφτά,   βρισκόταν κάπου κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα θέρετρο όπου το καλοκαίρι γινόταν χαμός και μαζεύονταν εκεί πέρα κάθε καρυδιάς καρύδι. Φτάνοντας  έλεγε ‘’Καλημέρα!’’  στους κουστουμαρισμένους τύπους,  τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς με τα σχέδια κάτω απ’  την  μασχάλη κι ύστερα   τους άκουγε  όλη την ώρα να συζητούν  για το πως θα έφτιαχναν το οίκημα  σύμφωνα με τις εντολές του  καινούριου  ιδιοκτήτη, αυτός  πρέπει να είχε πολύ χρήμα, μια φορά τον είχε δει πάνω από ένα δέντρο όπου ανέβηκε  με το αλυσοπρίονο να κόψει ένα κλωνάρι τεράστιο, ήταν  χοντρός και  κοντός  μ’ ένα μουστάκι μαύρο,  έμοιαζε με Λιβανέζο έμπορο,  καθώς επιθεωρούσε εξετάζοντας   την πορεία των εργασιών  μοίραζε διαταγές σα ναύαρχος και τίποτα δεν του άρεσε, ‘’ Τι ηλίθιος!’’ σκεφτόταν  όπως τον έβλεπε  από κει πάνω . 

Λέγανε ότι ο Λιβανέζος  σκόπευε να φέρει εκεί τη γυναίκα του, μια ξανθιά που ήταν κάποτε μοντέλο και τα είχε παρατήσει για να αφοσιωθεί στα παιδιά της,  σε μια μεριά θα έμενε αυτή  και το υπόλοιπο θα το διέθεταν  στους τουρίστες που ήταν κονομημένοι.  Ο Λιβανέζος όλη την ώρα μιλούσε στο καταραμένο τηλέφωνο του κλείνοντας  θέσεις, δεν έλεγε να το βουλώσει,  όλοι είχαν αγχωθεί.  Το συνεργείο είχε πιάσει να δουλεύει τους τοίχους και τα ξεχαρβαλωμένα μπαλκόνια κι αυτός είχε ξεκινήσει   να φτιάξει τον κήπο όσο καλύτερα γινόταν,  το πρώτο που χρειαζόταν  ήταν να κλαδέψει όλα εκείνα τα δέντρα που υψώνονταν μέχρι πάνω από τη σκεπή, αυτή τη δουλειά ήθελε να την κάνει μόνος του γιατί έπρεπε να γίνει σωστά,  υπήρχαν δέντρα που θα κόβονταν  από τη ρίζα επειδή  είχαν γεράσει κι ήταν  μισοξεραμένα κι επικίνδυνα να καταρρεύσουν, αυτά έπρεπε να εξαφανιστούν μαζί μ’ όλους του αγκαθωτούς θάμνους που είχαν γιγαντωθεί.  Με τις βροχές που έριχνε  τον τελευταίο καιρό,   όλα είχαν θεριέψει  κι έπνιγαν το σπίτι, με δυσκολία μπορούσες να φτάσεις στα σκαλιά της εισόδου,  η  αυλή του παλιού αρχοντικού είχε γίνει ζούγκλα κι ένα σωρό σαβούρα χρειαζόταν να πεταχτεί,  από κει ξεκίνησε όμως υπήρχαν δέντρα  ακμαία, γεμάτα πράσινο,  μια φλαμουριά πελώρια για παράδειγμα που έπρεπε να μείνει εκεί πέρα καθώς μοσχοβολούσε  σ’ ολόκληρη την περιοχή με τα εκατομμύρια πρασινοκίτρινα άνθη της γύρω απ’  τα οποία  βούιζαν δαιμονισμένα χιλιάδες  μέλισσες, του θύμιζε το δέντρο  που είχε φυτέψει κοντά  σε μια βρύση ο πατέρας του και σκαρφάλωνε κάθε άνοιξη  να μαζέψει τα άνθη για νάχουν τσάι το χειμώνα, εκείνο το ωραίο με το βαθύ,  κόκκινο χρώμα,  η μάνα του μάζευε  σωρούς χρυσαφένιους  πάνω σε σεντόνια,  στο ανώγι κι όλες οι κάμαρες μοσχοβολούσαν…

