Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΝΤΑ

Βάλετε τα παπλώματα , τα υφάναν ανεράδες
και τα υφαδοπλουμίσασι , του Δράκοντα οι κόραις...

Της Λιογέννητης


Το φορτηγό είχε ξεφορτώσει ένα βουνό χώμα κι έπρεπε κάπως να το σκορπίσω εκείνο το βουνό . Όπως το κοίταζα είχα τρομάξει, τι θα έκανα μ αυτό το τέρας εκεί μπροστά μου, μ είχε εγκαταλείψει κι ο Ροδόπουλος Ο Αθηναίος που χτυπούσε με μίσος τ αγριόχορτα που τον είχα βάλει να καθαρίσει , καλά πολύ γέλιο, σηκώθηκε κι έφυγε απηυδισμένος δεν το περίμενε έτσι, μ άφησε ολομόναχο .

Έκανα ότι μου είπε ο παππούς μου θεός ΄σχωρέστον, πάντα σκεφτόμουν αφού αυτός τα κατάφερε κι εγώ πρέπει να το κάνω αφού το αίμα του μέσα μου συνεχίζει να τρέχει. Ότι μου είπε έκανα , σκόρπισα το βουνό το χώμα, το άπλωσα το έκανα απαλό με τη τσουγκράνα, έσπειρα το γκαζόν, το πάτησα με τα πόδια μου όπως κάναμε στο χωριό σα σπέρναμε καπνό στα φυτώρια το Φλεβάρη , το πότισα περιχύνοντας με προσοχή από ψηλά και περίμενα. Όπως έκανε ζέστη μέσα σε μια βδομάδα ήρθε και φύτρωσε σαν τεράστιο χαλί πράσινο, χορτάριασε όμορφα ο τόπος όλος , το κοίταζα και δε το πίστευα.

Κάπου εδώ στη καλαμαριά πρέπει να ήταν το μέρος εκείνο, προσπαθώ να το βρω σε κάτι στενά πνιγμένα στον κισσό και στ αναρριχώμενα. Ανάμεσα τους μπορείς να δεις τους βράχους της προβλήτας και την ακτή του Αγγελοχωρίου, φορτηγά καράβια γεμάτα κιβώτια τετράγωνα στο Θερμαϊκό, κύματα άσπρα αφρίζουν πάνω στη πράσινη θάλασσα, η ατμόσφαιρα καθαρή, χιόνια καινούρια έχουν πέσει στον Όλυμπο. Κάπου εδώ πρέπει να ήτανε, δε μπορώ ακριβώς να καταλάβω,έχω μπερδευτεί, με τόσες βροχές φέτος οι αλάνες έχουν μετατραπεί σε ζούγκλες τροπικές, θυμάμαι αυτό το βενζινάδικο, το κομμωτήριο, τα αεροπλάνα χαμήλωναν έτσι ακριβώς κατεβαίνοντας προς το αεροδρόμιο …

Κάπου εδώ πρέπει να ήταν, ένα ουζερί έβλεπα καθώς έκοβα το γκαζόν τα Σάββατα, κόσμος πολύς, πανικός, γυναίκες, άντρες, φώναζαν, γελούσαν καθισμένοι μπροστά σε ποτήρια και πιάτα κάτω από φυλλωσιές. Εδώ πρέπει να ήτανε, σε μια εκκλησιά πιο πέρα δούλευα παλεύοντας με τα χώματα, εκεί είχα δει μετά από καιρό και τον άλλον, το ξανθό που μ είχε φιλοξενήσει στην Αθήνα, κάπου στου Ζωγράφου σ ένα διαμέρισμα μιας μονοκατοικίας. Όταν έμενα σπίτι του ξυπνούσα το πρωί ακούγοντας συνέχεια εκείνη τη κασέτα του Θεοδωράκη ''Με τα φιλιά που κάρφωσα εδώ βαθιά σου…. ο κόσμος ξημερώνει!''. Έξω πραγματικά ξημέρωνε, ήταν ώρα να σηκωθώ, οι μαμάδες σέρνανε τα μικρά τους στο σχολείο, οι είσοδοι των πολυκατοικιών έμοιαζαν έρημες , τα μαρμάρινα σκαλοπάτια μονάχα τους κι αυτά. Αυτός ήταν, τον κατάλαβα αμέσως, ήταν στη ΚΝΕ τότε όπως κι εγώ, τώρα φαίνονταν να είχε αλλάξει, ποιος νοιάζεται θα μου πεις, από τότε δε μου άρεσε άλλωστε, κάτι χαρτιά έφτιαχνε ετοιμάζονταν να παντρευτεί συνέχισα να κλαδεύω κάτι πυράγκαθους.

Από τότε μούχει μείνει και τέτοια εποχή προσέχω τα φυτά τα δέντρα που γεμίζουν μπουμπούκια μαβιά που τα βλέπεις να βγαίνουν ακόμα κι απ τον κορμό κι απ τα κλαδιά τους, τις αχλαδιές που ανθίζουν μες τις ρεματιές , τις πασχαλιές και τις ντάλιες στους κήπους των Διαβατών όπου οι γριές καθαρίζουν τις αυλές τους κι οι γέροι μαζεύουν χόρτα απ τα χωράφια. Προσέχω όποτε περνώ από κει τα ταβλάνια στην αυλή του αγίου Δημητρίου, τις πικροδάφνες στην Αγία Σοφία, ο παππούς μου τα φύτεψε όλα , ακόμα κι οι γλάστρες με κάτι φυτά εξωτικά στην κατακόμβη του Αγίου Προδρόμου λίγο πιο πίσω εκέι όπου οι σουσουράδες κι οι κοκκινολαίμηδες σκαρφαλώνουν σε μια μπρούτζινη καμπάνα. Προσέχω και τις καλαμιές που έχουν φυτρώσει στο αυλάκι όπου έτρεχε νερό για τα τρυπάνια που έσκαβαν τη γη για το μετρό, είναι απίστευτο πόσο γρήγορα τα φυτά προσαρμόζονται, πουλιά πετούν ανάμεσα τους, τι έχει γίνει αναρωτιέσαι . Και στα σπίτια που μπαίνω όμως, στα κοριτσίστικα δωμάτια ειδικά , φωτογραφίες ολόφρεσκες παιδιών μ ένα σημάδι κόκκινο στο μέτωπο δίπλα σε άσπρες τριανταφυλλιές, μου έχει μείνει.

Και σ άλλες εκκλησιές είχα δουλέψει. Στη Μονή Βλατάδων πιο πολύ κοίταζα τη θέα από κει πάνω παρά δούλευα, αγνάντευα τ αρμένικα νεκροταφεία καθώς ανέβαινα με το αστικό, τα σκούρα γυαλιστερά μάρμαρα και τα σπασμένα αγάλματα των αγγέλων . Πολλές φορές κατέβαινα σ ένα υπόγειο όπου μαγείρευαν γυναίκες ηλικιωμένες για το συσσίτιο της εκκλησίας, πολύ μ άρεσε εκείνο το μέρος, πάντα η ίδια μανία για τις κουζίνες με τα χρωματιστά πλακάκια, τις μυρουδιές, τους ατμούς, τις γυναίκες με τις ποδιές δεμένες στη μέση που περιφέρονται εκεί μέσα σα να βρίσκονται στο στοιχείο τους, κάνα τσάι ή κάνα καφέ μούφερνε μια απ αυτές με τα τρεμάμενα χέρια της μερικές φορές μούβαζαν να φάω κιόλας τίποτα....

Σ εκείνη την εκκλησία είχα γνωρίσει κι ένα τύπο, πιάσαμε κουβέντα, πολύ γλυκός ήτανε , ονειροπόλος, όλα ήθελα να του τα ρωτήσω. Σ' όλη την Ελλάδα είχε ταξιδέψει, στα νησιά πιο πολύ, φτιάχνοντας έργα δημόσια. Το Αιγαίο αγαπούσε πιότερο, τρελαίνονταν για τη Σίφνο μα και για τη Νάξο, τη Πάρο, μόνο τη μια μεριά της όχι αυτή που είναι η Νάουσα. Στη Μύκονο είχε περάσει κάτι πασχαλιές φοβερές κάπου στη δεκαετία του εβδομήντα, τότε που τελείωσε το πολυτεχνείο εδώ στη Θεσσαλονίκη και τον κυνηγούσαν οι αρχές γιατί ήταν στη ΚΝΕ, όχι κανονικός, ‘’επιρροή’’ μου είχε πει, κι εγώ είχα περάσει απ τη ΚΝΕ, ''Έχουμε πολλά κοινά τελικά '' έλεγε γελώντας . Στη Μύκονο λοιπόν είχε περάσει κάτι πασχαλιές με τον επιτάφιο να περνά απ τα πλακόστρωτα ανάμεσα σε φαναράκια και κεριά, κόσμος πάνω στα μπαλκόνια σταυροκοπιούνταν πλάι σε θυμιατά που λιβάνιζαν τον αέρα όπως περνούσαν τα παιδιά με τις εικόνες και τα εξαπτέρυγα, η μυρωδιά της θάλασσας ανακατεύονταν μ αυτή των λουλουδιών και της άνοιξης και του κομμένου γρασιδιού στα περιβόλια…

Στην Εύβοια περνούσε τα καλοκαίρια του, σ ένα χωριό στα νότια του νησιού όπου οι παππούδες του μάζευαν γλυκάνισο και τόβαζαν να ξεραθεί στις ταράτσες και να λιαστεί στον ήλιο, μοσχοβολούσε ο τόπος ολόκληρος ως πέρα μακριά...

Και στην Αλόννησο είχε περάσει κάποιο καλοκαίρι με μερικές φοιτήτριες κι ένα φίλο, σ ένα χωριό όπου μπορούσες μόνο με καράβι να πας, δεν υπήρχε δρόμος κανονικός , τους είχανε τελειώσει τα λεφτά και ΄τοχαν ρίξει στο ψάρεμα, ‘’Άκου να δεις …‘’είχε πει στο φίλο του ''…εσύ θα ρίχνεις το αγκίστρι κι εγώ θα σου λέω κατά που έχει ψάρια'', έτσι πιάσανε ένα σωρό σπάρους μεγάλους και τους είχανε δώσει στον μοναδικό καφετζή του χωριού να τους μαγειρέψει στη κουζίνα του, έφαγαν μέχρι να σκάσουν...

Μόνο στα νησιά του βόρειου Αιγαίου δεν είχε πάει κι ήθελε κάποτε να περάσει κι από κει, απ τη Λήμνο , τη Σαμοθράκη, τη Λέσβο, τη Χίο πιο πέρα. Για τη Κέρκυρα έλεγε ότι έχει μια παραλία τη Γλυφάδα που είναι τόσο καθαρή ώστε μπορεί να δει τον πυθμένα της κι ένας τυφλός ακόμα! Το Ιόνιο κατά το φίλο μου έχει θάλασσες πιο βαθιές, η Αδριατική είναι πιο άγρια απ το Αιγαίο, εγώ άκουγα και ξεχνιόμουν άφηνα το λάστιχο να τρέχει πλημμυρίζοντας τους θάμνους και τις ορτανσίες μέχρι να πάρω χαμπάρι τι γίνεται .

Είχα πάει και στο σπίτι του μια φορά, είχε φτιάξει πλιγούρι με σαλιγκάρια που είχε μαζέψει κάπου στα Φλογητά, τα είχε μαγειρέψει όπως τάφτιαχνε η μάνα του, με τη συνταγή τη καραμανλίδικη που έφεραν από ένα χωριό κοντά σε αμμόλοφους και κατακόμβες σκαμμένες στο μαλακό πέτρωμα. Γυρνούσαμε με το αμάξι του προς το κέντρο, κήποι με ροδακινιές, σύννεφα μαζεύονταν σωρός κατά τον περιφερειακό και κατά το Σέιχ σου, ο ήλιος έδυε πάνω απ τα νεκροταφεία της Ινδικής μεραρχίας στο Δενδροπόταμο κι οι αραδιασμένες ταράτσες της μοναστηριού σχημάτιζαν ένα φρύδι που χάνονταν στη δύση…

Ο γοφός του πονούσε, κάτι ενέσεις χτυπούσε, ένα τσιγάρο κρατούσε στο χέρι πάντα , ένα νύχι χαλασμένο είχε από κάποιο ατύχημα σ ένα υδραγωγείο που έχτιζαν κάπου στη Σαντορίνη. Στο Άγιο Όρος είχε περάσει ένα φεγγάρι, μέρες κάθονταν άπραγος ώσπου νάρθουν τα υλικά, βοηθούσε τους μοναχούς να σκάψουν τους μπαξέδες τους. Τον φιλοξενούσαν στο αρχονταρίκι, του έδιναν τα καλύτερα κόλλυβα και κάτι μιλ φέιγ απίστευτα πού έφτιαχνε ένας μάγειρας μάστορας μεγάλος , ήταν υπέροχα εκεί πέρα, την άνοιξη οργίαζε η βλάστηση, τα δέντρα και τα φυτά για κάποιο λόγο γίνονταν τεράστια σ σκίνο το μέρος το ευλογημένο. Από τα πλατώματα και τα παραθύρια των μοναστηριών προσπαθούσε να υπολογίσει ποια νησιά ήταν εκείνα που φαίνονταν μες την ομίχλη του ορίζοντα, θα μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί...

Έναν καλόγερο είχε γνωρίσει που δέχονταν κόσμο κι έδινε συμβουλές, ήσυχος σα το φίλο μου ήταν εκείνος ο καλόγερος πάντοτε εκτός από μια φορά. Μια παρέα οχλαγωγούσε κι έλεγε βλακείες, ότι να ναι, είχαν χαζέψει οι άνθρωποι, ο γέρο μοναχός έγινε έξαλλος, τον ανάγκασαν να εκραγεί, ο φίλος μου παρακολουθούσε τη σκηνή καθισμένος εκεί κοντά κάτω από ένα κυπαρίσσι...

Επειδή βαριόταν μια μέρα ακολούθησε εκείνο το καλόγερο στο ψάρεμα, είχαν βγάλει κάτι καλαμάρια από τ ανοιχτά, ο καλόγερος είχε μαζί του ένα καμινέτο κι ένα τηγάνι, ήξερε μια πηγή σ ένα μέρος κρυφό πίσω από μια συστάδα με καλαμιές κοντά στη παραλία, έπλυναν τα ψάρια, τα μαγείρεψαν επί τόπου στην αμμουδιά πλάι στο κύμα που νότιζε τα χαλίκια, είχαν και λίγο ούζο μαζί τους…..

