Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΚΑΤΑΛΑΥΝΙΚΑ ΠΕΔΙΑ

Ένα κορίτσι έπεσε απ’  το μπαλκόνι, έτσι ακούστηκε, απ’ το γειτονικό φαρμακείο που εφημέρευε μια γυναίκα βγήκε να δει τι συμβαίνει,  αυτή αντίκρισε πρώτη το πεσμένο σώμα και κάλεσε ασθενοφόρο,  δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει, φώτα άναψαν, αν και ήταν προχωρημένη η νύχτα  κόσμος μαζεύτηκε και μετά  από λίγο ήρθε το ασθενοφόρο με τους τραυματιοφορείς που έμεινε εκεί πέρα για ώρα πολύ, ένας γέρος  με άσπρη φανελίτσα έφευγε  απ’ το σημείο πού έπεσε το κορίτσι  κουνώντας  το κεφάλι του ‘’Η κόρη της Ε είναι’’ είπε σε κάποιον  ‘’Αναπνέει ακόμα ’’ κι έκανε μια κίνηση με την παλάμη του σα να έλεγε  ‘’Τη βγάζει δε τη βγάζει’’,  ύστερα  μπήκε σε μια πολυκατοικία και χάθηκε.

Έβγαζε τα μαγιό των παιδιών απ’  τη ντουλάπα   όταν άκουσε την  διαπεραστική τσιρίδα κι έναν  γδούπο  πολύ δυνατό, πετάχτηκε κατατρομαγμένη, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιος από κείνους τους αλήτες  που έκαναν  φασαρίες και φώναζαν τα βράδια προκαλώντας τους περαστικούς,  όταν άκουσε απ’  το μπαλκόνι  το γέρο με τη φανελίτσα  την έπιασε μια ταραχή βαθιά, το ήξερε καλά το κορίτσι και τη μάνα του,   έτρεμε, ο θώρακας της ανεβοκατέβαινε ασταμάτητα προκαλώντας έναν  βήχα  σπαστικό  όπως τότε που είχε κρυολογήσει άσχημα  και για νύχτες δε κοιμόταν, κάθε λίγο  έβγαινε  στη βεράντα να δει τι γινόταν,  ένα αγόρι κάπου δεκαπέντε χρονών  πηγαινοέρχονταν όλη την ώρα  μιλώντας  στο κινητό κι έκλαιγε ασταμάτητα με λυγμούς, σίγουρα  είχε δει τη σκηνή και σοκαρίστηκε, ενώ  το  ασθενοφόρο που είχε έρθει πολύ γρήγορα,  δεν έλεγε να φύγει από κει πέρα δίνοντας ένα σήμα ότι υπήρχε κάποια ελπίδα,  στέκονταν  με τα φώτα αναμμένα εκεί αμετακίνητο ενώ  δυο  τραυματιοφορείς  περιφέρονταν ανήσυχοι κι  ο ασύρματος ακουγόταν όλη την ώρα ν’ ανοιγοκλείνει αφήνοντας στον αέρα ήχους ακατάληπτους. 

Στο διαμέρισμα του κοριτσιού που βρισκόταν ακριβώς απέναντι,   τα φώτα ήταν αναμμένα, επικρατούσε αναστάτωση,  άνθρωποι έμπαιναν κι έβγαιναν στο μπαλκόνι και κοίταζαν κάτω σαν να υπολόγιζαν το ύψος και τη σφοδρότητα της πτώσης , κατά καιρούς ακουγόταν αναστεναγμοί πολύ δυνατοί και λόγια θρηνητικά, βγήκε στην άλλη βεράντα,  στην πίσω μεριά κι άναψε τσιγάρο, θυμήθηκε ξαφνικά ότι πριν λίγες μέρες  το είχε δει το κορίτσι  στο φούρνο που πήγε να πάρει ψωμί κι εκείνο της μίλησε  πολύ θερμά,  της είχε  κάνει εντύπωση,  στο τέλος την είχε φιλήσει κιόλας μ’ έναν τρόπο σαν να έφευγε ταξίδι κι  ήθελε να την  αποχαιρετήσει, κάπου  είχε διαβάσει ότι οι αυτόχειρες  το συνηθίζουν αυτό, το έχουν προετοιμάσει,  είναι μια προειδοποίηση. Στο σκοτάδι άκουσε κουβέντες, ήταν δυο γυναίκες από δίπλα  που ακουγόταν καθαρά, η μια ήταν η φαρμακοποιός που είχε βρει πρώτη το κορίτσι πεσμένο στην πρασιά, στον ακάλυπτο,  αυτή ήξερε πολλά εξαιτίας της δουλειάς της, έλεγε ότι το κορίτσι είχε μόλις γυρίσει από ένα ταξίδι στη Γαλλία,  είχανε πάει να  να δουν  τις  πόλεις  της  σαμπάνιας κι  εκείνη την πεδιάδα κάπου στο βορρά  όπου είχε γίνει μια μάχη περίφημη με τις ορδές και τα άλογα του Αττίλα που ερχόταν σαν διάβολος από  την Ασία . Είχε τόση ομίχλη εκεί πάνω που δε μπορούσες να δεις γύρω σου,  το κορίτσι είχε μελαγχολήσει γυρνώντας από κείνο το ταξίδι,  έτσι έλεγε η φαρμακοποιός που τα είχε ακούσει από κάπου, ήταν κλειστός άνθρωπος έλεγε   κι αυτοί που δε μιλούν πολύ είναι οι πιο επικίνδυνοι, δεν αντιδρούν,  δεν ξεσπούν,  τα μαζεύουν μέσα τους, μελαγχολούν  και κάποια στιγμή δε  μπορούν, δεν αντέχουν...

Ακούγονταν καθαρά οι δυο γυναίκες που κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα στην ησυχία της νύχτας,  κάποια  πράγματα  εξηγούνταν όμως κανείς δεν ήξερε πιο πολλές λεπτομέρειες κι άλλωστε τι σημασία  είχε  πια.  Σκέφτηκε τις τύψεις και τις ενοχές των γονιών, τι λάθος έκαναν,  τι διαφορετικό έπρεπε να πράξουν, πως θα το άντεχαν. σήμερα όλα είναι τόσο μπερδεμένα, τόσο περίπλοκα,  δεν ξέρεις  τι θέλουν τα παιδιά, τι πρέπει να τους πεις,  δε μπορείς και να τ’ αγριέψεις,  δε σηκώνουν και πολλά,  θα κλωτσήσουν. Κι έπειτα, άμα δουλεύεις όλη μέρα και τρέχεις σαν παλαβός  που να προλάβεις να δεις τι σου γίνεται και τι έχουν μες το μυαλό τους , εσύ θες να τους δώσεις ό,τι καλύτερο, σακατεύεσαι να προλάβεις τα πάντα  κι όμως το αποτέλεσμα δεν είναι πάλι αυτό που περίμενες, δε βρίσκεις άκρη. Ευτυχώς τα δικά της παιδιά ήταν εξωστρεφή  αν κι αυτό  μη νομίζεις ότι είναι καλύτερο, ο μεγάλος τα έβαζε συνέχεια μαζί της,  της έκανε επιθέσεις,  την έλεγε γριά,  άσχημη, κάνα  δυο φορές είχε ορμήσει να δείρει τον πατέρα του,  η κατάσταση μαζί του ήταν μια τρέλα,   περνούσε μια εφηβεία άστα να πάνε,  πλακώνονταν στο ξύλο με όλους κι οι καθηγητές του ήταν έτοιμοι να τον σουτάρουν,  το τι είχε τραβήξει δε λέγονταν όμως όσο περνούσε ο καιρός έδειχνε να ηρεμεί.

Φοβόταν να βγει στη βεράντα μήπως δει κατά λάθος  το κορίτσι στραπατσαρισμένο, παραμορφωμένο, αυτό δεν θα το άντεχε, δεν μπορούσε να ησυχάσει, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, εκείνη την ώρα συνήθως, όταν όλα τα φώτα στα διαμερίσματα έσβηναν, είχε την καλύτερη της στιγμή, η νύχτα ήταν το στοιχείο της,  το χειμώνα φορούσε ένα  χοντρό μπουφάν κι αν φυσούσε σήκωνε  την κουκούλα,  δεν ήθελε να καπνιστεί το σπίτι και να βρωμάει, πολλές φορές έπαιρνε τις φίλες της που ήξερε ότι δεν κοιμόταν κι αυτές  και μιλούσαν ώρα πολύ, μόλις ένιωθε ότι τουρτουρίζει  έσβηνε βιαστικά τη γόπα στο τασάκι κι έτρεχε να μπει μέσα προτού γίνει παγάκι.

Ο χειμώνας ήταν η εποχή της, ο χειμώνας και το φθινόπωρο, τα  καλοκαίρια πάντα τα φοβόταν, ήξερε από παλιά ότι  είναι τα πιο επικίνδυνα, η ζέστη ερεθίζει τους ανθρώπους,  τους  κάνει πιο νευρικούς, όλοι είναι στη τσίτα έτοιμοι για καυγά, τα πνεύματα εξάπτονται,  η μέρα είναι ατελείωτη,  δε λέει να βραδιάσει να ησυχάσεις, οι νύχτες  αγχωτικές,  ιδρώτας,  σώματα γεμάτα σημάδια και γραμμούλες απ’  τα σκεπάσματα,  βουητό ατελείωτο απ’  τα κλιματιστικά που γουργουρίζουν, ψυγεία,  παγωτά, επιδόρπια παγωμένα, μπύρες και πιοτά κρύα.  Άνθρωποι φεύγουν για παραλίες και ταξίδια μακρινά και συ μένεις μόνος στην πόλη να βολοδέρνεις,  όλα τα εσώψυχα βγαίνουν στην επιφάνεια, οι πιο αδύναμοι,  οι πιο ευαίσθητοι δεν αντέχουν τέτοια πίεση,  σίγουρα  είναι μια εποχή περίεργη. Πολλοί πάλι ηλικιωμένοι, φοιτητές κι άλλοι που  δε δουλεύουν,  κάθονται όλη μέρα και κλωθογυρίζουν ένα σωρό σκέψεις, αυτό δεν είναι ότι καλύτερο, είναι προτιμότερο να έχεις κάτι να σπας το κεφάλι σου, να διώχνεις  όλη σου την ενέργεια, να εκτονώνεσαι παρά να τρέχεις κυνηγώντας την ουρά σου, σκαλίζοντας  το μυαλό σου όλη την ώρα για  προβλήματα υπαρκτά κι ανύπαρκτα.  Α, σίγουρα το καλοκαίρι χρειάζεται προσοχή, εκείνη τη χρονιά  βέβαια πήγαινε σα φθινόπωρο, όλο βροχή και συννεφιά, μερικούς τους χαλάει, δεν μπορούν, δεν αντέχουν  χωρίς καύσωνες, θέλουν να νιώσουν το δέρμα τους να καίγεται, να ψήνεται!  Αυτή  δεν είχε  κανένα  πρόβλημα, μακάρι να πήγαινε έτσι  δροσερό και ήρεμο  κι όσο γι’  αυτούς που ανησυχούσαν  δεν θα τη γλύτωναν, στο τέλος θα έτρωγαν όση ζέστη λαχταρούσαν ! Θυμόταν ένα καλοκαίρι που είχε πάει έτσι δροσερό,  δεν θα είχε κανένα πρόβλημα σίγουρα κι ο ουρανός τη νύχτα έμοιαζε πολύ όμορφος  καθώς το φεγγάρι έβγαινε πίσω απ’ τα σύννεφα, αυτό το βράδυ όμως δε φαινόταν πουθενά,  μόνο μια λάμψη πάνω από τα κτήρια της πόλης .

