Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

ΛΑΜΠΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ

Το χιόνι έπεφτε όλο και πιο πυκνό όταν άκουσε να σκάει ένα από τα μπροστινά λάστιχα του, ότι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί εκείνη τη στιγμή, από νωρίς που είχε βγει στους δρόμους οι νιφάδες σκέπαζαν τα πάντα όμως δεν έδειχνε ότι θα το έστρωνε κι ήταν Παρασκευή βράδυ, η καλύτερη μέρα για τα ταξί επειδή όλη νύχτα κουβαλούσαν πιτσιρικάδες κι άλλους ξενύχτηδες που έβγαιναν στα μαγαζιά του κέντρου ή της παραλίας, τις γιορτές είχε δουλέψει καλά κι ήλπιζε σε μια ακόμα καλή βραδιά επειδή όλη τη βδομάδα πηγαινοέρχονταν σαν το δαίμονα περιμένοντας κάποιον να σηκώσει το χέρι του. Βλαστήμησε μέσα του και τηλεφώνησε στην οδική βοήθεια αλλά δεν μπορούσε να περιμένει, μέχρι να έρθουν οι τύποι μπορεί να ξημέρωνε καθώς σίγουρα μ’ εκείνον τον χαμό θα είχαν ένα κάρο περιστατικά. Πάρκαρε στην άκρη ενός στενού, φόρεσε τα γάντια του και βγήκε έξω στην παγωνιά, έβγαλε την ρεζέρβα, τον γρύλο και το κλειδί των μπουλονιών απ’ το πόρτ μπαγκάζ, σήκωσε την μπροστινή μεριά του αμαξιού κι άρχισε να ξεβιδώνει, το χιόνι δεν έλεγε να σταματήσει το καταραμένο, σκεφτόταν ότι όλη η βραδιά του θα πήγαινε χαμένη όταν εμφανίστηκε το φορτηγάκι της οδικής κι ένα τύπος με γενειάδα κατέβηκε να τον βοηθήσει, ήταν πολύ καλύτερα μ’ ένα ακόμα άτομο και γονατίζοντας πάνω στην παγωμένη υγρή άσφαλτο τελείωσαν γρήγορα, ευχαρίστησε τον γενειοφόρο, τίναξε το χιόνι από πάνω του και ξεκίνησε πάλι ελπίζοντας να μη του συμβεί άλλο κακό.

Οι δρόμοι εξακολουθούσαν να είναι βατοί και παρά την χιονόπτωση κάμποσα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να κινούνται στην νύχτα σχηματίζοντας ένα κομβόι όπου κανείς δεν τολμούσε να προσπεράσει τον άλλον μόνο παρακολουθούσαν τον μπροστινό του υπομονετικά όπως τα καραβάνια στην έρημο. Άνοιξε ένα μπουκάλι με νερό να δροσιστεί λίγο όταν είδε δυο κοπέλες να του κάνουν σινιάλο, σταμάτησε και τα κορίτσια μπήκαν μέσα τρίβοντας τα παγωμένα χέρια τους, είπαν μια διεύθυνση και μετά άρχισαν να μιλούν ακατάπαυστα όπως το συνηθίζουν οι γυναίκες σε όλες τις καταστάσεις, το χιόνι τους είχε χαλάσει τη βραδιά γιατί φοβήθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να γυρίσουν σπίτι κι είχαν φύγει εσπευσμένα από ένα μαγαζί όπου συνήθως έμεναν ώσπου να βγει ο ήλιος, τις κοίταξε μια στιγμή στον καθρέφτη κι ύστερα καρφώθηκε μπροστά γιατί ένα λάθος θα τον έστελνε καρφωτό πάνω σε κανένα παρκαρισμένο κι ύστερα άντε να ξεμπλέξεις. Το κομβόι των αυτοκινήτων συνέχιζε κανονικά κι απ’ ότι μπορούσε να δει ακολουθούσε μια αλατιέρα που είχε βγει από τις υπηρεσίες του δήμου, όλα έμοιαζαν κανονικά, χαλάρωσε λίγο όταν ξαφνικά το χιόνι πύκνωσε τόσο πολύ που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τίποτα και τότε άρχισαν όλοι να φεύγουν με τις μπάντες άλλος από δω κι άλλος από κει, ήταν πολύ θεαματικό, πολύ κουφό, δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, οι νιφάδες ήταν τόσο χοντρές που σκέπαζαν κατευθείαν το οδόστρωμα κι έπεφταν κατά εκατομμύρια σκεπάζοντας τα πάντα, το αμάξι του ήταν βαρύ αλλά οι κοπέλες πήγαιναν σε κάποιο ανηφορικό μέρος της πόλης όπου δεν υπήρχε περίπτωση να βγει μ’ εκείνον τον καιρό, ‘’Λυπάμαι κορίτσια δε γίνεται να συνεχίσω!’’ είπε κι αυτά κατέβηκαν απρόθυμα να συνεχίσουν με τα πόδια μες τον χαλασμό, ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερναν, στο κάτω- κάτω ας είχαν και μια εμπειρία διαφορετική.

Τώρα πια η κυκλοφορία είχε αποσυντονιστεί εντελώς και μόνο μερικοί που είχαν φορέσει αλυσίδες καθώς και κάτι άλλα οχήματα με κίνηση στους τέσσερις τροχούς κινούνταν σχετικά άνετα, κάποιοι έβγαιναν έξω και φώναζαν, άλλοι τηλεφωνούσαν, κάποιος έβριζε, ένα χάος επικρατούσε, ‘’Πάει η βραδιά !’’ έκανε τη σκέψη καθώς πάλευε να κρατήσει στο δρόμο το αυτοκίνητο του, τώρα το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φτάσει στο σπίτι του γιατί είχε κι αυτός κολλήσει, κάλεσε ξανά την οδική βοήθεια και από διαβολική σύμπτωση εμφανίστηκε μετά από λίγο πάλι ο ίδιος τύπος με τη γενειάδα, του ζήτησε να τον τραβήξει μέχρι κάποιο σημείο όμως ο άλλος φάνηκε εντελώς αδιάφορος, σήκωσε τους ώμους σα να μην έτρεχε τίποτα και είπε ότι είχε τριάντα κλήσεις που τον περίμεναν καθώς όλα είχαν διαλυθεί εκείνο το βράδυ. Κόντευε να σκάσει απ’ το κακό του, όλο το χρόνο σαν ηλίθιος τους πλήρωνε για μια τέτοια στιγμή και τώρα που τους χρειαζόταν πραγματικά τον είχαν αφήσει στο έλεος του θεού, έβαλε μπρος τη μηχανή κι άρχισε να προχωρά βλέποντας αμάξια να φεύγουν δεξιά αριστερά σα να βρίσκονταν σε πίστα με συγκρουόμενα, κάποια στιγμή ένιωσε να χτυπά έναν όγκο σκοτεινό, ακούστηκε ένα ‘’σντουπ!!!’’ , ούτε κατάλαβε τι ήτανε, δεν μπορούσε να δει, τρόμαξε, σκέφτηκε ότι δεν θα τα κατάφερνε και σταμάτησε σ’ ένα βενζινάδικο όπου κάποιος φτυάριζε χιόνι καθαρίζοντας το μέρος, εκεί πέρα υπήρχε μια καφετέρια που έμενε ανοιχτή όλη τη νύχτα, σταμάτησε με τα χίλια ζόρια και μπήκε μέσα ελπίζοντας ότι θα σταματούσε το κακό.

Η καφετέρια είχε μια ζέστη που σου ανέβαζε αμέσως το ηθικό, παρήγγειλε καφέ και κάθισε σε μια γωνιά ακούγοντας δυο τύπους να συζητούν φωναχτά σα να μη συνέβαινε τίποτα γύρω τους , ο ένας απ’ αυτούς θα έφευγε για την Αυστραλία κάτω στην Τασμανία, να δουλέψει σε μια επιχείρηση ελλήνων, άκου τώρα που έχει βρει να πάει ο άνθρωπος, πιο μακριά δε γινόταν, εκεί κάτω μάλιστα είχαν καλοκαίρι τέτοια εποχή, φαντάσου τώρα, κι έκαναν μπάνια στις παραλίες. Καθόταν κι άκουγε βλέποντας το χιόνι να πέφτει ασταμάτητο, δεν φαινόταν ότι υπήρχε περίπτωση να άνοιγαν οι δρόμοι, για δουλειά δε γινόταν ούτε λόγος, το θέμα του ήταν τώρα πως θα πήγαινε το αμάξι στο σπίτι, μα πόσο σπαστικό ήταν όλο εκείνο το πράγμα που έριχνε, θυμήθηκε τη μάνα του την συγχωρεμένη που αγαπούσε το χιόνι, έλεγε ότι καθάριζε τα μάρμαρα στα μπαλκόνια, ‘’Να δεις που μόλις το λιώσει θα τα έχει γυαλίσει όλα’’ έλεγε και πράγματι, με το που έφευγαν τα χιόνια τα μπαλκόνια έλαμπαν σα να τα είχαν γυαλίσει!

Σπάνια χιόνιζε έτσι στην πόλη, αυτός τουλάχιστον δεν έιχε δει τόσο όγκο, μια φόρα μόνο, τότε που σπούδαζε σε μια επαρχιακή πόλη, είχε ρίξει τόσο πολύ που είχε αποκλειστεί για μέρες πολλές στο διαμέρισμα του βλέποντας απ’ το παράθυρο μια γέφυρα κάτω απ’ την οποία έτρεχαν νερά σκοτεινά μέσα από φυλλώματα, εκείνο το τοπίο του είχε μείνει. Φοιτητής ήταν τότε κι είχε περάσει κοντά ένα μήνα σε μια εστία που θύμιζε κτήριο χώρας του κομουνιστικού μπλοκ, πνιγμένη στο τσιμέντο, σε μια φάση είχε κοπεί το ρεύμα και κόντευε να τρελαθεί, ευτυχώς το είχαν φτιάξει αλλιώς δεν θα έβγαινε ζωντανός από κει μέσα αυτός και κάτι άλλοι φοιτητές από μια χώρα του βορρά που συμμετείχαν σ’ ένα πρόγραμμα και είχαν βρεθεί κατά κει, αυτοί βέβαια ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες καταστάσεις επειδή εκεί ψηλά χιόνιζε κάθε χρόνο με το τσουβάλι.

Εκείνες ήταν οι πιο παγωμένε μέρες της ζωής του, τις νύχτες που δεν δούλευαν τα καλοριφέρ έριχνε ότι είχε και δεν είχε πάνω του μήπως σταματήσει να τρέμει, περνούσε την ώρα παρακολουθώντας ταινίες κι ότι άλλο έδειχνε μια μικροσκοπική τηλεόραση που έτυχε να έχει, σε κάποια φάση είχε χαλάσει η συσκευή και κόντευε να τρελαθεί, ευτυχώς μια κοπέλα ξανθιά από κείνες τις βόρειες , πολύ όμορφη και κάπως λοξή, που σπούδαζε πιάνο , τον είχε βοηθήσει να τη φτιάξουν, πολλές φορές καθόταν στο δωμάτιο της και την άκουγε να παίζει απλώνοντας τα δάχτυλα της στα πλήκτρα κάτι κομμάτια περίεργα, όλες οι στενοχώριες του φεύγανε τότε, το μυαλό του ηρεμούσε, άλλοτε πάλι ερχόταν αυτή στο δωμάτιο του και βλέπανε ταινίες κινούμενων σχεδίων σ’ ένα κανάλι ξένο που έπιαναν , αυτό που του είχε μείνει ήταν μια ταινία για έναν μοναχό κάπου στην Ινδία που έπρεπε να περάσει για κάποιο λόγο μια νύχτα γυμνός πάνω στα βουνά κι εκείνος είχε αντέξει χρησιμοποιώντας ένα κόλπο, έβαλε ν’ ανάψουν μια φωτιά στο απέναντι όρος και βλέποντας την λάμψη της όλη την ώρα κατάφερε να βγει ζωντανός μέχρι το ξημέρωμα, εκείνη η ιστορία είχε χαραχτεί βαθιά μέσα στο μυαλό και φυσικά το είχε ερωτευτεί εκείνο το κορίτσι κι όταν ήταν να γυρίσει στην πατρίδα του είχε σαλτάρει, δεν τον χωρούσε ο τόπος του είχε στοιχίσει πολύ…

Βγαίνοντας από την καφετέρια αισθάνθηκε μια ησυχία απόλυτη σα να είχαν τελειώσει όλα, σήκωσε τα μάτια ψηλά βλέποντας το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα, καλύπτοντας το σύμπαν, ήταν σα να είχε αποκοιμηθεί ολόκληρη η πλάση, όλα γύρω του φάνηκαν αλλιώτικα σα να είχε συμβεί κάτι που άλλαξε τη μορφή και το σχήμα τους, δεν μπορούσε να προσανατολιστεί κι αναρωτιόταν που είχε αφήσει το αμάξι του, η περιοχή του φαινόταν άγνωστη, οι δρόμοι είχαν αδειάσει εντελώς, αισθάνονταν καταπονημένος και το μόνο ου ήθελε ήταν να πέσει στο κρεβάτι του και να κοιμηθεί ώρες ατελείωτες, βρήκε τελικά το αμάξι του αλλά οι ρόδες του είχαν πνιγεί στο χιόνι κι π ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να ξεκολλήσει από κει πέρα, τον έπιασε μια απελπισία, εκείνο το καταραμένο χιόνι του έκανε τη ζωή δύσκολη για πιο λόγο χρειαζόταν τι στο δαίμονα ήθελε μες τη νύχτα να ταλαιπωρεί τον κόσμο, πως είχε βρεθεί σ’ εκείνη την ερημιά όπου δεν κινούνταν τίποτα εκτός από έναν παλαβό με τον σκύλο του που είχαν βγει βόλτα, το σκυλί προσπαθούσε να τρέξει κι όλη την ώρα έφερνε βούτες σαν χαζό, σηκωνόταν κι έπεφτε πάλι, κυλιόταν, τινάζονταν, ήταν φανερό ότι χαιρόταν αφάνταστα το σκηνικό, όπως περνούσε μπροστά απ’ την είσοδο μιας πολυκατοικίας του ήρθε να βάλει τα γέλια όταν τα φώτα άναψαν μόνα τους κι ακούστηκε ο ήχος ενός πιάνου που έπαιζε μια μελωδία, έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί που την ήξερε, που την είχε ακούσει, γιατί του ήταν τόσο γνωστή, μα βέβαια, πως μπορούσε να μη το θυμάται, έναν καιρό σβούριζε δαιμονισμένα στο κεφάλι του, ήταν εκείνο το κομμάτι που έπαιζε το ξανθό κορίτσι τότε στις εστίες όπου ήταν αποκλεισμένος, προχώρησε στο παράθυρο του ορόφου που δεν ήταν και πολύ ψηλά απ’ το έδαφος και είδε μια ξανθιά φιγούρα να κάθεται μπροστά σ ένα όρθιο πιάνο παίζοντας την ίδια μελωδία, περίμενε λίγο μέχρι που η κοπέλα γύρισε το πρόσωπο της και τον κάρφωσε με τα μάτια της σα να τον περίμενε, τινάχτηκε πίσω και γλιστρώντας έπεσε με την πλάτη στο μαλακό χιόνι, έμεινε εκεί πέρα ξαπλωμένος, ήταν τόσο όμορφα, σφάλισε τα μάτια του κι αμέσως εκατομμύρια λαμπυρισμοί απ’ όλες τι μεριές τον πλημμύρισαν σα ν’ αντίκριζε την ανατολή του ήλιου που γέμιζε με ηλιαχτίδες την ατμόσφαιρα .