Η γυναίκα του ήταν από τη Συμβολή ένα χωριό κάπου μεταξύ Δράμας και Σερρών όπου συναντιούνται δυο ποτάμια. Έχει ένα φράγμα εκεί , νερά άφθονα, γριβάδια και πέστροφες αλλά βαριόταν να περιμένει ψαρεύοντας, όταν του είπα ότι εκεί πέρα έψελνε ο πατέρας μου είχε πάθει πλάκα ''Σοβαρά μιλάς! Πρέπει να τον γνωρίσω'', καλά δε το πίστευε, είχαν μάλιστα και την ίδια αρρώστια, με ρωτούσε λεπτομέρειες, ωραίος τύπος.

Του είχα πει πολλές φορές για τον πατέρα μου, για τότε που καθόμασταν κάτω απ τη κληματαριά ακούγοντας τα τρακτέρ να κόβουν στη μέση την ησυχία του μεσημεριού όπως περνούσαν, ένα σπίτι παλιό υπήρχε απέναντι μας χτισμένο με πέτρες τετράγωνες, λαξευμένες, βαλμένες η μια πάνω στην άλλη, στη σκεπή πλάκες από σχιστόλιθο ...

Τη νύχτα κάτω καθόμασταν κάτω απ τη τεράστια κερασιά τη καταφορτωμένη με λουλούδια κάτασπρα που υπήρχε στην αυλή μας, πάντα νόμιζα ότι κάποιος ήταν σκαρφαλωμένος στο δέντρο και μας παρατηρούσε στα σκοτεινά, ραδιόφωνο ακούγαμε, ο συγχωρεμένος ο μπαμπάς μου τραγουδούσε επαναλαμβάνοντας ότι άκουγε ενώ τα τσομπανόσκυλα αλυχτούσαν πέρα μακριά ''Σου τόχω πει, σου τόχω πει, δεν ειμ εγώ για προκοπή, εγώ ειμ΄ αγάπη δίκοπη'', κι ένα άλλο ''Αδύνατος μου γράφει ο Κωστάκης κι έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης''….

Κάποτε κατάφερε νάρθει στο χωριό μου ο φίλος μου, παραμονές του Πάσχα σαν και τώρα ήτανε, πήγαμε στο μοναστήρι, πήραμε μαζί και τον πατέρα μου. Στην εκκλησιά κάτι εικόνες στεφανωμένες με λουλούδια ξερά, μια λωρίδα φωτεινή περνούσε μέσα από ένα τζάμι κίτρινο κι έπεφτε πάνω στα κοντάρια και τα σπαθιά και τις ασπίδες των αρχαγγέλων και των στρατιωτών και των πολεμιστών, οι τοιχογραφίες θύμιζαν το Διγενή που πολεμούσε στα μαρμαρένια Αλώνια.

Κάτω από ένα πλατάνι καθίσαμε, ο πατέρας μου έγειρε το κεφάλι πιάνοντας το με τη παλάμη , ατένιζε τη ρεματιά που έχασκε μπροστά στο αρχαίο μοναστήρι, οι οξιές είχαν αρχίσει να πρασινίζουν, τα δέντρα στο προαύλιο της μονής ήταν γεμάτα μελίσσια, μες την ερημιά του φαραγγιού ακούστηκε εκείνο το παλιό τραγούδι που τόχα ξεχάσει εντελώς ''Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος, και το μικρό βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης....και τα υφαδιοπλούμισανε, του Δράκοντα οι κόρες ...

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

Χαμός γίνονταν στα λαδάδικα, δεν έβρισκες μέρος να καθίσεις, σερβιτόροι πήγαιναν κι ερχόντουσαν σα παλαβοί κι άλλοι στέκονταν μ ένα δίσκο γεμάτο νεροπότηρα, όλοι είχαν βγει έξω με τη λιακάδα που είχε σα να ήταν συνεννοημένοι, ένα τσούρμο κορίτσια απ το διπλανό τραπέζι μας ζαχάρωναν, καλά μ αυτές δε βρίσκεις άκρη, άλλες φορές σε γράφουν κανονικά, δεν υπάρχεις, η παρουσία σου ολοκληρωτικά δεν υφίσταται κι είναι φορές που πέφτουν όλες μαζί και κοιτάζουν καλά τότε είναι χάρμα!

Ντεκολτέ αβυσσαλέα, χείλια και πρόσωπα όμορφα, άλλες δείχνουν τα πόδια τους μέχρι μέσα βαθιά, άλλες φορούν χνουδωτά γιλέκα και με τα γαλάζια μάτια τους θυμίζουν αγριόγατες, γατόπαρδους λεοπαρδάλεις κι αιλουροειδή παντός είδους, άλλες πάλι περπατούν γρήγορα σα γαζέλες, το μέρος θυμίζει πασαρέλα όπου οργανώνεται ανοιξιάτικη κολεξιόν, χρώματα πράσινα θαμπά και μαύρα του ανθρακίτη, ρούχα με βάτες και κοψίματα και τελειώματα περίεργα κι άλλα κουφά , συνδυασμοί και συνολάκια και φόρμες καλοκαιρινές κι άλλα ποικίλα και διάφορα , βραχιόλια χρυσά φορούν στόνα τους χέρι και δαχτυλίδια ασημένια στο άλλο, γεύση μέντας που καίει έχει το στόμα τους, ξεχειλίζουν από κείνο τον ερωτισμό που βγαίνει αβίαστα απ τους πόρους του σώματος χωρίς να κάνουν τίποτα ιδιαίτερο.

Κάποιος απ τη παρέα λέει ''Εγώ δε κερνάω ξανά κανονίστε! '' - ''Εσύ Σταμάτα!’’ λέει σε μένα ’’… μη συνεχίζεις, σε ξέρουμε εσένα, κόφτο, ποιος νομίζεις ότι είσαι, δεν είναι ανάγκη ν ακούμε αυτά που σκέφτεσαι, δε το καταλαβαίνεις ρε φίλε, άμα αρχίσεις δε ξέρεις τι λες, νομίζεις ότι εμείς δε τα σκεφτόμαστε αυτά, απλά δε τα λέμε, τα κρατάμε μέσα μας, δε μπορείς να κάνεις κι εσύ το ίδιο, τόσο δύσκολο είναι!’’

Αυτός που μιλά όλο νεύρα είναι τελευταία, δε ξέρω τι έχει πάθει, δε κοιμάται καλά, ούτε στη δουλειά δε πήγε μια μέρα μπας κι ηρεμήσει λίγο, κάτι του συμβαίνει, φωνάζει, χειρονομεί, από γύρω μας κοιτάνε ενώ εγώ σκέφτομαι '' Δε πα να λέει ότι θέλει, θα του τα πω κι ας κάνει ότι νομίζει !''

Όμως φέτος η άνοιξη είναι τόσο γλυκιά, εγώ τουλάχιστον έτσι τη βλέπω, έτσι την αισθάνομαι, μου θυμίζει παλιές στιγμές τότε που έβρεχε στο χωριό , τα βουνά μαύριζαν σιγά σιγά αλλάζοντας χρώμα όπως τα δέντρα ψηλά φύλλωναν σταδιακά σε κάθε επίπεδο μήνα με το μήνα, οι φλαμουριές ήτανε έτοιμες να μπουμπουκιάσουν κάτω απ τη βρύση μας.

Βγαίναμε τότε ψάχνοντας σαλιγκάρια σε μέρη γεμάτα πέτρες, πικραμυγδαλιές , ξανθισμένες πια, είχαν φυτρώσει στις στοιχειωμένες ξερολιθιές, ο πατέρας του Σάββα είχε σκοτωθεί εκεί κοντά πηγαίνοντας για ξύλα, το τρακτέρ του είχε πέσει σ ένα βάραθρο κι όλοι πήδηξαν απ την αντίθετη κατεύθυνση, αυτός διάλεξε λάθος μεριά, καταπλακώθηκε, απ τα σίδερα και τις λαμαρίνες, άνοιξη ήτανε ...

Ψάχναμε ανάμεσα σε γαλαξίδες , κάτι φυτά πρασινωπά που έβγαζαν ένα χυμό γαλακτερό όταν κόβονταν, άλλοτε φτάναμε περπατώντας δρόμους λιθόστρωτους, βρίσκοντας πέταλα αλόγων σκουριασμένα, μέχρι κάτι τοποθεσίες μέσα σε φαράγγια, σπηλιές που είχαν τοίχους μαυρισμένος από φωτιές που άναψαν οι βοσκοί κάποτε εκεί να ζεσταθούν τα βράδια, γράμματα παλιά υπήρχαν σκαλισμένα πιο μέσα ακούγονταν,μια βουή φοβόμασταν να προχωρήσουμε πιο μέσα ...

Τη νύχτα βγαίναμε με το φεγγάρι κρατώντας φανάρια που έφεγγαν σκορπισμένα παντού, σ ένα μέρος ψάχναμε βλέποντας ένα παράθυρο φωτισμένο, νομίζαμε ότι δυο μάτια κολλημένα στο τζάμι μας παρακολουθούσανε, ένας στάβλος πιο κει ένα άλογο είχε χλιμιντρίσει ανήσυχα μες τη ησυχία της σκοτεινιάς μόλις μας αντιλήφθηκε, το είχαν αφήσει έξω στο ύπαιθρο δεμένο όλη νύχτα ...

Φέτος ορκίστηκα να μη μου φύγει πάλι η άνοιξη, να μη περάσει έτσι δίχως να πάρω χαμπάρι τίποτα, όλο αναμνήσεις από παλιά μούρχονται, τότε που πηγαίναμε χόρτα να μαζέψουμε και παπαρούνες για να κάνει χορτόπιτα η μάνα μας, ακόμα έχω εκείνη τη γεύση στο στόμα μου. Ήταν τότε που η Μαρία έλεγε το ''Άσπιλε'' στο Άγιο Χριστόφορο, το εκκλησάκι με τους ασβεστωμένους τοίχους και τα ντουβάρι βαμμένα στο χρώμα της ώχρας, κοντά σ ένα μέρος μ αυλάκια και δέντρα και χόρτα μουσκεμένα απ τη βροχή, χόρτα τόσο φρέσκα που σούρχονταν να βοσκήσεις κι εμείς γελούσαμε γιατί φαλτσάριζε η Μαρία όμως στη πραγματικότητα ζηλεύαμε, ψάχναμε κάτι να κοροϊδέψουμε, ήταν τόσο όμορφη!

Πίσω στη παρέα μια φίλη μου λέει ''Μη βάζεις τα χέρια μπροστά στο πρόσωπο σα να είσαι σπαστικός, στόχω πει πεντακόσιες φορές!'', κάποιος μου κόβει τη θέα σ ένα μωρό πραγματικό που έχει βυθιστεί στη πολυθρόνα του ολόκληρο χρειάζομαι τη προσοχή του απεγνωσμένα κι αυτό ανταποκρίνεται,αυτό είναι το καλύτερο σημείο της επαφής με μια γυναίκα, αυτό το παιχνίδι που απολαμβάνεις περισσότερο απ οτιδήποτε, ένας βλάκας στέκεται μπροστά μου σα κούτσουρο, φύγε ρε φίλε, ξεκουμπίσου, αφού εμένα κοιτά, άστο, δεν είναι για σένα, μα τι βλάκας, τι τούβλο!

Στιγμές ανοιξιάτικες μου έρχονται, τότε που πήγαινα στο Ανατόλια, στη βιβλιοθήκη για να διαβάσω κάτι βιβλία για πτώματα, φοβόμουν να τα ζητήσω , τρέχα γύρευε γιατί μ ενδιέφεραν τόσο πολύ τότε, έπρεπε να περάσω κάτω από μια γέφυρα νιώθοντας τους τροχούς των αυτοκινήτων να τρίζουν στο τσιμέντο από πάνω μου, διέσχιζα μονοπάτια γεμάτα θάμνους και μαυροπούλια που τσιμπολογούσαν μες το χορτάρι ψάχνοντας για μαμούνια και σκαθάρια και ποιος ξέρει τι άλλο …

Και μια άλλη άνοιξη θυμάμαι, τότε που γύρισε η Χριστίνα απ την Αργεντινή κι όλα έμοιαζαν καινούρια, κάτι μ έτρωγε τότε σαν ένα προαίσθημα απειλητικό να υπήρχε στην ατμόσφαιρα, άμα καείς μια φορά, είχαμε πάει στην Αγγλία εκεί, σε κάτι δάση με δέντρα πελώρια, αρχαία, κάστρα με τάφρους, πύλες, πολεμίστρες, ξωτικά έτοιμα να πεταχτούν όπως στο μεσαίωνα...

Ο άλλος που δεν ήθελε να μ ακούει τάχει πάρει άσχημα, επιμένει, έχω βαρεθεί όμως να τους βλέπω όλον αυτό το καιρό αυτόν και τους όμοιους του, είναι τόσο βαρετοί, θύμωσαν και θέλουν να ξεσπάσουν όπου νάναι, σ όποιον βρουν μπροστά τους , το οικοδόμημα τους αποδείχτηκε σαθρό, το σύστημα τους πήρε σβάρνα, δε δουλέψανε προς τα μέσα , δε ψάξανε, δεν έσκαψαν, αλλού ήταν η προσοχή τους, δε περίμεναν έτσι ναρθούν τα πράγματα, δε δέχονται άλλη άποψη, είναι τόσο σίγουροι ότι έχουν δίκιο, κάτι κουφές θεωρίες σου αμολούν όταν τους ζητάς μια άλλη λύση να σου πουν, φοβούνται, δειλιάζουν, τάχουν παίξει, τόχουν χάσει το παιχνίδι, που να τους ζητήσεις ν αλλάξουν, είναι πολύ αργά, απότυχαν ! Άντε να τους πεις ότι όλο το πρόβλημα είναι μες τα κεφάλια τους, άντε να τους πεις να δουν τις άλλες γενιές αυτές των πατεράδων ή των παππούδων τους, με πόσα λίγα έκαναν τόσα πολλά (μ’ όλες τις βλακείες και τα απίστευτα τους λάθη τους κι αυτοί....

Κάποτε τους τα έριχνα χοντρά αυτών των χαμένων, τώρα προτιμώ το ήρεμο στυλ, δίχως κακίες κι εξάρσεις, πίστεψε με κι αυτό είναι πολύ δύσκολο! Μου άρεσε που του την είπα όσο πιο συγκρατημένα γίνονταν του τύπου, ήμουν ευχαριστημένος μόνο που να, με ξεζούμισε όλο αυτό. Στο σύλλογο Λιτοχωρινών δυο ποτηράκια ούζο με κέρασε ο κυρ Γιάννης, χίλια χρόνια να ζήσει, κάτι ρεβίθια τρομερά, μεζέδες θανατεροί, μ αναστήσανε , μια τύπισσα μ ένα κόκκινο φόρεμα κοίταζε , συνήλθα ...

