Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

ΒΑΝ ΝΤΑΜ

Με το που κατέβηκε από το αμάξι ένιωσε ότι ένας Πακιστανός την ακολουθούσε, πρόσεξε ότι κοντοστάθηκε μια στιγμή κι έπειτα συνέχισε να περπατά πίσω της, όπως γύρισε απότομα της φάνηκε ότι μια λεπίδα γυάλιζε στο χέρι του, ανατρίχιασε, τώρα που το σκεφτόταν από κάπου τον ήξερε, την κοίταζε σ’ ένα μαγαζί με καφέδες, αυτός ήτανε, ένας μυώδης με γενειάδα, κάπως σκοτεινός, ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό του, κι αν κουβαλούσε καμιά λεπίδα ο Ασιάτης αυτή θα κατέληγε φέτες σαν μορταδέλα, τόσα βλέπεις ρε φίλε στην τηλεόραση να γίνονται !

Σε μια στροφή προσπάθησε να κρυφτεί όμως ο ξένος την είχε πάρει από κοντά, είχε αρχίσει να αγχώνεται άσχημα, της έρχονταν να φωνάξει ‘’Τι θέλεις άνθρωπε μου, σήκω φύγε από δω!’’ αλλά πάλι τέτοια ώρα ποιος θα ασχολούνταν μαζί της, τα μπαλκόνια φαίνονταν άδεια, οι πόρτες κλειστές. Δεν θα ξεκινούσε με τίποτα για κείνη τη γειτονιά τέτοια ώρα αν δεν την έπρηζε το αφεντικό της, εκείνη η βλαμμένη η γυναίκα που της είχε βγάλει την πίστη, τόση ώρα είχε που σχόλασε και της τηλεφώνησε να πάει στον λογιστή για κάτι επείγον, έπρεπε να του παραδώσει έναν πάκο τιμολόγια, εκείνος καθόταν μέχρι αργά της είπε, δεν θα είχε πρόβλημα, ξεκίνησε λοιπόν νυχτιάτικα .

Ένας θόρυβος την έκανε να τιναχτεί, τα ποτιστικά του πάρκου που γειτόνευε με τα τείχη είχαν ανοίξει αυτόματα εξαπολύοντας νερό στους διψασμένους θάμνους και στα αναρριχητικά χόρτα που φύτρωναν στις ξερολιθιές, μικρά σιντριβάνια άρχισαν ν εξαπολύουν νερό. Σκιάχτηκε για τα καλά, δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκινήσει τέτοια ώρα κατά κει αν δεν ήξερε καλά το μέρος, ένα διάστημα δούλευε σ’ εκείνη την περιοχή αλλά τα τελευταία χρόνια τα πράγματα είχαν αγριέψει αγριέψει, περνούσε τακτικά από κει κατεβαίνοντας στο κέντρο, το σπίτι της δεν απείχε και πολύ, έπρεπε να κατέβει κάτι σκαλοπάτια πέτρινα, αριστερά μια μονοκατοικία που είχε για τοίχο σαρκοφάγους στρωμένες η μια πάνω στην άλλη σαν τεράστια τούβλα μαρμάρινα, μια απ’ αυτές ήταν γεμάτη με γράμματα σκαλιστά, κάποτε τις είχαν ενσωματώσει στα τείχη της παλιάς πόλης κι αργότερα κάποιοι με τη σειρά τους έκαναν το τείχος και τις σαρκοφάγους μέρος του δικού τους σπιτιού, ήταν λίγο κουφό, φαντάσου να μένεις σ ένα σπίτι που είχε για τοίχο τρεις τέσσερις τάφους! Μετά τα τείχη έπρεπε να περπατήσει δίπλα από ένα παλιό τσιμεντένιο υδραγωγείο γεμάτο γκράφιτι, εκεί κοντά μαζεύονταν τα απογεύματα ένα μωσαϊκό από Αλβανούς, γύφτους, Πακιστανούς, Ρώσους, η πόλη είχε γεμίσει από ξένους, τους συναντούσες σε κάθε βήμα, μερικοί ήταν προκλητικοί, επιθετικοί, είχε αρχίσει να γίνεται σπαστικό, σου την έδινε όλο εκείνο το μωσαϊκό που κουβέντιαζε τα απομεσήμερα σε γλώσσες μυστήριες ψάχνοντας για το αεράκι που διαπερνούσε τα σοκάκια....

Κι αυτός ο λογιστής ήταν ανάγκη να πάει να χώσει το γραφείο του σε κείνα τα καταραμένα τα στενά όπου οι Ρώσοι κι οι Αλβανοί κάθονταν ανακούρκουδα καπνίζοντας κάτι τσιγάρα βαριά, ‘’Μα τι ηλίθιος !΄΄ σκεφτόταν μέσα της. Όμως για να είμαστε ειλικρινείς ακόμα και τώρα που είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές της γης εκεί πέρα και είχαν κάνει το μέρος μαχαλά του τρίτου κόσμου πολύ της άρεσε η τοποθεσία ψηλά πάνω απ’ την πόλη στον αυχένα ενός λόφου που δέσποζε στο χώρο. Τα βραδάκια οι γριές έβγαιναν στα μπαλκόνια να χαζέψουν τη θέα καθώς ολόκληρη η πόλη ήταν από κάτω στο πιάτο τους, οι γέροι πάλι καθόντουσαν σ’ ένα μέρος σαν εξέδρα κοντά σε μια εκκλησιά και χάζευαν με τις ώρες τρώγοντας μαύρα σπόρια, αριστερά ξεχώριζαν οι γιγάντιοι προβολείς ενός γηπέδου που υψώνονταν πάνω απ’ τα σπίτια κι απ’ την άλλη μεριά ένας γερανός σα γίγαντας τεράστιος άπλωνε τους μακριούς βραχίονες του, φορτηγά πλοία άραζαν στη θάλασσα περιμένοντας να φορτώσουν, άμα σήκωνες το κεφάλι μπορούσες να δεις από πάνω σου να υψώνονται αεροπλάνα που ήταν σα να έβγαιναν ανάμεσα από τις πολεμίστρες, καλά το μέρος δεν παίζονταν !

Με το που θα έφτανε στο γραφείο του λογιστή θα ξεσπούσε απάνω του, ο Μπαμπής (έτσι τον λέγανε) θα κάπνιζε σκαλίζοντας χαρτιά σ εκείνο το δωμάτιο που θύμιζε τους παρακμιακούς χώρους των ταινιών του πενήντα με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ γεμάτο σκόνη και μια μυρουδιά κλεισούρας και τσιγάρου που μπορούσε να σε πεθάνει! Ο λογιστής βαριόταν να καθαρίσει, κατά καιρούς έπαιρνε μια Γεωργιανή γυναίκα που συμμάζευε λίγο αλλά σύντομα όλα επανερχόταν στο αρχικό χάος, το μόνο καθαρό μέρος εκεί μέσα ήταν το ψυγείο όπου έβρισκες μοναχά ένα κάρο μπουκαλάκια νερού στοιβαγμένα στα ράφια.

Δεν ήταν πάντα έτσι ο Μπάμπης, πιο παλιά ήταν άψογος, όταν έιχε ξεκινήσει να δουλεύει τα είχε πάρει όλα σβάρνα, δούλευε μέρα νύχτα αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια τα άφηνε όλα για την τελευταία στιγμή, μιλούσε άσχημα στους πελάτες, τους παρατούσε, έκανε ότι να ναι, τους έστελνε στο διάολο! Λέγανε ότι ήταν μανιοκαταθλιπτικός, εκεί που μιλούσε μαζί σου πετούσε κάτι άσχετο εντελώς, μια φορά στα καλά καθούμενα της είχε πει : ‘’Έχεις ένα ευρώ, δεν κουβαλώ μαζί μου καθόλου λεφτά, είναι επικίνδυνο, το θέλω για το λεωφορείο!’’ Καλά ήταν πολύ τρελός, μπορούσε να αρπαχτεί μαζί σου έτσι χωρίς να το καταλάβεις, εκεί που ήταν καλά αγρίευε και γίνονταν επιθετικός, κακός, βέβαια στη δουλειά του ήταν καλός, γατόνι, όσοι τον ήξεραν από παλιά είχαν να λένε, κρατούσε τα βιβλία από κάτι επιχειρήσεις κάτσε καλά, κονομούσε για καιρό αλλά τελευταία βαριόταν ρε φίλε, κάτι είχε πάθει, όλη την ώρα έμοιαζε χαμένος, δεν έβγαινε από το γραφείο, κάπνιζε συνέχεια, είχε ένα βλέμμα απλανές …

Γύρισε ξανά πίσω να δει, ο άλλος ήταν πάντα πίσω της σκέφτηκε να τον μπερδέψει πηγαίνοντας από ένα δρομάκι αλλά αυτός επέμενε σαν κυνηγόσκυλο, την βρήκε ‘’Τι βλακεία έκανα!’’ σκέφτηκε η γυναίκα, μέσα της ο φόβος μετατρέπονταν σιγά σιγά σε θυμό, τώρα ήταν έξαλλη μ’ εκείνο το τούβλο την αφεντικίνα της, καλά θα τ' άκουγε χοντρά, θα την έλουζε άσχημα! Όχι δεν θα τάχωνε σ αυτήν, ο Μπάμπης θα τ’ άκουγε ''Ρε βλαμμένε!’’ θα του φώναζε ‘’Που στο δαίμονα βρήκες και χώθηκες εδώ μες τους γκάγκστερ και τους μαχαιροβγάλτες !’’ τον φαντάζονταν ήδη να την κοιτά σα χάνος.

Τον ήξερε καλά, ένα φεγγάρι τα είχαν κιόλας, εκείνος δούλευε γκαρσόνι σ ένα μαγαζί νυχτερινό, αυτή ξεσάλωνε κάθε νύχτα με τις φιλενάδες της, ήταν ερωτευμένη μαζί του και πως θα μπορούσε να μην είναι, ήταν ψηλός, όμορφος, φτυστός ο Βαν Νταμ, έχεις δει ταινίες του, ένα τέτοιο πράγμα ακριβώς, ωραίος με κάτι άγριο και λίγο βίαιο στο πρόσωπο του, οι γυναίκες τρελαίνονταν για κείνον, πάντοτε έπαιρνε τα περισσότερα φιλοδωρήματα, όλες από κείνον προτιμούσαν να σερβιριστούν, μιλάμε ότι μάζευε πολλά λεφτά, δεν μπορείς να φανταστείς τι χρήμα κυκλοφορούσε στα μαγαζιά τη νύχτα τότε. Τον περίμενε μέχρι να σχολάσει κι ύστερα καθόντουσαν οι δυο τους σ ένα παγκάκι και μιλούσαν μέχρι το ξημέρωμα, τον αγαπούσε πολύ όμως εκείνος είχε μπλέξει με κάτι παρέες ύποπτες, με κάτι υποθέσεις όχι πολύ νόμιμες, έβγαζε πολύ χρήμα, ταξίδευε στο εξωτερικό, στην Ιταλία πιο πολύ, δεν της έλεγε ποτέ τι έκανε εκεί πέρα μόνο φωτογραφίες της έστελνε από τα καλύτερα εστιατόρια της Ρώμης, του Μιλάνου, της Φλωρεντίας, μετά είχε άρχισε να της φέρεται άσχημα, τη ζήλευε, της έκανε σκηνές, της έσπαγε τα νεύρα, μα τι βλάκας, τελικά τον έστειλε στο διάολο και ησύχασε...

Με το που έφτασε στην πολυκατοικία και διέσχισε την πυλωτή χαλάρωσε λίγο, χτύπησε δέκα φορές το κουδούνι και περίμενε, ο Μπάμπης τώρα θα καθάριζε, σιγά μη μασούσε τόσα χρόνια στη νύχτα, ένα τσιγάρο χρειαζόταν οπωσδήποτε να στανιάρει, άνοιξε τη τσάντα της ψάχνοντας το πακέτο και το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τα μάτια του που γυαλοκοπούσαν, ήταν πολύ δυνατός, το μυαλό της δούλευε σαν παλαβό, τι διάβολο θα της έκανε, που θα την πήγαινε, θε μου μόνο το πρόσωπο της δεν ήθελε να πειράξει, όλα τ’ αλλά μπορούσε να τα κρύψει, ήταν νέα ακόμα, πως θα κυκλοφορούσε με καμιά χαρακιά στο μάγουλο σα βαρυποινίτισσα, το χέρι της πονούσε έτσι όπως της το έστριβε, μια μελαγχολία έπιανε να την κυριεύει, έκανε μια προσπάθεια να ξεκολλήσει από πάνω του, δεν είχε καμιά ελπίδα, ο άλλος ήταν πέντε φορές πιο δυνατός.

Και ρε φίλε η μέρα της είχε ξεκινήσει τόσο ωραία. Το σαββατοκύριακο είχε πάει για μπάνιο, ο καιρός είχε γυρίσει, το καλοκαίρι ανήκε στο παρελθόν επιτέλους, το βράδυ της Κυριακής με το που γύρισε έβρεχε και μπουμπούνιζε, επιστρέφοντας πέρασε με το αμάξι της ακριβώς από κείνα τα στενά, που να το φανταζόταν! Έκανε ένα ντους και κάθισε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τις σταγόνες να πέφτουν πυκνές στα φύλα ενός πλατάνου αντίκρυ απ’ το σπίτι της, χείμαρροι κατέβαζαν νερό στο δρόμο κάτω από την πολυκατοικία, τη νύχτα έκανε και λίγο κρύο, έπρεπε να σκεπαστεί με το σεντόνι, τι ωραία που ήτανε!