Πήγε στη κρεβατοκάμαρα και ξύπνησε τον άντρα της που δεν είχε πάρει χαμπάρι, την είδε πνιγμένη στο κλάμα και τρόμαξε , ‘’Πρέπει να είναι η κόρη της Ε’’ είπε μες τ’  αναφιλητά της,  ‘’Ήταν  παιδί κλειστό, ευγενικό,  δε μιλούσε, πολύ’’, εκείνος έξυσε το κεφάλι του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί,   ‘’Μη ξαναβγείς  στο μπαλκόνι!’’ της είπε απότομα ,  δεν υπήρχε λόγος να δει καμιά σκηνή άγρια που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει, ύστερα την χάιδεψε για να την ηρεμήσει,  ‘’ Μη βάζεις το κακό στο νου,  μη σκέφτεσαι αρνητικά,  μπορεί να ζει το κορίτσι,   κάποιο παιδί που ήξερα είχε  πέσει από ψηλά κι επέζησε, το βλέπω ταχτικά τόχουν επονομάσει Λάζαρο γιατί αναστήθηκε πραγματικά, όλο στην εκκλησία πάει, το μόνο που του έχει μείνει είναι ένα τρίκλισμα  ελαφρύ στο περπάτημα!’’ Ήθελε να την καθησυχάσει αλλά ήταν αλήθεια , δεν έλεγε ψέματα, εκείνο βέβαια ήταν ένα θαύμα σίγουρα όμως κι εδώ  οι γιατροί θα το πάλευαν, τόσα μηχανήματα υπάρχουν, τόσες τεχνικές,  δεν μπορούσε να τελειώσει έτσι απλά, που  ξέρεις τι  μπορεί να συνέβη, ίσως κρεμάστηκε  από καμιά τέντα που του έκοψε τη φόρα ,  μπορεί να μπερδεύτηκε σε καμιά απλώστρα κι έπειτα να χτύπησε σε κανένα κάδο πλαστικό κι όχι στο τσιμέντο,  μπορεί να προσγειώθηκε στον ουρανό κάποιου αυτοκινήτου, η λαμαρίνα είναι καλύτερη απ’  το σκληρό πεζοδρόμιο, χίλια δυο μπορεί να είχαν συμβεί.

Την φίλησε στο στόμα,  πλάγιασε ξανά και σε λίγο ροχάλιζε πεθαμένος απ’  την κούραση καθώς είχε σχολάσει αργά απ’ το γραφείο. Έμεινε μόνη, ένιωθε λίγο καλύτερα ακούγοντας για το παιδί που επέζησε, , ίσως υπήρχε μια ελπίδα, μια μηχανή αυτοκινήτου  έβαλε μπροστά με θόρυβο,  ήταν  το ασθενοφόρο που έφευγε με τον ασύρματο πάντα ανοιχτό να μεταδίδει μηνύματα  κι ύστερα να διακόπτει περιμένοντας απόκριση, δεν άντεξε, βγήκε στη μπροστινή μεριά  κι έριξε μια ματιά, ‘’Κάτι να βάλω, πως θα πάω έτσι το νοσοκομείο!’’ ακούστηκε αλαφιασμένη η μάνα του κοριτσιού ‘’Άστο χριστιανή μου!’’ της είπε κάποιος και την έβαλε σε κάποιο αμάξι που ξεχύθηκε πίσω απ’ το κίτρινο όχημα το οποίο  άρχισε να ουρλιάζει στριφογυρνώντας με μανία τη φωτεινή μπάλα  της οροφής του. Μια ησυχία  απειλητική απλώθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κείνη την ώρα βγήκαν τα απορριμματοφόρα του δήμου που μάζευαν τα σκουπίδια μες το σκοτάδι μουγκρίζοντας κι αυτός ο ήχος σαν να έσπασε λίγο τη βαριά   ατμόσφαιρα,   δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί,  όπως ήταν εξαντλημένη πήγε στον άντρα της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα, αυτός συνέχιζε να κοιμάται,   κοντά στα ξημερώματα αποκοιμήθηκε κι αυτή .

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

ΣΙΣΥΦΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ


Παντού στο νησί συναντούσες  κάτι πέτρες στρογγυλές, τεράστιες,  αρχαίες,  κάτι είχαν τα πετρώματα  εκεί πέρα και μπορούσαν να πελεκηθούν, πολλά από κείνα τα πελώρια λιθάρια είχαν μια τρύπα  στη μέση ήγαν σίγουρα μυλόπετρες   που γύριζαν αλέθοντας το στάρι, το κριθάρι  ή τις ελιές, τα έβρισκες  παντού,  στα χωράφια,  στους  λόφους,  στα χωριά κι  αναρωτιόσουν  πως τις είχαν κόψει τόσο συμμετρικά , πως τις είχαν κουβαλήσει, ποια δύναμη μπορούσε να τις γυρίζει και να τις χειρίζεται;

Μια τέτοια αρχαία πέτρα, στρογγυλή,  υπήρχε και στο οικόπεδο όπου δούλευε κι αυτός σκάβοντας τους τοίχους για τα υδραυλικά και τα ηλεκτρολογικά, ήταν μια δουλειά επικίνδυνη, έπρεπε να προσέχει,  άμα σε χτυπούσε κανένα καλώδιο κρυμμένο την  είχες βαμμένη,  έπρεπε να έχεις το νου σου κάθε φορά που έσκαβες   με το σφυρί και το καλέμι  τον τοίχο φτιάχνοντας αυλάκια μικρά, έπρεπε ν’ ακούς προσεχτικά για κούφια σημεία και βέβαια πρώτα απ’ όλα έπρεπε να κλείσεις το ρεύμα απ’  τη χελώνα όχι απ’ τον διακόπτη,  αν πάλι τύχαινε να τρυπήσεις  καμιά σωλήνα νερού άνοιγες μεγάλη δουλειά που ήταν σκέτη καταστροφή, χρειαζόταν να συνδέσεις ένα καινούριο κομμάτι αφού  έκοβες  το χαλασμένο,  να φτιάξεις  υποδοχές,  να το συνδέσεις ξανά, άστα να πάνε, πολύ φασαρία γι’ αυτό έπρεπε  πάντα  νάχεις  το νου σου.

Όλο το καλοκαίρι το περνούσε δουλεύοντας  στις οικοδομές,  είχε γυρίσει  όλη τη χώρα δουλεύοντας σ’ ένα σωρό μέρη τους ζεστούς μήνες, αυτή ήταν από παλιά  η εποχή για τέτοιου είδους εργασίες, οι συνθήκες είναι  ιδανικές   καθώς ο στεγνός καιρός ξεραίνει  γρήγορα τους  αρμούς και τους  σοβάδες  και το τσιμέντο δένει  και σταθεροποιείται, η καλύτερη περίπτωση βέβαια  για να δουλέψεις ήτανε  τα νησιά,  εκεί δεν καταλάβαινες τη ζέστη,  όλη την ώρα φυσούσε,  μπορούσες  να κάνεις και κανένα μπανάκι  να δροσιστείς,  να δεις τουρίστριες,  να πιεις καφέ στην ακροθαλασσιά,  να φας κανένα ψαράκι,  να καταλάβεις διακοπές άνθρωπε μου!

Όπως είχε ξεκουραστεί όλο το χειμώνα έπεσε με τα μούτρα σ’ εκείνη τη δουλειά  σ’ ένα συγκρότημα ενοικιαζόμενων  έξω από ένα χωριό παραθαλάσσιο, τα σπίτια ήταν  χτισμένα  στο εσωτερικό ενός κόλπου μ’ ένα βουναλάκι κατάφυτο στη μια μεριά του, το τοπίο ήταν τόσο όμορφο που ηρεμούσε  η ψυχή σου. Καθώς ζούσε κάπου στο βορρά  για να φτάσει ως εκεί έπρεπε  να διασχίσει με το λεωφορείο όλη τη χώρα,  από τη μια άκρη μέχρι την άλλη κι από κει κάτω να πάρει το καράβι. Παλιότερα θα πήγαινε   με το αμάξι του όμως τώρα ζορίζονταν να το συντηρήσει,  μια οι ασφάλειες,  μια τα τέλη κυκλοφορίας, οι ζημιές,  οι βενζίνες, οι επισκευές,  είχε απαυδήσει! Θα ήταν καλά να είχε το αμαξάκι του όμως τώρα έπρεπε  να αρκεστεί στο πούλμαν, αν μη τι άλλο όταν δεν οδηγείς μπορείς  να κοιτάξεις γύρω,  όπως περνούσε πεδιάδες και βουνά  με  το τοπίο να αλλάζει όλη την ώρα  σκεφτόταν ότι αυτός ο  τόπος  ήταν  όλο βουνά και πέτρα,  πολύ πέτρα  και νταμάρι ρε φίλε,  λίγοι κάμποι  κλειστοί κι ύστερα πάλι  βράχια,  πέτρες και ξερόλιθιές, ευτυχώς  που υπήρχε η θάλασσα στο τέλος  κι άνοιγε το μάτι σου βλέποντας  τον ορίζοντα μακριά με τους  όγκους να διυλίζονται μες τη θολούρα…

Το ταξίδι με το καράβι ήταν υπέροχο κι αναζωογονητικό, από παλιά είχε ακούσει ότι άμα θες να ξεφορτωθείς ένα πρόβλημα ή μια σκοτούρα έπρεπε να κάνεις μια βόλτα με το πλοίο για να σου πάρει την έγνοια η θάλασσα, με το που πάτησε το πόδι  στο σιδερένιο κατάστρωμα ένιωσε καλύτερα,  κοιτούσε τα μικρά ψαράκια που στροβιλίζονταν γύρω από την άγκυρα και το καθαρό νερό που σ’ άφηνε να δεις μέχρι την άμμο του βυθού. Στο καράβι είδε και κάτι γνωστούς ηθοποιούς  που έβλεπε στην τηλεόραση,  ήθελε να τους μιλήσει αλλά ύστερα το μετάνιωσε.  Σουρούπωνε  όταν έφτασε στο νησί, χρόνια είχε να πατήσει το πόδι του εκεί πέρα κι όλα του φαινόταν διαφορετικά εκτός  απ’  το κατάφυτο βουναλάκι που ήταν πάντα στη θέση του.  Βγήκε απ’  το χωριό περπατώντας, βρήκε το συγκρότημα  με τα ενοικιαζόμενα   και γύρισε το κλειδί της πόρτας  που του είχαν δώσει,   το δωμάτιο του μύριζε κλεισούρα αλλά δεν τον ένοιαζε, σιγά τώρα,  άφησε ανοιχτά τα παράθυρα να φρεσκαριστεί λίγο  ο χώρος κι έριξε μια ματιά να δει τι τον περίμενε,  είχε αρκετή δουλειά σίγουρα, την άλλη μέρα θα ερχόταν ένας εργολάβος να  συζητήσουν τις λεπτομέρειες, όπως ήταν ψόφιος απ’ το ταξίδι  ξάπλωσε με τα ρούχα και κοιμήθηκε βαθιά…

Στο νησί πάντα φυσούσε αεράκι δροσερό,  ξεκινούσε  νωρίς  το πρωί, ετοίμαζε τον καφέ και το παγούρι με το νερό,  έκλεινε το ρεύμα, έβλεπε  τα σχέδια του ηλεκτρολόγου και του υδραυλικού και ξεκινούσε. Παλιότερα  περνούσε ο ίδιος τους σωλήνες ή τα καλώδια αλλά τις περισσότερες φορές προτιμούσε ν’  αφήνει αυτό το κομμάτι σ’  άλλους,  αυτουνού του άρεσε να  σκάβει τους τοίχους σα να τους ψηλαφούσε  ανιχνεύοντας για το  τι έκρυβαν μέσα τους κι όσο για τη σκόνη,  ούτε  που τον ένοιαζε, σιγά το πράγμα ρε φίλε,  έκανες ένα ντουζάκι  παγωμένο εκεί πέρα  κι ένοιωθες φρεσκαδούρα.  Την προηγούμενη φορά που είχε έρθει εκεί πέρα είχε  κι ένα βοηθό που του άρεσε να βουτά στα βαθειά  με μια μάσκα  μονάχα ήταν περίπτωση  εκείνος ο τύπος, παρ’ όλη τη δροσιά ζεσταινόταν και τη νύχτα πήγαινε να κοιμηθεί πάνω σ’ έναν καταψύκτη, μιλάμε για πολύ αναίσθητο τύπο,   ήταν θαύμα πως δεν είχε πάθει τίποτα! Τώρα όμως ήταν μόνος του κι  όποτε  βαριόταν  έβγαινε  καμιά βόλτα  σ’ ένα μαγαζί με θέα ένα στάδιο αρχαίο απ’ το οποίο είχε μείνει μόνο ο στίβος και μερικές πέτρες που θα ήταν σίγουρα οι κερκίδες, μια φορά όπως έπινε τον καφέ του είχε ακούσει μια κουβέντα και για κάτι ναυάγια παλιά  στα ανοιχτά,  σκεφτόταν ότι άμα είχε μαζί του τον άλλο τον παλαβό που βουτούσε με τη μάσκα   θα μπορούσαν να ρίξουν καμιά ματιά στο βυθό … 