Ψηλά  σκαρφαλωμένος παρακολουθούσε όλη τη βαβούρα και τον πανικό που επικρατούσε, όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα κι η δουλειά προχωρούσε καλά, οι τοίχοι είχαν βαφτεί, βουνά από μπάζα πετάχτηκαν , το μέρος καθαρίστηκε  και δεν είχε καμιά σχέση με τον αγριότοπο που είχανε βρει εκεί πέρα όταν πήγαν,  το πράγμα κυλούσε ομαλά κι όλοι βιάζονταν να προλάβουν προτού πλακώσουν οι τρομερές ζέστες κι οι ξένοι με τις γεμάτες τσέπες. Οι τεχνίτες  τα είχαν δώσει όλα δουλεύοντας υπερωρίες ατελείωτες,  ο Λιβανέζος με το μουστάκι  πρώτη φορά δεν γκρίνιαζε αν και πάντα είχε  να βρει μια έλλειψη και κάτι στραβό,   σε όλους  έριχνε μπινελίκια στην γλώσσα του κι ήθελαν να του χώσουν μπουνιά όμως για κάποιο λόγο στον κηπουρό δεν έλεγε τίποτα,  τον κοιτούσε μόνο  από χαμηλά όπως ήταν κοντός  με μια κοιλιά στρογγυλή,  και ρωτούσε καχύποπτα  τους ακόλουθους του να  εξηγήσουν τι σκόπευε να κάνει  σ’  εκείνη την μπερδεμένη ζούγκλα.

O κηπουρός  όμως είχε κάνει φοβερή δουλειά, είχε σακατευτεί να σκάβει, να κόβει,  να κουβαλά  κλαδιά, τα χέρια του είχαν ξεσκιστεί από τους  φοβερούς πυράγκαθους που είχαν θεριέψει σε βαθμό τερατώδη, ήταν εκεί  απ’  το πρωί μέχρι το βράδυ με τους  βοηθούς του  κι όπως δούλευε  μες το μυαλό του σκεφτόταν σιγά – σιγά  το σχέδιο που θα έπαιρνε ο κήπος ώστε να αναδεικνύει το κτίριο.  Πάντα έτσι έκανε, αυτή την αρχή ακολουθούσε  και στη ζωή του ακολουθώντας την πορεία των πραγμάτων που κάθε φορά έμοιαζαν να τον οδηγούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Άφηνε τον χώρο να τον καθοδηγεί με την ιδιαίτερη  φυσιογνωμία του, όλο το κτίσμα πλαισιώνονταν από ψηλά δέντρα,  κυπαρίσσια,  ροδιές, μια καστανιά μ’  αγκαθωτούς αχινούς  και  φυσικά υπήρχε  η πελώρια  φλαμουριά   που δέσποζε   σ’ όλο το χώρο ,όλα αυτά έπρεπε να διατηρηθούν και να  φρεσκαριστούν,  έφτιαξε παρτέρια,  μονοπάτια ανάμεσα στους θάμνους,  σχηματισμούς  δέντρων που θύμιζαν περιβόλι, ξεπέρασε τον εαυτό του, ούτε κι ο ίδιος πίστευε ότι θα τα έφτιαχνε όλα τόσο όμορφα.