Το τέλος του καλοκαιριού ήταν γλυκό σ εκείνη τη γειτονιά όπου έμενε καμιά εικοσαριά χρόνια τώρα και δεν είχε σκοπό να φύγει για κανένα λόγο, είχε συνηθίσει, όλα της φαίνονταν ευχάριστα, τα μεσημέρια μοτοσικλέτες κυκλοφορούσαν σα φαντάσματα στα στενά, στα καφενεία ποτά αεριούχα κι ανθρακούχα ανέδυαν φυσαλίδες στην επιφάνεια των ποτηριών, έλικες από κλιματιστικά στριφογύριζαν βουίζοντας, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο μπορούσες να δεις σε μια τηλεόραση αγώνες της φόρμουλα ένα, αυτοκίνητα τρακάριζαν, αμάξια καίγονταν, λάστιχα έμοιαζαν πυρπολημένα…

Όχι δεν είχε καμιά δουλειά να έρθει βραδιάτικα κατά κει, κι αυτοί όλοι οι μαυριδεροί από που είχαν ξεσηκωθεί να ρθουν κατά δω, ποιο κάθαρμα τους είχε διώξει από τις πατρίδες τους και τους έβαλε να περπατούν μήνες και χρόνια μέσα από βουνά και λαγκάδια, γιατί δε κάθονταν στα καταραμένα τ’ αυγά τους, τι ήθελαν, τι ζητούσαν, που θα χωρούσαν, τι θ’ απογίνονταν, γιατί έπρεπε να την πληρώσει αυτήν για όλες τις αδικίες της γης, αυτή το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο σπιτάκι της και να πέσει ξερή για ύπνο, εκείνος ο λογιστής έφταιγε για όλα που είχε ξεκουφαθεί και δεν άκουγε το κουδούνι, όταν τελείωνε όλο αυτό θα τον τακτοποιούσε καλά, της έρχονταν να ουρλιάξει από όλο αυτό που την έπνιγε, και που ήταν Μπάμπης ο Βαν Νταμ να του καταφέρει του άλλου καμιά ξεγυρισμένη κλωτσιά με θεαματικό φλιπ στον αέρα σαν ιπτάμενος Ολλανδός, ένα κόλπο που έκανε ο ηθοποιός για να δώσει στα χτυπήματα του περισσότερη ισχύ, που ήταν ο φίλος της να του καταφέρει του Πακιστανού μερικά άπερκατ, μερικά κροσέ, να παλέψει με τον ξένο και να κυλιστούν στο χώμα όπως στα έργα, που στο διάβολο ήταν αναρωτιόταν όταν μια χερούκλα τεράστια εμφανίστηκε απ’ το σκοτάδι, έπιασε τον τύπο απ’ το λαιμό και τον στρίμωξε στο τσιμεντένιο τοίχο, ΄Άντε ρε Μπάμπη!’’ φώναξε.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ

Στα νεκροταφεία όλους που είχαν πεθάνει τους ήξερα, το μέρος μου φαίνονταν οικείο, ή μάνα μου μ’ είχε στείλει να καθαρίσω τον τάφο του πατέρα, ο αδερφός μου είχε αναλάβει το έργο για χρόνια κι έπρεπε να κάνω κι εγώ κάτι, η φωτογραφία στο μνήμα του μ’ έκανε να σκιαχτώ , ήταν απ’ το γάμο της αδερφής μου, ένα σακάκι φορούσε, ένα πουκάμισο άσπρο, όποτε πήγαινα στον τάφο του κάτι μ έπιανε, ήταν κι εκείνο το μνήμα μιας συμμαθήτριας που είχε πνιγεί όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών που μ’ ανατρίχιαζε, καλά ήταν πολύ όμορφη, κουκλάρα πραγματική, σα να την έβλεπα μπροστά μου, είχε περάσει καιρός αλλά το μνήμα της έστεκε όπως το θυμόμουν, η γιαγιά της το φρόντιζε μέχρι που πέθανε κι εκείνη, έπειτα είχε αναλάβει μια θεία της που την υπεραγαπούσε, οι γονείς της είχαν φύγει κάπου στο εξωτερικό, δεν άντεξαν. Στο σχολείο όλοι τη γουστάραμε εκείνη την κοπέλα , τρελαινόμασταν, πεθαίναμε σου μιλάω για ένα πράγμα τρομερό, είχε κάτι που σε τραβούσε διαβολεμένα, κι ύστερα πήγε και πέθανε έτσι στα καλά καθούμενα, έφαγε μια πίτσα προτού κολυμπήσει και πάει, δε μπορούσαμε να το πιστέψουμε...

Χρειαζόμουν ένα βετέξ, αυτό που μου είχε δώσει η μάνα μου έλιωσε γρήγορα τρίβοντας τα κεριά που είχαν χυθεί, έψαξα σ’ ένα διπλανό μνήμα, βρήκα, ήμουν σίγουρος ότι η γυναίκα που ήταν θαμμένη εκεί δεν θα είχε πρόβλημα, ήταν τόσο καλή όσο ζούσε. Γύρω τάφοι περιποιημένοι, όμορφοι, ταχτοποιημένοι, κάποιοι είχαν ακόμα και μαρμάρινα ντουλαπάκια με κλειδαριές, κατά καιρούς λέει έρχονταν κλέφτες και παίρνανε το λάδι , αναπτήρες, απορρυπαντικά, ότι πολύτιμο έβρισκαν, έπιασα να καθαρίσω το μάρμαρο του τάφου, απόγευμα ήτανε μα έκανε ζέστη τρομερή, ξαφνικά εντελώς ένα κουνέλι ολόασπρο πετάχτηκε μέσα απ’ τα ξερόχορτα κι άρχισε να τρέχει τρομαγμένο, βρήκε ένα άνοιγμα στα κάγκελα του νεκροταφείου και την κοπάνησε, , δε μπορούσα αν καταλάβω τι γύρευε εκεί, τα νεκροταφεία βρίσκονταν μακριά απ’ το χωριό, καλά αυτό ήταν πολύ κουφό, κι αν ήταν σημάδι τι σήμαινε;

Μαζί μου είχα και τον Λορένζο, ξέχασα να στο πω, έναν Κύπριο χοντρούλη με μούσι πυκνό κι ένα δόντι πιο μακρύ στην άκρη του στόματος που θύμιζε βρικόλακα, δεν του άρεσαν καθόλου τα μνήματα, ήταν πολύ προληπτικός, με το που είδε το κουνέλι άρχισε να σταυροκοπιέται, βιαζόταν να φύγουμε. Εγώ ένιωσα παράξενα, όλες εκείνες τις μέρες μια αγωνία ανεξήγητη μ’ είχε πιάσει, μια ζαλάδα, το κεφάλι μου πονούσε, δε μπορούσα να καταλάβω από πού προέρχονταν, η θερμοκρασία είχε αρχίσει επιτέλους να πέφτει, φθινόπωρο μύριζε, η αγαπημένη μου εποχή, το στοιχείο μου, κανονικά θα έπρεπε να νιώθω καλά όμως είχα αγχωθεί, ήθελα να κλείσει καλά η περίοδος, να είμαι έτοιμος για την επόμενη, να μελετήσω και το καλοκαίρι, πως περνά ο κόσμος, πως περνώ εγώ, τι θέλω, να τα προλάβω όλα, έτσι όμως χάνεις το σήμερα, έτσι την πατάω πάντα!

Μέρες τώρα ήμουνα έτσι, στα intersport δεν μπορούσα να βρω τα παπούτσια που ήθελα, έχουν αλλάξει όλα τα μοντέλα, δε μου άρεσαν καθόλου, τουρίστες ξένοι μιλούσαν κάτι γλώσσες βαριές, ανατολίτικες, σε μια κάμερα στην είσοδο έβλεπα τη σκιά μου να περπατά. Στα λεωφορεία κοιμόμουν ξερός, έχανα τις στάσεις, κατέβαινα όπου να ναι, έπρεπε να περπατήσω κατόπι, μια μέρα όπως έβγαινα ένα κορίτσι με φώναξε ‘’Κύριε κάτι σας έπεσε!’’, μου έδωσε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, το ευχαρίστησα, καλά έτσι που ήμουν όλο βλακείες έκανα! Το καλύτερο βέβαια ήταν με τα αστικά που είχαν κλιματισμό καλό, με το που έμπαινες μέσα το μυαλό κατευθείαν καθάριζε, η διάθεση ανέβαινε, μπορούσες να σκεφτείς, να δεις τι σου γίνεται…

Όπως καθάριζα το τζαμάκι του τάφου έπαιρνα μάτι τα γειτονικά μνήματα, όλους τους ήξερα, καλά ήταν πολύ τρελό, έλειπα καμιά τριανταριά χρόνια και ήταν σαν τους ξανάβλεπα μπροστά μου μετά από τόσον καιρό, ο Κύπριος έκανε χειρονομίες σπαστικές, είχε βαρεθεί, εγώ δεν βιαζόμουν καθόλου, δε πα να χτυπιόταν ο άλλος, άλλωστε πάντα έτσι σπαστικός ήτανε από τότε που τον είχα γνωρίσει στην Αντιγονιδών. Εκεί πέρα μια πιάτσα είχε γίνει, ένα φαγάδικο για όρθιους, ένα προποτζίδικο, όλη την ώρα τριγυρνούσε μήπως και πιάσει κάνα νούμερο ή κάναν αγώνα, μα τι τζογαδόρος που ήτανε, εκεί είχαμε γνωριστεί. Πολλές φορές πήγαινα στο ραφείο του κάπου στη Βενιζέλου, ήταν ράφτης και μάλιστα πολύ καλός, απ’ το μπαλκόνι του μπορούσες να δεις μέχρι κάτω τη θάλασσα που απλώνονταν πίσω απ’ τις φυλλωσιές, εκεί μαζεύονταν ένα σωρό αργόσχολοι μπροστά από τραπέζια με ουίσκι παίζοντας τάβλι και μασουλώντας καρπούς ξηρούς, καναρίνια κίτρινα και πορτοκαλιά στριφογύριζαν στα κλουβιά τους χαλώντας τον κόσμο, μια τηλεόραση έπαιζε από πάνω, μέσα σ εκείνον τον χαμό ο Κύπριος με το δόντι του δράκουλα κατάφερνε να ράψει, να μετρήσει, να γαζώσει πουκάμισα και παντελόνια σ ένα δωματιάκι σκοτεινό που είχε πιο πίσω, είχε φαγωθεί να έρθει μαζί μου στο χωριό, δεν είχε κανέναν συγγενή στην Ελλάδα, δεν ήξερε πώς να σκοτώσει την ώρα του τώρα το καλοκαίρι…

Αποδείχτηκε ότι τα σπίτια μας ήταν κοντά, κάθε βράδυ παίρναμε μαζί το τελευταίο αστικό, στη στάση κόσμος περίμενε χαζεύοντας βιτρίνες, λιγοστά αμάξια πήγαιναν κι ερχόντουσαν, η πόλη είχε αδειάσει, όλοι σχεδόν είχαν φύγει κι όσοι μείνανε έμοιαζαν να βαριούνται, θα ήθελαν κι αυτοί να είχαν φύγει με τους άλλους για κάπου, να προλάβουν έστω και λίγο, να φύγουν πριν απ’ το τέλος του καλοκαιριού όπου να ναι, μόνο να φύγουν ! Στις πολυκατοικίες τα συνεργεία καθαρισμού άφηναν σημειώματα καρφιτσωμένα, περίπτερα κατέβαζαν τα στόρια, στα καταστήματα με τα κινητά επιγραφές στα ελληνικά και στα αραβικά, γατιά μικρούτσικα, ελεεινά έβγαζαν τα κεφαλάκια τους κάτω απ’ τα σταματημένα αυτοκίνητα, το πρωί δεκοχτούρες κουρνιασμένες σε μια καρυδιά που κλαδέψανε έκρωζαν σπαστικά, η καρυδιά όμως ήταν όμορφη, δε σταμάτησε όλο το καλοκαίρι να βγάζει φύλλα και κλαδιά πράσινα, κάποια φλέβα θα βρήκε υπόγεια και τραβούσε νερό προς τα πάνω, μα πόσο είχαν μεγαλώσει ρε φίλε!

Η πόλη ήταν άδεια, στις στροφές των δρόμων κώνοι για να μη παρκάρεις στραπατσαρισμένοι, ισοπεδωμένοι, κάποια μαγαζιά εξακολουθούσαν πεισματικά να παραμένουν ανοιχτά σα να μην ήξεραν πως είναι να κλείνεις, άδειοι οι δρόμοι , μονάχα πρεζόνια και μετανάστες μελαψοί κυκλοφορούσαν σα φαντάσματα, πόσοι έχουν έρθει ρε φίλε, τι θ’ απογίνουν; Ερημιά παντού, όλοι την είχαν κοπανήσει, εγώ πάλι αντί για διακοπές είχα βρεθεί με τον χοντρούλη τον ράφτη να βολοδέρνω στις λαϊκές ψάχνοντας σύκα και σταφύλια κίτρινα και τώρα τον έσερνα στα νεκροταφεία ενώ ο μπαμπάς μου παρακολουθούσε άγρια μέσα απ τη φωτογραφία του, ήμουν σίγουρος ότι θα τον άκουγα από στιγμή σε στιγμή να λέει ‘Πρόσεχε τι κάνεις εκεί πέρα που να σε πάρει !’’ έτσι έκανε πάντοτε. Τελικά αφού παιδεύτηκα και τυραννήθηκα πόση ώρα δεν ξέρω είπα να τελειώσω, πήρα νερό από μια βρύση φτιαγμένη στη μνήμη του κοριτσιού που είχε πνιγεί, έδειχνε να είχε χτιστεί πρόσφατα, ξέπλυνα τα άσπρα μάρμαρα, όλα έδειχναν καθαρά, ο ράφτης ξεφύσησε σα να έλεγε ‘’Επιτέλους!’’

Κινήσαμε να φύγουμε ακολουθώντας ένα δρόμο παλιό, τώρα βιαζόμουν κι εγώ, είχα μια αγγαρεία τελευταία να κάνω, έπρεπε να ποτίσω τις γλάστρες σ’ ένα σπίτι κάποιου φίλου του αδερφού μου, ήταν ναυτικός λέει που είχε βαφτιστεί ιεχωβάς, έλειπε σε κάποιο νησί εκείνες τις μέρες. Στην τσέπη μου κουδούνιζαν τα κλειδιά από το σπίτι του ιεχωβά, αριστερά μια ρεματιά γεμάτη βάτα και βλάστηση πυκνή, το μονοπάτι ήταν στρωμένο με πλάκες, από κει περνούσαν άλογα και μουλάρια κάποτε, χρόνια πολλά είχα να δω εκείνο το μέρος, προσπαθούσα να προσανατολιστώ, βράχια αρχαία και πέτρες με σχήματα κουφά που τις θυμόμουν από τότε που ήμουν παιδί, ήταν περίεργος τόπος, κάτι αρχέγονο απέπνεε. Στον κάμπο πέρα μακριά τα μπεκ έριχναν στήλες νερού στα καλαμπόκια, ο ήλιος χαμήλωνε, περάσαμε από ένα περιφραγμένο οικόπεδο μ’ ένα τροχόσπιτο εγκατεστημένο στο κέντρο του ανάμεσα σε χόρτα ξεραμένα, κάποιος ερημίτης λέει το είχε αγοράσει και ζούσε εκεί.

