Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

ΣΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ

Δε μπορούσα να καταλάβω ότι εκείνη τη στιγμή ακριβώς πάθαινε το έμφραγμα, που να το ξέρω ρε φίλε, είχα ακούσει αλλά πρώτη φορά μου τύχαινε κάτι τέτοιο, τον έβλεπα εκεί μπροστά μου να ιδρώνει και να σφίγγεται  δίχως λόγο και δεν ήξερα τι να κάνω, έμοιαζε αποκαμωμένος, του έδωσα ένα ποτήρι  νερό που μου ζήτησε καθώς βαστούσε το στήθος του σα να υπέφερε, τον έβαλα να καθίσει και κάλεσα ασθενοφόρο.

Δουλεύαμε μαζί αρκετό καιρό εκεί κάπου  στο κέντρο, κόντευε τα εξήντα κι η ράχη του είχε αρχίσει να κυρτώνει, κάπνιζε βέβαια και κάνα δυο πακέτα, έπινε κιόλας. Τον καταλάβαινα, δεν αντέχονταν διαφορετικά εκείνη η δουλειά ειδικά με το αφεντικό που είχαμε, σου μιλάω ήταν εντελώς παλαβός , όταν δεν ήταν πιωμένος έψαχνε κάποιον να ξεσπάσει τη μανία του, δε μπορούσες να καθίσεις μαζί του πολύ καιρό. Μια παραμονή της πρωτοχρονιάς είχαμε δουλέψει όσο δε πήγαινε, είχαμε βγάλει καλά λεφτά, όλοι ήταν χαρούμενοι, οι παρέες έρχονταν γελώντας  και πλήρωναν ότι κι αν τους ζητούσαμε, κι εγώ είχα πάρει καλό μεροκάματο, όλοι έμοιαζαν σε καλή διάθεση, ήταν από κείνες τις σπάνιες στιγμές . Κι όμως κι εκεί βρήκε ευκαιρία και τον δάγκωσε τον άλλον, τον έκανε άνω κάτω για μερικά καταραμένα φραγκοδίφραγκα που υποτίθεται ότι έλειπαν απ’ το ταμείο, έτσι ήταν, δεν άντεχε να σε βλέπει χαρούμενο, κάτι πάθαινε, μια ζήλια αφόρητη τον έπιανε, ένα κόμπλεξ χαοτικό, μιλάμε πολύ ηλίθιος!

Βέβαια κι ο άλλος πήγαινε γυρεύοντας, με είχε σκάσει, μου την είχε δώσει, τον είχα προειδοποιήσει, είχε νοσηλευτεί μια φορά τότε που τα πόδια του είχαν πρηστεί κι έτρεχε στους γιατρούς, στην αρχή πρόσεχε μετά ξεχνιόταν κι έκανε ότι να ναι. Τον έβλεπα τα βράδια να δουλεύει για κάτι αργόσχολους, βαρεμένους πελάτες και τρελαινόμουν, ‘’’Ρε, σήκω φύγε, θα κάτσω εγώ, πήγαινε σπίτι !’’ - ‘’Όχι, δε φεύγω!’’ απαντούσε με πείσμα  ‘’Εσύ άμα θες φύγε!’’ και φυσικά εγώ την κοπανούσα ‘’Δε πα να κάνει ότι θέλει ο βλαμμένος!’’ έλεγα από μέσα μου και τον άφηνα εκεί πέρα μέχρι αργά.

Όμως θάπρεπε να προσέχει, κόντευε τα εξήντα κι οι γιατροί του συνιστούσαν ξεκούραση, ήταν ζήτημα χρόνου να πάθει κάτι . Και δεν ήταν ο μόνος, όλοι εκεί πέρα στο κέντρο έτσι ήτανε, δε μπορούσα να τους καταλάβω, έρχονταν το πρωί κι έφευγαν αργά το βράδυ, πότε ξεκουράζονταν, πότε κοιμόντουσαν, πότε βλέπανε τις γυναίκες και τα παιδιά τους; Κάτι πάθαιναν όλοι εκεί πέρα και δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν, μιλάμε για εθισμό κανονικό, την αγαπούσαν βέβαια την αγορά, ήταν η ντόπα τους, εκεί είχαν φάει όλη τη ζωή τους κι ήταν σα να ήθελαν να πεθάνουν εκεί πέρα…

Του άρεσαν όλα στην αγορά,  τα πρωινά ιδίως.  Οι φούρνοι είχαν ξεκινήσει από νωρίς, τα καφέ ετοίμαζαν τυρόπιτες βάζοντας τη μουσική λίγο δυνατά, καθόταν έξω απ’  τις πόρτες στήνοντας αυτί ν’ ακούσει κανένα τραγούδι που θα έδινε λίγο χρώμα στη μέρα του. Είχε ζήσει  τις καλές  εποχές,  τότε   που το χρήμα έρρεε άφθονο κι όλοι έβγαζαν γούστα,   καμιά φορά όταν είχε πιει  λίγο παραπάνω  μιλούσε για  το κέντρο με τις φωτεινές επιγραφές και τη φασαρία, εκεί που χτυπά η καρδιά της πόλης. Μια εποχή,   μου έλεγε,   είχε τόσο κόσμο έξω απ’ το μαγαζί που άμα σήκωνες το κεφάλι έβλεπες μια θάλασσα να περιμένει μέχρι το απέναντι στενό, ‘’ Δεν μπορείς να το πιστέψεις αν δεν το δεις!’’ μουρμούριζε...

Πιο πολύ του άρεσε η αγορά την άνοιξη τότε που μεγαλώνει η μέρα συνέχεια και το καλοκαίρι μοιάζει να πλησιάζει καλπάζοντας. Περνούσε κάθε πρωί απ’ τα λουλουδάδικα εκεί όπου έβγαζαν ζουμπούλια γαλάζια και ροζ, η μυρουδιά που απλώνονταν στον αέρα θύμιζε Πάσχα. Οι εργάτες του δήμου κλάδευαν δέντρα ρίχνοντας φως στους σκοτεινούς δρόμους και μπορούσες πλέον να δεις μέχρι κάτω μακριά κατά τη θάλασσα. Τα μεσημέρια τα συνεργεία του δήμου περνούσαν ν’ αδειάσουν τους κάδους κι οι εργάτες με τα φωσφοριζέ γιλέκα έριχναν νερό άφθονο ξεπλένοντας τα πεζοδρόμια. Τα απογεύματα κοπάδια ανθρώπων διέσχιζαν τις διαβάσεις, γυναίκες στέκονταν μπροστά στις βιτρίνες με τ’ ανοιξιάτικα φορέματα, αμάξια περνούσαν με πάταγο πάνω απ’ τα μεταλλικά καπάκια των φρεατίων. Τα βράδια τα λεωφορεία όργωναν τους κεντρικούς δρόμους έχοντας σβήσει τις οθόνες τους καθώς τραβούσαν για το αμαξοστάσιο. Πολλές φορές κατέβαινε απ’  τα χαράματα τότε που ο ήλιος σκόρπιζε κίτρινους λαμπυρισμούς στην άσφαλτο κι οι μορφές των ανθρώπων έμοιαζαν να εξαϋλώνονται μες το φως  σα να χόρευαν στις κορφές των ηλιαχτίδων, α τότε ήταν όλα μαγεία αληθινή!

Ήταν ωραίο το κέντρο, είχε τη γοητεία του αλλά μέχρι ένα σημείο, παραπάνω δε μπορούσα, κάποια στιγμή ήθελα να φεύγω από κει. Κι έπειτα τον τελευταίο καιρό όλα είχαν αλλάξει, δεν ήταν όπως παλιά, είχε γίνει πιο βρώμικο, πιο άγριο, μαγαζιά εμπορικά έκλειναν αβέρτα  και τα μόνα που άνοιγαν ήταν κάτι φαγάδικα και κάτι καφέ που μάζευαν όλους τους αργόσχολους και τα ραμολιμέντα. Ζητιάνοι με μάτι που γυάλιζε κυκλοφορούσαν παντού και κάτι άλλοι τύποι ύποπτοι που διακινούσαν λαθραία, τα έβγαζαν μπροστά στα μάτια σου  από κρυψώνες ύποπτες, από τρύπες και κτίρια εγκαταλειμμένα, χρήμα μαύρο διακινούνταν και κανείς δεν έλεγε τίποτα, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, έλεγχοι δε γίνονταν, όλοι το είχαν συνηθίσει αν και τους φαινόταν περίεργο…

Κάποιοι  πρέπει να έβγαζαν πολύ χρήμα μ’ όλα αυτά, μια φήμη κυκλοφορούσε για ένα καράβι που  είχε  φέρει λέει  ένα φορτίο από λαθραία τσιγάρα, όλα από κείνες τις μάρκες τις πιο ακριβές, ακούγονταν ότι πουλιόταν ήδη, κάποιοι που τα είχαν δοκιμάσει λέγανε ότι δεν είχαν καμιά διαφορά από τα γνήσια.  Έλεγαν ότι όλο το φορτίο άξιζε κάπου διακόσια χιλιάρικα κι ότι μια παρέα τα είχε πάρει στη ζούλα με εβδομήντα χιλιάρικα μόνο για να τα διακινήσει μέσω αλλοδαπών κι άλλων μυστήριων που τα πουλούσαν στα πεζοδρόμια, λέγανε ότι απ’ αυτή τη μπίζνα οι τύποι είχαν βγάλει πολλά λεφτά, αρχηγός τους ήταν λέει  ένας  με σημάδια στο πρόσωπο σα να είχαν σβήσει στο μέτωπο του ένα πακέτο γόπες, τον είχα δει κι εγώ μια φορά να μιλά ψιθυριστά με το αφεντικό στο μαγαζί μας, ύστερα πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε έξω από έναν  κάδο…

Είχα κλείσει δυο χρόνια εκεί πέρα κι είχε αρχίσει να μου τη δίνει όλη αυτή η παρακμή, ήταν θέμα χρόνου να την κοπανήσω, είχα σκοτωθεί με το αφεντικό άπειρες φορές, όλοι μας κοιτούσαν με μάτια γουρλωμένα, δεν το πίστευαν, κάνα δυο φορές μετά από τέτοιες σκηνές είχα φύγει νομίζοντας ότι πάει τέλειωσε, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα επέστρεφα, ότι θα με σούτερνε από κει πέρα. ‘Όμως πάντα, σου μιλάω πάντα, μου τηλεφωνούσε, είχε αυτό το συνήθειο, να σε χτυπά πρώτα κι ύστερα να σε γλείφει, έτσι γύριζα καθώς δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω.

