Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

ΣΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Μια οσμή από μύρο ένιωσε να έρχεται ξαφνικά στο πρόσωπο της όπως δοκίμαζε να μπει στο πιο σκοτεινό μέρος του υπογείου, τον ‘’τάφο’’ όπως το λέγανε εκείνο το μέρος οι υπάλληλοι επειδή για να πας εκεί έπρεπε να διασχίσεις ένα πανύψηλο διάδρομο γεμάτο διακλαδώσεις που θύμιζαν   κατακόμβη. Το κτήριο όπου στεγαζόταν το σούπερ μάρκετ ανήκε σε μια εκκλησία πολύ παλιά και διόλου παράξενο να υπήρχε καμιά κρύπτη εκεί πέρα από τότε που κυνηγούσαν τους χριστιανούς. Όπως ήτανε μόνη εκείνη τη μέρα, οι πιο πολλοί είχαν πάρει άδεια, φοβήθηκε, δε μπορούσε να καταλάβει από που έρχονταν η μυρουδιά που ήταν βέβαια ευχάριστη, έμοιαζε μ’ αυτήν που απέπνεε ο επιτάφιος με τα λουλούδια της άνοιξης, τα λιβάνια και τ’ αρώματα όμως εκεί κάτω στο σκοτεινό υπόγειο έμοιαζε κάπως απειλητική, ασυναίσθητα έκανε το σταυρό της, σταμάτησε εκεί που βρίσκονταν και κοίταξε πίσω της νιώθοντας ότι κάποιος την ακολουθούσε, ήταν σίγουρη ότι από καμιά γωνιά θα εμφανίζονταν κανένα φάντασμα καλόγερου η γέρου προσκυνητή για να την κατατρομάξει.

Αν είχε μαζί της το Λυκούργο εκεί κάτω δε θα φοβόταν τίποτα, πάντα τη βοηθούσε κι όταν είχε κάτι βαρύ να κουβαλήσει δεν την άφηνε ποτέ, ο τύπος ήταν θηρίο, ένα παιδί ψηλό, αθλητικό, που δε καταλάβαινε τίποτα, χρόνια στη πιάτσα, πριν έρθει εκεί δούλευε στα κρέατα, ξυπνούσε απ’ τις τέσσερις και σχολούσε αργά το απόγευμα, το πρωί κουβαλούσε στην πλάτη κάτι κομμάτια ζώων τεράστια που έλεγες ότι τα είχανε κόψει από δεινόσαυρο κι έπειτα έκανε χαβαλέ με τους πελάτες και τις κυριούλες πουλώντας όλο το εμπόρευμα. Καλά άμα ήταν εκεί κάτω ο Λυκούργος που κάθε πρωί έκανε μια ώρα γυμναστική προτού έρθει στο σούπερ μάρκετ, θα προχωρούσε μαζί του μέσα στον τάφο να δουν τι στο δαίμονα υπήρχε στο βάθος των διαδρόμων κι από πού ερχόταν εκείνη η απόκοσμη οσμή του μύρου που είχε κατακλύσει το χώρο…

Εκείνες οι βλαμμένες οι κοπελίτσες απ’ τα ταμεία που την έστελναν όλη την ώρα κάτω φταίγανε, όταν δε βρίσκανε κανένα εμπόρευμα που ζητούσαν τίποτα παλαβές γριές ακούγονταν στο μεγάφωνο ‘’Η κυρία Ε να έρθει στη ρεσεψιόν παρακαλώ! ‘’ κάθε φορά της ανέβαινε η πίεση όταν άκουγε να τη φωνάζουν αντί να κουνηθούν και να πάνε μόνες τους, μα τι τεμπέλες θεέ μου, καλά ήταν πολύ άχρηστες! Τα είχε βαρεθεί πραγματικά εκείνα τα κοριτσάκια και περίμενε πότε θα τελείωνε η σύμβαση της να σηκωθεί να φύγει από κει πέρα, ήταν σίγουρη ότι θα θέλανε να την κρατήσουν γιατί τους έβγαζε όλη τη δουλειά την ώρα που πληρώνανε ψίχουλα, δεν είχε καμιά όρεξη να συνεχίσει, εκεί έξω βέβαια τα πράγματα είχαν αγριέψει παρά πολύ κι έπρεπε να σκεφτείς καλά την κάθε σου κίνηση, όπως και να είχε θα το σκεφτόταν πολύ πριν αποφασίσει.

Κι έπειτα ήταν η καθημερινή ρουτίνα που είχε αρχίσει να της αρέσει, αν και τα πρωινά βλαστημούσε κάθε φορά που χτυπούσε το ξυπνητήρι, ειδικά όσο χειμώνιαζε, η νύχτα μεγάλωνε κι έπρεπε να σηκώνεται μες τ’ άγρια χαράματα. Μαζί της είχε πάντα ένα θερμός με ζεστό καφέ που το ακουμπούσε στα χείλη για να ζεσταίνει το πρόσωπο και τα χείλια της καθώς γύρω το κρύο γινόταν όλο και πιο αισθητό. Ο καιρός πήγαινε καλός, δεν είχε βρέξει για καιρό κι υπήρχαν μέρες που ο ήλιος ήταν εξαιρετικά ευχάριστος, δεν έμοιαζε καθόλου με κείνον τον καλοκαιρινό που σου τσουρουφλίζει το δέρμα, άμα έχεις συνηθίσει στη ζέστη αυτός ο ήλιος, ο φθινοπωρινός, δε σε πειράζει καθόλου. Όλα τα μαγαζιά είχαν γεμίσει κόσμο, νεολαία πιο πολύ, κι αφού οι άνθρωποι είχαν ξεμπερδέψει με τα σχολικά και δεν χρειαζόταν ακόμα πετρέλαια και καλοριφέρ, το είχαν ρίξει έξω διασκεδάζοντας, πραγματικά η εποχή έμοιαζε πολύ ωραία…

Κάθε πρωί παρατηρούσε στη στάση τα τελευταία άστρα που είχαν απομείνει στον ουρανό κι όταν έφτανε στο κέντρο της άρεσε να βλέπει τους φωτισμένους φούρνους που έψηναν τσουρέκια απ’ τα χαράματα, τα καφέ που πουλούσαν ντόνατς και καπουτσίνο, τα τυροπιτάδικα που ετοίμαζαν χυμούς και ζεστά σάντουιτς στην τοστιέρα. Πάντα είχε αδυναμία στο κέντρο με τα μαγαζιά του που έσφυζαν από ζωή και χρήμα κάποτε, τότε που υπήρχαν δουλειές και πλήρωναν καλά όμως τα πιο πολλά απ’ αυτά κατέβαζαν ρολά μέρα με τη μέρα κι ήταν μια πίκρα να τα βλέπεις, μόνο γυράδικα και κάτι άλλα φτηνιάρικα καταστήματα άνοιγαν ενώ ο κεντρικοί δρόμοι έμοιαζαν εγκαταλειμμένοι στο έλεος του θεού.
Είχαν αλλάξει σίγουρα τα πράγματα, δεν ήταν πάντοτε έτσι, η πόλη βίωνε μεγάλη παρακμή καθώς ο δήμαρχος είχε αποδειχθεί μεγάλο λαμόγιο κι η αστυνομία έμοιαζε εξαφανισμένη από παντού. Ο τόπος είχε γεμίσει ζητιάνους, πρεζόνια και μετανάστες που σκοτώνονταν κάθε μέρα έξω από τα τυροπιτάδικα πουλώντας τσιγάρα λαθραία κι ο θεός ξέρει τι άλλο εντελώς ξεδιάντροπα αφού δεν υπήρχε κανείς να τους ελέγξει, γύρω παντού σκύλοι αδέσποτοι άρπαζαν τεράστια κόκαλα έξω απ’ τα χασάπικα και πήγαιναν σε καμιά γωνιά να τα ροκανίσουν, το θέαμα ήταν τριτοκοσμικό καθαρά, θύμιζε Ινδία, Πακιστάν κάποια από κείνες τις χώρες εκεί κάτω.

Κάθε πρωί συναντούσε κοντά σε μια στοά και τον Λυκούργο, για να κόψει δρόμο περνούσε από κει μέσα κι έβγαινε κατευθείαν στο σούπερ μάρκετ.  Όταν ήταν ακόμα νύχτα Ο Λυκούργος – τι όνομα κι αυτό θεέ μου- που  είχε δουλέψει ένα φεγγάρι στα καράβια της εξηγούσε  τους αστερισμούς ψηλά στον ουρανό, όσους τουλάχιστον μπορούσαν  να διαπεράσουν τα φώτα της πόλης . Το πρωί η στοά ήταν έρημη αλλά το μεσημέρι που σχολούσαν κι έφευγαν μαζί έβλεπαν εκεί κάτι περιθωριακούς και κάτι άλλους άσχετους που μαζευόντανε στη στοά και τα πίνανε τσιμπολογώντας κανένα μεζέ, λίγο τυράκι, κανένα ψάρι παστό, λίγο σαλαμάκι. Μερικές φορές έτρωγαν και καμιά καυτερή πιπεριά και τότε τους έβλεπες ν’ αναστενάζουν και να ξεφυσούν ενώ στάλες ιδρώτα έτρεχαν στο μέτωπο τους γιατί είχαν καεί τα μέσα τους. Όταν τύχαινε να περνά μόνη της την κοιτούσαν περίεργα και πετούσαν κανένα: ‘’Που πάει το γκομενάκι !’’ αλλά από τότε που τους είχε μιλήσει ο Λυκούργος την σέβονταν, με τον καιρό είχε ξεθαρρέψει κι αυτή, τους πετούσε καμιά κουβέντα κι άλλοτε σταματούσε στη στοά να πάρει κανένα βότανο από έναν πλανόδιο που πουλούσε σπόρους τριανταφυλλιάς και φύλλα δάφνης, σπαθόχορτο και ρίγανη, θυμάρι και στελέχη αλόης, είχε μάθει ότι ο τύπος πήγαινε μόνος του πάνω στα βουνά στις ξερολιθιές και τα μάζευε όλο το χρόνο…

Με τον Λυκούργο ένιωθε ασφάλεια τώρα όμως είχε μείνει μοναχή της στο υπόγειο κι είχε παγώσει απ’ το φόβο, ο άλλος είχε εξαφανιστεί, σίγουρα θα τον είχαν στείλει να ξεφορτώσει εκείνο το πελώριο φορτηγό που έφερνε καταραμένες προμήθειες και παραλαβές. Ήτανε μόνη της και φοβόταν, της ήρθε στη μνήμη εκείνη η σκηνή όταν ήταν μικρή που είχε πάει στην εκκλησία μοναχή της κι άναψε δυο κεράκια βλέποντας μια τοιχογραφία ζωγραφισμένη ψηλά  στην οροφή που έδειχνε τους μάγους να  ακολουθούν το αστέρι για να βρουν το χριστό, ξαφνικά είχε ακούσει τσόκαρα να σέρνονται στο πάτωμα αλλά δε μπορούσε να δει τίποτα, μοναχά ένα θρόισμα αδιόρατο διαπερνούσε τον αέρα σαν κάποιος να διέσχιζε το χώρο δίχως να φαίνεται κι αυτό ήταν τόσο τρομαχτικό που είχε ανατριχιάσει ολόκληρη. Η γιαγιά της  που την αγαπούσε υπερβολικά  και κάθε βράδυ στο μπαλκόνι της έδειχνε όλα τ’ άστρα του ουρανού κι όλους τους αστραφτερούς σχηματισμούς που φτιάχνονταν εκεί πάνω  τη νύχτα, κι όλους του δρόμους  που έπρεπε να διασχίσουν οι μετεωρίτες στο ουράνιο ταξίδι τους,   αυτή η γιαγιά της λοιπόν της είχε πει ότι η αγία σ’ εκείνη την εκκλησία είχε εμφανιστεί σε πολλούς, ιδίως σε μερικούς που δεν ήσαν και τα καλύτερα παιδιά και τους είχε δώσει ένα σκαμπίλι τόσο δυνατό που το ένιωθαν για χρόνια στο μάγουλο επειδή είχαν κάνει κάτι βρώμικο ή είχαν σκεφτεί κάτι πονηρό, μάλιστα υπήρχε και κάποιος στη γειτονιά με στραβωμένη τη μια μεριά του προσώπου που λέγανε ότι το είχε πάθει από ένα τέτοιο σκαμπίλι γιατί είχε βάλει κάποτε χέρι στο παγκάρι, η αγία τον είχε πάρει μάτι και τον τιμώρησε έτσι λέγανε . . .

Αυτό ακριβώς το συναίσθημα την κατέκλυσε ξανά όπως τότε που ήταν πιτσιρίκι κι έβλεπε τον κόσμο μ’ άλλα μάτια σαν όλα γύρω να είχανε μια διάσταση άλλη απ’ την πραγματική. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να σηκωθεί και να φύγει από κει πέρα, όπως όμως έκανε να υποχωρήσει το ένα μετά το άλλο τα φώτα στο ταβάνι έσβησαν, όλος ο χώρος γύρω σκοτείνιασε απότομα όπως συμβαίνει στους δρόμους το πρωί. Έκανε μερικά βήματα στα τυφλά ψηλαφώντας ένα καρότσι που υπήρχε στο διάδρομο, καθώς προσπαθούσε να σκεφτεί γιατί να της συμβαίνει αυτό, τι στο καλό αμαρτίες είχε κάνει, εκτός από κάτι ψιλά δε θυμόταν κανένα σοβαρό παράπτωμα, ήταν σίγουρη ότι από στιγμή σε στιγμή θα έτρωγε ένα μπάτσο τόσο δυνατό που θα της έφευγε καμιά γέφυρα απ’ την οδοντοστοιχία της. Έβαλε το χέρι στο σταυρό που είχε κρεμασμένο στο λαιμό, αυτόν που της είχε χαρίσει η αγαπημένη της γιαγιά  και τον είχε χάσει ένα καλοκαίρι βουτώντας στη θάλασσα σ’ ένα νησί από έναν βράχο. Είχε χαλάσει τότε τον κόσμο να τον βρει, είχε βάλει όλους τους γνωστούς της να βουτήξουν με μάσκες και μπουκάλες, η ίδια κόντεψε να σκάσει κάτω απ’ το νερό ψάχνοντας, δεν θα έφευγε απ’ το νησί αν δεν έβρισκε τον σταυρό, και τελικά τον βρήκε ρε φίλε, σ’ ένα μέρος όχι και τόσο βαθύ, ήταν πεσμένος στην άμμο του βυθού και γυάλιζε ακτινοβολώντας τις αχτίνες του ήλιου που έφταναν μέχρι τον βυθό, καλά όταν τον είχε στερεώσει στο λαιμό της ένιωσε υπέροχα σα να ξαναβρήκε τη χαμένη της δύναμη.