Ο Λορένζο μου έδειξε ένα κτίριο που του έκανε εντύπωση, ήταν ψηλό πολύ, τρεις όροφοι, ξεχώριζε, στην αυλή του δέντρα διάφορα, φλαμουριές, συκιές κι ένα άλλο εξωτικό που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί, είχε φύλλα πράσινα, γυαλιστερά και κάτι καρπούς τεράστιους. Τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα, δοκίμασα ένα μεγάλο κλειδί, η βαριά πόρτα έτριξε κι άρχισε να υποχωρεί όπως την έσπρωχνα ελαφρά, μέσα ήταν σκοτεινά, μια αίσθηση παράξενη όταν μπαίνεις στον προσωπικό χώρο κάποιου άλλου, όλα φαίνονταν άθικτα, τακτοποιημένα, δεξιά κι αριστερά κάμαρες, φοβόμουν ότι κάποιος θα πετάγονταν και θα μ άρπαζε απ’ τον ώμο, όλα έδειχναν άθικτα, θα έλεγες ότι δεν κατοικούσε κανείς εκεί μέσα όμως στο βάθος ενός διαδρόμου ένας καναπές μ ένα σεντόνι τσαλακωμένο που σήμαινε ότι είχαν κοιμηθεί εκεί πρόσφατα, πίσω μου ο Λορέντζο χάιδευε το πυκνό του μούσι σημάδι ανησυχίας, και οι δυο νιώθαμε αλλόκοτα μετά απ’ την επίσκεψη στα νεκροταφεία, ο παραμικρός ήχος θα μπορούσε να μας κόψει τα ήπατα, ‘’Εγώ φεύγω!’’ ψιθύρισε ο Κύπριος.

Προχώρησα μόνος, άνοιξα μια πόρτα, το λιγοστό φως του ήλιου που ετοιμάζονταν να δύσει περνούσε από μια χαραμάδα της αλουμινένιας μπαλκονόπορτας κι αντανακλούσε πάνω σε ένα σωρό από αντικείμενα σαν γλυπτά, σαν κομψοτεχνήματα απ’ όλον τον κόσμο που είχε μαζέψει ο ναυτικός, έβλεπες εκεί ένα άλογο σε χρώμα πρασινωπό από την Κίνα να καλπάζει αγέρωχο με όλα τα πόδια του στον αέρα, ένα πράγμα υπέροχο, μια σχεδία χρυσαφένια που επέπλεε σε μια λίμνη από ασήμι, κι ένα μικρό αγαλματίδιο πολεμιστή σιδερένιο με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη στον ώμο του, στη βάση αυτού του μικρού αγάλματος έγραφε με γράμματα σκαλιστά ‘’Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ’’. Άγγιξα το αγαλματάκι, το σήκωσα λίγο, παρόλο που ήταν πολύ μικρό στα χέρια μου έμοιαζε ασήκωτο, έτσι άγαρμπος που είμαι βέβαια έπρεπε να είμαι προσεχτικός, δεν ήθελε πολύ να γκρεμιστεί κάτω και μετά την είχα βαμμένη! Όπως το κρατούσα και το χάζευα, μα πόσο όμορφο ήταν, είδα στον τοίχο μια φωτογραφία κι αμέσως κλότσησε το στήθος μου, ρε φίλε ήταν το κορίτσι που είχαμε δει στα μνήματα, η κοπέλα που είχε πνιγεί, ώστε λοιπόν αυτό ήταν, ο πατέρας της ο Ιεχωβάς, ο ναυτικός, είχε αγοράσει εκείνο το σπίτι στην άκρη του χωριού γιατί μπορούσε να πετάγεται μέχρι τα νεκροταφεία όποτε ήθελε, δεν ήταν χριστιανός κανονικός βέβαια αλλά πάλι ήταν το παιδί του, το πονούσε πάντοτε, δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι!

Είχα ξεχάσει γιατί ήρθα εκεί πέρα, μια περιέργεια μ’ έπιασε να ψάξω τι άλλο υπήρχε σ εκείνο το σπίτι το μυστήριο, έψαχνα τον διακόπτη να ρίξω λίγο φως, που στο διάβολο ήταν ο καταραμένος, καλύτερα ν’ άνοιγα κανένα παράθυρο ή οτιδήποτε, όπως σήκωνα την ασφάλεια της μπαλκονόπορτας είδα φευγαλέα μέσα απ’ τις τρύπες μια σκιά να περπατά ανάμεσα στα δέντρα στο φως το δειλινού, είχε μαλλιά μακριά που κυμάτιζαν στον αέρα, ένα πρόσωπο στιβαρό, πανέμορφο, ρε φίλε έπαιρνα όρκο ότι ήταν ο πολεμιστής με το τόξο και τα βέλη, ο γιος του περιπλανώμενου πρίγκηπα, ήμουν σίγουρος, μπορεί ξοπίσω του να έρχονταν και κανένας στρατός από μπρούτζινα άλογα που κάλπαζαν, νόμιζα ότι ήδη άκουγα το ποδοβολητό τους να τραντάζει τη γη, ‘’Τι γίνεται εδώ δικέ μου;’’ είπα από μέσα μου ‘’Που έχουμε βρεθεί, τι συμβαίνει, τι κάνουμε ;’’ ‘’Πάμε να φύγουμε γρήγορα βλάκα!’’ ούρλιαξε πίσω μου ο Λορέντζο.



Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΟΤΟΥ

Όταν έλειπε το αφεντικό κλέβαμε το ταμείο, έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός αλλά δε γίνονταν διαφορετικά, μας είχε σκίσει, τρέχαμε σαν παλαβοί όλη μέρα κι αυτός ήταν όλο γλύκες μαζί μας, όμως όταν ερχόταν η ώρα να πάρουμε το μεροκάματο μας σάπιζε, μας έδινε ψίχουλα , έτσι, δίχως να ντρέπεται, καθόσουνα εκεί πέρα λιώμα στην κούραση έχοντας εξυπηρετήσει ένα κάρο κόσμο κι αυτός ο κύριος αραχτός όλη μέρα, ερχόταν το βράδυ, πήγαινε κατευθείαν στο ταμείο να πάρει το χρήμα και μετά μας έβαζε χέρι ότι ήμασταν άχρηστοι, ότι η επιχείρηση ήταν ολονών , ότι δεν μπορούσαμε να την κρατήσουμε χωρίς αυτόν, όπως τον έβλεπες να ωρύεται ήθελες να του στρίψεις το λαρύγγι επί τόπου, έτσι όποτε μας δίνονταν η ευκαιρία παίρναμε κάτι απ’ το ταμείο στη ζούλα ελπίζοντας ότι δεν θα το καταλάβαινε μες το χαμό.

Όλη την ώρα μας είχαν στη μπούκα, τη μια πλάκωνε το υγειονομικό και ζητούσε χαρτιά και βιβλιάρια, εμείς τρέχαμε να κρυφτούμε, δεν είχαμε καιρό να πάμε σε κάνα ιατρείο να πάρουμε χαρτιά ώσπου βγάλαμε κάποια στιγμή και ησυχάσαμε. Άλλοτε πάλι ερχόταν κάτι ντερέκια σαν τοίχοι, τους είχαν διαλέξει επίτηδες γιατί οι μαγαζάτορες τρελαίνονταν όποτε τους βλέπανε, έκαναν έλεγχο για τα καθίσματα, πρόστιμο κι από κει, άλλες φορές έρχονταν από το υπουργείο εμπορίου για έλεγχο στα τρόφιμα κι όλο και κάτι ανακάλυπταν, άλλη καμπάνα, δεν προλαβαίναμε να συνέλθουμε. Τελικά είχαμε αποκτήσει πείρα, τους καταλαβαίναμε από μακριά ότι ήταν ύποπτοι, μια βραδιά είχε πέσει βέβαια και μια καρφωτή και μας έριξαν καμπάνα για μια μπύρα που υπήρχε σ’ ένα τραπέζι δίχως απόδειξη, υποψιαζόμασταν ποιος μας κάρφωνε, εκείνος ο γλοιώδης τύπος με την άλλη τη μελαχρινή που έπινε, τά σπαγε κι έκανε ένα σωρό αηδίες, εκείνοι μας είχαν καρφώσει!

Το μαγαζί όπου δουλεύαμε ονομάζονταν ‘’Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΟΤΟΥ’’ από κείνο το παιδί που έπαιζε με τις μούσες στα βουνά κι όταν πέθανε μεταμορφώθηκε σε αστερισμό, όπως έμπαινες υπήρχε ένας στενός διάδρομος με ζωγραφιές στον τοίχο που έδειχναν τον Ηρακλή να πιάνει εκείνο το ελάφι με τα χρυσά κέρατα και τα χάλκινα ποδάρια που τον παίδευε ένα χρόνο, την Κερυνίτη Έλαφο. Ήμασταν  σ' ένα μέρος  παραθαλάσσιο, περίεργο, σ’ όλη την έκταση τριγύρω έβλεπες δέντρα και πράσινο, πολύ πράσινο, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω ένα ποτάμι άδειαζε τα νερά του, πιο πάνω υπήρχε ένα φράγμα υδροηλεκτρικό σε μια στροφή του ποταμιού, κάποιοι κολυμπούσαν σ' εκείνο το ποτάμι, άλλοι ψάρευαν κιόλας , η παραλία πάντως όπου βρίσκονταν το εστιατόριο μας ήταν απέραντη, με το που έμπαινες μερικά βήματα μέσα στη θάλασσα τα νερά γίνονταν πολύ βαθιά, το χάος έχασκε κάτω απ’ τα πόδια σου, λέγανε ότι πολλοί είχαν πνιγεί εκεί πέρα, εμείς πάντως δεν είχαμε δει κανέναν. 

Τα βράδια κοιμόμασταν για οικονομία σ΄ ένα γιαπί, σε κάτι κρεβάτια πρόχειρα, προηγουμένως είχαμε κάνει ένα ντους στην τεράστια κουζίνα του εστιατορίου με το λάστιχο της βρύσης που είχε και ζεστό νερό, με το που ξυπνούσαμε μια γάτα καταραμένη, γκρίζα, στρουμπουλή, πάρα πολύ όμορφη, έβγαινε στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού κι άραζε στο πατάκι να τη φυσήξει ο αέρας, καθόταν εκεί και μας χάζευε μ’ ένα βλέμμα σαν να μας κορόιδευε ‘’Μα τι ηλίθιοι που είστε να τρέχετε όλη μέρα, δεν σας κόβει καθόλου!’’ έμοιαζε ότι έλεγε από μέσα της...

Δε μ’ άρεσε η δουλειά, βαριόμουν, δεν το είχα, στα τραπέζια πήγαινα ότι να ναι, άδειαζα δίσκους πάνω στον κόσμο, έσπαγα ποτήρια και πιάτα, όλη την ώρα τα μπέρδευα, ούζο αντί νερό, μα γιατί τά βαζαν σε παρόμοια μπουκαλάκια δεν μπορούσα να καταλάβω, ξεχνούσα τις παραγγελίες μετά από μερικά δευτερόλεπτα, οι πελάτες είχαν απαυδήσει ‘’Μη μας ξαναρωτήσεις!’’ μου λέγανε.

Καλά εκείνο το καλοκαίρι τα είχα δει όλα όμως είχα στριμωχτεί, έπρεπε να δουλέψω, δε γίνονταν, ο καιρός περνούσε, τα έξοδα μαζεύονταν, κάτι έπρεπε να κάνω και χωρίς να το καταλάβω κόλλησα εκεί πέρα και δεν μπορούσα να φύγω, δεν είχα κάτι καλύτερο, έπρεπε να κάνω υπομονή...

Δίπλα από μας ένα μαγαζί με φρουτάκια είχε ανοίξει όπου μαζεύονταν όλη η μαφία, κάτι γέροι, κάτι γριές με πρόσωπα ύποπτα, έμπαιναν μέσα και χάνονταν για ώρες, το βράδυ τους έβλεπα να φεύγουν με το μάτι να γυαλίζει επειδή είχαν χάσει. Μια μέρα δυο μούτρα που έβγαιναν από τα φρουτάκια, ο ένας με καπέλο σαν τραγιάσκα, ο άλλος σαν Αλβανός, παρήγγειλαν τ΄ άντερα τους, έφαγαν του σκασμού και μετά  σηκώθηκαν κι έφυγαν έτσι απλά, σαν να μη τρέχει τίποτα, ‘’ Ρε συ πλήρωσαν αυτοί; ‘’ με ρώτησε ο μάγειρας που έκοβε την κίνηση, ‘’Όχι !’’ του είπα κι έτρεξα, τους πρόλαβα λίγο παρακάτω, ‘’Παιδιά συγνώμη δεν πληρώσατε!’’ - ‘’Όχι κάνεις λάθος πληρώσαμε!’’ , έτρεξα πίσω, ‘’Ρε, αυτοί λένε ότι πλήρωσαν!’’- ‘’Σου είπα δεν πλήρωσαν!’’ μου απάντησε άγρια ο μάγειρας, έτρεξα πάλι να τους βρω, δεν φαίνονταν πουθενά, τα στενά άδεια, ένας λαχειοπώλης μονάχα γερμένος σ’ ένα σκαμπό λαγοκοιμόταν , τελικά τους ανακάλυψα σε μια στοά, κρύβονταν τα καθάρματα, ‘’Παιδιά δεν έχετε πληρώσει!’’, καλά άμα λέγανε τίποτα εκεί πέρα μπορεί να τους πλάκωνα, τελικά μου δώσανε κάτι χρήματα λειψά, ‘’Πάλι καλά !’’ σκεφτόμουν. 

Επειδή ήμουν λίγο της εκκλησίας το αφεντικό μ έβαζε κάθε φορά ν’ ανάβω το καντήλι που είχε στο πατάρι,  πάνω απ’ το μαγαζί, ήταν και θρήσκος βλέπεις, εκεί πάνω επικρατούσε χάος, μια ζέστη τόσο αποπνικτική που μπορούσε να σε τρελάνει, ήθελες να φύγεις όπως ήσουνα, παντού υπήρχαν μπουκάλια νερού, κουτάκια αναψυκτικών, ποτήρια, ένας ανεμιστήρας στριφογύριζε αέναα, κάτω από ένα ράφι είχαν στοιβάξει ανταλλακτικά απ’ τα μηχανήματα για το κόψιμο του κρέατος, βίδες διάφορες μέσα σε κουτιά πλαστικά, καταψύκτες, αποδείξεις, χαρτάκια με σημειώσεις απ’ τις οποίες δεν έβγαζες άκρη, ζυγαριές και τιμολόγια παντού πεταμένα.