Έπρεπε μαζί του να σκέφτεσαι διαφορετικά, να μη λειτουργείς λογικά, να είσαι απρόβλεπτος όπως ήταν κι αυτός, σε τελική ανάλυση όλο το θέμα ήταν ποιος θα προλάβαινε να φάει πρώτος τον άλλον, κάπως έτσι λειτουργούσε το πράγμα, κάπως έτσι πρέπει να είναι το εμπόριο, εγώ τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει. Κι έπειτα τα χρειαζόμουν τ’ αναθεματισμένα τα λεφτά του, τα πράγματα είχαν ζορίσει πολύ, έτσι συνέχιζα χωρίς να ξέρω που θα κατέληγε όλο αυτό. Με τον καιρό είχα μάθει απ αυτόν και τους νόμους της αγοράς, σ’ ένα μαγαζί μπορούσε να γίνεται κόλαση, οι υπάλληλοι να πλακώνονται όλη την ώρα κι όμως ο κόσμος συνέχιζε να έρχεται σα να τον τραβούσε αυτή η ανωμαλία, την έβρισκε κάπως εξωτική, μπορούσε να δει κάτι διαφορετικό και να διασκεδάσει τη βαρεμάρα και τη πλήξη του...

Όμως ο άλλος που ήταν εκεί μια ζωή δούλευε σα σκυλί και κατάπινε όλες τις αηδίες του αφεντικού δίχως να λέει τίποτα, του άρεσε το κέντρο και η αγορά, έτσι είχε μάθει, αυτή ήταν η τακτική του, κι έπειτα στην ηλικία που ήταν ποιος θα τον έπαιρνε. Δεν είχε επιλογή, όμως στο τέλος δικέ μου το πληρώνεις, αυτά μαζεύονται, δεν περνούν απέξω, καρφώνονται βαθιά μέσα σου.

Όλοι τον προειδοποιούσαν να έχει το νου του και να φυλάγεται, ο Αντώνης που είχε κάνει αυτή τη δουλειά έλεγε ότι από τους πέντε βοηθούς που είχαν δουλέψει σ’ ένα μαγαζί σαν το δικό μας πιο κάτω, οι τέσσερεις είχαν πεθάνει και μόνο αυτός την είχε γλυτώσει. ‘’Πρόσεχε!’’ μου φώναζε. Εγώ είχα βρει μια λύση βέβαια , σηκωνόμουν κι έφευγα όποτε δεν ήμουνα καλά κι ούτε έλεγα που πάω, απλά δεν άντεχα άλλο, ήθελα ένα διάλειμμα επειγόντως, οι πελάτες με ψάχνανε, αναρωτιόταν τι συνέβαινε ‘’Άστους να με ψάχνουν!’’ σκεφτόμουν. Πήγαινα μια βόλτα στα μαγαζιά, χάζευα τις εφημερίδες, έβρισκα κάνα φίλο και τα λέγαμε λιγάκι. Με είχαν μάθει κι όποτε μ’ έβλεπαν να βάζω το σακάκι τους έπιανε πανικός, μετά από κάποια ώρα μου τηλεφωνούσαν ‘’Που είσαι, έλα γρήγορα, έχουμε δουλειά!’’ και τότε γυρνούσα…

Και τώρα νάτος μπροστά μου ρε φίλε να κρατά το στήθος του και να μη ξέρεις τι να τον κάνεις,  σε μια φάση πήγε να σηκωθεί αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να σταθεί σα να μετεωρίζονταν μπροστά σε κάποιο φανταστικό κενό, έδειχνε εξαντλημένος, καθόμουν και τον κοίταζα σα βλάκας περιμένοντας βοήθεια που μου φάνηκε ότι έκανε διακόσια χρόνια να έρθει, ο μοναδικός πελάτης μάρτυρας  όλης  της  σκηνής  ήταν ένας χοντρός που είχε πιει το καταπέτασμα,  δεν ήταν ο πιο κατάλληλος για παρέα εκείνη τη στιγμή  αλλά και μόνο που βρίσκονταν εκεί πέρα ήταν μια παρηγοριά,  ‘’ Παππού μη στεναχωριέσαι ! ’’είπε σε μια στιγμή…

Το ασθενοφόρο που ήρθε τελικά  δεν ήταν αυτοκίνητο αλλά μια μηχανή μεγάλη, ο νοσοκόμος, ένας ψηλός γεροδεμένος με λίγα μαλλιά κατέβηκε από το μηχανάκι κουβαλώντας μια βαλίτσα μικρή, τον ήξερε τον δικό μου, είχε έρθει άπειρες φορές στο μαγαζί, ‘’Τι έγινε παππού; ‘’ του πέταξε ‘’Πως είμαστε;’’, του έδεσε τη συσκευή στο μπράτσο και  μέτρησε τη πίεση, προσπάθησε να τον χαλαρώσει, ύστερα έβγαλε μια μάσκα οξυγόνου απ’  την τσάντα του και του τη φόρεσε,  μετά κάλεσε ασθενοφόρο κανονικό.

Το βράδυ μάθαμε ότι ο ‘’παππούς’’ είχε πάθει το έμφραγμα και μπήκε στο χειρουργείο, όλη νύχτα είχα αγωνία μη χτυπήσει κανένα τηλέφωνο και μου πουν το χειρότερο, αυτό που δεν αντέχω σε τέτοιες φάσεις είναι να με πιάσουν απροετοίμαστο, θέλω λίγο χρόνο να το συνειδητοποιήσω, να το καταλάβω, να το χωνέψω,  μετά ας γίνει ότι θέλει, τελικά αφού δε με πήραν μέχρι το πρωί σήμαινε ότι την είχε γλυτώσει, ησύχασα.

Την άλλη μέρα γύρω στο απόγευμα πέρασε κείνος ο χοντρός ‘’Tι έγινε ο παππούς;’’ρώτησε κι όταν του εξήγησα ‘’ Φτηνά τη γλύτωσε! είπε σχεδόν από μέσα του και τράβηξε κατά τη παραλία.  Κείνη την ώρα ο ήλιος χαμήλωνε βάφοντας μενεξεδιές τις κορυφογραμμές των αντικρινών βουνών,  πλήθη κόσμου περνούσαν τις διαβάσεις των δρόμων κι  οι ακτίνες του ήλιου που έγερνε αλλοίωναν τις φιγούρες κάνοντας τες  να χορεύουν ξανά,  το κέντρο της πόλης  ζωντάνευε όπως κάθε βράδυ.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥ ΧΙΟΝΟΚΥΝΗΓΟΥ

Παντού μες τα χορτάρια φύτρωναν λουλούδια άσπρα σα καμπανούλες, εκείνα τα λουλούδια που τα λένε ‘’κρίνα της κοιλάδας’’ ή ‘’δάκρυα της Παναγίας’’ γιατί φύτρωσαν λέει από τα δάκρυα της όταν είδε το Χριστό στο σταυρό. Όπως προχωρούσε στο δάσος άκουγε όλο και πιο δυνατά τον ήχο νερών που έπεφταν, διέσχισε ένα ξέφωτο και πίσω απ’ τα φυλλώματα είδε χιλιάδες πεταλούδες άσπρες, γαλάζιες και κίτρινες να πετούν γύρω από έναν μικρό καταρράκτη, τα φύλλα απ’ το γρασίδι αναταράζονταν κάθε φορά που έπεφτε πάνω τους μια σταγόνα, κοίταζε έκθαμβος το θέαμα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ποτέ κανείς δεν του είχε μιλήσει για κείνο το μέρος, πώς είχε μείνει κρυφό!

Το δάσος έμοιαζε, τόσο καθαρό, τόσο όμορφο, τόσο παρθένο που σ’ έκανε να νιώθεις αποστροφή για τα πάρκα της πόλης , οι κηπουροί δεν έδιναν δυάρα για τις αλέες και τα άλση, όλα έδειχναν παρατημένα, διαλυμένα, εγκαταλειμμένα, σαν μη νοιάζονταν κανείς γι’ αυτά, τη νύχτα κοπάδια σκύλων τριγύριζαν μέσα στους θάμνους ψάχνοντας τίποτα φαγώσιμο, οι άνθρωποι φοβούνταν να τα πλησιάσουν.

