Σάββατο 25 Αυγούστου 2018


ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η δεξιά πλευρά του μοναστηριού ήταν χτισμένη πάνω σ’ έναν ογκόλιθο τεράστιο που υψώνονταν σαν τοίχος, καλύτερο στήριγμα δεν μπορούσε να βρεθεί, η κατασκευή πατούσε σε μια προεξοχή του βράχου κι όλο το κτίσμα έμπαινε σ’ ένα κοίλωμα σα σπηλιά θεόρατη, πίσω από το μοναστήρι υπήρχε ένας διάδρομος πολύ στενός, ίσα- ίσα που μπορούσες να σταθείς και να περπατήσεις, από πάνω κρέμονταν πέτρες αρχαίες κι όλη την ώρα σκεφτόσουν ότι άμα γινόταν κανένας σεισμός θα ξεκολλούσαν και θα σ’ έστελναν στα βάραθρα όμως για κάπου χίλια χρόνια, τόσο παλιό ήταν το μοναστήρι, δεν είχε συμβεί τίποτα…

Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί από παντού για το πανηγύρι και για να θαυμάσουν το μοναστήρι που ήταν εκπληκτικό πραγματικά , πετρόκτιστο κι επιβλητικό υψώνονταν ανάμεσα στους βράχους, που τα έβρισκαν εκείνα τα μέρη ρε φίλε οι παλιοί, έλεγαν ότι η Παναγία είχε απαιτήσει από τους μαστόρους που το φτιάχνανε να το πελεκήσουν πέτρα -πέτρα κι είχε γίνει φοβερό, χτισμένο ψηλά σα να αψηφούσε την αγριότητα του τοπίου κι από κει μπορούσες να δεις μέχρι μακριά σε μια λίμνη που είχαν φτιάξει ψηλά στα βουνά, σ’ ένα οροπέδιο, μπλοκάροντας τα νερά κάποιου ποταμού. Είχαμε βρεθεί εκεί πέρα μετά από παράκληση της θείας μου, όταν ήταν νεότερη είχε οργώσει την Ελλάδα και την Ευρώπη και γνώριζε κάθε αξιοθέατο που υπήρχε . Από καιρό έλεγα ότι έπρεπε να τη δω την θεία μου, μια εποχή που τα σόγια ήτανε ακόμα δεμένα την έβλεπα πολύ συχνά ύστερα την έχασα, όμως αυτή κάθε φορά που γιόρταζα μ’ έπαιρνε τηλέφωνο, ποτέ δε με ξεχνούσε κι αυτό είναι σημαντικό πάντοτε, να έχεις δηλαδή κάποιον που σε σκέπτεται και σε θυμάται ότι κι αν γίνει, έτσι αποφάσισα ότι φέτος ότι κι αν γινότανε θα πήγαινα να τη συναντήσω.

Τη βρήκα σε μια αυλή χαμηλή, χωμένη σ’ ένα μέρος βαθύ σα λάκκο, δεν το θυμόμουνα έτσι το σπίτι της που ήταν σκεπασμένο από παντού με φυλλώματα θάμνων και δέντρων, σ’ ένα πεζούλι υπερυψωμένο ήταν ο μπαξές γεμάτος ντομάτες, κλήματα και συκιές, το παλιό σπίτι είχε ανακαινιστεί ωραία απ’ τον θείο μου που δε ζούσε πια, ήταν μηχανικός κι αναλάμβανε έργα στην ανατολική Ευρώπη, Μολδαβία Ρουμανία, Ρωσία. Στο πάνω πάτωμα υπήρχε όπως το θυμόμουν ένα παλιό καρυδένιο κρεβάτι, κυρτό στην μια άκρη του, ένας μπουφές καφεκόκκινος γεμάτος κρυστάλλινα ποτήρια και σε μια γωνιά έβγαινε ο σωλήνας της σόμπας τυλιγμένος από ένα δαχτυλίδι μεταλλικό στο σημείο που περνούσε τα παλιά ξύλα του πατώματος για να μη πάρουν φωτιά και γίνουν όλα μπουρλότο! Το πιο εντυπωσιακό πάντως ήταν το μπάνιο που βρισκόταν σ’ ένα επίπεδο υπερυψωμένο ανάμεσα στα δύο πατώματα σ’ ένα χώρο που βρίσκονταν στο πλάι του σπιτιού, εκεί ο συγχωρεμένος είχε φτιάξει μια βάση με πλέγματα και πάνω τους στήριξε όλη την περίεργη κατασκευή, είχε και βιβλία πολλά ο θείος για την ιστορία της περιοχής που τα χάζευα στα ράφια ενώ στο προαύλιο έβλεπες παντού κομμάτια από μνήματα παλιά, τουρκικά με γράμματα αραβικά που δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβεις τι γράφανε.

Ήταν πραγματικά πολύ ωραίο που τα ξαναβρήκα όλα εκείνα, όταν ήμουν μικρός δεν χόρταινα αυτό το σπίτι το περίεργο όπου έβλεπες όλο πράγματα ασυνήθιστα, κι ύστερα όταν πήγαμε στο μοναστήρι εκεί ήταν η αποθέωση ήταν ότι καλύτερο για το φινάλε του καλοκαιριού. Όταν τελείωσε ο εσπερινός καθίσαμε να πιούμε ένα καφέ σ’ ένα μαγαζί που είχε στηθεί στην αυλή του μοναστηριού, κουβέντες σκόρπιες ακούγονταν στον αέρα, όλοι μιλούσαν για το που είχαν πάει και τι είχαν δει, άλλος έλεγε για τα Χανιά κι άλλος για τη Λευκάδα, για τα Σύβοτα και για τις παραλίες τη Νάξου, για του Παξούς και για τα Κύθηρα, όλοι είχαν μια ιστορία. Όλα φαίνονταν όμορφα κι εγώ το μόνο πρόβλημα που είχα ήταν ότι δεν μπορούσα να χορτάσω τη δίψα μου, δε ξέρω τι είχα πάθει, άδειασα μονορούφι το νεροπότηρο που μου είχαν φέρει, μα πόση ζέστη είχε κάνει ολόκληρο το μήνα, δεν είχε σπάσει ούτε μια στιγμή ο καύσωνας, όλη την ώρα χάζευα τα νερά που έτρεχαν άφθονα από τις βρύσες του μοναστηριού πάνω στα μάρμαρα κι από κει κυλούσαν μέσα στη γούρνα γυαλίζοντας τις άσπρες πλάκες κι αποκαλύπτοντας ραβδώσεις σε σχήματα παράξενα, ευτυχώς το νερό ήταν παγωμένο και ξεδιψούσε έστω και προσωρινά.

Κι όπως αγνάντευα από κει ψηλά το κάμπο πίνοντας νερό παγωμένο εμφανίστηκε ποιος νομίζεις ρε φίλε, η άλλη θεία μου, αυτή που δεν χώνευα και την απέφευγα, όποτε την πετύχαινα στο δρόμο άλλαζα κατεύθυνση, κρυβόμουν πίσω από κολόνες, μερικοί άνθρωποι εκπέμπουν από μακριά ενέργεια αρνητική, μια φορά στο λεωφορείο είδα ότι βρισκόταν στο μπροστινό κάθισμα και τσακίστηκα να κατέβω, ξεχνιόμουν και περνούσα έξω απ το σπίτι της πολλές φορές κι όλο φοβόμουν μη με φωνάξει, βλέπεις είχα κακές αναμνήσεις απ αυτήν. Έναν καιρό ζόρικο ενώ μπορούσε να με βοηθήσει μου είχε κάνει τη ζωή δύσκολη κι όσο κι αν θες ν’ αφήσεις πίσω τα παλιά μερικά πράγματα δε σβήνονται, δε μπορείς να τα παραβλέψεις, δε μπορείς να κρυφτείς, σου βγαίνει, άμα μου κάτσει στραβά ένας άνθρωπος εγώ τουλάχιστον δε μπορώ, άμα με απογοητεύσει κάποιος πάει τελείωσε !

Κάθισε εκεί μαζί μας χαρούμενη και δεν μπορούσα να πω τίποτα, δεν γινόταν να το αποφύγω,που μας είχε ανακαλύψει, οι άλλοι στην παρέα φυσικά δεν ήξεραν τίποτα κι η θεία μου αυτή άρχισε να μιλά ασταμάτητα, ‘’ ‘’Πόσο καιρό έχω να σε δω, και γιατί δεν περνάς από μένα, και πόσο έχεις αλλάξει!’’ κι έπειτα έτσι στο αδιάφορα άρχισε να μιλά για τα παλιά και για τη μάνα μου ΄΄Όπα!’’ είπα μέσα μου ‘’Εδώ είμαστε, αυτά θέλω να τ’ ακούσω. Γιατί αυτή ήξερε ένα κάρο λεπτομέρειες απίστευτες για τη μάνα μου που ήθελα να μάθω οπωσδήποτε, είχανε μεγαλώσει μαζί σε μια εποχή που δεν ζούσα και γνώριζε τα πάντα, στο κάτω- κάτω αδερφές ήτανε κι όσο να πεις καλύτερα απ’ τον αδελφό σου δε σε ξέρει κανένας, μόλις άρχισε να μιλά όσο κι αν έδειχνα αδιάφορος είχα τεντώσει τ’ αυτιά μου να μη χάσω τίποτα, << Η μάνα σου ήταν πολύ καλή, πολύ ζωηρή, κρατούσε το μαγαζί του παππού σου, δούλευε πολύ, ώρες, και πάντα βοηθούσε τον κόσμο, ήταν ένας τυφλός που έμενε αντίκρυ απ’ το σπίτι μας , εγώ ήμουνα μικρότερη και την κοίταζα στα μάτια, η μάνα σου μου έδινε ένα κανάτι γάλα και μου έλεγε ‘’Πήγαινε εκεί στο στενό το σκοτεινό και μη φοβάσαι, εγώ θα σε βλέπω, χτύπα τη πόρτα, θα σου ανοίξουν, δώσε αυτό και μετά γύρνα πίσω’’ εγώ πήγαινα κάθε φορά στο σπίτι του τυφλού που μου έλεγε πάντα ‘’Ευχαριστώ!>>