Ότι και να γίνει εγώ δε τη χάνω φέτος την άνοιξη, ένα παιδί με μακριά μαλλιά φωτογραφίζει ένα σκύλο που έρχεται κοντά του να χαϊδευτεί εκεί στο πάρκο του πεδίου του Άρεως στο καινούριοι δημαρχείο κοντά , παρέα με κάποιον πηδάμε τις κλειδωμένες πόρτες για να κόψουμε δρόμο, γάτες τεντώνονται ξύνοντας σε δέντρα τα νύχια τους περιστέρια με πόδια καμένα απ τους καυστήρες όπου ξεχειμώνιασαν φτερουγίζουν , χελώνες με μια ρίγα κόκκινη πλάι στο μάτι κολυμπούν σε κάτι λάκκους, αυτός που είναι μαζί μου μιλά για κυνήγια στη λίμνη της Καστοριάς, στην Αλεξανδρούπολη, στις Πρέσπες είχε δει εκεί πέρα κοπάδια τεράστια με πάπιες και χήνες κι αργυροπελεκάνους κι άλλα πουλιά υπέροχα που λυπόσουν να τα τουφεκίσεις…

Στη παραλία οι αχτίνες του ήλιου που βγαίνει πίσω απ τα σύννεφα για μια στιγμή χαρακώνουν τη θάλασσα κι έπειτα γυαλίζουν πάνω στα νερά που χύθηκαν στο δρόμο, μπορείς να δεις την αντανάκλαση τους δίπλα στη ρόδα του αυτοκινήτου όπως οδηγάς. Πίσω απ τις κλειστές πόρτες του Φωκά συγκολλητές κολλούν με ηλεκτροκόληση πλάι σε τοίχους γκρεμισμένους, στα Πάμπλικ ασανσέρ ανεβάζουν κόσμο, σκάλες ηλεκτρικές κατεβάζουν άλλους, ε το χάνω φέτος αυτό το διάστημα, δε γίνεται κάθε φορά να κοιτάζω μπροστά προς το καλοκαίρι και να χάνω το παρόν, πρέπει να αλλάξει αυτό κάποια στιγμή, πρέπει να ζήσεις το σήμερα όταν νομίζεις ότι κάπως έχεις δρομολογήσει δυο τρία πράγματα...

Στο λεωφορείο επιβάτες με ρολόγια που δείχνουν μια ώρα πίσω, έχουν έρθει από Γερμανία κι εκί δεν έχουν αλλάξει ακόμα φαίνεται, τα μαλλιά των γυναικών ανεμίζουν στον αέρα που μπαίνει απ το παράθυρο, ανεβάζουν τα φερμουάρ στα μπουφανάκια τους, ένα μωρό με αδιάβροχο γεμάτο χρώματα και σχέδια κρατιέται σφιχτά στην αγκαλιά της μάνας του, το πόδι του οδηγού παλαντζάρει στο πεντάλ του γκαζιού, αμάξια περνούν σ ένα επίπεδο πιο χαμηλό, μπορείς να δεις ακάλυπτα πόδια από φιγούρες θηλυκές που κάθονται μπροστά στο τιμόνι, οχήματα από απέναντι όπως περνούν πάνω από λακκούβες και ταρακουνιούνται μοιάζουν ν αναβοσβήνουν τους προβολείς σα να κάνουν σινιάλο...

Μερικοί τύποι σε μια γωνιά, ήτανε στο Άγιο όρος, ραβδιά και μπουκάλια νερού στο χέρι, ένας λέει ότι είναι απ την Αθήνα , στο κελί ενός καλόγερου ήτανε κάμποσο διάστημα , πολύ νηστεία κατά κει τέτοιες μέρες, φυσούσε απ το πέλαγος όλη την ώρα, κάτι σοβαντίσματα και φράχτες φτιάξανε, στο δρόμο μετά την Ουρανούπολη καθώς έρχονταν με το πούλμαν ένα ατύχημα φοβερό είδανε , ένα παιδί είχε πλακωθεί από ένα φορτηγάκι, κάποιος είπε ''Τι περιμένουμε ρε , μέχρι ναρθει το ασθενοφόρο θάχει πεθάνει το παιδί! ‘’κατέβηκε όλο το λεωφορείο και σήκωσαν το σμπαραλιασμένο όχημα, το παιδί ήταν κομμάτια, ήρθαν οι τραυματιοφορείς και το πήρανε, δύσκολα θα την έβγαζε καθαρή...

Αυτός απ την Αθήνα συνεχίζει, κι εκεί είχα χάσει μια άνοιξη, μια μελαγχολία μ είχε πιάσει όπως πάντα τέτοια εποχή, βολόδερνα στα στρατόπεδα φυλάγοντας σκοπιές, έχοντας περάσει τον μαλακό χειμώνα του λεκανοπεδίου με μια κουβέρτα μονάχα σκεπασμένος, καθόλου κρύο ρε φίλε, τι χειμώνας ήταν κι εκείνος, και τότε λοιπόν αντικρίζαμε στρώματα από λουλούδια κίτρινα στις αλάνες, σ ένα μέρος που πρέπει να ήταν στρατοδικείο ή κάτι τέτοιο κάτι αίθουσες θυμάμαι, κάτι ευαγγέλια τοποθετημένα μπροστά σε έδρες, τζιπ παρατεταγμένα στη σειρά σε κάποιον όρχο, ράγες απ όπου τη νύχτα περνούσαν τρένα φορτωμένα, μια άσκηση νυχτερινή σ ένα λόφο, η πόλη απλώνονταν φωτισμένη από κάτω ως πέρα μακριά ...

Σινεμά πάμε, ένα έργο μυστήριο, καλύτερο το περίμενα, λέω κάποια στιγμή στο φίλο που είναι μαζί μου ότι θέλω να τη κάνω, έχω καταλάβει που το πάει, δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρούμαστε εκεί μεσα κλεισμένοι, αυτός όμως δεν υπάρχει περίπτωση να το κουνήσει αν δε δει πως τελειώνει, ‘’Να μη με κουβαλούσες!’’ λέει , σηκώνομαι να βγω στο διάδρομο, βελάκια πράσινα δείχνουν εξόδους κινδύνου, σκάλες, μια τηλεόραση σε μια γωνιά δείχνει ποδόσφαιρο Ισπανικό , μια καθαρίστρια σκουπίζει στο βάθος, αφίσες κρεμασμένες στους τοίχους, σχέδια σε σπηλιές καπνισμένες από Αυστραλούς Αβορίγινες, μοιάζουν με τις παράξενες σπηλιές κοντά στις πυκραμυγδαλιές στο χωριό μου, ‘’Το όνειρο της γυναίκας’’, ‘’Η οπτασία του μάγου!'', σχέδια αφηρημένα, χρώματα, και γραμμές σα φίδια, ζαλίστηκα εκεί μέσα, δε μπορούσα να βρω την έξοδο , σε μια κάμαρα μπήκα, κάτι φώτα πολύ δυνατά ...

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

ΔΙΧΑΛΩΤΕΣ ΑΣΤΡΑΠΕΣ

Πήγε κι άδειασε όλο το λογαριασμό , τα πήρε όλα το
 καταλαβαίνεις , δεν άφησε φράγκο ο αχαΐρευτος, δε το περίμενε, όταν πήγε στη τράπεζα να δει τι γίνεται , της ήρθε συγκοπή, μια κοπέλα της είπε ότι δεν υπήρχε τίποτα μέσα ''Κοιτάξτε καλά δε μπορεί!'' ήθελε να πηδήξει μέσα απ το πάγκο, ''Σας λέω έχει αδειάσει δεν υπάρχει τίποτα!'', της ήρθε συγκοπή , τι ήταν αυτό πάλι , έπεσε ξερή σ ένα κάθισμα που βρέθηκε κοντά, ένας γέρος κοίταζε περίεργα.
 

Είχε τρελαθεί, δε μπορούσε να το χωνέψει, ζαλίστηκε, βγήκε απ τη τράπεζα και δεν ήξερε που βρίσκονταν και κατά που πήγαινε, όλα γύριζαν, μα πόσο αφελής ήτανε, πόσο ηλίθια, πήγαινε να σκάσει!
 

Αυτά ήταν χρήματα που κι αυτή είχε φτύσει αίμα για να τα μαζέψουν, τα χρειάζονταν εκείνα τα λεφτά , σου δίνουν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας άμα κάτι πάει στραβά σε τέτοιους καιρούς κιόλας, έχεις μια εναλλακτική, είναι κι αυτό μια πολυτέλεια μπορείς να πεις και της τα κλέψανε, της τα πήρανε μες απ τα χέρια δίχως να τη ρωτήσουν, δεν γίνονται αυτά, πως μπορείς να κλέβεις χρήματα έτσι εν ψυχρώ, ήταν άδικο, γιατί , ποιος τούδωσε το δικαίωμα, πως τόλμησε να το σκεφτεί, αυτή δεν θα πείραζε ποτέ εκείνα τα χρήματα δίχως να ρωτήσει, πως μπόρεσε να τη χτυπήσει πισώπλατα σα ληστής!
 

Όλα γύριζαν και στροβιλίζονταν, πήγαιναν κι έρχονταν, κοπάδια ανθρώπων έρχονταν κατά πάνω της κι άλλα κοπάδια περίμεναν στις στάσεις, ναρκομανείς κείτονταν ανάσκελα στα σκαλοπάτια μιας εκκλησιάς, μια επιγραφή σ έναν τοίχο του ναού έλεγε ''Αγαπάτε τους εχθρούς ημών'', ναι καλά!
 

Μια γυναίκα πεσμένη στο απέναντι πεζοδρόμιο ζητούσε βοήθεια για να σηκωθεί , συνθήματα χυδαία στους τοίχους, ο ασύρματος σ ένα περιπολικό σταματημένο φώναζε για ένα ΝISSAN φορτωμένο με εργαλεία που είχε κλαπεί τη νύχτα, κρανοφόροι και ροπαλοφόροι πάνοπλοι μπροστά στο εμπορικό επιμελητήριο , σ ένα στενό κάποιος είχε πάρει σβάρνα τ αυτοκίνητα δοκιμάζοντας τα χερούλια μήπως βρει κάνα ξεκλείδωτο, τύποι μαυριδεροί άνοιγαν τους κάδους ανακύκλωσης, ληστές, ληστές, παντού !
 

Όλα γύριζαν στο κεφάλι της, ήταν κι εκείνη η άνοιξη που έμοιαζε πιο πολύ με φθινόπωρο, όλο έβρεχε έβρεχε κάθε μέρα που να πάρει και δεν έλεγε να σταματήσει λες κι είχαν ανοίξει οι καταρράχτες του ουρανού, αστραπές διχαλωτές κομμάτιαζαν τον αέρα , στο λεωφορείο μια αγγλίδα κοκκινομάλλα, σπαστικιά έλεγε ότι στην Ολλανδία όπου ήτανε το τελευταίο διάστημα όλο έβρεχε, καλά τι περίμενες κυρά μου κατά κει, ένας σωλήνας χαλασμένος εξακόντιζε νερό απ το υπέδαφος σα να αποκαλύπτονταν άλλοι καταρράχτες υπόγειοι!
 

Ουρές απίστευτες σχηματίζονταν στ ανοιχτά φαρμακεία σα να μοίραζαν κάτι εκεί πέρα, οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια γεμάτα καρδούλες κι άλλες τυλιγμένες με τα πανωφόρια τους θύμιζαν αρμαντίλιο που βγήκαν να κυνηγήσουν τερμίτες μετά τη βροχή, ένα δέντρο κοντά στη Ροτόντα έβγαζε δυο ειδών άνθη, άσπρα και ροζ, κάθονταν και το κοίταζε, περιστέρια πετούσαν μπροστά απ τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών...
 

Υποτίθεται ότι όταν χωρίζεις δε πάνε όλα στράφι έτσι , όταν έχεις ζήσει με τον άλλον τριάντα χρόνια κοντά υποτίθεται ότι κάποια πράγματα είναι σεβαστά, στην Ελλάδα ζούμε, δεν γίναμε Αμερική ακόμα, έτσι δεν είναι, (Nαι καλά!) , προσπαθούσε ώρα πολύ να καταλάβει τι είχε συμβεί, δε μπορούσε να το πιστέψει .
 

Aυτός που πέρασε τόσα χρόνια κοντά του κι έκανε τα παιδιά της μαζί του αποδεικνύονταν κάτι που δεν το είχε φανταστεί, πως γίνεται να λέει ψέματα κάποιος με τόση ευκολία, πως γίνεται κάποιοι άλλοι να τα δέχονται και να τα πιστεύουν, πως μπορείς να είσαι τόσο υποκριτής, πως γίνεται τη μια φορά να μην ανάβεις το καλοριφέρ όταν γυρνά η γυναίκα σου απ τη δουλειά πεθαμένη και την άλλη να τη χτυπάς πισώπλατα σα ληστής, πως γίνεται; Πως γίνεται κάποιος να μεταμορφώνεται έτσι αλλόκοτα μπροστά στα μάτια σου , να κάνει τα εντελώς αντίθετα απ αυτά που διακήρυττε με φανατισμό σα να μη τρέχει τίποτα, σα να είναι το πιο φυσικό πράγμα στο κόσμο!
 

Το πρωί που σηκώθηκε κοιτούσε στη στάση τα κορίτσια που πήγαιναν σχολείο με τα μαλλιά καλοχτενισμένα, όπως χαμογελούσαν μπορούσες να δεις τα σιδεράκια που βαστούσαν τις οδοντοστοιχίες τους, κοιτάζονταν στα τζάμια των αυτοκινήτων να ελέγξουν αν ήταν εντάξει,   ένα απ αυτά φορούσε κάτι παπούτσια αθλητικά απίστευτα  σ ένα  χρώμα γαλαζιο  με  κάτι στίγματα που θύμιζαν δέρμα άγριου ζώου μα που στο δαίμονα  τα έιχε βρει ! Τ  αγόρια απ την άλλη άστα να πάνε, παντελόνια τσαλακωμένα, μαλλιά ότι νάναι, τσάντες ξεχαρβαλωμένες, όλα χύμα, θυμόταν τα δικά της παιδιά, πάλι οι ίδιες σκέψεις έρχονταν, πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό;
 

Φουρνάρηδες σχολούσαν απ τις νυχτερινές τους βάρδιες με τα μάτια κόκκινα, κτήρια από παλιά καπνομάγαζα κατά τη Σταυρούπολη, εδώ είχε φάει τα νιάτα της η μάνα της μες στη μπόχα από τα δέματα του καπνού που αδειάζονταν πάνω στους σιδερένιους ιμάντες με τον ιδρώτα απ τα γυναικεία σώματα να αναδύεται βαρύς μες την αποπνικτική ατμόσφαιρα, και κάτι λεφτά που είχε μαζέψει η μάνα της δουλεύοντας χρόνια εδώ πέρα υπήρχαν σ εκείνο το λογαριασμό.