Είχε καιρό να έρθει στην πόλη, έλειπε χρόνια κι όταν γύρισε του φάνηκε ότι τίποτα δεν ήταν όπως παλιά, ένα βράδυ περνώντας έξω από ένα αστυνομικό τμήμα είδε έναν παλαβό που είχε στηθεί ώρα πολλή μπροστά στο κουβούκλιο του φρουρού μιλώντας ασυνάρτητα και βρίζοντας θεούς και δαίμονες , ο αστυνόμος καθόταν εκεί και τον άκουγε χωρίς να κάνει τίποτα, το περιστατικό του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Όλα έμοιαζαν να έχουν αλλάξει, δεν ήταν όπως τα ήξερε, ο τόπος είχε γεμίσει από τύπους μυστήριους που αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, έμπαιναν μες στα λεωφορεία κι όλοι στριμώχνονταν να τους αποφύγουν, αν κάποιος πήγαινε να πει μια κουβέντα αυτοί οι μυστήριοι άνοιγαν το στόμα τους και τότε δεν ήξερες που να κρυφτείς, ακούγονταν ότι έμπαιναν στις πολυκατοικίες μέρα μεσημέρι και παίρνανε ότι ήθελαν με θράσος απίστευτο. Οι γέροι ειδικά τους φοβόταν περισσότερο, τα βράδια δεν κοιμόταν, κλείδωναν τις εξώπορτες με δεκαοχτώ αντικλείδια κι ύστερα έβλεπαν τηλεόραση ώρες ατέλειωτες με το αυτί τους σ’ επιφυλακή μήπως ακούσουν κάτι ύποπτο.

Πιο επικίνδυνες μέρες ήταν οι αργίες, τότε ανοίγονταν τα περισσότερα διαμερίσματα, όλοι φοβόταν, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, ο κόσμος δεν ήξερε που να κρύψει τα λεφτά του, λέγανε ότι άμα τα έβαζες στη τράπεζα θα σου τα παίρνανε, ότι μπορούσαν να σου αδειάσουν λογαριασμούς, να σου πάρουν χρήματα χωρίς να σε ρωτήσουν, ακόμα και να ανοίξουν θυρίδες εν αγνοία σου ψάχνοντας να δουν αν υπήρχε μέσα κρυμμένο τίποτα πολύτιμο!

Τι είχε συμβεί κι είχαν αλλάξει όλα δε μπορούσε να καταλάβει, τη νύχτα έβγαινε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου του και χάζευε τη θάλασσα των αυτοκινήτων που διέσχιζε το δρόμο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, ασθενοφόρα περνούσαν από κάτω του ουρλιάζοντας κι όλοι έκαναν στην άκρη. Η άνοιξη είχε μπει επιτέλους αν και κάθε τρεις και λίγο συννέφιαζε κι έπιανε να βρέχει σα να μην ήθελε να ξεκουμπιστεί ο καταραμένος ο χειμώνας, ένα βράδυ που ψιχάλιζε μαλακά όλα έγιναν όμορφα ξανά, οι σταγόνες της βροχής που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων γυάλιζαν σα λαμπιόνια χριστουγεννιάτικα, τελικά ίσως δεν ήταν και τόσο άσχημη πόλη…

Μπορεί όλα να του φαίνονταν αλλιώτικα τα κάστρα πάντως στις παρυφές της πόλης τα βρήκε όπως τα είχε αφήσει, εκείνο το σημείο όπου είχε σκαρφαλώσει μικρός το βράδυ της ανάστασης και είχε καρφώσει ένα σωρό πυροτεχνήματα ήταν ακριβώς όπως το θυμόταν! Μόλις είχε πει ο παπάς το ‘’Χριστός ανέστη’’ έτρεξε, σκαρφάλωσε στο τείχος- τότε ήταν ευκίνητος σαν αίλουρος, κι άναψε όλα τα δυναμιτάκια που είχε κρεμάσει στις πολεμίστρες φωτίζοντας όλη την περιοχή μ’ εκρήξεις απανωτές που έφταναν ως τα βάθη του ουρανού, ήταν σα να είχε γίνει μέρα. Δεν είχαν κτιστεί οι πολυκατοικίες τότε κι όλος ο χώρος από την εκκλησία μέχρι τα τείχη ήταν μια αλάνα ανοιχτή, τέτοιο θέμα δεν είχε ξαναγίνει, όλοι έτριβαν τα μάτια τους, τα μικρά κρύβονταν στις αγκαλιές των μανάδων τους κάθε φορά που μια πύρινη δεσμίδα εξακοντίζονταν σα βέλος φλεγόμενο ψηλά στους αιθέρες κι ύστερα βυθίζονταν άλλοτε προς τη μεριά των πολυκατοικιών και των σπιτιών κι άλλοτε προς τη μεριά του δάσους που υπήρχε δίπλα στα κάστρα και έλεγαν ότι το είχε φυτέψει κάποτε κάποιος αυτοκράτορας ….

Τα κάστρα ήταν όπως τα θυμόταν, οι οχτώ πολεμίστρες όπου είχε βάλει τα δυναμιτάκια έχασκαν αγέρωχες, εκεί κοντά είχε χτιστεί μια εκκλησιά τεράστια, θυμόταν προτού φύγει που έριχναν τα θεμέλια. Από την αυλή της έβλεπες κάτω το λιμάνι κι όλες τις κορυφογραμμές πέρα μακριά που στεφάνωναν το τοπίο, σ ένα τσιμεντάκι εκεί στο προαύλιο της εκκλησιάς ένας τεμπέλαρος ξάπλωνε κάθε πρωί όποτε είχε λιακάδα κι αγνάντευε την πόλη που απλώνονταν από κάτω αραχτός. Σ’ ένα άλλο σημείο όπου το τείχος είχε ισοπεδωθεί από τις επιδρομές, τα κανόνια, τους βομβαρδισμούς, τις πολιορκίες, τα χτυπήματα και ποιος ξέρει τι άλλο, σ εκείνο το σημείο των κάστρων είχε σχηματιστεί ένα είδος μονοπατιού επίπεδου. Ένα απόγευμα όπως περπατούσε χαζεύοντας είδε μια νέα γυναίκα με φόρμα κόκκινη να περπατά γρήγορα πάνω σ’ εκείνο το επίπεδο σημείο των τειχών σα να έτρεχε, του φάνηκε περίεργο, τι ζητούσε εκεί πάνω, γιατί έτρεχε, ποιος τη κυνηγούσε, δε φαινόταν με τα καλά της. Περνώντας από κει μια άλλη μέρα την είδε ξανά να στέκεται εκεί πάνω και μετά να κατεβαίνει από κάτι σκαλοπατάκια που είχαν σχηματιστεί στα ερείπια από ανθρώπους που σκαρφάλωναν εκεί πέρα για ένα κάρο λόγους, από τότε την έβλεπε συχνά εκεί πάνω να στέκεται κι απορούσε….

Ένα απόγευμα αποφάσισε να την ακολουθήσει για να δει που θα πάει, δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο εκείνη τη μέρα και ήθελε να σκοτώσει με κάποιον τρόπο την ώρα του. Την είδε να στρίβει σ’ ένα δρομάκι γεμάτο σπίτια παλιά και βίλες κι από κει να βγαίνει απ’ την πόλη και να κατευθύνεται προς το ‘’δάσος του αυτοκράτορα’’. Ήταν σα να είχε μεταφερθεί με κάποιον τρόπο σ’ έναν άλλο κόσμο, σα να έβλεπε κάποια ταινία ή έναν πίνακα, τα άσπρα λουλουδάκια σαν καμπανούλες φύτρωναν παντού μες το χορτάρι και ο καταρράχτης έμοιαζε παραμυθένιος καθώς έριχνε τα νερά του ψηλά από ένα ρέμα που το περιστοίχιζαν περικοκλάδες κι αναρριχώμενα.

Προχώρησε προς το νερό που έπεφτε από ψηλά προσέχοντας μη πατήσει τις μικρές καμπανούλες που ήταν γεμάτες δροσοσταλίδες διάφανες, όσο πλησίαζε ένιωθε άπειρες σταγόνες να βρέχουν το πρόσωπο του, το θέαμα όλων εκείνων των δέντρων και των λουλουδιών τον έκαναν να ξεχνά γιατί είχε έρθει και τι γύρευε εκεί πέρα. Είχε πλησιάσει πολύ και μπορούσε να δει τις νεροσυρμές που έτρεχαν πάνω σε τεράστιες πέτρες από βασάλτη, μια πέτρα απ’ αυτές τις ηφαιστειακές εξείχε μέχρι έξω πολύ και μπορούσε να δεις μια σειρά από ίχνη σαν πέλματα ανθρώπινα που είχαν σχηματιστεί σαν κάποιος να είχε περπατήσει πάνω της ενώ ήταν ακόμα ζεστή . Καθώς ήταν πολύ κοντά παρατήρησε ότι πίσω από τον καταρράκτη σχηματίζονταν ένα κενό, τι να υπήρχε εκεί πέρα άραγε, έσκυψε στο πλάι από το άνοιγμα, πέρασε πίσω απ’ το νερό και κοίταξε από τη μέσα μεριά του καταρράκτη, από κείνη την οπτική γωνία οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζαν να παραμορφώνονται μέσα από το υδάτινο πρίσμα αναδείχνοντας όλα τα χρώματα τους το μενεξελί, το κίτρινο, το λευκό, ένιωσε σαν να περνούσε σε άλλη διάσταση.