Κανείς δεν ήθελε να ανέβει σε εκείνο το πατάρι εξαιτίας της διαβολικής ζέστης που επικρατούσε εγώ όμως το επεδίωκα, ηρεμούσα λίγο από τον χαμό που επικρατούσε κάτω και κυρίως γιατί είχα ανακαλύψει κάτι συρτάρια από ένα έπιπλο σαραβαλιασμένο που αν τα σκάλιζες έβρισκες παντού χρήματα, ψιλά δηλαδή και κέρματα όμως αν τα άθροιζες σχημάτιζαν ένα ποσό καλό κι αυτό ήταν μια μικρή ικανοποίηση για την ταλαιπωρία που τραβούσα όλη μέρα. Όλο σκάλιζα κι όλο έβρισκα από κάτι, κάτω απ’ τα χαρτιά, μέσα σε μπλοκάκια και τετράδια, στα ράφια, παντού το αφεντικό άφηνε λεφτά τις εποχές που υπήρχαν άφθονα, ήταν ευχάριστο ν’ ανακαλύπτεις χρήματα χαμένα και ξεχασμένα, μια φορά που δεν έβρισκα κέρματα σήκωσα ολόκληρο το παλιό έπιπλο κι από κάτω του μάζεψα μερικά χαρτονομίσματα, βέβαια μ’ αυτόν τον τύπο έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός, πολλές φορές το έκανε επίτηδες, άφηνε λεφτά όπου να ναι κι εσύ σκεφτόσουν ‘’Να τα πάρω τώρα ή όχι;’’ οι άλλοι δεν τα ακουμπούσαν, ήταν οφθαλμοφανής η παγίδα, όμως εγώ  τα έπαιρνα κι ότι ήθελε ας γίνονταν, τα έβαζα μες την τσέπη μου και ποτέ δε μου ζήτησε εξηγήσεις, ίσως ένιωθε τύψεις που μας σάπιζε όλη μέρα και τ άφηνε για να ελαφρύνει τη συνείδηση του. Ανέβαινα λοιπόν στο πατάρι και καθόμουν εκεί χώνοντας το κεφάλι μου στο ψυγείο για να δροσιστώ μέχρι να μου βάλουν τις φωνές, τότε ξεκινούσα ν’ ανάβω το καντήλι , μια φορά μου είχε παραγγείλει το αφεντικό να θυμιάσω κιόλας κι όλη η πελατεία απορούσε από πού έρχονταν εκείνο το λιβάνι που διαχέονταν στην ατμόσφαιρα, εμένα όμως μου άρεσε όλο το πράγμα, να ανάβω το καντήλι, να το βάζω δίπλα στα εικονίσματα κι ύστερα ν’ ανάβω το καρβουνάκι και να τοποθετώ το θυμίαμα από πάνω, όλο αυτό το τελετουργικό με ηρεμούσε.

Ένα βράδυ έπρεπε  να κλείσω το μαγαζί, το αφεντικό θα πήγαινε σε κάποια αγρυπνία,  σ'  ένα μοναστήρι κάπου εκεί κοντά. Μερικοί αργόσχολοι τύποι είχαν απομείνει και τους ξαπόστειλα στα γρήγορα, ΄΄Άντε παιδιά στα σπιτάκια σας!’’ ένας τύπος με κόκκινα μαλλιά μακριά σαν σκοινιά,  καθόταν μοναχός εκεί σε μια μεριά και με κοιτούσε όπως κουβαλούσα τις καρέκλες,, ‘’Μπορείς να μου φέρεις μια μπύρα !’’ φώναξε σέρνοντας τα λόγια του‘’ Όχι!’’ όχι άκουσα τη φωνή μου να λέει.

Σηκώθηκε νωχελικά κι άρχισε να περπατά προς το μέρος μου ‘’ Φίλε γιατί δε μου φέρνεις μια μπύρα; ’’ επέμεινε, είχα σχεδόν τελειώσει, λίγο ακόμα ήθελα να ξεμπερδέψω και να πάω να την πέσω όμως αυτός ο ηλίθιος δε μ’ άφηνε να φύγω, πλησίασε ακόμα περισσότερο και στήθηκε μπροστά μου , το μόνο που επιθυμούσα ήταν να φύγει εκείνο το εμπόδιο που δε μ άφηνε να κάνω τη δουλειά μου, έπεσα μ’ όλη μου τη δύναμη πάνω του να τον ξεκουνήσω όμως ήταν σαν να χτυπώ ντουβάρι, δεν κουνιόταν με τίποτα, ούτε εκατοστό σαν να ήταν φυτεμένος στο δάπεδο, πρέπει να είχε πιει τόσο πολύ που είχε γίνει αναίσθητος, έριξα μια ματιά γύρω, κανείς δεν υπήρχε να βοηθήσει κι ο άλλος στεκόταν εκεί μπροστά μου, με είχε στριμώξει άσχημα, ήμουν σε δεινή θέση.

‘’Γιατί να τυχαίνουν όλα σε μένα;‘’ σκεφτόμουν απελπισμένος, τι καλοκαίρι ήταν εκείνο, γιατί τα καλοκαίρια να είναι πάντα ατελείωτα και να πρέπει να δουλεύεις λουσμένος στον ιδρώτα μέχρι να εξαντληθείς, καλοκαίρια στην πόλη μ’ όλους τους πειναλέους να ζητιανεύουν και να λιώνουν σαν παγωτά, καλοκαίρια σκληρά, ζόρικα, πως τα άντεξαν οι άλλες γενιές πιο παλιά δουλεύοντας στα χωράφια και στη σκόνη, τι άνθρωποι ήταν εκείνοι ; Θα μου πεις καλοκαίρι είναι κι όλα εκείνα τα φρούτα τα ατελείωτα και τα υπέροχα, οι θάλασσες με τα κρυστάλλινα νερά, τα χαλίκια και τα βότσαλα που ξασπρίζουν στον ήλιο,τα δελφίνια που γλιστρούν στην επιφάνεια κοπαδιαστά δείχνοντας τις γυαλιστερές τους ράχες, τα παιδιά που τρέχουν στην άμμο, οι πικροδάφνες στις άκρες των εθνικών δρόμων, τα παλιά σίριαλ στην τηλεόραση, αλλά γιατί να μη μπορείς να τα χαρείς όλα αυτά, ποιος στέκεται εμπόδιο και δε σ' αφήνει;

Τελικά υποχώρησα κατά το μαγαζί, τράβηξα την πόρτα και κλείδωσα, όπως ήμουν κλεισμένος εκεί μέσα άκουγα τα ψυγεία να τρίζουν, μια μυρουδιά από θυμίαμα έρχονταν από το πατάρι, καθώς δεν έμπαινε αέρας από πουθενά το σώμα μου είχε αρχίσει να γίνεται μούσκεμα. Αφού πέρασε λίγη ώρα έριξα μια ματιά έξω , ένα μικρό φορτηγό ήταν σταματημένο στο δρόμο, δυο παιδιά φόρτωναν κάσες με άδεια μπουκάλια στην καρότσα, ο άλλος είχε εξαφανιστεί, το φορτηγάκι είχε το ραδιόφωνο ανοιχτό, μια αύρα θαλασσινή φυσούσε, μερικά άστρα φαίνονταν στον ουρανό, μάζεψα τις τελευταίες καρέκλες και πήγα για ύπνο.






Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

’’Θα ρίξεις αυτόν το φάκελο κάτω απ’ την πόρτα και θα φύγεις !’’ μου είχαν πει, ψάχνοντας την διεύθυνση αναρωτιόμουν τι στον εξαποδό είχε μέσα εκείνος ο φάκελος, όπως διέσχιζα μια διασταύρωση η άσφαλτος έκαιγε, δυο μελαχρινοί πουλούσαν τσιγάρα λαθραία ψαρεύοντας τους περαστικούς με βλέμμα σκοτεινό, μια σκηνή άγρια είχα δει, ένας γέρος γρονθοκοπούσε κάποιον ξένο που είχε χώσει το χέρι στην τσέπη του, οι περαστικοί είχαν σταματήσει και κοίταζαν…

Όλο αγγαρείες μου ανέθεταν, το καλοκαίρι έφευγε κι εγώ έτρεχα εξυπηρετήσω το αφεντικό, μια μέρα μου είχε παραγγείλει ν’ αδειάσω μια αποθήκη, κουβαλούσα καθίσματα, βιβλιοθήκες, φακέλους, συρτάρια και τα τοποθετούσα σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, τα πόδια και τα μπράτσα μου πονούσαν, είχα σακατευτεί, όπως κατέβαζα ένα έπιπλο μεταλλικό μου διαλύθηκε στα χέρια, κατρακύλησε στις σκάλες προκαλώντας ένα θόρυβο τρομακτικό μες το καταμεσήμερο, τώρα σκεφτόμουν θα με βρίσουν άσχημα, θα τ’ ακούσω για τα καλά, θα φωνάξουν την αστυνομία, θα με σκίσουν, περίμενα να ανοίξει καμιά πόρτα και να βγει κάνας γίγαντας αγριεμένος έτοιμος να με τσαλαπατήσει, όλως παραδόξως καμιά αντίδραση, καμιά πόρτα δεν άνοιξε, ησυχία απόλυτη, σα να μην ζούσε κανένας σ εκείνο το κτήριο...

Γυρνώντας στο σπίτι μετά απ’ την ταλαιπωρία της μέρας μια πείνα απερίγραπτη μ’ έπιανε, ειδικά για κάτι φρούτα γυαλιστερά με είχε πιάσει μια λαχτάρα τρομερή, απερίγραπτη, ήθελα να τα καταβροχθίσω όλα, να φάω άφθονα, να πιω νερά, χυμούς, αναψυκτικά, τι ήταν εκείνο το πράγμα, έτρωγα άγαρμπα ότι έβρισκα, τελικά το στομάχι μου έγινε χάλια, το βράδυ δε μ έπιανε ο ύπνος.

Δεν ήμουνα καλά, έπρεπε να είχα φύγει διακοπές να μην παιδεύομαι στην άχαρη πόλη σα χαμένος, και μου το είχε πει ο Λάζαρος ‘’Θες να έρθεις μαζί μας με το καράβι, όλα πληρωμένα, διαμονή, φαγητό, μόνο κάτι ψιλά θα δίνεις για τις βενζίνες… ’’ ρε φίλε ήταν πολύ καλή πρόταση!

Αυτός περνούσε καλά, πριν μια βδομάδα είχε πάει μ έναν φίλο περιοδεία στις Σποράδες, πέρασαν νύχτα αντίκρυ απ’ τον Βόλο κοιτάζοντας τα φώτα του, η Σκόπελος τους άρεσε πολύ, φαίνονταν το πιο ωραίο νησί, το πιο πράσινο, σταμάτησαν στη Σκιάθο όπου ο Λάζαρος είχε μια φίλη με διαμέρισμα κοντά στο σπίτι του Παπαδιαμάντη, έμειναν εκεί ένα βράδυ κι από κει τράβηξαν κατά το νοτιά, ένα νησί εντελώς απομονωμένο είδανε, η Σκύρος, εκεί που έκρυψαν τον Αχιλλέα για να μη τον πάρουν στην Τροία όπου θα σκοτώνονταν. Περνούσαν καλά στο καράβι, φυσούσε όμορφα, έπλεαν δίπλα από βραχονησίδες γεμάτες γλάρους και ψαροπούλια, απ’ την Σκύρο βγήκαν στην Εύβοια, το βόρειο κομμάτι πνιγμένο στη βλάστηση, εντυπωσιακό, έφτασαν μέχρι τη Χαλκίδα, εκεί τους είπαν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν γιατί τα νερά τραβιούνταν εκείνη την ώρα, είχε πανσέληνο και τα νερά λέει γίνονται τότε ακόμα πιο περίεργα…

Τελικά είχαν καταλήξει σ’ ένα χωριό κάποιου νησιού, μου είπε τ’ όνομα του αλλά το ξεχνώ τώρα, φαίνονταν πολύ όμορφο, χτισμένο αμφιθεατρικά, περιβάλλονταν από λόφους δασωμένους, παλιά λέει υπήρχαν ξυλοκόποι που δούλευαν εκεί πέρα κι έβγαζαν πολύ ξυλεία για να φτιάξουν καράβια, ένα τσιμεντένιο ρέμα τεράστιο περνούσε απ’ τη μέση του οικισμού για να μαζεύει τα νερά των βροχών. Ψηλά σ’ έναν λόφο ένας φοίνικας μοναχικός δέσποζε και πιο πίσω είχαν βρει κάτι αρχαίες κολώνες, λέγανε ότι ήταν ένας ναός προς τιμήν του Δία, κάποιος ντόπιος τον είχε αμφισβητήσει, τον είχε βρίσει, τον είχε κοροϊδέψει κάτι τέτοιο τέλος πάντων, θα σε γελάσω τώρα, κι ο θεός είχε ρίξει αστροπελέκι που κατέκαψε εκείνον τον βλαμμένο μαζί με τ άλογα και τον ηνίοχο, κι ότι βρίσκονταν εκεί πέρα είχε γίνει στάχτη! Όλο το μέρος με τ’ αρχαία γκρεμίσματα απέπνεε μια γαλήνη που σε ηρεμούσε, μια εκκλησία πέτρινη, παλιά, ήταν χτισμένη κοντά στη θάλασσα, παραδίπλα υπήρχε μια προβλήτα απ’ όπου βουτούσαν πιτσιρικάδες κάνοντας μακροβούτια…

Περνούσε καλά ο τύπος, αλώνιζε τις θάλασσες, την είχε βρει την άκρη αυτός και τώρα μου πρότεινε να πάω μαζί του, έπρεπε να είχα φύγει με το κότερο όμως καθόμουν σα βλάκας στην πόλη ψάχνοντας λίγη δροσιά, χαζεύοντας τους φοιτητές να σέρνουν βαλίτσες τεράστιες, τι μαρτύριο κι αυτό ρε φίλε, το βράδυ οι γριές έβγαιναν στα μπαλκόνια να πάρουν μια ανάσα, ένα πρωί σ’ ένα ιντερνέτ καφέ είχα δει ένα ζευγάρι παράξενο, έναν τυφλό και μια κοπέλα, κάτι άκουγαν στον υπολογιστή και μετά φιλιόντουσαν, όταν έφυγαν πέρασαν από μπροστά μου, της κρατούσε το χέρι, αυτή έβλεπε και τον καθοδηγούσε, ήταν ψηλή, ωραία, εντυπωσιακή θα έλεγα, γιατί να είναι μ’ έναν τυφλό, τι του έβρισκε, μου φάνηκε πολύ περίεργο θέαμα…

Έπρεπε να την είχα κοπανήσει με το κοτεράκι όμως όλο σε αγγαρείες με βάζανε να τρέχω και τώρα έπρεπε να παραδώσω τον ελεεινό εκείνον φάκελο που είχα σιχαθεί να τον κουβαλώ αλλά δεν έβρισκα με τίποτα τη διεύθυνση, όποιον κι αν ρωτούσα δεν ήξερε, όπως στεκόμουν ζαλισμένος στην είσοδο ενός κτιρίου ένας τύπος 60- 70 χρονών μου χαμογέλασε, κρατούσε την πόρτα της εισόδου ανοιχτή, με κάποιο τρόπο δημιουργούνταν ρεύμα αέρα που κυκλοφορούσε από τα παράθυρα κι από τον εξαερισμό κι έβγαινε ακριβώς στην είσοδο, σ εκείνο το σημείο μόνο, πουθενά αλλού, ο τύπος εκείνος το είχε βρει και δεν το άφηνε, ‘’Μπορείς να κρατάς λίγο την πόρτα;’’ μου είπε, στάθηκα κι εγώ εκεί πέρα με τον άγνωστο τύπο κρατώντας το πόμολο, γυρεύοντας το μαγικό αεράκι να με ξανανιώσει...