Μια μέρα εκεί που έσκαβε πνιγμένος στη σκόνη ήρθε ένας τύπος με ανοιχτό πουκάμισο, φουριόζος, και του είπε ότι υπήρχε πρόβλημα, είχε βγει μια ζημιά κι έπρεπε οπωσδήποτε να φτιαχτεί,  μια διαρροή νερού στην πίσω μεριά του συγκροτήματος είχε ξεχειλίσει κι  έπρεπε επειγόντως να διορθωθεί, αυτός βέβαια δεν ήταν υδραυλικός αλλά όσο κι αν είχαν ψάξει  δε μπορούσαν να βρουν κανέναν,  εκείνη την περίοδο όλοι  είχαν χαθεί από δω κι από κει, θα πληρωνόταν καλά. Δεν είχε θέμα, εκτός απ’ τα σκαψίματα πάντα του άρεσε να δουλεύει και μες τα νερά το καλοκαίρι, κάποτε έπλενε πιάτα σ’ ένα  εστιατόριο  και δεν είχε βαρεθεί καθόλου μη σου πω ότι το είχε ευχαριστηθεί κιόλας.   Άφησε το καλέμι και το σφυρί του, πήρε τον κασμά κι άρχισε να σκάβει τσαλαβουτώντας στην λασπωμένη άμμο,  ήταν ευχάριστο να δουλεύεις εκεί πέρα σα να έβρισκες μια πηγή που ανάβλυζε μέσα απ’  το χώμα και σε δρόσιζε, δεν ήταν δύσκολο ν’  ανακαλύψει τον σωλήνα σε βάθος ενός  μέτρου περίπου, ζήτησε να κλείσουν και να σφραγίσουν τη βάνα και βάλθηκε να ξεσκεπάσει εντελώς τον  αγωγό για να δει πως θα μπορούσε να τον διορθώσει, θα χρειαζόταν σίγουρα ένα κομμάτι σ’ αυτό το μέγεθος κι έναν τόρνο  για να φτιάξει τα κατάλληλα πάσα, δεν είχε ιδέα αν θα μπορούσε να βρει στο νησί κάποιον τεχνίτη ή αν θα χρειαζόταν να περάσει απέναντι με το καράβι, αν χρειαζόταν κάτι τέτοιο  μια βολτίτσα ήταν ότι έπρεπε.      

Συνέχισε να σκάβει γύρω απ’ τον σκουριασμένο σωλήνα,  ήθελε ν’ ανοίξει καλά το χώρο ώστε να είναι άνετος και να μπορεί να κινηθεί,  τραβούσε τα χώματα βγάζοντας λάσπη, είχε σχεδόν τελειώσει κι ετοιμαζόταν να  κόψει τον σωλήνα μ’ ένα σιδεροπρίονο, δεν μπορούσε να σταθεί καλά μέσα στον λάκκο κι έσκαψε λίγο ακόμα όταν η αξίνα χτύπησε κάτι μεταλλικό, καθώς η περιοχή ήταν γεμάτη άμμο,  όπως συμβαίνει στα περισσότερα νησιά,  του έκανε  εντύπωση, τι θα μπορούσε να είναι εκείνο το πράγμα,  ευτυχώς που δεν ήταν καμιά από κείνες τις μυλόπετρες,  αν υπήρχε ένα τέτοιο  λιθάρι  εκεί κάτω την είχε πατήσει, θα χρειαζόταν γερανός για να βγει. Συνέχισε να σκάβει  και είδε ότι ήταν ένα  μπρούτζινο αντικείμενο, όσο το καθάριζε γύρω- γύρω για να το βγάλε τόσο διαπίστωνε  ότι ήταν κάτι ογκώδες τι στο διάβολο είναι τούτο δω σκέφτηκε, δε μπορούσε να καταλάβει  μέχρι που διέκρινε ένα χέρι να ξεπροβάλει απ’  την άμμο,  τότε μόνο αντιλήφθηκε  ότι είχε ξεθάψει κάποιο άγαλμα .

Ασυναίσθητα έριξε μια ματιά  γύρω  σα να έκανε κάτι κακό και φοβόταν μήπως τον δούνε,  κανείς δεν υπήρχε εκείνη την ώρα, ερημιά επικρατούσε μονάχα τα τζιτζίκια από κάτι γειτονικές καλαμιές χαλούσαν τον κόσμο.  Κανονικά έπρεπε να σταματήσει εκεί που ήτανε και να ειδοποιήσει τους αρμόδιους όμως τον έπιασε μια τέτοια περιέργεια που θα έσκαγε αν δεν το έβλεπε ολόκληρο, είχε εξαφθεί εντελώς σα να είχε πυρετό πυρετό και μια ανυπομονησία ασυγκράτητη, έσκαβε με μανία όσο πιο προσεχτικά μπορούσε κι όσο πιο μακριά γινόταν από τον κορμό που είχε αρχίσει να φανερώνεται, ούτε κατάλαβε πως περνούσε η ώρα κι ούτε ένιωθε καμιά κούραση, ύστερα από λίγο βγάζοντας ένα βουναλάκι άμμου το έσυρε έξω βάζοντας όλη του τη δύναμη,  ήταν πεθαμένος απ’  την κούραση.

Τώρα μπορούσε να το δει ολόκληρο, έριξε  νερό με το παγούρι του απομακρύνοντας την άμμο που είχε κολλήσει  κι αμέσως κατάλαβε, αυτός ρε φίλε ήταν ένας αθλητής, ένας πυγμάχος γιατί είχε τυλιγμένο το χέρι του μ’  έναν επίδεσμο σα γάντι κι έδειχνε φοβερά  κουρασμένος σα να είχε μόλις παλέψει με κάποιον αντίπαλο πολύ δύσκολο που του είχε βγάλει τη πίστη,  τα μάγουλα του έμοιαζαν σκληρά και τραχιά σαν είχε φάει πολύ ξύλο, καλά αυτός ή αυτοί που τον είχαν φτιάξει πρέπει να ήταν τεχνίτες απίστευτοι, πως είχαν κάνει ρε φίλε τέτοια ψιλοδουλειά στα χείλη, σ’ ένα τραύμα ανεπαίσθητο κάτω απ’ το φρύδι,  αυτά ήθελαν μεγάλη υπομονή και μαστοριά ‘’Οι άνθρωποι τότε δε παίζονταν!’’ σκέφτηκε,   το πιο εντυπωσιακό ήταν  δυο  χάντρες πράσινες που είχε για μάτια  τόσο γυαλιστερές που ήταν σαν να σε κοιτούσαν  ύστερα από χιλιάδες χρόνια, έμοιαζε πολύ ζωντανό !

Όπως ήταν ξαπλωμένο το άγαλμα  στη βάση του διέκρινε  κάτι λοξά γράμματα που ήταν χαραγμένα εκεί πέρα,  δεν μπορούσε να το πιστέψει αλλά καταλάβαινε τι έγραφαν, ‘’ΣΙΣΥΦΟΣ !’’  ώστε  ο πυγμάχος είχε το όνομα  εκείνου  του αρχαίου ήρωα που γλύτωσε απ’  την οργή του Δία αιχμαλωτίζοντας κι αλυσοδένοντας τον δαίμονα του θανάτου, καλά  αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα!  Αφού το χάζεψε πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και την άλλη μέρα πλάκωσε εκεί πέρα ένα κάρο κόσμος,  κάτι αρχαιολόγοι του έβαλαν τις φωνές που δεν τους φώναξε αμέσως όμως φαινόταν κι ευχαριστημένοι που τους είχε απαλλάξει από το χαμαλίκι,  όλο το νησί μιλούσε για τον πυγμάχο που είχε βρεθεί,  το φόρτωσαν σ’ ένα αγροτικό,  το μετέφεραν στην αυλή του σχολείου κι ο δήμαρχος  ορκίζονταν ότι κανείς  δεν θα το έπαιρνε από  κει πέρα ότι και να γινόταν η υπόθεση γινόταν κωμωδία. Αυτός πάλι συνέχισε να σκάβει για τα καλώδια ανοίγοντας αυλάκια στους  τοίχους, κάτι τον έπιασε μετά από κείνο το συμβάν κι αγόρασε ένα  βιβλίο ακριβό με φύλλα γυαλιστερά που έδειχνε όλο αγάλματα κι άλλα πολύτιμα αρχαία, κύπελλα χρυσά κι ασημένια, αμφορείς γεμάτους ζωγραφιές, νομίσματα με χαραγμένους βασιλιάδες και Κύκλωπες,  καθόταν στην ακροθαλασσιά  και διάβαζε για όλα εκείνα βλέποντας τα κύματα να σκάνε στην ακτή σαν καβαλάρηδες  του νερού  που ίππευαν τον αφρό .



Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

ΓΑΛΑΖΟΠΡΑΣΙΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ

Ένας κήπος τεράστιος γεμάτος  φυτά φυτά και δέντρα κύκλωνε την τεράστια  έπαυλη  κι όπως κανείς  δεν τα περιποιούνταν για χρόνια  είχαν πυκνώσει κι είχαν γίνει μια ζούγκλα αδιαπέραστη όπου δεν έμπαινε το φως κι όπου κατοικούσαν πουλιά περίεργα και ζωάκια όλων των ειδών που μπορείς να φανταστείς. Κάθε πρωί ο κηπουρός  στέκονταν μπροστά σ’ έναν τοίχο πανύψηλο που έκλεινε από παντού  τον αυλόγυρο και περίμενε να του ανοίξουν,  έπειτα  περνούσε την παλιά,  σιδερόφραχτη πόρτα φτιαγμένη από κάτι κάγκελα σα λόγχες που τρυπούν τον αέρα,  και τραβούσε για τα αποδυτήρια  κοιτάζοντας  ένα άσπρο άγαλμα με  κάποιον καβαλάρη ή κάτι τέτοιο,  δε μπορούσε να το δει καλά  γιατί το είχαν πνίξει  οι κισσοί και τα βάτα.

Αν και παλιά  η έπαυλη έμοιαζε μεγαλόπρεπη σαν αρχοντικό της αγγλικής υπαίθρου, είχε πουληθεί κι ο  καινούριος ιδιοκτήτης ήθελε να την ανακαινίσει  για να φτιάξει πολυτελή  οικήματα που θα τα νοίκιαζε σε πλούσιους το καλοκαίρι. Όποτε  έμπαινε εκεί μέσα ο κηπουρός  σήκωνε το κεφάλι να δει πόσο ψηλά έφταναν  τα δέντρα κι έπειτα  ξεκινούσε τη δουλειά του, αυτή η έπαυλη  έδειχνε καλή περίπτωση και θα χρειαζόταν καιρό μέχρι να τελειώσουν,  μπορούσε να βγάλει αρκετά λεφτά,   βρισκόταν κάπου κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα θέρετρο όπου το καλοκαίρι γινόταν χαμός και μαζεύονταν εκεί πέρα κάθε καρυδιάς καρύδι. Φτάνοντας  έλεγε ‘’Καλημέρα!’’  στους κουστουμαρισμένους τύπους,  τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς με τα σχέδια κάτω απ’  την  μασχάλη κι ύστερα   τους άκουγε  όλη την ώρα να συζητούν  για το πως θα έφτιαχναν το οίκημα  σύμφωνα με τις εντολές του  καινούριου  ιδιοκτήτη, αυτός  πρέπει να είχε πολύ χρήμα, μια φορά τον είχε δει πάνω από ένα δέντρο όπου ανέβηκε  με το αλυσοπρίονο να κόψει ένα κλωνάρι τεράστιο, ήταν  χοντρός και  κοντός  μ’ ένα μουστάκι μαύρο,  έμοιαζε με Λιβανέζο έμπορο,  καθώς επιθεωρούσε εξετάζοντας   την πορεία των εργασιών  μοίραζε διαταγές σα ναύαρχος και τίποτα δεν του άρεσε, ‘’ Τι ηλίθιος!’’ σκεφτόταν  όπως τον έβλεπε  από κει πάνω . 