Ένας ήχος σα μακρόσυρτο μουρμουρητό ήρθε τώρα στ’ αυτιά της, αυτό το πράγμα ήταν σίγουρα κάποιο δαιμόνιο, για καλό πνεύμα πάντως δεν έμοιαζε, με το που έσβησαν τα φώτα τα μουρμουρητό εκείνο δυνάμωσε κι απ’ την αντίθετη κατεύθυνση της φάνηκε ότι άκουγε ένα θόρυβο που δυνάμωνε ολοένα σαν κάποιος να κοπανούσε ένα ταμπούρλο προαναγγέλλοντας μια καταστροφή που πλησίαζε ολοένα και πιο κοντά, είχε αρχίσει να ιδρώνει όπως εκείνοι οι τύποι στη στο που έτρωγαν τις καυτερές πιπεριές, της ερχόταν να βάλει καμιά τσιρίδα να ξεσπάσει, χωρίς να το καταλάβει έσυρε την παλάμη της κατά το σταυρουδάκι που είχε στο λαιμό

‘’Ε, τι διάλο γίνεται εκεί κάτω!’’ ακούστηκε η άγρια φωνή του Λυκούργου κι ένα  βάρος απίστευτο  έφυγε απ την καρδιά της .

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΑΥΛΑΚΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Ένα βουνό χιονισμένο είχα δει στον ύπνο μου, χαράδρες, γκρεμοί άσπροι, πέτρες, βράχια, τα είχα απέναντι μου όπως βλέπεις τον Όλυμπο όταν είσαι στην παραλία αλλά αυτά έμοιαζαν να βρίσκονται πολύ κοντά, φαινόταν πολύ καθαρά, έλεγες ότι αν περπατούσες λίγο θα μπορούσες να τ’ αγγίξεις, ξύπνησα με μια διάθεση πολύ ωραία, καιρό είχα να δω τόσο όμορφο όνειρο.

Αιτία ήταν βέβαια ότι μετά από καιρό δεν είχαμε πολύ δουλειά εκείνο το Σάββατο και το αφεντικό μας έδιωξε νωρίς, πόσον καιρό είχα θε μου να καθίσω ένα απόγευμα στο σπίτι, δεν ήθελα να πάω πουθενά έκανα, ένα μπάνιο και ξάπλωσα στον καναπέ ώρες πολλές, ξεκουράστηκα πραγματικά.

Στη δουλειά είχαμε πεθάνει, σου μιλάω για μεγάλη φούρια, παραλαβές καινούριες ερχότανε όλη την ώρα, μας είχαν σακατέψει, στην αποθήκη επικρατούσε ένα χάος, παντού υπήρχαν φακελάκια και σκευάσματα διάφορα, σακουλάκια, κουτάκια, συσκευασίες όλων των μεγεθών, σκόνες, τρόφιμα, ότι μπορείς να φανταστείς, όλα πεταμένα τριγύρω. Δε μπορούσες να λειτουργήσεις μέσα σ εκείνο τον πανικό, σ’ έπιανε ζαλάδα, και σα να μην έφταναν όλα αυτά είχαν βάλει κι εκεί στη μέση του χώρου ένα ψυγείο τεράστιο που μου είχε σπάσει τα νεύρα, , δε μπορούσα να κουνηθώ, με είχε στριμώξει άσχημα!

Και το ήξερα ότι εκείνος ο ηλίθιος ο Α το είχε βάλει το ψυγείο στη μέση επίτηδες γιατί τον είχα πάρει παραμάζωμα κάνα δυο φορές και δεν ήξερε που να κρυφτεί. Στο τέλος με απέφευγε συστηματικά, δε πατούσε το πόδι του όσο ήμουν εκεί, έλεγε ότι θα φύγει αλλά σιγά . Και δεν ήταν μόνο αυτός, ήταν κι η άλλη η βλαμμένη η Δ που τον υποστήριζε ‘’Έχει δίκιο ο Α, το ψυγείο πρέπει να είναι εδώ, βολεύει καλύτερα, γιατί το μετακινείς όλη την ώρα ; ‘’ – ‘’ Bρε δε πας στο διάβολο!’’ ήθελα να της πω. Την πρώτη μέρα δεν το άντεξα, κίνησα γη και ουρανό, έβγαλα έξω ένα σωρό αντικείμενα, καρέκλες τραπέζια ότι υπήρχε γύρω και τόβαλα στη θέση του. Το μεσημέρι το αφεντικό ζητούσε τα ρέστα για τις μετακινήσεις, μα τι πρήχτης, ‘’Δε μπορώ ρε φίλε, δεν αντέχω, πάρτε το από μπροστά μου, ελάτε εσείς να δουλέψετε εδώ πέρα!’’ του πέταξα, αλλά στου κουφού τη πόρτα ... Με την αλλαγή της βάρδιας ήρθε ο Α να δει τι γίνεται, δεν είπε τίποτα, αυτή ήταν η τακτική του, τόπαιζε αδιάφορος, το βράδυ στη βάρδια του μαζί με την άλλη τη χαζή άλλαζαν τη θέση και ξανάφερναν στη μέση το καταραμένο το ψυγείο, ήμουν σίγουρος ότι στο τέλος θα το κάρφωναν στο πάτωμα με κάποιο τρόπο μόνο και μόνο για να μου τη σπάνε, ήμουν μες τα νεύρα, είχα σκάσει, δεν ήξερα τι να κάνω, όμως τελικά σκέφτηκα ‘’Δεν τους αφήνεις να πάνε στον διάβολο!’’

Βέβαια αφού μου την είχαν σπάσει ένα κάρο φορές είχα βρει την άκρη με τον Α και τους βλάκες τους άλλους, είχα ταχτοποιηθεί σε μια δεύτερη δουλειά τα απογεύματα και δε πα να χτυπιόταν, εγώ είχα την εναλλακτική μου κι άμα μου την έδινε θα την κοπανούσα κι ας με ψάχνανε. Πολλές φορές πάλι για να μη τους βλέπω πήγαινα στα διαλείμματα και καθόμουν με τον φίλο μου τον Παναγιώτη, στο γραφειάκι του εκεί στον έβδομο όροφο, αυτός έψαχνε όλη την ώρα δεν ξέρω και εγώ τι στον υπολογιστή κι εγώ χάζευα τα διαμερίσματα απέναντι άλλος έτρωγε άλλος διάβαζε άλλος κάπου μιλούσε, ήταν σαν βλέπεις τέσσερις πέντε ιστορίες να διαδραματίζονται ξεχωριστά . Αυτό ήταν για μένα μια όαση απ’ το τρελάδικο που επικρατούσε στη δουλειά με όλους εκείνους τους παλαβούς και τα ψυγεία τους και τις παραλαβές τους. Ξεχνιόμουν εκεί όπερα κοιτάζοντας μια τους απέναντι και μια τον ακάλυπτο χώρος που ήταν σκεπασμένος από έναν κισσό τεράστιο σκαρφαλωμένο στην πολυκατοικία, όλο το καλοκαίρι εκείνο το θέαμα των πράσινων γυαλιστερών φύλλων που κυριαρχούσε πάνω στο γκρι με ηρεμούσε, μιλάμε τα ξεχνούσα όλα σ’ εκείνο το μέρος , είχε και ησυχία απεριόριστη γιατί όλοι οι δικηγόροι κι οι μηχανικοί που σύχναζαν εκεί πέρα έλειπαν στις καλοκαιρινές τους διακοπές, ...


Αυτό το σκηνικό ήταν μια ανάπαυλα σωτήρια ρε φίλε, αν δεν είχα και την Β στο σπίτι να γκρινιάζει θα ήταν όλα, καλά όμως τελευταία με είχε ταράξει, όλη την ώρα μου φώναζε ότι ψώνιζα συνέχεια τα λάθος πράγματα, ‘’Γιατί μου έφερες αυτό το απορρυπαντικό ενώ εγώ σου είχα πει το άλλο, γιατί δε πήρες την προσφορά που είχανε, που είχες τα μάτια σου, μα τις στραβός άνθρωπος, τι βλάκας που είσαι, δεν ξέρεις να κάνεις οικονομία, θα μας βάλεις μέσα!’’ Ύστερα συνέχιζε ‘’Γιατί δε βγάζεις τα παπούτσια σου όταν μπαίνεις στο σπίτι, που πετάς τα ρούχα σου, γιατί δεν πλένεις τα χέρια σου, γιατί έφαγες από το δικό μου το πιάτο που το είχα χωρίσει στην άκρη και ήταν όπως το ήθελα ενώ το δικό σου το είχα παραγεμίσει με όλες τις βλακείες όπως το θες, μα τι χαμένος που είσαι!’’ καλά άμα την έπιανε εκείνη η μανία και η λύσσα δε γλύτωνες με τίποτα, ήσουν χαμένος από χέρι.


Τα βράδια όταν σχολούσα τα φώτα των δρόμων ανάβανε νωρίτερα, είχε αρχίσει να φθινοπωριάζει, μες τη θολούρα του δειλινού οι φιγούρες των ανθρώπων και των οχημάτων διαλύονταν, μουσικές έπαιζαν από κάποιους πλανόδιους κι όταν έπιανε να βρέχει σιγανά ήταν ένα όνειρο. Στα τυροπιτάδικα νευρικά κορίτσια πήγαιναν κι ερχόντουσαν πίσω απ’ τους πάγκους, πελάτες σπαστικοί γκρίνιαζαν όλη την ώρα ζητώντας τον ουρανό με τ’ άστρα, στα φαγάδικα πιάτα με χορταρικά, ψάρια κι άλλα πλάσματα μυστήρια. Όπου και να γυρνούσες το βλέμμα δεν έβλεπες τίποτα άλλο από μετανάστες μελαχρινούς που είχαν κατακλύσει την πόλη και δεν ήξερες αν είχαν καλές ή κακές προθέσεις, μετανάστες παντού, πρεζόνια, ζητιάνοι και σκυλιά αδέσποτα, μα πόσα σκυλιά υπάρχουν σ’ αυτή την πόλη, ένα κοπάδι από δαύτα τριγυρνούσε έξω από κει που δουλεύαμε, τη νύχτα μετατρέπονταν σε αγέλη κι αγρίευαν μια φορά είχαν επιτεθεί στην βλάκα τον Α - ποιος ξέρει πως τα είχε ερεθίσει- και τρέχαμε να τα διώξουμε…


Η βδομάδα ήταν γεμάτη ως συνήθως αλλά η σαββατιάτικη ξεκούραση και το όνειρο με το βουνό το χιονισμένο με είχαν φρεσκάρει, δεν είχε ακόμα χαράξει όταν ξυπνήσαμε με την Β και μιλούσαμε σιγανά, ήταν στα καλά της και τότε την αγαπούσα πραγματικά, μου έλεγε για τότε που ήταν μικρή και καθόταν το φθινόπωρο στην αυλή του σπιτιού της να διαβάσει ανάμεσα σε λουλούδια κίτρινα φθινοπωρινά, τα είχε φυτέψει ο πατέρας της κι έβγαιναν μέσα από βολβούς που φύτρωναν παντού τριγύρω, η μάνα της κεντούσε ήσυχη κι εκείνη διάβαζε τα βιβλιαράκια της για το σχολείο, αυτή η εικόνα στον κήπο ήταν από τις καλύτερες αναμνήσεις που είχε. Καθόμασταν εκεί ξαπλωμένοι και τα λέγαμε κοιτάζοντας το ταβάνι, σχεδιάζαμε καμιά εκδρομή που θα μπορούσαμε να πάμε το χειμώνα και για μια δουλεία που μου είχε προτείνει εκείνο το λαμόγιο ο Τ αλλά δεν του είχαμε και πολύ εμπιστοσύνη, μετά με φίλησε στο στόμα, γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε, δεν έλεγε να χορτάσει ύπνο όλη τη βδομάδα στη δουλειά σκοτώνονταν, ειδικά τα απογεύματα τους είχαν σαπίσει, είχε χάσει πέντε κιλά, κι εγώ απορούσα τι είχε αλλάξει πάνω της …


Την Κυριακή το πρωί ένιωθα πολύ ωραία, Σηκώθηκα νωρίς και βγήκα μια βόλτα να ξεμουδιάσω, κείνη την ώρα το φεγγάρι σεργιανούσε ξεχασμένο στον ουρανό, οι ανθοπώλες έβαζαν μπροστά στα μαγαζιά τους χρυσάνθεμα κοκκινωπά κι ορχιδέες άσπρες, μια γυναίκα είχε βγάλει βόλτα τα δυο τεράστια σκυλιά της, τα κρατούσε δεξιά κι αριστερά της σα να ήταν άλογα, ένας ζητιάνος έξω από κάποιο περίπτερο μου ζήτησε κανένα ψιλό, ο περιπτεράς τον παραμάζεψε ‘’Μην ενοχλείς τους πελάτες !’’ του φώναξε. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, κάτι παιδιά πίσω από μια βιτρίνα ετοίμαζαν φρούτα για χυμούς κι εγώ για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα ότι μπορούσα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά και να ηρεμήσω, όλα ΄’έδειχναν σιγά- σιγά να μπαίνουν στη θέση τους μετά από πολύ καιρό, αν έβρισκα ένα τρόπο να ξεφορτωθώ και τον Α με κείνη την χαμένη τη φιλενάδα του θα ήμουν ευτυχισμένος...

Με το που μπήκα στην αποθήκη το απόγευμα της τη Δευτέρας βρήκα το ψυγείο καρφωμένο στο πάτωμα με κάτι σανίδια, έπρεπε να το περιμένω, ήθελα να εξαφανιστώ από κει όπως ήμουνα, μα πόσο βλάκας είχα φανεί που δεν έφυγα το καλοκαίρι, τότε που μπορούσα, αλλά βλέπεις είχα ακούσει το αφεντικό που έλεγε ότι με χρειαζόταν οπωσδήποτε, ότι ήμουν απαραίτητος στη επιχείρηση ότι χωρίς εμένα δε μπορούσε κι εγώ τον είχα πιστέψει μα πόσο ηλίθιος στάθηκα! Αποφάσισα να τα καταπιώ όλα και να κάνω υπομονή, την άλλη μέρα θα έβλεπα τι θα έκανα, μια μέρα ακόμα θα το άντεχα, το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν ότι έπρεπε να υποστώ εκτός των άλλων και τη γιορτή που είχαν ετοιμάσει για τα γενέθλια της Δ, είχαν καλέσει αν έχεις το θεό σου, όλους που δε χώνευα, εκείνον με τη φάτσα του τοτέμ, τον άλλον που του άρεσε να τραγουδάει καραόκε, εκείνη τη ξεβαμμένη που δεν τη χώνεψα ποτέ μου, τον άλλον που κάτι μου είχε πει μια φορά κι είχαμε σκοτωθεί, και τον Α που μου είχε κάνει εκείνο το χουνέρι με το ψυγείο γυρίζοντας τα μυαλά μου ανάποδα.

Περίμενα να περάσει η ώρα όπως όπως και προς τη λήξη της βάρδιας αποφασίσανε επιτέλους να κόψουν τη τούρτα, μαζεύτηκαν όλοι, ο Α που φαίνονταν ενθουσιασμένος με το πανηγύρι έβγαλε απ’ την τσέπη του κάτι κόκκινα δυναμιτάκια κι άρχισε να τα σκάει στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το μαγαζί, κείνη την ώρα περνούσε και το κοπάδι με τα σκυλιά κι όλοι γέλασαν καθώς ο Α πέταξε μια στοίβα από τα εκρηκτικά κατά πάνω τους, τα ζώα κατατρόμαξαν κι έφυγαν γαυγίζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις ενώ όλοι γελούσαν .