Καλά το καλοκαίρι είναι ζόρικη φάση, τι να λέμε τώρα, άλλη κατάσταση, άλλος κόσμος, όλα τα παλαβά και τα κακά τότε συμβαίνουν, καταστροφές εθνικές, εισβολές αλλοφύλων, πυρκαγιές, σεισμοί, πόλεμοι, πραξικοπήματα, αιματοχυσίες, τραγωδίες, προσφυγιές, ο κόσμος σα να το προαισθάνεται προσπαθεί να φύγει, όλοι θέλουν να το σκάσουν, κάποιος μου έλεγε ότι θέλει να πάει σε μια παραλία πλατιά με αμμουδιά απαλή σαν σιμιγδάλι, ένα παιδί μιλούσε για κάμπινγκ καλοκαιρινά, βράχια, γυναίκες γυμνές , σκηνές, βράχια, νύχτες ζεστές, στο μυαλό στριφογυρνούν αδιάκοπα εικόνες από νησιά, θάλασσες, καράβια, τουρίστες, σπίτια άσπρα, κύματα, ένα άλλο παιδί θα πήγαινε Πελοπόννησο, οι θείοι του είναι κατά κει, πολύ του αρέσει ο ξερότοπος της Μάνης, μπορεί να πάει και πεζοπορία στον Ταΰγετο, λέει ότι είναι πολύ ωραίο βουνό…

Όλα το καλοκαίρι συμβαίνουν κι έμενα από κάπου θα μού ρχονταν, δεν τα έβλεπα καλά, ευτυχώς που είχα την Β και ξεχνιόμουν, αυτηνής το αυτάκι δεν ίδρωνε, είχε κάνει τα μπανάκια της το μωρό μου και ήταν άνετο, μαζί είχαμε πάει σ ένα υπόγειο όπου ήθελε να δοκιμάσει γυαλιά, έβαζε κάτι τεράστια σαν αυτά που φορούν οι πρωταγωνίστριες στις παλιές ασπρόμαυρες αμερικάνικες ταινίες, και κάτι άλλα φορούσε σε σχήμα καρδιάς, και κάτι άλλα με καθρέφτες χρωματιστούς, και κάτι άλλα όλα της πήγαιναν! Είχε εκείνον τον ιδιαίτερο τύπο προσώπου που ταιριάζει με όλους τους τύπους των φακών, καθόμουν εκεί σε μια καρέκλα και την χάζευα που καμάρωνε και χαμογελούσε, ήταν σωστό φωτομοντέλο φίλε μου, έπαιρνε εκείνο το ύφος το ψαρωτικό φορώντας γυαλιά όπως αυτά των μπάτσων κι όλοι εκεί στο μαγαζί την χαλβάδιαζαν ενώ εγώ ήθελα να τους πω ‘’ Μάγκες μακριά απ’ το μωρό μου!

Θα μπορούσα να την είχα πάρει μαζί μου στο κότερο, αυτή πέθαινε για τέτοια κι ο Λάζαρος δεν θα είχε αντίρρηση, το αντίθετο μάλλον, στο κατά κάτω θα έδινα κάτι παραπάνω, ήθελα κι εγώ να διασχίσω το Αιγαίο χαζεύοντας τη νύχτα τα φώτα των πόλεων στις απέναντι ακτές, να αντικρίσω νησιά κατάφυτα και βράχια άσπρα γεμάτα θαλασσοπούλια, ήθελα να δω κι εκείνη την αρχαία πόλη με το ναό του Δία και τις κολώνες λουσμένες στο φως του ήλιου...

Μα πιο πολύ ρε φίλε ήθελα να δω ένα θέατρο αρχαίο που υπήρχε σ εκείνη την ερειπωμένη πόλη χτισμένο σε μια πλαγιά αντίκρυ ακριβώς στη θάλασσα, ο Λάζαρος είχε πάθει πλάκα, δεν είχε ξαναδεί πιο ωραίο θέατρο στη ζωή του, ‘’Φαντάσου…’’’ μου έλεγε ‘’…να βλέπεις από κει το απομεσήμερο αγώνες, αθλητές απ’ την Σικελία, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, απ’ όλες τις πόλεις της μεσογείου να τρέχουν απέναντι στο ηλιοβασίλεμα και στο κύμα κουβαλώντας το κράνος και την πανοπλία τους, άλογα να γεμίζουν σκόνη τον τόπο καλπάζοντας, σέρνοντας άρματα, στρίβοντας απ’ τον στίβο κάθε φορά με τους αφρούς να τρέχουν απ’ τα ρουθούνια τους, φαντάσου δίσκους μεταλλικούς, σφαίρες πέτρινες, ακόντια να φεύγουν ψηλά και να καρφώνονται στην άμμο, κόσμο και θεατές να επευφημούν και να φωνάζουν όρθιοι, να παραληρούν από ενθουσιασμό όποτε κάποιος δικός τους κέρδιζε στην πάλη , καλά δεν πρέπει να υπήρχε ωραιότερο θέαμα!’’
Ήμουν σα ζαλισμένος, για λίγο ένιωθα ότι ήμουν κι εγώ σ εκείνο το στάδιο το αρχαίο αντίκρυ στο κύμα βλέποντας αθλητές να τρέχουν στην άμμο, ‘’Ποιον ψάχνεις νεαρέ;’’ με ρώτησε ο ασπρομάλλης που κρατούσε την πόρτα για ν τον φυσά το ρεύμα, του έδειξα τη διεύθυνση, ‘’Για μένα είναι, έλα μαζί μου!’’

Ανεβήκαμε με τα πόδια κάνα δυο ορόφους, σχεδόν έτρεχε, δεν τον προλάβαινα, φαινόταν πολύ αθλητικός, σταματήσαμε μπροστά από μια πόρτα μ’ ένα πλέγμα σιδερένιο μπροστά της, ξεκλείδωσε τη σιδεριά πρώτα και μετά την βαριά πόρτα που έτριξε, μπήκαμε στο γραφείο του, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, κάτι μ’ έπιασε τότε και ήθελα να μάθω ποιος ήταν εκείνος ο άνθρωπος, από πού έρχονταν, τι έκανε εκεί πέρα, γιατί δεν πήγαινε σε καμιά παραλία όπως όλος ο κόσμος, κι ακόμα τι στο διάβολο είχε εκείνος ο φάκελος που του έφερνα, σα να κατάλαβε τι σκεφτόμουν άρχισε να μουρμουρίζει πολύ χαμηλά, τόσο σιγά που έπρεπε να προσπαθώ για να καταλάβω τι έλεγε...

‘’ Το γραφείο αυτό τόχω εδώ και πενήντα χρόνια, από τότε που τελείωσα με το στρατό, τώρα το κρατά ο γιος μου, ακριβώς προτού απολυθώ μια νύχτα, ήρθε εντολή να βγούμε με τα άρματα στην πόλη, ήμουν επικεφαλής πληρώματος, όταν έδωσαν σε όλους μας από τρεις γεμιστήρες με σφαίρες άρχισα να φοβάμαι, που πηγαίναμε, τι ήθελαν από μας, στο άρμα μέσα κανείς δε μιλούσε, διασχίσαμε την πόλη που κοιμόταν, οι δρόμοι έρημοι, περάσαμε από μια μεγάλη λεωφόρο και βρεθήκαμε μπροστά σ ένα σιντριβάνι , έλα να δεις!’’ Άνοιξε το παράθυρο ‘’Το βλέπεις, μέχρι εκείνη την ημέρα δεν το είχα προσέξει, καθόμουν στον πυργίσκο και χάζευα το συντριβάνι, ένιωθα όμορφα, ‘’Τελικά δεν ήταν τίποτα!’’ σκεφτόμουν όταν ένα κορίτσι μια σταλιά με μαλλιά μαύρα εμφανίστηκε πίσω απ’ το σιντριβάνι κι άρχισε να με βρίζει, εμένα προσωπικά, που στο διάβολο με ήξερε, τι της είχα κάνει, φώναζε τόσο υστερικά, έβριζε τόσο άσχημα που ήθελα να το σκοτώσω, είχα λυσσάξει, μπορούσα να την πυροβολήσω εκεί επί τόπου και κανείς δε θα μού λεγε τίποτα, πραξικόπημα γίνονταν φίλε, την κοίταξα λίγο καλύτερα και κατάλαβα ότι την ήξερα, το πιστεύεις, την ήξερα, η πόλη αυτή είναι τόσο μικρή, δεν θυμόμουν που αλλά την είχα ξαναδεί, την ήξερα σίγουρα κι όμως ήμουν έτοιμος να τη γαζώσω εκεί επί τόπου, πήρα μια ανάσα βαθιά μέσα μου και διέταξα τον οδηγό να στρίψει και να συνεχίσει, το άρμα βόγκηξε λίγο κι έπειτα ξεκίνησε πάλι να προχωρά στη λεωφόρο γδέρνοντας την άσφαλτο...

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

ΚΟΧΥΛΙΑ ΑΛΙΠΟΡΦΥΡΑ


 Ξαφνικά ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση κι έστρεψε τη φωτιά κατευθείαν πάνω του, όπως ήταν αφηρημένος άργησε πολύ να το καταλάβει μέχρι που αντίκρισε τις φλόγες και το πορτοκαλί ντουμάνι να τρέχει με μανία προς το μέρος του, ευτυχώς είχε τη μηχανή του τρακτέρ αναμμένη, ο πατέρας του έλεγε πάντα να μη σβήνει ποτέ το τρακτέρ όταν ήταν μόνος στο χωράφι, πήδηξε στο τιμόνι κι έβαλε μπρος με κατεύθυνση τη φωτιά, έπρεπε να βγει γρήγορα από κει μέσα, τα χόρτα και οι θάμνοι καίγονταν με απίστευτη ταχύτητα καθώς ήταν ξερά σαν φρύγανα τόσες μέρες με λιοπύρι και θερμοκρασίες Σαχάρας, γκάζωσε τη μηχανή νιώθοντας τις λαμαρίνες να φλέγονται.


Ο ηλίθιος ο γείτονας που είχε βάλει φωτιά στην καλαμιά έφταιγε, εκείνος ο βλάκας ήθελε να κάψει τα κλαδιά που είχαν απομείνει απ’ το κλάδεμα και μετά του ξέφυγε, καλά αν γλύτωνε από κει μέσα θα τον σκότωνε, πόσο χαμένος ήταν να βάζει φωτιά σε τέτοιες θερμοκρασίες, και του τόχε πει να προσέχει όμως εκείνος ότι σκουπίδια μάζευε ήθελε να τα καίει, δεν άφηνε τίποτα, καλά ο τύπος ήταν πυρομανής! Απ’ το διπλανό χωράφι οι φλόγες είχαν περάσει γρήγορα στο δικό του κτήμα κατακαίγοντας ότι έβρισκαν στο δρόμο τους και τώρα κινδύνευε να γίνει ψητό κοτόπουλο, όπως περνούσε με το τρακτέρ μέσα απ’ το πύρινο μέτωπο σκεφτόταν ότι αυτό ήτανε, δεν θα έβγαινε ζωντανός από κείνη τη κόλαση !


Μα πόση ζέστη έκανε εκείνες τις μέρες ρε φίλε, βασικά ολόκληρο το καλοκαίρι ήταν καυτό, κουραστικό, ατελείωτο, έτσι του είχε φανεί, από νωρίς είχαν πιάσει οι ζέστες και δε λέγανε να ησυχάσουν ούτε μια μέρα, τα δελτία ειδήσεων μιλούσαν για φωτιές σ όλη τη χώρα αλλά κι αλλού, σε διάφορες μεριές του πλανήτη, δάση και σαβάνες καίγονταν σα λαμπάδες, φαίνεται ότι είχαν καλοκαίρι και κατά κει και φλέγονταν. Η ζέστη είχε επηρεάσει τους ανθρώπους, τις προάλλες που είχε κατεβεί στην πόλη του έκανε εντύπωση που όλοι μες τα αστικά είχαν νεύρα, όλοι ήθελαν να πλακωθούν μεταξύ τους, οι σκύλοι κοιμούνταν ξεροί στην άσφαλτο μετά την ζέστη της νύχτας, αμάξια τρακάριζαν στα σταυροδρόμια γεμίζοντας τον τόπο γυαλιά και θρύψαλα, ‘’Ο κόσμος στην πόλη σαλτάρει το καλοκαίρι!’’ σκεφτόταν. Το μόνο πράγμα που του είχε αρέσει στην πόλη ήταν μια καφετερία σ ένα κτίριο ψηλό με κάτι σημαίες που ανέμιζαν και πλατάγιζαν αδιάκοπα, ενώ παντού γύρω καίγονταν το σύμπαν εκεί πάνω είχε δροσιά, σχεδόν κρύο, στα μαρμάρινα τραπέζια παραδίπλα υπήρχαν φλιτζανάκια του καφέ και κάτι λουκούμια χρωματιστά πορτοκαλιά και κίτρινα, από κάτω απλώνονταν η θάλασσα με κάτι καράβια φορτηγά κι ένιωθες ότι ήσουν στην κορυφή κάποιου κρουαζιερόπλοιου κάνοντας περιοδεία ανάμεσα σε νησιά, καλά ήταν φοβερή φάση! Το βράδυ είχε μείνει σ ένα ξενοδοχείο, δε μπορούσε να δροσιστεί, κυλιόταν στο κρεβάτι σέρνοντας σεντόνια και μαξιλάρια, αργά τη νύχτα βγήκε στο διάδρομο κι άνοιξε ένα παράθυρο να καπνίσει, ένας νεαρός εμφανίστηκε απ’ το βάθος του διαδρόμου κουβαλώντας μια τεράστια φιάλη νερού, με το που την προσάρμοσε στον ψύκτη χιλιάδες φυσαλίδες άρχισαν ν ανεβαίνουν σαν πεταλούδες μικρούτσικες που πετούν όλες μαζί προς τα πάνω.. 