Λέγανε ότι ο Λιβανέζος  σκόπευε να φέρει εκεί τη γυναίκα του, μια ξανθιά που ήταν κάποτε μοντέλο και τα είχε παρατήσει για να αφοσιωθεί στα παιδιά της,  σε μια μεριά θα έμενε αυτή  και το υπόλοιπο θα το διέθεταν  στους τουρίστες που ήταν κονομημένοι.  Ο Λιβανέζος όλη την ώρα μιλούσε στο καταραμένο τηλέφωνο του κλείνοντας  θέσεις, δεν έλεγε να το βουλώσει,  όλοι είχαν αγχωθεί.  Το συνεργείο είχε πιάσει να δουλεύει τους τοίχους και τα ξεχαρβαλωμένα μπαλκόνια κι αυτός είχε ξεκινήσει   να φτιάξει τον κήπο όσο καλύτερα γινόταν,  το πρώτο που χρειαζόταν  ήταν να κλαδέψει όλα εκείνα τα δέντρα που υψώνονταν μέχρι πάνω από τη σκεπή, αυτή τη δουλειά ήθελε να την κάνει μόνος του γιατί έπρεπε να γίνει σωστά,  υπήρχαν δέντρα που θα κόβονταν  από τη ρίζα επειδή  είχαν γεράσει κι ήταν  μισοξεραμένα κι επικίνδυνα να καταρρεύσουν, αυτά έπρεπε να εξαφανιστούν μαζί μ’ όλους του αγκαθωτούς θάμνους που είχαν γιγαντωθεί.  Με τις βροχές που έριχνε  τον τελευταίο καιρό,   όλα είχαν θεριέψει  κι έπνιγαν το σπίτι, με δυσκολία μπορούσες να φτάσεις στα σκαλιά της εισόδου,  η  αυλή του παλιού αρχοντικού είχε γίνει ζούγκλα κι ένα σωρό σαβούρα χρειαζόταν να πεταχτεί,  από κει ξεκίνησε όμως υπήρχαν δέντρα  ακμαία, γεμάτα πράσινο,  μια φλαμουριά πελώρια για παράδειγμα που έπρεπε να μείνει εκεί πέρα καθώς μοσχοβολούσε  σ’ ολόκληρη την περιοχή με τα εκατομμύρια πρασινοκίτρινα άνθη της γύρω απ’  τα οποία  βούιζαν δαιμονισμένα χιλιάδες  μέλισσες, του θύμιζε το δέντρο  που είχε φυτέψει κοντά  σε μια βρύση ο πατέρας του και σκαρφάλωνε κάθε άνοιξη  να μαζέψει τα άνθη για νάχουν τσάι το χειμώνα, εκείνο το ωραίο με το βαθύ,  κόκκινο χρώμα,  η μάνα του μάζευε  σωρούς χρυσαφένιους  πάνω σε σεντόνια,  στο ανώγι κι όλες οι κάμαρες μοσχοβολούσαν…

Ψηλά  σκαρφαλωμένος παρακολουθούσε όλη τη βαβούρα και τον πανικό που επικρατούσε, όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα κι η δουλειά προχωρούσε καλά, οι τοίχοι είχαν βαφτεί, βουνά από μπάζα πετάχτηκαν , το μέρος καθαρίστηκε  και δεν είχε καμιά σχέση με τον αγριότοπο που είχανε βρει εκεί πέρα όταν πήγαν,  το πράγμα κυλούσε ομαλά κι όλοι βιάζονταν να προλάβουν προτού πλακώσουν οι τρομερές ζέστες κι οι ξένοι με τις γεμάτες τσέπες. Οι τεχνίτες  τα είχαν δώσει όλα δουλεύοντας υπερωρίες ατελείωτες,  ο Λιβανέζος με το μουστάκι  πρώτη φορά δεν γκρίνιαζε αν και πάντα είχε  να βρει μια έλλειψη και κάτι στραβό,   σε όλους  έριχνε μπινελίκια στην γλώσσα του κι ήθελαν να του χώσουν μπουνιά όμως για κάποιο λόγο στον κηπουρό δεν έλεγε τίποτα,  τον κοιτούσε μόνο  από χαμηλά όπως ήταν κοντός  με μια κοιλιά στρογγυλή,  και ρωτούσε καχύποπτα  τους ακόλουθους του να  εξηγήσουν τι σκόπευε να κάνει  σ’  εκείνη την μπερδεμένη ζούγκλα.

O κηπουρός  όμως είχε κάνει φοβερή δουλειά, είχε σακατευτεί να σκάβει, να κόβει,  να κουβαλά  κλαδιά, τα χέρια του είχαν ξεσκιστεί από τους  φοβερούς πυράγκαθους που είχαν θεριέψει σε βαθμό τερατώδη, ήταν εκεί  απ’  το πρωί μέχρι το βράδυ με τους  βοηθούς του  κι όπως δούλευε  μες το μυαλό του σκεφτόταν σιγά – σιγά  το σχέδιο που θα έπαιρνε ο κήπος ώστε να αναδεικνύει το κτίριο.  Πάντα έτσι έκανε, αυτή την αρχή ακολουθούσε  και στη ζωή του ακολουθώντας την πορεία των πραγμάτων που κάθε φορά έμοιαζαν να τον οδηγούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Άφηνε τον χώρο να τον καθοδηγεί με την ιδιαίτερη  φυσιογνωμία του, όλο το κτίσμα πλαισιώνονταν από ψηλά δέντρα,  κυπαρίσσια,  ροδιές, μια καστανιά μ’  αγκαθωτούς αχινούς  και  φυσικά υπήρχε  η πελώρια  φλαμουριά   που δέσποζε   σ’ όλο το χώρο ,όλα αυτά έπρεπε να διατηρηθούν και να  φρεσκαριστούν,  έφτιαξε παρτέρια,  μονοπάτια ανάμεσα στους θάμνους,  σχηματισμούς  δέντρων που θύμιζαν περιβόλι, ξεπέρασε τον εαυτό του, ούτε κι ο ίδιος πίστευε ότι θα τα έφτιαχνε όλα τόσο όμορφα.

Το πιο εντυπωσιακό του δημιούργημα  ήταν μια γωνιά που θύμιζε ξέφωτο δάσους μ’ έναν ασύμμετρο μαύρο   βράχο τυλιγμένο στη βλάστηση και πλάι του μια λιμνούλα που περιβάλλονταν  από  χορτάρι κι άλλα φυτά και βότανα τα οποία  είχε σακατευτεί να  βρει παίρνοντας σβάρνα τα θερμοκήπια, ήταν  όλα διαλεγμένα προσεχτικά  ώστε να δένουν με το τοπίο.  Κι όταν φύτρωσε το γρασίδι που είχε φυτέψει και το πότισε ένα  πρωί όλα τα λουλούδια άστραψαν στην πρωινή δροσιά,  οι υδάτινες στάλες γυαλοκοπούσαν πάνω στα πέταλα τους, κι η λιμνούλα  στραφτάλιζε,  όλο το μέρος έμοιαζε πραγματικά παραμυθένιο.  Σαν ήρθε η γυναίκα του Λιβανέζου -μια ψηλή που κουβαλούσε πάντα μαζί της ένα κλουβί με κάτι πουλιά χρωματιστά-  κι αντίκρισε  το θέαμα ενθουσιάστηκε, τρελάθηκε, φώναζε τα μικρά της χοροπηδώντας και τους έδειχνε το ξέφωτο κι εκείνα πάλι   δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν  από κείνη τη γωνιά με τον βράχο,   τόσο ωραία ήτανε που απαίτησε να της φτιάξουν ένα περίπτερο για να κάθεται εκεί και να ρεμβάζει, ο Λιβανέζος που έδειχνε να την λατρεύει, ήταν πολύ όμορφη,  έδωσε διαταγή αμέσως και  τα μαστόρια τσακίστηκαν να το χτίσουν την άλλη μέρα.

Είχε μπει πια το καλοκαίρι κι οι πρώτοι τουρίστες, κάτι ξεπλυμένοι  ασπρουλιάρηδες,  άρχισαν να καταφτάνουν,  οι δουλειές στην έπαυλη είχαν σχεδόν τελειώσει κάτι συμπληρώματα έμεναν μονάχα. Ένα απόγευμα που όλοι λείπανε ο κηπουρός πήγε να ελέγξει τα αυτόματα ποτίσματα, είχε εγκαταστήσει έναν μηχανισμό  ώστε το σύστημα να συντηρείται από μόνο του χωρίς   να χρειάζεται αυτός να βρίσκεται εκεί όλη την ώρα, όπως βίδωνε κάτι σωλήνες το μάτι του έπεσε σ’ ένα ξύλο που είχε μείνει να κρέμεται σε μια καστανιά,   θα μπορούσε να πέσει σε κάποιο  παιδί σκέφτηκε κι ανέβηκε να το μαζέψει. Τοποθέτησε μια σκάλα  δίπλα στο κορμό και χάθηκε  μες τα φυλλώματα όταν είδε από κάτω την ξανθιά  γυναίκα με τα δυο παιδιά της να βγαίνουν βόλτα στον κήπο,   έμεινε εκεί πάνω και κοίταζε το υπέροχο θέαμα,  τη γυναίκα να κάθεται σε μια πολυθρόνα από μπαμπού έχοντας στα πόδια της το κλουβί με τα παραδείσια πουλιά,  κάποιο απ’  αυτά που είχε τα πιο ζωηρά χρώματα το ήξερε,  το είχε δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ στη τηλεόραση μια νύχτα που δεν τον  έπαιρνε ο ύπνος. Η γυναίκα έδειχνε ν’ αδιαφορεί για τα πουλιά - ‘’Τότε διάβολε γιατί  τα κουβαλά  μαζί της!’’ σκέφτηκε μέσα του ο  κηπουρός,  όλη την ώρα έπαιζε με τα μικρά,  να τα χαϊδεύει, να τα μιλά,  έδειχνε ότι τα αγαπούσε κι αυτά πάλι έτρεχαν γύρω -γύρω όλη την ώρα κι ύστερα ερχόταν να  χωθούν στη αγκαλιά της μάνας  τους 


Σε κάποια στιγμή ένα απ’ απ’ αυτά όπως κινούνταν  απρόσεχτα βρέθηκε με την πλάτη στη λίμνη και χωρίς να το καταλάβει έπεσε μέσα  κι άρχισε να τσαλαβουτά,  η λιμνούλα δεν ήταν βαθιά όμως το παιδάκι έμοιαζε να βουλιάζει κάτω απ’  την επιφάνεια καθώς κουνούσε τα χεράκι του χωρίς να φωνάζει,  η γυναίκα δεν το έχε αντιληφθεί αμέσως όμως όταν άκουσε τον παφλασμό πετάχτηκε από τη θέση της,  έκανε δυο βήματα πάνω στο νερό χωρίς  να βουλιάζει,  σήκωσε το παιδάκι με μια αέρινη κίνηση κι ύστερα περπατώντας πάλι πάνω στην υδάτινη επιφάνεια σα να υπήρχε ένας αόρατος διάδρομος από κάτω,  βγήκε έξω από τη λίμνη κι έτρεξε κατά το σπίτι να περιποιηθεί το παιδάκι που έβηχε βγάζοντας νερό από το στόμα του.  