Δεν είχα καμιά όρεξη πια να μείνω εκεί πέρα, έφυγα όπως ήμουνα, όσο απομακρυνόμουν ένιωθα ανακούφιση, δεν υπήρχε περίπτωση να συνεχίσω σ εκείνη τη δουλειά, χτύπησε το τηλέφωνο ‘’Που είσαι αγάπη μου; ‘’ ευτυχώς θε μου η Β ήταν στα καλά της. Τάχυνα το βήμα κι όπως έστριβα σε μια γωνιά σκοτεινή είδα ένα μηχανάκι να γκαζώνει, ήταν ο Α που πήγαινε να φέρει ποτά από μια κάβα, στην άκρη του δρόμου το κοπάδι με τα σκυλιά είχε μαζευτεί γύρω από έναν κάδο ψάχνοντας τα σκουπίδια, με το που άκουσαν το μηχανάκι κάτι τα έπιασε και χίμηξαν όλα κατά πάνω του σα να γνώρισαν τον οδηγό, ένα απ’ αυτά βρέθηκε μπροστά στη μηχανή που έκανε έναν ελιγμό απότομο, ντεραπάρισε και τελικά έπεσε στο δρόμο με τον αναβάτη να σέρνεται για κάμποσα μέτρα. Έτρεξα να δω τι στο δαίμονα γινότανε, τον είδα ξαπλωμένο και τον τράβηξα στην άκρη μακριά από τα σκυλιά, έμοιαζε χλωμός, δε φαίνονταν καλά, βαριανάσαινε,  έσκυψα κοντά του και τον  άκουσα να ψιθυρίζει μια φράση που δεν κατάλαβα ποτέ : ‘’Στο ξέφωτο πίσω απ’  τον καταρράκτη πρόσεχε τα χρυσαφένια  αυλάκια του νερού !’’,  κείνη τη στιγμή ακριβώς άναψαν  όλα τα φώτα του δρόμου σα είχε δοθεί κάποιο σύνθημα.

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΑ ΚΥΠΕΛΑ ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ

 

‘’Δώσε μου νερό, χάνομαι, έχω στεγνώσει από τη δίψα, παιδί της γης είμαι και του έναστρου ουρανού!’’, Αυτά ήταν τα λόγια που έπρεπε να πεις όταν θα σ’ έπιανε δίψα τρομερή κάτω στον Άδη και θα κοράκιαζε η γλώσσα σου καθώς θα περιπλανιόσουν ανάμεσα σε σπηλιές και μονοπάτια σκοτεινά. Ήταν γραμμένα πάνω σε μια πλάκα χρυσή που είχε βρεθεί λέει σ’ έναν τάφο κάπου στην Κρήτη μαζί με οδηγίες πλοήγησης, κάτι σαν JPS για τους νεκρούς, γιατί ήταν πολύ σημαντικό λέει να ξέρεις τι θα πεις και τι απαντήσεις ακριβώς θα δώσεις. Νερό μπορούσες να πιεις μόνο από ένα συγκεκριμένο μέρος, από μια πηγή παγωμένη που κυλούσε δίπλα σ’ ένα κυπαρίσσι και τη φρουρούσε ένας φύλακας τρομαχτικός σα δράκος. Αυτός έκανε πάντα μια ερώτηση παράξενη κι αν δεν απαντούσες σωστά ήσουν καταδικασμένος στο μαύρο σκοτάδι.
 
Στο πάτωμα ήταν απλωμένα ένα σωρό χαρτιά, η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έμοιαζε αποπνικτική, γι άλλη δουλειά είχα έρθει εκεί πέρα, έψαχνα τα παλιά μου μπλοκάκια, τις αποδείξεις που έκοβα στους πελάτες μου, αναζητούσα διευθύνσεις για τις συστάσεις που μου είχαν ζητήσει για να με προσλάβουν κάπου, αυτός ήταν ο λόγος που ανακάτευα μια κούτα με πράγματα που είχα ετοιμάσει να κουβαλήσω και δεν είχα αξιωθεί ακόμα να το κάνω. Αντί γι’ αυτό είχα καταλήξει να διαβάζω ένα βιβλιαράκι με κείμενα αρχαίων ορφικών που πίστευαν σε θρησκείες αλλόκοτες και θεωρούσαν ότι η ζωή αρχίζει μετά το θάνατο, δε μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση παλιά και γι’ αυτό το είχα αφήσει παραπεταμένο όμως τώρα μου είχε τραβήξει την προσοχή χωρίς να ξέρω γιατί.
 
Ο λόγος που είχα έρθει εκεί πέρα ήταν να βρω υλικό για ένα βιογραφικό, όλο το καλοκαίρι το σκεφτόμουν και με είχε στοιχειώσει, δεν ήξερα πώς να το κάνω, από πού ν’ αρχίσω, με είχε αγχώσει. Το άφηνα όλο πίσω γι’ αργότερα κι όταν μου τηλεφώνησαν να δουν αν τόχω έτοιμο μ’ έπιασε πανικός, έπρεπε να κινηθώ γρήγορα άλλα που να βρεις άκρη, είχα αλλάξει σπίτι, είχε διαλυθεί και το παλιό μου τηλέφωνο πρόσφατα κι ούτε που προνόησα να σώσω ένα σωρό νούμερα, μα τι άχρηστος ! Όπως τα είχα καταφέρει ένα κάρο συστάσεις είχαν χαθεί, φοβόμουν ότι είχα πετάξει όλα τα χαρτιά μου στη μετακόμιση κι άντε να βρεις άκρη μετά, δεν υπήρχε περίπτωση ούτε με σφαίρες να φτιάξω ένα αρχείο της προκοπής. Ευτυχώς το παλιό μου σπίτι δεν είχε νοικιαστεί ακόμα και κρατούσα το κλειδί, πήγα και βρήκα το χαρτοκιβώτιο εκείνο όπου ήλπιζα ότι θα έβρισκα κάτι χρήσιμο…
 
Όπως ήταν σφραγισμένος ο χώρος για καιρό δεν ένιωθες και πολύ ευχάριστα, άνοιξα τις μπαλκονόπορτες κι άρχισα να ψάχνω ανάμεσα σε τετράδια και βιβλία που είχα στοιβάξει στο κιβώτιο, τελικά βρήκα έναν φάκελο, από τύχη είχε γλυτώσει γιατί μια εποχή με είχε πιάσει μια μανία και τα εξαφάνιζα όλα. Στον φάκελο είχα κρατήσει τα αποκόμματα απ’ τα μπλοκάκια αποδείξεων που έκοβα, τώρα πλέον είχα αυτό που γύρευα, μπορούσα να πατήσω κάπου, είχα μια ελπίδα. Συνηδειτοποίησα ότι είχα δουλέψει μ’ ένα σωρό ανθρώπους που δε μου έλεγαν τίποτα, τι σήμαιναν εκείνα τα ονόματα, που τους ήξερα, τι διευθύνσεις άκυρες ήταν αυτές που έβλεπα, δε μπορούσα να καταλάβω, ζόριζα το μυαλό μου να θυμηθεί όμως δε γίνονταν τίποτα, με πολύ κόπο κατάφερνα να επαναφέρω στη μνήμη κάποιους, οι άλλοι μου φαίνονταν άγνωστοι παντελώς. Έπρεπε όμως ν’ αποδείξω την προϋπηρεσία μου με κάποιο τρόπο, έπρεπε να βρω όλους τους πελάτες με τους οποίους είχα συνεργαστεί και να φτιάξω έναν κατάλογο όσο μεγαλύτερο γίνονταν, πως δεν το είχα σκεφτεί τόσον καιρό, και να φανταστείς ότι όλους αυτούς τους έβλεπα κατά καιρούς στο δρόμο, μιλούσαμε, συζητούσαμε κι ούτε που μ’ έκοβε να τους ζητήσω ένα τηλέφωνο, μα τι ηλίθιος που ήμουν!

Αυτό το βιογραφικό με είχε στοιχειώσει αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο να το τελειώσω, να προχωρήσω παρακάτω κι ότι ήθελε ας γίνονταν. Είχα φτιάξει με πολύ κόπο μια μορφή πρόχειρη που ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ήταν ότι καλύτερο αλλά εκείνη τη στιγμή αυτό μπορούσα να κάνω, θα τους το πήγαινα κι ας έλεγαν ότι θέλανε. Γιατί αν άφηνα το πράγμα να κυλάει έτσι θα μου έτρωγε όλο το φθινόπωρο που είναι η αγαπημένη μου εποχή αλλά μέχρι να στρώσουν τα πράγματα σε σαπίζει στη πίεση. Ένα σωρό δουλειές πρέπει να γίνουν όλες μαζί, ένα σωρό λογαριασμοί έχουν να πληρωθούν, δε προλαβαίνεις με τίποτα, τρέχεις σαν ιλίθιος και το αποτέλεσμα μηδέν. Κάθε χρόνο Σεπτέμβριος μου είναι ένα τρελοκομείο σκέτο κι αυτός δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, δε κοιμόμουν καλά, έτρωγα ότι να ναι, δε πρόσεχα καθόλου τον εαυτό μου, κυκλοφορούσα με μάτια κόκκινα απ’ την αϋπνία, ένιωθα να ιδρώνω στα καλά καθούμενα, ήταν σίγουρο ότι στο τέλος θ’ αρρώσταινα.

Αυτό που με τρέλαινε πιο πολύ ήταν ότι θα μπορούσα να δουλέψω μαζί μ’ έναν φίλο που τον ήξερα από παλιά, απ’ το πανεπιστήμιο, κάναμε πολύ παρέα τότε και τώρα μου είχε προτείνει να με πάρει εκεί που δούλευε, ήταν φοβερή ευκαιρία που δεν ήθελα να χάσω γι’ αυτό είχα στρεσαριστεί. Ο φίλος ήταν από εκείνους που ξέρουν να βγάζουν χρήματα, και το είχε πετύχει, άμα σύγκρινες τη ζωή μου με τη δική του θα έλεγες ότι εγώ δεν είχα κάνει τίποτα, ήμουν ακόμα στον πάτο, με είχαν φάει τα διαβάσματα κι οι αναζητήσεις, είχα χαθεί κάπου στη πορεία και προσπαθούσα να βρω άκρη ενώ αυτουνού όλα έμοιαζαν ταχτοποιημένα, με βάση τα κυρίαρχα στάνταρ θα έλεγες ότι είχε πετύχει. .

Ταυτόχρονα ασχολούνταν μ’ ένα κάρο πράγματα, διάβαζε βιβλία, δραστηριοποιούνταν δεξιά κι αριστερά, έκανε ταξίδια και τελευταία συμμετείχε σε μια ομάδα που αναστήλωνε θέατρα αρχαία σ’ όλη τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, Σικελία, Λιβύη, Τυνησία, Ιορδανία, Αίγυπτο, άκου τώρα ρε φίλε.  Βέβαια αυτό δε μπορούσα να το καταλάβω, πως μπορεί ταυτόχρονα να είσαι υλιστής, να κυνηγάς τα λεφτά με κάθε τρόπο, να ξοδεύεις ΄τόσο πολύ χρόνο κι ενέργεια σ αυτή τη βλακεία, και να έχεις από την άλλη ανησυχίες πνευματικές, ενδιαφέροντα κοινωνικά, αυτά τα δυο πάντα τα έβρισκα ασυμβίβαστα. Βέβαια αυτά ήταν  δικές μου σκέψεις  που σιγά μη τις συμμερίζονταν,  αυτός έτσι την έβρισκε κάθε καλοκαίρι,  έχτιζε   πέτρες μες το λιοπύρι και την ερημιά, έστρωνε πλάκες, έσκαβε ορύγματα, έχτιζε τοίχους, μου είχε δείξει φωτογραφίες από μια αναστήλωση κάπου στην Περσία , το μέρος έμοιαζε πολύ κουφό. Περνούσε λέει καλά εκεί πέρα, η αποστολή του είχε σκοπό ν’  ανακαλύψει τον τάφο του Δαρείου, του περίφημου βασιλιά, είχαν διαβάσει κάπου ότι ο  θρυλικός μονάρχης είχε θάψει μαζί του  του όλο  το μυθικό του οπλοστάσιο και τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσε,  τα πιο εντυπωσιακά  κατά πως λέγανε τα αρχαία  βιβλία ήταν τα κύπελα του,  λέγανε ότι δεν υπήρχαν σαν αυτά,  τόσο  όμορφα ήταν,  όλο χρυσάφι  κι ασήμι και σμάλτα περίτεχνα με σκηνές από κυνήγια και πολέμους, καλά   αν έκαναν  μια τέτοια ανακάλυψη θα ήταν φοβερό!

Όπως και να είχε έκανε καλή παρέα, καθόταν εκεί πέρα και σου αράδιαζε ένα σωρό ιστορίες για τα ταξίδια του και τους αρχαίους, είχε ψώνιο με δαύτους, ότι έκαναν το έβρισκε σωστό, δεν παραδέχονταν κανέναν άλλο, ούτε χριστιανούς ούτε τίποτα, πίστευε σε κάτι θεωρίες για τη μετεμψύχωση, ότι με τα το θάνατο περνάς σ’ άλλη φάση, κάτι τέτοιο λέει είχε κάνει ο Πυθαγόρας που ήταν ψαράς στην άλλη ζωή του κι έπειτα ήλθε με τη μορφή που τον ξέρουμε, εγώ πάλι δεν τα πολυπίστευα κάτι τέτοια, είχα διαβάσει κατά καιρούς τέτοια σχετικά ούτε που θυμόμουν που, ακούγονταν ωραία πάντως, αυτή η πλευρά τυυ φίλου μου μπορώ να σου πω ήταν ο βασικός λόγος που ήθελα να δουλέψω μαζί του.

Κατ’ αρχάς όμως έπρεπε να του παρουσιάσω ένα καλό βιογραφικό κι εκεί είχα κολλήσει και δεν έλεγα να ξεμπλέξω, τα νεύρα μου είχαν σπάσει, νάμαι λοιπόν στο δωμάτιο του παλιού μου σπιτιού να ξεδιαλέγω μπλοκάκια κι αποκόμματα, γύρω μου κυλούσε η αγαπημένη μου εποχή κι εγώ όπως τα είχα κάνει δε μπορούσα να τη χαρώ. Στις λαϊκές πουλούσαν κυκλάμινα σε χρώματα φουξ και κόκκινα, οι γυναίκες επέστρεφαν από τις παραλίες με τα σώματά τους μαυρισμένα από τα μπάνια, κατά περίεργο τρόπο μερικές γίνονται πιο όμορφες μετά το καλοκαίρι, το μαύρισμα αναδεικνύει κάτι που δε μπορούσες να δεις πριν, σου δίνουν μια αίσθηση αλλιώτικη, πιο φρέσκια, άλλες πάλι μοιάζουν σα να χάνονται, σα να μαζεύουν, δεν τους πάει, ίσως είναι θέμα χαρακτήρα, ιδιοσυγκρασίας. Το πρωί που ξεκινούσα για τη δουλειά οι αχτίνες του ήλιου σκόνταφταν στα τζάμια των πολυκατοικιών κι εξακοντίζονταν σ’ όλες τις κατευθύνσεις, έξω απ’ το σπίτι έβλεπα πάντα μια μοτοσικλέτα ξαπλωμένη πλαγιαστά στο πεζοδρόμιο κι έναν παλιατζή να στοιβάζει χαρτόνια στο σαραβαλιασμένο τρίκυκλο του, τα πρωινά είχε πάντα δροσιά ωραία όμως όσο προχωρούσε η μέρα η ζέστη γίνονταν αφόρητη όπως τον Αύγουστο, ήταν σαν να αρνούνταν το καλοκαίρι να βγει, να δροσίσει λίγο επιτέλους!