Καθένας βέβαια έχει τη στρατηγική του σ αυτή τη ζωή, κάποιοι δε θέλουν να ζοριστούν, για πιο λόγο στο κάτω κάτω, άσε τους ηλίθιους να ξεσκίζονται και να φτύνουν αίμα, δε χρειάζεται να κοπιάζεις και πολύ, ούτε καν να είσαι έξυπνος χρειάζεται, απλά χτυπάς εκεί που ο άλλος δε το περιμένει, είναι τόσο απλό!
 

Θα μπορούσες να το πεις νοοτροπία αρπακτικού, κάποιοι τους θαυμάζουν κιόλας , αν άλλοι δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο κακό δικό τους, βέβαια κάποιες φορές αυτοί οι έξυπνοι ζαλίζονται, μπερδεύονται, χάνονται, πνίγονται μες τα ψέματα τους, τους ξεφεύγουν λόγια που δεν θάθελαν να ξεστομίσουν, γίνονται αξιολύπητοι, ένα μάτσο χάλια !

Μέσα σε λίγο διάστημα τάφαγε τα λεφτά, τα σκόρπισε, σα να τον είχε πιάσει μια μανία να μην αφήσει τίποτα, αγόραζε ρούχα και λαχεία, πήρε ένα αμάξι και το στούκαρε σε μια κολώνα, έκανε ταξίδια όπου νάναι, χάριζε δώρα σε φιλενάδες και φίλους σ όποιον έβρισκε , ότι βλακεία μπορείς να φανταστείς, τα ρήμαξε όλα, δεν άφησε ούτε φράγκο, τίποτα!
 

Όλοι είχανε φρίξει, κανείς δε του μιλούσε μετά απ αυτό, είχε γίνει αποδιοπομπαίος τράγος, μια φίλη της που τον πέτυχε σ ένα νοσοκομείο χίμηξε κατά πάνω του να τον σκίσει, τον κυνηγούσε στους διαδρόμους ουρλιάζοντας, δεν μπορείς ν αφήνεις να περάσει κάτι τέτοιο τόσο εύκολα έτσι δεν είναι, ακόμα κι αυτός είχε φοβηθεί, δε περίμενε τέτοια αντίδραση.
 

Συναντήθηκαν μετά απο λίγο καιρό σ ένα δικαστήριο άσχετο όπου έπρεπε κι οι δυο τους να παραβρεθούν, πήγαν για καφέ πιο πριν σ ένα μέρος όπου μαζεύονταν οι δικηγόροι το πρωί, με τις γραβάτες και τις κοιλιές και τους φακέλους τους να κουβεντιάσουν τρώγοντας μπουγάτσα. Όπως κάθονταν αντίκρυ της αναρωτιόταν πως δεν είχε δει τόσα χρόνια με ποιον είχε να κάνει, έρχεται μια ώρα που όλοι οι άνθρωποι ανοίγουν μια χαραμάδα, ή μια πόρτα, ή ένα χάος απέραντο και μια άβυσσο απ όπου μπορείς ν αντικρίσεις τον πραγματικό τους εαυτό για μια στιγμή μόνο προτού κλείσει το άνοιγμα, όμως εκείνη η στιγμή σου μένει για παντα , δεν μπορείς να τη ξεχάσεις, δεν πρέπει, σε σημαδεύει, τίποτα δεν είναι το ίδιο ξανά!
 

Και τότε ξέσπασε, του τα έσουρε όλα όσα είχε κρατημένα μέσα της , σαν ένα κύμα ανέβηκε η οργή απ τα βάθη της ψυχής της και τον χτύπησε αλύπητα, αυτός έσκυψε το κεφάλι κι άκουγε δίχως ναο αντιδρά κι οι δικηγόροι με τις γραβάτες και τις κοιλιές και τους φακέλους κοίταζαν απορημένοι. Τρόμαξε κι η ίδια, ίσως αυτό θα έπρεπε να το είχε κάνει νωρίτερα, του είπε, του είπε, του έσυρε τόσα όσα η άμμος της θαλάσσης και πάλι δε χόρτασε!
 

Μια Κυριακή μεσημέρι πήγε στα νεκροταφεία έξω απ την πόλη,
κάθε χρόνο έρχονταν εκεί πέρα πάλι με την άνοιξη, ήταν η γιορτή ενός παιδιού της που είχε πεθάνει βρέφος κι αυτή ήταν ακόμα μια πληγή αγιάτρευτη.

 Μπορούσες να δεις από κει τα χωράφια του σταριού να πρασινίζουν, τις αλάνες που είχαν πλημμυρίσει από χορτάρι, χαμομήλια άσπρα και κίτρινα φύτρωναν πλάι σε παπαρούνες κόκκινες, σπουργίτια πετούσαν ανάμεσα σε καλαμιές σ ένα ρέμα, μυρουδιά βρεγμένου χώματος πλανιόταν στον αέρα που είχε ξεπλυθεί απ τη βροχή, πέρα μακριά αχνοφαίνονταν η καμάρα μιας γέφυρας, χιόνια στεφάνωναν τον Όλυμπο, απ την άλλη μεριά του ορίζοντα, κατά το βορά όπως κοιτούσε της φάνηκε ότι είχε αναδυθεί ένα βουνό που δεν υπήρχε εκεί πέρα πριν όταν τον είδε να έρχεται από μακριά. Μια δέσμη λουλούδια βαστούσε , τι στο διάβολο ζητούσε εκεί πέρα, ποιος του είχε πει να έρθει, γιατί την κυνηγούσε, γιατί δε την άφηνε ήσυχη ;
 

Τον έβλεπε να πλησιάζει κι ένιωθε σα να παίζονταν εκεί πέρα ένα έργο, μια φαντασία, μια ταινία, σα να μη συμμετείχε σ όλο αυτό απλά στέκονταν και παρακολουθούσε. Σκέφτηκε ότι αυτή τη φορά θα ήταν χειρότερα απ την άλλη στο δικαστήριο, θα φώναζε μέχρι να την ακούσει όλη η πλάση, θα τον έκανε κομματάκια, όμως όσο αυτός πλησίαζε σα να συνέβαινε κάτι μέσα της, σα να έσβηνε λίγο - λίγο εκείνη η φωτιά που την έκαιγε , θυμήθηκε αυτό που είχε ακούσει ότι δε μπορείς ποτέ ν αποχωριστείς εντελώς τον πατέρα των παιδιών σου, ίσως πρέπει κάπως να το εκλογικεύσεις αλλιώς θα σαλτάρεις εντελώς, θα κάνεις καμιά βλακεία και μετά θα τρέχεις και δε θα φτάνεις σκέφτηκε , θα τον πετύχεις μπροστά σου με τ αυτοκίνητο και θα πατήσεις το γκάζι αντί για το φρένο, γιατί να σπαταλάς σκέψη και χρόνο κι ενέργεια για πράγματα που  έχουν χαθεί και δε μπορείς να κανείς τίποτα πια  κάποιοι δεν αλλάζουν, τόσο τους κόβει, έτσι γεννήθηκαν, το θέμα είναι να μη τους δίνεις αξία, κράτα ότι καλό έχεις για εκεί που αξίζει τον κόπο, ξεκόλα απ το παρελθόν, έκανες το λάθος να είσαι μαζί τους τόσον καιρό τώρα τι να σε κάνω .
 

Αυτός δεν έλεγε τίποτα, κάθονταν εκεί γερμένος με τα λουλούδια να κρέμονται στο χέρι του, έδειχνε σα να είχε γεράσει ξαφνικά, μια φλέβα γαλάζια πάλλονταν στον δεξί του κρόταφο, τα χαμομήλια σείονταν ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια στις αλάνες, η κάμαρα της γέφυρας σα να σάλευε, πίσω απ το βουνό που είχε αναδυθεί οι διχαλωτές αστραπές έκοβαν σε κομμάτια τον ορίζοντα.
 

Άλλη φορά δεν τον ξαναείδε. Έμαθε ότι έιχε φύγει κάπου μακριά στο εξωτερικό , είχε βρει μια δουλειά  λέει σ ένα ορυχείο αλατιού σέ μια ερημιά,  ένα μέρος που ήταν κάποτε σκεπασμένο από θάλασσα.  Είχε βρει και μια γυναίκα  ντόπια μυστήρια  έκανε  κι ενα παιδί μ αυτήν,  μια φορά της είχε στείλει κι ένα γράμα με μια φωτογραφία. Προσπαθούσε να θυμηθέι πως ήτανε αλλά δυσκολεύονταν σα νάχε μπλοκαριστεί ολοκληρωτικά   εκείνο το κομμάτι της ζωής της, μονάχα στον ύπνο  της τον έβλεπε ολοζώντανο καμια φορά....  

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

LYNX PARDINUS


 Στον Αργύρη Ηλιάδη

Όπου περνούσε εκείνη η Ρωσίδα όλοι άνοιγαν δρόμο, οι πόρτες σα να άνοιγαν μοναχές τους, απ τα διπλανά τραπέζια έρχονταν λουλούδια και κεράσματα, σα να είχε κάτι μαγικό εκείνη η γυναίκα, έλεγες ότι τέτοια πλάσματα δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα στη ζωή τους απλά με την ύπαρξη και την παρουσία τους προσθέτουν κάτι απαραίτητο που όλοι το χρειάζονται, όλοι θάπρεπε να την κερνούν, να της αγοράζουν πράγματα να υποκλίνονται μπροστά της σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου κι εκείνος την είχε δίπλα του, ήταν μαζί του, του ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι αυτό συνέβαινε πραγματικά !

Υποτίθεται ότι θα πήγαινε για ένα διήμερο στη παραλία της Κατερίνης μ ένα φίλο κι αυτός του είπε ότι θα ήταν μαζί του και μια ανιψιά του πιτσιρίκα που ζούσε στην Ολλανδία έλα όμως που το μικρό είχε φέρει μαζί του και τη Ρωσίδα, ποιος ξέρει που είχαν γνωριστεί. Λέγανε ότι είχε χωρίσει από έναν πατριώτη της μεγιστάνα κι είχε κι ένα παιδί πάντως δεν φαίνονταν να πενθούσε το χωρισμό της, ένα λουλουδάτο φόρεμα φορούσε , ένα ρολόι είχε στο χέρι με το εσωτερικό του γεμάτο διαμαντάκια που στραφτάλιζαν, κάτι βραχιόλια είχε περασμένα στα όμορφα μπράτσα της, οι τιράντες του στηθόδεσμου κρατούσαν στέρεα το στήθος της, ένα κόσμημα με  κρίκους μπρούτζινους που ταίριαζαν με το ηλιοκαμένο της δέρμα  κρέμονταν απ το λαιμό της, μα όλα ήταν τέλεια σ εκείνη τη γκυναίκα,   τα δάχτυλα της τυλίγονταν γύρω από το φλιτζάνι του καφέ, φορούσε τρία δαχτυλίδια που λέγανε ότι της θύμιζαν τους τρεις άντρες που είχε παντρευτεί και χωρίσει. Όλη την ώρα κοίταζε φωτογραφίες που ανέβαιναν απ τον υπολογιστή στο κινητό της, μπορούσε να διακρίνεις τα μάτια της όταν ο ήλιος χτυπούσε τους σκούρους φακούς των γυαλιών της.

Αυτός είχε χορέψει εκείνο το βράδυ σ ένα μαγαζί κάνοντας μια επίδειξη αντρικής αρρενωπότητας κι αυτή είχε πάθει πλάκα, αλλά ο δικός μου το είχε, ήταν στην προεδρική φρουρά, χόρευε σ όλες τις εκδηλώσεις μ επισήμους και διασήμους και τα λοιπά κι όλοι παθαίνανε, είχε πάει και στην Αμερική, στους ομογενείς, στις εκδηλώσεις που γίνονται κατά κει, όλοι σηκώνονταν να δουν τι έκανε σαν ανέβαινε στη πίστα το είχε!

Όλοι λέγανε και για τον γάτο της Ρωσίδας που είχε φέρει από την Ισπανία όπου παραθέριζε , ένα πιτσιλωτό  πράγμα με αυτιά μυστήρια και κατι σαν γενειάδα στις δυο  πλευρές του σαγονιού. Μια φορά  που πήγε να τον χαϊδέψει αυτό το καταραμένο τινάχτηκε στον αέρα και του επιτέθηκε δείχνοντας τα κοφτερά δονάκια του και σφυρίζοντας σα κροταλίας λες κι ένιωθε ότι πήγαιναν να του πάρουν κάτι πολύτιμο. Και να φανταστείς ότι ποτέ του δεν χώνεψε τις γάτες ! Τον έβλεπε εκείνο τον λύγκα να στέκεται ώρες πολλές στο περβάζι του ψηλού κτηρίου και να κοιτάζει τον κόσμο που περνούσε από κάτω σα να σκέφτονταν ''Μα τι χαζοί που είναι όλοι αυτοί πέρα!''. Λέγανε ότι εκείνο το στοιχειωμένο το ζώο μπορούσε ν ανοίξει το πόμολο της πόρτας σκαρφαλώνοντας σε μια καρέκλα, ότι ήταν τρομερά λαίμαργο, έψαχνε στα σκουπίδια της κυρίας του για κρεατικά και μπριζόλες κι ότι περίσσευε, σίγουρα θα πήγαινε από λαιμαργία, μια φορά που είχε φάει μέχρι σκασμού τον είχαν πάει στον κτηνίατρο όπου έκλαιγε κι απειλούσε σφυρίζοντας σαν φίδι μέχρι να του ανοίξουν την κοιλιά που έμοιαζε με κοιλιά καρχαρία και να τον καθαρίσουν.  Ο κτηνίατρος έιχε πει ότι μπορεί  να προέρχονταν από καποια παράξενη διασταύρωση με αγριόγατο του είδους Lynx Pardinus. Για μέρες ύστερα  o λύγκας κάθονταν ακίνητος και κυλιόταν στο πάτωμα μέχρι να συνέλθει, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε μεγαλύτερος τεμπέλαρος απανταχού της οικουμένης !