Το πιο εντυπωσιακό του δημιούργημα  ήταν μια γωνιά που θύμιζε ξέφωτο δάσους μ’ έναν ασύμμετρο μαύρο   βράχο τυλιγμένο στη βλάστηση και πλάι του μια λιμνούλα που περιβάλλονταν  από  χορτάρι κι άλλα φυτά και βότανα τα οποία  είχε σακατευτεί να  βρει παίρνοντας σβάρνα τα θερμοκήπια, ήταν  όλα διαλεγμένα προσεχτικά  ώστε να δένουν με το τοπίο.  Κι όταν φύτρωσε το γρασίδι που είχε φυτέψει και το πότισε ένα  πρωί όλα τα λουλούδια άστραψαν στην πρωινή δροσιά,  οι υδάτινες στάλες γυαλοκοπούσαν πάνω στα πέταλα τους, κι η λιμνούλα  στραφτάλιζε,  όλο το μέρος έμοιαζε πραγματικά παραμυθένιο.  Σαν ήρθε η γυναίκα του Λιβανέζου -μια ψηλή που κουβαλούσε πάντα μαζί της ένα κλουβί με κάτι πουλιά χρωματιστά-  κι αντίκρισε  το θέαμα ενθουσιάστηκε, τρελάθηκε, φώναζε τα μικρά της χοροπηδώντας και τους έδειχνε το ξέφωτο κι εκείνα πάλι   δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν  από κείνη τη γωνιά με τον βράχο,   τόσο ωραία ήτανε που απαίτησε να της φτιάξουν ένα περίπτερο για να κάθεται εκεί και να ρεμβάζει, ο Λιβανέζος που έδειχνε να την λατρεύει, ήταν πολύ όμορφη,  έδωσε διαταγή αμέσως και  τα μαστόρια τσακίστηκαν να το χτίσουν την άλλη μέρα.

Είχε μπει πια το καλοκαίρι κι οι πρώτοι τουρίστες, κάτι ξεπλυμένοι  ασπρουλιάρηδες,  άρχισαν να καταφτάνουν,  οι δουλειές στην έπαυλη είχαν σχεδόν τελειώσει κάτι συμπληρώματα έμεναν μονάχα. Ένα απόγευμα που όλοι λείπανε ο κηπουρός πήγε να ελέγξει τα αυτόματα ποτίσματα, είχε εγκαταστήσει έναν μηχανισμό  ώστε το σύστημα να συντηρείται από μόνο του χωρίς   να χρειάζεται αυτός να βρίσκεται εκεί όλη την ώρα, όπως βίδωνε κάτι σωλήνες το μάτι του έπεσε σ’ ένα ξύλο που είχε μείνει να κρέμεται σε μια καστανιά,   θα μπορούσε να πέσει σε κάποιο  παιδί σκέφτηκε κι ανέβηκε να το μαζέψει. Τοποθέτησε μια σκάλα  δίπλα στο κορμό και χάθηκε  μες τα φυλλώματα όταν είδε από κάτω την ξανθιά  γυναίκα με τα δυο παιδιά της να βγαίνουν βόλτα στον κήπο,   έμεινε εκεί πάνω και κοίταζε το υπέροχο θέαμα,  τη γυναίκα να κάθεται σε μια πολυθρόνα από μπαμπού έχοντας στα πόδια της το κλουβί με τα παραδείσια πουλιά,  κάποιο απ’  αυτά που είχε τα πιο ζωηρά χρώματα το ήξερε,  το είχε δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ στη τηλεόραση μια νύχτα που δεν τον  έπαιρνε ο ύπνος. Η γυναίκα έδειχνε ν’ αδιαφορεί για τα πουλιά - ‘’Τότε διάβολε γιατί  τα κουβαλά  μαζί της!’’ σκέφτηκε μέσα του ο  κηπουρός,  όλη την ώρα έπαιζε με τα μικρά,  να τα χαϊδεύει, να τα μιλά,  έδειχνε ότι τα αγαπούσε κι αυτά πάλι έτρεχαν γύρω -γύρω όλη την ώρα κι ύστερα ερχόταν να  χωθούν στη αγκαλιά της μάνας  τους 