Μ’ ενδιέφεραν φοβερά εκείνες οι ιστορίες για τη μάνα μου, δεν μπορούσα να ρωτήσω την ίδια, μπορεί και να μη θυμόταν καθώς έπνεε τα λοίσθια και κάθε χρόνο την έβλεπα πιο εξασθενημένη, ο πατέρας μου είχε αποδημήσει από καιρό πια κι εγώ είχα ένα σωρό απορίες, ποιος ήταν εκείνος ο τυφλός, μια φορά είχα συναντήσει το γιο του και μου είχε αναφέρει κάτι, θυμόταν μ’ ευγνωμοσύνη τη μάνα μου αλλά ύστερα τον έχασα, κι αν ήταν τόσο καλή ίσως κι εγώ να μην ήμουνα τόσο κακός, κάτι θα είχα πάρει, πάντα θες να ξέρεις τι σόι άνθρωποι ήταν οι γονείς σου για να καταλάβεις και τον εαυτό σου, ποιος είσαι, που πας, τι θα κάνεις, που θα σε βγάλει, ποια θα είναι η πορεία σου, πόσο θ’ αντέξεις, ένα κάρο ερωτήματα και ζητήματα που σε βασανίζουν ίσως βρουν μια απάντηση όταν έχεις κάποιο πρότυπο προηγούμενο, υπάρχουν στιγμές όπου θες μια πυξίδα, μια κατεύθυνση, έχεις αμφιβολίες, δεν πιστεύεις στον εαυτό σου, τα πράγματα δεν πάνε όπως πρέπει ή αργούν πολύ, απελπιστικά, και τότε θες κάποιον που πριν από σένα, σε διαφορετικές συνθήκες βρήκε τον τρόπο και τα κατάφερε !

Πρώτη φορά άκουγα όσα έλεγε η θεία μου, μπορεί να τα είχα ξαναπεί όμως δεν τα είχα προσέξει, δεν είχα δώσει σημασία, τώρα όμως για κάποιο λόγο αποκτούσαν άλλο νόημα, όπως στεκόμαστε κάτω απ’ τον πελώριο βράχο που έχασκε από πάνω μας εγώ άκουγα αχόρταγα, καμιά φορά κι από ανθρώπους που αντιπαθείς μπορεί να πάρεις κάτι καλό, να ωφεληθείς με κάποιον τρόπο, ώστε ήταν τόσο καλή η μάνα μου και δούλευε αγόγγυστα, κι αργότερα έκανε οικογένεια και παιδιά, τα μεγάλωσε, δεν τα είχε πάει άσχημα, τότε βέβαια ούτε που τα σκεφτόταν όλα αυτά, δεν υπήρχε χρόνος, ήταν αυτονόητα, τώρα όλα είναι τόσο μπερδεμένα, που να βρεις άκρη...

Όπως σταμάτησαν όλοι να μιλούν για μια στιγμή βρήκα ευκαιρία να γεμίσω το μπρούτζινο, γυαλισμένο τάσι που είχαν εκεί δεμένο με μια αλυσίδα και ήπια μια φορά ακόμα, αντίκρυ μας απλώνονταν η λίμνη αντανακλώντας τον ήλιο που έδυε, ένας γέρος κάπως χοντρός που έπλενε τα χέρια του στη βρύση έλεγε ότι θα μπορούσε να μαζέψει πολύ περισσότερο νερό αν δεν υπήρχαν καταβόθρες υπόγειες απ’ όπου διοχετεύονταν σε ρέματα υπόγεια για να βγει σε ποτάμια και ρέματα. Κάποιος πρότεινε να πάμε μέσα να προσκυνήσουμε την εικόνα, διαβήκαμε πάλι εκείνο το στενό ανάμεσα στο βράχο όπου έπρεπε να σκύψουμε για να χωρέσουμε, περάσαμε ανάμεσα από λουλούδια και πρασινάδες για ν μπούμε στον ναό όπου υπήρχε μια εικόνα πελώρια κάπου δυο μέτρα γεμάτη με ότι τάμα φανταστείς, πόδια, χέρια, κεφάλια, αυτιά, ασημένια και χρυσά τα πιο πολλά, η εικόνα που δέσποζε και ζωντάνευε θαρρείς το χώρο ήταν φτιαγμένη από ψηφίδες λαμπερές απ΄ όλα τα χρώματα του κόσμου τόσο όμορφες σα να τις είχαν ξεκολλήσει από κάποιο αιθέριο τόξο ουράνιο, δεν είχα δει ομορφότερο πράγμα. Όπως σήκωνες τα ματια αντίκριζες τον αρχάγγελο που βαστούσε μια σπάθα τεράστια έτοιμος να πάρει όσα κεφάλια έβρισκε μπροστά του, όλοι γονάτιζαν από κάτω του, οι γυναίκες πιο πολύ ψιθυρίζοντας λόγια κι ευχές, πλησίασα κι εγώ να δω από κοντά το πελώριο εικόνισμα, γονάτισα κι είπα μέσα μου ‘’Εντάξει δεν είμαι τόσο καλός όσο η μάνα μου αλλά δως μου λίγη δύναμη όσο γίνεται να συνεχίσω!’’ έκλεισα μια στιγμή τα μάτια και είδα να στροβιλίζονται μέσα στο μυαλό μου χιλιάδες αποχρώσεις σα να βούλιαζα σε μια δίνη χρωματιστή, μετά βιαστήκαμε να φύγουμε από κει πέρα προτού ξεκολλήσει κανένα νταμάρι και μας θάψει από κάτω του .

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΝΙΟΡΤΟΥ

Ένα φίδι πετάχτηκε μες απ’ τα χορτάρια κι άρχισε να σέρνεται στην άσφαλτο ‘’Μη το πατήσεις, μη,  είναι γρουσουζιά !’’ φώναξε ο μελαχρινός τύπος που καθόταν δίπλα στον οδηγό, ο οδηγός φρέναρε μαλακά και το φίδι πρόλαβε να περάσει απέναντι και να χαθεί μες τα χωράφια, ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο δίπλα του κι από κει μπήκε  αέρος κρύος, μετά από τόση ζέστη που είχε  φάει αυτό ήταν ότι καλύτερο,  δε χόρταινε τη δροσιά,  ένιωθε ότι αν αργούσε λίγο ακόμα να φύγει  θα είχε μπλοκάρει εντελώς, δε μπορείς να φανταστείς πόσο το χρειαζόταν κι η ατμόσφαιρα εκεί πέρα ήταν τόσο ωραία,   έκανε κρύο σχεδόν, άκου ρε φίλε, μες τη καρδιά του θέρους, ότι πιο ευχάριστο, ήταν ευλογία!

Όταν  ξαφνικά  το αφεντικό  του είπε  ότι θα σταματήσουν επειδή  δεν είχε νόημα να κρατούν το μαγαζί ανοιχτό του ήρθε ταμπλάς,  δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να σκοτώσει την ώρα του, διακοπές είχε  πάει από νωρίς και τώρα είχε μπλοκάρει  ξανά,   κάθε χρόνο είχε το ίδιο πρόβλημα με  το καλοκαίρι  και τώρα που δεν δούλευε κιόλας τα είχε δει όλα, στο σπίτι δεν άντεχε να καθίσει, η γυναίκα του όλο γκρίνιαζε,  γυρνούσε σα χαμένος  στα πολυκαταστήματα όπου είχαν βάλει  τζάμια διάφανα κι από κάτω έβλεπες  νερά τείχη αρχαία,  βρύα και φτέρες φύτρωναν ανάμεσα στις πέτρες,  αργόσχολοι γέροι κοιμόταν  πάνω από βιβλία ανοιχτά, πιτσιρικάδες βαρεμένοι  ξάπλωναν στα μαξιλάρια φωνάζοντας, τι θα έκανε ρε φίλε; Αυτό το διάστημα  του φαινόταν ένα βουνό τεράστιο  που δεν θα μπορούσε να διαβεί με τίποτα, τι παγίδα ρε φίλε του είχανε  στήσει,  άλλοτε πάλι  όλα επανέρχονταν στην φυσιολογική τους διάσταση, ένα κανονικό καλοκαίρι ήταν κι αυτό που θα περνούσε κάποια στιγμή, εμένα μου λες !

 Η πόλη δεν είναι και το πιο φιλόξενο μέρος  το καλοκαίρι, όλοι φεύγουν σα παλαβοί λες και τους  κυνηγούν, καράβια κι αεροπλάνα αναχωρούν  για τις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα, τα μαγαζιά κλειστά,  συνεργεία σκάβουν τα πεζοδρόμια,  αμάξια περνούν με μανία πάνω από καπάκια της ύδρευσης  ξεχαρβαλωμένα,  υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι όλα γύρω  έχουν βουβαθεί, όλες οι δραστηριότητες έχουν  ατονήσει σα να επιβλήθηκε  απαγόρευση κυκλοφορίας, ειδήσεις σταματούν  να βγαίνουν,  η τηλεόραση δείχνει  αηδίες απίστευτες,  όλα γίνονται υποτονικά, αργά, σιγανά, τόσο σιγανά που σούρχεται  να ουρλιάξεις!

 ‘’Άμα θες το σαββατοκύριακο πάμε στο χωριό σου, μπορούμε να μείνουμε στο σπίτι της Γ!’’  του είπε ένα βράδυ έτσι στο αδιάφορο η γυναίκα του που τον έβλεπε να χτυπιέται τόσες μέρες και τον λυπήθηκε. Το πατρικό του είχε αρχίσει ν αποσυντίθεται οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να μείνουν εκεί κι  από τους δικούς του  δεν είχε μείνει κανένας, όλοι είχαν πεθάνει ή είχαν φύγει,   η Γ ήταν μια γειτόνισσα του παλιά που είχε γνωριστεί με τη γυναίκα του και μιλούσαν τακτικά στο τηλέφωνο.  Η γυναίκα του θεωρούσε  εντελώς μπανάλ το χωριό του  αν και παραθαλάσσιο  τώρα όμως  είχε μεταστραφεί  και δέχτηκε να πάνε,  καλά ώρες -ώρες όποτε ήθελε γινόταν πολύ καλή αυτή η γυναίκα  κι ούτε  χρειάστηκε να την πιέσει γιατί θα  τον έστελνε αδιάβαστο,  αυτοί οι μήνες είναι δύσκολοι για τα ζευγάρια,  έρχεσαι πολύ κοντά με τον άλλον, χάνεις εκείνη την απόσταση την πολύτιμη, ήξερε ότι δεν μετακινούνταν εύκολα, δεν της  άρεσε να βγαίνει απ’ τη βολή της  και ξαφνικά δέχτηκε, εντάξει αυτό ήθελε μεγαλοψυχία!