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Παραμονή Χριστουγέννων  στην Αθήνα σ’  ένα στρατόπεδο, μια υπηρεσία είχα στο επιλοχάδικο, η πόρτα ανοιχτή, δέσμες φωτός  μπαίνουν από ένα  παράθυρο, μια τηλεόραση μαυρόασπρη παίζει, ένα τραγούδι ακούγεται, στέκομαι μαγεμένος, αυτή η ανάμνηση μου έχει  μείνει απ τα Χριστούγεννα.

Κάτι  άλλες γιορτές ήμουνα  μόνος κι  ήθελα κάποιον δίπλα μου οπωσδήποτε, δεν άντεχα, η Μ ευτυχώς ήταν εκεί, ‘’Μπορείς λίγο ακόμα σε παρακαλώ!’’ της είχα πει, έμεινε ώσπου μου πέρασε ευτυχώς δεν είχε κρατήσει πολύ. Μια πρωτοχρονιά πάλι σ’ ένα θέατρο μπαίνω μόνος και προτού ξεκινήσει η παράσταση βλέπω μια ηθοποιό ξανθιά στα παρασκήνια,  με την άκρη του ματιού μου προσέχω κάτι γνωστούς που ήθελα  ν’ αποφύγω,  σκέφτομαι :’’ Είναι παγίδα,   πρέπει να φύγω από δω ! ‘’ λέω σε μια γυναίκα στο ταμείο ‘’Θα βγω για λίγο να πάρω κάτι και θα γυρίσω ‘’-  ‘’Εντάξει!’’ μου λέει,  με το που  κατεβαίνω τις σκάλες του θεάτρου μια ανακούφιση, πολλές φορές μού χει τύχει να νιώσω ότι ένα μέρος έχει αρνητική ενέργεια, δεν μπορώ να εξηγήσω πως γίνεται.  Μια άλλη φορά  στο λεωφορείο, γιορτές, περνούσαμε έναν  δρόμο  παραλιακό,  μια γυναίκα ήρεμη, ηλικιωμένη  καθόταν  δίπλα μου λέγοντας ήσυχα  ιστορίες απ τη ζωή της, ο ήλιος χτυπούσε πάνω στη θάλασσα σκορπίζοντας φως εκτυφλωτικό  προς όλες τις κατευθύνσεις,  το ραδιόφωνο έπαιζε  τραγούδια κι αφιερώσεις…

‘’Που θα πάτε τις γιορτές ;’’ με ρώτησε η Π όταν πήγα να τη δω στο νοσοκομείο, τη βρήκα  αδυνατισμένη, της είχαν βρει ανεύρυσμα,  μια φλεβίτσα πίσω στο κεφάλι που έσπασε,  μας έδειξε και την ακτινογραφία,  την γλύτωσε τη τελευταία στιγμή, και να φανταστείς ότι προτού το πάθει είχαμε βγει για καφέ κι έδειχνε μια χαρά, τι μπορεί να σου συμβεί στα  καλά  καθούμενα !  Το βράδυ είχε νιώσει τρομερό πονοκέφαλο κι έτρεχαν στα εφημερεύοντα,  ο άντρας της είχε χαλάσει τον κόσμο,  στο θάλαμο που την είχαν βάλει τελικά   μια θέα φοβερή απ το τζάμι, ‘’Πολύ τυχερή είσαι της είπα!’’,  χαμογέλασε, κάθισα λίγο  να τη δω κι όπως συζητούσαμε  η μνήμη μου συνέχιζε να φέρνει στην επιφάνεια εικόνες από  γιορτές περασμένες.

Την πρωτοχρονιά θα πηγαίναμε σ’  ένα μέρος  ορεινό με κάτι φίλους, η γυναίκα μου  με περίμενε μαζί με τους φίλους σ’ ένα χωριό όπου είχε πάει να δει κάτι συγγενείς της.  Το πρωί της πρώτης μέρας του χρόνου   ένα αμάξι καρφωμένο σε  μια κολώνα,  το φλας  του αναβόσβηνε ακόμα, ο αέρας που φυσούσε μάζευε στις γωνιές σωρούς  από φύλλα , στην ατμόσφαιρα μυρουδιά από πετρέλαιο που έκαιγαν  οι καυστήρες. Στους δρόμους αστικά άδεια πήγαιναν  κι ερχόταν, ένας τρωγλοδύτης έψαχνε σε κάποιο κάδο,  μια σημαία ανέμιζε ψηλά σ’ ένα μπαλκόνι,  πιτσιρικάδες ξενυχτισμένοι με  κουκούλες κατεβασμένες  πήγαιναν  για ύπνο,  στα ΚΤΕΛ  μετανάστες φεύγανε για την επαρχία, κοπάδια πουλιών πετούσαν όλη την ώρα ταξιδεύοντας  στον ουρανό κατά το βορρά. 

Μια θέση άδεια στο μπροστινό μέρος του οχήματος βρήκα και σφηνώθηκα, το σώμα μου πιασμένο απ’  τη δουλειά, δεν ένιωθα τα πόδια μου, σερί το πήγαμε φέτος δίχως ούτε μια αργία,  δεν ξεκουράστηκα καθόλου, πόσο κόσμο σέρβιρα,  τι γινόταν την παραμονή,  κόλαση,  πόσες ώρες στεκόμουν όρθιος, ένα σωρό γνωστοί  είχαν περάσει  να με χαιρετήσουν από κει πέρα,  τους ευχαριστούσα κι έπεφτα  πάλι με τα μούτρα,  ‘’Μια μέρα είναι θα περάσει !’’ σκεφτόμουν μέσα μου. Μπάντες γύφτων με νταούλια και ζουρνάδες έπαιζαν δυνατά  χαλώντας  τον κόσμο, σου έσπαγαν τον κεφάλι, ο κόσμος διασκέδαζε,  εκτονώνονταν βασικά κάτι που κάθε χρόνιο  όλο και πιο αντιπαθητικό μου φαίνεται.

Όλες τις προηγούμενες μέρες  αμάξια  ξεφόρτωναν  στα ανθοπωλεία  σωρούς  από κλωνάρια με μπιλάκια κόκκινα κι άλλα λουλούδια γιορταστικά,  όμορφα, γεμάτα χρώματα, στην εκκλησία είχανε στολίσει  με αλεξανδρινά   και κλωνάρια από έλατο,  διάφορους είχα δει να έρχονται και  να προσκυνούν τα πρωινά   σα να ήθελαν να πάρουν κουράγιο για τη δύσκολη  μέρα που είχαν μπροστά,  ποιος ξέρει   τι δυσκολίες και τι προβλήματα θα συναντούσαν,  η ζωή έχει γίνει πολύ δύσκολη. Σ’  ένα μαγαζί με φρουτάκια  απ’ όπου πέρασα να δω ένα φίλο η κοπέλα  που φύλαγε στην εξώπορτα με νόμιζε  για αστυνομικό και με κοίταζε στα  μάτια,  γριές και τύποι παρακμιακοί έπαιζαν  ηλεκτρονικά σε μια αίθουσα που ζεσταίνονταν  από κλιματιστικά , η ατμόσφαιρα αποπνικτική, όπως έφευγα είδα  μπροστά σε μια οθόνη όπου ανεβοκατέβαιναν μπανάνες και φράουλες  εκείνον  τον τύπο που έβλεπα κάθε φορά στην είσοδο της πολυκατοικίας μας να παίζει μ’ ένα κινητό καρφωμένος,  τον έβλεπα εκεί όποτε έφευγα και τον  έβρισκα πάλι όποτε γύριζα, ποιος ήταν,  τι έκανε,  που έμενε,  δεν μπορούσα να καταλάβω,  όλοι στην οικοδομή τον φοβόμασταν αν και δεν μιλούσε.

 Στη στάση που κατέβηκα με περίμεναν τα παιδιά κι η γυναίκα μου όπως είχαμε κανονίσει,  αλλού  ήθελα εγώ να πάμε αλλά   τελικά βέβαια περάσαμε τόσο καλά  που  ευτυχώς δεν έκανα καμιά ηλιθιότητα να επιμείνω,  ο Σάββας ήταν φοβερός οδηγός και ήξερε καλά την περιοχή επειδή  είχε ζήσει κάμποσα χρόνια εκεί πέρα, μας  εξήγησε ότι από ανατολικά πάντα τους  έπιανε  η κακοκαιρία τόσο σφοδρή που δεν μπορούσες να σταθείς ,  αέρηδες και χιόνι που κρατούσαν βδομάδες,   το μικροκλίμα σ’  εκείνη τη χερσόνησο  ήταν  πολύ ζόρικο. Χαζεύοντας απ’  το παράθυρο σκεφτόμουν ότι   είχα  καμιά δεκαετία να περάσω από κει και το μέρος  είχε αλλάξει εντελώς,  κάποτε έβλεπες παντού ντουμάνια από καπνούς καθώς  έψηναν σουβλάκια κι άλλα κρέατα, κόσμος πολύς κι αυτοκίνητα παντού σταματημένα που γέμιζαν τους χωματόδρομους,  τώρα δεν υπήρχαν πλέον, έμοιαζαν  όλα πολύ ήσυχα .

‘’Βγείτε λίγο έξω να δείτε τη θέα μέχρι τις λίμνες!’’ φώναξε ο Σάββας και σταμάτησε σ ένα πλάτωμα ανοιχτό με κάτι παγκάκια κι ακακίες,  οι γυναίκες άναψαν τσιγάρο, και βγήκαν να ξεμουδιάσουν λιγάκι, το τοπίο κάτω που βλέπαμε παράξενο  σα να το είχαν σπείρει με βράχους,  δυο τρεις  κυνηγοί με πορτοκαλιά γιλέκα περπατούσαν στην ερημιά,  σκύλοι τους ακολουθούσαν πίσω στριφογυρίζοντας στα  μονοπάτια. Από ένα χωριό περάσαμε,  τα κορίτσια ήθελαν  καφέ και μπήκαμε στο πρώτο μαγαζί που συναντήσαμε όμως η ατμόσφαιρα εκεί μέσα μου φάνηκε πολύ κρύα κι αμέσως είπα πάμε να φύγουμε από δω,  οι άλλοι με ακολούθησαν ρωτώντας  πότε πρόλαβα να καταλάβω ότι δεν ήταν καλό όμως για μένα ήταν καθαρό ότι δεν θα καθόμουν εκεί με τίποτα, κάπως έτσι  είχα νιώσει εκείνη την πρωτοχρονιά που  το είχα σκάσει απ το θέατρο.  Περπατώντας λίγο βγήκαμε σε μια πλατεία μ’ ένα πλατάνι στη βάση του οποίου  έτρεχε νερό,  ο Σάββας έσκυψε και ήπιε λίγο ‘’Υπέροχο!’’ έκανε την εκτίμηση.  Δοκιμάσαμε μια άλλη καφετέρια που αποδείχτηκε εξαιρετική επιλογή,  σε μια γωνιά υπήρχε  μια σόμπα ενσωματωμένη στον τοίχο, δεν είχαμε ξαναδεί τέτοια κατασκευή,  αμέσως πήγα κι έπιασα θέση δίπλα της,  αν κι έκαιγε  λίγο καθόλου δεν με πείραζε γιατί είχαμε παγώσει τόση ώρα,  κάτι κυψέλες για ντεκόρ   γύρω,  η σοκολάτα που μας δώσανε δε μας άρεσε,  σπίτια παλιά με ξύλα και μπαλκόνια και πέτρες περιστοίχιζαν την παλιά  πλατεία, ωραία αρχιτεκτονική,  οι γυναίκες είπαν ότι ευχαρίστως θα έμεναν σ’ ένα από κείνα τα κτίσματα.

Αφού ζεσταθήκαμε καλά αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε   στο βουνό γυρεύοντας τον προορισμό μας , δεξιά κι αριστερά μας πεύκα πανύψηλα,  οξιές,  καστανιές και έλατα,  πάνω στα φύλλα ένα απαλό στρώμα χιονιού , ύστερα από ένα κάρο στροφές που σε πήγαιναν όλο και πιο ψηλά  φτάσαμε στην  κορυφή απ όπου  μπορούσαμε  να δούμε    την θάλασσα κατά  το νότο και το χωριό που το έδερνε η κακοκαιρία τους χειμώνες,  εκεί όπου είχε ζήσει καμιά δεκαριά χρόνια ο Σάββας , ‘’Εδώ είμαστε!’’ φώναξε  δείχνοντας  ένα σπιτάκι παλιό, ξύλινο,  χωμένο στο δάσος, ποιος  ξέρει για ποιο λόγο οι χωρικοί κι οι ξυλοκόποι είχαν επιλέξει εκείνο το σημείο στη γούβα του βουνού  για να χτίσουν το υποστατικό τους,  θύμιζε το σπιτάκι της μάγισσας όπου είχαν  βρει καταφύγιο ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ, όμορφο και παράξενο μαζί, .