Όταν έφυγαν  ο κηπουρός κατέβηκε από το δέντρο και σκεφτόταν τι ήταν αυτό που μόλις είχε δει,  πλησίασε στη λιμνούλα κι άγγιξε με το δάχτυλο του το σημείο όπου είχε πατήσει  η γυναίκα  όμως δεν υπήρχε τίποτα, θα ορκιζόταν ότι η αλλόκοτη ξανθιά  πατούσε πάνω σ’ ένα κρύσταλλο διάφανο που δεν μπορούσες να το δεις από  μακριά,   πως διάβολο είχε περάσει σαν αέρας χωρίς  να βυθιστεί, τι κόλπο είχαν κάνει σε κείνη τη μικρή πισίνα,  όπως ετοιμαζόταν να σηκωθεί ένιωσε μια σκιά πάνω στο νερό και κάτι να κινείται  πίσω του, -γύρισε το κεφάλι και είδε δυο πόδια,  το ήξερε ότι ήταν εκείνη κι όμως τινάχτηκε μέχρι τον ουρανό από τον τρόμο του,  η γυναίκα ερχόταν κατά  απάνω του χωρίς να γελά,  χωρίς  να δείχνει αν ήταν εκεί για καλό ή για κακό,  ένα πουλί  παράξενο  πετούσε ακριβώς δίπλα από τον  ώμο της,  δεν είχε δει ποτέ του κάτι τέτοιο,  η τραχηλιά του είχε ένα βαθύ χρώμα πρασινωπό,  στο κεφάλι του σχηματίζονταν κάτι σαν κορώνα γαλαζοπράσινη,  ήταν πραγματικά  εξαίσιο.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

SUPERNATURAL


Οι νοσοκόμοι έπρεπε να σπάσουν  την πόρτα  για να μπουν στο διαμέρισμα, δεν μπορούσε να σηκωθεί για να τους ανοίξει, μόνο τον κωδικό της εισόδου για το κτήριο τους είχε πει στο τηλέφωνο,   με το που ξύπνησε διπλώθηκε στα δύο, πήρε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ,  ‘’Ελάτε δεν είμαι καλά, πονάει η κοιλιά μου !’’  όμως  δεν μπορούσε να  ανοίξει την δική του πόρτα, είχε παραλύσει εντελώς,  τελικά  αφού την γκρέμισαν τον πρόλαβαν την τελευταία στιγμή.

Επόμενο ήταν να πάθει τέτοια ζημιά,  όλο το προηγούμενο   διάστημα  έπινε πολύ, έτρωγε ότι νάναι -ιδίως καυτερά και πικάντικα, ξενυχτούσε,   είχε χάσει τη μπάλα, στο τέλος  έπαθε ζημιά, γαστρορραγία. Όλα είχαν ξεκινήσει από τότε που πέθανε ο πατέρας του,  τον είχε πάρει από κάτω,  τα έχασε,  ο κόσμος του γκρεμίστηκε,  δεν ήξερε τι να κάνει, η  μάνα του είχε φύγει από χρόνια και τους είχε αφήσει παίρνοντας μαζί τον μικρότερο γιο της , καμιά φορά της τηλεφωνούσε αλλά  εκείνη δεν έδειχνε μεγάλη θέρμη, μια φορά  είχε δει και τον αδερφό του όμως  εκείνος του φάνηκε ψυχρός, απόμακρος,  δεν τόψαξε παραπέρα. Άρχισε να δουλεύει  στα ξενυχτάδικα σε ωράρια άσχημα,  όπως ήταν θολωμένος έμπλεξε με  κάτι μαφιόζους που τον έχωσαν σ’  ένα μαγαζί  με φρουτάκια, τον έκαναν συνεταίρο  και του φόρτωσαν όλο το χρέος τους.  Ούτε κατάλαβε τι είχε συμβεί, δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα κι ούτε είχε κάποιον να τον βοηθήσει,  η εφορία τον κυνηγούσε,  το χρέος  με τους τόκους  είχε ξεφύγει, τελικά η αστυνομία τον βρήκε,  έκανε και φυλακή σχεδόν ένα χρόνο κάπου στην  Χαλκιδική.  Δεν του φάνηκαν  και τόσο τρομερά τα πράγματα εκεί μέσα,  ήταν καλοκαίρι  και κοιμόταν κάθε βράδυ  δίπλα σ’ ένα τεράστιο ψυγείο,  ο βόμβος του τον ηρεμούσε,  ακουμπούσε το κεφάλι του στη βάση του μηχανήματος και σε λίγο αποκοιμόνταν. Κάτι φουσκωτοί  τον είχαν βάλει στο μάτι  έτσι μικροκαμωμένος που ήταν,  κοντός με  γαλανά μάτια κι ένα χαμόγελο σα μάσκα  κολλημένη στο πρόσωπό του,  έμοιαζε  με φιγούρα από καρτούν, σαν μεγάλη κούκλα που θα μπορούσες να την κουβαλήσεις και να τη βάλεις σε κάποια βιτρίνα. Έμαθε τα κόλπα και το πράγμα κύλησε ήρεμα, όταν βγήκε του είπαν ότι είχε τελειώσει με το  ποινικό μέρος,  το χρέος θα έμενε πάνω του.

Όταν βγήκε αναζήτησε έναν τύπο  που είχε γνωρίσει  μέσα κι εκείνος   τον  πήρε μαζί του σε μια δουλειά όπου έβγαζε κανένα χαρτζιλίκι, κανένα ξεροκόμματο, οι εποχές ήταν δύσκολες, δεν μπορούσες ν’ αφήσεις τίποτα να πέσει χάμω.  Καμιά φορά  του δάνειζε και λίγα χρήματα , τον λυπόταν  κι όποτε  πήγαινε να τον πειράξει ένα   βδελυρό υποκείμενο που έκανε τον επιστάτη,  ο πρώην τρόφιμος των φυλακών   πάντα του φώναζε  ν’ αφήσει το παιδί ήσυχο γιατί θα τον έπαιρνε ο διάβολος.

Για κάμποσο καιρό   κοιμόταν  στα παγκάκια,  το πρωί σηκωνόταν με τη μέση του πιασμένη  να πιει κανένα καφέ στο κοντινά φαγάδικα και να ετοιμαστεί όπως μπορούσε για δουλειά. Έβλεπε τους ξενύχτηδες να γυρνάνε στα σπίτια τους, τους φουρνάρηδες που ξεκουράζονταν  αφού είχαν βγάλει τα νυχτερινά ψωμιά,  τα καράβια  που είχαν αράξει στη μέση της θάλασσας να στέκονται αμέριμνα,  σκύλους  πίσω από τζάμια που περίμεναν  κάποιον να τους  να ξεκλειδώσει, γάτες χοντρές που προσπαθούσαν  να περάσουν  μέσα από κάτι κάγκελα, σουσουράδες  με ουρές κίτρινες να  σέρνονται ανάμεσα στα χορτάρια του πάρκου,  κάτι τέτοια τον έκαναν να γελά και να ξεχνιέται.

Ευτυχώς έκανε ζέστη εκείνο το διάστημα  κι ούτε  είχαν πιάσει εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε σακατεύουν, ήταν ο καιρός  που έπιαναν στην πόλη κάτι μπόρες δυνατές σέρνοντας ότι αντικείμενο έβρισκαν στο δρόμο τους κατά την προβλήτα. Έβλεπες εκεί πέρα κουβάδες, γλάστρες,  κάδους, ακόμα και καναπέδες να κυλάνε στο ρέμα που  είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, το άφθονο νερό είχε ξαναζωντανέψει τα πεθαμένα λουλούδια και το γρασίδι των πάρκων, τα φύλλα των θάμνων είχαν  ξαναγίνει στιλπνά σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος κι έλαμπαν στο δυνατό φως, τα λουλούδια έδειχναν  πιο φρέσκα,  τα χρώματα τους είχαν γίνει  πιο ζωηρά σα βελούδινα. Μια φορά  όπως κοιμόταν ξεθεωμένος ξύπνησε απότομα από αστραπές και βροντές,  αμέσως ξεκίνησε ένας  κατακλυσμός  που έριχνε καρέκλες και κομοδίνα απ’  τον ουρανό, έτρεξε να προφυλαχτεί κάτω από ένα υπόστεγο. Εκτός από νερό  έριχνε και κάτι κομματάκια παγωμένα σα καραμέλες, χαλάζι άσπρο,  που σκορπούσε σα χαλί στην άσφαλτο,  οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμι κι όλοι  τσαλαβουτούσαν μες τα λασπόνερα καθώς γύρω  άστραφτε και βροντούσε, καθόταν εκεί κάτω απ’ το υπόστεγο και χάζευε τους χείμαρρους που κυλούσαν προς  τη θάλασσα και τα κορίτσια με τα φορέματα γεμάτα φραμπαλάδες που προσπαθούσαν να φυλαχτούν απ’  την τρομερή  νεροποντή.

Ένα πρωί  όπως καθόταν στο παγκάκι πίνοντας τον καφέ του πρόσεξε  ένα αμαξάκι να κυλά αργά- αργά πάνω στις πλάκες σα να έφευγε ανεξέλεγκτο,  στην αρχή νόμιζε ότι κάποιος αστειεύονταν αλλά  μετά είδε το αμαξάκι να φεύγει καρφί για τη θάλασσα,  έτρεξε όπως ήτανε μήπως το προλάβει όμως  εκείνο σε λίγο αφού αιωρήθηκε μια στιγμή στον αέρα βούτηξε στο νερό κι άρχισε να βουλιάζει μέσα σε παφλασμούς. Έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια του,  άφησε το κινητό στα πλακάκια  και βούτηξε  χωρίς να το σκεφτεί, από το τζάμι του αμαξιού που δεν είχε βυθιστεί ακόμα πρόσεξε ένα ξανθό κορίτσι να κάνει χειρονομίες απελπισμένες, ‘’Μα τι βλαμμένο!’’ είπε μέσα του,  δοκίμασε ν ανοίξει την πόρτα όμως εκείνη είχε φρακάρει,  πέρασε από την άλλη μεριά,  ούτε από κει μπορούσε να μπει,  τότε πήγε στην πίσω μεριά,  άνοιξε το πορτ μπαγκάζ  κι από κει μπήκε στο θάλαμο του οχήματος,  έπιασε το κορίτσι  απ’  τις μασχάλες και μέσα σ’ εκείνο τον απίστευτα στενάχωρο χώρο το τράβηξε προς το άνοιγμα και το έσυρε μέχρι κάτι σκαλοπάτια που είχανε χτιστεί στο τσιμέντο του λιμανιού.  Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, όλα έιχαν συμβεί πολύ γρήγορα,   ήταν τέτοια η ώρα που γύρω επικρατούσε νέκρα,  μονάχα ένας γέρος μ’ αθλητική φόρμα και καπελάκι έτρεχε ιδρωμένος χωρίς  να νιώσει τίποτα  για το δράμα που εξελίσσονταν δίπλα του.  

Ένιωθε πτώμα,  δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη νύχτα,  αναρωτιόταν πως θα πήγαινε στο μαγαζί και πως θα έβγαζε τη βάρδια του.  Το κορίτσι είχε γίνει μούσκεμα κι έτρεμε,  το πήρε εκεί σε μια άκρη να το στεγνώσει όπως- όπως  με μια πετσέτα που κουβαλούσε στο τσαντάκι του, ‘’Μα είσαι ηλίθιο,  τι πας να κάνεις!’’ του φώναξε,  εκείνο πάλι τον κοίταζε σα χαμένο και τότε  πρόσεξε ότι ήταν μια κοπέλα  πολύ όμορφη, ξανθιά, λεπτή,  μ’ ένα βλέμμα κάπως ντροπαλό. Σταμάτησαν ένα ταξί,  ο οδηγός  τους κοίταζε περίεργα αλλά δεν είπε τίποτα ‘’Ποιος ξέρει τι χαμένα είναι τούτα!’’ σκεφτόταν και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ήταν βρεγμένοι και οι δύο . Στο σπίτι του κοριτσιού που  οι γονείς του λείπανε στο εξοχικό,   του έδειξε ένα μπάνιο ν αλλάξει  κι αυτή πήγε σ’ ένα άλλο δωμάτιο να βγάλει τα ρούχα της. Έκανε ντους, φόρεσε ένα τζιν που του έδωσε η κοπέλα κι ένα φανελάκι άσπρο,  κι έπειτα ξάπλωσε σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι που υπήρχε  εκεί χαλαρώνοντας ύστερα από πολλή  ώρα. Δεν είχε καμιά όρεξη να πάει στη δουλειά και τηλεφώνησε στο αφεντικό ότι δεν ήταν καλά κι ότι θα πήγαινε στο γιατρό για κάτι εξετάσεις.