Σε κάποια στιγμή ένα απ’ απ’ αυτά όπως κινούνταν  απρόσεχτα βρέθηκε με την πλάτη στη λίμνη και χωρίς να το καταλάβει έπεσε μέσα  κι άρχισε να τσαλαβουτά,  η λιμνούλα δεν ήταν βαθιά όμως το παιδάκι έμοιαζε να βουλιάζει κάτω απ’  την επιφάνεια καθώς κουνούσε τα χεράκι του χωρίς να φωνάζει,  η γυναίκα δεν το έχε αντιληφθεί αμέσως όμως όταν άκουσε τον παφλασμό πετάχτηκε από τη θέση της,  έκανε δυο βήματα πάνω στο νερό χωρίς  να βουλιάζει,  σήκωσε το παιδάκι με μια αέρινη κίνηση κι ύστερα περπατώντας πάλι πάνω στην υδάτινη επιφάνεια σα να υπήρχε ένας αόρατος διάδρομος από κάτω,  βγήκε έξω από τη λίμνη κι έτρεξε κατά το σπίτι να περιποιηθεί το παιδάκι που έβηχε βγάζοντας νερό από το στόμα του.  

Όταν έφυγαν  ο κηπουρός κατέβηκε από το δέντρο και σκεφτόταν τι ήταν αυτό που μόλις είχε δει,  πλησίασε στη λιμνούλα κι άγγιξε με το δάχτυλο του το σημείο όπου είχε πατήσει  η γυναίκα  όμως δεν υπήρχε τίποτα, θα ορκιζόταν ότι η αλλόκοτη ξανθιά  πατούσε πάνω σ’ ένα κρύσταλλο διάφανο που δεν μπορούσες να το δεις από  μακριά,   πως διάβολο είχε περάσει σαν αέρας χωρίς  να βυθιστεί, τι κόλπο είχαν κάνει σε κείνη τη μικρή πισίνα,  όπως ετοιμαζόταν να σηκωθεί ένιωσε μια σκιά πάνω στο νερό και κάτι να κινείται  πίσω του, -γύρισε το κεφάλι και είδε δυο πόδια,  το ήξερε ότι ήταν εκείνη κι όμως τινάχτηκε μέχρι τον ουρανό από τον τρόμο του,  η γυναίκα ερχόταν κατά  απάνω του χωρίς να γελά,  χωρίς  να δείχνει αν ήταν εκεί για καλό ή για κακό,  ένα πουλί  παράξενο  πετούσε ακριβώς δίπλα από τον  ώμο της,  δεν είχε δει ποτέ του κάτι τέτοιο,  η τραχηλιά του είχε ένα βαθύ χρώμα πρασινωπό,  στο κεφάλι του σχηματίζονταν κάτι σαν κορώνα γαλαζοπράσινη,  ήταν πραγματικά  εξαίσιο.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

SUPERNATURAL


Οι νοσοκόμοι έπρεπε να σπάσουν  την πόρτα  για να μπουν στο διαμέρισμα, δεν μπορούσε να σηκωθεί για να τους ανοίξει, μόνο τον κωδικό της εισόδου για το κτήριο τους είχε πει στο τηλέφωνο,   με το που ξύπνησε διπλώθηκε στα δύο, πήρε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ,  ‘’Ελάτε δεν είμαι καλά, πονάει η κοιλιά μου !’’  όμως  δεν μπορούσε να  ανοίξει την δική του πόρτα, είχε παραλύσει εντελώς,  τελικά  αφού την γκρέμισαν τον πρόλαβαν την τελευταία στιγμή.