Πρώτη φορά πήγαινα σ εκείνο το μέρος όμως ήμουν σίγουρος ότι το ήξερα από κάπου,  καμιά φορά έχεις την αίσθηση ότι κάποια πράγματα,  κάποια πρόσωπα τα έχεις ξαναδεί  χωρίς  να ξέρεις που, παρκάραμε κάτω απ τα δέντρα και κατευθυνθήκαμε προς το σπιτάκι,  δυο σκύλοι μας υποδέχτηκαν κουνώντας  τις ουρές τους, ο ένας απ αυτούς, άσπρος μ’ ένα μαύρο μπάλωμα γύρω απ το μάτι ήταν πολύ φιλικός κι όταν του χάιδεψα το κεφάλι σηκώθηκε στα  δυο του πόδια σα να ήθελε να μ’ αγκαλιάσει, φτάνοντας στην είσοδο διαβάσαμε την επιγραφή ‘’ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ‘’.  Σπρώξαμε μια πόρτα που έγδερνε το πάτωμα και μπήκαμε  στην  πρώτη κάμαρα του ξύλινου σπιτιού που ήταν κρύα, ανοίξαμε μια πόρτα ακόμα και μπήκαμε στην δεύτερη κάμαρα  όπου έκαιγε  μια σόμπα  γεμάτη ξύλα χοντρά,  καθίσαμε σε μαι γωνιά ξεφυλλίζοντας βιβλιαράκια  επισκεπτών και  φωτογραφίες ανθρώπων απ’  όλο τον κόσμο που είχαν έρθει εκεί πέρα  έβλεπες φάτσες Σκανδιναβών,  Ασιατών  Γιαπωνέζων, Αμερικάνων, ότι ήθελες,  δεν το περίμενα ποτέ ότι  θα είχαν επισκεφτεί εκείνο το σπιτάκι άνθρωποι  από τόσα διαφορετικά μέρη της γης . Σε λίγο ήρθε ο ιδιοκτήτης ένας γηραλέος αδύνατος  κρατώντας ποτά  και αναψυκτικά που είχαν παγώσει στο ύπαιθρο, εκεί πέρα δεν υπήρχε ανάγκη για ψυγείο, ο ιδιοκτήτης μας έφερε μεγάλες  φέτες ψωμιού που τις  ψήναμε ψωμί πάνω  στη σόμπα ενώ  εγώ  όλη την ώρα πήγαινα  κι ερχόμουν κουβαλώντας πιάτα από  μια κουζίνα τεράστια  όπου έβραζαν χόρτα κι έφτιαχναν σαλάτες, μια γυναίκα ξανθιά   που χαμογελούσε συνέχεια μου έδωσε μια μελιτζάνα ψητή αφού έριξε ξίδι και λάδι πάνω της, κάθε φορά που έβγαινα έξω με περίμενε ο  σκύλος με το μπάλωμα στο μάτι για να του πετάξω  κανένα κόκαλο που το τσάκιζε ευθύς στον αέρα με τα σκληρά του δόντια .

Στην αρχή ήμασταν μόνοι αλλά  μετά ήρθε μια παρέα, κάτι ζευγάρια με τα παιδιά τους, όλοι έμοιαζαν πολύ φιλικοί εκτός από έναν άντρα που μπήκε τελευταίος κι από κείνη τη στιγμή κάτι δε μου πήγαινε καλά,  τον πρόσεξα λίγο και κατάλαβα  ότι ήταν ο τύπος με το κινητό που έβλεπα κάθε φορά στην είσοδο της οικοδομής μας,  αυτός που είχα δει τα στο μαγαζί με τα φρουτάκια,  αν και τον είχα ξανασυναντήσει πρώτη φορά πρόσεχα τα χαρακτηριστικά του, το ένα μάτι του έμοιαζε κάπως θολό σα να ήταν χαλασμένο  και είχε  γένια μερικών ημερών, ένιωσα  ότι  κάτι δε μ’ άρεσε και ήθελα να φύγω  χωρίς  να πω τίποτα στους άλλους, η γυναίκα μου με κοιτούσε περίεργα σα ν έλεγε ‘’Τι σ’  έπιασε πάλι !’’ Βγήκα έξω και περπάτησα στο μαλακό χιόνι,  σ’ ένα  ύψωμα βρήκα μια βρύση και   δοκίμασα  να πλύνω τα χέρια μου όμως  ήταν παγωμένη οπότε έλιωσα  μια χούφτα χιονιού τρίβοντας τις παλάμες  μου , προχώρησα λίγο ακόμα για να δω τι υπήρχε πίσω απ το ύψωμα, το μονοπάτι ήταν λίγο απότομο και παραλίγο να πέσω, πιάστηκα από έναν  κέδρο αγκαθωτό που με γρατζούνισε  κι όπως ετοιμαζόμουν να δω τη θέα που εκτείνονταν μπροστά μου μια φωνή μ’ έκανε ν’  ανατριχιάσω, γύρισα και είδα τον τύπο με το χαλασμένο μάτι, ‘’Ψάχνεις  κάτι φίλε ;’’ μου είπε πλησιάζοντας κατά το μέρος μου.

 Δεν είχαμε κανένα προηγούμενο και κανονικά δεν είχα τίποτα να φοβηθώ όμως σ’ εκείνη την ερημιά δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος,  κανονικά έπρεπε να σηκωθώ να φύγω όπως ήμουνα όμως όπως γίνεται στα όνειρα  είχα κολλήσει εκεί πέρα και δεν μπορούσα να κουνηθώ, είχα απελπιστεί και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να ξυπνήσω από κείνο το πράγμα γρήγορα καθώς ο άλλο πλησίαζε ολοένα, ‘’ Κάτι πρέπει να γίνει!  έλεγα από μέσα μου όταν μέσα απ τους κέδρους εμφανίστηκε ο σκύλος με το μπάλωμα  δείχνοντας τα άσπρα του δόντια κι όρμησε πάνω στον άλλον ρίχνοντας τον κάτω στο χιόνι, πάλεψαν για λίγο κι ακουγόταν οι γρήγορες ανάσες του ανθρώπου, ξεκόλλησα απ’ τη θέση μου   και  τράβηξα το ζώο γρήγορα, το χάιδεψα να το ηρεμήσω ενώ ο άλλος τίναζε το χιόνι και τα χώματα από πάνω του, όπως βαστούσα το λουρί  ήθελα να  πω ‘’Ρε φίλε με κατατρόμαξες!’’  όμως ο άλλος είχε εξαφανιστεί, δε φαινόταν πουθενά, σα να είχε ανοίξει η γη και τον κατάπιε μέσα της, ήταν παράξενο πολύ, ακόμα κι ο σκύλος έμοιαζε χαμένος.   

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

ΘΥΡΕΟΙ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ

Όπως περπατούσε το μάτι του πρόσεξε δυο νομίσματα χρυσά, κάπως μεγάλα, που γυάλιζαν στην άσφαλτο, κείνη την ώρα ο ήλιος που χτυπούσε από απέναντι τον τύφλωνε εντελώς, δεν μπορούσε να δει τίποτα μόνο σκιές και περιγράμματα, χαμήλωνε τα μάτια του προς τα κάτω όταν τα είδε, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν απλά κέρματα και δεν έδωσε σημασία, με το που έσκυψε λίγο όμως είδε την βασίλισσα με την κορώνα κι έναν πολεμιστή καβάλα σ’ άλογο που κρατούσε σπαθί, κατάλαβε ότι είχε βρει κάτι καλό, ποιος ξέρει από ποιον είχαν πέσει, αν τα χρειαζόταν να τα εξαργυρώσει για να πληρώσει κανέναν γραμμάτιο ή αν είχε ένα σωρό τέτοια σε κάνα χρηματοκιβώτιο , όπως και να ήταν όμως αυτός ήταν ο τυχερός κι ένιωθε όμορφα σα να είχε φτιάξει ξαφνικά η διάθεση του, ρίχνοντας μια ματιά γύρω τα έβαλε γρήγορα στη τσέπη μήπως τον πάρει μάτι κανένας περίεργος , θα τις έβλεπε αργότερα με την ησυχία του.

Του είχε ξανατύχει να βρει χρήματα κι άλλα πράγματα στο δρόμο, το πιο περίεργο ήταν ένα κινητό ολοκαίνουριο κάπου στην παραλία, σίγουρα θα είχε πέσει από κανένα κορίτσι από κείνα τα βλαμμένα που περπατούν καρφωμένα στο καταραμένο το μηχανηματάκι τους κι ούτε που κοιτούν τριγύρω, δεν το είχε σηκώσει καλά- καλά όταν χτύπησε και κοπέλα τον ρώτησε αν θα μπορούσε να της το φέρει στο σπίτι κάπου εκεί κοντά, άκου τώρα θράσος, ευτυχώς μετά από λίγο πήρε ο πατέρας της, τον ευχαρίστησε και του ζήτησε να τον περιμένει μέχρι να έρθει να το πάρει. Η πιο κουφή ιστορία βέβαια ήταν αυτή ενός φίλου του ζωγράφου που είχε βρει ένα πορτοφόλι με 700 ευρώ τα οποία χρειαζόταν επειγόντως για να πληρώσει κάποιον, τα πήρε λοιπόν κι έκανε τη δουλειά του αλλά μετά είχε σκάσει, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις τύψεις, καθώς είχε όλα τα στοιχεία του ιδιοκτήτη ένιωθε ότι τον είχε κλέψει, δεν άντεξε, τα μάζεψε μετά από μήνες, τα πήγε στη διεύθυνση που αναφέρονταν σε κάτι κάρτες κι εκεί έκανε την τύχη του, οι άνθρωποι που το είχαν χάσει οργάνωναν εκθέσεις κι ενθουσιάστηκαν με τη συμπεριφορά του, τον ευχαρίστησαν και τον σύστησαν στις καλύτερες γκαλερί, ήταν σαν είχε πετύχει το λαχείο !

Τα γυαλιστερά νομίσματα ήταν πεσμένα στην άκρη ενός πάρκου που διέσχιζε κάθε πρωί πηγαίνοντας με τα πόδια στη δουλειά, κάθε μέρα έκανε αυτό το δρομολόγιο, το σπίτι του ήταν χτισμένο σ’ έναν λόφο από πέτρα οπότε η κατάβαση προς το κέντρο της πόλης ήταν εύκολη,
όπως περπατούσε στο κατηφορικό καλντερίμι πρόσεχε τα ρολόγια στα κλειστά μαγαζιά για να δει τι ώρα είναι, καθώς ακόμα δεν είχε ξημερώσει για τα καλά τρόμαζε από τις σακούλες που ζωντάνευε ξεσηκώνοντας τες ξαφνικά ο άνεμος, του άρεσε να ατενίζει τον ορίζοντα που ανοιγόταν μπροστά και με το που σήκωνε ψηλά το κεφάλι έβλεπε κοπάδια πουλιών να πετούν κατά το βορρά σχηματίζοντας ένα τόξο τεράστιο, άκουγες τα φτερά τους να πλαταγίζουν στον αέρα, την ώρα εκείνη ανέτειλε ο ήλιος βάφοντας πορτοκαλί τον ορίζοντα.

‘’Κάθισε ήσυχα, μη φωνάζεις σε παρακαλώ να δέσω τη ζώνη σου, μη με κλωτσάς’’ ακούστηκε μια γυναίκα που ταχτοποιούσε εκείνη την ώρα το μικρό της στο καρότσι προτού το παραδώσει σε κάποιον βρεφικό σταθμό, το μικρό την κοιτούσε στα μάτια, γύρω δεν κινούνταν ψυχή, τα πλατάνια κουνούσαν τα φύλλα τους κι ένα άγαλμα με κάποιον καβαλάρη στεκόταν ασάλευτο, το πάρκο ήταν σε κακή κατάσταση, εγκαταλειμμένο, παντού γύρω έβλεπες τσάντες πεταμένες εδώ κι εκεί, άδειες και σκισμένες, ο δήμαρχος ούτε που νοιάζονταν. Δεν βιαζόταν γιατί είχε ρεπό εκείνη τη μέρα, αργότερα θα πήγαινε στο χρυσοχοείο ενός φίλου του να τσεκάρει την αξία των νομισμάτων, ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για λίρες σαν αυτές που είχε δει να κρεμούν σε κάποια νύφη σ’ ένα γάμο, αυτές όμως έμοιαζαν μεγαλύτερες πόσο ν’ άξιζαν άραγε; Kάθισε σ’ ένα παγκάκι να τις χαζέψει, ήταν ολόιδιες , αστραφτερές, ωραίες, πολύ ωραίες, διάβασε την ημερομηνία που ήταν χαραγμένη πάνω τους και του φάνηκε πολύ παλιά όμως δεν ήξερε αν αυτό τους έδινε μεγαλύτερη αξία, αφηρημένος όπως ήταν ένιωσε μια κίνηση και γυρίζοντας αντίκρισε έναν κόρακα να τον κοιτά περίεργα σα να τον παρακολουθούσε, έπειτα το μεγάλο πουλί πλησίασε μια πέτρα, έτριψε δυο τρεις φορές το ράμφος του και βάλθηκε ν’ ανοίξει ένα κουτί ζαχαροπλαστείου μήπως βρει κάτι μέσα.

Όπως ένιωθε χαρούμενος σκέφτηκε ν’ ανάψει ένα κεράκι στην εκκλησία εκεί κοντά, ποτέ δεν είχε μπει μέσα μονάχα χάζευε τα παλιά της κεραμίδι και τους τρούλους που υψώνονταν, δεν του φαινόταν αλλά ο ναός ήταν τεράστιος και στρωμένος με χαλιά σε χρώμα βυσσινί, τα κλιματιστικά δούλευαν κι έβγαζαν αέρα ζεστό θερμαίνοντας τον χώρο, ακούμπησε λίγο σ’ ένα στασίδι χαζεύοντας έναν ξανθό αλήτη κοντό, νευρώδη με μαύρο σκούφο και κόκκινη φόρμα που είχε μπει εκεί μέσα να ζεσταθεί, τον ήξερε τον τύπο τον είχε δει κάμποσες φορές να ξαπλώνει μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας του όταν έκανε παγωνιά, κάποια γιορτή θα ήταν εκείνη τη μέρα κι οι γυναίκες γονάτιζαν μπροστά σε μια εικόνα, μπροστά από το τζάμι είχαν κρεμάσει ένα σωρό τάματα, ανάμεσα τους θα υπήρχε σίγουρα και καμιά λίρα σαν τις δικές του.