Είχε ξεχάσει γιατί είχε έρθει εκεί πέρα κι ούτε που τον ένοιαζε, ήθελε απλά λίγο ακόμα να χαρεί αυτό το εξαίσιο το μέρος, κάθισε σ’ εκείνη τη πέτρα με το χνάρια από τα ανθρώπινα πέλματα κι αισθάνθηκε το μυαλό του να αδειάζει απ’ ότι υπήρχε εκεί μέσα, ήταν μια κατάσταση μαγική μεθυστική απίστευτη, η καρδιά του αναπαύτηκε, έχασε την αίσθηση του χρόνου κι έτσι δεν κατάλαβε ότι είχε περάσει η ώρα και πήρε να βραδιάζει, δοκίμασε να βρει το δρόμο απ’ όπου είχε έρθει μα δε μπορούσε, δεν ήχε κανένα σημείο να προσανατολιστεί, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν και τόσο τρομερό να περάσει μια βραδιά εκεί πέρα.

Στην αρχή ήταν καλά αλλά όσο σκοτείνιαζε η νύχτα γίνονταν απειλητική, έκανε κρύο, ο μοναδικός ήχος που άκουγε ήταν το πλατάγισμα του νερού πάνω στους βράχους, δεν έβλεπε ούτε φεγγάρι ούτε άστρα ούτε κανένα φως, μόνο κάποια στιγμή που άνοιγαν τα σύννεφα έβλεπε για λίγο μια δέσμη από άστρα που έμοιαζε με μαχαίρι.


Την άλλη μέρα καθώς τραγουδούσαν οι κορυδαλλοί του λιβαδιού τον βρήκε μέσα σε μια λόχμη μια ομάδα από περιπατητές που είχαν βγει εκδρομή ανάμεσα τους κι εκείνη η γυναίκα με την κόκκινη φόρμα, το μέρος όπου είχε κοιμηθεί ήταν γνωστό ως ‘’Το χνάρι του χιονοκυνηγού’’ από κείνο το σημάδι πάνω στο βράχο. Όταν του μίλησαν απάντησε με κάτι λόγια που δεν καταλάβαιναν, μιλούσε για κάποιο ζώο σα ζαρκάδι άσπρο που είχε έρθει τη νύχτα και κοιμήθηκε εκεί κοντά του δίχως να τον φοβάται όμως δεν υπήρχε περίπτωση κανείς να τον πιστέψει, όπου κι αν το έλεγε όλοι κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά κι ύστερα φεύγανε. Μετά απ αυτό κλείστηκε στον εαυτό του, δεν ήθελε να δει κανένα, , όσο κι αν το ήθελε οι συγγενείς του δεν τον άφηναν να πάει ξανά στο δάσος, του πήρε καιρό πολύ να συνέλθει.       

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ

Δεν την είχε προσέξει μέχρι τότε αλλά ένα βράδυ που έψαχνε απελπισμένα για πάρκινγκ στα στενά γύρω απ’ τη γειτονιά του την είδε, ήταν μια παλιά μονοκατοικία που έχασκε μόνη της στη μέση μιας αλάνας, σε κάθε της γωνιά δέντρα πανύψηλα τυλιγμένα στον κισσό υψώνονταν, έμοιαζε με σπιτάκι στο κέντρο κάποιου δάσους σκοτεινού σαν αυτά που περιγράφονται στα παραμύθια απ’ τον βορρά, σαν εκείνο το σπιτάκι όπου κλείστηκαν ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ , μόνο που αυτό δεν ήταν σοκολατένιο. Είχε περάσει από κει άπειρες φορές κι όμως ποτέ δεν του έιχε κινήσει το ενδιαφέρον τώρα όμως καθώς σουρούπωνε άλλαζε όψη όπως όλα τα πράγματα όταν πέφτει η νύχτα, έδειχνε αλλόκοτο, κάπως τρομαχτικό, κάτι μάρμαρα άσπρα αρχαία βρίσκονταν στοιβαγμένα στα δεξιά του και μπροστά στην είσοδο ένα κυπαρίσσι βαθυπράσινο ύψωνε τον συμπαγή του όγκο προς τα πάνω, στάθηκε εκεί λίγη ώρα και το χάζευε…

Είχε βγει ν’ αγοράσει μερικά πράγματα, στο διανυκτερεύων φαρμακείο όπου ζήτησε ένα σιροπάκι για το βήχα κάποιος με άσπρη ποδιά εμφανίστηκε πίσω από ένα σιδερένιο πλέγμα, του έφερε ένα κουτάκι και μετά βιάστηκε να χαθεί στο βάθος. Στις γωνιές των δρόμων ζητιάνοι κι άστεγοι με σκισμένα παλτά προσπαθούσαν να σκεπάσουν τα παγωμένα σώματα τους, ένας τύπος προσπαθούσε να λυγίσει ένα τεράστιο σιδερένιο εξάρτημα για να το βάλει στο καρότσι του, σ ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου άνθρωποι με φόρμες έτρεχαν κάτω από αναμμένους προβολείς. Στις διαβάσεις τα φανάρια άλλαζαν αέναα από πορτοκαλιά σε πράσινα, κάποιος από απέναντι του έκανε σινιάλο να περάσει δίνοντας του προτεραιότητα, πίσω απ’ τις βιτρίνες των καταστημάτων οι κούκλες σάλευαν αδιόρατα. Στο σούπερ μάρκετ τα ψυγεία βούιζαν αδιάκοπα, γυναίκες πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους ψάχνοντας στα ράφια και στους πάγκους, η ατμόσφαιρα έξω μύριζε κρύο και υγρασία, η Άνοιξη αργούσε ακόμα...

Άφησε το αμάξι του κάπου κοντά σ’ εκείνο το σπιτάκι το στοιχειωμένο, βιαζόταν να πάει για ύπνο, δεν κλείδωσε, πάντα έτσι άφηνε το αυτοκίνητο και ποτέ δεν τον είχαν κλέψει. Στο σπίτι του έκανε κρύο διαβολεμένο, ο χειμώνας τελείωνε όμως η άνοιξη δεν έλεγε να φανεί στον ορίζοντα, τέτοια εποχή την προηγούμενη χρονιά οι αμυγδαλιές, οι σιντόνιες και κάτι άλλα δεντράκια ήταν κιόλας γεμάτα λουλούδια ψιλούτσικα, φέτος ούτε δείγμα δεν έβρισκες, τι ήταν αυτό το πράγμα, ο χειμώνας δεν έλεγε να περάσει με τίποτα, οι αλκυονίδες είχαν καθυστερήσει, όταν εμφανίζονταν ο ήλιος οι άνθρωποι σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή έβγαιναν να μαζέψουν όση ζέστη μπορούσαν.
Από κείνο το βράδυ εκείνο το σπιτάκι που έμοιαζε στοιχειωμένο γύριζε συνέχεια στο μυαλό του, περνούσε ταχτικά να το δει, φαινόταν ακατοίκητο, πώς να ήταν άραγε από μέσα, σε τι κατάσταση βρίσκονταν, έδειχνε πάντως γερή κατασκευή. Για κάποιο λόγο τον τραβούσε, ήθελε να μάθει λεπτομέρειες γι’ αυτό, άραγε θα μπορούσε να το νοικιάσει, πόσα να ζητούσαν, αν μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί πέρα θα ήταν τζάμι, θα γλύτωνε ένα σωρό έξοδα, κοινόχρηστα, ασανσέρ, πετρέλαια, ένα κάρο βλακείες!. Θα ξεφορτώνονταν και τον σπιτονοικοκύρη του που του είχε γίνει τσιμπούρι, του χρωστούσε βέβαια τα νοίκια ενός χρόνου αλλά αυτό το είχε σαν αρχή, απ’ όποιο σπίτι περνούσε έπρεπε ν’ αφήνει κάποιο χρέος, σηκωνόταν κι έφευγε αφήνοντας πίσω τα πράγματα του κι άντε να τον βρεις, πρέπει να το είχε κάνει καμιά δεκαριά φορές αυτό το πράγμα. Και δεν ήταν μόνο οι νοικάρηδες του που χρωστούσε, όλη την αγορά είχε φεσώσει, δεν υπήρχε προμηθευτής να μη τον κυνηγά, τον φώναζαν Ρασπούτιν γιατί θύμιζε τον Ρώσο καλόγερο μ’ εκείνη τη γενειάδα και το τρελό βλέμμα , δεν σε κοιτούσε ποτέ ευθεία κι αυτό λένε ότι είναι ύποπτο, ακούγονταν ότι πατέρας του ήταν παπάς αυτός όμως ποτέ δεν το παραδέχονταν…

Βέβαια έτσι όπως τα είχε καταφέρει δεν θα τη γλύτωνε στο τέλος, από κάπου θα τον έπιαναν γι αυτό είχε πάντα το νου του, δεν χαλάρωνε ποτέ, όλα του φαινόταν ύποπτα, στα γραφεία των δικηγόρων όπου πήγαινε όταν είχε κάνα δικαστήριο επικίνδυνο παρακολουθούσε πάντα στους τοίχους τα σχέδια διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς, προσπαθούσε να καταλάβει πως θα το έσκαγε ακολουθώντας σκαλοπάτια και μπαλκόνια και διαδρόμους κρυφούς. Τελευταία είχε στριμωχτεί πολύ, οι δουλειές δε πήγαιναν καλά, αν κατάφερνε να εγκατασταθεί στο σπιτάκι εκείνο το στοιχειωμένο μια χαρά θα ήταν, ζέστη το χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι, οι παλιοί ήξεραν πως να χτίζουν, κι αν χρειαζόταν τίποτα επισκευές θα έβρισκε κάναν Αλβανό να του δουλέψει τζάμπα για να το σουλουπώσει, θα μπορούσε έτσι να κάνει κι ένα σωρό παζάρια με τον ιδιοκτήτη, καλά σ’ αυτά δε παίζονταν !