Και στο χωριό έκανε ζέστη τρομακτική εδώ και μέρες κι ήταν επόμενο όλα να είναι έτοιμα για μπουρλότο, όπως έτρεχε να ξεφύγει τη φωτιά σκεφτόταν ότι αν δεν προλάβαινε να τη σβήσει θα μπορούσε να κάψει όλον το στάβλο και τα ζώα μαζί που ήταν δεμένα εκεί μέσα και ήδη μουγκάνιζαν διαισθανόμενα το κακό, όσο για τον αχυρώνα, καλά αυτός αν έπαιρνε φωτιά θα γίνονταν το σώσε, τα δεμάτια του σανού άναβαν απ’ τη ζέστη και το μέρος όταν έμπαινες μέσα σε πλάκωνε με κείνη την αποπνικτική βαριά μυρουδιά του χορταριού που είναι φρέσκο ακόμα, εκεί μάζευαν όλο το τριφύλλι , το άχυρο και κάτι άλλα χόρτα άγρια που του είχε δείξει ο πατέρας του, μέσα σε μεγάλα βαρέλια είχαν τους γιαρμάδες όπως τους λέγανε, τα αλεσμένα καλαμπόκια δηλαδή όλα αυτά θα γίνονταν στάχτη!


Ο αχυρώνας θα καίγονταν ο στάβλος όμως πιθανόν να τη γλύτωνε, αυτός ήταν άλλο πράγμα, ήταν χτισμένος από πέτρα και τα ζώα κοιμούνταν ήσυχα το βράδυ στη δροσιά του βγάζοντας αναστεναγμούς βαθιούς χορτάτα από φαΐ και νερό. Ο γέρος του είχε φέρει έναν μάστορα κι έφτιαξε το στάβλο γερό, σταθερό, στην αρχή σκόπευε να κάνει τον στάβλο σπίτι κατοικήσιμο, μετά άλλαξε γνώμη όμως οι χοντροί πέτρινοι τοίχοι είχαν απομείνει από τότε, πολλές βραδιές όταν είχε ζέστη ανυπόφορη στο σπίτι τους ο γέρος έρχονταν και κοιμόταν στο στάβλο κουβαλώντας το ντιβάνι και τα σεντόνια του. Ο πατέρας του βέβαια δεν καταλάβαινε τίποτα όταν επρόκειτο για τον ύπνο του, δεν τον έχανε με τίποτα, αφού κάποτε που δεν έβρισκε δροσιά πουθενά είχε πάρει το τρακτέρ και πήγε σ ένα ξωκλήσι χτισμένο σ ένα ύψωμα γεμάτο βράχια όπου έμενε μόνο ένα καλόγερος παράξενος, ένας ονειροπόλος, κοιμήθηκε εκεί πάνω τη νύχτα και το φχαριστήθηκε, στο ξωκλήσι φυσούσε αέναα όλο το χρόνο ότι και να γίνονταν...


Ο γέρος του ήταν μυστήριος, έβλεπε μπροστά, το είχε φτιάξει ωραίο το κτήμα, δούλευε μέρα νύχτα εκεί πέρα, που τον έβρισκες που τον έχανες το γερο του πάντα στο κτήμα ήτανε σκάβοντας , κλαδεύοντας, χτίζοντας αποθηκούλες και κοτέτσια, μέχρι και μια δεξαμενή νερού στην άκρη του χωραφιού είχε φτιάξει όπου μάζευε νερό της βροχής για το πότισμα των δέντρων που είχε φυτέψει. Στην πραγματικότητα βέβαια εκείνη την δεξαμενή την είχε φτιάξει ο παππούς του, άλλη περίπτωση κι εκείνος, από κάποιο νησί είχε έρθει και ήξερε από λειψυδρία και ξέρα, ο παππούς είχε κατασκευάσει στο κτήμα και πατητήρι για τα σταφύλια με εσωτερική επίστρωση από ένα μίγμα που περιείχε κεραμίδι σε σκόνη με μια υφή σα γυαλί, αυτή ήταν η μόνωση του και δεν έχανε σταγόνα από κείνο το κρασί στο χρώμα του ήλιου που έφτιαχνε. Τον θυμόταν τον παππού να του μιλά για τις παλιές στέρνες και τις υδατοδεξαμενές στα νησιά που βρίσκονταν εκεί από τα αρχαία χρόνια μέσα στα κάστρα για τις περιόδους πολιορκίας από πειρατές κι άλλους δαιμόνους, τις έχτιζαν λέει εκείνες τις δεξαμενές χρησιμοποιώντας τέφρα που υπήρχε άφθονη στο νησί και λειτουργούσε σαν τσιμέντο δένοντας τις πέτρες, όλα τα σπίτια στο νησί τα φτιάχνανε χρησιμοποιώντας αυτήν την τέφρα. Όταν κάποτε είχε τύχει να πάει στο νησί του παππού του είχε δει ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα πολύ παλιά τέτοιες στέρνες ακριβώς με τοιχώματα κοκκινωπά, ένας αρχαιολόγος του είχε εξηγήσει ότι οι νησιώτες καμιά φορά έβαζαν στο μίγμα της μόνωσης σκόνη από κοχύλια που χρησιμοποιούσαν για να βάψουν τα υφάσματα, στο νησί λέει κάποτε φτιάχνονταν υφάσματα περίφημα που πουλιούνταν σ ολόκληρη τη Μεσόγειο, εκείνα τα κοχύλια έδιναν στην επίστρωση ένα χρώμα αλιπόρφυρο. Και τη δικιά τους στέρνα έτσι την είχε φτιάξει ο παππούς του, μ εκείνο το αργιλώδες κονίαμα από άμμο και μια σκόνη παράξενη που έδινε στα τοιχώματα υφή στιλπνή, υπέροχη, όταν ήταν μικρός καθόταν στο χείλος της στέρνας και χάζευε εκείνη την επίστρωση με τα εκατομμύρια κόκκων που άστραφταν στον ήλιο ...


Τώρα είχαν αλλάξει βέβαια οι εποχές αλλά η σοφία των παλιών ήταν πάντα χρήσιμη κι αυτός κοίταζε τι μπορούσε να κάνει σ εκείνο το κτήμα όπου το νερό κάθε χρόνο λιγόστευε, πόσο δεν είχε ψάξει, τι βιβλία δεν είχε διαβάσει, τι προγράμματα επιδοτούμενα προσπαθούσε να βρει που θα τον βοηθούσαν, πολύ τον είχε βασανίσει αυτό το θέμα, τώρα όμως είχε άλλα προβλήματα, έτρεχε να γλυτώσει απ’ τη φωτιά, ήξερε ότι αν απλώνονταν σ’ όλο το χωράφι και τον κύκλωνε την είχε βαμμένη, παντού γύρω καίγονταν και λαμπάδιαζαν θάμνοι που είχαν φυτρώσει όλον αυτόν τον καιρό, ακακίες, πουρνάρια, φτελιές, ένα σωρό δαίμονες που όλο έλεγε να τους καθαρίσει κι όλο βαριότανε τώρα θα τον έκαιγαν ζωντανό, έπρεπε να βγει γρήγορα από κει μέσα, στο κουβούκλιο του τρακτέρ η ζέστη ήταν τρομερή, ακόμα και το τιμόνι είχε αρχίσει να καίει, το χειρότερο θα ήταν να κολλήσει σε καμιά λακκούβα λασπωμένη και να καεί, καλά αυτό θα ήταν μεγάλη γκαντεμιά !


Έκανε ελιγμούς με το τρακτέρ προσπαθώντας να οδηγεί από σημεία που του φαίνονταν λιγότερο επικίνδυνα, οι καπνοί ήταν πυκνοί πολύ και δεν έβλεπε τη τύφλα του, όλο αυτό το πράγμα είχε κρατήσει μερικά λεπτά όμως του είχε φανεί σα να βρίσκονταν εκεί πέρα διακόσια τόσα χρόνια, είχε αρχίσει να τα παίζει, ευτυχώς το μέτωπο της φωτιάς δεν ήταν μεγάλο, αν είχε λίγο βάθος ακόμα δεν θα άντεχε, με το που βρήκε από κείνο το χαμό πήδηξε απ το τρακτέρ κι έτρεξε κατευθείαν στη στέρνα που υπήρχε στην άκρη του κτήματος, τα ρούχα του έκαιγαν, το σώμα του φλογίζονταν, πήρε φόρα και βούτηξε όπως ήτανε, η στέρνα είχε βάθος κάπου ενάμιση μέτρο και το κεφάλι του άγγιξε τον πάτο, το σώμα του ένιωσε την ευεργετική αίσθηση του υγρού στοιχείου. Όπως έβγαινε απ’ το νερό με την άκρη του ματιού είδε εκείνη την στιλπνή επίστρωση που τόσο του έκανε εντύπωση όταν ήταν μικρός, το μυαλό του καθάρισε αυτόματα, ένιωσε καλύτερα, βγήκε μουσκεμένος ως το κόκαλο, τα ρούχα έσταζαν και κρέμονταν πάνω του, πήρε βαθιές ανάσες, πίσω του η φωτιά είχε ήδη ξεθυμάνει καθώς ο αέρας άλλαξε πάλι κατεύθυνση και την γύρισε προς τα πίσω όπου ξεθύμανε καθώς δεν είχε τίποτα άλλο να κάψει, έψαξε το μπουκάλι του νερού που είχε κάτω απ’ το κάθισμα του τρακτέρ και ήπιε λαίμαργα, το μάτι του έπεσε στα κίτρινα λουλούδια μιας αγκαθωτής φραγκοσυκιάς που σείονταν στον άνεμο ποτέ δεν είχε καταλάβει πως φύτρωσε εκείνο το πράγμα στο κτήμα του, πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε μόνο κατάλαβε πόσο είχε κινδυνέψει.


Το τρακτέρ τον είχε σώσει, αν δεν ήταν εκείνο δε θα τη γλύτωνε το ήξερε πάντα ότι οι συμβουλές του πατέρα του δεν ήταν τυχαίες, κι εκείνη η στέρνα πάλι που είχε βουτήξει τι πράγμα ήτανε, λες και την είχαν φτιάξει γνωρίζοντας ότι θα γίνονταν αυτό κάποτε, έπρεπε ν ανάψει από μια λαμπάδα στο μπαμπά και στον παππού του που ήταν πια μακαρίτες, όπως ηρεμούσε σιγά σιγά ένιωθε τη γάμπα του να μουδιάζει, δε μπορούσε να λυγίσει το πόδι του, είχε πάθει κράμπα απ’ την υπερένταση κι ούτε που το είχε πάρει χαμπάρι, έτριψε τον μαλακό μυ να τον ηρεμήσει λίγο, η ζέστη έμοιαζε να υποχωρεί, ο αέρας μύριζε καμένο χορτάρι, μια ομάδα από μαύρα σύννεφα μαζεύονταν κατά τη δύση προαγγέλλοντας καταιγίδα, πέρα μακριά μερικά πρόβατα τραβούσαν κατά το μαντρί τους καθώς νύχτωνε, ένα απ αυτά είχε απομείνει μοναχό του πίσω βόσκοντας, όταν διαπίστωσε ότι τα άλλα είχαν απομακρυνθεί άρχισε να τρέχει...

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

TRUMPETS

...your love feels like high summer
your life is like an ocean
...your love feels like trumpets

The Waterboys


Στο χωριό το βράδυ έκανε ψύχρα μες το κατακαλόκαιρο, είχαμε παγώσει, κι ήταν κι εκείνα τα νερά τα κρύσταλλα που έτρεχαν παφλάζοντας σε μια γούρνα πέτρινη, καλά ήταν τέλεια και να σκεφτείς ότι όλη μέρα είχαμε πεθάνει απ’ τη ζέστη, υποφέραμε στα καταραμένα τα λεωφορεία περνώντας από χωριά έρημα και χωράφια γεμάτα στάρια θερισμένα και τριφύλλια που ποτίζονταν από στήλες νερού, έσκαγε ο τζίτζικας, επιβάτες κάθε τρεις και λίγο ανέβαιναν και κατέβαιναν τραβώντας και γυρνώντας απ τη θάλασσα κι εκεί πάνω στο χωριό ρε φίλε ήταν ο παράδεισος επί γης, δροσιά, νερά κρύα και κάτι φαγητά που τα ξεσκίσαμε, ο αέρας φυσούσε ανάμεσα στα παλιά σπίτια με τους χοντρούς τοίχους, καλά ήταν τέλεια!

Τα βράδια κοιμόμασταν μια χαρά σ εκείνο το χωριό, εγώ να σκεφτείς δεν μπορώ να κοιμηθώ σ’ άλλο κρεβάτι εκτός απ’ το δικό μου, όλη νύχτα στριφογυρνώ σα δαίμονας εκεί όμως κοιμόμουν σαν πουλάκι. Το πρωί δυο καρδερίνες με μια λωρίδα κόκκινη γύρω απ’ το λαιμό φλερτάριζαν πάνω σ’ ένα καλώδιο της ΔΕΗ καθώς ξεκινούσαμε για τη θάλασσα, η Β δεν τρελαίνονταν με τα νερά της παραλίας, δεν ήταν καθαρά γιατί ένα ποτάμι κατέβαζε απ το βουνό χώματα και πέτρες όλο το χειμώνα, δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να μπει, τελικά μπήκε, την ακολούθησα αφού με πασάλειψε πρώτα με κάτι κρέμες. Κολυμπούσε σα δελφίνι, εγώ ποτέ δεν τη χώνεψα τη θάλασσα, προτιμούσα πάντα τα δροσερά βουνά, μετά από λίγο βγήκαμε στην ακτή, καθίσαμε κάτω από κάτι πλατάνια πολύ ψηλά, μια παρέα Κινέζων, που στο δαίμονα βρεθεί κατά κει δε μπορούσα να καταλάβω, χαλούσαν τον κόσμο τρώγοντας νουντλς και καβούρια τεράστια, σανδάλια φορούσαν όλοι στα πόδια τους, για κάποιο λόγο ήμουν ήρεμος, δε βαριόμουν ένα περίεργο πράγμα, ‘’Τελικά δεν είσαι κακός για παρέα!’’ μου είπε ‘’Περίμενα ότι θα με έπρηζες με τα αγχωτικά σου αλλά τελικά είσαι εντάξει, θα σε ξαναπάρω μαζί μου !’’