Τα νομίσματα του είχαν φτιάξει τη διάθεση, ώστε λοιπόν η χρονιά του πήγαινε να κλείσει μ’ αυτό το τυχερό, το θεώρησε γουρλίδικο γιατί ρε φίλε δε βρίσκεις κάθε μέρα λίρες χρυσές, είχε την εντύπωση ότι οι γιορτές δεν θα ήταν και πολύ χαρούμενες καθώς η γυναίκα του είχε νεύρα, τελευταία ακούγαν όλο για ζευγάρια που χώριζαν το ένα μετά το άλλο σαν είχε πέσει επιδημία και δεν ήταν ότι καλύτερο,είχε σκεφτεί να της κάνει έκπληξη και είχε κατεβάσει το παλιό χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχαν στο πατάρι, όμως είχε βρει το μπελά του, το τι άκουσε δε λέγεται ‘’Πως το έκανες έτσι! Τι κόμποι είναι αυτοί που έφτιαξες με τα κορδελάκια! Η μάνα μου είχε φτιάξει τέλειους κόμπους και συ τους χάλασες! Μα πόσο άχρηστος είσαι, να το πας εκεί που ήτανε !’’ καλά οι γυναίκες ώρες -ώρες είναι σα να ζουν σε άλλο σύμπαν κι όταν αρχίζουν την γκρίνια μεταμορφώνονται, δεν μπορούσε να καταλάβει το θυμό της, ήθελε να της πει καμιά κουβέντα, να την στείλει κάπου αλλά κρατήθηκε, πάντα κρατιόταν, ‘’Εντάξει θα το μαζέψω!’’ είπε μόνο...

‘’ Φίλε έκανες την τύχη σου , το ξέρεις βρήκες δυο πεντόλιρα από τα πιο παλιά και τα πιο σπάνια, είχαν κοπεί ελάχιστα τέτοια πριν εκατόν πενήντα χρόνια χρόνια επι βασίλισσας Βικτώριας  ελπίζω μόνο να είναι γνήσια!’’ του είπε ο Ευρύμαχος , έτσι έλεγαν τον φίλο του- κανονικά έπρεπε να τον λένε Παναγιώτη όμως τη μέρα της βάφτισης του ο νονός του που είχε πιει πήγε και καρφώθηκε σε μια νταλίκα κι έτσι του δώσανε το όνομα του νονού του . Ο Ευρύμαχος περνούσε ώρες πολλές στο μαγαζί περιτριγυρισμένος από ρολόγια, δαχτυλίδια και βραχιόλια χρυσά, πετράδια και μπιχλιμπίδια κάθε είδους και φυσικά από κάμερες σε κάθε γωνία που παρακολουθούσαν όλες τις ύποπτες κινήσεις, στην βιτρίνα είχε κάτι κύπελλα ασημένια και σειρές από κοσμήματα με πετράδια γυαλιστερά σφηνωμένα σε θήκες μεταξένιες , ο πάγκος πίσω απ’ τον οποίο καθόταν ήταν μαρμάρινος κι εκεί πάνω έλεγχε τα νομίσματα ακούγοντας τον ήχο τους, κατόπι τα έξυνε μ’ ένα εργαλείο για να δει αν ήταν επιχρυσωμένα ή αυθεντικά, στο χρηματοκιβώτιο του είχε κάμποσες λίρες για να τις λιώνει και να φτιάχνει ότι του ζητούσαν οι πελάτες, θα μπορούσε να του φτιάξει κι αυτουνού ένα δαχτυλίδι ή ένα μενταγιόν μήπως εξιλέωνε τη γυναίκα του αν και τώρα που το σκεφτόταν θα ήταν κρίμα να χαλάσουν τέτοια παλιά, όμορφα νομίσματα...

‘’Για να δούμε τι σόι είναι’’ μουρμούρισε κι έριξε τα πεντόλιρα πάνω στον μαρμάρινο πάγκο ν’ ακούσει το κουδούνισμα τους ‘’Καλά φαίνονται όμως τώρα πρέπει να τα ζυγίσω και να τα ελέγξω , καμιά φορά τα ανακατεύουν με βολφράμιο, ένα μέταλλο που έχει περίπου το ίδιο βάρος και σε μπερδεύει, σε δυο λεπτά θα ξέρουμε την αλήθεια!’’ είπε και χάθηκε σ’ ένα δωματιάκι όπου είχε τα εργαλεία της δουλειάς του. ‘’ ’Ωραίο πράγμα ο χρυσός…’’ ακουγόταν από κει μέσα ‘’..οι Αιγύπτιοι λέει τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση κι είχαν ορίσει την αξία του ίση με δύο μέρη ασημιού, φαντάσου ότι τον είχαν ανακαλύψει στην Κίνα, στο αρχαίο Ιράκ και στην Νότια Αμερική, σ’ όλα μέρη της γης, κι αυτός που κουβάλησαν οι οι Ισπανοί από τους Ίνκας τους ρήμαξε, τους κατέστρεψε, δεν ήξεραν τι να τον κάνουν, έγιναν νωθροί και τεμπέληδες γεμίζοντας τα μπαούλα τους με μέταλλο από τα λιωμένα αγάλματα που κουβαλούσαν τα καράβια τους διασχίζοντας τον ωκεανό, τελικά όλες εκείνες οι ποσότητες κατέληξαν στους Ολλανδούς και στους Άγγλους που έφτιαξαν τις εταιρείες των Ανατολικών Ινδιών’’’.

Πραγματικά ήταν ωραίες όλες εκείνες οι ιστορίες για τα καράβια τα γεμάτα χρυσό μερικά από τα οποία βρισκόταν ακόμα στον βυθό της θάλασσας , καθόταν εκεί πέρα και άκουγε το φίλο του περιμένοντας, ένιωθε τυχερός και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο σπίτι για να το πει στη γυναίκα του, ‘’Όλα εντάξει, μπορώ να σου πω ότι βρήκες πρώτο πράγμα !’’ ακούστηκε ο Ευρύμαχος που έβγαινε απ’ την καμαρούλα απότομα όμως φάνηκε ν’ αλλάζει χρώμα σα να είχε πατήσει καρφί, ο άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε όμως όταν κοίταξε μια κάμερα διαπίστωσε ότι ένα ακόμα άτομο βρισκόταν στο μαγαζί, αμέσως τον κατάλαβε, ήταν ο ξανθός που είχε δει στην εκκλησιά το πρωί, κρατούσε ένα μαχαιράκι στο χέρι κι έναν σάκο, ‘’Γέμισε τον γρήγορα!’’ πρόσταξε τον Ευρύμαχο όμως εκείνος χωρίς να σκεφτεί όρμησε πάνω του κι άρχισαν να παλεύουν, ο ξανθός ήταν μυώδης, σκληρό καρύδι και κρατούσε εκείνο το μαχαιράκι που μπορούσε να σου κάνει τη ζημιά αλλά ο Ευρύμαχος δε μασούσε με κάτι τέτοια καθώς όλη την ώρα ήταν σ’ επιφυλακή για τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις, τον αφόπλισε με μια κίνηση, πάλεψαν εκεί πέρα για λίγο και μετά τον έβαλε κάτω και τον ακινητοποίησε πολύ εύκολα σα να ήταν παλαιστής σε ριγκ ελληνορωμαϊκής πάλης, , ο ξανθός παραδόθηκε φωνάζοντας ‘’Άσε με να φύγω! - ‘’ ‘Άντε στο διάβολο!’’ κραύγασε ο χρυσοχόος σπρώχνοντας τον έξω.

Όλη η σκηνή με τον ξανθό κλέφτη ήταν λίγο άγρια και τον είχε χαλάσει κάπως, η ώρα είχε περάσει κι ένιωθε λίγο ταραγμένος φεύγοντας απ’ το μαγαζί του φίλου του , φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τη γυναίκα του αν άρχιζε καμιά επίθεση κι ούτε ήξερε πως θ’ αντιδρούσε αν της έλεγε για τα χρυσά πεντόλιρα ΄ταν τόσο απρόβλεπτη που μπορεί να το έπαιρνε στραβά και σιγά μη την ένοιαζαν κάτι τέτοια αν και το μάτι της γυάλιζε όποτε της έφερνε κανένα καλό κομμάτι, κανένα μενταγιόν ή κανένα περιδέραιο, ‘’Θε μου... σκέφτηκε ΄΄...ας είναι ήρεμη !’’ Ανοίγοντας την εξώπορτα δεν άκουσε τίποτα μόνο πρόσεξε κάτι φωτάκια , έβγαλε τα παπούτσια , μπήκε στην κουζίνα και την βρήκε ξαπλωμένη σε μια φλοκάτη που είχε απλώσει στο πάτωμα να χαζεύει σαν παιδί το δέντρο και τα φωτάκια ‘’Ωραίο είναι τελικά το δεντράκι μας’’ είπε καθώς τα φωτάκια αναβόσβηναν πρώτα γρήγορα και μετά πιο αργά μέχρι που σκοτείνιαζαν εντελώς για ν’ ανάψουν πάλι και ν’ αρχίσουν έναν καλπασμό σαν πυροτεχνήματα παλαβά ‘’Έλα δω να σε φιλήσω!’’ του είπε, έτσι έκανε πάντα κι αυτός δεν μπορούσε παρά να είναι ευχαριστημένος, για τα νομίσματα θα της έλεγε αργότερα.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΔΟΡΥ ΤΟΥ ΟΝΤΙΝ

‘’Έβαζα στη στάχτη το κρέας τυλιγμένο σε λαδόκολλα κι όλη νύχτα ψήνονταν, γινόταν λουκούμι,  άλλες φορές πάλι έφτιαχνα μια συνταγή με ρεβίθια και κόκαλα που μου είχαν μείνει,  δεν πετούσα τίποτα, τα μαγείρευα σ’ ένα σκεύος  για ώρες πολλές μέχρι που  γινόταν ένα φαγητό φοβερό!’’ ο Γιάννης που είχε μια ψησταριά κάπου στην παραλία μας έλεγε για φαγητά χειμωνιάτικα , καθώς είχε σφίξει ο καιρός ακουγόταν ευχάριστα, έλεγε  για σούπες,  φασολάδες με καρότα,  φακές με ξύδι φρέσκο, φάβα με λεμόνι και κάπαρη, μιλούσε  για τσίπουρα που βγαίνουν τέτοια εποχή απ’  τα καζάνια, Η Δώρα που ήταν στην παρέα είπε  μια συνταγή για κουνέλι με  σάλτσα από  πορτοκάλι και μουστάρδα, ‘’Δεν τα μπορώ αυτά τα γλυκόξινα !’’ πετάχτηκε  ο Χρήστος ο υδραυλικός ‘’  κι ούτε  μ’ αρέσουν  συνταγές με σταφίδες ή  αρνί με κάστανα, εμείς τα κάστανα τα σχίζαμε για να μην ανατιναχτούν και τα βάζαμε πάνω στην ξυλόσομπα, ήταν τέλεια, εγώ  προτιμώ τα παραδοσιακά, είμαι της παλιάς σχολής πατσάδες, μαγειρίτσες,  κρέας  στα κάρβουνα!’’

‘’Ξέρεις να τρως ρε φίλε !’’ συμπλήρωσε ενθουσιασμένος   ο Γιάννης  ‘’  το κάρβουνο είναι που  κάνει νόστιμες τις μπριζόλες,  τις παντσέτες και τα λουκάνικα,  άλλοι πάλι λένε ότι το διοξείδιο  το άνθρακα που βγάζει όταν καίγεται  είναι  επικίνδυνο και να σου πω,  πολλές φορές κι εγώ νιώθω ζαλισμένος μετά  από ώρες πάνω απ’  τη σχάρα  όμως  εμένα το ψητό μόνο έτσι μ’  αρέσει,  όχι πάνω στην πλάκα την ηλεκτρική!’’, το καλύτερο ήταν ένα   καλοκαίρι  που την είχα βγάλει ζάχαρη σ’ ένα  νησί με κάτι  φίλους,   με φιλοξενούσαν και περνούσαμε τι να σου πω,  όλο κατσίκι μας  τάιζαν, πόσα κατσίκια είχαν ρε φίλε,  κι εγώ  μόνο το κρέας που ψήνανε στον παλιό φούρνο  έτρωγα,  τόση μανία το είχα,  ούτε πατάτες, ούτε μακαρόνια , σημασία δεν τα έδινα,  στα νησιά λέει τα κατσίκια έχουν  μια  γεύση ιδιαίτερη επειδή το χορτάρι που  τρώνε έχει την αρμύρα της θάλασσας,  με τους νοτιάδες  και  τις δροσιές που πέφτουν όλη την ώρα έχουν  μεγάλη περιεκτικότητα σε χλωριούχο νάτριο, ούτε αλάτισμα δεν θέλουν, πολλές  φορές βρίσκουν στην ακροθαλάσσια την ποσότητα που χρειάζονται  για να λειτουργήσει ο οργανισμός τους,  άσε που κάποιοι λένε ότι έχουν δει κατσίκια να πίνουν  θαλασσινό νερό!’’

Μια φωνή ακούστηκε ξαφνικά από κάπου και πεντέξι μαυριδεροί που πουλούσαν τσιγάρα λαθραία  άρχισαν να τρέχουν σε μια στοά για να κρυφτούν, οι υπάλληλοι κι οι   μαγαζάτορες κοίταζαν αδιάφορα όμως μέσα τους  όμως υπήρχε  φόβος  για το τι έκαναν εκείνοι  οι μαυριδεροί που δεν τους πείραζε κανείς  μόνο τους  είχαν αφήσει έτσι αδέσποτους να γυρνούν, ένα κοπάδι γλάρων   που  άκουσε την φασαρία  ξεχύθηκε απ τη θάλασσα κι άρχισε να πετά πάνω από ένα παλιό κτίριο  της τουρκοκρατίας  κρώζοντας, μια γριά αδύνατη που ζητιάνευε ακούμπησε σ’ έναν  τοίχο αποκαμωμένη κι Δώρα που δεν άντεχε να βλέπει τους ανθρώπους που υπέφεραν  έτρεξε  να τη ρωτήσει  μήπως χρειάζεται βοήθεια, η γριά φάνηκε να συνέρχεται κι έφυγε κατά το τέρμα των λεωφορείων,  όλα ησύχασαν όπως και πριν κι εμείς  επανήλθαμε στα δικά μας. Ήμασταν εκεί στην ψησταριά  του Γιάννη πολλές ώρες,  μιλούσαμε βλέποντας έξω  την  ομίχλη που απλώνονταν  παντού στην πόλη, στα ψηλά θα χιόνιζε σίγουρα, δεν εξηγούνταν αλλιώς το ξαφνικό  κρύο, ο κόσμος  έτρεχε  να γεμίσει τα ντεπόζιτα με πετρέλαιο,  μερικοί απ’  την παρέα έλεγαν ότι  γουστάρουν το κρύο επειδή λέει  σκοτώνει τα μικρόβια , όπως και να είχε μετά την παρατεταμένη ανομβρία έβρεχε  επιτέλους καθαρίζοντας  τους δρόμους κι η  βρώμικη πόλη έδειχνε πάλι όμορφη, είχαμε  συνηθίσει την καλοκαιρία όμως ρε φίλε ο καιρός είχε περάσει, Δεκέμβριος πλησίαζε, γιορτές, έπρεπε να πέσει λίγο η θερμοκρασία,  να καταλάβουμε χειμώνα.