Ένα πρωί αποφάσισε να πάει να βρει τον ιδιοκτήτη, δεν ήταν σίγουρος αν κατοικούνταν αλλά αποβραδίς είχε δει φως οπότε κάποιος θα έμενε εκεί μέσα, τη μέρα δεν έδειχνε και τόσο τρομαχτικό, μόνο τα ψηλά δέντρα πάνω στα οποία ο κισσός είχε τυλιχτεί σα φίδι έστεκαν απειλητικά. Δίστασε μια στιγμή, έπειτα πλησίασε και χτύπησε την πόρτα, περίμενε λίγη ώρα, δεν απαντούσε κανείς, ετοιμάζονταν να φεύγει όταν αργά- αργά η θύρα άνοιξε τρίζοντας κι ένας γεράκος εμφανίστηκε στην είσοδο λέγοντας του να περάσει. Όπως διέσχιζε το μικρό χωλάκι σκεφτόταν ότι τον γέρο τον είχε του χεριού του, θα του πουλούσε έναν πρόλογο σούπερ, θα τον ζάλιζε στο μπλα μπλα, θα έκλεινε τη δουλειά στο φτερό. Ο παππούς προχώρησε μερικά βήματα προς ένα δωμάτιο που έμοιαζε να είναι σε καλή κατάσταση, σίγουρα κάποια γυναίκα είχε περάσει από κει πρόσφατα, και κάθισε σε μια πολυθρόνα μπροστά από ένα παράθυρο. Εκείνη την ώρα ο ήλιος βρίσκονταν ακριβώς πίσω απ’ τις κουρτίνες κι οι ακτίνες του έμοιαζαν να λούζουν τον γέρο μ’ ένα πράγμα σα φωτοστέφανο, ο Ρασπούτιν χώθηκε σ’ έναν καναπέ και τον παρατηρούσε όπως μιλούσε σιγανά με τον ήλιο να τον έχει τυλίξει σ’ ένα φως περίεργο. Δεν είχε αντίρρηση να νοικιάσει το σπίτι, θα μπορούσαν να πιάσουν και μια σειρά από δουλειές στο νοίκι, ο ένας τοίχος είχε αρχίσει να γέρνει και υποστηρίζονταν με κάτι δοκάρια μεταλλικά, ο Ρασπούτιν γελούσε από μέσα του, καλά ο γέρος φαινόταν πολύ ηλίθιος κι αν περίμενε να πάρει φράγκο απ’ αυτόν ήταν πολύ γελασμένος, θα του άνοιγε μια δουλειά εκεί πέρα ατελείωτη, θα το τραβούσε με τις επισκευές όσο μπορούσε και τελικά θα τον παρατούσε το γέρο σύξυλο όπως είχε κάνει άπειρες φορές. Κουβέντιασαν λίγη ώρα για τις λεπτομέρειες, είχαν σχεδόν συμφωνήσει όταν ο γέρος σηκώθηκε με τον ήλιο να τον φωτίζει πάντα γεγονός που είχε αρχίζει να εκνευρίζει τον άλλον, και του έθεσε έναν όρο περίεργο, μπορούσε να χρησιμοποιήσει όλο το σπίτι εκτός από ένα δωμάτιο, εκεί πέρα απαγορεύονταν να μπει, έπρεπε να παραμείνει σφραγισμένο, θα έμενε κλειστό οπωσδήποτε.

Του εξήγησε ότι σ’ αυτό το δωμάτιο είχε σκοτωθεί ο αδερφός του, όταν έφευγαν οι Γερμανοί στην κατοχή ανατίναζαν τα πάντα, το σπίτι τους το είχαν επιτάξει κι έμενε μαζί τους ένας αξιωματικός, στο υπόγειο είχαν μαζέψει ένα κάρο πολεμοφόδια, βλήματα, όλμους, πολυβόλα, σφαίρες, ρουκέτες. Μια μέρα εκεί που καθόταν αυτός με τον αδερφό του ακούστηκε ένας κρότος φοβερός κι ένα κομμάτι σίδερο βγήκε από το υπόγειο και κάρφωσε τον αδερφό του στην κοιλιά, πέθανε επί τόπου, από τότε η μάνα του είχε κρατήσει την κάμαρα κλειστή σε ένδειξη πένθους για το παιδί της κι έτσι το είχαν διατηρήσει όλα τα χρόνια αργότερα.

Ο Ρασπούτιν δεν είχε αντίρρηση, συμφώνησε στα γρήγορα επειδή ήθελε να ξεμπερδεύει με τον γέρο- βλαμμένο, όμως από κείνη τη στιγμή η περιέργεια τον έτρωγε, είχε λυσσάξει, θα έσκαγε! Ήταν σίγουρος ότι άλλος ήταν ο σκοπός του παππού, δεν τον είχε πιστέψει ούτε μια στιγμή, κάτι κρύβονταν εκεί πέρα, μπορεί να ήταν λίρες, λεφτά, κοσμήματα, κάτι στο διάβολο που ν’ αξίζει δε μπορούσε να τ αφήσει έτσι δίχως να το ψάξει, έπρεπε να μπει απαξάπαντος σ εκείνο το δωμάτιο αλλιώς θ’ αρρώσταινε. Το άλλο βράδυ με το που πήρε τα κλειδιά η πρώτη το δουλειά ήταν να πάει κατευθείαν να δει τι στο δαίμονα υπήρχε.

Τη νύχτα το σπιτάκι έδειχνε διαφορετικό, έμοιαζε μ εκείνη τη φορά που το είχε πρωτοδεί, θύμιζε κάτι από παραμύθια και ταινίες τρόμου με ζόμπι και ξωτικά και τέρατα της κόλασης που εκτυλίσσονται σε δάση βαθύσκιωτα. Τώρα μάλιστα που ήξερε ότι κάποιο παιδί είχε πεθάνει εκεί μέσα το πράγμα έδειχνε ακόμα πιο αλλόκοτο, φοβόταν, δίσταζε αλλά η περιέργεια του και κάποιου είδους διαστροφική ικανοποίηση που δίνει η αίσθηση ότι καταπατάς κάτι ιερό κι απόκρυφο τον έσπρωχναν να συνεχίσει. Μπήκε στο σπιτάκι με μια μικρή ανατριχίλα να τον διαπερνά, και πήγε προς την κάμαρα, γύρισε το πόμολο αλλά η πόρτα δεν άνοιγε, δοκίμασε όλα τα κλειδιά που του έδωσε ο γέρος αλλά δε γινόταν τίποτα, πήγε στο αμάξι κι έφερε ένα κατσαβίδι, τελικά δεν ήταν δύσκολο. Στο σκοτάδι δεν μπορούσε να βρει πουθενά τον διακόπτη, άνοιξε το κινητό του να φωτίσει λίγο όταν ένιωσε κάτι να τον ακουμπά στην πλάτη και τινάχτηκε μέχρι το ταβάνι, τελικά ήταν ένα πολύφωτο που κατέβαινε μέχρι χαμηλά. Όλα έδειχναν ταχτοποιημένα, τα σανίδια έμοιαζαν γυαλιστερά σαν κάποιος να έμπαινε ταχτικά και να τα λουστράριζε, τίποτα ασυνήθιστο δεν μπορούσε να διακρίνει, το μόνο που τραβούσε την προσοχή ήταν ένα καγκελάκι ξύλινο σε μια γωνιά που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί υπήρχε, το ψηλάφησε και τότε κατάλαβε ότι υπήρχε μια σκάλα που κατέβαινε προς τα κάτω τώρα, τα νεύρα του ήταν τεντωμένα, ήταν σίγουρος ότι κάτι κρύβονταν εκεί πέρα και ρε φίλε να δεις που ο γέρος ο βλαμμένος ήθελε να το κρατήσει μυστικό, γι αυτό είχε αραδιάσει όλες εκείνες τι αηδίες για το πεθαμένο αδερφάκι του, καλά τον είχε καταλάβει απ’ την πρώτη στιγμή.

Τα μάτια του άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι, στο υπόγειο υπήρχαν αράχνες παντού, όταν φώτισε με το κινητό το πάτωμα διέκρινε μια σειρά αποτυπωμάτων από παπούτσια μικρούτσικα πάνω στο τσιμέντο που ήταν νωπό κάποτε, γυρίζοντας το βλέμμα του φάνηκε ότι είδε ένα μικρό φωτάκι σε μια μεριά και στράφηκε προς τα κει. Το φωτάκι ήταν μια μικρή λάμπα σα καντήλι ηλεκτρικό που έφεγγε μπροστά σ’ ένα τετράγωνο πλαίσιο όμοιο με εικονοστάσι, στο κάτω μέρος του ξύλινου πλαισίου υπήρχε ένα συρταράκι, το έσυρε, μέσα είχε κάτι χαρτιά κιτρινισμένα, δυο στεφάνια από κάποιον γάμο και μερικές φωτογραφίες, παλιές αλλά πολύ καθαρές που εικόνιζαν ένα παιδάκι.