Επόμενο ήταν να πάθει τέτοια ζημιά,  όλο το προηγούμενο   διάστημα  έπινε πολύ, έτρωγε ότι νάναι -ιδίως καυτερά και πικάντικα, ξενυχτούσε,   είχε χάσει τη μπάλα, στο τέλος  έπαθε ζημιά, γαστρορραγία. Όλα είχαν ξεκινήσει από τότε που πέθανε ο πατέρας του,  τον είχε πάρει από κάτω,  τα έχασε,  ο κόσμος του γκρεμίστηκε,  δεν ήξερε τι να κάνει, η  μάνα του είχε φύγει από χρόνια και τους είχε αφήσει παίρνοντας μαζί τον μικρότερο γιο της , καμιά φορά της τηλεφωνούσε αλλά  εκείνη δεν έδειχνε μεγάλη θέρμη, μια φορά  είχε δει και τον αδερφό του όμως  εκείνος του φάνηκε ψυχρός, απόμακρος,  δεν τόψαξε παραπέρα. Άρχισε να δουλεύει  στα ξενυχτάδικα σε ωράρια άσχημα,  όπως ήταν θολωμένος έμπλεξε με  κάτι μαφιόζους που τον έχωσαν σ’  ένα μαγαζί  με φρουτάκια, τον έκαναν συνεταίρο  και του φόρτωσαν όλο το χρέος τους.  Ούτε κατάλαβε τι είχε συμβεί, δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα κι ούτε είχε κάποιον να τον βοηθήσει,  η εφορία τον κυνηγούσε,  το χρέος  με τους τόκους  είχε ξεφύγει, τελικά η αστυνομία τον βρήκε,  έκανε και φυλακή σχεδόν ένα χρόνο κάπου στην  Χαλκιδική.  Δεν του φάνηκαν  και τόσο τρομερά τα πράγματα εκεί μέσα,  ήταν καλοκαίρι  και κοιμόταν κάθε βράδυ  δίπλα σ’ ένα τεράστιο ψυγείο,  ο βόμβος του τον ηρεμούσε,  ακουμπούσε το κεφάλι του στη βάση του μηχανήματος και σε λίγο αποκοιμόνταν. Κάτι φουσκωτοί  τον είχαν βάλει στο μάτι  έτσι μικροκαμωμένος που ήταν,  κοντός με  γαλανά μάτια κι ένα χαμόγελο σα μάσκα  κολλημένη στο πρόσωπό του,  έμοιαζε  με φιγούρα από καρτούν, σαν μεγάλη κούκλα που θα μπορούσες να την κουβαλήσεις και να τη βάλεις σε κάποια βιτρίνα. Έμαθε τα κόλπα και το πράγμα κύλησε ήρεμα, όταν βγήκε του είπαν ότι είχε τελειώσει με το  ποινικό μέρος,  το χρέος θα έμενε πάνω του.

Όταν βγήκε αναζήτησε έναν τύπο  που είχε γνωρίσει  μέσα κι εκείνος   τον  πήρε μαζί του σε μια δουλειά όπου έβγαζε κανένα χαρτζιλίκι, κανένα ξεροκόμματο, οι εποχές ήταν δύσκολες, δεν μπορούσες ν’ αφήσεις τίποτα να πέσει χάμω.  Καμιά φορά  του δάνειζε και λίγα χρήματα , τον λυπόταν  κι όποτε  πήγαινε να τον πειράξει ένα   βδελυρό υποκείμενο που έκανε τον επιστάτη,  ο πρώην τρόφιμος των φυλακών   πάντα του φώναζε  ν’ αφήσει το παιδί ήσυχο γιατί θα τον έπαιρνε ο διάβολος.

Για κάμποσο καιρό   κοιμόταν  στα παγκάκια,  το πρωί σηκωνόταν με τη μέση του πιασμένη  να πιει κανένα καφέ στο κοντινά φαγάδικα και να ετοιμαστεί όπως μπορούσε για δουλειά. Έβλεπε τους ξενύχτηδες να γυρνάνε στα σπίτια τους, τους φουρνάρηδες που ξεκουράζονταν  αφού είχαν βγάλει τα νυχτερινά ψωμιά,  τα καράβια  που είχαν αράξει στη μέση της θάλασσας να στέκονται αμέριμνα,  σκύλους  πίσω από τζάμια που περίμεναν  κάποιον να τους  να ξεκλειδώσει, γάτες χοντρές που προσπαθούσαν  να περάσουν  μέσα από κάτι κάγκελα, σουσουράδες  με ουρές κίτρινες να  σέρνονται ανάμεσα στα χορτάρια του πάρκου,  κάτι τέτοια τον έκαναν να γελά και να ξεχνιέται.