 Ήταν ωραίος ο χειμώνας όμως όχι για τον υδραυλικό που  δεν είχε σπίτι και  κοιμόταν από δω κι από κει,  κάποτε είχε πολλά λεφτά όμως  καθώς έκανε όλο βλακείες στη ζωή του είχε μείνει άστεγος, το καλοκαίρι ήταν  εύκολα, κοιμόταν στα παγκάκια, είχε δροσιά, άντε λίγο ψυχρούλα τη νύχτα όμως το χειμώνα είναι άλλη φάση, δυσκολεύουν τα πράγματα,  δεν τον βλέπαμε καλά.  Σταματούσε κάθε βράδυ στα προποτζίδικα να ζεσταθεί και να δει κανέναν αγώνα, να περάσει η ώρα κι ύστερα χανόταν, κανείς δεν ήξερε που, ο Γιάννης που τον ήξερε από παλιά του είχε παραχωρήσει  ένα υπόγειο κι ο άλλος είχε βαλθεί να το καθαρίσει   πετώντας  όλη τη σαβούρα, είχε γεμίσει το χώρο δίπλα στον κάδο με ότι μπορείς να φανταστείς, κουτιά,  τενεκέδες,  καρέκλες, σωλήνες, ο  Γιάννης που τον είχε πετύχει εκεί πέρα φώναξε στους περαστικούς   ‘’Έχετε το νου σας   μήπως βγάλει και κανένα πτώμα  από κει μέσα!’’

Για τον υδραυλικό αυτή η εποχή ήταν η πιο δύσκολη,  έκανε ακόμα κάτι δουλειές και προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα αλλά ήταν μυστήριος ρε παιδί μου, δύσκολος άνθρωπος, κλειστός, έλεγαν διάφορα γι αυτόν, ότι ένα διάστημα είχε περάσει κάπου σ’  ένα μοναστήρι με κάποιον  καλόγερο που μιλούσε στα ζώα  κι έκανε πολλά  κουφά.  Όλο μόνος του δούλευε, δεν μπορούσε να βρει κάποιον βοηθό η συνεργάτη,  μια φορά που έφτιαχνε  τις βρύσες σ’ ένα ρετιρέ παραπάτησε κι έσπασε το πόδι του,  έμεινε εκεί στο ρετιρέ μοναχός για ώρες,  καθώς ήταν καλοκαίρι δεν υπήρχε ψυχή στο κτίριο  και την είχε άσχημα, ευτυχώς  πέρασε ένας παππούς,  τον βρήκε  να φωνάζει  βοήθεια και φώναξε ασθενοφόρο. Μια άλλη φορά που διόρθωνε το καζανάκι σ’ ένα πατάρι κάπου στην αγορά  χρησιμοποιούσε ένα ασανσέρ  κάπως αρχαίο, όπως ανεβοκατέβαινε όλη την ώρα κάποια στιγμή   το συρματόσκοινο βγήκε από τον τροχό που γύριζε κι ο τύπος  έμεινε στον αέρα μετέωρος, δοκίμασε να ανεβεί  ή να κατέβει, όλοι γελούσαν από κάτω καθώς τον έβλεπαν έτσι  ψηλά στο κενό,  αφού είχε δει το χάρο με τα μάτια του  τελικά  κατέβηκε από ένα σκοινί που είχαν εκεί πέρα για τέτοιες περιπτώσεις,  άμα  σκεφτείς τη σκηνή σούρχεται να γελάσεις  όμως το πράγμα ήταν σοβαρό,  μπορούσε ο φουκαράς  να πέσει και να γκρεμιστεί…

 ‘’Άντε γεια μας !’’ πρότεινε  σηκώνοντας το ποτήρι του ο Γιάννης που είχε όρεξη και τσούγκρισε με τον υδραυλικό, έπειτα συνέχισε σα να παραμιλούσε,  ήταν από κείνους τους ανθρώπους που μπορούν να κουβεντιάζουν  για ώρες αρκεί να έχουν  κάτι να τσιμπολογούν κι ένα ποτηράκι να πίνουν.  Ο χειμώνας και το κρύο ήταν το   στοιχείο του, από το μαγαζί του έβλεπε όλη την ώρα τη θάλασσα και την ομίχλη που σκέπαζε τα καράβια, είχε μεγαλώσει  σε χωριό ορεινό κι όλο μας έλεγε ότι  ήθελε να γυρίσει εκεί πέρα αλλά δεν μπορούσε γιατί είχε μπλέξει με το μαγαζί,  νοσταλγούσε το σπίτι του το παλιό με τις φλοκάτες και την σόμπα, τον στάβλο με τα ζώα που έβγαζε ζέστη το πρωί όταν άνοιγες την πόρτα, την αποθήκη με τις ζωοτροφές  που του φαινόταν σαν ένας χώρο μαγικός γεμάτος παράξενα αντικείμενα, κρεμασμένα στους τοίχους,  δρεπάνια, παγούρια ξύλινα, ταψιά,  κόσκινα. Είχε συμπληρώσει πάνω από μισό αιώνα στην πόλη κι όμως ποτέ δεν την είχε νιώσει σαν τον τόπο του ‘’Θυμάμαι ρε παιδιά… ‘’είπε σε μια στιγμή ‘’την εποχή που είχα έρθει  εδώ , τέτοια εποχή ήτανε, ομίχλη και υγρασία παντού,  σταματούσα στα πατσατζίδικα όπου έτρωγαν κάτι πιάτα περίεργα που δεν τα είχα ποτέ δοκιμάσει,  δεν τρελαινόμουν και τόσο τότε για τέτοια πιάτα, ύστερα τα έμαθα’’

Αφού είπε κι αυτά ο ταβερνιάρης έπαψε, κανείς δε μιλούσε για λίγη ώρα σα να υπήρχε λόγος να γίνει ένα διάλειμμα και τότε από κει που δεν το περίμενε κανείς  πήρε το λόγο  ο υδραυλικός  ‘’Δεν τη μπορώ την ομίχλη μουρμούρισε, όταν ήμουν στη Γερμανία  την είχα σιχαθεί, κάθε μέρα το χειμώνα δεν έβλεπες τίποτ’  άλλο,  ομίχλη και υγρασία  σα μια θάλασσα που σκέπαζε τα πάντα, μια μέρα, δούλευα συγκολλητής σ’ ένα λιμάνι ψηλά στην Βόρεια Θάλασσα, όπως έκανα διάλειμμα σ’ ένα πάγκο βλέπω πέρα από μια προβλήτα να έρχεται ένα ψηλός γίγαντας  με μια μπέρτα, στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί σαν ακόντιο αρχαίο, δε μπορούσα να καταλάβω από πού είχε ξεφυτρώσει, στάθηκε από πάνω μου με τα πόδια ανοιχτά, φορούσε  κάτι μπότες μέχρι τα γόνατα, έσκυψε και μου  μίλησε ελληνικά, το καταλαβαίνεις εκεί πάνω στη μέση του πουθενά μου μίλησε στη γλώσσα μου  και ξέρεις τι μου είπε ‘’ Απόψε κάποιος δικός σου θα πεθάνει’’ ύστερα χάθηκε μες τους ατμούς πάλι κι εγώ να έχω μείνει εκεί κόκαλο, το βράδυ με παίρνει ο αδελφός  μου και μου λέει ‘’Η μάνα πέθανε, έλα γρήγορα κάτω!’’ λέω την ιστορία σ’ ένα Γερμανό  φίλο  και  τι μου λέει,  ‘’Αυτός  που είδες ήταν ο Οντίν, ο θεός των Σκανδιναβών και των Βίκινγκ,  αυτός  προφητεύει  το μέλλον  κι αυτό που κρατούσε ήταν το δόρυ του που δεν σπάει ποτέ,  μ αυτό θάβονταν οι πολεμιστές παλιά...  ’’  από τότε  όποτε έχει ομίχλη δεν θέλω να βγαίνω  έξω, θυμάμαι εκείνον με τις μπότες και με πιάνει ανατριχίλα. ’’

 Μόλις τέλειωσε ο υδραυλικός έγινε πάλι  ησυχία,  κανείς  δεν ήξερε τι να πει, όλοι έβλεπαν με τη φαντασία τους εκείνον τον ψηλό με τις μπότες, ευτυχώς  η Δώρα που πάντα μας έσωζε πετάχτηκε ζωηρή ‘’Θέλετε κανένα κομματάκι σοκολάτα, τα έχω  φέρει  απ’  το σούπερ μάρκετ, έχω   όλες τις   γεύσεις, λάιμ και πράσινο τσάι,  ρόδι,  μύρτιλλο,πορτοκάλι,  όλοι απλώσαμε τα χέρια να πάρουμε κάτι γλυκό  σα να νιώσαμε ότι αυτό ακριβώς χρειαζόμασταν,  όπως δαγκώναμε τις σοκολάτες   εμφανίστηκε σα φάντασμα   ο Ρούντι, το τεράστιο ροντβάιλερ  της Δώρας,  τον έφερνε κάθε φορά ο άντρας της καθισμένο   μπροστά στα πόδια του, στο μηχανάκι, ο σκύλος που μύρισε το κρέας βρισκόταν σε υπερδιέγερση , ο Γιάννης  πήγε να του δώσει ένα μεζέ   αλλά η Δώρα  τον σταμάτησε,  ‘’ Όχι δεν κάνει, είναι μέσα στα μπαχαρικά  και μπορεί να του κάνει ζημιά  …’’ το σκυλί σα να δυσανασχέτησε κι άρχισε να γαβγίζει σα να ζητούσε επίμονα κάτι , η Δώρα   τον αγρίεψε όμως εκείνο δεν καταλάβαινε τίποτα,  όλοι φοβηθήκαμε καθώς το σκυλί γινόταν επιθετικό κι απ τα σαγόνια   του άρχισαν να τρέχουν υγρά,  ‘’Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ έτσι’’ είπε  η Δώρα που δεν έβλεπε πουθενά τον άντρα της,  όλοι μαζευόμασταν μη μας δαγκώσει κανένα πόδι όμως  ο υδραυλικός πλησίασε το ροντβάιλερ,  έβαλε τα χέρια  στις δυο μεριές του κεφαλιού  του και πίεσε κάποιο σημείο, το πελώριο σκυλί έγινε μια μάζα ξαπλώθηκε κάτω κι άρχισε να βγάζει κάτι ήχους  σα να έκλαιγε…

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

ΡΟΗ ΝΕΤΡΟΝΙΩΝ

Ένα κοριτσάκι είχε εξαφανιστεί κι όλοι το ψάχνανε, ένα μελαχρινό, όμορφο, παντού στο δρόμο έβλεπες φωτογραφίες του κολλημένες, οι τηλεοράσεις έλεγαν όλη την ώρα γι αυτό κι ένα σωρό άνθρωποι ήταν σίγουροι ότι το είχανε δει όμως δεν είχε βρεθεί, η μητέρα κι ο πατέρας του είχαν τρελαθεί, όλοι ξενυχτούσαν στις τηλεοράσεις, προσφέρονταν και μια αμοιβή μεγάλη για όποιον έδινε οποιοδήποτε στοιχείο για το παιδί.

Είχε δει κι αυτός τις φωτογραφίες του παιδιού καθώς βολτάριζε στη πόλη, δεν δούλευε εκείνη τη μέρα στην είσοδο μια πολυκατοικίας μια ανάπηρη γυναίκα του ζήτησε να τη βοηθήσει για να μπει στο ασανσέρ, το πάτωμα ήταν υπερυψωμένο και δεν μπορούσε να βάλει τα ροδάκια, έπιασε το καροτσάκι από κάτω, προσπάθησε να το σηκώσει αλλά ήταν βαρύ, η γυναίκα χρησιμοποίησε κάτι κουμπιά με τα οποία το κινούσε μπρος πίσω πάλι όμως ήταν αδύνατο, ‘’Όχι, δε γίνεται!’’ είπε και τον παρακάλεσε να δει αν υπήρχε κάποιος δικηγόρος στον πέμπτο όροφο για να του παραδώσει έναν φάκελο και να πάρει κάτι άλλο που θα του έδιναν, την κοίταξε λίγο έτσι μικροκαμωμένη που ήταν και στριμωγμένη στην καρέκλα της , τη λυπήθηκε ‘’Εντάξει!’’ είπε ‘’ Περίμενε με, δεν θ' αργήσω’’

Δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί ότι η ανάπηρη γυναίκα θα είχε καμιά σχέση με το κοριτσάκι όμως όταν άνοιξε τον φάκελο κατευθείαν εκεί πήγε το μυαλό του, έβλεπε ένα σωρό λεπτομέρειες για την υπόθεση, πρέπει να ήταν αναφορές της αστυνομίας, σαν είδε τα αποκόμματα των εφημερίδων αμέσως κατάλαβε , τον έπιασε μια περιέργεια τρομερή να μάθει τι στο καλό λέγανε τα χαρτιά, ο δικηγόρος μιλούσε πάλι με κάποιον στο τηλέφωνο φωνάζοντας χωρίς να προσέχει γύρω του κι είχε αφήσει ανοιχτό το φάκελο, αυτός δήθεν αδιάφορα τον γύρισε προς το μέρος του κι έριξε μια ματιά, σ’ ένα έγγραφο έλεγε ότι είχαν βρει ένα αυτοκίνητο σε κάποιο μέρος ερημικό, στα παράθυρα υπήρχαν λέει κάτι αυτοσχέδια κουρτινάκια σαν κάποιος να κοιμόταν εκεί μέσα, μαζί μ’ ένα σωρό αντικείμενα είχαν βρει και τα παπούτσια του παιδιού όμως τίποτα άλλο που να μπορεί να βοηθήσει στην ανακάλυψη του, τι στο δαίμονα είχε συμβεί, ήθελε να δει κι άλλα χαρτιά που υπήρχαν πιο κάτω στο φάκελο αλλά φοβόταν κι έτσι κάθισε και περίμενε τον δικηγόρο που εξακολουθούσε να μιλά οργισμένος στο τηλέφωνο.