 ‘’Βλέπεις τις λεύκες …’’ ακούστηκε  ξανά  ο βλαμμένος  συνοδηγός  που δεν έβαζε γλώσσα μέσα με τίποτα ‘’’…μόνο σκιά κάνουν και δεν αφήνουν να φυτρώσει τίποτα από κάτω τους, τις φύτευαν τότε για τη Σόφτεξ, το εργοστάσιο που έφτιαχνε χαρτί,  είχαν γεμίσει το τόπο,  πάει το εργοστάσιο  κι απόμειναν αυτά τα άχρηστα τα δέντρα που πέφτουν με τον παραμικρό αέρα!’’ ενώ είχε σταματήσει για μια στιγμή μετά πήρε φόρα πάλι, σχολίαζε τα πάντα, τις γυναίκες που περίμεναν να τις πάρει το αμάξι  για να πάνε να μαζέψουν σταφύλια στα χωράφια δίπλα στη θάλασσα,  τα καβάκια  που φύτρωναν δίπλα στο δρόμο κι έπρεπε να κοπούν γιατί δεν κάνουν τίποτα καλό,  τις βροχές που έπεφταν συνέχεια και είχαν σαπίσει τον τόπο,  τα πάντα ρε φίλε, δεν άφηνε τίποτα, είχε ζαλίσει τους πάντες !

 Κανονικά θα ερχόταν με το αμάξι κι όλα θα ήταν ωραία όμως κι εκείνο είχε χαλάσει,  το έχε στο συνεργείο κι έτσι έπρεπε  να ανεχτεί τον ηλίθιο, τον ήξερε από παλιά,  πάντα  έτσι ανισόρροπος ήτανε, όταν ήταν μικρός άκουγε τους φίλους του να λένε πως τον είχαν δει τη νύχτα να γυρνά στους δρόμους μες το σκοτάδι φορώντας ένα παλτό τεράστιο, το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, δίπλα σε κάτι παλιά χαλάσματα κι όσοι περνούσαν από κει έκαναν το σταυρό τους σα να ήθελαν ν’ αποφύγουν κάτι κακό, πάντως κάπως τα είχε καταφέρει και χώθηκε σε μια υπηρεσία όπου την περνούσε μια χαρά.

Όπως πλησίαζαν αντίκρισε  τα βουνά  πράσινα απ’ τις νεροποντές  σα να βρισκόταν στην  άνοιξη, ένα συννεφάκι σεργιανούσε ανάμεσα στις χαράδρες ξεχασμένο και στα χωριά απ’ όπου περνούσαν οι μπαξέδες έδειχναν πολύ περιποιημένοι γεμάτοι με κόκκινα νυχτολούλουδα, στις πλατείες βρύσες με  νερά άφθονα  έτρεχαν μέσα στις στέρνες, ‘’Καλά  περνούσαν ρε φίλε εκεί πέρα οι χωριάτες!’’ σκέφτηκε τη στιγμή που  ένα ασθενοφόρο ήρθε από απέναντι  ακολουθούμενο από  ένα αμάξι με φώτα αναμμένα, ο οδηγός έκανε στην άκρη πλησιάζοντας τα   χωράφια με το ψηλό καλαμπόκι, ομίχλη φαινόταν  να έρχεται από  ένα λιβάδι μακριά όπου είχαν κατασκηνώσει χιλιάδες  κοράκια  ‘’Από Αύγουστο χειμώνα!’’ σχολίασε ο άλλος ο παλαβός  που δεν άφηνε τίποτα να πέσει χάμω .

 Με το που πάτησε το πόδι στα πάτρια εδάφη,  απόθεσαν τα πράγματα  στο σπίτι της γειτόνισσας κι  αμέσως πήρε τ’ απάνω του, καλά  πως δεν το είχε κάνει τόσον καιρό, τι στο δαίμονα περίμενε! Ο τόπος  βέβαια ήταν γεμάτος από βαλκάνιους  οι οποίοι   κοιμόταν στη σκιά των πανύψηλων πλατανιών της παραλίας , άλλοι κολυμπούσαν κι άλλοι έτρωγαν σ’ ένα κέντρο πάνω ψηλά απ το χωριό. Εκεί πήγαν αμέσως και καθίσανε δίπλα σε κάτι  τριανταφυλλιές μαβιές,  παρήγγειλαν λεμονάδες και μπύρες δίχως αλκοόλ, ωραία θέα είχε από κει πάνω, έβλεπες όλο τον μικρό κόλπο στο μυχό του οποίου  ήταν κτισμένος ο οικισμός,  ένα καμπαναριό έστεκε  στη μέση  που το είχαν χτίσει λέει πριν έναν αιώνα ο ναυτικοί αφού είχαν ταξιδέψει ποιος ξέρει σε τι θάλασσες μακρινές, αυτό που δέσποζε πάντως στο χώρο ήταν το τεράστιο ρέμα που περνούσε μέσα απ’ τα σπίτια και  κάποτε παραλίγο να πνίξει το χωριό, οι βροχές που έπεφταν άφθονες εκεί πέρα λόγω κάποια ιδιομορφίας του μικροκλίματος κατέβαζαν πολλά νερά και κατά καιρούς είχαν κινδυνέψει πολλοί, η πυροσβεστική δεν προλάβαινε  να βγάζει νερά από υπόγεια και μαγαζιά.  Το ρέμα ξεκινούσε από ψηλά απ τις χαράδρες του βουνού  εκεί σένα ύψωμα  υπήρχαν κάτι χαλάσματα κι εκεί πέρα είχε βρει να φτιάξει το  σπίτι του εκείνος μυστήριος που μιλούσε συνέχεια στη διαδρομή.  

 Όσο περνούσε η ώρα ένιωθε όλο και καλύτερα  σα να είχε συμβεί κάτι μαγικό, το πρωί που ξυπνούσε περπατούσε στα δάχτυλα να μη  ξυπνήσει τη γυναίκα του , εκείνη την ώρα ήταν ο καλύτερος της ύπνος, καθόταν και τη  χάζευε,  ήταν υπέροχη όταν δε γκρίνιαζε,  δεν άντεχε καθόλου τη ζέστη κι άμα την έπιαναν τα νεύρα έπρεπε  να φύγεις μακριά. Πιο πολύ εστίαζε στη λακκούβα που είχε στη πλάτη της, του  έκανε πολύ εντύπωση, τη χάιδευε απαλά εκεί πέρα κι ύστερα την άφηνε ήσυχη γιατί ποτέ δεν ήξερες με τι διάθεση θα ξυπνούσε. Το πρωί  ήθελε  κάτι γλυκό λες κι όλη νύχτα διάβαζε ή τελείωνε λογαριασμούς, η γυναίκα του πάλι αναζητούσε σοκολάτες και σιροπιαστά τη νύχτα προτού πέσει στο κρεβάτι και πάντα  το καλύτερο γλυκό δεν το  έτρωγε ότι ώρα να είναι, το άφηνε εκεί πέρα για τη στιγμή που θα ένιωθε ωραία ώστε να το χαρεί όσο γίνονταν περισσότερο, το αντίθετο απ’  αυτόν δηλαδή που το καταβρόχθιζε επί τόπου, το εξαφάνιζε,  δεν άντεχε να περιμένει ούτε στιγμή !

 ‘’Είδα φρούτα πολλά στον ύπνο μου…’’ του είπε ένα μεσημέρι που είχαν πλαγιάσει μετά απ το κολύμπι ‘’…πεπόνια μοσχομυριστά, σταφύλια κόκκινα,  τα έτρωγα κι έτρεχαν τα ζουμιά πολύ γλυκά,  τα είχα βγάλει από ένα ψυγείο γεμάτο χυμούς και γρανίτες απ όλα τα χρώματα, λένε ότι αυτό είναι καλό όνειρο’’- ‘’ Εγώ είδα νερά είπε αυτός ‘’Ήταν καθαρά;’’  τον ρώτησε η γυναίκα του ‘’Καθαρά, πολύ καθαρά αλλά ορμητικά, φουσκωμένα τρέχανε με δύναμη, φοβόσουν να πλησιάσεις, κάποια στιγμή δοκίμασα να περάσω από ένα μέρος που μου φάνηκε ρηχό, πέρασα απέναντι με δυσκολία, ήμουν μούσκεμα’’-  ‘’Είναι καλό όνειρο…’’ του είπε  γυρίζοντας πλευρό ‘’…χάιδεψε τώρα τη πλάτη μου!’’

Η Γ  που τους φιλοξενούσε είχε ένα σκύλο  τον οποίο αγνοούσε εντελώς μιλάμε, ούτε να τον ταΐσει θυμόταν, αυτός το λυπόταν το ζώο, του κρατούσε τα κόκαλα απ’ τις  μπριζόλες που τρώγανε έξω κι ένα πρωινό αποφάσισε να τον πάει μια βόλτα στο βουνό.  Ξεκίνησαν πολύ νωρίς, προτού φέξει, είχε  όρεξη για περπάτημα και βγήκε απ το χωριό τραβώντας για  το  ύψωμα όπου βρισκόταν το σπίτι εκείνου του φλύαρου κοντά στα  χαλάσματα της  παλιάς πολιτείας με τα  τείχη και τις  πολεμίστρες, όταν έφτασαν στο λόφο άφησε το ζώο να γυρνά ελεύθερο και κάθισε να  δει τη θέα με το καμπαναριό και τον κόλπο που απλώνονταν κάτω.  Είχε ξεχάσει εντελώς το σκύλο όταν  τον άκουσε να γαυγίζει δυνατά, σηκώθηκε και περπάτησε κατά τα ερείπια όπου βρήκε  το ζώο να φωνάζει κοιτάζοντας σε μια κατεύθυνση σα να υπήρχε  κάτι εκεί πέρα αλλά αυτός  δεν έβλεπε τίποτα.