Ευτυχώς έκανε ζέστη εκείνο το διάστημα  κι ούτε  είχαν πιάσει εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε σακατεύουν, ήταν ο καιρός  που έπιαναν στην πόλη κάτι μπόρες δυνατές σέρνοντας ότι αντικείμενο έβρισκαν στο δρόμο τους κατά την προβλήτα. Έβλεπες εκεί πέρα κουβάδες, γλάστρες,  κάδους, ακόμα και καναπέδες να κυλάνε στο ρέμα που  είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, το άφθονο νερό είχε ξαναζωντανέψει τα πεθαμένα λουλούδια και το γρασίδι των πάρκων, τα φύλλα των θάμνων είχαν  ξαναγίνει στιλπνά σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος κι έλαμπαν στο δυνατό φως, τα λουλούδια έδειχναν  πιο φρέσκα,  τα χρώματα τους είχαν γίνει  πιο ζωηρά σα βελούδινα. Μια φορά  όπως κοιμόταν ξεθεωμένος ξύπνησε απότομα από αστραπές και βροντές,  αμέσως ξεκίνησε ένας  κατακλυσμός  που έριχνε καρέκλες και κομοδίνα απ’  τον ουρανό, έτρεξε να προφυλαχτεί κάτω από ένα υπόστεγο. Εκτός από νερό  έριχνε και κάτι κομματάκια παγωμένα σα καραμέλες, χαλάζι άσπρο,  που σκορπούσε σα χαλί στην άσφαλτο,  οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμι κι όλοι  τσαλαβουτούσαν μες τα λασπόνερα καθώς γύρω  άστραφτε και βροντούσε, καθόταν εκεί κάτω απ’ το υπόστεγο και χάζευε τους χείμαρρους που κυλούσαν προς  τη θάλασσα και τα κορίτσια με τα φορέματα γεμάτα φραμπαλάδες που προσπαθούσαν να φυλαχτούν απ’  την τρομερή  νεροποντή.

Ένα πρωί  όπως καθόταν στο παγκάκι πίνοντας τον καφέ του πρόσεξε  ένα αμαξάκι να κυλά αργά- αργά πάνω στις πλάκες σα να έφευγε ανεξέλεγκτο,  στην αρχή νόμιζε ότι κάποιος αστειεύονταν αλλά  μετά είδε το αμαξάκι να φεύγει καρφί για τη θάλασσα,  έτρεξε όπως ήτανε μήπως το προλάβει όμως  εκείνο σε λίγο αφού αιωρήθηκε μια στιγμή στον αέρα βούτηξε στο νερό κι άρχισε να βουλιάζει μέσα σε παφλασμούς. Έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια του,  άφησε το κινητό στα πλακάκια  και βούτηξε  χωρίς να το σκεφτεί, από το τζάμι του αμαξιού που δεν είχε βυθιστεί ακόμα πρόσεξε ένα ξανθό κορίτσι να κάνει χειρονομίες απελπισμένες, ‘’Μα τι βλαμμένο!’’ είπε μέσα του,  δοκίμασε ν ανοίξει την πόρτα όμως εκείνη είχε φρακάρει,  πέρασε από την άλλη μεριά,  ούτε από κει μπορούσε να μπει,  τότε πήγε στην πίσω μεριά,  άνοιξε το πορτ μπαγκάζ  κι από κει μπήκε στο θάλαμο του οχήματος,  έπιασε το κορίτσι  απ’  τις μασχάλες και μέσα σ’ εκείνο τον απίστευτα στενάχωρο χώρο το τράβηξε προς το άνοιγμα και το έσυρε μέχρι κάτι σκαλοπάτια που είχανε χτιστεί στο τσιμέντο του λιμανιού.  Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, όλα έιχαν συμβεί πολύ γρήγορα,   ήταν τέτοια η ώρα που γύρω επικρατούσε νέκρα,  μονάχα ένας γέρος μ’ αθλητική φόρμα και καπελάκι έτρεχε ιδρωμένος χωρίς  να νιώσει τίποτα  για το δράμα που εξελίσσονταν δίπλα του.  