Ο δικηγόρος, ένας νεαρός σχετικά μ’ ένα σκουλαρίκι σαν καρφίτσα στο αυτί του, τον είχε χαιρετήσει ήρεμα, πήρε τον φάκελο, τον άνοιξε αδιάφορα και του έγνεψε να περιμένει μια στιγμή γιατί έπρεπε να μιλήσει στο τηλέφωνο, απ’ το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου φύσηξε ένα αεράκι και σκόρπισε τα χαρτιά του φακέλου, ο δικηγόρος δεν είχε πάρει χαμπάρι κι αυτός έσκυψε να τα μαζέψει, τότε μόνο είδε τις φωτογραφίες από τις εφημερίδες και κατάλαβε, ώστε λοιπόν η ανάπηρη γυναίκα είχε σχέση με το εξαφανισμένο κορίτσι, καθώς τον είχε πιάσει μια έξαψη φοβερή, διάβαζε πολύ γρήγορα, απ’ ότι καταλάβαινε η αστυνομία κάτι είχε βρει, μάλλον κάποιος το είχε απαγάγει και το είχε κρύψει σ’ ένα υπόγειο, κανονικά δεν θα έπρεπε να τα ήξερε όλα αυτά όμως έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα ήθελε να δει λίγο παρακάτω, έπρεπε ν’ ανοίξει τον φάκελο αλλά δεν γινόταν, δε μπορούσε ρε φίλε ο δικηγόρος να φύγει για λίγο για να μπορέσει να διαβάσει με την ησυχία του ;

Έξω από το γραφείο ακούγονταν όλη την ώρα γαβγίσματα, κάπου εκεί πρέπει να υπήρχε ένας σκύλος που χαλούσε τον κόσμο, ολόκληρη η πολυκατοικία έμοιαζε περίεργη, όπως ανέβαινε με το ασανσέρ που έτριζε, είχε ανοίξει απότομα την πόρτα και δυο γυναίκες που στέκονταν από πίσω τρόμαξαν, του φώναξαν ότι παρά λίγο να τις έριχνε στις σκάλες, ζήτησε συγγνώμη κι ύστερα έψαξε για το γραφείο που του είπε η γυναίκα, ησυχία επικρατούσε παντού μόνο στο βάθος ενός διαδρόμου κάτι ήχοι ακούγονταν σαν κάποιος να έσκιζε χαρτιά όλη την ώρα, όπως έστριψε δεξιά σε μια γωνιά είδε σιδεριές μπροστά από έναν χώρο σαν αποθήκη, ένας σκύλος μαλλιαρός, αυτός που χαλούσε τον κόσμο τώρα, στέκονταν πίσω απ’ τα κάγκελα και του γαύγισε, τρόμαξε και βιάστηκε να φύγει από κει πέρα πριν τον ρωτήσει κανένας περίεργος τι στο διάβολο έψαχνε , σε κανένα από τα ονόματα που έβλεπε πάνω στις πόρτες δεν υπήρχε αυτό που του είχε πει η γυναίκα, ο διάδρομος μπροστά του τελείωνε κι αν δεν έβρισκε τίποτα μέχρι το τέλος του θα γυρνούσε πίσω στο κορίτσι να του δώσει τον φάκελο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα τηλέφωνο χτύπησε από κάπου και είδε μπροστά του το όνομα του δικηγόρου που έψαχνε χαραγμένο σε μια χρυσή ταμπελίτσα, χτύπησε την πόρτα κι όταν δεν του απάντησε κανείς γύρισε το πόμολο και μπήκε σ’ ένα γραφείο χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, το μόνο που σου τραβούσε την προσοχή ήταν μια φρουτιέρα πολύ όμορφη γεμάτη πορτοκάλια, μήλα και ρόδια που υπήρχε πάνω στο γραφείο, του έκανε εντύπωση, δεν κολλούσε με το σκηνικό...

Είχε σχεδόν τελειώσει, ήταν τόσο απορροφημένος που είχε ξεχαστεί εντελώς, ξαφνικά ο δικηγόρος έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε προς το μέρος του, περίμενε να του πει κάτι σαν ‘’Tι στο διάβολο κάνεις εκεί ρε φίλε!’’ όμως ο άλλος δεν του έδωσε σημασία, ‘’Περίμενε λίγο !’’ είπε και χάθηκε κάπου σ’ ένα δωμάτιο, είχε πλέον όλο το χρόνο να ταχτοποιήσει και να κλείσει ξανά τα χαρτιά, ‘’Μα τι ηλίθιοι που είναι !’’ούρλιαξε με το που εμφανίστηκε ξανά απ’ το δωματιάκι ο δικηγόρος ‘’Κάθονται εκεί πέρα και δεν βγαίνουν να ψάξουν, πρέπει να φύγετε αμέσως, εγώ έχω μια υπόθεση επείγουσα στα δικαστήρια και δεν μπορώ να έρθω’’ του είπε και του έδωσε ένα χαρτί με μια διεύθυνση, αυτός ήθελε να πει στον τύπο με το σκουλαρίκι ότι δεν είχε σχέση, ότι απλά περνούσε από κει και είδε την ανάπηρη γυναίκα αλλά δεν είπε τίποτα μόνο πήρε το ξεχαρβαλωμένο ασανσέρ που έτριζε περισσότερο αυτή τη φορά, ‘’Έχει πλάκα να σταματήσει και να με μπλοκάρει εδώ μέσα !’’έκανε τη σκέψη. Στο ισόγειο η γυναίκα τον περίμενε ζαρωμένη στο καρότσι της, πρέπει να είχε παγώσει τόση ώρα μες την υγρασία ‘’Τι έγινε του είπε κι όταν της έδωσε το σημείωμα του πρότεινε αμέσως ‘’Θα πάρεις αμοιβή αν με βοηθήσεις, σε παρακαλώ, πρόκειται για το παιδί μου!’’ ‘’Εντάξει!’’ της απάντησε και πήγαν εκεί δίπλα σ’ ένα αμάξι όπου βοήθησε τη γυναίκα να μπει στη θέση του οδηγού, βόλεψε το καρότσι στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησαν.

Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο  αμάξι διαμορφωμένο για άτομα που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους, όποτε ήθελε να φρενάρει η γυναίκα τραβούσε μαλακά  ένα μοχλό   κι όλα τα συστήματα ήταν προσαρμοσμένα στα χέρια της. Από το τζάμι του αυτοκινήτου μπορούσε να δει μια πλατεία ανοιχτή, στα μαγαζιά γύρω άνθρωποι μαζεμένοι τρώγανε, πίνανε και συζητούσαν αμέριμνοι για όποιο δράμα μπορεί να διαδραματίζονταν κάπου εκεί έξω, ένας μεθυσμένος καθόταν σ’ ένα κολονάκι απέναντι στον ήλιο να συνέλθει, πιο εκεί μια λαϊκή σχολούσε κι οι καθαριστές μάζευαν τα απορρίμματα ενώ μια υδροφόρα σκορπούσε νερό να καθαρίσει την άσφαλτο. Στις γωνιές της πλατείας είχαν στοιβαχτεί απ’ τον αέρα φύλλα από κάποιο δέντρο κι από ένα  άλλο είχαν πέσει και είχαν σκορπίσει στο δρόμο  κάτι φρούτα πράσινα  που κανένας δεν έτρωγε. Ο καιρός ήταν γλυκός, φθινοπωρινός, του άρεσε πολύ αυτός ο καιρός, όλες τις  δύσκολες αποφάσεις τέτοια εποχή τις έπαιρνε,   ήταν η καλύτερη φάση  καθώς το καταραμένο  καλοκαίρι είχε μείνει πίσω και υπήρχαν τόσοι μήνες πλέον μέχρι την άνοιξη. Οδηγώντας βγήκαν από την πόλη και φτάσανε σ’ ένα παλιό εργοστάσιο με κάτι καμινάδες τσιμεντένιες που προεξείχαν μέχρι ψηλά στον ουρανό ‘’Εκεί! ‘’ είπε η γυναίκα που είχε κοκκινίσει από την αγωνία,’’ Έχουμε ξανάρθει εδώ , είχαμε μια πληροφορία, πίσω από κείνο το παράπηγμα υπάρχει ένα υπόγειο, εκεί πρέπει να είναι !’’

Κατέβηκε πηδώντας τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν προς τα κάτω, στον πάτο της γης, και βγήκε σ’ ένα σκοτεινό χώρο όπου δεν έβλεπε  τίποτα.  Άναψε τον φακό του κινητού του και κοίταξε να δει που βρίσκεται. Παντού υπήρχαν μπάζα και σκουπίδια, ο χώρος όλος ήταν τόσο ακατάστατος  σα να είχε περάσει από κει πέρα ένας ανεμοστρόβιλος, προχώρησε στο βάθος του υπογείου όπου ανοίγονταν μια στοά όπως αυτές στα ορυχεία, φοβόταν μη του έρθει κανένα χτύπημα από  καμιά γωνιά, ίσως δεν ήταν τόσο προσεκτικός όσο έπρεπε, ίσως έπρεπε να καλέσει την αστυνομία, κι αν πάθαινε τίποτα ποιος  ο λόγος, δεν ήταν δική του υπόθεση, δεν έπρεπε  να μπλεχτεί,  όλα αυτά όμως δεν είχαν σημασία τώρα, εδώ που είχε φτάσει χωρίς  να το σκεφτεί δεν μπορούσε  να φύγει άπραγος. Προχώρησε στην στοά που γινόταν όλο και πιο στενή, δεν έβρισκε τίποτα αλλά για κάποιο λόγο είχε πεισμώσει και συνέχιζε ώσπου  άκουσε έναν ήχο σαν ανάσα, φώτισε κατά κει με το φακό του και είδε μια σκιά, εστίασε καλύτερα την δέσμη του φωτός και τότε  το είδε να τρέμει όρθιο σε μια γωνιά, δεν μιλούσε σα να είχε πετρώσει,  τα μάτια του ήταν γουρλωμένα σα να έβλεπε το πιο αλλόκοτο πράγμα που υπήρχε, το πλησίασε ήρεμα κι εκείνο μαζεύτηκε, έμοιαζε ταλαιπωρημένο κι εξαντλημένο σα να μην πίστευε αυτό που γινόταν, το πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να περπατά προς την έξοδο από κείνον τον τάφο, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά  του υπογείου  είχε την αίσθηση ότι  αναδύονταν από τον κάτω κόσμο, το φως της μέρας του φάνηκε  τόσο δυνατό σα να   τον χτυπούσε μια λάμψη από πυρηνική έκρηξη όπου  τα νετρόνια  έρρεαν με ταχύτητα τρομακτική, αυτό τον τύφλωσε για μερικά δευτερόλεπτα.  

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

O ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΡΑΣ




Ο Ωνάσης λέει πίστευε ότι ήταν αθάνατος, άτρωτος, τίποτα δεν μπορούσε να τον αγγίξει κι όταν σκοτώθηκε ο γιος του αρνούνταν να το πιστέψει, σκεφτόταν να καταψύξει το σώμα μήπως βρεθεί κάποιος τρόπος να το επαναφέρουν στο μέλλον, κάτι θα βρίσκονταν, ο άνθρωπος ταξιδεύει στο διάστημα, η επιστήμη είναι πανίσχυρη, η ιατρική κάνει άλματα κι αυτός θα μπορούσε ν’ αγοράσει μια θεραπεία με τα λεφτά του που ήταν ατελείωτα. Δεν του είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι μπορούσε να του συμβεί κάτι τόσο φοβερό, δεν είχε χρόνο να το σκεφτεί καθώς κυνηγούσε τα εκατομμύρια του, είχε πάθει ψύχωση μ’ αυτά, όλοι γύρω τον έβλεπαν σα θεό κι ο ίδιος έτσι φανταζόταν τον εαυτό του, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι θα πέθαινε όμως μετά το ατύχημα του γιου του κατέρρευσε, δεν το φανταζόταν, τον συνέτριψε, έγινε ράκος, τα φρύδια του έπεφταν μόνα τους κι έβαζε τσιρότα να τα συγκρατήσουν κι όταν έθαψαν το παιδί του πήγαινε κάθε βράδυ και κοιμόταν στον τάφο του, ο θάνατος τον είχε ισοπεδώσει αυτόν που θεωρούνταν κάτι υπερφυσικό.

Ούτε που θυμάμαι πως είχαμε ανοίξει συζήτηση για τον Ωνάση στο διάλλειμα από τη δουλειά όμως είχαμε πέσει όλοι με τα μούτρα και φωνάζαμε σα να γινόταν καυγάς, ο Γιώργος ο γιατρός που έτυχε να βρίσκεται μαζί μας εκείνη την ώρα εξαφανίστηκε χωρίς να το καταλάβουμε, όποτε άκουγε τέτοιες αναφορές για θανατικά κι αρρώστιες έφευγε, δεν άντεχε, τον τρόμαζαν. Ο Θεράπων, τι όνομα κι αυτό, αυτός θα είχε ξεκινήσει σίγουρα , όλη την ώρα μας ζάλιζε με κάτι τέτοια όμως τώρα είχαμε ανάψει και θάβαμε τον Ωνάση που δεν σταματούσε να κυνηγά λεφτά και γυναίκες διάσημες λες και θα ζούσε αιώνια, όλοι συμφώνησαν ότι ο εκατομμυριούχος ήταν αχόρταγος και του άξιζε, τελικά άμα φοβάσαι κάτι πάνω από σένα δεν είναι και τόσο κακό, σε κάνει πιο ταπεινό, πιο προσεχτικό, πιο σεμνό, δεν καβαλάς το καλάμι τόσο εύκολα, όταν έχεις πίστη σε κάτι ανώτερο νιώθεις πιο ανθρώπινα, ανεβαίνεις σε άλλες σφαίρες, γαληνεύεις, ηρεμείς, μεταφέρεσαι σ’ ένα κόσμο διαφορετικό, νιώθεις πιο όμορφα. Ο κροίσος δε νοιάζονταν γι αυτά, κυνηγούσε πλούτη και γυναίκες, είχε ποντάρει στα λεφτά, στη φήμη και στο γιο του που θα συνέχιζε την πανίσχυρη αυτοκρατορία και μετά ξαφνικά πάει, τα έχασε όλα, έπεσε στο κενό κι η πτώση από κει πάνω μπορεί να σε σακατέψει.