Παρέα με τον γάτο έβγαινε η Ρωσίδα το πρωί να μαζέψει όστρακα στην ακροθαλασσιά κοιτάζοντας τα καβουράκια που περπατούσαν λοξά στην αμμουδιά, μαζί της έβγαινε κι αυτός, ώρες ώρες του φαίνονταν σκληρή, ότι δεν την ένοιαζε κανείς πέρα απ τον εαυτό της, άλλες φορές πάλι σαν να μαλάκωνε λίγο, γίνονταν γλυκιά κι ήταν υπέροχη όμως αυτός σκέφτονταν ότι αυτή η γυναίκα μπορούσε να τον καταπιεί ολόκληρο, χρειάζονταν απίστευτη ενέργεια για να την ικανοποιήσεις να τη χορτάσεις!

Την άφηνε να περπατά εκεί στην αμμουδιά και πήγαινε για ψαροντούφεκο, σ εκείνο το μέρος είχε χτυπήσει μια μουρμούρα που κολυμπούσε ξέμπαρκη μονάχη, το ψάρι γύρισε να τον δει γεμάτο περιέργεια, ήταν στα τέσσερα μέτρα περίπου, σκέφτηκε ότι οριακά θα μπορούσε να το χτυπήσει και σημάδεψε τη μύτη του, ήξερε ότι κάπου εκεί έπρεπε να στοχεύσεις για τέτοια ψάρια, αν ήταν κάνα νευρικό λαβράκι θα έπρεπε να στοχεύσει στην μέση του γιατί το λαβράκι είναι νευρικό και σβέλτο κι έχει αντανακλαστικά φοβερά , τη τελευταία στιγμή μπορεί να σου ξεφύγει με μια κίνηση ανεπαίσθητη. Πάτησε τη σκανδάλη και είδε τη μουρμούρα να χάνεται, σκέφτηκε ότι είχε αστοχήσει ύστερα όμως όπως τραβούσε το καμάκι πρόσεξε ότι το ψάρι είχε χτυπηθεί στο μάτι ακριβώς , το έβγαλε έξω στη Ρωσίδα να το χαζέψει κι εκείνη έμοιαζε να το λυπάται που ήταν τόσο όμορφο, ο γάτος πάλι μύριζε τον αέρα παραξενεμένος σα να ήθελε να συμμετάσχει κι αυτός σε ότι γίνονταν.

Το βράδυ σκέφτονταν τι θα έκανε μ αυτήν τη γυναίκα, είχε τα σχέδια και τα όνειρα του, από την άλλη όμως δεν αφήνεις έτσι μια γυναίκα που όταν σε φιλά νιώθεις σα πρίγκιπας όμως του την έδινε που θα έπρεπε να κινείται στη σκιά της κι αν κάποια στιγμή τον βαριόταν και τον ξαπόστελνε κι αν έπαυε να διασκεδάζει μαζί του κι ήθελε ν αλλάξει παρτενέρ τι θα έκανε αυτός, μπορούσε να τον ισοπεδώσει, να τον διαλύσει να του σπάσει τη καρδιά σε χιλιάδες κομματάκια έτσι για πλάκα, πόσες φορές δεν θα το είχε κάνει, το έβλεπες στο αλαζονικό της βλέμμα. Δε μπορούσε να δεχτεί εκείνο το αίσθημα που απέπνεε ότι δηλαδή όλα εξαρτώνται από την δική της ύπαρξη, ότι αυτή θα έπρεπε καλώς ή κακώς να είναι μπροστά έτσι γιατί είχε γεννηθεί μ αυτό το προνόμιο, έπρεπε να γίνει ο υπηρέτης κι ο βαλές κι ο ιπποκόμος της, να της κρατά τα ψώνια, να της ανοίγει τις πόρτες, να προλαβαίνει κάθε της επιθυμία πριν ανοίξει το στόμα της σα να ήταν η θυγατέρα του τσάρου  πασών των Ρωσιών.

Έπρεπε μέσα σ όλα να ανέχεται κι εκείνο τον απαίσιο το γάτο ο οποίος είχε κατασπαράξει όλα τα καναρίνια και τα παραδείσια πουλιά που κάθονταν αμέριμνα μες το κλουβί τους ενώ αυτός έβρισκε τρόπο να τα σκοτώνει, είχαν βρει τις φτερούγες τους παντού στο δωμάτιο, μάλιστα είχε καταφέρει τρέχα γύρευε πως, να εξολοθρεύσει και κάτι χελωνάκια με ραβδώσεις περίεργες στο καύκαλο τους, είχε γεμίσει τον τόπο αίματα, μα τόσο αχόρταγος!

Μια νύχτα είχε αφήσει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοιχτή χωρίς να του δείξει φανερά ότι τον περίμενε, έπρεπε αυτός ν αποφασίσει, αυτός να κάνει το πρώτο βήμα, αυτός να τη ζητήσει αλλά εκείνο το βράδυ του την έδωσε, μα ποια νόμιζε ότι ήτανε, αυτό ήταν προκλητικό, δεν θα της έκανε το χατίρι, σα να ξύπνησε η περηφάνια του, αν συνέχιζε έτσι θα μπορούσε να τον ρουφήξει ολόκληρο, να τον εξαφανίσει, να τον εκμηδενίσει! Αν την έχανε πάλι μπορεί να μετάνιωνε μια ζωή και να τον κυνηγούσε η σκέψη ότι όλα μπορεί να είχαν πάρει διαφορετικό δρόμο, καμιά φορά έχεις όλο το καιρό να σκεφτείς τι θα κάνεις, να τα ζυγίσεις σωστά, να περιμένεις όσο χρειάζεται, άλλες φορές όμως δε σε παίρνει, πρέπει γρήγορα να καταλήξεις κάπου κι όποιον πάρει ο χάρος. Δε πήγε μαζί της εκείνο το βράδυ, κάποια στιγμή ξύπνησε και είδε την πόρτα της ανοιχτή, ήξερε ότι τον περίμενε αλλά σκέφτηκε ''Ας γίνει ότι θέλει!'' Το πρωί την ξύπνησε ''Ξέρεις θα πάω μια βόλτα''-'' Κάτσε να πάμε μαζί'' του είπε χαλαρά μ εκείνη τη φωνή που του έκοβε τα πόδια ''Όχι άσε, θα βρεθούμε πιο μετά''...

Στη καφετέρια της παραλίας μια σερβιτόρα με φαρδιούς γοφούς ''Καλέ θα  μου φέρεις καφέ;''- ''Δε με λένε καλέ, Κατερίνα με λένε!''. Κάποιος δίπλα του φορούσε ένα ρολόι που θύμιζε αυτό της Ρωσίδας μονάχα που τούτο αντί για διαμαντάκια είχε γυμνό το εσωτερικό του, μπορούσες να δεις μέχρι το βάθος τους οδοντωτούς τροχούς και τις μικροσκοπικές ροδέλες , τα παξιμάδια κι όλα εκείνα τα εξαρτήματα που μετρούσαν τον χρόνο ατέρμονα είτε έτρεχε σαν παλαβός δίχως φρένα είτε σέρνονταν και δεν περνούσε με τίποτα σα να είχε κολλήσει στη λάσπη όπως τώρα.
Αποφάσισε να ξεκόψει, θα έφευγε, της το είπε και είδε μια σκιά να απλώνεται στα γαλάζια της μάτια για μια στιγμή μόνο κι ύστερα σα να πέρασε αδιόρατα, η αυτοπεποίθηση επέστρεψε αντανακλαστικά όπως γίνεται με κάθε τι που επαναλαμβάνεται πολλές 

Ανέβηκε στο αμάξι και βγήκε μια βόλτα στο δρόμο, η θάλασσα μπροστά του γυάλιζε πάντα όπως στις κάρτες που πουλούν στα μαγαζιά με τα αναμνηστικά, πέρασε απ το σπίτι της και να δεις που καταραμένος γάτος ήταν στο περβάζι όπως πάντα κι έμοιαζε να τον κοροϊδεύει, είχε λυσσάξει μ εκείνο το ζώο, σταμάτησε σ ένα βενζινάδικο έρημο να βάλει καύσιμα δυο τύποι βαριεστημένοι ούτε που κουνήθηκαν σα να μην συνέβαινε τίποτα τράβηξε προς το μέρος τους...

Υποτίθεται ότι μ αυτήν την ιστορία θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένος αλλά δεν ήταν, γιατί θα έπρεπε τα πράγματα να είναι τόσο περίπλοκα, γιατί με κάποιον τρόπο να μην μπορούσαν να απλοποιηθούν και να γίνουν όλα πιο εύκολα, πως ξέρεις κάθε στιγμή ότι έκανες το σωστό, γιατί να μην υπάρχει κάποιος να σου πει τι πρέπει να κάνεις σ αυτές τις περιπτώσεις, πως θα το ξεπερνούσε όλο αυτό; Tο μόνο βέβαια που δεν θα του έλειπε ήταν ο γάτος, ας πήγαινε να πνιγεί εκείνος ο μικρός ιαγουάρος, ας τον τραβούσαν κάμποσες δαγκωματιές ξεγυρισμένες τίποτα γάτοι χοντροκέφαλοι σε κάνα στενό, ας έπεφτε απ το περβάζι καμιά ώρα να γκρεμοτσακιστεί, σιγά μη προσγειώνονταν στα πόδια σώζοντας μια απ τις εφτά ζωές του όπως δείχνουν τα ντοκιμαντέρ!

Ένα αμάξι με κάτι γέροντες του έκοβε το δρόμο εδώ και ώρα, γιατί δεν έφευγε από μπροστά του, τι στο δαίμονα έκανε εκείνος ο γέρος, σε μια ευθεία άνοιξε αριστερά να προσπεράσει όμως ο δρόμος ήταν στενός κι ο γέρος για κάποιο λόγο κινήθηκε προς τα αριστερά κι αυτός, δοκίμασε να μετακινηθεί όταν πάτησε στα χαλίκια στην άκρη της ασφάλτου και το αμάξι έπαψε να υπακούει, το επανέφερε μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές και μετά έπεσε σ ένα μικρο χαντάκι δίπλα σε κάποιο χωράφι με τριφύλλι, ένιωσε το κόσμο να αναποδογυρίζει, τα χορτάρια έρχονταν προς το μέρος του, σκέφτηκε ότι αυτό ήτανε, ο χρόνος έμοιαζε να είχε σταματήσει, ξάφνου έβλεπε μπροστά του εκείνα τα γρανάζια του ρολογιού κι ένα πρόσωπο με φακίδες μικρές γύρω απ τη μύτη και μια σπίθα υπεροψίας στα μάτια όταν το αμάξι γύρισε κανονικά με τις λαμαρίνες του να στριγκλίζουν κι αυτός βιάστηκε να βγει έξω ενώ ο γέρος που ήταν η αιτία να σκοτωθεί παραλίγο είχε σταματήσει από μακριά και παρακολουθούσε, μόλις τον είδε να βγαίνει ζωντανός μπήκε στο σαράβαλο του κι εξαφανίστηκε.

Κάθισε μόνος του εκεί στην ερημιά να σκεφτεί τι είχε συμβεί, όλο αυτό το σοκ σα να είχε καθαρίσει το μυαλό του και μπορούσε πια να πάρει μια ορθή απόφαση, ναι ένα πράγμα ήτανε σίγουρο, ο γάτος με τα μούσια  έπρεπε με κάποιο τρόπο να εξολοθρευτεί!


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

FULL BLOOM

Κορίτσια βγαίνουν κοπαδιαστά από τη λέσχη του πανεπιστημίου ένα μήλο πράσινο στο χέρι κρατώντας.

Βυσσινιά κορμάκια φορούν που ταιριάζουν με το χλωμό διάφανο τους δέρμα, καμπαρντίνες στο χρώμα του χώματος ζακετούλες ψιλές μ ασημένια πούλια σκορπισμένα που στραφταλίζουν σε κάθε τους κίνηση, ακουστικά πράσινα, γυαλιά καθρέφτες στα μάτια και μπουφάν άσπρα σαν νάχουν ξεκινήσει για κάποια πίστα του σκι, μπότες γερά δεμένες πάνω απ τον αστράγαλο , τζιν σκισμένα σ όλο το μήκος τους, μαντήλια χρωματιστά στο λαιμό, φουλάρια και κασκόλ γαλάζια, μάτια μπλε, ένα άρωμα αναζωογονητικό από αιθέρια έλαια κίτρου και γκρέιπ φρουτ αποπνέουν, μοιάζουν ν ανθίζουν κι αυτά αναδύοντας μια αίσθηση φρεσκάδας όπως μπαίνει η άνοιξη.

Άρωμα κίτρου και γκρέιπ φρουτ, υάκινθου κι αγριολούλουδων αναδύουν οι γυναίκες που περνούν δίπλα σου αγέρωχες σαν άλογα που καλπάζουν σε λιβάδι με τα φουντωτά μαλλιά τους να θυμίζουν χαίτη λιονταριού, ακόμα κι αυτές που έχουν βαρύνει λίγο μοιάζουν ν αλαφρώνουν την εποχή αυτή κι αναδύουν μια ζεστασιά και μια γλυκύτητα, τα κορίτσια εκεί στα πανεπιστήμια με τις διάφανες επιδερμίδες, τα σκισμένα σ όλο το μήκος τζιν, τα γαλάζια μάτια και τα μπλε κασκόλ άρωμα αγριολούλουδων κι αθωότητα αναδύουν μα πρέπει να είσαι προσεχτικός μαζί τους γιατί δεν είναι τόσο αθώα.

Μπουκέτα κι ανθοδέσμες πουλούν στ αμφιθέατρα για τις ορκωμοσίες, εκδρομικά λεωφορεία καταφτάνουν στην πύλη του Τριγωνίου ψηλά στα κάστρα, σκαλωσιές υψώνονται στα τείχη για επισκευές σα να ετοιμάζονται για καινούρια πολιορκία, μια πόρτα χάσκει ανοιχτή σαν κεκρόπορτα, κεραίες και πιάτα δορυφορικά φυτρώνουν ανάμεσα στις πολεμίστρες, η πόλη εκτείνεται από κάτω με τα τζάμια της να λαμποκοπούν σκορπισμένα ανάμεσα στα τσιμεντένια κτήρια.