 Όπως πλησίασε το ζώο σα να πήρε θάρρος, άρχισε να τρέχει  προς τα χαλάσματα και  σταμάτησε μπροστά σε μια πύλη γκρεμισμένη κλειστή από  μια πόρτα ξύλινη που   κρέμονταν σε κάτι μεντεσέδες ξεχαρβαλωμένους,  εκεί σταμάτησε και καρφώθηκε ο σκύλος σα να έπεσε πάνω σ’ έναν τοίχο αόρατο, έπειτα άρχισε να υποχωρεί με την ουρά στα σκέλια σα να ένιωθε κάτι στον αέρα που αυτός δεν μπορούσε να δει.
 

‘’Κάτι υπήρχε  εκεί γύρω  διάβολε αλλά τι στο καλό μπορούσε να ήταν!’’ σκέφτονταν όταν ο  σκύλος άρχισε να τρέχει στην αντίθετη κατεύθυνση γαυγίζοντας θλιμμένα, η  διαλυμένη πόρτα άνοιξε αργά κι αυτός  προχώρησε μπροστά, πέρασε την πέτρινη πύλη κι εκεί σ’ ένα ξέφωτο που ανοίγονταν ανάμεσα στις ξερολιθιές είδε τον  παλαβό  του χωριού, ποιος άλλος θα ήταν ρε φίλε:  στέκονταν στην άκρη του λόφου πάνω από έναν γκρεμό βαθύ  κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα,  ήταν ακριβώς όπως τον φαντάζονταν μικρός σαν άκουγε τις ιστορίες για τον άγνωστο που γυρνούσε στα στενά φορώντας το μακρύ παλτό του μόνο που εδώ μες την κάψα δε φορούσε την κάπα του μονάχα ένα πουκάμισο που ανέμιζε, ο αέρας σφύριζε όλη την ώρα κι από λεπτή αύρα άρχισε να δυναμώνει στριφογυρνώντας σα να ζωντάνευε,  μια στήλη από σκόνη και χορτάρια δημιουργήθηκε στο ξέφωτο κι έμοιαζε να προχωρά κατά πάνω του γρήγορα,  έκλεισε τα μάτια  να φυλαχτεί από τον κονιορτό κι άρχισε να περπατά κι αυτός  προς την κατεύθυνση που είχε φύγει το σκυλί όταν ένα χέρι πολύ δυνατό   άρπαξε ξαφνικά το πόδι του ... 

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Στην ερημιά του μεσημεριού μόνο ξεροί ήχοι ακούγονταν, κάποιο πιρούνι χτυπούσε ένα πιάτο, ένα κλιματιστικό αγκομαχούσε, η εξάτμιση ενός αυτοκίνητο που έφευγε μακριά και γύρω παντού το σπαστικό, ατέρμονο κροτάλισμα των τζιτζικιών που όσο περισσότερη ζέστη είχε τόσο πιο δυνατά φώναζαν σα να πανηγύριζαν για τον καύσωνα που πυρπολούσε τον κόσμο κι όταν για ένα δευτερόλεπτο σταματούσαν τα τζιτζίκια σα να είχαν συνεννοηθεί ένα ραδιόφωνο βούιζε μέσα από κάτι σπίτια σμπαραλιασμένα. Ποιος ζούσε άραγε σ’ εκείνα τα χαλάσματα όπου το χειμώνα ο άνεμος κοπανούσε τις διαλυμένες πόρτες πέρα δώθε, τίποτα λαθρομετανάστες σίγουρα ή γέροι ξεχασμένοι, μπορεί να έδειχνε εγκαταλειμμένη η γειτονιά ωστόσο είχε μια ομορφιά περίεργη, οι άνθρωποι κάποτε ήξεραν να φτιάχνουν σπίτια, το πιο εντυπωσιακό κτίσμα εκεί γύρω ήταν μια μονοκατοικία που έμοιαζε χτισμένη ακριβώς στην κορφή του λόφου, έδειχνε άδεια αν και βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα χαλάσματα που την περικύκλωναν, οι πόρτες και τα κάγκελα της είχαν επισκευαστεί πρόσφατα κι αν στεκόσουν στη μικρή ταράτσα της όλη η πόλη βρισκόταν στο πιάτο σου, η προβλήτα, η θάλασσα, τα βουνά πέρα μακριά, τα καράβια που αρμένιζαν, ένα πανόραμα…

Το περπάτημα ανάμεσα στα παλιά σπίτια ήταν η ρουτίνα του σε κάθε αργία, όποτε ήθελε να ξεμουδιάσει λίγο και να γυμναστεί ανέβαινε τα στενά πίσω απ το διαμέρισμα του κατά την παλιά πόλη και τα κάστρα, σταματούσε πάντα να πιει μια γουλιά νερό απ’ το μπουκαλάκι που κουβαλούσε αγναντεύοντας το λιμάνι και τις παραλίες που έμοιαζαν να εξατμίζονται μες τη ζέστη, κατέβαινε σ’ ένα είδος ρεματιάς κι ύστερα πάλι έπρεπε να σκαρφαλώσει ένα κάρο σκαλοπάτια για να βγει στην γειτονιά του. Ήταν μια διαδικασία επίπονη που όμως του άρεσε κι ας τον σακάτευε, δεν ήθελε με τίποτα ν’ αποκτήσει εκείνη την απαίσια κοιλιά που είχαν φτιάξει μερικοί φίλοι του, αυτό δεν θα το άντεχε κι έτσι συνέχιζε όσο κι αν ζορίζονταν, μάλιστα στο τελευταίο κομμάτι πριν το σπίτι του από βάδισμα το γύριζε σε τροχάδην επιταχύνοντας για καμιά διακοσαριά μέτρα. Παρά την τρομερή κούραση ένιωθε πολύ ωραία όταν επέστρεφε, άνοιγε το ψυγείο που ήταν γεμάτο από φρούτα του καλοκαιριού και χυμούς, έκανε ένα ντους παγωμένο να καθαρίσει το σώμα του απ’ τον ιδρώτα και τη σκόνη κι έπειτα προσεχτικά πλάγιαζε στον καναπέ, στο μεγάλο κρεβάτι κοιμόταν ήσυχη γυναίκα του έχοντας απλωθεί διαγώνια καθώς το συνήθιζε μόλις ένιωθε ότι είχε όλο τον χώρο στη διάθεση της…

Ελάχιστους ανθρώπους έβλεπε στην εγκαταλειμμένη γειτονιά ειδικά τα καλοκαίρια, έναν ζητιάνο που κοιμόταν στα παγκάκια κι όλο παραμιλούσε, κάποιο κορίτσι με σορτσάκι να περπατά λαχανιασμένο. Ένα μεσημέρι που δεν κυκλοφορούσε ψυχή και βαριόταν αλλά πίεζε τον εαυτό του να συνεχίσει πρόσεξε κάτι φιγούρες να σαλεύουν μέσα σ’ εκείνο το παρατημένο σπίτι με τη φοβερή θέα, ξένοι σίγουρα, μελαμψοί, δεν υπήρχε περίπτωση να το είχαν καταλάβει έτσι αυθαίρετα, δεν ήταν από κείνα τα σπίτια που τα παρατάς, σίγουρα θα το είχαν νοικιάσει με κάποιον τρόπο και το είχαν ζωντανέψει, έσκαψαν την αυλή με τα ξερά παρτέρια, έβαψαν με ασβέστη το προαύλιο, κουβάλησαν εκεί πέρα όλες τις παλιατζούρες τους, είχαν κι ένα ραδιόφωνο μεγάλο από κείνα τα παλιά που ήταν στη μόδα έναν καιρό κι έπαιζε μια μουσική αραβική. Θα πρέπει να τους είχε φανεί κελεπούρι, ποιος ξέρει που ζούσαν εκεί απ’ όπου είχαν έρθει, δε φαινόταν άγριοι πάντως, τα μικρά τους έτρεχαν στο προαύλιο γελώντας κι η ομορφιά της παλιάς γειτονιάς σα να τους ημέρευε ακόμα περισσότερο…

Στη δουλειά σκεφτόταν εκείνο το σπίτι όπου είχαν εγκατασταθεί οι ξένοι, τις καλές εποχές θα μπορούσε να το είχε αγοράσει, πως δεν το είχε προσέξει, η θέα από κει πάνω σε ξεκούραζε αν και το χειμώνα πρέπει να έκανε κρύο γιατί ήταν εκτεθειμένο εντελώς στους ανέμους. Αναρωτιόταν πως είχαν πάρει το σπίτι οι ξένοι, τους ζήλευε λίγο τους άτιμους, εκεί που είχαν διαλέξει να εγκατασταθούν πρέπει να είχε δροσιά τώρα που το καλοκαίρι βρισκόταν στο ζενίθ , σ’ εκείνη τη φάση που νιώθεις ότι ο χρόνος διαστέλλεται, ανοίγει, μεταβάλει τα πράγματα σε κάτι άλλο, σα να βρίσκεσαι σε διαφορετική διάσταση όπου όλα αποκτούν αλλιώτικη έννοια, σα να ταξιδεύεις στο διάστημα, ένα τέτοιο πράγμα. Τα απογεύματα ειδικά η ατμόσφαιρα γινόταν αποπνικτική, τα βράδια πάλι ο ύπνος ήταν βαρύς, έβλεπε όνειρα περίεργα, είχαν να κάνουν πιο πολύ με τον πατέρα του από χρόνια πεθαμένο, και με τ’ αδέλφια του που συναντούσε πολύ αραιά πια , σηκώνονταν νωρίς το πρωί μουσκεμένος στον ιδρώτα…