Ο Θεράπων μας είπε κι ένα μύθο αρχαίο, ποιος ξέρει που τον είχε διαβάσει, σε κάποιον λέει οι θεοί έδωσαν αιωνιότητα κι αυτό ήταν το χειρότερο που μπορούσε να του συμβεί, έβλεπε όλους τους φίλους και τους συγγενείς να πεθαίνουν ενώ αυτός έμενε εκεί πέρα να παρακολουθεί χωρίς να γερνά, ‘’Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα…’’ είπε σε μια στιγμή ‘’…όλα πρέπει να έχουν ένα τέλος, όλα πρέπει να τερματίζουν κάποτε αλλιώς μπορεί να καταλήξουν σε εφιάλτη, για να μη σου πω ότι δεν υπάρχει πιο βαρετό και πιο θλιβερό πράγμα απ’ αυτό, φαντάσου να πεθαίνουν οι φίλοι, οι συγγενείς κι όλοι γύρω σου κι εσύ να ξεκινάς πάλι απ’ την αρχή σα βλάκας να φτιάχνεις τη ζωή σου ξανά και ξανά, ούτε στα χειρότερα όνειρα μου !’’

Ο Θεράπων πίστευε ότι πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για όλα κι ήταν βέβαιος ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει, έλεγε ότι ο θεός ετοιμάζει τιμωρίες με καταστροφές, φωτιές κι άλλα τέτοια παλαβά. Ήταν κάπου εξήντα χρονών ανύπαντρος, μ’ ένα μούσι καλόγερου, αδύνατος, γερασμένος και πλησίαζε στη σύνταξη, λέγανε ότι κάποτε ήταν πολύ μούτρο, είχε βγάλει τα μάτια του με μια παντρεμένη κι είχε χάσει εκατομμύρια στο καζίνο αλλά εδώ και δεκαετίες τα είχε κόψει αυτά και το είχε γυρίσει, τους παραδόπιστους κι αυτούς που έτρεχαν πίσω απ’ τον ποδόγυρο τους κορόιδευε και τους χλεύαζε, όλο βιβλία θρησκευτικά και φυλλάδες διάβαζε, κρέας δεν έτρωγε σχεδόν ποτέ, κουβαλούσε πάντα μαζί του σταυρουδάκια, λουλουδάκια, φυλαχτά για το μάτι και τη γρουσουζιά, η μόνη του διασκέδαση ήταν το ψάρεμα, τις Κυριακές, όταν είχε καλό καιρό, ανοιγόταν με τη βάρκα του κι έπιανε κανένα ψαράκι γεμάτο αγκάθια που όμως ρε φίλε ήταν πολύ νόστιμο, κανείς δεν ήξερε να τρώει τέτοια ψαράκια μικρούτσικα , όλοι τα πετούσαν αυτός όμως τρελαίνονταν, τα έβρισκε πεντανόστιμα !

Εκτός από τους παραδόπιστους σαν τον Ωνάση αντιπαθούσε- για να μη πούμε ότι στην πραγματικότητα μισούσε- και τις γυναίκες, πίστευε ότι όλα τα κακά είχαν ξεκινήσει από την Εύα που δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό, αυτή είχε παρασύρει και τον κακομοίρη τον χαζό Αδάμ. Οι γυναίκες έφταιγαν για όλα κι αυτά που έβλεπε γύρω του τελευταία τον έκαναν έξαλλο, οι πιο νεαρές είχαν ξεφύγει και κυκλοφορούσαν, ειδικά τα καλοκαίρια, σχεδόν γυμνές. Δεν έχανε ευκαιρία να τις κάνει ρεζίλι μπροστά σε όλους, είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος τους, όποτε έβλεπε καμιά που φορούσε κοντό φουστάνι ή ρούχα προκλητικά την φώναζε μέσα στον κόσμο, ΄΄ Πώς είσαι έτσι, μαζέψου λίγο, δεν ντρέπεσαι !’’ βέβαια τα νεαρά κορίτσια του αντιμιλούσαν και τον στόλιζαν τα περισσότερα όμως δίσταζαν και φοβούνται αυτόν τον τρελό που τους έκανε υποδείξεις για το ντύσιμο τους, δεν το είχαν συνηθίσει, τους φαινόταν αφύσικο, παράξενο…

Πριν έρθει στη δουλειά μας ήταν σ’ ένα νησί όπου τον είχαν βάλει πορτιέρη σε κάποιο μοναστήρι μεγάλο με μια θέα φοβερή, η εκκλησία του μοναστηριού είχε χτιστεί σ’ ένα μέρος αρχαίο με μάρμαρα και κολώνες που ορθώνονταν άσπρες και μοναχικές τέμνοντας τον αέρα, εκεί ήταν χτισμένο το μοναστήρι, μέσα στα ερείπια κάποιας παλαίστρας όπου διεξάγονταν αγωνίσματα πάλης και πυγμαχίας πολύ παλιά. Ο Θεράπων στεκόταν στην είσοδο σα φύλακας κι επόπτευε όσους έμπαιναν, έδειχνε στις γυναίκες ότι έπρεπε να φορούν φούστες μακριές, όχι εξώπλατα ή σορτσάκια, και στους άνδρες να μην είναι ημίγυμνοι. Του άρεσε πολύ αυτό που έκανε, έβαζε τάξη, έδειχνε τον τρόπο τον σωστό, ερχόταν εκεί κάθε μέρα περπατώντας μες τα κατσάβραχα άνθρωποι από παντού, μαύροι, κίτρινοι, μογγόλοι, ασπρουλιάρηδες, ψηλοί, σχιστομάτηδες, ότι ήθελες σα να γινόταν μια σύναξη παγκόσμια. Του φαινόταν ότι συνέρρεαν στο νησί πλήθη που τους καλούσε μια δύναμη υπέρτατη, ουράνια, η σκηνή που αντίκριζε κάθε πρωί έμοιαζε μ’ εκείνες που είχε διαβάσει κάποτε στην Αποκάλυψη όταν θα μαζευόταν όλες οι φυλές της γης για να κριθούν απ’ τον θεό σε μια πεδιάδα αχανή, δεξιά τα πρόβατα κι οι αγαθοί για τον παράδεισο, αριστερά τα ερίφια, οι άπληστοι, οι φιλάργυροι, οι ακατονόμαστοι, οι αισχροί κι αυτοί που είχαν οργιάσει χωρίς ντροπή όλοι για τον οξαποδώ, κάπως έτσι φανταζόταν όλους όσους μαζευόταν κάθε μέρα μπροστά στο μοναστήρι και σταματούσαν μπροστά στην πύλη. Με την συναναστροφή είχε μάθει λίγο- λίγο και τις γλώσσες τους , όχι τίποτα σημαντικό αλλά να τους χαιρετά, ‘’Καλημέρα, τι κάνετε, όλα καλά’’ τέτοια πράγματα, είχε βρει και βιβλία με διαλόγους και κάθε μέρα διάβαζε για να βγάλει άκρη στην φάση της Βαβέλ που διαδραματίζονταν, πολύ του άρεσε η επαφή με κείνους τους ανθρώπους που έδειχναν σεβασμό και τον άκουγαν, όπως συμμετείχε στο πρόγραμμα των μοναχών ξυπνώντας απ’ τ’ άγρια χαράματα κι είχε αφήσει μακριά τη γενειάδα του όσοι δεν ήξεραν τον προσφωνούσαν ‘’Πάτερ’’ κι αυτός μέσα του γελούσε ευχαριστημένος…

Αυτή η δουλειά του φαινόταν ιδανική, θα μπορούσε να περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του εκεί πέρα καθοδηγώντας αυτό το κοπάδι των ανθρώπων που μαζεύονταν καθημερινά, κατά διαβολική σύμπτωση τον είχε πετύχει στο μοναστήρι εκείνο ο Γιώργος ο γιατρός που παραθέριζε στο νησί, μάλιστα είχε γίνει μάρτυρας και μιας σκηνής που μάλλον ανάγκασε τον Θεράποντα να τα παρατήσει. Κάποιο μεσημέρι λέει καθώς ο γέρος έστελνε τους τουρίστες στον χώρο που είχαν φούστες και μπλούζες πρόχειρες, είδε μια κοπέλα, ήταν σίγουρος ότι ήταν Ελληνίδα, με μια φανελίτσα κι ένα παντελονάκι μικροσκοπικό που βαστούσε ένα κύπελλο καφέ κι ένα τσιγάρο. Του φάνηκε απίστευτα προκλητική, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ερχόταν εκεί πέρα και τι ήθελε, τέτοιο θράσος δεν υπήρχε, ‘’Καλέ πως είσαι έτσι !’’ της επιτέθηκε άγρια ‘’Δε μπορούσες να βάλεις μια ζακετούλα, να σκεπαστείς λιγάκι είμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε τη γύμνια και τα αίσχη σου!’’ της είπε πλησιάζοντας απότομα όμως η μικρή του αντεπιτέθηκε σα να τον περίμενε, σα να ήταν προετοιμασμένη ‘’Άμα δε σ’ αρέσει παππού να μη κοιτάς !’’ του φώναξε αγριεμένη κοιτάζοντας τον με τα κοκκινισμένα μάτια της με τέτοια δριμύτητα που ο γέρος έκανε πίσω δυο βήματα ‘’Μη μου το παίζεις σεμνός γιατί εσείς είστε οι χειρότεροι, βγάζετε τα μάτια σας όταν είστε νέοι και ξαφνικά σας πιάνουν οι σεμνότητες στα γεράματα, εσύ που μας το παίζεις σεμνότυφος σίγουρα έκανες όργια, ποιος ξέρει με πόσες παντρεμένες έχεις πάει και παριστάνεις τώρα τον ιεροκήρυκα σα δεν ντρέπεσαι!’’ τελείωσε η κοπέλα τα λόγια της ενώ όλη την ώρα όπως μιλούσε προχωρούσε κατά πάνω του και τον είχε στριμώξει σ’ ένα ντουβάρι.

Ο γέρος έμεινε κόκαλο, κανονικά θα έπρεπε να την είχε χαστουκίσει όμως για κάποιο λόγο παρέλυσε, ο Γιώργος που ήταν παρών τον λυπήθηκε και πήγε να τον μαζέψει, μέσα στη σύγχυση του ο Θεράπων ούτε που τον ρώτησε πως βρέθηκε εκεί, του φάνηκε απόλυτα φυσιολογικό ότι κάποιος πατριώτης του τον παρηγορούσε, τα λόγια της κοπέλας τον είχαν χτυπήσει κατακούτελα, που στο δαίμονα ήξερε το καταραμένο το μικρό τι είχε κάνει, που το είχε βρει τέτοιο θράσος και του αντιμιλούσε, ποιος της είχε πει για την παντρεμένη, πώς είχε πέσει τόσο μέσα ο σατανάς ; Ήταν εντελώς σοκαρισμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έπαθε, κάθισε εκεί σε μια πέτρα και σκεφτόταν, ο Γιώργος προσπαθούσε να τον παρηγορήσει καθώς το παρδαλό πλήθος των τουριστών εξακολουθούσε να συρρέει και να συνωστίζεται μπροστά στην πύλη, ο Θεράπων βρήκε μια πέτρα αρχαία και κάθισε βαρύς ατενίζοντας τις μοναχικές κολώνες, ξαφνικά ένιωσε γέρος και θυμήθηκε τον Ωνάση που κοιμόταν κάθε βράδυ στον τάφο του παιδιού του, πως του είχε έρθει τώρα εκείνη η εικόνα, που κολλούσε, δεν είχε καμιά όρεξη να πάει ξανά στην πύλη και να πέσει σε κανένα καινούριο δαίμονα πάλι, έμεινε εκεί ν’ αγναντεύει τη θάλασσα και τα ερείπια της αρχαίας παλαίστρας, ο Γιώργος ξεκίνησε να φεύγει αφού τον είδε κάπως ήρεμο όταν από το πουθενά μια γάτα εμφανίστηκε κι άρχισε να βαδίζει αργά ανάμεσα στις κολώνες, ο γέρος εστίασε το βλέμμα του στο μικρό ζώο που προχώρησε ανάμεσα στα χαλάσματα,  ζυγιάστηκε μια στιγμή κι ύστερα σάλταρε σ'  ένα αέτωμα όπου στάθηκε ακίνητη σα την Σφίγγα των αρχαίων.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΗΣ ΣΠΑΣΜΕΝΗΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ

Τα δυο κοριτσάκια κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο  στα κρεβατάκια τους, κάτω απ’  τα σεντόνια είχαν  γεμίσει  τον τόπο κούκλες και κουκλάκια, μικρά,  μεγάλα,  χνουδωτά,  σε όλα είχαν δώσει ονόματα, στο ντουλαπάκι πάνω απ’  το γραφείο τους είχαν τις κολόνιες που  τους  έφερναν οι φίλες τους  κι όλη την ώρα μάλωναν και σκοτώνονταν όπως κάνουν  τα  περισσότερα αδέλφια, τους άρεσε η μυρωδιά του σβηστικού  για το στυλό και   τρελαίνονταν να δοκιμάζουν  τα διάφορα αρώματα,  το καλύτερο ήταν αυτό που είχαν κλέψει απ’ τη μαμά τους, το μύριζαν όλη την ώρα και χαμογελούσαν από ευχαρίστηση, μια άλλη κολόνια που τους είχαν πάρει δεν τους άρεσε, έλεγαν ότι είναι γιαγιαδίστικη, αηδία σκέτη, και μια άλλη  σε μπουκαλάκι  με  μαβί χρώμα τους  φαίνονταν  σα κρέμα χεριών,  όχι κολόνια.