Η αίσθηση της άνοιξης απλώνεται παντού , στις οθόνες κάποιου μαγαζιού στη Βενιζέλου καταρράχτες πελώριοι ρίχνουν τ αφρισμένα τους νερά στο κενό, ποτάμια τρέχουν ανάμεσα σε δάση καταπράσινα, βράχοι ορθώνονται στα χιονισμένα ακόμα τοπία, οδοιπόροι περπατούν σε τοπία ανεξερεύνητα, χωράφια πράσινα, λίμνες γαλαζωπές, πουλιά προσγειώνονται πάνω σε δέντρα που φλέγονται στο ηλιοβασίλεμα.

Πιτσιρικάδες κάνουν παρ κουρ στην παραλία πηδώντας στο αέρα για να προσγειωθούν στο χώμα έτσι απλά σα να μη τρέχει τίποτα, χυμούς από ρόδια πουλούν στα φαστφουντάδικα, σωροί από πορτοκάλια και συσκευασίες τσαγιού σε κουτιά τετράγωνα , ψυγεία γεμάτα μ αναψυκτικά, , περιπολικά παρκαρισμένα στην Αριστοτέλους αναβοσβήνουν τις γαλάζιες λάμπες τους, κάμερες τραβούν τον κόσμο που πάει κι έρχεται, σε μια οθόνη βλέπω τον εαυτό μου να περπατά στο πεζοδρόμιο κι αναρωτιέμαι ποιος είναι ο τύπος αυτός ....

Η φύση ετοιμάζεται να μπει σε φάση πλήρους άνθησης, μοιάζει να ξαναγεννιέται για μια φορά ακόμα καθώς ο καιρός αλλάζει, η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι μέρες μεγαλώνουν ολοένα, το τοπίο μεταβάλλεται, όλος ο κόσμος δείχνει αλλαγμένος, το μυαλό προσπαθεί ν αφομοιώσει τα καινούρια δεδομένα. Στις εκκλησιές ακούς το ''Χαίρε νύμφη ανύμφευτε'' προσκυνώντας εικόνες στολισμένες με κρίνα και υάκινθους, κοπέλες θαλερές παντού τριγύρω, μάγουλα ρόδινα, μάτια λαμπερά, δάχτυλα ψάχνουν μέσα σε πορτοφόλια, μια στρώση από χνούδι στα χέρια τους, θες να τις αγγίξεις, να νιώσεις την υφή του δέρματος τους, αρώματα από κήπους συνοικιακούς σε κατακλύζουν, δέντρα κλαδεμένα στα στενά, πανσέδες και βιόλες σε χρώμα πορτοκαλί ανθίζουν.

Έξω απ την πόλη χαλιά από μαργαρίτες άσπρες απλώνονται στα γρασίδια πάνω, κρόκοι άγριοι ανθίζουν ανάμεσα σε πέτρες και ξερολιθιές , ερπετά βγαίνουν κάτω από βράχους όπου πέρασαν το χειμώνα ήλιο προσπαθώντας να μαζέψουν που τους έλειψε. Σαύρες πιτσιλωτές σέρνονται στο έδαφος σαν αυτή που έφτιαξε η Δήμητρα τότε που κάποιος την κορόιδεψε γελώντας επειδή έπινε διψασμένη μονορούφι νερό από ένα κύπελλο κι αυτή απ το θυμό της τον μεταμόρφωσε σε ερπετό ρίχνοντας απάνω του τις σταγόνες που είχαν μείνει στον πάτο του κυπέλλου. Γκορτσιές κι αγριοδαμασκηνιές και κερασιές και ρείκια φυτρώνουν στα φαράγγια προσφέροντας τη γύρη τους στις μέλισσες που έχουν τρελαθεί απ την πείνα όλο το χειμώνα, καρποφόρα ετοιμάζονται ν ανθοφορήσουν στις πλαγιές και στους αγρούς.

Σχέδια φτιάχνουν οι άνθρωποι για το καλοκαίρι που αχνοφαίνεται στο βάθος, όνειρα για ταξίδια σε νησιά και παραλίες με καράβια κι ιστιοπλοϊκά, απολογισμούς κάνουν για τον καιρό που πέρασε, οι ορίζοντες κι δρόμοι φαίνεται ν ανοίγουν ξανά, πάλι πρέπει να διαλέξεις κατά που και με ποιους θα πας, καινούρια διλήμματα ν αντιμετωπίσεις, πάλι κάποιους θ αφήσεις πίσω, έτσι γίνεται πάντα, καινούρια πρόσωπα θα προκύψουν ξανά, επιλογές τρομαχτικές πάλι θα πρέπει να κάνεις διαλέγοντας μες απ το σωρό με την ευχή να βγεις σωστός αυτή τη φορά, γυναίκες θα φύγουν αφήνοντας ένα άρωμα γλυκό ξοπίσω τους, μπορεί να μοιάζει μ αυτό που αναδύουν τα κορίτσια εκεί στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων.

Όπως μπαίνει η άνοιξη τις παρασκευές ο Ακάθιστος Ύμνος ακούγεται στις εκκλησιές, ξεχνάς να φας όλη μέρα κι ο κυρ Γιάννης σου δίνει αμύγδαλα και καρύδια που βγάζει απ τη τσέπη του, νηστεύει κι αυτός, το πρωί έκανε μια εγχείριση για την ωχρά κηλίδα στη Γενική Κλινική εκεί στη παραλία, το μάτι του δείχνει να γίνεται πιο θολό αυτή την εποχή και φοβάται ότι δε θα μπορεί να δει τίποτα στο τέλος. Τα ψυχοσάββατα γυναίκες γονατίζουν ως το πάτωμα στις εκκλησιές ακούγοντας ''Την τιμιωτέραν των χερουβείμ και ενδοξότεραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ...'' και σούρχεται να κλάψεις , παπάδες πάνε να κοινωνήσουν ετοιμοθάνατους χωρίς να μιλάνε κρατώντας κάτι κρυφό κάτω απ το πετραχήλι τους.

Σ ένα μνημόσυνο μιλούν για ένα παιδί που σκοτώθηκε προσπαθώντας να κόψει μια αγριολεύκα με το αλυσοπρίονο. Το δέντρο είχε φυτρώσει λοξά σε μια πλαγιά κι όπως τόκοψε από τη μια μεριά ένα κομμάτι ξύλου σκίστηκε απ τον κορμό και τον ξέσκισε, καλό παιδί λένε ότι ήτανε αλλά έμοιαζε να ζορίζεται τελευταία πολύ, προτού πεθάνει είχε χαρίσει ένα σωρό πράγματα στους φίλους του σα να το προαισθάνονταν, ήταν λέει στα σαράντα του κι αυτή η ηλικία είναι η πιο επικίνδυνη γιατί έχεις όλα τα βάρη να σηκώσεις, τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς γερνάνε, τα δάνεια τρέχουν, οι εποχές αλλάζουν όλη την ώρα χωρίς να σ αφήσουν να πάρεις μιαν ανάσα, δεν αντέχουν όλοι τη πίεση .

Εν τω μεταξύ η φύση ολάκερη ετοιμάζεται να μπει σε πλήρη άνθιση κι ο άγγελος ετοιμάζει το εξοχικό του στη Χαλκιδική εκεί στο Όρος απέναντι όπου τον τσίμπησε ένας σκορπιός πέρσι το καλοκαίρι όπως περπατούσε ξυπόλυτος όλη την ώρα. Στο κέντρο υγείας τον τρέχανε, όλη νύχτα είχε τρελαθεί απ τον πόνο. Ήταν κατά κει το σαββατοκύριακο τριγυρνώντας σε μονοπάτια όπου κρόκοι άγριοι μαβιοί και κίτρινοι φυτρώνουν στις πέτρες ανάμεσα και σε χωράφια που διψούν για νερό πάντα όσο κι αν βρέξει. Περπατούσε στα χωράφια που θέριζε κάποτε ο πατέρας του με τα σιδερένια ψαλίδια τέτοια εποχή, μέσα απ τα τριφύλλια που είχαν ψηλώσει πετάγονταν λαγοί κι αλεπούδες κι άλλα ζούδια πανικόβλητα, αυτά που μπορούσες να δεις το βράδυ σαν κατέβαιναν απ τα βουνά με τα μάτια τους να γυαλίζουν στα σκοτεινά για να πιουν από μια πηγή που είχε σπάσει στα τέλη Μαρτίου. Στη παραλία τριγυρνούσε το σαββατοκύριακο ο Άγγελος κοντά σ ένα πύργο βυζαντινό μισογκρεμισμένο, ένα παρατηρητήριο για τους πειρατές που έρχονταν κάποτε απ το πέλαγος ''Αλός Πύργος'' το λένε εκείνο το παρατηρητήριο ''Ο πύργος της θάλασσας !''

Όπως μπαίνει η άνοιξη κλείνεις μια στιγμή τα μάτια μα νιώθεις τον ήλιο να σε χτυπά, στα Διαβατά το χορτάρι μεγαλώνει δίπλα στους χωματόδρομους που πρέπει να διασχίσει μια γυναίκα για να δει το γιο της στις φυλακές εκεί πέρα , λόφοι του Κιλκίς στο βάθος, λεύκες σείονται στον αέρα, νερό τρέχει σε κανάλια, αμάξια με τα παράθυρα ανοιγμένα περνούν πάνω από ράγες κάτω από την αερογέφυρα στα ΚΤΕΛ κοντά. Ο Ηρακλής με την ομάδα του ψάχνουν έναν παππού που έχει χαθεί, ρωτούν στο Δενδροπόταμο ναρκομανείς που έχουν σταματήσει για τη μεσημεριανή τους δόση, ψάχνουν κάτω από γεφύρια γκρεμισμένα όπου κοιμούνται οι άστεγοι, σε στρατόπεδα εγκαταλειμμένα όπου κάποιοι έχουν αφήσει τα σλίπινγκ μπανγκ μες τα οποία κοιμόντουσαν το χειμώνα, τον γυρεύουν στην Καλαμαριά σε μια αλάνα απέραντη, ένα φως κάπου στη μέση, ένα φωτάκι, ένα σπιτάκι στη μέση του πουθενά, χορτάρια βρεγμένα, μια γυναίκα που έχει βγάλει τα σκυλιά της βόλτα τους δίνει πληροφορίες που να κοιτάξουν, περπατούν μέσα σε λασπωμένα μονοπάτια όπως μπαίνει η άνοιξη....

Χαμένος περπατώ κι εγώ μες σ όλα αυτά, στην Ιωνία οι οδηγοί των αστικών πολύ σκληροί, δε καταλαβαίνουν τίποτα, μαλώνουν άγρια με τους μεθυσμένους Γεωργιανούς που ανεβαίνουν κρατώντας κουτάκια μπύρας , κοπάδια σκύλων τρέχουν έξω από το εργοστάσιο της ΕΚΟ, ένας κουτσός στο πίσω πόδι ανάμεσα τους, εστίες φωτισμένες τη νύχτα στο γήπεδο του ποδοσφαίρου. Όπως περπατούσα στα στενά ένας μαύρο λυκόσκυλο βγήκε απ το πουθενά και με κατατρόμαξε , ένα αμάξι παραλίγο να με πατήσει, μια φίλη μου έχει πει ''Εσύ παιδί μου αετό πετάς τώρα τελευταία !''

Έχει δίκιο φυσικά, θα μπορούσα να της πω ότι δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά, κάτι θα σου ξεφύγει όταν είσαι καταδικασμένος να τραβάς μπροστά ακόμα κι αν αμφιβάλλεις όλη την ώρα, δε γίνεται αλλιώς, πρέπει ν αλλάξεις κι εσύ όπως η φύση γύρω για να μείνεις ζωντανός, ξεδιπλώνοντας τον εαυτό σου προσεχτικά όσο γίνεται προς τα έξω σ άλλες σφαίρες και σ άλλα επίπεδα περνώντας.

Σαν παλαβός οδηγούσε ο οδηγός εκείνος περνώντας πάνω από λακκούβες που τράνταζαν το όχημα έμοιαζε να θέλει να ξεφύγει από κάποιον πίσω του , στο λεωφορείο εργάτες που σχολούσαν από τη βάρδια τους Πακιστανοί και Έλληνες σκονισμένοι, πεθαμένοι απ την κούραση, ένας επιβάτης έχει ένα τατουάζ αράχνης στην εξωτερική μεριά της παλάμης, ιδρώνει δίχως λόγο από κάποια ουσία που έχει πάρει σίγουρα, ο οδηγός συνεχίζει την παλαβή πορεία του σα να μη συμβαίνει τίποτα....

Στη βιβλιοθήκη ένα ξανθό κορίτσι όμορφο με δέρμα χλωμό, όπως ερχόμουν πίσω της στάθηκε μια στιγμή και μου άνοιξε τη πόρτα περιμένοντας να περάσω, εγώ σκεφτόμουν ότι δε μπορεί, κάτι λάθος έχει γίνει, οι όμορφες συνήθως σου κλείνουν την πόρτα στα μούτρα, τι γίνεται εδώ πέρα, θα ονειρεύομαι ξανά, κάτι σκουλαρίκια χρυσά φορούσε, ένας σταυρός πλατύς στο λαιμό της, ένα άρωμα από αγριολούλουδα και κίτρα και λεμόνια και πορτοκάλια κι αιθέρια έλαια και κρόκους, ένα μπλουζάκι με ρόδακες και άνθη έγραφε ''Full bloom....


Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΓΙΝΟΥ ΟΜΟΡΦΗ

'' Στην αγαπημένη μου μανούλα!'' έγραφε μια κάρτα στολισμένη με λουλουδάκια κι άλλα σχέδια παιδικά πάνω στο γραφείο της κι αυτός σκέφτηκε ότι αυτό δεν τόχε λάβει υπ όψιν του.

Κατά λάθος είχε περάσει απ το γραφείο της όπως ήταν ανοιχτό κι έριξε μια ματιά στα αντικείμενα που είχε βάλει αυτή πάνω στον υπολογιστή όπου δούλευε. Έβλεπε τώρα ότι ζούσε σ έναν άλλον κόσμο, δεν είχε συνειδητοποιήσει αυτή τη διάσταση, αυτή τη πλευρά της ζωής της όταν τον φλερτάριζε, βέβαια είχε δει τη βέρα της να γυαλίζει στο δάχτυλό από τη πρώτη στιγμή αλλά το είχε προσπεράσει, τώρα όμως αντιλαμβάνονταν κάτι διαφορετικό.