‘’Θα πάμε με την Β στα λασπόλουτρα το σαββατοκύριακο θέλεις να έρθεις;’’ ακούστηκε απ’ την κρεβατοκάμαρα η φωνή της γυναίκας του ‘’ Μπα όχι, άσε καλύτερα, τα σιχαίνομαι!’’ απάντησε. Δεν είχε καμιά όρεξη να βουτήξει στις λάσπες, που τις είχαν σκεφτεί, όλο κάτι τέτοιες διακοπές κανόνιζε αυτή η Β, κάτι επισκέψεις σε πηγές ιαματικές υποτίθεται, κάτι περιοδείες σε κατσικοχώρια και μέρη όπου δε πήγαινε κανένας, που τα έβρισκε ρε φίλε ! Προτιμούσε να μείνει στη πόλη και κανόνισε να πάνε σε μια ταβέρνα με τους φίλους του, το ξημέρωμα του Σαββάτου, μόλις είχε χαράξει, χαιρέτησε τη γυναίκα του και τη φίλη της, κοιμήθηκε κάνα δυο ώρες κι έπειτα σκέφτηκε ότι ένα περπάτημα στις ανηφόρες και στα στενά κοντά στα τείχη της παλιάς πόλης θα ήταν ότι έπρεπε, θα του άνοιγε και την όρεξη για το μεσημέρι. Ξεκίνησε με διάθεση ασυνήθιστη ίσως επειδή είχε μείνει μόνος επιτέλους, ένιωθε ενθουσιασμένος ξαφνικά όπως τότε που είχε ανέβει με μια παρέα στον Όλυμπο και το είχε ευχαριστηθεί, αισθανόταν μια φρεσκάδα και μια έξαψη σα να έκανε τη διαδρομή πρώτη φορά, περνώντας δίπλα από μια συκιά τεράστια -φυτρωμένη μέσα σ’ ένα πύργο γκρεμισμένο, έφτασε σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος γινόταν κατηφορικός ακολουθώντας την παλιά λεκάνη απορροής τον υδάτων .

Εκεί, κάτω από ένα πανύψηλο κυπαρίσσι βαθυπράσινο, υπήρχε μια γαλάζια κυψέλη, άκου να δεις τώρα ρε φίλε , κάποιος είχε βάλει εκεί τις μέλισσες του μέσα στους θάμνους μιας μικρής αλάνας, την είχε δει κι άλλες φορές την κυψέλη , ποιος θα τολμούσε να την πειράξει, όλοι φοβόταν μη τους επιτεθεί κανένα σμήνος λυσσασμένο απ το πουθενά και τους σαπίσει στο τσίμπημα! Μετά την καμπύλη της απορροής ο δρόμος γινόταν απότομα ανηφορικός, ανέβαινε σχεδόν κάθετα για να καταλήξει ψηλά στην κορυφή στο σπίτι με τη φοβερή θέα. Ήταν το πιο δύσκολο σημείο της διαδρομής, σου έβγαζε τη ψυχή αν δεν ήσουν προπονημένος, προτού την ανάβαση ήθελε να πάρει μια ανάσα, έβγαλε το μπουκαλάκι με το νερό απ τη ζώνη του κι όπως το σήκωσε να πιει μια γουλιά πετάχτηκε ακούγοντας έναν ήχο σαν κάτι να σέρνονταν ανάμεσα στα χόρτα και τους θάμνους της αλάνας.

Τι στο διάβολο ήταν εκείνο το πράγμα που κουνιόταν μέσα τα χόρτα και τα φύλλα, φίδι δεν ήτανε γιατί έκανε πολλή φασαρία σαν κάτι πιο μεγαλόσωμο κι άλλωστε δεν είχε ξαναδεί φίδι στην πόλη, κανένας σκύλος σίγουρα ή καμιά γάτα απ' αυτές που κατέκλυζαν την εγκαταλειμμένη γειτονιά και μπαινόβγαιναν όλη την ώρα στους κάδους σα φαντάσματα. Ασυναίσθητα πήρε στάση αμυντική σα να περίμενε να ορμήσει πάνω του κάποιος σκύλαρος δείχνοντας τα καταραμένα δόντια του, ένα αυλάκι ιδρώτα κύλησε στο μάγουλο του, αντί για κάποιο ζώο όμως μέσα απ’ τους θάμνους βγήκε σπρώχνοντας τα κλαδιά με τα χεράκια του ένα παιδί μικρούτσικο, τριών τεσσάρων χρονών, κάπως στρουμπουλό με σγουρά μαλλιά. ''Έλα Χριστέ και κύριε!'' ψιθύρισε, τι ήταν αυτό, περίμενε ότι κάποιος θα ακολουθούσε , η μάνα του, ο πατέρας, τ’ αδέλφια του όμως κανείς δεν υπήρχε εκεί στην ερημιά, μόνο τα αόρατα τζιτζίκια που έτριζαν τους αδένες τους με μανία καθώς η θερμοκρασία ανέβαινε .

Το μικρό έδειχνε να μη φοβάται και τον πλησίασε τείνοντας το χέρι, έπιασε την παλάμη του κι αισθάνθηκε ότι τον τραβούσε σα να ήθελε να του δείξει κάτι , κανονικά θα έπρεπε να προσέχει όμως ''Τι μπορεί να σου κάνει ένα παιδί ;'' σκέφτηκε κι αποφάσισε να το ακολουθήσει. Το παιδί με τα παχιά μπράτσα προχώρησε στην ανηφόρα κουνώντας τα ροδαλά ποδαράκια του, έστριψε σε μια γωνιά κι από ένα σοκάκι που δεν ήξερε ότι υπήρχε, τον πήγε σ' ένα διάδρομο σα μονοπάτι χωμάτινο με βράχους σχιστόλιθου στο πλάι του, καλυμμένο από φυλλώματα, ήταν παράξενο που μέσα στην πόλη και στα τσιμέντα έβρισκες ένα τέτοιο μέρος όμως οι βροχές που έπεφταν όλο το καλοκαίρι είχαν μεγαλώσει τα δέντρα κι αυτά σκέπαζαν εντελώς το διάδρομο που σχηματίζονταν. Έσκυψε το κεφάλι γατί τα κλαδιά κατέβαιναν μέχρι χαμηλά και βάδισε μαζί με το παιδάκι που παραπατούσε μερικές φορές πάνω από χαλίκια, άμμο, κομμάτια βράχου, χώμα και τούβλα σπασμένα, την προηγούμενη μέρα ένας κατακλυσμός πραγματικός τα είχε γεμίσει σκορπίσει παντού.

Στην έξοδο του μονοπατιού βρισκόταν το σπίτι με την πανοραμική θέα, από κείνο το δρομάκι γλύτωνες όλη την κάθετη ανηφόρα, το μικρό τράβηξε προς το σπίτι κι αυτός πίσω του, ανέβηκαν δυο σκαλιά, διέσχισαν την αυλή όπου δεν υπήρχε ψυχή, είχε αρχίσει να φοβάται, ακόμα λίγο και θα έφευγε τρέχοντας αλλά το παιδί του έκανε ένα νεύμα σα να του έλεγε ‘’Εδώ είμαστε! ΄΄, τον έμπασε στο ισόγειο, αυτό όμως δεν ήταν δωμάτιο κανονικό, ήταν το εσωτερικό εκκλησίας με θόλους ψηλούς χωμένους στους τοίχους όπως σε κάτι μοναστήρια παλιά, έμεινε ακίνητος εκεί να χαζεύει το χώρο, αναρωτιόταν γιατί την είχαν κρύψει έτσι την εκκλησία, ποιος ο λόγος, τι έκαναν εκεί πέρα ; Όπως και να είχε το μέρος ήταν θαυμάσιο, το πιο εντυπωσιακό εκεί μέσα πάντως ήταν μια ζωγραφιά τεράστια στον τοίχο που έδειχνε κάποιον καβαλάρη πάνοπλο δίπλα σ ένα ένα κυπαρίσσι ακριβώς σαν αυτό με την κυψέλη που είχε δει πρωτύτερα μόνο που μπροστά σ’ αυτό εδώ μια πηγή νερού ανάβλυζε κι έτρεχε ανάμεσα στα χαλίκια.

Αφηρημένος όπως ήτανε ανατρίχιασε ολόκληρος στον θόρυβο βημάτων σαν κάποιος με τσόκαρα να περπατούσε πάνω στο πάτωμα, αναρωτιόταν αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή κάποιο όνειρο, και θυμήθηκε το παιδί που τον είχε φέρει εκεί πέρα , που είχε εξαφανιστεί, έψαχνε να βρει από που ερχόταν εκείνο το σούρσιμο των βημάτων όταν πίσω του αντήχησαν πέταλα αλόγου πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο, τάκα -τακ, τάκα τακ, γύρισε στην εικόνα και είδε ότι είχε αδειάσει εντελώς, ο καβαλάρης έλειπε, μονάχα το φόντο είχε μείνει με το κυπαρίσσι και την κυψέλη και την πηγή με τα χαλίκια, μια σκιά πίσω απ’ τις κολώνες σα να κινήθηκε απότομα όμως ο καλπασμός σταμάτησε κι επικράτησε σιωπή απόλυτη. Έγειρε το σώμα σ’ ένα πάγκο και χωρίς να το θέλει έριξε κάτω όλα τα χαρτιά που είχαν φέρει εκεί πέρα οι γυναίκες μαζί με τα απρόσφορα, έσκυψε να μαζέψει τα χαρτάκια που είχαν σκορπίσει στο μάρμαρο και το μάτι του έπεσε σε κάτι λόγια γραμμένα σ’ ένα απ αυτά, στο χαρτί έγραφε :

Δίπλα στο κυπαρίσσι του νερού,
όταν οι αχτίνες του ήλιου περνούν
μέσα απ’ τα νερά της βροχής,
κοντά στα χαλίκια της ακτής,
εκεί θα με βρεις !