Περίμενε κάτι καλύτερο, πέταξε εκείνα τα άχρηστα χαρτιά, τα στεφάνια και τις φωτογραφίες, δεν έβρισκε τίποτα, είχε αρχίσει να τρελαίνεται, τελικά τράβηξε ολόκληρο το συρτάρι και είδε ότι από πίσω υπήρχε κάτι, το τράβηξε αλλά εκείνο αντιστέκονταν, έχωσε το κινητό στο κενό που είχε σχηματιστεί και είδε ότι ήταν κάτι σαν αγαλματάκι αρχαίο, μπρούτζινο που απεικόνιζε κάποιον αρχαίο ποιητή ή κάτι τετοιο. Δεν ενθουσιάστηκε όμως όπως το είδε καλύτερα πρόσεξε ότι ο ένας μηρός του γυάλιζε ασυνήθιστα, ήταν σίγουρος ότι ήταν φτιαγμένος από χρυσό, κάπου είχε διαβάσει έναν μύθο για τον Πυθαγόρα τον φιλόσοφο πως είχε το ένα πόδι του μαλαματένιο σημάδι της καταγωγής του από τον θεό ήλιο, με κάποιον τρόπο το είχαν σφηνώσει εκεί και δεν ξεκολλούσε με τίποτα.

Έβαλε όλη τη δύναμη του βρίζοντας εκείνο τον γέρο που του το είχε κρύψει, αν χρειαζόταν θα έσκαβε ολόκληρο τον τοίχο που βρίσκονταν από πίσω του, σε μια στιγμή το ένιωσε να αποσπάται κάπως, λίγο ακόμα ήθελε, επιτέλους το είχε, ήταν έτοιμος να ουρλιάξει από χαρά όταν ένας θόρυβος απίστευτος του βούλωσε τ’ αυτιά, μια λάμψη πορτοκαλιά πρόλαβε να δει μονάχα…

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΡΤΙΖΟΝΗ

Στη μέση του κτήματος πάνω σ’ έναν λόφο, ένα κτήριο σαν παλάτι ξεχώριζε, γύρω –γύρω στις πλαγιές αμπέλια απλώνονταν και το περιστοίχιζαν, από το λόφο ψηλά μπορούσες να δεις τη θάλασσα στο βάθος όπου κοπάδια από θαλασσοπούλια προσγειώνονταν το νερό πλαταγίζοντας τις φτερούγες τους.

Το κτήμα βρίσκονταν στους πρόποδες ενός βουνού μ’ ασπρισμένες κορυφές κάπου προς τα σύνορα. Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς, οι πορτοκαλιές, οι λεμονιές κι ένα σωρό άλλα φυτά ξεράθηκαν σα να είχαν καεί από ένα κύμα φωτιάς που τις είχε σαρώσει, τα κλήματα άντεχαν και δε βιάζονταν να μπουμπουκιάσουν. Όταν άρχισε να μαλακώνει ο καιρός τα χιόνια έπιασαν να λιώνουν και τ’ αμπέλια γέμισαν με τόση λάσπη που δε μπορούσες να σταθείς, όλο το πόδι σου βυθίζονταν στο βούρκο. Όταν άρχισαν τα κλαδέματα οι εργάτες που δούλευαν στο αγρόκτημα υπέφεραν, ήταν απίστευτα δύσκολο να κάνεις τη δουλειά σου μέσα σ’ εκείνο το βούρκο.
Κανείς δεν ήξερε τους ιδιοκτήτες, ακούγονταν ότι ήταν κάτι καλόγεροι που έκαναν επιχειρήσεις κι έπαιρναν επιδοτήσεις αβέρτα, αυτοί είχαν βρει και το συνεργείο, τα τέσσερα άτομα που έπρεπε να κλαδέψουν όλο εκείνο το αχανές κτήμα, ένας Αλβανός κάπως ηλικιωμένος, ένας μαυριδερός απροσδιόριστης καταγωγής και δυο Έλληνες, ο ένας απ’ αυτούς κάπως σκοτεινός με τρομερή δύναμη, δε κουράζονταν ποτέ, οι μυς του ήταν σαν κούτσουρα, αν σ’ έσφιγγε μπορούσε να σε πεθάνει. Το πρωί προτού μπούνε μέσα στο χωράφι καθόταν και χάζευαν το αρχοντικό πάνω στο λόφο που έμοιαζε με παλιό μοναστήρι, μετά έπρεπε να χωθούν μες τη λάσπη βαστώντας το αεοψάλιδο που χρειάζονταν μεγάλη προσοχή μη σου πάρει κάνα δάχτυλο, ύστερα έκοβαν κληματόβεργες ώσπου να δύσει ο ήλιος. Όλα έπρεπε να γίνουν σωστά, σε κάθε κλαδί άφηναν τόσα μάτια ώστε να μπορεί να ταϊστεί το σταφύλι που θα γέμιζε χυμούς το καλοκαίρι, έπρεπε ακόμα να κόψουν τα ξερά και άχρηστα βλαστάρια, να προσέχουν μη τυχόν υπάρχουν άρρωστα, να καθαρίσουν το ξύλο μέχρι να βγει το υγιές μέρος του, να δώσουν τέλος σχήμα στα νεαρά αφήνοντας μερικές αμολητές βέργες, ήθελε τέχνη όλο αυτό.

Υποτίθεται ότι το κτήμα θα τους παρείχε τροφή αλλά εκεί πέρα είχαν ένα σύστημα μυστήριο, έμοιαζε με καλογερικό, όλη την ώρα τρώγανε όσπρια και τέτοια αλάδωτα κιόλας που ήταν μια αηδία, όταν πεινούσαν πολύ κι ήθελαν κάτι να τους χορτάσει έπρεπε να τη βγάλουν μ’ εκείνα τα νεροζούμια, κρέας δεν είχανε δει ποτέ, όλο νηστεία, είχαν σιχαθεί! Ακούγονταν ιστορίες ότι μέσα στο κτήριο οι παπάδες τρωγόπιναν καλά όμως κανείς δεν επιτρέπονταν να μπει στα ενδότερα, απαγορεύονταν αυστηρά, κατά καιρούς μόνο κάτι τύποι κουστουμαρισμένοι έμπαιναν κι έβγαιναν παρέα με του καλόγερους που έμοιαζαν να έχουν άνεση μαζί τους. Και σα να μην έφτανε η δίαιτα μια ομίχλη κρύα κατέβαινε συνέχεια από το βουνό που σάπιζε τα κόκαλα, τις μέρες εκείνες δεν δούλευαν καθόλου, οι καλόγεροι που ήταν πολύ προσεχτικοί λέγανε ότι το κλάδεμα με υγρασία κάνει κακό στο αμπέλι και περίμεναν μέχρι να ξαναβγεί ο ήλιος. Κάθε φορά που είχε ομίχλη δεν ήξεραν τι να κάνουν σ εκείνη την ερημιά, δεν υπήρχε τίποτα να περάσεις την ώρα σου, η μόνη λύση ήταν ένα καφενείο στο κοντινό χωριό όπου είχε τηλεόραση καλωδιακή, εκεί έβλεπαν άλλοτε μπάσκετ κι άλλοτε ντοκιμαντέρ με ζώα, κοπάδια γκρίζων λύκων να κυνηγούν ελάφια που έτρεχαν σε κοιλάδες δίπλα σε ποτάμια, βούβαλους να σκάβουν το χιόνι για να βρουν λίγο χορταράκι, καθόταν εκεί και παρακολουθούσαν μια το μπάσκετ μια τα ζώα κι έτσι περνούσε η ώρα κάπως ευχάριστα...

Είχαν κάπου μια βδομάδα τώρα που δούλευαν και δεν είχαν προχωρήσει καθόλου εξαιτίας της λάσπης, οι καλόγεροι γκρίνιαζαν, είχαν αρχίσει να τα παίζουν όλοι εκτός από κείνον τον χεροδύναμο που έμοιαζε με βούβαλο και δεν είχε πρόβλημα. Ο γηραλέος Αλβανός είχε αποφασίσει να φύγει, μέρες τώρα ήταν άρρωστος, οι καλόγεροι που τον εμπιστεύονταν γιατί ήταν ο πιο έμπειρος κουβάλησαν έναν γιατρό που τον πλάκωσε στις κορτιζόνες αλλά θα του έπαιρνε μέρες να συνέλθει . Οι τρεις εναπομείναντες ήταν αδύνατο να τελειώσουν όλα τα χωράφια μόνοι τους, δεν ήξεραν τι θα γίνονταν όταν ακούστηκε ότι θα έρχονταν κάποιος καινούριος για ενίσχυση, όλοι είχαν περιέργεια να δουν ποιος θα ήταν, μέσα στη βαρεμάρα που ένιωθαν μια αλλαγή ήταν ευπρόσδεκτη, όταν θα έφτανε ο καινούριος θα τον σάπιζαν, θα τον έχωναν κανονικά, ήταν η αλλαγή τους όπως στο στρατό. Ένα βράδυ όπως γύριζαν στο υπόστεγο όπου κοιμόταν είδαν κάποιον να τους περιμένει, του έριξαν μια ματιά ερευνητική, ΄΄ Ποιον διάβολο μας έστειλαν!’’ , ο Έλληνας όμως, όχι ο βούβαλος, ο άλλος, όταν τον είδε του έπεσε απ’ τα χέρια το μπουκαλάκι με το νερό που κρατούσε.