Ένιωθε πτώμα,  δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη νύχτα,  αναρωτιόταν πως θα πήγαινε στο μαγαζί και πως θα έβγαζε τη βάρδια του.  Το κορίτσι είχε γίνει μούσκεμα κι έτρεμε,  το πήρε εκεί σε μια άκρη να το στεγνώσει όπως- όπως  με μια πετσέτα που κουβαλούσε στο τσαντάκι του, ‘’Μα είσαι ηλίθιο,  τι πας να κάνεις!’’ του φώναξε,  εκείνο πάλι τον κοίταζε σα χαμένο και τότε  πρόσεξε ότι ήταν μια κοπέλα  πολύ όμορφη, ξανθιά, λεπτή,  μ’ ένα βλέμμα κάπως ντροπαλό. Σταμάτησαν ένα ταξί,  ο οδηγός  τους κοίταζε περίεργα αλλά δεν είπε τίποτα ‘’Ποιος ξέρει τι χαμένα είναι τούτα!’’ σκεφτόταν και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ήταν βρεγμένοι και οι δύο . Στο σπίτι του κοριτσιού που  οι γονείς του λείπανε στο εξοχικό,   του έδειξε ένα μπάνιο ν αλλάξει  κι αυτή πήγε σ’ ένα άλλο δωμάτιο να βγάλει τα ρούχα της. Έκανε ντους, φόρεσε ένα τζιν που του έδωσε η κοπέλα κι ένα φανελάκι άσπρο,  κι έπειτα ξάπλωσε σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι που υπήρχε  εκεί χαλαρώνοντας ύστερα από πολλή  ώρα. Δεν είχε καμιά όρεξη να πάει στη δουλειά και τηλεφώνησε στο αφεντικό ότι δεν ήταν καλά κι ότι θα πήγαινε στο γιατρό για κάτι εξετάσεις.

Ξαπλωμένος εκεί πέρα  ένιωσε εκείνο για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια  το είδος της άνεσης που αισθάνεσαι ζώντας με μια γυναίκα,  το είχε ξεχάσει αυτό το συναίσθημα, αυτή την γαλήνη που είχε τότε που ζούσε με τη μητέρα του. Το κορίτσι δε μιλούσε  πολύ, προσπαθούσε με κάθε τρόπο  να του δείξει την ευγνωμοσύνη της που την έσωσε, τις επόμενες μέρες έβγαιναν μαζί, συνήθως πήγαιναν σ’ ένα σημείο ψηλά πάνω απ’  την πόλη,  από κει μπορούσαν να δουν όλο τον ορίζοντα μέχρι πέρα μακριά,  από κει πάνω  μπορούσες  να  δεις  πολύ περισσότερα απ’  ότι κάτω στο λιμάνι όπου ξυπνούσε το πρωί βλέποντας το περίκλειστο  λιμάνι. Η  καρδιά του χτυπούσε  δυνατά όποτε την έβλεπε, αρχίσε να ελπίζει και να κάνει όνειρα παλαβά  όταν ένα βράδυ το κορίτσι του είπε πως έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό όπου είχε ξεκινήσει κάτι σπουδές όμως θα ερχόταν σε κάνα μήνα μόλις τέλειωνε η εξεταστική, με το που το άκουσε έπεσε  σε βαθιά  μελαγχολία.