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΝΟΣ

Δεν έμαθα ποτέ να κολυμπώ όσο κι αν προσπάθησα, ο πατέρας μου πάλι ένιωθε νερό σαν ψάρι με το που έμπαινε στο νερό, όποτε πηγαίναμε σ’ εκείνο το χωράφι δίπλα στο ποτάμι όπου είχε φυτέψει κολοκύθια, άκου τι σκέφτηκε ο άνθρωπος, για το μόνο που δε μπορούσες να τον κατηγορήσεις ήταν έλλειψη φαντασίας, που τα είχε βρει  τα κολοκύθια, τη στιγμή που όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι έβαζαν καλαμπόκι ή στάρι ή μπαμπάκι αυτός έβαζε κολοκύθια, κάτι μεγάλα με ωραίο, κίτρινο χρώμα, ίσως του άρεσαν οι κολοκυθόπιτες αν και δε θυμάμαι ποτέ τη μάνα μου να φτιάχνει τέτοιου είδους πίττες. Πηγαίναμε λοιπόν εκεί πέρα σ’ εκείνο το χωράφι κι αμέσως ο πατέρας μου έβγαζε τα ρούχα του, βουτούσε αργά στο παγωμένο νερό και περνούσε απέναντι στο άλλο κτήμα που είχαμε κολυμπώντας με μεγάλες χεριές, έριχνε μια ματιά μήπως είχε γεμίσει χορτάρια, κι ύστερα επέστρεφε χωρίς να χρειαστεί να κάνει την μεγάλη διαδρομή μέχρι τη γέφυρα που ήταν χιλιόμετρα μακριά. Το ποτάμι  ήταν αρκετά βαθύ κι έπρεπε να ξέρεις καλό μπάνιο, ούτε θυμάμαι  που έμαθε να κολυμπά ο μπαμπάς μου αλλά κι ο αδελφός μου , κι εκείνος κολυμπούσε καλά, μια φορά που σκάβαμε σ’ ένα άλλο χωράφι πλάι σ’ ένα κανάλι αρδευτικό- η ζέστη ήταν ανυπόφορη και τα πουλιά στις καλαμιές χαλούσαν τον κόσμο τσιρίζοντας σα διάβολοι-  δεν άντεξε, βούτηξε στα παγωμένα νερά του καναλιού βγάζοντας φωνές, ‘’Πω ρε φίλε, αυτό είναι μπούζι!’’ δοκίμασε μερικές απλωτές επιπλέοντας στο ρέμα κι έπειτα βγήκε δροσισμένος με τις σταγόνες να τρέχουν πάνω του...
 

Προσπάθησα πολλές φορές  να μάθω κολύμπι, όποτε περνούσα πάνω από γεφύρια  μου περνούσε η σκέψη ότι αν έπεφτα εκεί μέσα την είχα βαμμένη, όποτε πάλι ταξίδευα με καράβι σκεφτόμουν ‘’ Τι κάνεις φίλε άμα αυτό το πράγμα βουλιάξει, πως βγαίνεις στη στεριά απέναντι ;’’ Και να πεις ότι δεν αγαπούσα το υγρό στοιχείο, τρελαινόμουν πάντα για δουλειές που είχαν σχέση με το νερό μες το καλοκαίρι, ποτίσματα, καθαρίσματα στο μπαλκόνια, πλυσίματα στο νεροχύτη ! Τη θάλασσα όμως δε τη μπορώ, η αρμύρα μου σπάει τα νεύρα  ρε φίλε σαν μπαίνει στη μύτη και στο στόμα, ‘’Έλα μέσα !’’ μου φώναζε η γυναίκα μου που ήταν από ώρα στα βαθιά με τη φίλη της την ψυχολόγο , μπορούσες να δεις τα κεφάλια τους που επέπλεαν,  εγώ όμως  δεν είχα καμιά διάθεση,  είχα μείνει στην ακτή παρακολουθώντας ένα κοπάδι από μικρά ψαράκια με ράχες γυαλιστερές που έτρεχαν να βγουν από ένα λάκκο βιαστικά σα να τα κυνηγούσαν, ‘’Αυτά τα κύματα με ζαλίζουν όπως πηγαινοέρχονται όλη την ώρα, δε μπορώ, πονά το κεφάλι μου !΄’, άκουσα να λέει η γυναίκα που μας είχε στην παρέα μας  η ψυχολόγος , μια μελαχρινή με μεγάλα μάτια,  έριξε μετά ένα ψιλό φόρεμα πάνω της κι έφυγε κατά το χωριό που βρισκόταν πίσω μας…
 

Κανονικά ο βόμβος των κυμάτων ο φλοίσβος κι ο αέναος παφλασμός σε ηρεμούν , έτσι είναι το λογικό , έτσι συμβαίνει σ’ όλο τον κόσμο αλλά αυτή η γυναίκα είχε ένα θεματάκι, μου το είχε πει η ψυχολόγος που την κουράριζε και μας είχε φέρει στο παραλιακό χωριό γιατί ήθελε να τη γνωρίσει καλύτερα. Είχε ιστορικό η κοπέλα, σε κάποια συνεδρία εκεί που καθόταν ευγενική έγειρε το κεφάλι κι όταν το σήκωσε είπε απότομα ‘’Τι θέλεις από μένα κυρά μου; ‘’ με μια φωνή αλλιώτικη, την είχε τρομάξει, δεν ήξερε τι να κάνει , σταμάτησε όπως -όπως εκείνη τη συνάντηση και της είπε ότι θα ξαναβρίσκονταν άλλη φορά, Ήξερε απ’ τα βιβλία ότι μερικά άτομα έχουν διχασμένη προσωπικότητα αλλά δεν γνώριζε πώς να το χειριστεί, φοβήθηκε, ήθελε να την παρατήσει, από την άλλη την έτρωγε η περιέργεια. Μελετούσε μερικά χρόνια την περίπτωση και είχε προσέξει ότι η γυναίκα εμφάνιζε πιο έντονα συμπτώματα το καλοκαίρι,  τον Ιούλιο κάτω από τον Αστερισμό του Κυνός  που κατακαίει τα πάντα στο διάβα του όπως  είχαν εξακριβώσει και οι αρχαίοι. Στη διάρκεια αυτών των ημερών  από κάποιαν αιτία ασήμαντη είχε δει την  κοπέλα ν’ αλλάζει χαρακτήρα και να γίνεται μια άλλη σα να έβγαινε από μέσα της ένας τύπος άγνωστος που κρύβονταν, ήταν λίγο τρομαχτικό αν και το συνήθιζες με τον καιρό, έμοιαζε σα να είχε δυο ανθρώπους μέσα της, μια φορά της είχε πει ότι όλα είχαν ξεκινήσει από τότε που ήταν παιδί και η μάνα της την είχε βάλει να πιάσει το χέρι της γιαγιάς της η οποία είχε πεθάνει για να την αποχαιρετήσει. Δεν ήθελε με τίποτα όμως η μάνα της επέμενε, την πίεζε, καλά μερικοί άνθρωποι είναι εντελώς ηλίθιοι, από τότε είχε αποκτήσει το πρόβλημα, σε μια ακρόαση την άκουσε να παραμιλά λέγοντας ‘’Όχι αυτό μαμά, όχι αυτό, είναι παγωμένο !’’
 


Όταν σκέφτεσαι ότι ένας άνθρωπος που φαίνεται φυσιολογικός κρύβει τέτοια μυστικά σούρχεται να τσιρίξεις, όπως και να είχε εγώ δε χρωστούσα τίποτα που μας την είχε κουβαλήσει εκεί πέρα την παλαβή, ευτυχώς δεν είχε καθίσει πολλή ώρα μαζί μας. Ξάπλωσα κάτω απ τα δέντρα, ένα αεράκι φυσούσε απ’ την απέναντι ακτή αναταράσσοντας την επιφάνεια της θάλασσας που συνέχιζε την αέναη κίνηση της , αυτό εμένα δε με πείραζε διόλου, οι φυλλωσιές έριχναν τη σκιά τους και μπορούσες να χαλαρώσεις, το κεφάλι μου ήταν βαρύ, ένα σωρό πράγματα το ζάλιζαν, αποκοιμήθηκα. Μες τη ζαλάδα μου άκουσα την ψυχολόγο να λέει ‘’Είναι υπερκινητικός, έτσι εξηγείται!’’ - ‘’– ‘’ Τώρα έχει σπάσει το ρεκόρ του!’’ ακούστηκε η γυναίκα μου ‘’Κανονικά δεν ησυχάζει, δεν μπορεί να καθίσει σ’ ένα σημείο. Σπάνια θα τον δεις έτσι, απορώ πως κοιμήθηκε, στο σπίτι δε σταματά να πηγαινοέρχεται και να με ζαλίζει μέχρι που τον στέλνω στη κρεβατοκάμαρα, κλείνω τη πόρτα και ησυχάζω!’’
 

Έβαλαν αντηλιακό που είχε τη μυρουδιά πράσινου τσαγιού κι ύστερα απλώθηκαν στις ξαπλώστρες τους, αυτές είχαν  τη ρουτίνα τους αλλά εγώ βαριόμουν, κανονικά δεν έπρεπε να ήμουν εκεί πέρα, το μόνο που ήθελα ήταν να βγω έξω απ την πόλη, να δω ανοιχτωσιά, κάμπους, χωράφια και χωριά. Η θάλασσα είναι το στοιχείο το της γυναίκας μου, αυτή κολυμπά σα δελφίνι φεύγοντας στα βαθιά και κάνοντας διαδρομές ατελείωτες μέχρι που το δέρμα της αρχίζει να μαζεύει, εγώ κάθομαι στη παραλία και την παρακολουθώ λες και είμαι ναυαγοσώστης, καλά για το τρελοκομείο της ηλιοθεραπείες ας μη μιλήσουμε, αυτό ποτέ δε μπόρεσα να το καταλάβω, να ψήνεσαι στην άμμο σα χταπόδι στη σχάρα πασαλείβοντας με κρέμες το ταλαίπωρο το σώμα σου, ε όχι ρε φίλε !
 