Ξαπλωμένος εκεί πέρα  ένιωσε εκείνο για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια  το είδος της άνεσης που αισθάνεσαι ζώντας με μια γυναίκα,  το είχε ξεχάσει αυτό το συναίσθημα, αυτή την γαλήνη που είχε τότε που ζούσε με τη μητέρα του. Το κορίτσι δε μιλούσε  πολύ, προσπαθούσε με κάθε τρόπο  να του δείξει την ευγνωμοσύνη της που την έσωσε, τις επόμενες μέρες έβγαιναν μαζί, συνήθως πήγαιναν σ’ ένα σημείο ψηλά πάνω απ’  την πόλη,  από κει μπορούσαν να δουν όλο τον ορίζοντα μέχρι πέρα μακριά,  από κει πάνω  μπορούσες  να  δεις  πολύ περισσότερα απ’  ότι κάτω στο λιμάνι όπου ξυπνούσε το πρωί βλέποντας το περίκλειστο  λιμάνι. Η  καρδιά του χτυπούσε  δυνατά όποτε την έβλεπε, αρχίσε να ελπίζει και να κάνει όνειρα παλαβά  όταν ένα βράδυ το κορίτσι του είπε πως έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό όπου είχε ξεκινήσει κάτι σπουδές όμως θα ερχόταν σε κάνα μήνα μόλις τέλειωνε η εξεταστική, με το που το άκουσε έπεσε  σε βαθιά  μελαγχολία.

Θα περίμενε όσο χρειαζόταν, δεν είχε κι άλλη επιλογή, το κορίτσι πριν φύγει του είχε  βρει ένα σπίτι σε μια πολυκατοικία καινούρια της οποίας η εξώπορτα άνοιγε μ’ έναν συνδυασμό . Σαν μπήκε το καλοκαίρι μ’  εκείνες τις καταραμένες ζέστες άρχισε να τα παίζει,  έπρεπε να πάει και στην εφορία όπου τον καλούσαν ‘’Τι στο δαίμονα θέλουν πάλι!’’ σκεφτόταν καθώς έμπαινε στο κτίριο με τους βαρεμένους υπαλλήλους,  στο γραφείο του διευθυντή που τον φώναζε  κοροϊδευτικά ‘’Ωνάση’’ με τόσα χρέη που είχε μαζέψει κάθισε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα  όμως αυτή τη φορά ο τύπος με τα γυαλιά πίσω από το γραφείο του είπε ότι όλα τα χρέη του είχαν πληρωθεί με κάποιο τρόπο  ‘’Ωνάση είσαι ελεύθερος!’’ του φώναξε, αυτό   κι αν ήταν κουφό,  τι στην οργή είχε συμβεί  !  

Προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήταν όλα αυτά που γινόταν  ξαφνικά στη ζωή του, δεν μπορούσε να τα καταλάβει, ήταν πάρα πολλά για το φτωχό μυαλό του,  η κοπέλα είχε μέρες να του τηλεφωνήσει κι αυτός δεν μπορούσε να πάρει στο εξωτερικό, δεν την έβρισκε, ήθελε να τη ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράγματα, παρ’  όλο που είχε ξεχρεώσει απ’  το πουθενά  και είχε φύγει από το στήθος του εκείνος ο βραχνάς ο αφόρητος δεν ένιωθε χαρούμενος,  δεν μπορούσε ν’ αντέξει διαφορετικά, είχε πέσει σε μελαγχολία κι ήθελε να φύγει κάπου μακριά, να ταξιδέψει πέρα από βουνά, χωράφια και θάλασσες, να ξεθολώσει με κάποιο τρόπο, είχε αφεθεί ξανά κι έπινε και τότε ήταν που  έπαθε τη ζημιά με το στομάχι του.

Όταν τον μάζεψαν οι τραυματιοφορείς και τον πήγαν στο νοσοκομείο τα είχε χαμένα,  η εγχείρηση του κράτησε ώρες,  πάνω του είχαν μαζευτεί ένα κάρο ειδικοί κα πάλευαν να τον κρατήσουν,  κάποια στιγμή ένοιωσαν ότι  τον χάνουν,  αργότερα  που τον ρωτούσαν είπε ότι ένιωθε όλη την  ώρα να ίπταται  στην οροφή του θαλάμου και να βλέπει από κει πάνω  όλα όσα γίνονταν  σα να μην είχε καμιά σχέση, ήταν μια εμπειρία εντελώς μεταφυσική.  Σε κάποια φάση είδε μες στο όραμα του το θάλαμο να μεγαλώνει και να γίνεται ένας χώρος τεράστιος σαν παλάτι με κάτι κουρτίνες πανύψηλες, κόκκινες που κρέμονταν από ένα τοίχο μαρμάρινο, το φως του ήλιου έμπαινε από χρωματιστά τζαμάκια κι  έπεφτε πάνω στο κορίτσι που είχε βγάλει από τη θάλασσα, στεκόταν σε μια μεριά και  του χαμογελούσε ενώ  τα ξανθά του μαλλιά έλαμπαν μαγικά κι ήταν μια οπτασία, μια μουσική  έπαιζε από κάπου, ο γιατρός του είπε  ότι όση ώρα τον έραβαν αυτός  χαμογελούσε…

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΡΑΝΙΤΕΣ


Ένα σπίτι παλιό με σχιστόλιθους στη στέγη υπήρχε  στην άκρη του χωριού, όποτε τύχαινε να περάσουμε  από  κει φοβόμασταν κι επιταχύναμε, τη μέρα  δε σε τρόμαζε και τόσο, ένα κτίσμα με πλάκες στη σκεπή ήτανε που το κύκλωνε ένας  τοίχος από πέτρες σωρευμένες η μια πάνω στην άλλη σκεπασμένες από έναν παχύ κισσό μαυροπράσινο.  

Θα πρέπει να είχε χτιστεί προτού  πολλά χρόνια,  ίσως κι έναν αιώνα πριν,  πίσω απ’  τον τοίχο του  υπήρχε μπαξές που  τον σκάλιζε ένας γέρος αδύνατος σα λέλεκας, μαυροπούλια πετούσαν συνήθως στον αέρα από πάνω  και κούρνιαζαν σ’ ένα μαύρο κυπαρίσσι που ορθώνονταν σα  καλόγερος ψηλός σε μια γωνιά της αυλής, μια φορά είχαμε δει και  μια γυναίκα να λιάζεται στο κατώφλι, τα μαλλιά της ήταν πολύ κοντά κομμένα κι είχε μια όψη αλλόκοτη,  λέγανε ότι είχε κάνει χρόνια   στο ψυχιατρείο, ο γιος της ζούσε μαζί τους , ένα παιδί  με μεγάλα δόντια που προεξείχαν όποτε χαμογελούσε, τις πιο πολλές φορές που τον βλέπαμε χάιδευε ένα τεράστιο, μαλλιαρό τσομπανόσκυλο.

Το χωριό ήταν γεμάτο από  σπίτια  ακατοίκητα όπου  δεν έμενε κανένας,  μόνο τα καλοκαίρια ερχόταν κάτι περίεργοι άνθρωποι από τη Γερμανία κατά πως λέγανε και τα ανοίγανε για λίγο να φωτιστούν  και να  φρεσκαριστούν, όλο τον άλλο χρόνο εμείς μπορούσαμε να τρέχουμε  στα χαμηλά τους μπαλκόνια και στις  αυλές που ήταν γεμάτες μουσμουλιές και  λουλούδια, γιασεμιά άσπρα και τριανταφυλλιές κυρίως που άντεχαν το κρύο και τη ζέστη. Για μας  δεν ήταν παρά μέρη παράξενα που έπρεπε να εξερευνήσουμε και τριγυρνούσαμε  σ’ αυτά ώρες πολλές, το μόνο που αποφεύγαμε ακόμα κι ένα διάστημα που έμοιαζε  ακατοίκητο,  ήταν  αυτό το σπίτι με τους σχιστόλιθους  στη σκεπή, σ αυτό δεν τολμούσαμε να πλησιάσουμε ακόμα κι αν κάποιες φορές φαίνονταν  έρημο.

Την άνοιξη που έπιαναν οι βροχές και δεν έλεγαν να σταματήσουν με τίποτα  βγαίναμε τη νύχτα με τα φανάρια να μαζέψουμε σαλιγκάρια σ’ ένα φαράγγι γεμάτο γρανίτες που τους  έκοβαν κομμάτια  για να χτίσουν. Το φαράγγι με τα γρανιτένια πετρώματα που στραφτάλιζαν βρισκόταν  πίσω απ’ το παλιό σπίτι με τους σχιστόλιθους, καθώς βαδίζαμε  μες  τις δροσιές και στα βρεγμένα χώματα  ρίχναμε καμιά ματιά κατά κει κι ύστερα προσπαθούσαμε να μείνουμε όσο μακριά γίνονταν.  Ένα βράδυ όπως περπατούσα  στα σκοτεινά πίσω από κείνο το  παράξενο σπίτι αντί για σαλιγκάρια είχα βρει ένα νόμισμα που γυάλιζε  και σκεφτόμουν ότι μπορεί να είχε πέσει από κείνον τον γέρο που κατοικούσε εκεί πέρα ή από  το γιο του,  το είχα δώσει στη μάνα μου…

Εμείς  φοβόμασταν το σπίτι και τους  ενοίκους του αλλά  η μάνα μου όχι, αυτή δε καταλάβαινε  τίποτα, όχι μόνο δεν την τρόμαζε αλλά  επισκέπτονταν κιόλας  το γέρο και την οικογένεια του  πολύ τακτικά. Είχε άλλη αντίληψη για τα πράγματα η μάνα μου,  όποιος ήταν πεταμένος και περιθωριοποιημένος, όποιον απέφευγαν οι άλλοι  έπρεπε να του συμπαρασταθεί, όλοι οι φτωχοί ερχόντουσαν στο σπίτι μας για να φάνε- όταν έλειπε φυσικά ο πατέρας μου- δεν υπήρχε άνθρωπος μοναχός του, άρρωστος η μη που να μην αναλάμβανε  η μάνα μου,  το θεωρούσε καθήκον της κι όπως το χωριό ήτανε μικρό τους προλάβαινε όλους, στα νιάτα της ήθελε να γίνει καλογριά και πάντα έλεγε ότι δεν την αφήσανε,   καλά  ήταν περίπτωση!

Μ’ έπαιρνε και μένα και  πηγαίναμε  να κάνουμε παρέα στο γέρο με την άρρωστη γυναίκα, ο παππούς  έμοιαζε περίεργος, τον είχα δει  μια φορά στη αυλή του  να πελεκά  ένα βράχο τεράστιο μ’ ένα σιδερένιο  σφυρί, είχε βρεθεί  μπροστά στο σπίτι του  κι έπρεπε να τον εξαφανίσει, σήκωνε τη βαριά ψηλά και την κατέβαζε με δύναμη πάνω στην πελώρια πέτρα, άντε τώρα να το σπάσεις με τα χέρια εκείνο το πράγμα το αρχαίο που είχε ζήσει εκατομμύρια χρόνια! Με τύλιγε  λοιπόν η μάνα μου με τη ζακέτα της σφίγγοντας με   κοντά της γιατί  καταλάβαινε ότι  φοβόμουνα,  και προχωρούσαμε κάτω απ’  το φως που έριχναν από ψηλά  οι αραιές λάμπες. Τριγύρω επικρατούσε νέκρα,  σιωπή,  ακουγόταν μια φήμη   ότι  τις νύχτες κυκλοφορούσε στους δρόμους ένας σκουρόχρωμος τύπος μ’  ένα  μακρύ  παλτό που  βροντούσε  τις πόρτες των σπιτιών μες τα μαύρα μεσάνυχτα, κάποιος φίλος  μου έλεγε ότι τον είχε δει από το παράθυρο,  άλλος είχε ακούσει βήματα,  όλοι είχαν μια ιστορία να πούνε γι’  αυτό και κλειδαμπάρωναν  μόλις έδυε ο ήλιος.