Βέβαια κι αυτουνού του άρεσε το παιχνίδι- αν και πρέπει να παραδεχθούμε ότι ήταν πιο προσεχτικός -κι αυτός την παρακολουθούσε πως ζωήρευε κοντά του τότε που χτυπούσε τα πλήκτρα του υπολογιστή κι έγραφε στο χαρτί με το αριστερό της χέρι, ώρα πολύ την έβλεπε έτσι και πολύ του άρεσε να παρατηρεί την καμπύλη που σχημάτιζε το προφίλ της μύτης της, την φιλντισένια της επιδερμίδα, το χρειάζονταν κι αυτός να περνάει από κοντά της προσπαθώντας απεγνωσμένα να κλέψει κάτι από τον αέρα κι απ το άρωμα της κι απ την ανάσα της .

Πάντα του άρεσε να παρακολουθεί τους ανθρώπους, να τους ερευνά, να τους ξεκλειδώνει, να μπαίνει βαθιά μέσα τους, συνήθως έβλεπε πράγματα που δεν μπορούσαν οι άλλοι να δουν, τις γυναίκες πιο πολύ μελετούσε, αυτές με τον περίπλοκο ψυχισμό και την σύνθετη ψυχολογία που έχουν συνήθως προθέσεις κρυφές και σκοπούς ανομολόγητους.

Τη χρειάζονταν αυτή τη γυναίκα το καλοκαίρι που το ξανθό κύμα του ήλιου έλουζε τους δρόμους.

Και το μουντό φθινόπωρο τη χρειάζονταν, μα πιο πολύ την άνοιξη, τότε που οι αλλεργίες του έκοβαν την αναπνοή και δεν μπορούσε να ανασάνει κανονικά, τότε που τα ξεπλυμένα κυπαρίσσια έκοβαν στα δυο το γαλάζιο του ουρανού με τον συμπαγή τους όγκο, τότε που οι άνθρωποι ψάρευαν κάτω από τις μεταλλικές ομπρέλες της παραλίας, τότε που τα λεωφορεία τρέχανε μοναχά τους τους τις Κυριακές τα πρωινά στην άδεια Λαγκαδά, τότε που στα μπαλκόνια κρέμονταν γαρύφαλλα κατακόκκινα , τότε που οι άνθρωποι στην Κολόμβου περνούσαν τη διάβαση με τον ήλιο να βγαίνει θαμπός στο βάθος της Εγνατίας και τα σύννεφα καθρεφτίζονταν στα γυάλινα κτήρια του βαρδάρη.

Τη χρειάζονταν αλλά δεν την είχε ερωτευτεί κιόλας, ήξερε μέχρι που να το τραβήξει, που να σταματήσει, δεν ήταν σίγουρος γι αυτό που έκανε (ευτυχώς σκέφτονταν τώρα). Τη χρειάζονταν τα σαββατόβραδα που τα κορίτσια τοποθετούσαν γλυκά στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων και στα κομμωτήρια βλέπανε σήριαλ, τότε που ο κόσμος έβλεπε στα καφενεία με τις καλωδιακές τηλεοράσεις ανθρώπους να τρέχουν στο πράσινο χορτάρι κυνηγώντας μια μπάλα κι οι νύφες φωτογραφίζονταν ξαπλωμένες στα σκαλιά του νεοκλασικού κτηρίου εκεί στη Μαρτίου με βασιλίσσης Όλγας. Ο υδραυλικός με το γιό του συνέχιζαν να δουλεύουν γιατί δεν ήξεραν και τίποτα άλλο να κάνουν στη ζωή τους , έξω απ τα μαγαζιά με τα φρουτάκια κάποιος κάθονταν καπνίζοντας όπως πάντα, οι αγρότες έφευγαν από τις λαϊκές με τα αμάξια τους άδεια από ζαρζαβατικά και τ αμάξια έπαιρναν ανοιχτά πολύ τη στροφή μπροστά απ το Μακεδονία Παλλάς με τις ζάντες τους να γυαλίζουν σα να έτρεχαν σε Ράλι…..

Τον τρόμαζε όλο το σκηνικό αλλά του άρεσε κιόλας να τη βλέπει εκεί μπροστά στο φωτοτυπικό μηχάνημα, θα μπορούσε να το τραβήξει ακόμα λίγο, δεν ένιωθε ότι έκανε κάτι παράνομο, κάτι ανήθικο, δεν είχαν προχωρήσει, αυτηνής της άρεσε να παίζει με τη φωτιά κι έκανε πράγματα επικίνδυνα, μια φορά πήγε να τον φιλήσει κι αυτός τραβήχτηκε, ήταν παράξενος δε του άρεσαν πολλές τρυφερότητες αν και τον έλκυε απίστευτα αυτή η γυναίκα όπως ο μαγνήτης τα κομμάτια του μετάλλου. Της άρεσε που ήταν λίγο απόμακρος και χαμένος, ο τρόπος που περπατούσε με το κεφάλι ψηλά, η ζωτικότητα, ο ενθουσιασμός και η ενέργειά του, όπως έλεγε ''Γεια!'' το πρωί με τη μπάσα φωνή του, το στυλ του όλο, ίσως και να τον ζήλευε λίγο έτσι που ήταν άνετος κι ορεξάτος πάντα, αναρωτιόταν τι σόι μοτοράκι να ήταν αυτό που του έδινε τέτοια ώθηση.

Κι ύστερα σα να καθάρισαν όλα, με το που είδε εκείνη την κάρτα σκέφτηκε ότι τον χρησιμοποιούσε λίγο, ποιος δε χρησιμοποιεί τον άλλον σ αυτόν τον κόσμο θα μου πεις, όμως το παιχνίδι πρέπει να έχει κανόνες, πρέπει να δίνεις κι όχι να παίρνεις μόνο, κι ακόμα κάποιες φορές καλύτερα να μη το παίζεις καθόλου άμα νιώθεις ότι σε βγάζει σε αδιέξοδο, ρώτα και τη μάνα ή τη γιαγιά σου.

Τώρα μπορούσε να την καταλάβει καλύτερα όπως την έβλεπε να τρώει κάπως λαίμαργα ένα κομμάτι κέικ πίνοντας χυμό από ένα ποτήρι κολονάτο , μα βέβαια ήταν λίγο άπληστη! Γιατί δε μπορείς να τα έχεις όλα πως θα γίνει, δε μπορείς να έχεις την οικογένεια και τον άντρα σου και τη δουλειά και το φλερτ κι όλα! Υποτίθεται ότι αυτό που ήθελες ήταν τα παιδιά, αν δε σε γεμίζουν έχεις πρόβλημα, έκανες λάθος, άμα θέλεις να κάνεις κάτι καλά πρέπει να θυσιάσεις κάτι άλλο, δεν μπορείς να τάχεις όλα, δεν μπορείς να κολλάς και να κοιτάς με τρόπο πονηρό τον άλλον, να τον περιμένεις πότε θα περάσει μπροστά σου για να τον καρφώσεις με το βλέμμα, να τον στριμώχνεις πίσω από τα ράφια, να του βάζεις ιδέες στο μυαλό, κάτι δε πάει καλά.

Υποτίθεται ότι τραβάς το βλέμμα όταν σε κοιτά ο άλλος, όταν νιώθει την ταραχή στο στήθος σου που ανεβοκατεβαίνει απότομα, δε δίνεις αφορμή στον άλλον να δει το παντελονάκι που φοράς κάτω απ το τζιν το χαμηλοκάβαλο, δεν κοιτάς όλη την ώρα το ανοιχτό του πουκάμισο.

Αφού είδε εκείνη τη κάρτα μια φλασιά σα να άστραψε μέσα του, άρχισε να έχει τύψεις, υποτίθεται ότι κάποια πράγματα πρέπει να τα σεβαστείς, την έβλεπε διαφορετικά από παλιά, ήξερε από πάντα ότι δεν μπορεί να ήταν τόσο καλή χωρίς να είναι και τόσο κακιά όπως άλλωστε οι περισσότεροι άνθρωποι, ίσως είχε κάποιο πρόβλημα με το μικρό της που δεν τόπιανε ο ύπνος τη νύχτα ή με το μεγάλο που ήταν απείθαρχο και την είχε ταράξει, μπορεί να είχε κουραστεί να καρτερεί κάθε μεσημέρι πότε θα σχολάσει ο γιος της για να τον πάρει, ή να την είχε κουράσει να κουβαλά το μικρό στη αγκαλιά, να το σκεπάζει με την ομπρέλα όποτε ψιχάλιζε κι άλλοτε να καλύπτει το καροτσάκι μ ένα πλαστικό για να μείνει το μικρό στεγνό και να μην της κρυώσει άλλα έτσι υποτίθεται ότι είναι αυτά, πρέπει να περάσεις άπειρο χρόνο μαζί τους, να δείξεις υπομονή απέραντη άμα θες αύριο να είσαι περήφανος, να χάσεις κάτι, να υποφέρεις και να ζοριστείς λίγο, τίποτα που να αξίζει πραγματικά δεν είναι εύκολο σ αυτή τη ζωή, θα έπρεπε να είχαν βρει έναν τρόπο να κάνουν τη ζωή τους υποφερτή, να είναι κάπως ευχαριστημένες, λίγο ευτυχισμένες, να είχαν βρει τις προτεραιότητες τους σ αυτή τη ζωή, να προσέχουν κάπως τι εικόνα δίνουν προς τα έξω, να μη γκρινιάζουν, να μην ψάχνουν για εμπειρίες διαφορετικές.

Δε του άρεσε πια όπως ντύνονταν, από παλιά είχε κάποια θεματάκια που τα παρέβλεπε μα τώρα δεν μπορούσε, πιο πολύ του άρεσε όταν ντύνονταν απλά μ εκείνα τα χαμηλά παπουτσάκια και τις χρωματιστές φούστες, έμοιαζε με κοριτσάκι δροσερό τότε, αυτή κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει απάνω του, άρχισε να απομακρύνεται διακριτικά και κάποιες φορές επιδεικτικά, είχε θυμώσει μάλλον, δεν μπορούσε να το δεχτεί, αυτός ήταν πιο άνετος, είχε καταλήξει κάπου, το είχε δουλέψει στο μυαλό του όπως πάντα προτού καταλάβουν οι άλλοι τι είχε συμβεί, την είχε ξεπεράσει με δυο λόγια.

Όμως όπως και να ήταν του έλειπε, πως θα συνέχιζε τώρα δίχως εκείνες τις στιγμές που έπαιζε μαζί της κι έδιναν νόημα στη ζωή του καθώς τη σκέφτονταν συνέχεια αναλογιζόμενος πάντοτε ότι ήταν το καλύτερο πράγμα που του είχε συμβεί τη μέρα εκείνη;

Όπου και να κοιτούσε τα βράδια του φαίνονταν ότι όλες οι γυναίκες φορούσαν βέρες στο χέρι, κάτι λόγια που της είχε πει κάποτε έρχονταν στο μυαλό του ξανά και ξανά ''Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη!

Ένα φανάρι σπασμένο έμοιαζε σαν αόμματο, αυτοκίνητα με πινακίδες βουλγάρικες, διαλυμένες τις εξατμίσεις τους και στραπατσαρισμένες τις λαμαρίνες διέσχιζαν τη Μοναστηρίου, τεχνικοί άνοιγαν φρεάτια και σχάρες που έχασκαν απειλητικά εκθέτοντας σε κοινή θέα καλώδια και σήραγγες από κάτω τους. Ένα κορίτσι χτυπημένο στην Τσιμισκή κάτω κείτονταν στην άσφαλτο, ένα αγόρι στέκονταν δίπλα της και κάτι της έλεγε, ο οδηγός που το έιχε χτυπήσει το ρωτούσε επίμονα: ΄΄Δεν έφταιγα εγώ έτσι δεν έφταιγα εγώ ; ΄΄, μια γυναίκα που ήξερε απ αυτά ούρλιαζε σ έναν τραυματιοφορέα ΄΄Μη τολμήσεις να της σηκώσεις το κεφάλι σα να ήτανε σακί γιατί θα σου τραβήξω μήνυση, θα σε χώσω μέσα για πάντα!’’.

 Στο Καπάνι κοντά σκύλοι μασουλούσαν κόκαλα τεράστια πάνω στο γρασίδι θυμίζοντας τη καταγωγή τους από τις προϊστορικές στέπες όταν έτρεχαν κοπαδιαστά στο ψηλό χορτάρι κυνηγώντας ώρες ατέλειωτες θηράματα δίχως να κουράζονται, ένα αεροπλάνο πετούσε μες τη βροχή με τα δυο μεγάλα φανάρια του αναμμένα σα τέρας μεταλλικό που στέκονταν στον αέρα ....





Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

΄ Όλη νύχτα το ρέμα βούιζε όπως κατέβαζε νερό απ το βουνό!΄΄, είπε ο οδηγός γέρνοντας ολόκληρο το σώμα του όπως έστριβε το τεράστιο τιμόνι, ΄΄Το πρωί που το είδα ήταν μαύρο, θολό, είχε κατεβάσει πουρνάρια και κούτσουρα, κλαδιά, ότι μπορείς να φανταστείς, δε μ άφησε να κοιμηθώ όλη νύχτα !΄΄

Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, τα χωράφια είχανε πλημμυρίσει, κομμάτια ολόκληρα από τετράγωνο σχιστόλιθο έπεφταν γλιστρώντας αργά στον επαρχιακό δρόμο, πέτρες έχασκαν επικίνδυνα στην άκρη του οδοστρώματος, ομίχλη κατέβαινε απ τις πλαγιές ψηλά, ένα ψιλό στρώμα χιονιού είχε απλωθεί σα χαλί ψηλά πάνω στις καστανιές , βράχοι λαμποκοπούσαν στα φαράγγια, χείμαρροι σέρνονταν σα φίδια δεξιά - αριστερά σκάβοντας το χώμα ανάμεσα σε πλατάνια δίχως φύλλα ξεγυμνώνοντας τις ρίζες τους, κάτι δέντρα καμένα πιο πέρα .

Ένα κορίτσι καθόταν πλάι μου, ένα παντελόνι φορούσε που έμοιαζε καλυμμένο από φολίδες ερπετού αλλόκοτου, άδειες οι ξαπλώστρες κατά τη Τουζλα, κυψέλες γαλάζιες και κίτρινες είχαν βάλει ανάμεσα στις ανθισμένες αμυγδαλιές, η θάλασσα είχε πάρει ένα χρώμα καφετί μέχρι βαθιά απ τη λάσπη που κατέβαζαν τα ποτάμια, ρεύματα σχηματίζονταν, άλλαζαν σχήματα και διαλύονταν κατόπι, αφροί έβγαιναν στην αμμουδιά, κάποιοι περπατούσαν στην άμμο βαστώντας ομπρέλες, το τοπίο ξεπλυμένο καθαρό, καπνός έβγαινε από τζάκια που έκαιγαν στα χωριά ενώ τα αλουμινένια λούκια ξερνούσαν ποτάμια ύδατος, ντόπιοι ανέβαιναν στο πούλμαν μιλώντας ιδιώματα βαριά, διαφορετικά σε κάθε μέρος, λατομεία εγκαταλειμμένα, όπως έφευγε το όχημα τα σύννεφα έμοιαζαν να τρέχουν από πάνω μας, στο βάθος πέρα μακριά ο ουρανός και τα νερά της θάλασσα γίνονταν ένα και το αυτό όπως πνίγονταν μες την ομίχλη ...