Είχε το λόγο της βέβαια που φοβόταν, την τελευταία φορά που είχαμε πάει μαζί διακοπές είχα χάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, δε μπορούσα να καταλάβω που στο διάβολο είχαν εξαφανιστεί, ‘’Καλά εσύ παιδί μου είσαι ντιπ βλάκας!’’ μου είχε πετάξει ‘’Κοιμάσαι όρθιος!’’ είχα φάει τον τόπο να τα βρω εκείνα τα κλειδιά τα καταραμένα, όλο πράγματα έχανα, ‘’ Δε μπορείς να σκέφτεσαι λιγότερο!’’ μου είχε πει, είχε δίκιο βέβαια, το κορίτσι ήθελε να χαλαρώσει κι εγώ όλο βλακείες έκανα, βέβαια το καλοκαίρι, οι γυναίκες είναι μες τα νεύρα, δεν αντέχουν καθόλου , μοιάζουν να τρελαίνονται, το παραμικρό τις ενοχλεί, τους προκαλεί ανησυχία κι ενόχληση, δεν θέλουν κανένα δίπλα τους, τρώγονται με τα ρούχα τους, θέλουν να τα πετάξουν όλα, μπορούν να σε πλακώσουν στο ξύλο…

Ύστερα απ’ τη θάλασσα γυρνούσαμε στο χωριό που ήταν χτισμένο ψηλά σ ένα βουνό, ωραία περνούσαμε σ εκείνο το χωριό με τα νερά τα παγωμένα που έτρεχαν μέσα σε γούρνες πέτρινες, πολύ παλιές, άλλες φορές σταματούσαμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο με σιροπιαστά, θα μπορούσα να φάω όλο το κουτί που παραγγέλναμε αν δεν ήταν η Β, καλά ήταν φοβερό σημείο, τα δέντρα από πάνω υψώνονταν πανύψηλα ρίχνοντας τον ίσκιο τους, από δίπλα δαμασκηνιές με φυλλώματα βυσσινιά, πεύκα και πικροδάφνες άσπρες, πελώριες, γεμάτες λουλούδια έξοχα! Φυσούσε συνέχεια σείοντας αέναα τις ροζ πικροδάφνες, σε μια αλάνα κοντά σ’ έναν φράχτη φτιαγμένο από κέδρους σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου καρακάξες στραπατσαρισμένες απ τη ζέστη της μέρας τσαλαβουτούσαν ανάμεσα στα χορτάρια ψάχνοντας κάτι να φάνε, λένε ότι είναι απ’ τα πιο έξυπνα πουλιά που κουβαλούν στη φώλια τους νομίσματα χρυσά κι ότι τους γυαλίσει, αν βρεις λέει το λημέρι τους μπορεί να χουν εκεί μέσα τίποτα λίρες και δαχτυλίδια, εμένα πάντως όπως χοροπηδούσαν αδέξια κι άγαρμπα στραπατσαρισμένες απ’ τη ζέστη μου φαίνονταν εντελώς ηλίθιες!

Τις είχα λυπηθεί όμως τις καημένες τις καρακάξες, τα ζώα υποφέρουν το καλοκαίρι, είναι μια εποχή σκληρή ειδικά για όσους ζουν στην πόλη, ούτε που ήθελα να θυμάμαι την κατάσταση που είχα αφήσει πίσω μου, μερικές μέρες δεν φυσούσε ούτε για δείγμα μια ανάσα να πάρεις, ζητιάνοι κι άστεγοι κοιμούνταν στα παγκάκια, ένα πρωί σε μια πιάτσα ταξιτζήδων είχα δει μια μικρή λίμνη αίματος, στην αρχή νόμιζα ότι ήταν σοκολάτα από κάποιο παγωτό ή κάτι τέτοιο μετά όμως πρόσεξα ότι ήταν αίμα, βαθύ κόκκινο σχεδόν μαύρο, ποιος ξέρει τι είχε συμβεί το βράδυ εκεί πέρα, οι ταξιτζήδες πάντως έδειχναν αδιάφοροι, μερικοί κοιμόταν με το κεφάλι πάνω στο τιμόνι, όταν ξαναπέρασα από κει είχαν ξεπλύνει με νερό τον τόπο, τα μάρμαρα είχαν ξαναγίνει άσπρα, δεν υπήρχε τίποτα πλέον...

Την είχα ξεχάσει εντελώς την πόλη, είμαστε πια αρκετές μέρες σ εκείνο το μέρος με τα παγωμένα νερά, αργόσχολος όπως ήμουν περνούσα την ώρα μου με τους χωρικούς, άλλωστε δεν ήταν σοφό να μένω πολύ ώρα με τη Β, οι υψηλές θερμοκρασίες ήταν ότι χειρότερο γι αυτήν, όταν είχε νεύρα μπορούσε να γίνει τόσο κακιά, μα τόσο κακιά σα μάγισσα! Ήταν ικανή να σε τρομάξει του θανατά, εγώ βέβαια ήξερα, η ίδια μου το είχε πει, ότι σ αυτούς που αγαπούσε έδειχνε τον χειρότερο εαυτό της σα να ήθελε να τους δοκιμάσει, να τους προειδοποιήσει κι όποιος αντέξει, τα κάνουν αυτά οι γυναίκες συχνά, δεν πρέπει να τσιμπάς, τα ήξερα όλα αυτά αλλά ώρες ώρες γίνονταν τόσο αφόρητα σπαστική που ήθελα να τη στείλω στο διάβολο να τελειώνουμε, πλησίαζαν όμως τα γενέθλια της κι έκανα υπομονή...

Έβρισκα κάτι να κάνω πάντα, κάποτε πήγαινα στη λαϊκή που γίνονταν εκεί πέρα να ψωνίσω, ωραία ήταν, όλες οι γυναίκες μαζεύονταν γύρω από τον πάγκο με τα λουλούδια, αγόραζαν μαστιχιές, ορτανσίες, μολόχες σε γλάστρες μεγάλες, βασιλικούς, ζέρμπερες, γαρύφαλλα κινέζικα, μπουκαμβίλιες, πετούνιες και κάτι άλλα λουλούδια αναρριχώμενα με τεράστια πέταλα κατακόκκινα. Κατόπιν σταματούσα στο καφενείο, είχα γνωρίσει κι έναν γέρο σ’ αναπηρικό καροτσάκι που όποτε έπινε ούζο έβγαζε έναν στεναγμό ευχαρίστησης ααααχ! Κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα σουγιαδάκι με λάμα γυαλιστερή, μ αυτό έτρωγε, μ’ αυτό καθάριζε τα φρούτα, λέγανε ότι είχε πολλά λεφτά, είχα ακούσει ότι στο σπίτι του είχε κι ένα διαμάντι πολύτιμο που προέρχονταν απ’ το στέμμα του Αλή Πασά, οι πρόγονοι του λέει ήταν γιατροί στην αυλή του Αλβανού και τους το είχε δώσει ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους, λέγανε ότι η αξία του ήταν ανεκτίμητη, δεν τό βρισκες εύκολα τέτοιο πετράδι, είχε την ιδιότητα να μη χάνει τη λάμψη και τη λαμπερότατα του με τα χρόνια, ήταν ένα κομμάτι εξαιρετικό, σπουδαίο!

Μια μέρα ο ανάπηρος ο παππούς μου ζήτησε αν μπορούσα να του πάω στο μάστορα ένα πράγμα ασήκωτο που έμοιαζε με κοχλία ατσαλένιο, ούτε που ήξερα που στο δαίμονα το χρησιμοποιούσε, μια βίδα είχε σπάσει στο εσωτερικό του κι έπρεπε να βγει με κάποιο τρόπο, έψαχνα έναν τεχνίτη μες τη ζέστη καταϊδρωμένος, τη μέρα εκείνη έκανε ζέστη διαβολεμένη ακόμα κι εκεί πάνω, ρώτησα κάτι χωρικούς, μ’ έστειλαν σ’ έναν τύπο με φόρμες γεμάτες γράσα που είχε ένα μαγαζί σαν τρύπα στενόμακρη , πήρε τον τεράστιο κοχλία, τον στερέωσε στον τόρνο κι έμπηξε ένα έμβολο στην καρδιά του γεμίζοντας τον τόπο ρινίσματα και στενές κορδέλες μετάλλου. Καθόμουν και χάζευα τον τύπο με τα γράσα, στο μαγαζί υπήρχαν ότι εργαλεία μπορείς να φανταστείς, σφυριά, βαριοπούλες, κοπίδια, χιλιοστόμετρα, ένα τενεκεδάκι με νερό όπου κρύωνε το καυτό μέταλλο. Δούλευε με ακρίβεια κι επιμονή ο τύπος με τα γράσα, προσπαθούσε να βγάλει τη βίδα που είχε κολλήσει μες τον κοχλία, μετά τον τόρνο χρησιμοποίησε την ηλεκτροσυγκόλληση κι όλος τόπος γύρω γέμισε σπίθες λαμπερές που χοροπηδούσαν στο πάτωμα μέχρι να σβήσουν, κρατούσε μια μάσκα μ ένα μεταλλικό μαύρο γυαλάκι μπροστά της που προστάτευε τα μάτια του απ’ το τρομερό φως που έβγαζε το μηχάνημα της κόλλησης, ζορίστηκε, γύρισε το μεταλλικό κομματικό απ’ όλες τις μεριές, δεν του άρεσε, ξανάπιασε τον τόρνο…

Καθόμουν και περίμενα να μου φτιάξει ο τύπος με τα γράσα τον κοχλία, έξω απ το μηχανουργείο βρήκα μια καρέκλα διαλυμένη και κάθισα κοιτάζοντας τον τύπο με τα γράσα που δούλευε όλη την ώρα το μέταλλο, αναρωτιόμουν πως θα ήταν την άλλη μέρα η Β, θα ήταν καλή μαζί μου ή θα με έπαιρνε σβάρνα, τελικά ο τεχνίτης που πρέπει να αν ικανός πολύ, το έφτιαξε όπως ήθελε, μέτρησε με το χιλιοστόμετρο, πήρε ένα κομμάτι σίδερο και το σφυρηλάτησε ακριβώς στο μέγεθος που είχε η βίδα που έλειπε, μετά τα γυάλισε όλα με τον τροχό, σαν καινούριος έδειχνε ο κοχλίας, το ατσάλι είχε ξαναγίνει γυαλιστερό εντελώς, ο γέρος θα έμενε σίγουρα ευχαριστημένος! Το πήρα εκείνο το κομμάτι το ατσαλένιο που έμοιαζε πολύ βαρύ και κίνησα για το σπίτι του παππού, τον βρήκα να καθαρίζει με το σουγιαδάκι του ένα ροδάκινο, πήρε τον κοχλία στο χέρι, τον ζύγισε στον αέρα, τον εξέτασε απ όλες τις μεριές, ‘’Καλή δουλειά!’’ μουρμούρισε...

Την άλλη μέρα το πρωί της αγόρασα μια τούρτα, την καλύτερη που βρήκα, μέχρι και κεράκι είχε ρε φίλε αλλά είχε τόσα νεύρα που ούτε καταδέχτηκε ν’ ανοίξει το κουτί, την περίμενα να ξεκινήσουμε πόση ώρα, είχα αρχίσει να κόβω φλέβες, φτάσαμε στην παραλία γύρω στο μεσημέρι κι όλες οι ξαπλώστρες ήταν πιασμένες, όπως έμπαινα στο νερό στο βυθό είχε κάτι πέτρες κοφτερές σα λεπίδια, παρά λίγο να σακατέψω τα ποδαράκια μου, η Β φυσικά κολυμπούσε σα ψάρι, γελούσε ολόκληρη, το υγρό ήταν το στοιχείο της,’’Χρόνια πολλά! Της είπα, ‘’Να τα κατοστήσεις!’’- ‘’Μα τι άχρηστος που είσαι!’’ μου φώναξε ‘’Ούτε μια ευχή δε ξέρεις να λες σωστά!’’ Ύστερα μ’ αγκάλιασε μες το νερό, το δέρμα της ήταν απίστευτα απαλό σάμπως η θάλασσα να το έκανε πιο διαυγές και πιο μαλακό, ο ήλιος έπεφτε πάνω στην επιφάνεια που αντανακλούσε εκατομμύρια ακτίνες σ όλες τις κατευθύνσεις, ‘’Χρόνια πολλά!’’ της είπα ξανά, με πήρε και με φίλησε στο στόμα μες το νερό, τα χείλη της ήταν κάπως προς το γλυκό, ντρεπόμουν λίγο αλλά δε με πείραζε, όπως άγγιζε τα χείλη μου μια μουσική που προέρχονταν απ το μυαλό μου και θύμιζε τρομπέτες βούιζε στ’ αυτιά μου...


Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Στο υπόγειο που κατέβηκε ο υδραυλικός το μέρος ήταν γεμάτο μετρητές του νερού και του ρεύματος, το κτήριο ήταν παλιό, τουλάχιστον πενήντα χρόνων, ένας ήχος σαν γουργουρητό υπόκωφο ακούγονταν από κάπου, δε μπορούσε να δει τη τύφλα του, έψαχνε ψηλαφιστά τον διακόπτη, άναψε το κινητό του να δει τι γίνεται, οι μεταλλικές ταινίες κινούνταν στα ρολόγια καταγράφοντας τις κιλοβατώρες, δε μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν η ΔΕΗ να δίνει ρεύμα σ’ ένα σωρό διαμερίσματα που δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς τους εδώ και χρόνια, ένας γνωστός του μάλιστα του είχε ζητήσει να κλέψει ρεύμα από κάποιον άλλον, γνώριζε μια πατέντα που δεν μπορούσαν να την καταλάβουν εύκολα οι καταμετρητές της υπηρεσίας, το είχε κάνει αρκετές φορές και το είχε τελειοποιήσει το σύστημα, για ένα μεγάλο διάστημα έτσι την έβγαζε κι αυτός, δεν περίμενε ποτέ ότι κάποια στιγμή θ’ αναγκάζονταν να κλέβει ρεύμα, πως είχε καταντήσει ρε φίλε ώστε να πειράζει τα ρολόγια σ’ εκείνο το υπόγειο, καλά άμα τον πιάνανε το ρεζιλίκι δε θα το άντεχε.