Αφού φτάναμε με προφυλάξεις  στην άκρη του χωριού όπου δεν υπήρχαν ούτε κολώνες ούτε λάμπες μόνο το φεγγάρι και τα άστρα που γυαλοκοπούσαν λούζοντας με φως το μαύρο  κυπαρίσσι της αυλής, χτυπούσαμε την παλιά ξύλινη πόρτα και περιμέναμε, όπως στεκόμουν δίπλα στη μάνα μου αναρωτιόμουν τι δουλειά  είχαμε  έξω από κείνο το σπίτι ενώ στα ρουθούνια μου ερχόταν το άρωμα από  τα λουλούδια  μιας μεγάλης άσπρης  τριανταφυλλιάς που είχε σκαρφαλώσει μέχρι τις λίθινες πλάκες κι απλώνονταν σκεπάζοντας το κατώφλι, ύστερα από λίγο ρωτούσαν από μέσα ‘’Ποιος είναι; ‘’ και μας ανοίγανε.

Στην είσοδο υπήρχε ένας διάδρομος, προχωρούσαμε λίγα βήματα  και μπαίναμε  σ’ ένα  καμαράκι όπου καθόμασταν,  δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο εκεί μέσα,  ένας  καναπές  από τη μια κι ένα κρεβάτι από την άλλη,  εγώ δεν έλεγα και πολλά,  τι να πω άλλωστε,  η μάνα μου όμως έμοιαζε να το διασκεδάζει, της  άρεσε η επαφή με τον κόσμο και η φλυαρία, ήταν πολύ κοινωνική και στο μικρό  χωριό αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να περάσεις την ώρα σου. Στη διάρκεια της επίσκεψης  ερχόταν στο δωμάτιο κι εκείνη η γυναίκα με τα κοντά μαλλιά κουβαλώντας μια φοντανιέρα με σοκολατάκια, δε μιλούσε σα να ήταν μουγκή,  κάποιες στιγμές   όμως άνοιγε το στόμα της και  πετούσε   καμιά κουβέντα περίεργη,  έπειτα εξαφανιζόταν στις  πίσω κάμαρες σα φάντασμα.

Αν και δε συμμετείχα στη συζήτηση  δε μπορώ να πω ότι βαριόμουν, όλο το σκηνικό έμοιαζε ενδιαφέρον για ένα παιδί, σκεφτόμουν ότι κανένας από τους  φίλους  μου δε μπορούσε να δει από μέσα το σπίτι που θεωρούσαμε στοιχειωμένο,  καθόμουν εκεί σιωπηλός  και κοίταζα τις φωτογραφίες στον τοίχο,  ένας βασιλιάς  που καβαλούσε το άσπρο  άλογο του, ελάφια που τρέχανε στο δάσος, και μια άλλη εικόνα  κοίταζα που έδειχνε  κάτι ανθρώπους στημένους  σ’ έναν τοίχο αντίκρυ σε μια ομάδα  στρατιωτών που  ετοιμάζονταν να τους πυροβολήσει. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε εκείνη η  ζωγραφιά, που την είχε ανακαλύψει ο γέρος, οι ετοιμοθάνατοι φαινόταν αποφασισμένοι και σήκωναν τα χέρια σα να πανηγύριζαν καθώς αψηφούσαν το θάνατο, ένα φως απόκοσμο κύκλωνε τα κεφάλια τους σα να ήταν άγιοι σε εκκλησία ενώ τα πρόσωπα των στρατιωτών δε φαίνονταν μόνο τα τουφέκια τους που ήταν στραμένα ενάντια στη άλλη ομάδα, την ανυπεράσπιστη, όλη η σκηνή έμοιαζε επιβλητική.  

Ο γέρος  δεν έβλεπε καλά γι’  αυτό κατά τη διάρκεια της επίσκεψης  άναβε μια δεύτερη λάμπα που κρέμονταν από το ταβάνι και τότε άνοιγε τα μάτια του διάπλατα σα να  αντίκρυζε για πρώτη φορά το φως. Χαζεύοντας την εικόνα ούτε που έδινα σημασία σ αυτά που λέγανε όμως ένα βράδυ όταν άκουσα  να λένε για κείνον τον τύπο με το παλτό που γύριζε τις νύχτες στα σπίτια τέντωσα τ’  αυτιά μου. Ο γέρος έλεγε ότι ο παππούς του τον ήξερε, είχε λέει μαγαζί κάποτε και πήγαινε στην πόλη να ψωνίσει εμπορεύματα με τα ζώα του,  μια βραδιά νυχτώθηκε στο δρόμο κι έφτασε αργά έξω απ’ το χωριό,  περνώντας από το φαράγγι με τους  γρανίτες  που έπρεπε να διανύσει έπεσε πάνω σε ληστές που του είχαν στήσει καρτέρι και του επιτέθηκαν με μαχαίρια , του πήραν ότι κουβαλούσε και ήθελαν να τον γδύσουν για να δουν μήπως είχε λεφτά ή  τίποτα πολύτιμο απάνω του,  ο παππούς του γέρου είχε ακούσει τις φωνές κι έτρεξε  να τον βοηθήσει, πρόλαβε την τελευταία στιγμή να τον σώσει τη στιγμή που πάλευαν  να του βγάλουν το παλτό του πρέπει να ήταν ακριβό ρούχο και βαρύ, οι ληστές που ήταν γνωστοί,  φοβήθηκαν μη τους αναγνωρίσει κι έφυγαν βιαστικά έχοντας αρπάξει όλη την πραμάτεια που είχε κουβαλήσει ο άνθρωπος. Τον είχε φέρει  στο σπίτι του όπου δεν έζησε πολύ μαχαιρωμένος όπως ήτανε και γεμάτος πληγές ‘’Από τότε συχνά- πυκνά  εμφανίζονταν…’’ συνέχισε την αφήγηση του ο γέρος  ‘’…και χτυπούσε τις πόρτες αυτών που τον είχαν μαχαιρώσει,  ήταν κάτοικοι του χωριού,  κάτι ρεμάλια που τάπιασαν τελικά  και τα  κρέμασαν,  η γιαγιά μου άκουγε χρόνια αναστεναγμούς και φωνές από  το λαγκάδι εδώ πίσω όπου έγινε το φονικό,  κατέβαινε τότε με το ξημέρωμα  στο  ρέμα που υπήρχε εκεί πέρα κι  άλειφε τις πέτρες   με μέλι και ζάχαρη να γλυκαθεί  το φάντασμα. Χρόνια είχε να φανεί, νόμιζα ότι  εξαφανίστηκε και τώρα  ακούω ότι το βλέπουν  ξανά. ’’

Καλά ακούγοντας αυτή την ιστορία μου είχε σηκωθεί η τρίχα, δεν υπήρχε περίπτωση να ψάξω για σαλιγκάρια ξανά σ’  εκείνο το διαβολόρεμα, ο γέρος διηγούνταν μ’ έναν τρόπο σα να τα είχε μπροστά του όλα κι όπως ήμουν αφοσιωμένος στα λόγια του  ένας ήχος από αλυσίδες που σέρνονταν μ’ έκανε να τιναχτώ  μέχρι το ταβάνι για να δω το τσοπανόσκυλο του  στην είσοδο της κάμαρας να  σέρνει το σιδερένιο λουρί του, εκείνο ούτε που νοιάστηκε για το αν υπήρχαμε,  απλά πήγε και θρονιάστηκε στα πόδια του γέρου γλύφοντας τις παντόφλες του .

Φεύγοντας δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να φτάσω γρήγορα σπίτι μου και να τυλιχτώ κάτω από τις κουβέρτες όμως η μάνα μου δεν έδειχνε καθόλου να βιάζεται και  πήγε μέσα στο άλλο δωμάτιο να μιλήσει με τη γριά,  ρε φίλε δε με σκεφτόταν καθόλου!  Όπως απομακρυνόμασταν από κείνο το σπίτι,  ο σκύλος άρχιζε να αλυχτά σα να καλούσε κάποιον, ξαφνικά από το φαράγγι  ακούστηκε ένα ουρλιαχτό σαν αναστεναγμός,  σαν ένα ‘’Ωωωωχ!!!’ ’μακρόσυρτο, γύρισα κι έριξα μια ματιά, το κυπαρίσσι  υψώνονταν σα καλόγερος σκοτεινός που έγερνε , τα άστρα σα να γυάλιζαν ακόμα περισσότερο, η μάνα μου με τύλιξε μες τη ζακέτα της.    

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

ΑΒΥΣΣΟΣ ΩΣ ΙΜΑΤΙΟΝ

 Στον πατέρα μου


Την άνοιξη τοποθετούσε  στο τρακτέρ εκείνο το όρθιο μηχάνημα με τα σιδερένια ψαλίδια κι ετοιμάζονταν  να θερίσει το χορτάρι που φύτρωνε παντού και γέμιζε τον τόπο. Με τόσες βροχές που  έπεφταν τέτοια εποχή  δεν υπήρχε γωνιά που να μη πρασινίσει, όλη  η φύση βρίσκονταν σε οργασμό, λουλούδια, θάμνοι, χόρτα, όλα φούντωναν, ψήλωναν κι αναπτύσσονταν στο χώμα, ένα χαλί από  παπαρούνες κόκκινες και μαργαρίτες κίτρινες,  αγριολούλουδα ροζ και γαλάζια φύτρωναν  σ’ όλες τις μεριές, αχλαδιές με λουλούδια άσπρα,  κυδωνιές με άνθη μεγάλα, αγριοτριανταφυλλιές, κερασιές ολάνθιστες  ακόμα και το βουνό  πίσω  άλλαζε σα να ζωντάνευε ξαφνικά καθώς προχωρούσε η εποχή,  και τα χρώματα έμοιαζαν  να περπατούν  προς τα πάνω και να απλώνονται στις πλαγιές  σαν ταπετσαρία που σκεπάζει την επιφάνεια.

Όταν έφτανε στα λιβάδια με το τριφύλλι, πλάγιαζε στο χώμα το μηχάνημα με τα ψαλίδια κι εκείνα άρχιζαν να πηγαινοέρχονται σαν δαιμονισμένα κόβοντας απ’ τη ρίζα ότι  έβρισκαν μπροστά τους. Μια γλυκιά μυρουδιά απλώνονταν  στον αέρα τότε,  και τύχαινε πολλές φορές να πετάγονται μέσα από τα βάτα που είχαν φυτρώσει στο κέντρο του χωραφιού, λαγοί, ασβοί, αλεπούδες κατατρομαγμένες, πουλιά πανικόβλητα,  όλα  έφευγαν  απορώντας τι συνέβαινε  και  ποιος ήταν εκείνος ο διαβολικός  καταστροφέας που διατάρασσε  την ηρεμία τους. Τελειώνοντας τη δουλειά του  έκλεβε και λίγο χόρτο,  το θεωρούσε  νόμιμο δικαίωμα του, το έβαζε κάτω από τη θέση του προτού ξεκινήσει, ύστερα τίναζε την τραγιάσκα του να φύγει η σκόνη και ξεκινούσε γκαζώνοντας  για το σπίτι.

Τον έβλεπα κάθε φορά που περνούσε από το δρόμο, ήταν καλός  οδηγός,  λίγο παλαβός  βέβαια, και πάντα   προσπερνούσε τα  αργοκίνητα τρακτεράκια καθώς  σεργιανούσε στους σκονισμένους  χωματόδρομους.Κείνη την ώρα που  εμείς παίζαμε μπάλα σ’ ένα χωράφι πράσινο, δίπλα στην άσφαλτο  κοντά σ’ ένα ασβεστοκαμίνι παλιό, δυο πέτρες αρχαίες που βρέθηκαν εκεί είχαμε  για  εστίες, τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν το δρόμο μας χάζευαν αλλά εμείς δεν δίναμε σημασία.  Το χειμώνα  σταματούσαμε το παιχνίδι και πηγαίναμε εκεί κοντά σε μια στέρνα που είχε παγώσει απ’  το νερό,  ρίχναμε κοτρόνες για να σπάσουμε το χοντρό  στρώμα του πάγου,  άλλοτε πάλι αφήναμε την μπάλα και στήναμε αυτί  ν’  αφουγκραστούμε  έναν  ήχο  σαν κανονιά που αντιλαλούσε κάπου προς το βουνό όπου υπήρχε ένα  πεδίο βολής.  Όταν έδυε ο ήλιος  πίσω μας   έμοιαζε να βάζει φωτιά στα σύννεφα που έπνιγαν το ηλιοβασίλεμα σ’  ένα τρελό μείγμα   από πορτοκαλιά και κοκκινωπά χρώματα,  αεροπλάνα χάραζαν γραμμές στον ουρανό προς όλες τις κατευθύνσεις, όλα έμοιαζαν μαγικά.