Θα περίμενε όσο χρειαζόταν, δεν είχε κι άλλη επιλογή, το κορίτσι πριν φύγει του είχε  βρει ένα σπίτι σε μια πολυκατοικία καινούρια της οποίας η εξώπορτα άνοιγε μ’ έναν συνδυασμό . Σαν μπήκε το καλοκαίρι μ’  εκείνες τις καταραμένες ζέστες άρχισε να τα παίζει,  έπρεπε να πάει και στην εφορία όπου τον καλούσαν ‘’Τι στο δαίμονα θέλουν πάλι!’’ σκεφτόταν καθώς έμπαινε στο κτίριο με τους βαρεμένους υπαλλήλους,  στο γραφείο του διευθυντή που τον φώναζε  κοροϊδευτικά ‘’Ωνάση’’ με τόσα χρέη που είχε μαζέψει κάθισε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα  όμως αυτή τη φορά ο τύπος με τα γυαλιά πίσω από το γραφείο του είπε ότι όλα τα χρέη του είχαν πληρωθεί με κάποιο τρόπο  ‘’Ωνάση είσαι ελεύθερος!’’ του φώναξε, αυτό   κι αν ήταν κουφό,  τι στην οργή είχε συμβεί  !  

Προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήταν όλα αυτά που γινόταν  ξαφνικά στη ζωή του, δεν μπορούσε να τα καταλάβει, ήταν πάρα πολλά για το φτωχό μυαλό του,  η κοπέλα είχε μέρες να του τηλεφωνήσει κι αυτός δεν μπορούσε να πάρει στο εξωτερικό, δεν την έβρισκε, ήθελε να τη ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράγματα, παρ’  όλο που είχε ξεχρεώσει απ’  το πουθενά  και είχε φύγει από το στήθος του εκείνος ο βραχνάς ο αφόρητος δεν ένιωθε χαρούμενος,  δεν μπορούσε ν’ αντέξει διαφορετικά, είχε πέσει σε μελαγχολία κι ήθελε να φύγει κάπου μακριά, να ταξιδέψει πέρα από βουνά, χωράφια και θάλασσες, να ξεθολώσει με κάποιο τρόπο, είχε αφεθεί ξανά κι έπινε και τότε ήταν που  έπαθε τη ζημιά με το στομάχι του.

Όταν τον μάζεψαν οι τραυματιοφορείς και τον πήγαν στο νοσοκομείο τα είχε χαμένα,  η εγχείρηση του κράτησε ώρες,  πάνω του είχαν μαζευτεί ένα κάρο ειδικοί κα πάλευαν να τον κρατήσουν,  κάποια στιγμή ένοιωσαν ότι  τον χάνουν,  αργότερα  που τον ρωτούσαν είπε ότι ένιωθε όλη την  ώρα να ίπταται  στην οροφή του θαλάμου και να βλέπει από κει πάνω  όλα όσα γίνονταν  σα να μην είχε καμιά σχέση, ήταν μια εμπειρία εντελώς μεταφυσική.  Σε κάποια φάση είδε μες στο όραμα του το θάλαμο να μεγαλώνει και να γίνεται ένας χώρος τεράστιος σαν παλάτι με κάτι κουρτίνες πανύψηλες, κόκκινες που κρέμονταν από ένα τοίχο μαρμάρινο, το φως του ήλιου έμπαινε από χρωματιστά τζαμάκια κι  έπεφτε πάνω στο κορίτσι που είχε βγάλει από τη θάλασσα, στεκόταν σε μια μεριά και  του χαμογελούσε ενώ  τα ξανθά του μαλλιά έλαμπαν μαγικά κι ήταν μια οπτασία, μια μουσική  έπαιζε από κάπου, ο γιατρός του είπε  ότι όση ώρα τον έραβαν αυτός  χαμογελούσε…

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...