Ένα άλλο βουητό εγώ ένιωθα, η κυρία Δήμητρα με είχε διαλύσει, ένιωθα ότι στη διάρκεια του μαθήματος με μεταχειρίζονταν σα σάκο του μποξ, με αμφισβητούσε συνέχεια, με είχε φέρει στα όρια μου, λίγο ακόμα και δε θα άντεχα κι ύστερα είχαμε πάει με τα κορίτσια σ εκείνο το μαγαζί, αυτές έβλεπαν κάτι αντικείμενα και μπιχλιμπίδια περίεργα, χρώματα, κόσμος, φωνές, εγώ είχα καρφωθεί σε κάτι κουτάκια μουσικά, μικρούτσικα, βαμμένα το καθένα σε χρώμα διαφορετικό απ αυτά που αυτά  που έφτιαχναν   κάποτε οι οωρολογοποιοί  με τους περίπλοκους και διαδαλωδεςι οδωντοτούς μηχανισμούς,  μια μουσική περίεργη έβγαζαν  σα να κουδούνιζαν εκατομμύρια σφυράκια μικρά χτυπώντας πάνω σε πλήκτρα μεταλλικά, κι εκεί μέσα την πέτυχα!

Πάντα αναρωτιόμουν πως θα ήτανε, όποτε περνούσα απ το σπίτι της έριχνα μια ματιά κατά κει, πως θα αντιδρούσα άραγε αν έπεφτα απάνω της τι θα έκανε αυτή , όμως δε χρειάστηκε τίποτα να πει, το βλέμμα της τα έλεγε όλα, δεν ήταν φιλικό, για μια στιγμή με ζύγισε κι ύστερα βιάστηκε να εξαφανιστεί και τότε ακριβώς κατάλαβα ότι δεν είχα κάνει λάθος κι όλες οι τύψεις κι αμφιβολίες κι οι ενοχές που ένιωθα ήταν μάταιες .

Εκείνη η μουσική είχε αποτυπωθεί στη μνήμη μου, την άκουγα παντού, ήταν σαν εκείνα τα χιλιάδες σφυράκια να χτυπούσαν στο στραπατσαρισμένο σαν ομελέτα μυαλό μου συνέχεια γκλανγκ – γκλανγκ- γκλανγκ!

Ήχοι και βουητά μπερδεύονταν όπως κυλούσε το λεωφορείο στην εθνική οδό, ο εγκέφαλος επιτελούσε ταυτόχρονα λειτουργίες διάφορες, αξιολογώντας κι αναπολώντας χωρίς να ενοχλείται απ τους περίεργους θορύβους που αναπαράγονταν μέσα του σα να υπήρχε ένα νοητό κασετόφωνο ή ένα όργανο βαθιά σφηνωμένο στα μηλίγγια ανάμεσα.

Σκεφτόμουν ότι δεν είχα κάνει και τίποτα τρομερό ούτε της είχα κλέψει τίποτα , ούτε την είχα απειλήσει, ούτε την είχα βρίσει, ούτε την είχα προσβάλει, ούτε την είχα βιάσει ρε φίλε, δε μπορείς να καταλάβεις πως σκέφτονται, προς τι το μίσος, κι άμα είχε τόσο δίκιο γιατί δεν ήρθε τις προάλλες μ όλη τη παρέα, τι φοβότανε, εγώ γιατί πήγα και την περίμενα, υποτίθεται πως όταν έχεις δίκιο είσαι δυνατός κι άνετος.

Όχι δεν είχα κάνει λάθος, σ εκείνη την περίπτωση τουλάχιστο, έτσι είναι η ζωή κάποιοι σε συγχωρούν και πας παρακάτω κάποιοι το κρατούν μερικοί δεν το ξεχνούν ποτέ και πρέπει να ζήσεις μ αυτό άμα αντέχεις βέβαια όλο το θέμα είναι ν αντέξεις τη δύσκολη στιγμή να επιβιώσεις να βγεις ζωντανός κι εγώ τα είχα καταφέρει όχι μονάχα μ αυτήν μα και μ ανθρώπους που είχα συναντήσει κατά καιρούς κι έχασα στη πορεία, άλλους συνειδητά κι άλλους δίχως να το καταλάβω, απλά χάθηκαν, τράβηξαν δρόμους διαφορετικούς, σ άλλες κατευθύνσεις,!

Όλοι δείχνουν τον πραγματικό τους εαυτό αργά η γρήγορα αρκεί να περιμένεις λίγο η περισσότερο ανάλογα με την περίπτωση, πολύ ψέμα κι υποκρισία γύρω τόσο που ώρες ώρες δεν αντέχεις.

Κάποιοι είναι τόσο σίγουροι σε ότι κάνουν, τόσο αμετάπειστοι, τόσο αμετάκλητοι, τόσο καρφωμένοι δίχως αμφιβολίες και ταλαντεύσεις, τόσο βέβαιοι που τρομάζεις, ΄΄ Σου είναι τόσο δύσκολο να μου πεις μια καλή κουβέντα; ΄΄ τη ρωτάς κι αυτή σε κοιτά παράξενα σα να είσαι εξωγήινος, σα να της έχεις ζητήσει το πιο παλαβό πράγμα που υπάρχει, όμως λίγη ενθάρρυνση δε στοιχίζει και τίποτα ρε γαμώτο, έτσι δεν είναι, λίγη γενναιοδωρία, λίγη προσπάθεια μόνο, μπορεί και να τους έκανε να νιώσουν καλλίτερα ……

Ο οδηγός είχε πάρει φόρα όπως συζητούσε μ ένα φαλακρό ελεγκτή, ''Το βλέπεις αυτό το παρμπρίζ, χίλια πεντακόσια μου πήρε να τ αλλάξω, και ξέρεις γιατί, μια βλαμμένη στο μπροστινό κάθισμα σηκώθηκε να πει κάτι, κι όπως εκείνη τη στιγμή βγήκε μπροστά μου ένα μηχανάκι και φρενάρισα αυτή έφυγε σα βλήμα και καρφώθηκε στο τζάμι, αν δεν είχα προλάβει να βάλω το χέρι μου θα είχε βγει απ έξω κατευθείαν, μπορούσες να δεις το σημάδι απ το χτύπημα του κεφαλιού της στο γυαλί, και να φανταστείς ότι δεν έπαθε τίποτα, ήταν εντάξει, τι σου είναι αυτές οι γυναίκες! ΄΄ μονολογούσε ο οδηγός ενώ ο άλλος κοίταζε μπροστά ανέκφραστος μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο σα να επικροτούσε, από ένα σημείο περνούσαμε τώρα, εδώ σταματούσαμε έναν καιρό με τη Χριστίνα ν αγναντέψουμε τη θέα και να παίξει αυτή με τις γάτες που υπήρχαν εκεί πέρα άφθονες !

Στην Καβάλα ψαράδες ξέμπλεκαν τα δίχτυα μες τη βροχή φορώντας μακριά πράσινα μακριά αδιάβροχα, γλάροι βουτούσαν στο νερό ψάχνοντας ψαράκια, αχτίνες του ήλιοι χάιδευαν τα βουνά της Θάσου αντίκρυ, νοτισμένοι οι τετράγωνοι γρανίτες στα καλντερίμια της παραλίας, βρύα φύτρωναν ανάμεσα τους, κάποιος έκοβε το γκαζόν ανεβασμένος σένα μηχανάκι χορτοκοπτικό.

Με τον Αργύρη καθίσαμε σ ένα μαγαζί, μπακαλιάρο, παντζάρια και φέτα ζητήσαμε, ο Αργύρης ήπιε κι ένα τσίπουρο, πολύ του άρεσαν όλα, ήρθε και το αφεντικό και μας έκανε χώρο να καθίσουμε πιο άνετα, ένας χοντρός απ τη παρέα που είχε χασάπικο μιλούσε για τα ζώα ενός ολόκληρου στάβλου που σήκωσε απ τα μέρη της Ξάνθης, μοσχάρια κι αγελάδες κι ότι άλλο βρήκε μπροστά του για να τα κάνει κιμά και μπριζόλες, μια κομπανία πιο πέρα συζητούσε για τα παλιά μαγαζιά, το L AMORE και το ARIGATO κάπου στο Δοξάτο έξω απ τη Δράμα τη δεκαετία του ογδόντα, τότε που υπήρχε χρήμα και οι τεράστιοι εκείνοι χώροι έπαιρναν μέχρι και χίλια άτομα, έφερναν φίρμες σαν τον Γαβαλά στα τελευτία του και την Άντζελα Δημητρίου στα πρώτα της κι άλλους πολλούς αστέρες διάττοντες της εποχής, πιο αργά, στις μικρές ώρες έρχονταν και γυναίκες κι οι αγρότες πήγαιναν το πρωί στα σπίτια τους για να κοιμηθούν πάνω στα τρακτέρ….

Ξαφνικά έπεσε δουλειά στη ταβέρνα λες και πλάκωσαν όλοι οι τρελαμένοι κι οι πεινασμένοι της πόλης και των περιχώρων, ο Χρήστος ο ιδιοκτήτης, βρέθηκε μοναχός του εκείνη τη στιγμή, μας είπε αν μπορούσαμε να βοηθήσουμε λίγο, μούδωσε το κινητό του να κάνω κάτι τηλέφωνα αλλά εκεί μέσα γίνονταν χαμός κι ούτε ήξερα πως δούλευε εκείνο το πράγμα, όταν επιτέλους το άνοιξα υπήρχαν χιλιάδες ονόματα, ένα χάος, δεν υπήρχε περίπτωση να βρω άκρη, ο Αργύρης που τα καταφέρνει πολύ καλύτερα από μένα σ αυτά ανέλαβε, ύστερα καθίσαμε πάλι, ένα παιδί μας έλεγε κάτι ιστορίες για μια κοπέλα που είχε γνωρίσει σ ένα νησί, κάποιο βράδυ κοιμήθηκε μαζί της στην παραλία, στην άμμο, κι ήταν σα παραμύθι, την ερωτεύτηκε, την έχασε και την γύρευε καιρό πολύ, έμαθε ότι αυτή έχε παντρευτεί στο μεταξύ, την είδε αργότερα σ ένα μέρος κι αυτή του έγνεψε αδιόρατα σα να ήθελε να του πει κάτι, αυτός τη κοιτούσε αποσβολωμένος, χαμένος εντελώς δεν ήξερε τι να κάνει πως να φερθεί....

Ένας τύπος ήρθε εκεί στο μαγαζί, από μια βρεγμένη βαλίτσα έβγαλε ένα πακέτο με ποτήρια και κρύσταλλα Βοημίας που τά έφτιαχναν κάπου στην Τσεχία χρησιμοποιώντας ποτάσσα  καμωμένη από τη τύρφη της φτέρης και της οξιάς σε δάση αρχαία που θάφτηκαν προτού εκατομύρια χρόνια  όπως μας είπε. Ζήτησε να κάνουμε ησυχία, αράδιασε ποτήρια με μεγέθη διαφορετικά, είχαν μια ποσότητα νερού μέσα τους και λαμποκοπούσαν έβρεξε έπειτα τα χέρια του κι άρχισε να περνά γρήγορα τα δάχτυλα πάνω απ τα χείλη των ποτηριών που άρχισαν να βγάζουν έναν ήχο σαν σφύριγμα, ήταν σα ν άκουγες τον αέρα  να φυσσά σ εκείνα τα δάση τα αρχαία,   ΄΄ Έτσι ξεχωρίζεις το αληθινό κρύσταλλο!΄΄ είπε ο μαυριδερός τύπος χαμογελώντας κι ένα χρυσό δόντι φάνηκε σε μια γωνιά του στόματός του....

Όμως εμένα εκείνη η μουσική μου θύμιζε τη μελωδία που είχα όλη τη μέρα στ' αυτιά μου και το μυαλό συνέχισε τους παράξενους συνειρμούς και τους συσχετισμούς και τις πολύπλοκες λειτουργίες του, σκεφτόμουν πως γίνεται κάποιοι να κάνουν τόσες βλακείες όση η άμμος της θάλασσας και να επιζούν παρόλα αυτά και να συνεχίζουν, γιατί κάποιοι τρελαίνονται όταν πας να κάνεις κάτι διαφορετικό που χαλά τη γαλήνη και την ησυχία τους κι ύστερα άμα πετύχεις αλλάζουν στάση σα να μη τρέχει τίποτα, θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή σου -και τη ζωή τους -ευκολότερη, δεν ήταν τόσο δύσκολο, δε θα πάθαιναν και τίποτα, όχι ότι ήταν υποχρεωμένοι βέβαια, απλά έτσι γίνονται πιο απλά τα πράγματα, δε χρειάζεται να σκοτώνεσαι κάθε φορά…

Όπως βγαίναμε απ το μαγαζί φαντάροι στέκονταν προσοχή μπροστά σε μια σημαία που υψώνονταν αργά - αργά, ένα φανάρι διαλυμένο από κάποιο τρακάρισμα εξακολουθούσε να αλλάζει χρώματα, μια γυναίκα με σώμα παλαιστή έβγαζε φωτογραφίες τα μικρά της που την κοίταζαν από χαμηλά με δέος : ''Μη στέκεσαι σαν ηλίθιος Βασίλη!΄΄ το μυαλό μου ήταν ζαλισμένο σκόρπιο σα το χιόνι που πέφτει, σταγόνες της βροχής χοροπηδούσαν στην άσφαλτο μια μουσική θυμίζοντας γκλανγκ- γκλανγκ, φώτα αναβόσβηναν ρυθμικά κι αυτά στα χωριά πέρα μακριά, ένας σκύλος μαλλιαρός ήρθε κοντά μας να τον χαϊδέψουμε όμως ο χοντρός χασάπης τον έδιωξε άγρια μια πέτρα μάζεψε από κάτω και του πέταξε το ζώο κοντοστάθηκε μια στιγμή κι ύστερα άρχισε να τρέχει κοιτάζοντας πίσω η βροχή χοροπηδούσε στην άσφαλτο ασταμάτητα….


ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...