Ήταν πολύ σκοτεινά εκεί κάτω, δεν είχε ξανανοικιάσει υπόγειο, ευτυχώς υπήρχε μια έξοδος φωτεινή που έβγαζε σε κάτι πέτρες κοντά σ ένα τείχος αρχαίο κι από κέινη την έξοδο είχε βγάλει ένα σωρό σαβούρα και μπάζα σε σακούλες γαλάζιες, η έξοδος με τα βράχια τον είχε σώσει, από κει έσερνε τους σέκους πάνω σε κάτι σκαλοπάτια τσιμεντένια μέχρι να βγει στο δρόμο, καλά είχε σακατευτεί μιλάμε, οι υπάλληλοι του δήμου που είχαν έρθει να φορτώσουν τα μπάζα του έριξαν κάμποσα βρισίδια αλλά ούτε που τον ένοιαζε. Είχε κουραστεί πολύ να το φτιάξει το υπόγειο, του είχε βγει η πίστη κανονικά, δε μπορούσε να βρει κι εκείνον τον Αλβανό που τον βοηθούσε στις δουλειές κάθε φορά, καλά ο Αλβανός ήταν εντελώς βλαμμένος, δεν τον έβρισκες ποτέ στο τηλέφωνο αλλά τα χέρια του έπιαναν και δεν κουράζονταν με τίποτα ο σκύλος!

Μια φορά, αυτό είχε συμβεί πολύ παλιά, χειμώνας ήτανε, είχε βγει μια δουλειά φοβερή, θ’ άλλαζε τις εγκαταστάσεις σε μια πολυκατοικία ολόκληρη, τον χρειάζονταν επειγόντως αλλά ο Αλβανός ήταν εξαφανισμένος κι ο υδραυλικός αναγκάστηκε να πάει μέχρι τα προάστια μήπως τον πετύχει στο σπίτι του, είχε πέσει τότε ένα χιόνι άστα να πάνε, ο τόπος όλος είχε ασπρίσει μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι σου, τσαλαβουτούσε μες το άσπρο στρώμα που απλώνονταν ώσπου έφτασε στο υπόστεγο όπου κοιμόταν ο άλλος, χτύπησε την πόρτα, από μέσα δεν ακούγονταν άχνα, ο Αλβανός πλάγιαζε κάτω από δέκα κουβέρτες, είχε ξυλιάσει απ την παγωνιά, δεν άκουγε τίποτα, με τα πολλά ξύπνησε, όταν πήγαν ν’ ανοίξουν την εξώπορτα του υπόστεγου έπρεπε να βγάλουν ένα φορτηγό χιόνι από μπροστά της, ο Αλβανός γελούσε σα βλάκας, καλά ήταν πολύ κουφό όλο το σκηνικό.

Όσο έφτιαχνε το υπόγειο προσπαθούσε να μη δίνει στόχο, δεν ήθελε κανένας να πάρει χαμπάρι, ήθελε όλα να γίνουν όσο πιο αθόρυβα γίνεται, κάθε πρωί κουβαλούσε λίγα λίγα, τα πιο ελαφριά πρώτα τα πιο ασήκωτα κατόπι, άφηνε ανοιχτή την εξώπορτα όλη την ώρα για να μη ψάχνει τα κλειδιά του μέχρι που κάποιος τον πήρε είδηση και του είπε χαμηλόφωνα ‘’ Φίλε μην αφήνεις ανοιχτά, κυκλοφορούν γύφτοι!’’. Στο υπόγειο είχε μαζέψει ένα σωρό βιβλία και περιοδικά απ’ τα παλιατζίδικα, του άρεσε να ψάχνει παλιά βιβλία σε τέτοια μέρη, ότι έντυπα είχε μαζέψει κατά καιρούς τα στοίβαξε σ ένα σωρό σε μια γωνιά, κατά καιρούς τραβούσε απ’ το σωρό και διάβαζε κάποιο.

Ένα βράδυ όπως βαριόταν κι η τηλεόραση δεν έδειχνε τίποτα τράβηξε απ το σωρό ένα περιοδικό ταξιδιωτικό, όπως το ξεφύλλιζε κόλλησε σ ένα αφιέρωμα γεμάτο φωτογραφίες για τα τεράστια κύματα που δημιουργούνται από σεισμούς υποθαλάσσιους κι από εκρήξεις στον πάτο της θάλασσας χιλιόμετρα κάτω απ την επιφάνεια σε κάτι περιοχές που τις λένε δαχτυλίδια της φωτιάς καθώς τα ηφαίστεια φτιάχνουν ένα τόξο στο σημείο εκείνο όπου συγκρούονται οι τεκτονικές πλάκες που σχηματίζουν το ανώτερο στρώμα του πλανήτη. Κατά κει έλεγε το άρθρο σηκώνονται κάτι κύματα τόσο πελώρια που μπορούν να σκεπάσουν ένα σπίτι ολόκληρο, υπήρχαν και φωτογραφίες στο άρθρο που έδειχναν έναν παλιό φάρο χτισμένο πάνω στα βράχια να λούζεται απ’ τα τεράστια κύματα που έσκαγαν πάνω του με πάταγο, όπως διάβαζε ο υδραυλικός τον είχε συνεπάρει το κείμενο κι οι φωτογραφίες, πως του είχε ξεφύγει εκείνο το μέρος, γιατί δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ταξιδέψει κατά κει, και δεν ήταν μόνο τα κύματα, ήταν και κάτι τύποι τρελοί, γυμνασμένοι που γλιστρούσαν σα δελφίνια πάνω στο νερό κάνοντας ελιγμούς κι ακροβατικά καθώς το νερό τους ανέβαζε στον ουρανό κι από κει ψηλά τους γκρέμιζε στην άβυσσο, ρε φίλε αυτό το θέαμα ήθελε να το δει, καλά δεν πρέπει να υπήρχε στον κόσμο όλο πιο ωραίο πράγμα, σκεφτόταν !

Άμα είχε το χρήμα θα έβγαζε την άλλη μέρα ένα εισιτήριο για κείνο το μέρος με τα κύματα και τους άλλους που γλιστρούσαν σα δελφίνια πάνω στο γυαλιστερό νερό, όμως εκείνη τη στιγμή ούτε να το σκεφτεί δεν μπορούσε κι ένα φρεσκαρισματάκι το χρειάζονταν οπωσδήποτε ν’ αντέξει το καλοκαίρι που έρχονταν, οι θερμοκρασίες όλο κι ανέβαιναν γύρω κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη να τα παίζουν, στα λεωφορεία τα πρεζόνια ψήνονταν κι έτρεχαν ν ανοίξουν τα παράθυρα, τη νύχτα απορριμματοφόρα πήγαιναν κι έρχονταν στα στενά αδειάζοντας κάδους, κάποιοι μετακόμιζαν κι έσερναν ντουλάπες από πάνω του όλο το βράδυ, δε μπορούσε να ησυχάσει !

Ένα κούρεμα κι ένα ξύρισμα μπορούσε ακόμα να το πληρώσει, αυτή την πολυτέλεια θα την επέτρεπε στον εαυτό του, αποφάσισε να πάει σ ένα κομμωτήριο. Εκεί πέρα οι γυναίκες κάθονταν χαλαρές ρίχνοντας πίσω το κεφάλι, μιλούσαν στα κινητά, οι άνδρες πάλι δε γούσταραν πολλά πολλά, γρήγορα γρήγορα την κοπανούσαν, όπως τον κούρευε μια ξανθιά αυτός χάζευε έξω, μπροστά απ’ την τζαμαρία τη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς, το μέρος μπροστά στο μαγαζί ήταν ανοιχτό μέχρι μακριά πέρα κατά τη θάλασσα κι ήταν σα να έβλεπε έργο σε μια τηλεόραση μεγάλη από κείνες που μοιάζουν με σινεμά, οι δρόμοι κατέβαζαν νερό άφθονο, οι γριές δε μπορούσαν να περάσουν απέναντι, μερικές που δοκίμαζαν γίνονταν μούσκεμα μέχρι τον αφαλό, ‘’Που πάτε ρε θείες!’’ μουρμούριζε ο υδραυλικός γελώντας από μέσα του.

Είχε αρχίσει να το διασκεδάζει, το πράγμα όσο πήγαινε κι εξελίσσονταν σε φαντασμαγορία, οι χείμαρροι παρέσερναν απ’ τα σκουπίδια που υπήρχαν δίπλα στους κάδους καρέκλες, ντεπόζιτα, καναπέδες, θερμοσίφωνες, καλοριφέρ, ότι μπορείς να φανταστείς, μερικές φορές τα έβλεπες όλα αυτά να επιπλέουν στο βάθος, στην παραλία της πόλης σαν ήταν μικρά πλεούμενα, η θάλασσα πάντως ότι σαβούρα κι αν έπεφτε μέσα της ήταν θαύμα καθώς άλλαζε όλη την ώρα χρώματα με ταχύτητα αστρονομική, απ’ το σταχτί και το γκρι μέχρι το γαλάζιο και το πράσινο και ξανά πίσω πάλι. ’’Α η θάλασσα είναι τέλεια τέτοια εποχή!’’ σκεφτόταν από μέσα του ο υδραυλικός ξαναφέρνοντας στη μνήμη εκείνες τις φωτογραφίες απ’ τις ακτές του Ατλαντικού με τα κύματα που έσκαγαν μουγκρίζοντας πάνω στα βράχια του φάρου κι όπως είχε γείρει πίσω στην πολυθρόνα για να του ψαλιδίσει η ξανθιά το ξασπρισμένο μούσι με τις σκληρές τρίχες είδε μπροστά του έναν κάδο τεράστιο να κατεβαίνει με φόρα και να περνά μπροστά από τ’ αμάξια γρατζουνώντας το οδόστρωμα, οι οδηγοί είχαν γουρλώσει τα μάτια τους μη πιστεύοντας αυτό που έβλεπαν.

Μουσικές περίεργες ακούγονταν στοπ μαγαζί, μερικές γυναίκες που περιφέρονταν είχαν φύλλα χρυσά σαν περικεφαλαίες στο κεφάλι τους, ο υδραυλικός δε μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο, κοπέλες με μαύρες ποδιές πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα καθίσματα βαστώντας χτένες και βούρτσες, χαλάρωσε για λίγο εκεί μέσα ο υδραυλικός , απ’ τη τζαμαρία του κομμωτηρίου μπορούσε να δει τις βαθιές τρύπες που έχασκαν στο οδόστρωμα, του άρεσε η βροχή καλοκαιριάτικα, πάντα τέτοια εποχή έβρεχε πολύ σ εκείνη την πόλη αλλά όχι σε όλα τα σημεία της, είχε προσέξει ότι η πόλη χωρίζονταν στη μέση, κι εκείνος ο δρόμος ακριβώς μπροστά του αποτελούσε ενός είδους ορόσημο που ξεχώριζε τις δυο κλιματικές ζώνες...

Ότι και αν συνέβαινε έξω εκείνος πάντως ήταν ασφαλής μες το κομμωτήριο με τις περίεργες μουσικές και τα κορίτσια που πηγαινοέρχονταν κρατώντας τις βούρτσες τους, μερικά είχαν πολύ ανοιχτά ντεκολτέ, μια χάζευε τα κορίτσια μια τον κόσμο που περνούσε μπροστά απ’ το τζάμι, η βροχή έμοιαζε να έχει κόψει κι ο κόσμος κυκλοφορούσε πάλι κανονικά, άνθρωποι περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του κινούμενοι σε κατευθύνσεις αλληλοσυγκρουόμενες, πιτσιρικάδες με φερμουάρ χιαστί, γέροι που κουβαλούσαν σακούλες ασήκωτες, πιο πέρα είδε ένα μαγαζί που είχε κατεβάσει ρολά , το ήξερε εκείνο το μαγαζί, πότε είχε κλείσει και δεν το είχε κατάλαβε, και του είχε πει οχτακόσιες φορές του βλάκα του ιδιοκτήτη προτού κάνα δυο χρόνια ‘’Κλείστο το καταραμένο!’’ σιγά μην άκουγε ο άλλος, τελικά το έκλεισε με καθυστέρηση, άντε τώρα να ξεχρεώσει, μα τι ηλίθιος που ήτανε !

Η ξανθιά που είχε κι αυτή βαθύ ντεκολτέ τώρα του έλουζε τα μαλλιά, ο υδραυλικός έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύονταν εκείνες τις παραλίες στο μέρος του ωκεανού όπου σχηματίζονται τα δαχτυλίδια της φωτιάς, ρε φίλε τόσα φτηνά εισιτήρια υπήρχαν δεν θα μπορούσε να βρει κι αυτός ένα να ταξιδέψει κατά κει πέρα, μπορεί αν ήταν τυχερός να πετύχαινε εκείνους τους σέρφερς που γλιστρούσαν στην σπηλιά που έφτιαχνε το κύμα όπως ξεδιπλωνόταν για να σκάσει στην ακτή, μπορεί και να πετύχαινε εκείνο το φοβερό θέαμα που έλεγε ότι είχε δει κάποιος σ εκείνο το άρθρο στο περιοδικό, είχε δει λέει μια γιγάντια φάλαινα με στιλπνό δέρμα να κολυμπάει δίπλα στους σέρφερς, είχε βγάλει και μια φωτογραφία που έδειχνε καθαρά το κήτος με τη λαμπερή ράχη, οι επιστήμονες που είχαν εξετάσει τη φωτογραφία λέγανε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν αληθινή, δε μπορούσε η φάλαινα να κολυμπά τόσο κοντά στην επιφάνεια με τέτοια θαλασσοταραχή ο συγγραφέας του άρθρου επέμενε όμως ότι την είχε δει τη φάλαινα, ο υδραυλικός ήταν σίγουρος κι αυτός ότι εκείνο το κήτος υπήρχε....

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...