Ο ήλιος χτυπούσε δυνατά , μπαίναμε στα κυνικά καύματα τότε που ο Ήλιος  ρίχνει τα πυρωμένα βέλη του στη γη και μόνο οι σκυλιά  γυρνούν στους δρόμους.  Ένα στερεοφωνικό αντιλαλούσε στις λαγκαδιές, χάιδεψα με τ’ ακροδάχτυλα την πλάτη της γυναίκας μου ψηλά κοντά στους ώμους , μόνο αυτό την χαλάρωνε, κι έπειτα αποφάσισα να πάω μια βόλτα στο χωριό που ήταν χτισμένο στην πλαγιά πίσω απ’ την ακτή. Έκοψα δρόμο περνώντας από ένα παρκάκι, το γρασίδι που είχαν φυτέψει ηρεμούσε το μάτι κι ήταν ωραίο να περπατάς πάνω του, σε μια ταβέρνα τουρίστες έτρωγαν σαλάτες και καλαμάρια , αμάξια μ΄ ανοιχτά παράθυρα ερχόταν απ όλες τις μεριές κουβαλώντας κόσμο για τη θάλασσα, σε κάτι στενά που μπήκα καρακάξες με φτερούγες ασπρόμαυρες πετούσαν και χάνονταν μέσα στα φυλλώματα μιας συκιάς και σε κάθε γωνιά πετάγονταν γάτες μικρές και μεγάλες, πόσες ήτανε ρε φίλε!
 

Τα στενά σ’ έβγαζαν σ’ ένα δρομάκι ανηφορικό και σ’ ένα χαμηλό σπιτάκι που βρισκόταν κάτω απ το δρόμο είδα κάτι ασυνήθιστο, έναν γενειοφόρο σα καλόγερο να σκύβει πάνω απ’ το φέρετρο μιας γριάς με άσπρα μαλλιά. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο έβλεπα ανθρώπους να πηγαινοέρχονται στο καμαράκι όπου βρισκόταν η κάσα μιλώντας σιγανά σα να μην ήθελαν να ξυπνήσουν τη γριά . Ο αέρας που φυσούσε κυμάτιζε ένα κουρτινάκι άσπρο, κεντημένο,κι όπως το ανασήκωνε κάθε λίγο μπορούσα να δω σε μια γωνιά κοντά στο φέρετρο την γυναίκα που άλλαζε χαρακτήρα, καθόταν εκεί πέρα, χαμογελώντας και κουβεντιάζοντας μ’ έναν νεαρό, με αντιλήφθηκε και μούκανε νόημα να πλησιάσω.  Κατέβηκα μερικά σκαλοπάτι και μπήκα στο καμαράκι κάνοντας το σταυρό μου, ‘’Αυτή είναι η μάνα μου...’’ είπε χαμηλόφωνα ‘’...χτες το βράδυ πέθανε γι αυτό πονούσε τα κεφάλι μου και δεν άντεχα τη θάλασσα!’’. Από ένα καμαράκι που έβγαζε σε μια αυλή, στην πίσω μεριά, ένας γέρος βγήκε, έριξε στον δίσκο που είχαν βάλει ένα νόμισμα και πήρε κερί, κείνη τη στιγμή ο ρασοφόρος σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου, νόμιζα ότι θα μου έλεγε ‘’Τι θες εδώ πέρα εσύ!’’ όμως αυτός πήγε πάνω απ’ την πεθαμένη γριά κι άρχισε ένα ψιθυρίζει κάτι ευχές ‘’Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων…’’
 

Η τελετή τελείωνε κι ετοιμάζονταν να την πάρουν για τα μνήματα, δυο γεροδεμένοι έσκυβαν ήδη δοκιμάζοντας το βάρος που θα σήκωναν, έξω στο δρόμο τα τζιτζίκια χαλούσαν το κόσμο σα να είχαν μαζευτεί εκατομμύρια από δαύτα και ξεφώνιζαν τρελαμένα, ένας ανεμιστήρας που στριφογύριζε από πάνω μας δεν έβγαζε καμιά δροσιά μόνο γύριζε τους έλικες του απειλητικά,   τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να φύγω η γυναίκα-  δόκτωρ Τζέκυλ με τα τεράστια  μάτια   έκανε μια κίνηση κι έπιασε το χέρι της γριάς σα να την αποχαιρετούσε, κείνη τη στιγμή το χλωμό πρόσωπο της πεθαμένης σα να άλλαξε και να πήρε χρώμα ζωντανεύοντας, το κεφάλι της μετακινήθηκε ελαφρά και το στόμα της πήρε ένα σχήμα που δεν είχε πρωτύτερα, καλά  αυτό ήταν πολύ κουφό,  κόντεψα να τιναχτώ μέχρι το ταβάνι που δεν ήταν και πολύ ψηλά ενώ  από δίπλα μου ο παπάς ούρλιαξε ‘’Το είδατε αυτό, το είδατε, ! ’’ Για κάποιον λόγο   ίσως επειδή βρέθηκα μπροστά του, στράφηκε σε μένα σα να έφταιγα εγώ ’’ Το είδες,  πες την αλήθεια,  το είδες αυτό, όχι   πες την αλήθεια ! ‘’



Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΚΑΤΑΛΑΥΝΙΚΑ ΠΕΔΙΑ

Ένα κορίτσι έπεσε απ’  το μπαλκόνι, έτσι ακούστηκε, απ’ το γειτονικό φαρμακείο που εφημέρευε μια γυναίκα βγήκε να δει τι συμβαίνει,  αυτή αντίκρισε πρώτη το πεσμένο σώμα και κάλεσε ασθενοφόρο,  δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει, φώτα άναψαν, αν και ήταν προχωρημένη η νύχτα  κόσμος μαζεύτηκε και μετά  από λίγο ήρθε το ασθενοφόρο με τους τραυματιοφορείς που έμεινε εκεί πέρα για ώρα πολύ, ένας γέρος  με άσπρη φανελίτσα έφευγε  απ’ το σημείο πού έπεσε το κορίτσι  κουνώντας  το κεφάλι του ‘’Η κόρη της Ε είναι’’ είπε σε κάποιον  ‘’Αναπνέει ακόμα ’’ κι έκανε μια κίνηση με την παλάμη του σα να έλεγε  ‘’Τη βγάζει δε τη βγάζει’’,  ύστερα  μπήκε σε μια πολυκατοικία και χάθηκε.

Έβγαζε τα μαγιό των παιδιών απ’  τη ντουλάπα   όταν άκουσε την  διαπεραστική τσιρίδα κι έναν  γδούπο  πολύ δυνατό, πετάχτηκε κατατρομαγμένη, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάποιος από κείνους τους αλήτες  που έκαναν  φασαρίες και φώναζαν τα βράδια προκαλώντας τους περαστικούς,  όταν άκουσε απ’  το μπαλκόνι  το γέρο με τη φανελίτσα  την έπιασε μια ταραχή βαθιά, το ήξερε καλά το κορίτσι και τη μάνα του,   έτρεμε, ο θώρακας της ανεβοκατέβαινε ασταμάτητα προκαλώντας έναν  βήχα  σπαστικό  όπως τότε που είχε κρυολογήσει άσχημα  και για νύχτες δε κοιμόταν, κάθε λίγο  έβγαινε  στη βεράντα να δει τι γινόταν,  ένα αγόρι κάπου δεκαπέντε χρονών  πηγαινοέρχονταν όλη την ώρα  μιλώντας  στο κινητό κι έκλαιγε ασταμάτητα με λυγμούς, σίγουρα  είχε δει τη σκηνή και σοκαρίστηκε, ενώ  το  ασθενοφόρο που είχε έρθει πολύ γρήγορα,  δεν έλεγε να φύγει από κει πέρα δίνοντας ένα σήμα ότι υπήρχε κάποια ελπίδα,  στέκονταν  με τα φώτα αναμμένα εκεί αμετακίνητο ενώ  δυο  τραυματιοφορείς  περιφέρονταν ανήσυχοι κι  ο ασύρματος ακουγόταν όλη την ώρα ν’ ανοιγοκλείνει αφήνοντας στον αέρα ήχους ακατάληπτους. 

Στο διαμέρισμα του κοριτσιού που βρισκόταν ακριβώς απέναντι,   τα φώτα ήταν αναμμένα, επικρατούσε αναστάτωση,  άνθρωποι έμπαιναν κι έβγαιναν στο μπαλκόνι και κοίταζαν κάτω σαν να υπολόγιζαν το ύψος και τη σφοδρότητα της πτώσης , κατά καιρούς ακουγόταν αναστεναγμοί πολύ δυνατοί και λόγια θρηνητικά, βγήκε στην άλλη βεράντα,  στην πίσω μεριά κι άναψε τσιγάρο, θυμήθηκε ξαφνικά ότι πριν λίγες μέρες  το είχε δει το κορίτσι  στο φούρνο που πήγε να πάρει ψωμί κι εκείνο της μίλησε  πολύ θερμά,  της είχε  κάνει εντύπωση,  στο τέλος την είχε φιλήσει κιόλας μ’ έναν τρόπο σαν να έφευγε ταξίδι κι  ήθελε να την  αποχαιρετήσει, κάπου  είχε διαβάσει ότι οι αυτόχειρες  το συνηθίζουν αυτό, το έχουν προετοιμάσει,  είναι μια προειδοποίηση. Στο σκοτάδι άκουσε κουβέντες, ήταν δυο γυναίκες από δίπλα  που ακουγόταν καθαρά, η μια ήταν η φαρμακοποιός που είχε βρει πρώτη το κορίτσι πεσμένο στην πρασιά, στον ακάλυπτο,  αυτή ήξερε πολλά εξαιτίας της δουλειάς της, έλεγε ότι το κορίτσι είχε μόλις γυρίσει από ένα ταξίδι στη Γαλλία,  είχανε πάει να  να δουν  τις  πόλεις  της  σαμπάνιας κι  εκείνη την πεδιάδα κάπου στο βορρά  όπου είχε γίνει μια μάχη περίφημη με τις ορδές και τα άλογα του Αττίλα που ερχόταν σαν διάβολος από  την Ασία . Είχε τόση ομίχλη εκεί πάνω που δε μπορούσες να δεις γύρω σου,  το κορίτσι είχε μελαγχολήσει γυρνώντας από κείνο το ταξίδι,  έτσι έλεγε η φαρμακοποιός που τα είχε ακούσει από κάπου, ήταν κλειστός άνθρωπος έλεγε   κι αυτοί που δε μιλούν πολύ είναι οι πιο επικίνδυνοι, δεν αντιδρούν,  δεν ξεσπούν,  τα μαζεύουν μέσα τους, μελαγχολούν  και κάποια στιγμή δε  μπορούν, δεν αντέχουν...