Όπως κατέβαινε  το δρόμο με σβηστή τη μηχανή ο μπαμπάς  μου,  σήκωνε το κεφάλι του ψηλά να δει  το μοναστήρι κατά το βουνό, εκεί που είχε αντικρίσει  κάποτε μια φωτιά  να το καίει και γύρω κοράκια να πετούν, τότε  που ο Βούλγαροι το είχαν ρημάξει. Ένας καλόγερος είχε απομείνει μοναχά  μετά από κείνη τη σφαγή, όλους τους άλλους τους είχαν αφανίσει,  αυτός μονάχα είχε ξεφύγει και κρυβόταν στα λαγκάδια για μέρες μέχρι να φύγει το κακό. Δεν ήταν τυχαίο που γλύτωσε, πάντα τα κατάφερνε,  ήταν πονηρός και τεμπέλης, δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, πάντα  στον  αφρό  την έβγαζε κι όταν μια φορά θέλησε να πιάσει την κόσα και  να θερίσει τα χορτάρια που φύτρωναν στην αυλή του μοναστηριού, την έπιασε  τόσο άγαρμπα, τόσο  άτσαλα λες και τό κανε επίτηδες, με το πρώτο χτύπημα βρήκε κάποια πέτρα κι έκανε κομμάτια το μαχαίρι του δρεπανιού. Μετά τον εμπρησμό του μοναστηριού είχε πάει με τους αντάρτες κι όλοι λέγανε ότι είχε καταφέρει να  μαζέψει ένα σωρό λίρες και χρυσά έχοντας διαπράξει  σημεία  και τέρατα, ύστερα από τον πόλεμο είχε γίνει παπάς κι επέστρεψε στο μοναστήρι…

Mε το που χτυπούσε η καμπάνα έπρεπε  να τα παρατήσω όλα και να τρέξω στην εκκλησία όπου ο ήλιος του απογεύματος  έμπαινε από τα χρωματιστά  τζαμάκια  φωτίζοντας  τα ασημένια μανουάλια. Μου άρεσε πολύ να ανεβαίνω  στο αναλόγιο και να διαβάζω ή να ψέλνω βλέποντας από κάτω τον κόσμο. Οι γριές που ερχόταν στον εσπερινό περνούσαν  το χέρι τους πάνω απ’ τις εικόνες σαν να αποσπούσαν  απ’ αυτές κάποια υπερφυσική ουσία,  καθόταν ύστερα στα σκοτεινά,  έγραφαν σ’ ένα χαρτάκι τα  ονόματα  των πεθαμένων και το άφηναν σ’ ένα πάγκο μαζί με τα πρόσφορα.

Το βράδυ που γύριζα στο σπίτι  έβρισκα τον πατέρα μου κουρασμένο να τρώει το κολατσιό του, δεν αγαπούσε και πολύ τη δουλειά στον κάμπο, πιο πολύ του άρεσε να καταπιάνεται με τα μηχανήματα να τα  ζεύει,  να τα διορθώνει,  να τα δοκιμάζει. Μια χρονιά ένα χωράφι του  σχεδόν το είχε ξεχάσει,  έσπειρε το καλαμπόκι και το άφησε στο έλεος του θεού, όταν πήγε να το δει μετά από κάνα δυο μήνες  το βρήκε  πνιγμένο μέσα στα βλίτα,  βλαστήμησε  ότι του ήρθε και μετά έβαλε την δισκοσβάρνα και  τα ξερίζωσε όλα,  δεν άφησε τίποτα,  μα πόση λύσσα τον είχε πιάσει με  κείνο το καταραμένο χωράφι! Το χειμώνα πολλές φορές βολόδερνε μοναχός  του μέσα στην ερημιά ρίχνοντας  καμιά ματιά  στα χωράφια του να δει σε τι κατάσταση βρίσκονταν, γύρω δεν κυκλοφορούσε ούτε αγρίμι, τόσο κρύο έκανε και τόση ερημιά επικρατούσε που έλεγες ότι από καμιά γωνιά θα πετάγονταν  κανένα φάντασμα αλλόκοτο,  μόνο  τέτοια  πλάσματα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί πέρα.
 
Από τότε που παράτησε  το τραγούδι στους γάμους με το  φιλντισένιο ακορντεόν του,  είχε αρχίσει κι αυτός να ψάλλει, είχε μια φωνή διαπεραστική, πολύ δυνατή και κάπως άγαρμπη αλλά γεμάτη πάθος και ένταση.   Καθώς δεν ήξερε να διαβάζει καλά,  παιδεύονταν όλη νύχτα να βγάλει τι στο καλό λέγανε εκείνα τα καταραμένα γραμματάκια σε κάποιον συνέκδημο χοντρό  που είχε,  μιλάμε για μεγάλη τυραννία. Πολλές φορές μου ζητούσε να του τα διαβάσω κι εγώ καθόμουν δίπλα στο τζάκι και του εξηγούσα,  σε μένα  όλα φαινόταν πολύ φυσικά,  είχα μια εξοικείωση  μ’  εκείνη τη γλώσσα την παράξενη και τις λέξεις τις ακατάληπτες, ‘’Ο τιθείς νέφη την επίβασην αυτού, ο  περιπατών επί πτερύγων ανέμων...έθου σκότος και εγένετο νυξ...Ο ποιών τους Αγγέλους  αυτού πνεύματα  και τους λειτουργούς  αυτού πυρός  φλόγα.. Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον  αυτού...’’  

Τη Μεγάλη Βδομάδα η μάνα μου μας τάραζε στη νηστεία, δεν επέτρεπε  ούτε μια παρασπονδία, ήταν  πολύ αυστηρή , κάτι φακές νερόβραστες κάτι τουρσιά κάτι χαλβάδες, ελιές, ψωμί,  κάνα λουκούμι, τέτοια πράγματα μόνο επιτρέπονταν. Αυτή η Μεγάλη Βδομάδα πάντα μας σακάτευε, δεν ήταν μόνο η νηστεία ήταν και τα λαρύγγια μας που πονούσαν από τις ατέλειωτες ψαλμωδίες ,  έπρεπε  να έχεις   λαιμό από σίδερο για να τα βγάλεις πέρα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαν βάλει αυτοί που φτιάξανε τις λειτουργίες τόσο δύσκολα πράγματα μέσα σε λίγες μέρες, θα μου πεις  βέβαια άλλες εποχές,  άλλες αντοχές,  οι παπάδες κι οι  τρελαμένοι καλόγεροι που είχαν ζήσει τα παλιά χρόνια ίσως  να θεωρούσαν  φυσιολογική  όλη  αυτή την  ταλαιπωρία.

Με τον πατέρα μου ανεβαίναμε στο τρακτέρ και πηγαίναμε στο μοναστήρι.  Ο παπάς,  εκείνος ο παλιός αντάρτης που είχε γυρίσει  στα παλιά  του τα λημέρια, φορούσε τις μέρες του Πάσχα  μαβιά, γυαλιστερά ρούχα   που συμβόλιζαν  το πένθος αλλά ποτέ δεν είχε αφήσει κανένα παιδί να φορέσει τις στολές εκείνες τις κόκκινες που έμοιαζαν με άμφια,  και να φανταστείς  ότι πεθαίναμε να τις δοκιμάσουμε αλλά ο παπάς  ήταν ανένδοτος,  μα τι κόλλημα, πόση εμπάθεια,  πόσο κακός  ήταν! Μέσα στο ιερό διάβαζε ένα σωρό βιβλία για  τον εμφύλιο που  δεν μπορούσα να καταλάβω, πάντως λέγανε για μάχες κι εκτελέσεις ανθρώπων που τότε σκοτώνονταν  χωρίς λόγο σοβαρό, ποιος ξέρει τι είχε κάνει εκείνη την εποχή και πόσους είχε αποτελειώσει,  ο πατέρας  μου πάντως  που τον ήξερε από παλιά δεν μασούσε τα λόγια  του: ‘’Εσύ δεν έπρεπε  να γίνεις παπάς !’’ του έλεγε.

Τη Μεγάλη Πέμπτη  έβγαινε μ’ ένα σφυράκι μες το σκοτάδι του ναού όπου έφεγγαν μοναχά τα καντήλια,  καθώς ακούγονταν οι καμπάνες που σήμαιναν αργά,  αυτός  κάρφωνε τα πόδια  του Χριστού ενώ γύρω οι γυναίκες κλαίγανε γοερά.  Στον επιτάφιο με ζάλιζαν οι  μυρουδιές από τις πασχαλιές, τους λευκούς  κρίνους  και τα κόκκινα γαρύφαλλα που στόλιζαν όλη νύχτα τα κορίτσια  χρησιμοποιώντας τις βιόλες και τους μενεξέδες,  τα τριαντάφυλλα και τα ζουμπούλια που έφερναν από τους μπαξέδες τους.  Στην περιφορά κρατούσαμε κάτι λάβαρα με  μορφές κεντημένες πάνω στο βελούδο και γυρνούσαμε γύρω απ’  το μοναστήρι μες τα σκοτεινά, εκτός  απ’  τις καμπάνες ακούγονταν στην σιωπή και  κανένας  λύκος που ούρλιαζε από ψηλά απ’  τις κορφές, ήταν  λίγο αλλόκοτο  σκηνικό.

Μια χρονιά που δεν πρόκειται   να ξεχάσω, όπως πραγματοποιούνταν η γνωστή ιεροτελεστία και τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα  των γριών που  έφεγγαν στα σκοτεινά με τα κεράκια,   έγινε κάτι πολύ παράξενο. Καθώς ο παπάς κάρφωνε τα πόδια του Χριστού με μανία σαν να τον είχαν πληρώσει ένα εκατομμύριο,  μια  γυναίκα νεαρή,  πολύ όμορφη, σωριάστηκε  κάτω στα μάρμαρα βγάζοντας αφρούς  από το στόμα.  Όλοι την γνώριζαν την κοπέλα, ήταν λίγο βλαμμένη αλλά   κούκλα,   πολλές φορές  παραμιλούσε κι οι γριές τη μάζευαν σε κάποια σκοτεινή γωνιά και  τη νουθετούσαν,  αυτή πάλι, υπάκουη σταματούσε και μετά  από λίγο  άρχιζε ξανά  το μουρμουρητό, τώρα όμως έμοιαζε εντελώς παραδομένη,  δεν το είχα ξαναδεί αυτό το πράγμα, ήταν εκτός εαυτού σαν  να είχε παραλύσει από μια αόρατη δύναμη. 

Ο παπάς έτρεξε τότε στο ιερό,  σ’ ένα καμαράκι σαν παράθυρο που υπήρχε στον τοίχο, και πήρε από κει  τη λόγχη, εκείνο  το σκεύος που έμοιαζε με βέλος μεταλλικό και το χρησιμοποιούσε στο ιερό για να φτιάξει την θεία κοινωνία. Με  το που  άγγιξε  τα χείλη της  με το μεταλλικό βέλος  η κοπέλλα  συνήλθε και σηκώθηκε αργά  σιάχνοντας το φουστάνι της, τα μάτια της έδειχναν να γυαλίζουν  σαν να είχε συμβεί  κάποιο θαύμα, όλοι γύρω σταυροκοπούνταν και ψιθύριζαν γι’  αυτό που είχε γίνει, οι γριές μουρμούριζαν κάτω απ’  τα τσεμπέρια τους κι όλο σήκωναν τα κεφάλια τους να δουν  το παράξενο γεγονός. Ο μόνος που δεν είχε πειστεί  ήταν ο  πατέρας  μου που με τίποτα δεν θεωρούσε ικανό τον παπά  για κάτι υπερφυσικό  κι εκείνος όμως σαν να είχε υπνωτιστεί  απ΄ το θέαμα δε μιλούσε, μόνο έλεγε  χαμηλόφωνα από μέσα του κάτι λόγια που τα ήξερα μα  δεν μπορούσα να νιώσω τι σήμαιναν ακριβώς,   ''Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού''  

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...