 Κάνα δυο χρόνια ήταν η διαφορά τους  όμως ήταν εντελώς  διαφορετικά,  το μικρό ήταν λίγο λαίμαργο, έτρωγε πιο πολύ κι απ’ τον πατέρα του, δυο πιάτα πάντα, είχε περίεργα γούστα,   δεν του άρεσε η πίτσα  εκτός αν είχε ελιές,  ούτε το καρπούζι όμως με τα υπόλοιπα δεν είχε πρόβλημα, αυτά που τ’  άλλα παιδιά δεν ήθελαν ούτε να  δουν όλα του άρεσαν,  κι οι μπάμιες,  και το σπανακόρυζο,  και τα φασολάκια,  όταν έφτιαχνε η μαμά τους φασόλια γίγαντες παρακαλούσε  να τα κάψει λίγο γιατί γίνονταν σαν κάστανα νόστιμα,  μια φορά είχε δοκιμάσει καφέ και του φάνηκε πολύ πικρός…

Κάθε πρωί ξυπνούσε πολύ νωρίς και τους έριχνε μια ματιά  πριν φύγει απ’  το σπίτι, κοιμόταν και τα δυο τόσο ήσυχα που μπορούσε  να τα χαζεύει  για ώρα πολύ, καμιά φορά κοίταζε τα  τετράδια τους όπου έγραφαν πράγματα κουφά,  η μεγάλη είχε ταλέντο στο γράψιμο,  σε μια έκθεση είχε γράψει για ένα όνειρο όπου βρισκόταν κάτω απ’ το νερό και μεταμορφώνονταν σε γοργόνα με πράσινα λέπια και κολυμπούσε ανάμεσα στα φύκια ,  του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση,  η μικρή πάλι γέμιζε τον τοίχο ζωγραφιές με σπίτια που θα  είχε όταν  θα μεγάλωνε,  είχαν όλα παρκινγκ και κήπο για μπάρμπεκιου, πάπιες , μπαξέ,  νεροτσουλήθρες κι ένα διαστημόπλοιο καθώς τα χάζευε του ερχόταν στο μυαλό η εποχή   που πήγαινε κι αυτός  σχολείο καθώς φθινοπώριαζε   κι έπρεπε να σηκωθεί νωρίς,  πολύ του άρεσε το σχολείο,  δεν είχε κάνει  ούτε μια κοπάνα,   δεν είχε χάσει ποτέ ούτε ένα μάθημα.    

Όλη μέρα στο μαγαζί όπως  η ώρα δεν περνούσε με τίποτα αυτά σκεφτόταν καθώς  ανεβοκατέβαινε τις σκάλες απ’  το υπόγειο στο ισόγειο, άνοιγε το ραδιόφωνο κι έψαχνε στο κινητό,  καμιά φορά πλάκωναν όλοι μαζί οι πελάτες κι έτρεχε σα παλαβός, άλλοτε δεν πατούσε ψυχή εκεί μέσα.  Είχε μείνει άνεργος όλο το  καλοκαίρι και  χρειαζόταν επειγόντως χρήματα, τρεις μήνες  άπραγος είχε σκάσει, το αφεντικό του ήταν από κείνους τους τύπους τους παλαβούς που παρακαλάς να μην πέσεις πάνω τους, ήθελε όλη την ώρα να τον έχει στην πίεση, να μη τον αφήνει καθόλου ήσυχο, μερικές φορές  τον έπαιρνε τηλέφωνο μες  τ’ άγρια μεσάνυχτα κι αυτό ήταν κάτι που μισούσε,  ήθελε τάχα  να του δώσει κάτι παραγγελίες που είχε  θυμηθεί εκείνη τη στιγμή,  ναι καλά,  μα πόσο βλάκας, τύχαινε μερικές  φορές μετά από κανένα τέτοιο  βραδινό τηλεφώνημα τα παιδιά  να τον βρίσκουν ξαπλωμένο στο πάτωμα  κι ούτε που είχε  ιδέα πως βρέθηκε εκεί πέρα 

Συχνά αναρωτιόταν πως άντεχε, όλοι όσοι τον ήξεραν του έλεγαν να φύγει από κει πέρα όμως το αφεντικό του  μόλο που του έβγαζε την πίστη τον ήθελε και τον είχε ξαναπάρει στο μαγαζί,  ίσως γιατί είχε υπομονή περισσότερη, ίσως γιατί  ήταν τίμιος, ίσως τρέχα γύρευε για ποιο λόγο  κι αυτός είχε μπει στο λούκι για τα καλά.  Όπως έτρεχε σαν παλαβός πολλές φορές  να προλάβει  ήταν σίγουρο  ότι θα έκανε καμιά βλακεία,  θα έχανε τίποτα λεφτά ,  θα αγόραζε κάτι λάθος κι άντε μετά να εξηγήσεις στον βλαμμένο,  όλη την ώρα μες την αγωνία ήταν, δεν μπορούσε να ησυχάσει, τις νύχτες όπως στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του  δεν τολμούσε ν’ αναρωτηθεί αν άξιζε όλη αυτή η ταλαιπωρία.

 Από την άλλη βέβαια τι άλλο θα μπορούσε να κάνει, τι  επιλογή είχε, αγαπούσε τα παιδιά και τη γυναίκα του, δεν του έμενε καθόλου χρόνος να κοιτάξει τον εαυτό του αλλά τα μικρά ήταν το παν,  μόλις τα έβλεπε  ξεχνούσε οτιδήποτε   όμως  βαθιά μέσα του είχε αμφιβολίες αν θα τα κατάφερνε.  Κι αν τον έδιωχναν από κει τι θα έκανε, που θα πήγαινε, η αγορά πέθαινε κάθε μέρα, δεν ήταν και τόσο νέος για να μπορεί να  βρει εύκολα κάτι όπως παλιά, τα πράγματα  είχαν ζορίσει,  σ’  αυτόν έπεφτε όλο το βάρος, ήταν ο αρχηγός, κουραζόταν πολύ,  δεν ήταν τόσο η δουλειά όσο η γκρίνια του αφεντικού που ήταν αφόρητη,  ευτυχώς η πεθερά του που λάτρευε τα παιδιά   βοηθούσε πληρώνοντας φροντιστήρια και λογαριασμούς, τους είχε σώσει  άπειρες φορές,  αν δεν ήταν αυτή…

Ευτυχώς τα μικρά είχαν  τη  γιαγιά τους  όπου πήγαιναν κάθε Παρασκευή βράδυ για το σαββατοκύριακο  κι ήταν σα να πήγαιναν  ταξίδι στις Μπαχάμες, την υπεραγαπούσαν τη γιαγιάκα τους, όλο δώρα τους αγόραζε και τους έφτιαχνε παστίτσιο, το αγαπημένο τους φαγητό, η μικρή αν μπορούσε θα έτρωγε όλο το ταψί, η γιαγιά  είχε κι ένα διαφημιστικό από  μια εταιρεία  με έπιπλα, καλά μ’  αυτό το διαφημιστικό  είχαν περάσει άπειρες ώρες,   ήξεραν ακριβώς  πως θα έφτιαχναν  τα  δωμάτια  τους, το παιδικό, την κουζίνα, το σαλόνι, τα χρώματα, τους συνδυασμούς, κάτι τραπέζια δεν τους  άρεσαν, αυτά θα τα ξεφορτώνονταν,  μα τι απαίσια που ήτανε, όταν τελείωναν με το σπίτι  θα έβαζαν εκεί την οικογένεια και τα παιδιά τους  που τα υπολόγιζαν γύρω στα τριάντα,   όλα αγόρια βέβαια !

Τα μικρά   ζούσαν στον κόσμο τους, δεν καταλάβαιναν τίποτα κι ούτε που τα ένοιαζε, σιγά   μην καθόταν ν’  ασχοληθούν μ’ όλες αυτές τις αηδίες που απασχολούσαν το μπαμπά τους,  αυτά τα ένοιαζαν μόνο οι ζωγραφιές που μοίραζαν στις θείες τους,  τα γενέθλια με τις τούρτες και τους χυμούς,  οι φωτογραφίες που έβλεπαν στο ιντερνέτ με μοντέλα και χλιδάτες κοπέλες,  τα σίριαλ με χωρισμούς και κλάματα  που παρακολουθούσαν με τη μαμά  το βράδυ προτού πέσουν για ύπνο  τσατισμένα γιατί θα ήθελαν να ξενυχτήσουν ακόμα λίγο κι ας κοιμόταν στο σχολείο την άλλη μέρα,  α ήταν μεγάλη αδικία αυτό που τους έκαναν, ευτυχώς υπήρχαν τα σαββατοκύριακα που έβγαζαν τα απωθημένα τους και κοιμόταν μετά τα μεσάνυχτα ώσπου έγερναν ψόφια στην πολυθρόνα.

Μια νύχτα που η μαμά  τους είχε ξεχάσει   ανοιχτή την μπαλκονόπορτα και φυσούσε αέρας  τα μικρά  άρχισαν να κρυώνουν   αλλά δεν σηκωνόταν να κλείσουν μόνο σκεπάζονταν και τυλίγονταν με τα παπλωματάκια  τους, ένα ζουζούνισμα ακούγονταν  στο δωμάτιο κι η μεγάλη ξύπνησε να  σκοτώσει το έντομο  γιατί φοβόταν μήπως τις τσιμπήσει  όμως δεν μπορούσε να το πετύχει και τελικά σκόνταψε  πάνω στις τεράστιες τσάντες τους, πήρε την κουβερτούλα της και πήγε στο σαλόνι να κοιμηθεί όμως ένιωσε τύψεις που άφησε τη μικρή μόνη και γύρισε να την ξυπνήσει όμως εκείνη   ήταν μέσα στα νεύρα  γιατί   δεν ήθελε να της χαλάνε τον ύπνο κι ούτε που την ένοιαζε για το έντομο, σιγά τώρα, δε πα να την τσιμπούσε όσο ήθελε, σκασίλα της, το πρωί ο μπαμπάς τους έψαξε και δεν βρήκε τίποτα ‘’Στην φαντασία σου το είδες’’ είπε στη μεγάλη όμως εκείνη ήταν  σίγουρη ‘’Ρε μπαμπά στις κουρτίνες ήτανε και περπατούσε!’’ όσο για τη μικρή δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί της χάλασαν την ησυχία,  δεν υπήρχε περίπτωση να τους συγχωρέσει ποτέ !

 Όποτε τον έστελνε ταξίδι το αφεντικό να κανονίσει κάτι παραγγελίες,  μετρούσε τις ώρες για να γυρίσει, με το που έμπαινε ξανά στο σπίτι κι αντίκριζε τα κοριτσάκια  του ερχόταν να βάλει τα κλάματα αλλά προσπαθούσε να κρυφτεί για να μη τον δουν, αν  πήγαινε να τα φιλήσει  εκείνα δυσανασχετούσαν ΄΄ Έλα ρε μπαμπά,  άσε μας τώρα, φύγε! ΄΄  Ένα βράδυ γυρνώντας από ένα τέτοιο  ταξίδι μπήκε στο δωμάτιο των παιδιών που ανάσαιναν  ελαφρά , άνοιξε ένα  τετράδιο που βρήκε στο  γραφείο και διάβασε μια ιστορία πολύ περίεργη,  έλεγε για ένα γκρίζο λύκο που έβγαινε  απ’  τον κρυψώνα της νύχτας σε μια πεδιάδα ωραία,  σ’  ένα τοπίο  χιονισμένο, σίγουρα ήταν της μεγάλης, αυτή είχε το ταλέντο, η δασκάλα τους έδινε συγχαρητήρια και τους έλεγε ότι το κοριτσάκι τους  έπρεπε  να γίνει συγγραφέας,  έγραφε συχνά ιστορίες φανταστικές με πολλές λεπτομέρειες που δεν περίμενες από ένα τόσο μικρό  κοριτσάκι ότι θα μπορούσε να σκεφτεί, είχε γεμίσει ένα ολόκληρο τετράδιο.

Είχε καιρό να δει το τετράδιο και διαπίστωσε ότι το παιδί είχε βελτιωθεί πολύ,   περιέγραφε  το  λύκο που έτρεχε χιλιόμετρα κυνηγώντας το  ζαρκάδι κι όποτε το  πλησίαζε εκείνο του ξέφευγε με  ελιγμούς κι ήταν μια μάχη για το ποιος θα τα παρατήσει πρώτος, σίγουρα το   μικρό είχε δει κάποιο ντοκιμαντέρ όπως συνήθως συμβαίνει όμως  τα παιδιά  πλάθουν στο μυαλουδάκι τους αυτό που βλέπουν φτιάχνοντας κάτι καινούριο και τελικά λέει το ζαρκάδι ξέφυγε περνώντας μέσα από ένα βάλτο γεμάτο λάσπες για να χαθεί μέσα σ΄ένα δάσος   ενώ  ο λύκος  απόμεινε μόνος του εκεί στην ερημιά να κοιτάζει τον ορίζοντα. Απογοητευμένος όπως ήταν γιατί δεν είχε φάει  μέρες συνέχισε να περιπλανιέται ώσπου βρέθηκε σ’ ένα μέρος με δέντρα που έγερναν  από  κοκκινωπούς καρπούς και θάμνους γεμάτους μούρα  που κανένας δεν μάζευε,  νερά κυλούσαν πάνω από πέτρες ίσιες σαν πλάκες,  χορτάρι πράσινο φύτρωνε τριγύρω. Ο λύκος νιώθοντας κουρασμένος βρήκε μια σπηλιά γιατί άρχιζε να βρέχει,  κι αποκοιμήθηκε κοιτάζοντας τις αστραπές που  έμοιαζαν με αχτίδες σπασμένες. Όταν  ξύπνησε  το μέρος   είχε μεταμορφωθεί κι είχε γεμίσει αγριολούλουδα κόκκινα  σαν παπαρούνες που σκέπαζαν όλη την κοιλάδα, διαβάζοντας   έβλεπε καθαρά το λιβάδι με τις κόκκινες παπαρούνες και το χιόνι ψηλά στα βουνά,  χωρίς να το καταλάβει   δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ'  τα μάτια του,  κι αυτός έγραφε ωραία κι οι καθηγητές του έλεγαν ότι  θα μπορούσε να γίνει δημοσιογράφος ή να βγάλει κάποιο βιβλίο, η ζωή του θα μπορούσε να πάρει  άλλο δρόμο  όμως είχε μπλέξει και να τώρα το παιδί του έβγαζε το ίδιο χάρισμα, το κεφάλι του βάραινε κι  έγειρε στο παιδικό γραφείο,   ακούμπησε μαλακά τ πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού και σφάλισε τα μάτια, το πρωί τα παιδιά τον βρήκαν στο πάτωμα  να ροχαλίζει ξερός, τα μάτια του ήταν κόκκινα ‘’Ρε μπαμπά πάλι  έκλαιγες !’’ του είπανε. 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...