Ήξερα ότι είχα στο παλιό μου το σπίτι για άλλο λόγο, καταλάβαινα ότι έχανα το καιρό μου διαβάζοντας ιστορίες για περιπλανήσεις πεθαμένων στον άλλο κόσμο, όπως το πήγαινα δεν θα συμπλήρωνα τις συστάσεις στον αιώνα τον άπαντα, κατάλαβες φίλε μου,  γιατί δε μπορείς να τα κάνεις όλα σ αυτή τη ζωή, διαλέγεις και παίρνεις, άμα θες τα λεφτουδάκια σου, την άνεση σου,  το αμαξάκι σου,  το σπιτάκι σου,  τη συνταξούλα σου,  τον γιατρουδάκο σου, πρέπει ν’ αφοσιωθείς εκεί πέρα,  να στραγγίξεις στο γραφείο και στο μαγαζί ώρες ατελείωτες,  να τα ξεχάσεις  όλα, ε δε μου πήγαινε ποτέ αυτό το πράγμα!

Γύρισα μια άλλη σελίδα στην τύχη όπου έλεγε για κάποιον γέρο βοσκό που κρυμμένος πίσω από ένα βράχο είδε τη γη ν’ ανοίγει για να βγει από κει μέσα το κάθαρμα ο Πλούτωνας που κουβαλούσε στο άρμα του την Περσεφόνη γιατί του γυάλισε το κοριτσάκι, άρπαξε την κοπέλα, βυθίστηκε στα τάρταρα κι άντε να τον βρεις, ο βοσκός έτυχε να είναι ο μοναδικός μάρτυρας και του είχαν πεταχτεί τα μάτια, φαντάσου ρε φίλε τι έβλεπαν τότε οι άνθρωποι. Εκείνες οι διηγήσεις μ’  εξιτάριζαν όλο και περισσότερο κι ήθελα να διαβάσω, να ψάξω λεπτομέρειες στη βιβλιοθήκη ή όπου αλλού υπήρχαν  πληροφορίες για κείνα τα πράγματα και τις ιστορίες των ανθρώπων, το βιογραφικό μπορούσε λίγο ακόμα να περιμένει, δε θα χαλούσε ο κόσμος.Καμιά φορά τυχαίνει να νιώσεις ότι διαβάζοντας  κάτι που γράφτηκε  πριν από χιλιάδες χρόνια επικοινωνείς με κάτι άπιαστο και μακρινό κι αξεπέραστο,  πλησιάζεις κόσμους  που δεν τους είχες φανταστεί, νιώθεις  εποχές  που  οι άνθρωποι μπορούσαν να μιλήσουν απευθείας με το θεό και να πουν  ιστορίες σαν εκείνη του Τυφώνα του Τιτάνα που κατάφερε - άκου να δεις τώρα ρε φίλε- κι έφτασε μέχρι τα παλάτι του Δία, είχε μπει ήδη μέσα,  είχε περάσει τις πύλες και κατευθύνονταν προς τα δώματα όπου ο θεός κοιμόταν καλή του ώρα, μέχρι να ξυπνήσει θα τον είχε πάρει ο τυφώνας παραμάζωμα,  ευτυχώς την τελευταία στιγμή τον πήρε χαμπάρι και τον κεραυνοβόλησε λέει μ’ ένα αστροπελέκι, θα με καταλάβαινε σίγουρα ο φίλος μου.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κάθε νύχτα  έπαιρνε το τουφέκι   και πήγαινε να κοιμηθεί στο μπαλκόνι,  το  έβαζε  κάτω από το  παλιό ντιβάνι που είχε κουβαλήσει εκεί πέρα και μετά ξάπλωνε, τις περισσότερες  βραδιές   είχε τόση ζέστη που δεν άντεχε μέσα στο σπίτι,   αν και  ήταν χτισμένο ψηλά σ’ έναν  λόφο εκεί που τέλειωνε το χωριό,   η ζέστη ήταν αφόρητη μέσα στις  κάμαρες  κι έβγαινε στη βεράντα  ψάχνοντας   την παραμικρή πνοή του αέρα  να τον δροσίσει λίγο.

Ένα μεσημέρι  είχε ακούσει στο καφενείο  να μιλούν για μια σπείρα που έκλεβε ότι μπορείς να  φανταστείς,   πρόβατα, γελάδια, κότες,  καλαμπόκι,  σταφύλια,   ακόμα  και το λάδι απ’  τα καντήλια στα νεκροταφεία,  από τότε κουβαλούσε πάντα  τη καραμπίνα του. Βέβαια αντί για το μπαλκόνι μπορούσε να κοιμάται  στον πύργο,  μια εντυπωσιακή κατασκευή γύρω από την οποία ήταν χτισμένο το σπίτι  τόσο γερή που θα άντεχε και πόλεμο! Ο πύργος φτιαγμένος από πέτρα  σκληρή  ήταν ο λόγος που ο πατέρας του  χρόνια πριν είχε αγοράσει εκείνο το συγκρότημα, ο παλιός ιδιοκτήτης τον  είχε κληρονομήσει απ’  τους παππούδες του που σκοτώνονταν  μεταξύ τους κι έφτιαχναν τέτοια κτίσματα  για να φυλάνε εκεί μέσα τις οικογένειες και τις σοδειές τους.  Οι τοίχοι του ήταν τόσο χοντροί που  ολόκληρο το καλοκαίρι  είχε δροσιά εκεί μέσα, η ζέστη  δεν περνούσε με τίποτα , βέβαια ήταν λίγο κλειστοφοβικά γι’  αυτό  προτιμούσε το μπαλκόνι. Όπως υψώνονταν πάνω από τα σπίτια ο πύργος   έδινε μια  αίσθηση φοβερή σ’ όλο το χώρο θυμίζοντας  άλλες εποχές, κάστρα,  μάχες,  σπαθιά,   κανόνια κι άμα ανέβαινες στο ψηλότερο σημείο του έβλεπες μακριά πέρα στη θάλασσα τα κύματα ν’  αρμενίζουν και κανένα καράβι ξέμπαρκο  σαν ακινητοποιημένο να στέκεται  στη μέση του κόλπου...   

Στην αυλή του σπιτιού  περιφέρονταν όλη νύχτα  ένα μαύρο  ροντβάιλερ  που   στα σκοτεινά έμοιαζε με δαίμονα  και  χαλούσε τον  κόσμο μόλις αντιλαμβάνονταν  καμιά κίνηση. Με το σκυλί  είχε το κεφάλι του ήσυχο  αλλά επειδή δε ξέρεις ποτέ τι  μπορεί να συμβεί κι επειδή οι καιροί είναι πονηροί, κουβαλούσε  μαζί του και το ντουφέκι για κάθε ενδεχόμενο. Πιο πολύ φοβόταν τώρα το φθινόπωρο για το αμπέλι στο οικόπεδο δίπλα στο σπίτι,  τα τσαμπιά είχαν κιτρινίσει κι  είχαν πάρει ένα χρώμα χρυσαφένιο,  ήταν ο καιρός να  τα μαζέψει. Όλο το χρόνο το περιποιούνταν το χωραφάκι του,  στο τέλος του χειμώνα το κλάδευε, την άνοιξη  το ράντιζε με γαλαζόπετρα για τον περονόσπορο,  το καθάριζε,  το κορφολογούσε,  το πότιζε  και τώρα πού ήταν  να μαζέψει τον καρπό δε θ’  άφηνε κανένα βλάκα  να του το χαλάσει,  θα τον έπαιρνε ο διάβολος όποιον τολμούσε να το σκεφτεί καν! Ο πατέρας  του το  είχε φυτέψει  το αμπέλι και κάθε χρόνο έβγαζε ένα κρασί  πολύ ωραίο  ενώ αργότερα πήγαινε σ’ ένα καζάνι τα υπολείμματα για να φτιάξει  τσίπουρο εκλεκτής ποιότητας, α,  ο πατέρας του ήταν πολύ μερακλής !  Όταν πέθανε ο γέρος το είχαν παρατήσει,κανείς δε νοιάζονταν για δαύτο,  χελώνες και  σκαντζόχοιροι απ’  το γειτονικό δάσος έρχονταν και τρώγανε τις ρώγες που έπεφταν στο χώμα. Αυτός είχε φύγει  στη πόλη από  χρόνια,  καμιά φορά που τύχαινε να περάσει από κει πέρα  να δει τι γίνεται το πατρικό, έριχνε  μια ματιά  και δοκίμαζε κανένα σταφυλάκι που είχε καταφέρει να επιβιώσει μοναχό του και είχε αγριέψει,  κάθε φορά  οι ρόγες είχαν  εκείνη τη γεύση τη γλυκιά που θυμόταν από τότε που ήταν  μικρός κι ο πατέρας του κουβαλούσε στο σπίτι  τα τσαμπιά τα μεγάλα στο χρώμα του ήλιου  για να  τα τοποθετήσει  στο τραπέζι, σε μια φρουτιέρα,   όλη η οικογένεια  καθόταν  τότε  και  τα χάζευε,  τα άφηναν εκεί πέρα  για μέρες,  δεν  ήθελαν να τα πειράξουν  τόσο όμορφα  ήτανε!

Όταν τον είχαν απολύσει από τη δουλειά και δεν ήξερε τι να κάνει τον είχε πιάσει απελπισία,  είχε χωρίσει πια με τη γυναίκα του,  τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει και τραβούσαν το δρόμο τους κι αυτός  είχε απομείνει μοναχός να μη ξέρει τι του γίνεται. Αφού γύρισε από δω κι από κει αποφάσισε να γυρίσει στο πατρικό του και να το φτιάξει,  να το συμμαζέψει. Ξεκίνησε από τον πύργο που είχε αρχίσει να καταρρέει,  αρμολόγησε τις πέτρες,  συμπλήρωσε μερικά κομμάτια που είχαν πέσει,  έκλεισε τις τρύπες που είχαν δημιουργηθεί, άνοιξε  ένα παράθυρο να μπει περισσότερο φως, έφτιαξε και  μπάνιο ενσωματώνοντας ένα βράχο που όσο βρέχονταν τόσο περισσότερο γυάλιζε και διακρίνονταν οι ραβδώσεις και τα νερά  του.  Όλες τις δουλειές μόνος του τις έφτιαχνε,  το χέρι του έπιανε πολύ,  τα υδραυλικά,  τα χτισίματα,  τα ηλεκτρολογικά,  τα ξυλουργικά,  ότι θες,   είχε βρει τη χαρά του εκεί πέρα,  αληθινά περνούσε καλά,  του άρεσε η ησυχία μακριά από τη πόλη,  του είχε λείψει,  άσε που γλύτωνες ένα σωρό λεφτά μένοντας στον δικό σου  χώρο.

Στην  αρχή έτσι για πλάκα  άρχισε να ασχολείται με το μπαξέ και  το αμπέλι όμως όσο δούλευε εκεί πέρα τόσο περισσότερο του άρεσε,   ήταν και γυμναστική πρώτης τάξης  καθόλου βαρετή μάλιστα,  έμοιαζε σα να  ανακάλυπτε έναν άλλο κόσμο που ήξεραν οι παλιοί  γιατί  η ενασχόληση με τη γη  είναι φαίνεται μέσα στο αίμα του ανθρώπου από τότε που οι αρχαίοι είχαν εξημερώσει τα πρώτα  άγρια φυτά. Έπεσε με τα μούτρα στα κλήματα  και  δούλευε πολλές ώρες  στο ύπαιθρο,  διάβασε  βιβλία,  ρώτησε ειδικούς,  έψαξε στο ίντερνετ κι έμαθε  ένα κάρο πράγματα, του φαινόταν πολύ ενδιαφέρον όλο  αυτό το πράγμα,  τον γέμιζε,  τον χαλάρωνε,  ήταν μια μορφή ψυχοθεραπείας, τα ξεχνούσε όλα,   κάθε μεσημέρι επιστρέφοντας στο σπίτι να ξεκουραστεί λιγάκι ένιωθε ήρεμος,  ισορροπημένος κι  απορούσε πως δεν το είχε ξεκινήσει νωρίτερα . Τα βράδια προτού κοιμηθεί στη βεράντα  σήκωνε το κεφάλι στο ουρανό να δει  τα άστρα που  έμοιαζαν με διαμάντια κρεμασμένα στο στερέωμα και σκορπούσαν τη λάμψη τους  σα λαμπροί  καταρράχτες που κυλούν στον ουράνιο θόλο…

Αυτή τη χρόνια τα σταφύλια είχαν γίνει ακόμα πιο γλυκά,  το καλοκαίρι είχε πάει πάρα πολύ ζεστό  κι αυτό φαίνεται βοηθούσε τα σάκχαρα των καρπών  ν’ αυξηθούν  πολύ.  Είχε μαζέψει ένα σωρό  κι είχε ευχαριστηθεί να τρώει, έδωσε ένα κάρο τσάντες  στους φίλους του,  τα υπόλοιπα ήθελε να τα κάνει κρασί.  Σκάβοντας το πάτωμα του πύργου ανακάλυψε  ένα υπόγειο με υποδοχές λαξευμένες στους τοίχους όπου είχαν τοποθετηθεί βαρέλια,  σίγουρα ο παλιός ιδιοκτήτης θα το είχε για κελάρι, εκεί μέσα  υπήρχαν ιδανικές θερμοκρασίες για να παλιώσεις κρασί. Το κελάρι του έχει βάλει στο μυαλό ένα σωρό ιδέες,  θα μπορούσε να φτιάξει ένα κανονικό οινοποιείο,  να μπει σε κανένα πρόγραμμα επιδοτούμενο,  να  νοικιάσει μερικά αμπέλια που υπήρχαν ακαλλιέργητα  εκεί γύρω,  να κάνει ακόμα και εξαγωγή,  το είχε συζητήσει με κάτι φίλους του κι αυτοί είχαν ενδιαφερθεί, η δουλειά φαινόταν να έχει ψωμί. Όλο το καλοκαίρι μαζί με το αμπέλι δούλευε εκείνο το κελάρι και το είχε κάνει αγνώριστο,  τοποθέτησε δοχεία  ανοξείδωτα  στη θέση των παλιών  βαρελιών  που είχαν σαπίσει, αγόρασε  μπουκάλια για συσκευασία,  δοχεία για τις προσμείξεις, νταμιτζάνες, έσκαψε ένα φωταγωγό,  σκεφτόταν να εγκαταστήσει   κι ένα μικρό ασανσέρ για να ανεβοκατεβαίνει. 