Γιατί ρε φίλε, αν έχεις το θεό σου, απ’ όλους τους ανθρώπους του κόσμου ποιος νομίζεις ότι ήρθε να δουλέψει μαζί τους σ εκείνο το κτήμα κοντά στα βουνά των συνόρων με την ατέλειωτη λασπουριά, ποιον νομίζεις ότι είχαν διαλέξει οι καλόγεροι, αυτός που ήρθε ήταν ο μικρός αδερφός του με τον οποίο είχαν χρόνια να μιλήσουν από τότε που ο μικρός έκανε εκείνη τη μαμουνιά κι έφαγε όλη την περιουσία του πατέρα τους βάζοντας τον να υπογράψει ενώ ο γέρος ήταν ετοιμοθάνατος. Αυτό το λαμόγιο είχε έρθει εκεί πέρα μαθαίνοντας ποιος ξέρει από που ότι υπήρχε δουλειά και τώρα έπρεπε να τον έχει μαζί του, ήθελε να τον σκοτώσει, δεν ήξερε τι να κάνει, πως να φερθεί, όταν είχε κάνει εκείνη τη δουλειά με τον πατέρα τους είχανε πιαστεί και στα χέρια, υπήρχε μια εποχή που τον μισούσε και σκεφτόταν να του κάνει κάποια ζημιά να τον εκδικηθεί, να βγάλει το άχτι του!

Νάτος λοιπόν ο μικρός σ εκείνο το μοναστήρι στην ερημιά με τα χιόνια που έλιωναν, νόμιζε ότι μετά από τόσο καιρό θα του είχε φύγει το μένος όμως με το που τον είδε σα να ξύπνησε μέσα του η οργή, που στο διάβολο τον είχε ανακαλύψει και είχε έρθει εκεί πέρα, δε μπορεί να ήταν σύμπτωση ποιος του το είχε πει, γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο! Εκείνο το μικρό το αδερφάκι του που το είχε μεγαλώσει από μια σταλιά, εκείνο το τσογλάνι που το είχε ξελασπώσει ένα κάρο φορές από ένα σωρό προβλήματα, εκείνο το καταραμένο που αποδείχτηκε ένα φίδι και μισό, ε όχι ρε φίλε, τώρα που το είχε πετύχει θα του τα έχωνε χοντρά για όλες τις λαμογιές του, θα το έσκιζε, ευκαιρία ήτανε, αν χρειαζόταν θα τον πλάκωνε και στο ξύλο ! Βέβαια αν γινόταν κάτι τέτοιο και το μαθαίνανε οι καλόγεροι θα τους έδιωχναν κακήν κακώς από κει κι αυτός τα χρειαζόμουν τα καταραμένα τα λεφτά τους, τι θα έκανε ;

Καθόταν τα βράδια κι έσπαζε το κεφάλι του, πως στο διάολο είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, γιατί να τυχαίνουν όλα σ αυτόν, πως έπρεπε να το χειριστεί όλο αυτό ; Την Κυριακή που είχαν ρεπό δεν πήγε στο καφενείο, τράβηξε κατά το βουνό να σκεφτεί, είχε ανακαλύψει μια διαδρομή ωραία που ακολουθούσε ένα μονοπάτι όπου το χιόνι δεν είχε λιώσει ακόμα, σ’ εκείνο το μέρος ζούσαν ένα κάρο πουλιά περίεργα, πήγαινε σ’ ένα ρέμα και σκόρπιζε ψίχουλα, έπειτα καθόταν κρυμμένος παρακολουθώντας ένα σωρό πτηνά που έρχονταν να φάνε, μερικά ήταν πολύ όμορφα ρε φίλε, κόκκινα με λοφία σαν καρδινάλιοι, μαύρα με ράμφη κιτρινωπά κι άλλα με βούλες και κοιλιές χρωματιστές τόσο πολύ του άρεσε το θέαμα εκείνων των πουλιών που ξεχνιόταν για ώρες, μερικές φορές έβγαζε και φωτογραφίες με το κινητό του.

Σκόρπισε ψίχουλα και σπόρια στο χώμα κοντά στο ρέμα και τραβήχτηκε πίσω από έναν βράχο περιμένοντας, όλη την ώρα σκεφτόταν τι θα έκανε έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, αν ακολουθούσε το θυμό του θα έκανε καμιά βλακεία πάλι και θα το μετάνιωνε, έτσι την είχε πατήσει και με τη γυναίκα του όταν χώρισαν και του πήρε το παιδί , έπρεπε να είναι προσεχτικός, να συγκρατηθεί, να φερθεί έξυπνα. Όπως δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ ένιωσε τα βλέφαρα του να χαμηλώνουν, έκλεισε για λίγο τα μάτια απολαμβάνοντας την ησυχία, όμως σε λίγο τα πουλιά άρχισαν να εμφανίζονται σα να τον παρακολουθούσαν από κάπου, σα να τον θυμόντουσαν, σα να τον περίμεναν όλα εκείνα τα υπέροχα χρωματιστά πετεινά του ουρανού που κατέβαιναν απ’ όλες τις μεριές να φάνε, με το που τα είδε χάρηκε τόσο πολύ που τα ξέχασε όλα, και τον αδερφό του, και τις κληρονομιές, και τις λαμογιές, και το καταραμένο κτήμα με τις λάσπες του.

Τα πουλιά τσιμπολογούσαν και χόρευαν και χοροπηδούσαν σα να είχαν ανακαλύψει κάποιον θησαυρό απ’ το πουθενά, έβγαλε προσεχτικά το κινητό να τραβήξει μια φωτογραφία, καλά όταν την έδειχνε στο γιό του ο μικρός θα τρελαίνονταν, έψαχνε τις ρυθμίσεις και εστίασε αλλά στην οθόνη μαζί με τα πουλιά διέκρινε να κινείται μέσα από τις φυλλωσιές ένα πράγμα σα γάτα μεγάλη με τρίχωμα παχύ. Στην αρχή τρόμαξε, δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο, υποτίθεται ότι δεν υπάρχουν αγριόγατες στη Ελλάδα αλλά αυτή μπορεί να είχε περάσει τα σύνορα με τις παγωνιές του χειμώνα, μπορεί να είχε έρθει από το βορρά περπατώντας μέρες και νύχτες, με τέτοια γούνα παχιά που να το περάσει κρύο, τα ζώα όπως ξέρεις δεν γνωρίζουν όρια, κινούνται κατά κει που υπάρχει τροφή περιπλανώμενα. Ήταν πολύ όμορφο εκείνο το γκρίζο γατί ρε φίλε, αθόρυβο και γρήγορο, στην οθόνη του κινητού που ήταν εξαιρετικό και το είχε πάρει πρόσφατα ήταν όλα τόσο καθαρά που έμοιαζαν εξωπραγματικά, οι βούλες τα μουστάκια, τα μάτια, έμοιαζε φοβερά με μεγάλη γάτα σπιτικιά, παραμόνευε αρκετή ώρα υπομονετικά και μετά συσπειρώθηκε και τινάχτηκε με απίστευτη χάρη αρπάζοντας ένα πουλάκι απρόσεχτο, μια χαψιά το έκανε ενώ τα υπόλοιπα έσπευσαν να εξαφανιστούν πανικόβλητα.

Περίμενε μερικά λεπτά μέχρι το άγριο γατί να εξαφανιστεί αργά μέσα στο χιονισμένο μονοπάτι και μετά σηκώθηκε, αν είχε τραβήξει καλά τη σκηνή πρέπει να ήταν τρομερή, ανυπομονούσε να γυρίσει στο υποστατικό να τη δει με την ησυχία του.

Εκείνο το βράδυ τον έπιασε πυρετός, καιγόταν ολόκληρος, ο Αλβανός σίγουρα τον είχε κολλήσει, οι καλόγεροι έφεραν πάλι εκείνο τον γιατρό που χορηγούσε αντιβιώσεις και κορτιζόνες σα να ήταν καραμέλες, τον ακροάστηκε στη ράχη και του έγραψε κάτι φάρμακα ανάμεσα τους κι ένα λάδι ευκαλύπτου που τον μπούκωνε και του έκοβε την αναπνοή.

Τις επόμενες μέρες δε μπορούσε να σηκωθεί απ΄ το κρεβάτι του, κάποια στιγμή τον έπιασε παραλήρημα μάλλον από την κορτιζόνη, ένιωθε ότι άλλοτε κατέβαινε με ασανσέρ μέχρι τον πάτο της γης κι άλλοτε ανέβαινε στην επιφάνεια, μια φορά μες την ζαλάδα του νόμιζε ότι είδε κάποιον να ψάχνει τα πράγματα του και να του παίρνει το κινητό αλλά μπορεί να ήταν και όνειρο...

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

XAOΣ

Χιόνι πυκνό έπεφτε το πρωί που βγήκε απ’ το σπίτι, χοντρές νιφάδες στοιβάζονταν στο τζάμι του αυτοκινήτου του, δεν είχε ξημερώσει ακόμα, σε κάποια στάση μια γυναίκα περίμενε μόνη το αστικό, ο σκούφος της πρέπει να είχε μαζέψει ένα κιλό χιόνι, γύρω οι προβολείς φώτιζαν αλλόκοτα το χώρο και σαν άρχισε να χαράζει όλο το μέρος θύμιζε τοπία που έβλεπε όταν ήταν μικρός, χιόνιζε τότε σχεδόν κάθε χρόνο και το βαστούσε για μέρες, οι άνθρωποι περπατούσαν βουλιάζοντας στο μαλακό άσπρο πράγμα που απλώνονταν παντού φορώντας κάτι κουκούλες, το σκηνικό του θύμισε μια εικόνα ενός παλιού αναγνωστικού που είχε κάποτε στο σχολείο με στέγες σκεπασμένες από χιόνι κι έναν χωρικό με μια κάπα να περπατά σ’ ένα μονοπάτι, ο τίτλος πάνω απ’ την εικόνα έγραφε: ‘’ΧΕΙΜΩΝΑΣ !’’