Ακούγονταν καθαρά οι δυο γυναίκες που κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα στην ησυχία της νύχτας,  κάποια  πράγματα  εξηγούνταν όμως κανείς δεν ήξερε πιο πολλές λεπτομέρειες κι άλλωστε τι σημασία  είχε  πια.  Σκέφτηκε τις τύψεις και τις ενοχές των γονιών, τι λάθος έκαναν,  τι διαφορετικό έπρεπε να πράξουν, πως θα το άντεχαν. σήμερα όλα είναι τόσο μπερδεμένα, τόσο περίπλοκα,  δεν ξέρεις  τι θέλουν τα παιδιά, τι πρέπει να τους πεις,  δε μπορείς και να τ’ αγριέψεις,  δε σηκώνουν και πολλά,  θα κλωτσήσουν. Κι έπειτα, άμα δουλεύεις όλη μέρα και τρέχεις σαν παλαβός  που να προλάβεις να δεις τι σου γίνεται και τι έχουν μες το μυαλό τους , εσύ θες να τους δώσεις ό,τι καλύτερο, σακατεύεσαι να προλάβεις τα πάντα  κι όμως το αποτέλεσμα δεν είναι πάλι αυτό που περίμενες, δε βρίσκεις άκρη. Ευτυχώς τα δικά της παιδιά ήταν εξωστρεφή  αν κι αυτό  μη νομίζεις ότι είναι καλύτερο, ο μεγάλος τα έβαζε συνέχεια μαζί της,  της έκανε επιθέσεις,  την έλεγε γριά,  άσχημη, κάνα  δυο φορές είχε ορμήσει να δείρει τον πατέρα του,  η κατάσταση μαζί του ήταν μια τρέλα,   περνούσε μια εφηβεία άστα να πάνε,  πλακώνονταν στο ξύλο με όλους κι οι καθηγητές του ήταν έτοιμοι να τον σουτάρουν,  το τι είχε τραβήξει δε λέγονταν όμως όσο περνούσε ο καιρός έδειχνε να ηρεμεί.

Φοβόταν να βγει στη βεράντα μήπως δει κατά λάθος  το κορίτσι στραπατσαρισμένο, παραμορφωμένο, αυτό δεν θα το άντεχε, δεν μπορούσε να ησυχάσει, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, εκείνη την ώρα συνήθως, όταν όλα τα φώτα στα διαμερίσματα έσβηναν, είχε την καλύτερη της στιγμή, η νύχτα ήταν το στοιχείο της,  το χειμώνα φορούσε ένα  χοντρό μπουφάν κι αν φυσούσε σήκωνε  την κουκούλα,  δεν ήθελε να καπνιστεί το σπίτι και να βρωμάει, πολλές φορές έπαιρνε τις φίλες της που ήξερε ότι δεν κοιμόταν κι αυτές  και μιλούσαν ώρα πολύ, μόλις ένιωθε ότι τουρτουρίζει  έσβηνε βιαστικά τη γόπα στο τασάκι κι έτρεχε να μπει μέσα προτού γίνει παγάκι.

Ο χειμώνας ήταν η εποχή της, ο χειμώνας και το φθινόπωρο, τα  καλοκαίρια πάντα τα φοβόταν, ήξερε από παλιά ότι  είναι τα πιο επικίνδυνα, η ζέστη ερεθίζει τους ανθρώπους,  τους  κάνει πιο νευρικούς, όλοι είναι στη τσίτα έτοιμοι για καυγά, τα πνεύματα εξάπτονται,  η μέρα είναι ατελείωτη,  δε λέει να βραδιάσει να ησυχάσεις, οι νύχτες  αγχωτικές,  ιδρώτας,  σώματα γεμάτα σημάδια και γραμμούλες απ’  τα σκεπάσματα,  βουητό ατελείωτο απ’  τα κλιματιστικά που γουργουρίζουν, ψυγεία,  παγωτά, επιδόρπια παγωμένα, μπύρες και πιοτά κρύα.  Άνθρωποι φεύγουν για παραλίες και ταξίδια μακρινά και συ μένεις μόνος στην πόλη να βολοδέρνεις,  όλα τα εσώψυχα βγαίνουν στην επιφάνεια, οι πιο αδύναμοι,  οι πιο ευαίσθητοι δεν αντέχουν τέτοια πίεση,  σίγουρα  είναι μια εποχή περίεργη. Πολλοί πάλι ηλικιωμένοι, φοιτητές κι άλλοι που  δε δουλεύουν,  κάθονται όλη μέρα και κλωθογυρίζουν ένα σωρό σκέψεις, αυτό δεν είναι ότι καλύτερο, είναι προτιμότερο να έχεις κάτι να σπας το κεφάλι σου, να διώχνεις  όλη σου την ενέργεια, να εκτονώνεσαι παρά να τρέχεις κυνηγώντας την ουρά σου, σκαλίζοντας  το μυαλό σου όλη την ώρα για  προβλήματα υπαρκτά κι ανύπαρκτα.  Α, σίγουρα το καλοκαίρι χρειάζεται προσοχή, εκείνη τη χρονιά  βέβαια πήγαινε σα φθινόπωρο, όλο βροχή και συννεφιά, μερικούς τους χαλάει, δεν μπορούν, δεν αντέχουν  χωρίς καύσωνες, θέλουν να νιώσουν το δέρμα τους να καίγεται, να ψήνεται!  Αυτή  δεν είχε  κανένα  πρόβλημα, μακάρι να πήγαινε έτσι  δροσερό και ήρεμο  κι όσο γι’  αυτούς που ανησυχούσαν  δεν θα τη γλύτωναν, στο τέλος θα έτρωγαν όση ζέστη λαχταρούσαν ! Θυμόταν ένα καλοκαίρι που είχε πάει έτσι δροσερό,  δεν θα είχε κανένα πρόβλημα σίγουρα κι ο ουρανός τη νύχτα έμοιαζε πολύ όμορφος  καθώς το φεγγάρι έβγαινε πίσω απ’ τα σύννεφα, αυτό το βράδυ όμως δε φαινόταν πουθενά,  μόνο μια λάμψη πάνω από τα κτήρια της πόλης .

Πήγε στη κρεβατοκάμαρα και ξύπνησε τον άντρα της που δεν είχε πάρει χαμπάρι, την είδε πνιγμένη στο κλάμα και τρόμαξε , ‘’Πρέπει να είναι η κόρη της Ε’’ είπε μες τ’  αναφιλητά της,  ‘’Ήταν  παιδί κλειστό, ευγενικό,  δε μιλούσε, πολύ’’, εκείνος έξυσε το κεφάλι του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί,   ‘’Μη ξαναβγείς  στο μπαλκόνι!’’ της είπε απότομα ,  δεν υπήρχε λόγος να δει καμιά σκηνή άγρια που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει, ύστερα την χάιδεψε για να την ηρεμήσει,  ‘’ Μη βάζεις το κακό στο νου,  μη σκέφτεσαι αρνητικά,  μπορεί να ζει το κορίτσι,   κάποιο παιδί που ήξερα είχε  πέσει από ψηλά κι επέζησε, το βλέπω ταχτικά τόχουν επονομάσει Λάζαρο γιατί αναστήθηκε πραγματικά, όλο στην εκκλησία πάει, το μόνο που του έχει μείνει είναι ένα τρίκλισμα  ελαφρύ στο περπάτημα!’’ Ήθελε να την καθησυχάσει αλλά ήταν αλήθεια , δεν έλεγε ψέματα, εκείνο βέβαια ήταν ένα θαύμα σίγουρα όμως κι εδώ  οι γιατροί θα το πάλευαν, τόσα μηχανήματα υπάρχουν, τόσες τεχνικές,  δεν μπορούσε να τελειώσει έτσι απλά, που  ξέρεις τι  μπορεί να συνέβη, ίσως κρεμάστηκε  από καμιά τέντα που του έκοψε τη φόρα ,  μπορεί να μπερδεύτηκε σε καμιά απλώστρα κι έπειτα να χτύπησε σε κανένα κάδο πλαστικό κι όχι στο τσιμέντο,  μπορεί να προσγειώθηκε στον ουρανό κάποιου αυτοκινήτου, η λαμαρίνα είναι καλύτερη απ’  το σκληρό πεζοδρόμιο, χίλια δυο μπορεί να είχαν συμβεί.

Την φίλησε στο στόμα,  πλάγιασε ξανά και σε λίγο ροχάλιζε πεθαμένος απ’  την κούραση καθώς είχε σχολάσει αργά απ’ το γραφείο. Έμεινε μόνη, ένιωθε λίγο καλύτερα ακούγοντας για το παιδί που επέζησε, , ίσως υπήρχε μια ελπίδα, μια μηχανή αυτοκινήτου  έβαλε μπροστά με θόρυβο,  ήταν  το ασθενοφόρο που έφευγε με τον ασύρματο πάντα ανοιχτό να μεταδίδει μηνύματα  κι ύστερα να διακόπτει περιμένοντας απόκριση, δεν άντεξε, βγήκε στη μπροστινή μεριά  κι έριξε μια ματιά, ‘’Κάτι να βάλω, πως θα πάω έτσι το νοσοκομείο!’’ ακούστηκε αλαφιασμένη η μάνα του κοριτσιού ‘’Άστο χριστιανή μου!’’ της είπε κάποιος και την έβαλε σε κάποιο αμάξι που ξεχύθηκε πίσω απ’ το κίτρινο όχημα το οποίο  άρχισε να ουρλιάζει στριφογυρνώντας με μανία τη φωτεινή μπάλα  της οροφής του. Μια ησυχία  απειλητική απλώθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κείνη την ώρα βγήκαν τα απορριμματοφόρα του δήμου που μάζευαν τα σκουπίδια μες το σκοτάδι μουγκρίζοντας κι αυτός ο ήχος σαν να έσπασε λίγο τη βαριά   ατμόσφαιρα,   δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί,  όπως ήταν εξαντλημένη πήγε στον άντρα της, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα, αυτός συνέχιζε να κοιμάται,   κοντά στα ξημερώματα αποκοιμήθηκε κι αυτή .

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...