Καθώς τελείωνε το καλοκαίρι ένιωθε όλο και καλύτερα,  οι γυναίκες στο χωριό  φορούσαν τις ζακετούλες τους, το βράδυ δε χρειαζόταν  πια να κοιμάται στο μπαλκόνι έτσι  κουβάλησε το παλιό ντιβάνι στον πύργο, εκεί μέσα ένιωθε πιο ασφαλής. Μετά από τις κάψες που είχαν λιώσει τα πάντα και είχαν σακατέψει τον κόσμο  όλοι περίμεναν να δροσίσει λίγο να φρεσκαριστεί η ατμόσφαιρα.  Τα βράδια  όπως κοιμόταν άκουγε τις πρώτες βροχές  να πέφτουν   πάνω στις πέτρες του πύργου, οι καλοκαιρινοί  καύσωνες   είχαν αγριέψει την ατμόσφαιρα και χρειαζόταν οι βροχές   να ξεθυμάνουν  τον αέρα και να  ισορροπήσουν   το κλίμα.  Η γη διψασμένη περίμενε  το νερό να δροσιστεί, είχε ήδη πέσει μια νεροποντή δυνατή   που προκάλεσε κατολίσθηση στο γειτονικό βουνό  καταπλακώνοντας ένα νταμάρι παλιό,  αυτό σήμαινε ότι  έπρεπε να βιαστεί, μια δεύτερη βροχή μπορούσε να καταστρέψει τον τρύγο μουλιάζοντας τα τσαμπιά, έπρεπε να κινηθεί γρήγορα.

Ένα βράδυ που είχε πέσει κατάκοπος από τις δουλειές της μέρας  ξύπνησε   κοντά στα μεσάνυχτα από κάποιο θόρυβο.  Η βροχή είχε σταματήσει,  μόνο καμιά ψιχάλα έπεφτε αλλά η ασυνήθιστη ησυχία τον έβαλε σε υποψία. Φώναξε το σκύλο όμως  αυτός δεν εμφανίστηκε  γεγονός που του φάνηκε παράξενο, πήρε το όπλο και κατέβηκε τις  σκάλες  του πύργου να δει τι γίνεται. Με το που βγήκε στην αυλή είδε μερικά φωτάκια περίεργα στη μεριά του δάσους και σκέφτηκε ότι  κανονικά το ροντβάιλερ θα έπρεπε  να είχε ξεσηκώσει όλο το χωριό,  τι στο διάβολο συνέβαινε; Προχωρώντας προς το κτήμα διέκρινε το σκυλί να αγκομαχά μέσα σ’ ένα αυλάκι και πιο πέρα μερικές  σκιές να  τριγυρνούν στο αμπέλι,  σήκωσε το ντουφέκι στο αέρα και πυροβόλησε.

Με το που αντήχησε η ντουφεκιά  φωνές πανικού ακούστηκαν, στο φως του φεγγαριού που έβγαινε πίσω απ’  τα σύννεφα  είδε ένα φορτηγό  γεμάτο μεγάλες καλαθούνες  ν’  ανάβει  τα φώτα του  και να φεύγει   στα σκοτεινά ακολουθούμενο από ένα αυτοκίνητο . Έτρεξε στο αγροτικό  του και ρίχτηκε πίσω τους καθώς   έστριβαν κατά τα το δάσος και τραβούσαν  προς το παλιό λατομείο, συνέχισε να τα ακολουθεί μέχρι που είδε τα οχήματα να σταματούν ξαφνικά στο νταμάρι  σα να τον περίμεναν .

Φοβήθηκε πραγματικά, σκέφτηκε  να καλέσει την αστυνομία αλλά μέχρι να  ρθει  όλα θα είχαν τελειώσει,  ήταν και το σκοτάδι που δε βοηθούσε,  δεν είχε και το σκυλί μαζί του,  ήταν σε δύσκολη θέση.  Σκέφτηκε να φύγει όμως  από την άλλη αδυνατούσε να παραδεχτεί  ότι τον είχαν κλέψει, τα κοφίνια σίγουρα περιείχαν όλη τη σοδειά για την οποία είχε φτύσει αίμα όλο το χρόνο,  τον  είχαν ληστέψει,  δε μπορούσε να το χωνέψει, ποιος τους είχε δώσει το δικαίωμα,  το θράσος τους  ήταν  εξωφρενικό!

Δίστασε λίγο και τελικά αποφάσισε να προχωρήσει πεζός κι ότι ήθελε ας γίνονταν,   είχε πλησιάσει το πρώτο φορτηγό όταν άκουσε μια φωνή  ‘’  Φίλε φύγε όπως είσαι άμα θες τη ζωή σου!’’ Πάγωσε, την είχε πατήσει,   τόσος κόπος,  τόση δουλειά πήγαιναν  χαμένα,  δε μπορούσε να το πιστέψει,  δε μπορούσε να το δεχτεί,  τα πόδια του σχεδόν μηχανικά υποχωρούσαν  ενώ αυτός ήθελε να  ορμήσει σ’  εκείνα τα τρωκτικά που τον είχαν ρημάξει και να τα λιώσει ποδοπατώντας τα όμως το πιο πιθανό ήταν να τον τελείωναν  εκεί στην ερημιά δίχως  να το αντιληφθεί κανένας.  Γύρισε τα νώτα  για να φύγει  ενώ μέσα του έβραζε, μια μελαγχολία πήρε  να τον κυριεύει,  τι είχε κάνει λάθος κι όλα πήγαν στραβά,  γιατί να μην τους  ακούσει λίγο νωρίτερα προτού προλάβουν να τα πάρουν όλα, αισθάνονταν εντελώς παραδομένος.  

Σήκωσε το βλέμμα,  από μακριά φαίνονταν μέσα στη νύχτα  η σιλουέτα του πύργου που ξεχώριζε  πάνω απ’  τα σπίτια και ψηλά στον ουρανό που είχε άνοιξε εντελώς,  τα αστέρια εξακολουθούσαν να κατρακυλούν αέναα   στους αδιόρατους ουράνιους καταρράχτες που είχαν φτιαχτεί στη διάρκεια εκατομμυρίων ετών.  Όλα εκεί πάνω υπάκουαν στους νόμους του σύμπαντος  και λειτουργούσαν αρμονικά, όμως   οι άνθρωποι  είχαν φτιάξει του δικούς τους κανόνες  διαλύοντας κάθε έννοια τάξης.  Οι σκέψεις αυτές ήταν  λογικές αλλά δεν τον βοηθούσαν,  απελπισία είχε αρχίσει να τον πιάνει και δοκίμασε ν’ ανάψει τσιγάρο να διώξει την  αγωνία του , έβαλε το χέρι στη τσέπη ψάχνοντας   το κουτί με τα σπίρτα   όταν άκουσε έναν τρομερό θόρυβο,  γύρισε και είδε στο σκοτάδι  ένα  κομμάτι του βουνού τεράστιο  να ξεκολλά και να πέφτει  σα ποτάμι χωμάτινο σκεπάζοντας ολόκληρο  το αυτοκίνητο.

Για μερικά λεπτά ακούγονταν  ο κρότος από τις πέτρες που κατρακυλούσαν στην πλαγιά κι έπεφταν  με  δύναμη στο τσιμέντο του δρόμου σκορπώντας σε μικρότερα κομματάκια.  Όλα είχαν γίνει πολύ απότομα και γρήγορα,  ύστερα επικράτησε  ησυχία καταλυτική  και το τοπίο επανήλθε στην αρχική του κατάσταση,  το φορτηγό με τα καλάθια στέκονταν ανέπαφο σε μια μεριά του λατομείου, η σελήνη   συνέχισε να σεργιανά  ψηλά ατάραχη  σα να μην είχε συμβεί τίποτα ενώ  τ’  αστέρια εξακολουθούσαν  να κυλούν σα διαμάντια φωτεινά στο ουράνιο στερέωμα διαγράφοντας τις προκαθορισμένες ουράνιες τροχιές τους.

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

MAGNIFICUS DIPHYLLODES

I ‘ve always been a gambling man
I ‘ve rolled them bones with either hand
Seven is the promised land
Early in the morning

 Townes Van Zandt ‘’One dollar blues’’

Τελικά ήταν πιο σκοτεινός απ’  ότι φανταζόμουνα,  ο Χ που ήταν πιο παλιός εκεί πέρα και  τον είχε καταλάβει  από την αρχή με είχε προειδοποιήσει  να τον προσέχω.Ήταν μούτρο κανονικό, χρόνια  στη πιάτσα, φύση τυχοδιωκτική,  δεν ήταν  πολύ μεγάλος όμως  το πεζοδρόμιο  τον γερνούσε γρήγορα. Στα νιάτα του είχε κάνει πάλη και βάρη κι όπως ήταν  ογκώδης κι  αγριωπός στην όψη  με τα σμιχτά του φρύδια δε φοβόταν κανέναν. Ήξερε όλα τα στέκια, όλες τις φάτσες,  όλα τα καφέ, τα γυράδικα, τα μαγαζιά  και κυρίως τα προποτζίδικα  όπου  πρότεινε δεξιά κι αριστερά που να ποντάρουν.  Ασχολούνταν  με όλα,  ποδόσφαιρο, κίνο, τζόκερ, στοίχημα,  λαχεία, φρουτάκια  και βέβαια ιππόδρομο,  το μυαλό του δούλευε γρήγορα, ήταν πολύστροφο, μπορούσε να κάνει  υπολογισμούς ταυτόχρονα και είχε μια  μνήμη φοβερή,  δε ξεχνούσε τίποτα,  ιδίως νούμερα, ο εγκέφαλος του τα επεξεργάζονταν με ταχύτητα δαιμονική   όμως κάτι συνέβαινε κάθε φορά,  οι πιθανότητες  έμοιαζαν  άπειρες, όσες κι αν λάβεις υπ’ όψιν αυτά τα παιχνίδια είναι έτσι φτιαγμένα που  χιλιάδες θα σου ξεφύγουν, πρέπει να είσαι συγκρατημένος,  δε μπορείς να τα βγάλεις  πέρα με τη λογική των αριθμών.

Ακούγονταν   διάφορα γι’ αυτόν, έλεγαν ότι   κάποτε είχε μια επιχείρηση,  φαρμακαποθήκη ή κάτι τέτοιο, έβγαζε καλά λεφτά  αλλά  του τα έφαγε όλα ο συνέταιρος του  που έφυγε  στη Βραζιλία κι άκου  να δεις τώρα  πως είχε γίνει το σκηνικό:

Είχαν πάει στην Αμερική οι δύο τους ν’ αγοράσουν κάτι φάρμακα πολύ σπάνια  που δε μπορούσες να τα βρεις πουθενά τότε, έδειχνε  πολύ καλή μπίζνα, θα τα κονομούσαν, μαζί τους κουβαλούσαν μια μικρή τσάντα γεμάτη λεφτά γιατί  τα χάπια κόστιζαν ένα σκασμό χρήματα.  Όλα πήγαιναν   καλά όμως κάποια στιγμή το πράγμα κάπου σκάλωσε,  οι Αμερικάνοι φοβήθηκαν, κλώτσησαν,  η δουλειά χάλασε όμως τώρα δε μπορούσαν να βγάλουν τα λεφτά από  κει γιατί η υπόθεση είχε μαθευτεί. Έψαξαν δεξιά –αριστερά, πήραν τηλέφωνα,  ρώτησαν, έψαξαν  και στο τέλος  κανόνισαν μια πτήση μέσω Λατινικής Αμερικής, ήταν η μόνη διέξοδος που βρήκανε. Εκεί κάτω όμως   τους την είχαν στημένη,  τους περίμεναν, είχε γίνει καρφωτή,  κινδύνευαν να φάνε πολλά χρόνια φυλακή με τη μυστήρια νομοθεσία που επικρατούσε εκεί πέρα κι άμα μπαίνανε μέσα  άντε να βγουν ζωντανοί. Στο αεροδρόμιο ο χοντρός έχασε πέντε κιλά από την αγωνία και τον ιδρώτα που έσταζε, ένα κάθαρμα -  τελωνειακός τον είχε βάλει στο μάτι και τον είχε στριμώξει άγρια σε μια καμαρούλα βρωμερή για ώρες κοίταζε  φωτογραφίες καταζητούμενων στους τοίχους, η χώρα εκείνη η μακρινή φάνταζε στα μάτια του σαν ένα κλουβί τεράστιο, όλα φαινόταν απόκοσμα,  η γλώσσα,  τα πρόσωπα,  οι λέξεις στις επιγραφές,  ο τρόπος που οδηγούσαν στο δρόμο,    ήταν  τόσο απελπισμένος εκείνη τη στιγμή που προτιμούσε να πεθάνει. Τους είχαν αφήσει τελικά  αλλά ήταν εγκλωβισμένοι εκεί  μακριά,  στου διαβόλου τη μάνα, δε μπορούσαν να βγάλουν τη βαλίτσα,  τελικά αποφάσισαν ο τζογαδόρος  να ταξιδέψει  μόνος  του  αφήνοντας τον άλλον με τα λεφτά  που θα έψαχνε τρόπο να βγει  αργότερα από τη χώρα…

Όταν ήρθε και μου ζήτησε πάλι δανεικά  σκεφτόμουν ‘’Μεγάλε από μένα δε παίρνεις τίποτα!’’ Μήνες είχα να τον δω,  από τότε που μου είχε τσιμπήσει κάτι ψιλά,  έτσι έκανε συνήθως, σου έπαιρνε τα λεφτά, εξαφανίζονταν  κι ούτε ήξερε κανείς τι γινόταν και τι έκανε, μάλλον κλείνονταν σε κάνα σκοτεινό μπουντρούμι να τα παίξει , να ξεχαρμανιάσει .  Ύστερα  τον πετύχαινες  μπροστά σου να  ζητά δανεικά με απόλυτη φυσικότητα σα να τον  χρωστούσες εσύ  από καιρό κι έπρεπε οπωσδήποτε να του τα δώσεις,  καλά είχε πολύ θράσος!  Εκείνη τη μέρα  στεκόμουν   σε μια στάση  περιμένοντας το αστικό και παρατηρούσα τις γυναίκες,   μου έκανε εντύπωση που κάποιες όταν μαύριζαν κι άλλαζε το χρώμα του δέρματος τους έδειχναν  πιο φρέσκιες,  τους πήγαινε πολύ εκείνο  το σκούρο,  ξανάνιωναν, ομόρφαιναν.  Άλλες πάλι για κάποιο λόγο σα να μάζευαν,  σα να έσπαγαν κάπως,  κάτι συνέβαινε, μπορεί να ήταν  ο χαρακτήρας,  η ψυχολογία τους που έβγαινε στην επιφάνεια  τώρα το καλοκαίρι, δε ξέρω,   πάντως κάτι δε πήγαινε  καλά μ’  αυτές.  Το λεωφορείο αργούσε,   τα δρομολόγια είχαν αραιώσει πολύ κι  αφού δεν περνούσαν πια γυναίκες μαυρισμένες   χάζευα   έναν μεγαλώσομο    τύπο με φόρμες  κοντές,  εφαρμοστές, που κουβαλούσε  σωλήνες   χάλκινους από ένα κλειστό πολυκατάστημα, κοιτούσε γύρω σα να τους έκλεβε αλλά κανένας δεν του έλεγε τίποτα οπότε συνέχιζε τη δουλειά του , τελικά φόρτωσε τα  κομμάτια στο αμάξι του κι όταν πήγε να φύγει τότε μόνο τον αναγνώρισα,  ήταν ο τζογαδόρος  ….

Φορούσε  τρία δαχτυλίδια στο κάθε χέρι κι έδειχνε ταλαιπωρημένος,  κοιμόταν άλλοτε  στο δρόμο κι άλλοτε σ’  ένα υπόστεγο  αφού πρώτα  είχε φορτωθεί  στους πάντες  . Το χειμώνα με τις παγωνιές ήταν το ζόρικο αλλά έτσι χοντρούλης όπως ήταν άντεχε,  το καλοκαίρι  έτρωγε πολύ ζέστη όμως  έξω στην ανοιχτωσιά μια χαρά  την έβγαζε φίλε μου,  στα παγκάκια είχε αέρα από παντού,  φυσικός κλιματισμός,  βέβαια η μέση του πιανόταν λίγο αλλά τι να γίνει,   δε μπορείς να τάχεις όλα !

Μου φάνηκε πολύ αστείος  έτσι  ντυμένος μ’  εκείνες τις φόρμες, έμοιαζε καταπληκτικά με   αρσιβαρίστα απ’  το Αζερμπαϊτζάν. Όπως μιλούσαμε εκεί  στο κέντρο κάτω από κάτι καμάρες ένα κοπάδι περιστέρια καταραμένα προσγειώνονταν στα πόδια μας όλη την ώρα κι έτρεχαν να βρέξουν τα κεφάλια τους στο νερό που έβγαινε από τη ρωγμή ενός  τοίχου. Είχε αρχίσει να μεσημεριάζει κι ο ήλιος έκαιγε διαβολεμένα, το καλοκαίρι δεν έλεγε να βγει,  κι αυτό το φετινό ήταν  αγχωτικό,  ζόρικο, ατελείωτο.

‘’Τι έγινε  ρε Γ, τι κάνεις ; ‘’   ρώτησε ένας τύπος με φάτσα γεωργιανού,  που περνούσε  εκείνη τη στιγμή και στάθηκε  να δει τον παίχτη,  ‘’ Ήμουν Ρωσία…’’του είπε  ‘’…έπαιζα τρεις μέρες  συνέχεια όμως  δε κέρδισα τίποτα, τώρα θα πάω Σαουδική Αραβία να δω τι γίνεται εκεί κάτω,  εσύ παίζεις καθόλου ;’’  – ‘Τάχω κόψει αυτά,  δε ξαναασχολούμαι!’’ απάντησε ο δικός μου.   

Δε με έπειθε βέβαια,  άμα σου κολλήσει αυτό το μικρόβιο πολύ δύσκολα το βγάζεις από μέσα σου.   Είχα γνωρίσει κι άλλους που έπαιζαν αλλά δε μου είχε ξανατύχει ποτέ τέτοια περίπτωση.  Όλη την ώρα  μου γινόταν τσιμπούρι και μου ζητούσε λεφτά,   κλαίγονταν  ότι δεν είχε να φάει,  ότι κοιμόταν στο δρόμο, ότι  χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει κάτι χρέη επείγοντα,  σου αράδιαζε εκεί πέρα ένα  κάρο ψέματα   και δικαιολογίες που σε τρέλαιναν και είχε μια τέτοια επιμονή που ήταν πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς και να μη τον λυπηθείς  ‘’Θα σου τα δώσω αύριο κιόλας,  μπορεί και σήμερα!’’  σε διαβεβαίωνε κι άμα  έβαζε τα λεφτουδάκια στη τσέπη άντε γεια!  Αυτή τη  φορά όμως  ήμουν αποφασισμένος να μη του δώσω δεκάρα τσακιστή κι ας χτυπιόταν όσο ήθελε,  είχε αρχίσει τα ίδια,  ότι δε θα μου ξαναμιλούσε,  ότι  αυτός που τον φιλοξενούσε του είχε πει να φύγει,  ότι έπαιρνε κάτι  φάρμακα πολύ δυνατά και  χρειαζόταν να τρώει κανονικό φαΐ. Αλλά τον είχα μάθει  ρε φίλε,  δε θα την ξαναπατούσα κι αντί να τον λυπηθώ μ’ έπιασαν  κάτι  γέλια αυθόρμητα που τρανταζόμουν ολόκληρος, δε κρατιόμουν, πραγματικά ήταν μεγάλος ηθοποιός, καθόταν εκεί πέρα με τις φορμίτσες του αρσιβαρίστα   κι έπαιζε το κομμάτι του που θα το είχε τελειοποιήσει άπειρες φορές τρώγοντας ποιος ξέρει πόσα λεφτά από δω κι από κει .

Δεν υπήρχε περίπτωση να σηκώσει  ξανά κεφάλι  από τότε που είχε αφήσει το συνεταίρο με τα λεφτά  στην Αμερική.  Αποδείχτηκε ότι  ο άλλος ήταν πιο πονηρός,  τα είχε κανονίσει όλα από πριν  και  σίγουρα εκείνος  είχε καρφώσει τη δουλειά για να κρατήσει τελικά όλο το χρήμα. Στην υπόθεση είχε ανακατευτεί και  μια βραζιλιάνα χορεύτρια πολύ όμορφη, κουκλάρα φοβερή,  επικίνδυνη  κατά πως λέγανε, την ήξεραν και οι δυο από πριν, γλεντούσαν μαζί της σε κάτι ξενυχταδικα,  είχαν γνωριστεί κι έκαναν  πολύ παρέα. Πολλές φορές τη βρίσκανε στο διαμέρισμα της όπου τους έφτιαχνε κάτι φαγητά εξωτικά,  καυτερά. Αφού τρώγανε  καθόντουσαν να ακούσουν  τα παραδείσια πουλιά που είχε μαζέψει, μερικά τραγουδούσαν ωραία κι  άλλα απλά στρίγγλιζαν όλα όμως ήταν υπέροχα,  με φτερώματα   γυαλιστερά γεμάτα από συνδυασμούς χρωμάτων απίθανους…

Με κείνη τη βραζιλιάνα τη γόησσα  το είχε σκάσει ο συνεταίρος, πήραν το παραδάκι  και διασκέδαζαν στα μπαράκια του Ρίο χορεύοντας μπόσα -νόβα και κάνοντας ταξιδάκια στη ζούγκλα του Αμαζονίου.  Ο χοντρός  τον περίμενε για καιρό χωρίς να έχει ιδέα για το τι γινότανε, δε μπορούσε να το φανταστεί ότι ο άλλος που τον ήξερε από μικρό παιδί  τον είχε κλέψει έτσι στην  ψύχρα, τέτοιος υποκριτής δε πρέπει να υπήρχε σ’ όλη την οικουμένη! Δε μπορούσε να το πιστέψει αλλά καθώς αργούσε  να φανεί ψυλλιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε, τον έψαξε, πήρε τηλέφωνα,  ρώτησε την πρεσβεία,  τα προξενεία  αλλά ήταν αργά πια.  Είχε σκάσει απ’  το κακό του,  έφαγε τα λυσακά του να τον ανακαλύψει, ρώτησε παντού,  έψαξε χιλιάδες διευθύνσεις,  δεν έβρισκε τίποτα,  τελικά   ανακάλυψε τη βραζιλιάνα σ’  ένα προφίλ με το όνομα ενός πουλιού παραδείσιου,  του Diphyllodes magnificus,  καλά η τύπισσα είχε ψώνιο με τα αλλόκοτα πτηνά, έπρεπε  να το είχε καταλάβει. Σε μια φωτογραφία  είδε  τη φάτσα του συνεταίρου του  με τη βραζιλιάνα να πίνουν κοκτέιλ  σε κάποια  παραλία  του ωκεανού, του είχε  στείλει τότε ένα μυνηματάκι :’’Άμα έρθω και σε βρω εκεί πέρα θα σε σκοτώσω! ‘’

Από τότε δε σήκωσε ξανά κεφάλι, δε μπόρεσε να το ξεπεράσει, βέβαια όλοι οι τζογαδόροι κάπως έτσι τη πατάνε και είναι τόσο σίγουροι  για τον εαυτό τους που  δε μπορούν να  παραδεχτούν ότι τους κορόιδεψαν. Δεν θα του δάνειζα ότι και να έκανε,  κι εγώ άλλωστε δεν ήμουν σε καμιά καλή φάση,  το καλοκαίρι πάντα το φοβάμαι,  δε ξέρεις τι γίνεται,  τι μπορεί να προκύψει.

Δεν θα του έδινα τίποτα όμως όπως όφειλε έκανε μια τελευταία προσπάθεια,   το πάλεψε,  τα έδωσε όλα, επέμεινε, σχεδόν έκλαψε, έπεσε στα γόνατα,   ήμουν έτοιμος να λυγίσω , με είχε τουμπάρει, στο κάτω - κάτω δεν άξιζε  όλη η φασαρία,   ας τάπαιρνε, ας τάτρωγε κι ας πήγαινε στον αγύριστο,  χαλάλι του,  τελικά όμως  αποφάσισα να μη του δώσω ,  είχα λίγες τύψεις που τον άφηνα έτσι  αλλά μου έφυγαν γρήγορα.

Δεν τον ξανάδα, άκουσα αργότερα ότι  πήγε  στη Βραζιλία και βρήκε τον συνεταίρο του ο οποίος δε περνούσε καλά,  η χορεύτρια του είχε φάει όλα τα λεφτά  και τον είχε παρατήσει.  Με το που πήγε ο δικός μου εκεί πέρα του την έπεσε και τον έριξε και το χοντρό,  έμενε μαζί της κι όπως ήταν θηρίο τον είχε για μπράβο επειδή εκεί κάτω είναι λέει όλοι πολύ βίαιοι,  κυκλοφορούσαν μαζί  κι όλοι στεκόντουσαν σούζα μπροστά του.  Θα πρέπει τελικά να του άρεσε  η ζωή  εκεί πέρα,  ταίριαζε με τη τυχοδιωκτική του φυσιογνωμία,  εκείνη η μάγισσα τον είχε κάνει να ξεχάσει την πρώτη του αποστροφή για την Λατινική Αμερική. Είχε προσαρμοστεί και περνούσε καλά με τη βραζιλιάνα μάγισσα,   ο Χ που είχε επαφή  μαζί του ακόμα μου είχε δείξει και φωτογραφίες της, ήταν μελαχρινή με ωραία επιδερμίδα,  χυμώδες σώμα και  κάτι μάτια πολύ μυστήρια, ήταν πολύ όμορφη πραγματικά και ντυνόταν με κάτι ρούχα φανταχτερά,  σαν πουλί του παραδείσου έμοιαζε… 

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

ΑΠΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΟΥ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΥ

Από το μπαλκόνι που έσκυψε είδε μια σκηνή παράξενη, ένα κοπάδι σκύλων είχε μαζευτεί μέσα στο σκοτάδι γύρω από ένα αμάξι  σαν να είχε ανακαλύψει κάτι περίεργο πάνω του, πρέπει να ήταν καμιά  δεκαριά μικρόσωμοι δαίμονες που  βρίσκονταν εκεί από ώρα γιατί είχαν  ξηλώσει με τα δόντια τους  τον προφυλακτήρα κι  είχαν αρχίσει  να τραβούν κι άλλα κομμάτια που μπορούσαν να  αποσπάσουν  σαν να ήθελαν να το διαλύσουν. Τι στο διάβολο τα είχε ο πιάσει  τα καταραμένα σκυλιά, από πού είχαν έρθει,  έβαλε τις φωνές, τους πέταξε κάτι μανταλάκια που βρήκε μπροστά του, δεν έλεγαν να φύγουν σαν να ήθελαν ν’  αποτελειώσουν οπωσδήποτε  το έργο τους,  τελικά πήρε το λάστιχο και τα κατάβρεξε τόσο πολύ που εξαφανίστηκαν μέσα στα σκοτεινά στενά όλα  τα τετράποδα του σατανά.

Δεν είχε δει άλλη φορά και τέτοιο, θα πρέπει   με κάποιον τρόπο να είχαν φτιάξει κοπάδι και περιφέρονταν τα διαβολεμένα καταστρέφοντας ότι έβρισκαν, ήταν μια σκηνή που  τη σκέφτονταν πολλές μέρες  όπως έκανε τα μπάνια του  σ’  εκείνη τη  πόλη με τα ιαματικά λουτρά όπου περνούσε το καλοκαίρι του.  Η υδροθεραπεία  εκεί πέρα τον αναζωογονούσε όσο τίποτε άλλο, του άρεσαν  τα περίεργα νερά που έβγαιναν μέσα στη θάλασσα και δημιουργούσαν μια παράξενη αίσθηση στο σώμα όταν ερχόταν σ’ επαφή με το σώμα  του. Εκείνη τη λουτρόπολη λέει την είχε φτιάξει η Αθηνά για να ξεκουράζεται ο Ηρακλής κάθε φορά που τελείωνε τους τρομερούς του άθλους για χάρη του άλλου του άχρηστου του Ευρυσθέα. Εδώ  ερχόταν να ξεκουραστεί  λίγο ο ήρωας γιατί ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν πάλι ο άλλος, ο διεστραμμένος, για να τον ταλαιπωρήσει στέλνοντας τον να παλέψει με σκυλιά τετρακέφαλα στην είσοδο του Άδη και άλογα ανθρωποφάγα στα πέρατα της γης. Σ’ αυτήν τη λουτρόπολη πήγαινε κάθε χρόνο κι αυτός ν’ αλλάξει παραστάσεις και να φρεσκάρει το σώμα του,  τα υπόγεια νερά  που έβγαιναν από τα βάθη της γης,  στην πορεία για την επιφάνεια, περνούσαν μέσα από πετρώματα  κι  εμπλουτίζονταν  με στοιχεία μεταλλικά,  θειούχα και αλκαλικά  που κάνουν καλό στο δέρμα και στο σώμα ολόκληρο.

Τα λουτρά τα είχε μάθει απ’ τον πατέρα του, εκείνος τους έφερνε από τότε που ήταν παιδί κάθε καλοκαίρι και περνούσαν πολύ ωραία, μια χρονιά είχε γίνει κι ένας σεισμός γιατί  κάτω απ’ τη γη λάμβαναν χώρα διεργασίες ηφαιστειακές και το υπέδαφος δεν ήταν  πολύ σταθερό. Μια εικόνα από κείνο το ταρακούνημα του είχε μείνει, όπως έφευγαν έξω από τον οικισμό με το αμάξι, ένα τρομερό σύννεφο σκόνης υψώνονταν και σκέπαζε όλη την περιοχή καθώς η γη τραντάζονταν κι όλοι έτρεχαν στα ανοιχτά μέρη να μην πλακωθούν από τα μπετά, από το παράθυρο του αυτοκινήτου είχε δει  έναν τύπο γυμνό εντελώς  κι έναν  άλλο με  κοστούμι να τρέχουν μαζί, του έχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτή η αντίθεση…

Είχε τώρα  καμιά βδομάδα που έμενε  εκεί παρακολουθώντας το καλοκαίρι να προχωρά καλπάζοντας ασυγκράτητο προς το τέρμα του. Οι  επισκέπτες, οι πιο γέροι,  αν και δεν έκαναν τίποτα όλη μέρα ήταν μες τα νεύρα. Στις ταβέρνες το μεσημέρι  όλα τους φταίγανε κι  αν καθυστερούσαν να εξυπηρετηθούν έστω και για λίγο- οι γυναίκες ιδιαίτερα- γκρίνιαζαν με το παραμικρό. Οι χειρότερες ήταν κάτι  ρωσοπόντιες ασυνήθιστες στη ζέστη καθώς είχαν έρθει από τις  χώρες του βορρά  κι άμα άνοιγαν το στόμα τους χαλούσαν τον κόσμο, βρίζανε όποιον νάναι,   αλίμονο αν βρισκόσουν μπροστά τους, θα σε στόλιζαν κανονικά. Όπως ήταν πάντα οξύθυμος τις έπαιρνε πολλές φορές παραμάζωμα κι αυτές τον κοίταζαν με τα μάτια ορθάνοιχτα, το χειρότερο πάντως ήτανε όταν αρπάζονταν με κάτι παππούδες  για τα αθλητικά, άμα άνοιγε καμιά συζήτηση για το ποδόσφαιρο ξέφευγε εντελώς, δεν μπορούσες να τον μαζέψεις, σκοτώνονταν κάθε φορά για χαζομάρες όμως γρήγορα τα ξεχνούσε όλα κι άρχιζε ξανά  τα μπάνια και τις βόλτες του.

Πολύ του άρεσε εκείνο το μέρος, όλο το χρόνο περίμενε πότε θα ερχόταν ξανά να περάσει ολόκληρο τον Αύγουστο. Την αυγή που ξυπνούσε οι ψαράδες γέμιζαν με πάγο τους πάγκους τους, οι κηπουροί πότιζαν τα λουλούδια,  στα παρτέρια,  δεκαοχτούρες προσπαθούσαν να δροσιστούν από μια βρύση χαλασμένη που έσταζε. Κοντά στο σπίτι που έμενε υπήρχε ένας συνοικισμό γύφτων  που ήταν όμως πολύ καθαροί,  κάθε φορά που τους έβλεπε σκούπιζαν κι έπλεναν το δρόμο μπροστά από τα σπίτια τους και το βράδυ οι γυναίκες  με τις φουστανάρες τους καθόταν στο σοκάκι τρώγοντας σπόρια και μιλούσαν μέχρι αργά τη νύχτα. Τα απογεύματα έβγαινε πάλι  καμιά βόλτα διασχίζοντας κάτι ερείπια ρωμαϊκά,  χτισμένα από τους αρχαίους που ερχόταν εκεί να καλοπεράσουν,  κείνη την ώρα  μια ερημιά επικρατούσε γύρω  σα να επρόκειτο να συμβεί κάτι κακό.  Στα στενά κοντά σ’ ένα  παλιό κάστρo,  συκιές είχαν φυτρώσει παντού, ροδιές τυλιγμένες από κισσούς, σκύλοι ούρλιαζαν μόλις αντιλαμβάνονταν κάποιον κοντά στις αυλές,  γάτες βολτάριζαν  νωχελικά ανάμεσα στα νυχτολούλουδα κι άλλες θολωμένες απ’ τη ζέστη κοιμόντουσαν κάτω από αυτοκίνητα, γυναίκες έβρεχαν  το τσιμέντο να δροσίσει λιγάκι. Σε κάποιο σημείο υπήρχε ένα ρήγμα στα τείχη απ’ όπου έβγαινες μπροστά σ’ ένα βενζινάδικο σφραγισμένο εκεί είχε  δει μια φορά κάποιο ζευγαράκι ξέμπαρκο  να φιλιέται σε μια γωνιά. Όταν είχε όρεξη έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε  σ’ ένα χωριό,  μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα   κοντά  σ’ ένα ακρωτήρι όπου  λέγανε ότι κάποτε οι ψαράδες  είχανε βγάλει από τον πάτο της θάλασσας  ένα άλογο χάλκινο με τον αναβάτη του.

Πιο συχνά όμως πήγαινε  σ’ ένα μοναστήρι που είχε το λείψανο κάποιου αγίου, έναν  κιτρινωπό σκελετό με κάτι δάχτυλα μακριά, καθόταν εκεί κι άκουγε τους καλόγερους  να διαβάζουν ευχές στη σκοτεινή εκκλησία, αυτό τον ηρεμούσε πολύ. Ένα απόγευμα άκουσε κάποιον μοναχό   να ψέλνει κάτι για το δαίμονα του μεσημεριού,  η φράση έμεινε στο μυαλό του, τι στο καλό ήταν  αυτό το πράγμα.  Όταν σχόλασε  ο εσπερινός  πλησίασε τον καλόγερο και τον ρώτησε γι αυτόν τον παράξενο δαίμονα κι ο γέροντας  του εξήγησε ότι τα δαιμόνια υπάρχουν παντού και δε σ’  αφήνουν να ησυχάσεις,  μπορούν να βγουν τη νύχτα στα σκοτεινά και να σε κυριέψουν,  ή ακόμα και  το καταμεσήμερο όταν ο ήλιος καίει όσο δε γίνεται κι επικρατεί εκείνη η τρομακτική ησυχία που μπορεί να σε τρελάνει.  

‘’Ώστε αυτός ήταν λοιπόν ο δαίμονας  που έμπαινε σ’  εκείνες  τις ρωσοπόντιες!’’  σκεφτόταν την άλλη  μέρα όπως επέστρεφε στο δωμάτιο του  ιδρωμένος απ’ το περπάτημα.  Αυτός ήταν ο λόγος που τις έπιανε εκείνες   τις γυναίκες  μια μανία ανεξήγητη κι ήθελαν να σε φάνε ζωντανό! Αυτή η εξήγηση του φάνηκε πολύ ταιριαστή και σταμάτησε σ’ ένα καφενείο να πιει κάτι δροσιστικό και να τη δουλέψει λίγο στο μυαλό του. Μια παρέα φωνακλάδων  έπινε ούζα εκεί πέρα βρίζοντας  τους παπάδες γιατί είχαν χτίσει την εκκλησία τους  στο ψηλότερο σημείο του λόφου που δέσποζε στη λουτρόπολη κι είχαν κλείσει  τη θέα σ’ ένα σωρό διαμερίσματα.  Σηκώθηκε να φύγει όμως μέχρι να πιει τη λεμονάδα του  άκουσε κάποιον-  σίγουρα μεθυσμένο – να μιλά  για  τους γύφτους που κατοικούσαν στις παρυφές της λουτρόπολης, με κάποιον τρόπο έπρεπε να τους διώξουν,  λέγανε ότι γίνονταν  ύποπτα πράγματα στη γειτονιά τους, ότι διακινούσαν λαθραία κι άλλα πράγματα πιο ύποπτα,  δεν μπορούσε να  περάσεις από κει ιδίως τη νύχτα  γιατί τα σκυλιά τους ορμούσαν να σε ξεσκίσουν.  

Δεν καταλάβαινε  τη μανία τους για τους τσιγγάνους, αυτουνού του φαίνονταν  εντάξει,  κρατούσαν  καθαρό το χώρο τους,  χαμογελούσαν όποτε τους χαιρετούσε και τα μικρά τους φαινόταν ευχάριστα. ‘’Να σου πω… ‘’’ σκεφτόταν το βράδυ καπνίζοντας στο μπαλκόνι του, ‘’...αυτοί οι άγριοι που βρίζουν τους  ιερείς  είναι πολύ χειρότεροι,  μα τι βάρβαροι ,  τι απολίτιστοι!’’  Οι κάτοικοι της λουτρόπολης  του φαίνονταν ανοιχτόμυαλοι πάντοτε  αλλά τα τελευταία χρόνια κάτι είχαν πάθει κι όλους τους επισκέπτες τους έβλεπαν καχύποπτα, το είχε σκεφτεί πολλές φορές αυτό. Σίγουρα φταίγανε οι κάθε λογής ξένοι Πακιστανοί,  Ινδοί,  Κινέζοι, μαύροι  που είχαν πλημμυρίσει τον τόπο ερχόμενοι από  όλες τις εσχατιές της γης και τους έβλεπες όπου και να πήγαινες,  κάτι έπρεπε να γίνει με δαύτους, κάπως έπρεπε να μαζευτούν,  όμως ποιος νοιάζονταν για όλα τούτα ποιος είχε όρεξη να βάλει μια τάξη.

Όλα αυτά όμως ήταν πολύ κουραστικά και να τα σκέφτεσαι κι αυτός  όλη μέρα είχε κολυμπήσει,  μετά έχει βγει για πεζοπορία περίπου τρεις ώρες, το είχε παρακάνει,  έναν καλό ύπνο χρειαζόταν.  Τράβηξε  μια τελευταία τζούρα απ’  το τσιγάρο του  κι ετοιμάστηκε να πάει στο κρεβάτι του όμως όταν έριξε μια ματιά από το μπαλκόνι  σ’  εκείνο το στενό που είχε δει τα σκυλιά να τραβούν τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου, είδε μια  σκηνή πιο παράξενη.

Δυο παιδιά  βγήκαν από το πουθενά  κι άρχισαν να περπατούν προς το μέρος του,  στο  φως της λάμπας μπορούσε να  διακρίνει τα προσωπάκια τους,  ήταν  ένα αγοράκι με μαλλιά ξανθά που δεν έμοιαζε  καθόλου για γυφτάκι, κι ένα κοριτσάκι, τι στο καλό γύρευαν εκεί πέρα τέτοια ώρα, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τα μικρά πήγαν να στρίψουν σε μια γωνία όταν πίσω τους εμφανίστηκε εκείνο το άτιμο το κοπάδι  σκύλων, πρώτα βγήκαν δυο μικρόσωμα και μετά κάτι άλλα πιο εύσωμα, το κοριτσάκι έτρεξε γρήγορα και χάθηκε πίσω από μια μονοκατοικία,  το αγοράκι έμεινε εκεί σαστισμένο. Τα ζώα είχαν  αντιληφθεί την υπεροχή τους και γυρόφερναν το παιδί για να το  περικυκλώσουν όμως αυτό τα έδιωχνε κλοτσώντας προς όλες τις κατευθύνσεις , έμοιαζε να μη τα φοβάται καθόλου πράγμα περίεργο . Αυτός ήθελε να φωνάξει για να τα διώξει τα καταραμένα τα σκυλιά,  ήταν βέβαια η ώρα περασμένη κι οι πιο πολλοί κοιμόντουσαν όμως αν ήταν να πάθει   κάτι το παιδί  θα έβαζε τις φωνές κι ας ξυπνούσε το σύμπαν ! Το θέαμα τον είχε κάνει να σαστίσει λίγο όμως  συνήλθε γρήγορα, κίνησε   να κατέβει κάτω μήπως γίνει κανένα κακό  όμως τότε  είδε ότι το αγοράκι έκανε κάτι ασυνήθιστο. 

Σήκωσε τα χέρια αργά-  αργά  και σα να έβγαζε μια δύναμη υπερφυσική από τις παλάμες του στρέφονταν κάθε φορά προς ένα σκυλί και το  έριχνε με δύναμη  να σκάσει  πάνω στο τοίχο, τα ζώα, ειδικά αυτά που είχαν εξακοντιστεί στο ντουβάρι,  έμοιαζαν  ξαφνιασμένα, αποσβωλομένα, τρομαγμένα, άρχισαν να σκούζουν και να φεύγουν στο βάθος του στενού κλαίγοντας σα να υπέφεραν από κάτι  απροσδιόριστο,  μετά από λίγο μια ησυχία απειλητική  βασίλευε πάλι στο δρόμο.  Το αγοράκι έριξε μια μάτια στα χέρια του σαν μη πίστευε  ότι από μέσα τους είχε βγει εκείνη η τρομερή δύναμη,  ύστερα έκανε να φύγει κατά τη μεριά  όπου είχε εξαφανιστεί  η αδερφή του,  όπως έφευγε γύρισε ξαφνικά σηκώνοντας το βλέμμα και κοίταξε ψηλά κατά τον άνδρα που παρακολουθούσε τη σκηνή από το μπαλκόνι, τα μάτια του γυάλιζαν στα σκοτάδι. 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

ΤΟΥΤΑΓΧΑΜΩΝ

Το ενυδρείο ήταν μια όαση απίστευτη μες το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο, τα ψαράκια κολυμπούσαν αμέριμνα ανάμεσα στα υδρόβια φυτά κι όποτε άνοιγαν το στόμα τους φυσαλίδες αμέτρητες ανέβαιναν στην επιφάνεια, κατά καιρούς κοιτούσαν έξω απ’ το τζάμι να δουν τι γίνεται έξω κι έπειτα επέστρεφαν στον αστραφτερό τους μικρόκοσμο. Τα αγγελόψαρα με τις μαύρες βούλες στη ράχη κουνούσαν νωχελικά τα πτερύγια τους, τα μπλε γκουράμι γλιστρούσαν ανάμεσα στα υδρόβια φυτά, κάποιες φορές έβγαζαν το ρύγχος τους πάνω απ’ το νερό κι ύστερα βυθίζονταν πάλι στον πάτο να ψάξουν κάτι ανάμεσα στα χαλικάκια του βυθού, κάτι άλλα ψαράκια με χρώμα κίτρινο -φωσφοριζέ που τα λέγανε σαμουράι και προέρχονταν λέει απ’ τις τροπικές αφρικανικές θάλασσες κρυβόντουσαν κι εμφανίζονταν όλη την ώρα πίσω από κάτι καφετιά βραχάκια κι όλο κοίταζαν ν’ αποφύγουν τα πιο μεγάλα σα να τα φοβόντουσαν.

Ο φίλος μου είχε ψώνιο με το ενυδρείο του, το είχε στήσει απ’ την αρχή, έπρεπε να ψάξει το κατάλληλο τζάμι, να το κόψει , να το κολλήσει με σιλικόνη, να βρει χαλίκια κατάλληλα και πετρούλες για τον πυθμένα, να τοποθετήσει τα φίλτρα για τον καθαρισμό του νερού, τα φυτά που βοηθούν την αναπνοή των ψαριών κι έπρεπε να τα βάλει με προσοχή, προέρχονταν λέει από τα Αρχιπελάγη της Ινδονησίας, από τον Αμαζόνιο, την Ταϊλάνδη κι από άλλες θάλασσες μακρινές κοντά στον Ισημερινό στο κέντρο της γης. Είχαν λέει την ικανότητα να επιβιώνουν σε συνθήκες περιορισμένες και σε κλουβιά τεχνητά γι’ αυτό ήταν καταδικασμένα να ζουν εκεί μέσα και το καταλάβαιναν σίγουρα, ήταν φανερό στο βλέμμα τους που ήταν σαν απορημένο όλη την ώρα, όμως τι μπορούσαν να κάνουν; Η μεγάλη γυάλα περιβάλλονταν από πλακάκια γυαλιστερά, γεμάτα σχέδια χρωματιστά, πορτοκαλιά και πράσινα που έδεναν με τα χρώματα των ψαριών και των φυτών δημιουργώντας ένα θέαμα που σε ηρεμούσε. Το όνειρο του φίλου μου ήταν να κατασκευάσει ένα ενυδρείο τεράστιο που θα έπιανε ολόκληρο τον τοίχο ενός δωματίου όμως πρώτα έπρεπε να βρει ένα σπίτι καλύτερο από κείνο το ρημάδι, θα του έπαιρνε βέβαια πολύ καιρό αλλά θα τόφτιαχνε κάποια στιγμή…

Αυτή η κατασκευή που θα ήταν φαντασμαγορία αληθινή ήθελε ένα σκασμό λεφτά και που να τα βρει ο άνθρωπος. Προς το παρόν έπρεπε ν’ αρκεστεί στο μικρό ενυδρείο που έπιανε εκείνη τη γωνιά με τα γυαλιστερά πλακάκια, το διόρθωνε, το ταχτοποιούσε, έβαζε κι έβγαζε πραγματάκια, μόνο μ’ εκείνο ασχολούνταν όταν ευκαιρούσε την ώρα που στο υπόλοιπο σπίτι επικρατούσε χάος. Παντού υπήρχαν παλιά αντικείμενα και κάθε λογής σαβούρες που δεν ενδιαφέρονταν να τις μαζέψει κανένας, ήταν ν’ απορείς πως έμεναν άνθρωποι εκεί πέρα, τρία άτομα κατοικούσαν σ’ εκείνο το διόρωφο γκρεμίδι που με τον πρώτο σεισμό θα γινόταν κομματάκια σίγουρα! Τα ταβάνια ήταν έτοιμα να καταρρεύσουν και μπορούσες να δεις κάτι ξύλα παλιά να χάσκουν ανάμεσα στους σοβάδες, δυο σκυλάκια βολτάριζαν στις κάμαρες, τα είχαν για προστασία τη νύχτα καθώς από παντού μπορούσε να μπει κανείς και να τους πάρει ότι είχανε.

Το πιο φοβερό ήταν η ζέστη που επικρατούσε εκεί πέρα κι ήταν τόσο αφόρητη που δε μπορούσες να σταθείς , τα παράθυρα ήταν κλειστά για να μη τους βλέπουν οι διπλανοί κι οι τρεις ένοικοι, δυο Έλληνες κι ένας Αλβανός, κυκλοφορούσαν ημίγυμνοι με σώματα γεμάτα από σημάδια των σεντονιών όπου κυλιόταν ιδρώνοντας και ξεϊδρώνοντας. Ο Αλβανός δούλευε σ’ ένα μαγαζί με φρουτάκια, πρόσεχε μη μπουκάρει η αστυνομία, αυτοφωράκιας δηλαδή, κι ο τρίτος συγκάτοικος ζούσε από ένα επίδομα μυστήριο, κανείς δεν ήξερε ποιος του τόδινε. Ο δικός μου έβαφε σπίτια, αυτή ήταν η δουλειά του, από τότε που τον ήξερα δούλευε ασταμάτητα, κι ούτε να πεις ότι ξόδευε τα λεφτά του από δω κι από κει, ούτε είχε αγοράσει κάνα σπίτι ή τίποτα άλλο, όλοι αναρωτιούνταν τι στο διάβολο έκανε τα λεφτά του, ήταν πολύ μυστήριος. Εδώ και καιρό έλεγε ότι θα πήγαινε μετά από πολλά χρόνια διακοπές σ’ ένα νησί κι όλο μιλούσε στους άλλους για το πόσο ωραία ήταν εκεί πέρα, για τα μοναστήρια και τις παραλίες που υπήρχαν, για τις τουρίστριες που στοιβάζονταν κατά χιλιάδες στα μπαράκια και στις ταβέρνες, τους είχε πρήξει όλον το καιρό για κείνο το νησί και δεν τον έπαιρνε κανείς στα σοβαρά, όταν τους έδειξε το εισιτήριο που είχε βγάλει δε μπορούσαν να το πιστέψουν !
‘’Θες νάρθεις μαζί μου στο νησί; ‘’ με ρώτησε μια μέρα καθώς φορούσε μια άσπρη μπλούζα γεμάτη πιτσιλιές όλων των αποχρώσεων. Δε γινόταν να φύγω όμως αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν το ενυδρείο, που θα το άφηνε, δεν εμπιστεύονταν με τίποτα τους άλλους, θα του ψοφούσαν τα ψαράκια του σε μια μέρα, καλά ήταν πολύ άχρηστοι ! Πολλές φορές μου είχε δείξει πως να τα ταΐζω, πως να ελέγχω τη θερμοκρασία με τον θερμοστάτη, να καθαρίζω το φίλτρο από τα σκουπιδάκια που μπορεί να το βουλώνανε. Καθόταν υπομονετικά εκεί πέρα και μου τα εξηγούσε όλα ενώ εγώ χάζευα το γυάλινο κουτί με τα εξωτικά φυτά που σάλευαν μες το νερό, έβλεπα τους χρωματιστούς μονομάχους, τα άλλα ψάρια που τα λέγανε σαμουράι και τα αγγελόψαρα με το παράξενο σχήμα που σεργιανούσαν πέρα δώθε αμέριμνα, ήταν πολύ ωραία ρε φίλε!‘’Το βλέπεις αυτό εδώ το κίτρινο λαβυρινθόψαρο!’’ μου έλεγε ‘’ Είναι ο Τουταγχαμόν, τόχω παραγγείλει απ’ την Αίγυπτο, το είχα δει εκεί πέρα σε μια εκδρομή και είπα μέσα μου <<Αυτό το θέλω οπωσδήποτε!>> Συνήθως κρύβεται σ’ εκείνη τη σπηλιά, κάθεται ήσυχο εκεί πέρα, είναι πολύ λαίμαργο αλλά δε θα το ταΐζεις το ίδιο πράγμα συνέχεια, και του αρέσει το καθαρό νερό αλλά αυτό άστο σε μένα, θα γυρίσω σε καμιά βδομάδα ...’’

Δεν είχα πρόβλημα να κάνω ότι μου είχε πει αν και δεν είχα όρεξη να να βλέπω τους συγκάτοικους του που δεν έδιναν δυάρα για το ενυδρείο μόνο τρόμαζαν τα καημένα τα ψαράκια χτυπώντας το τζάμι με το δάχτυλο. Περίμεναν πως και πως πότε θα ξεκουμπιζόταν ο φίλος μου για να ανασάνουν λίγο σ’ εκείνο το αποπνικτικό διώροφο όπου τους ξυπνούσαν τη νύχτα οι αναστεναγμοί των μηχανών από τα απορριμματοφόρα που ξεφόρτωναν  τους κάδους. Καθώς δε μπορούσαν να κοιμηθούν πήγαιναν όλη την ώρα να πιούν νερό απ’ το μοναδικό ψυγείο που είχαν κοινό, αφού άδειαζαν μπουκάλια τεράστια μετά γίνονταν μούσκεμα ολόκληροι. Τα ψαράκια κοιμόντουσαν κι αυτά, δεν έκλειναν τα μάτια όμως έμεναν ακίνητα για κάμποση ώρα, μπορεί να έβλεπαν και όνειρα όπου κολυμπούσαν σε θάλασσες ανοιχτές κι απέραντες μακριά πολύ στα μέρη των Τροπικών. Έδειχναν να μη νοιάζονται για ότι συνέβαινε παρά έξω, αν ο κόσμος υπέφερε και τυρρανιούνταν, αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι που έβραζε γύρω καίγοντας το σύμπαν, αυτά ήταν προβλήματα των δύστυχων ανθρώπων που πάλευαν να τα βγάλουν πέρα, αυτά το μόνο που ήθελαν ήταν το φαγάκι τους και το καθαρό τους το νεράκι να επιπλέουν αμέριμνα …

Τα ψάρια περνούσαν καλά όμως εμείς τα είχαμε δει όλα. Οι μέρες δεν περνούσαν, έμοιαζαν να σέρνονται, στη δουλειά όλοι περιμένανε τις άδειες τους, κι εγώ είχα να κάνω συν τοις άλλοις και τα ψώνια του αφεντικού που μου τα είχε φορτώσει κι αυτά. Μ’ έστελνε όλη την ώρα ν’ αγοράζω ζαρζαβατικά και κρέατα, πήγαινα στις λαϊκές όπου πουλούσαν φρούτα καλοκαιρινά, καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα, καλαμπόκια. Αφού έπαιρνα ότι ήτανε από κει σταματούσα πάντα σ’ ένα κυλικείο μέσα σε μια στοά να πιω μια γκαζόζα, μιλάμε εκείνο ήταν το αγαπημένο μου μέρος, ο ανεμιστήρας γύριζε αέναα πάνω από τα αντικείμενα, τα μπουκάλια, τα καλαμάκια, τα τελάρα, τα ποτήρια, τα πιατάκια κι εγώ έπινα το αναψυκτικό μου χωρίς να σκέφτομαι τίποτα σα να είχε αδειάσει το μυαλό μου εντελώς . Στο χασάπικο ο τύπος μου έλεγε να τον ακολουθήσω στο τεράστιο ψυγείο του, εκεί μέσα ρε φίλε είχε μια δροσιά υπέροχη που δεν έβρισκες πουθενά αλλού, ήταν τέλεια, δεν ήθελα να βγω από κει μέσα! Φορτωμένος έπειτα με τις σακούλες έβγαινα στο δρόμο όπου είχε τόσο φως που το μάτι δεν άντεχε το ατέλειωτο ξέθωρο κι αναζητούσε μια σκιά, λίγο πράσινο ν’ αναπαυτεί μια στάλα…

Το βράδυ που θα έφευγε ο φίλος για το νησί έκανε τόση ζέστη που ήθελες να εξαφανιστείς μέσα στο ψυγείο του χασάπη και να μη βγεις από κει μέχρι να γίνεις παγάκι ! Ο σταθμός των τρένων δεν απείχε πολύ και ξεκινήσαμε πεζή, περάσαμε από κάτι στενά σκοτεινά, σ’ ένα φανάρι χαλασμένο το ανθρωπάκι ανεβοκατέβαινε σα παλαβό αλλάζοντας χρώματα, τύποι ξενυχτισμένοι τρώγανε σένα γυράδικο, μια Κινέζα που φάνταζε φιγούρα ξεκάρφωτη δάγκωνε ένα σάντουιτς, παντού γύρω υπήρχε μια ατμόσφαιρα ξενυχτιού και υγρασίας καλοκαιρινής, τότε που όλος ο κόσμος φεύγει από τις πόλεις για τις αμμουδιές και τις ερημιές όπου γης δίχως να θέλει να κοιτάξει πίσω του...

''Άμα θες φύγε τώρα, ευχαριστώ!'' μου είπε προτού φτάσαμε στο σταθμό, δε νύσταζα καθόλου, ήταν από κείνες τις βραδιές τις δύσκολες που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να κοιμηθείς κι έτσι είπα να περάσω να χαζέψω τα ψαράκια να περάσει κι η ώρα. Όπως προσπαθούσα να ξεκλειδώσω τη σαραβαλιασμένη πόρτα τα δυο σκυλάκια γρύλισαν στην αρχή πίσω από την πόρτα αλλά έπειτα, όταν με κατάλαβαν άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Άναψα το φως κι ανέβηκα τις σκάλες για τον πρώτο όροφο όπου ήταν το δωμάτιο του φίλου μου προσέχοντας μη σκοτωθώ σκοντάφτοντας σε κανένα παρατημένο αντικείμενο. Στο ενυδρείο που φωτίζονταν από μια λάμπα καλυμμένη με φύκια τα ψάρια έμοιαζαν ακίνητα σαν απολιθωμένα, μονάχα ένα κίτρινο ψωσφοριζέ, ο Τουταγχαμόν σίγουρα, έστεκε στο βυθό ακίνητο σα να είχε πλαγιάσει. ''Καλά ρε φίλε, πότε πρόλαβε να ψοφήσει!' σκέφτηκα, χτύπησα ελαφρά το τζάμι,  δε σάλεψε, τι συνέβαινε δε μπορούσα να καταλάβω, έριξα ένα σπασμένο χαλικάκι που βρήκα στο πάτωμα κι όταν έπεσε δίπλα του αυτό δε κουνήθηκε. Για κάτι τέτοιο δε με είχε προειδοποιήσει ο φίλος μου, τι  στο δαίμονα έπρεπε να κάνω,  έβαλα το χέρι μου στο νερό να το πιάσω μήπως ξυπνήσει  όπως όμως είμαι άγαρμπος έκανα μια κίνηση απότομη και για να μη ρίξω κάτω το γυάλινο κουτί, ακούμπησα στο βυθό για να σταθώ παρασέρνοντας όλα τα πετραδάκια που τον κάλυπταν και τότε τα είδα.

Ήταν μια στρώση χρυσά νομίσματα που άστραφταν σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος ώρες ατελείωτες για να τα κάνει όσο πιο αστραφτερά γίνονταν, ώστε λοιπόν εκεί τα έκρυβε τα λεφτά του  ο άλλος  κι εμείς δε μπορούσαμε να καταλάβουμε τη μανία του με το καταραμένο το ενυδρείο,  να λοιπόν τι τα είχε κάνει τα λεφτά του, γιατί δε γίνονταν να δουλεύει τόσα χρόνια και να μην είχε στον ήλιο μοίρα,  πάντως ήταν ένα θέαμα υπέροχο.

Με τόση ταλαιπωρία που είχα τραβήξει όλο το καλοκαίρι εκείνα τα νομισματάκια που γυάλιζαν υπέροχα ήταν ένα όνειρο, δυο τρία τουλάχιστον, δεν υπήρχε περίπτωση να τ' αφήσω, θα τα κρατούσα έστω και για λίγο και μετά μπορεί να τα γύρναγα στη θέση τους ρε φίλε, λίγο να τα χαρώ ήθελα, μπορεί και να τα κρατούσα,  ούτε που ήξερα. Έβγαλα δυο κομμάτια και τα κράτησα στο χέρι,ήταν χάρμα οφθαλμών,  στο μεταξύ απ' όλη την  αναστάτωση  ο Τουταγχαμόν  είχε ζωηρέψει και μαζί με τ' άλλα  ψαράκια στριμώχτηκε  σε μια γωνία και με κοίταζε  με τα μεγάλα του μάτια  σα να ήταν ο φρουρός  εκείνου του μικρού θησαυρού όπως οι  φιγούρες που ζωγράφιζαν στους τάφους των πυραμίδων οι Αιγύπτιοι για να φυλάνε τους αφέντες τους στο ταξίδι για τον άλλο κόσμο, άφησα κάτω τα νομίσματα,  μετά τα ξαναπήρα,  δεν ήξερα τι να κάνω....

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...