Μέρες τώρα προτού χιονίσει είχαν παγώσει τα πάντα γι αυτό και ξεκινούσε πιο αργά απ’ το προάστιο πάνω απ’ την πόλη όπου ζούσε περιμένοντας μήπως ζεστάνει λίγο. Με το που έβγαινε απ’ το σπίτι είχε τόσο κρύο που δε μπορούσε ν’ ανασάνει, πονούσε η μύτη του, ένας αέρας τσουχτερός τρυπούσε τα πάντα, εκείνη τη στιγμή δεν το είχε καταλάβει αλλά κατά πως είπανε αργότερα τέτοιο κρύο είχε να κάνει καμιά πενηνταριά χρόνια. Το μόνο κάπως ζεστό μέρος εκεί πάνω στο προάστιο ήταν ένα κοίλωμα σε μια ανηφόρα προς τα βουνά που το χτυπούσε ο ήλιος, εκεί έκοβε λίγο και τα πουλιά πετούσαν το ένα κοντά στο άλλο σα να προσπαθούσαν να ζεσταθούν, κοράκια στέκονταν πάνω στα δέντρα υπομένοντας καρτερικά το ψύχος , ένα σμήνος από γλάρους είχε ανακαλύψει κάτι σκουπίδια κι έκρωζε κάνοντας βόλτες κυκλικές, κοτσύφια πετάριζαν ανάμεσα στα χαμόκλαδα ενός δέντρου που έμοιαζε να κοκκινίζει στον ήλιο που ανέτειλε εκείνη την ώρα, κοιτούσε τα πουλιά κι αναρωτιόταν πως είχαν καταφέρει να επιβιώσουν όλες αυτές τις μέρες εκεί έξω…

Φτάνοντας στην πόλη πάρκαρε το αμάξι του μακριά απ’ το κέντρo, πιο κάτω δεν θα έβρισκε ούτε πεζοδρόμιο άδειο, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει κι έδειχνε ότι δεν θα σταματούσε εύκολα, στο μαγαζί του πάντως δεν υπήρχε περίπτωση να πατήσει άνθρωπος, άλλο τίποτα δε μπορούσε να κάνει παρά να σκεπάσει με πανιά όλα τα ρολόγια του νερού που ήταν εκτεθειμένα. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να το ρίχνει πιο πυκνό, φόρεσε την κουκούλα από το αδιάβροχο του και κίνησε για το αμάξι του, από μια λαϊκή που πέρασε δυο τύποι τρελαμένοι τόλμησαν μόνο να εμφανιστούν κι εκείνοι βιάστηκαν να φύγουν καθώς δε μπορούσες να δεις ούτε δίπλα σου, όπως περπατούσε μέσα απ’ την πόλη οι δρόμοι όλοι είχαν ασπρίσει, ψυχή δεν κινούνταν μόνο κάτι μικρά πουλάκια φτεροκοπούσαν ρίχνοντας τις νιφάδες από πάνω τους, όλα πάντως είχαν γίνει ξαφνικά πολύ όμορφα...

Και τις μέρες προτού να χιονίσει βέβαια το κέντρο ήταν έρημο, σχεδόν όλα τα μανάβικα σφραγισμένα, κάνα δυο χασάπηδες τουρτουρίζανε και ξεροστάλιαζαν μοναχοί, φοιτητές έτρεχαν στα μαγαζιά ν’ αγοράσουν σώματα ηλεκτρικά καθώς τα σπίτια τους είχαν γίνει ψυγεία, τα πανεπιστήμια, οι βιβλιοθήκες όλα κλειστά, έμοιαζε σα να έπεσε ξαφνικά βόμβα. Οι άκρες των δρόμων ήταν γεμάτες πάγο από σωλήνες του αερίου που έσπασαν με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, σε μια κατηφόρα όπου είχαν φύγει νερά και κανείς δεν νοιάστηκε να ρίξει αλάτι ένας δύστυχος ντελιβεράς σωριάστηκε στην άσφαλτο με το μηχανάκι του να γλιστρά μόνο του, έτυχε να δει τη σκηνή κι έτρεξε να τον βοηθήσει, ο ντελιβεράς σηκώθηκε αμέσως, τινάχτηκε μια στιγμή κι έφυγε ξανά σα δαίμονας για να χωθεί σε κάποιο στενό. Το πιο εντυπωσιακό πάντως είχε σχηματιστεί από μια διαρροή ενός γραφείου σε κάποιον όροφο ψηλά, το νερό είχε πέσει σ’ ένα δέντρο κι όταν πάγωσε το είχε κάνει σαν παραμυθένιο με κλαδιά κρυστάλλινα, εξωπραγματικά, ένα κομμάτι πάγου συμπαγές και γυαλιστερό που είχε πέσει στο χώμα στραφτάλιζε σα διαμάντι τεράστιο…

Με το που τό στρωσε για τα καλά στην πόλη έγινε χαμός, τα αμάξια δεν ήξεραν που να πάνε και πώς να στρίψουν, ντεραπάριζαν και πάλευαν να κρατηθούν στο οδόστρωμα, στον κεντρικό δρόμο είχε σχηματιστεί μια στρατιά αυτοκινήτων με τζάμια βρώμικα και τα φωτάκια τους αναμμένα σε μια σειρά ατέλειωτη, το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό. Περπατούσε πατώντας στο μαλακό χιόνι που δεν γλιστρούσε κι έτσι μπορούσε να πάρει λίγη ώθηση παραπάνω αλλιώς έπρεπε να κάνει διπλή προσπάθεια για να κρατηθεί στο γλιστερό οδόστρωμα, σε μια διασταύρωση επικρατούσε κόλαση, περνούσε όποιος ήθελε, στριμώχνονταν και μπλόκαραν ο ένας τον άλλον, οι τροχονόμοι είχαν εξαφανιστεί , όλοι κορνάριζαν, έβριζαν, ένα χάος απίστευτο! Το χιόνι που είχε λιώσει από τα αμέτρητα λάστιχα είχε γίνει πολύ επικίνδυνο, όπως πήγε να περάσει ανάμεσα από τα οχήματα γλίστρησε κι έπεσε με τον γοφό, κάποιος έτρεξε και τον ρώτησε ‘’Χτύπησες;’’ ’’ Ευχαριστώ!’’, φώναξε ‘’ Είμαι εντάξει!’’

Συνέχισε να περπατά, το σώμα του είχε ζεσταθεί κι όλο και πιο πολύ του άρεσε αυτό που γινόταν, όλοι οι δρόμοι είχαν γίνει τόσο άσπροι σα να καθάρισαν ξαφνικά και να έγιναν με τρόπο μαγικό διάφανοι, ένα κορίτσι πέρασε δίπλα του και χαμογέλασε καθώς περνούσε ένα ζευγάρι γάντια στα δάχτυλα της. Έφτασε στο αμάξι και ξεκίνησε σιγά σιγά, στην αρχή πήγαινε καλά όμως καθώς ο άσπρος όγκος σωρεύονταν τον δυσκόλευε, γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολο, το όχημα έφευγε όπου να ναι και σε μια φάση ένιωσε ότι οι τροχοί δεν υπάκουαν. Έστριψε σε κάτι στενά κι εκεί έπεσε πάνω σ’ ένα κάρο οδηγούς που είχαν εγκλωβιστεί και δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ στο σπίτι του αν συνέχιζε έτσι και στο πρώτο κενό που βρήκε έβαλε το αυτοκίνητο σημειώνοντας την οδό, κλείδωσε την πόρτα και σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει.

Είχε φτάσει κοντά στην έξοδο της πόλης, μπορούσε να περιμένει μήπως περάσει κάποιο λεωφορείο, είχε δει ότι κυκλοφορούσαν ακόμα, η στάση πρέπει να βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά, προχώρησε προς μια κατεύθυνση όμως όλο εκείνο το άσπρο τον μπέρδευε, δε μπορούσε να προσανατολιστεί, χανόταν, δεν έβρισκε ένα σημείο σταθερό, τι στο καλό συνέβαινε; Είχε αρχίσει να κουράζεται, πρέπει να είχε κάνει κάποιο λάθος, η στάση δε βρίσκονταν πουθενά μόνο κάτι μικρά σπιτάκια στη σειρά φαίνονταν, όλα σκοτεινά εκτός από ένα όπου ένα φως θαμπό έκαιγε, αποφάσισε να τραβήξει κατά κει.

‘’Κάπως έτσι πρέπει να ναι στο βορρά...’’ σκεφτόταν προχωρώντας αργά προς το φωτάκι ‘’...κι όμως δεν έχουν πρόβλημα, γιατί λοιπόν εγώ να ζορίζομαι;’’ Στο κάτω κάτω ο χειμώνας ήταν το στοιχείο του, το καλοκαίρι δεν το άντεχε, μια χρονιά που είχε ρίξει ένα γόνατο στο προάστιο κι είχε κλειστεί τρεις μέρες στο σπίτι, ένιωθε πολύ όμορφα. Εκείνες τις μέρες είχε δει στη τηλεόραση μια ταινία μ’ έναν άνθρωπο που κλείστηκε χωρίς να το καταλάβει σ’ ένα πιθάρι και δεν μπορούσαν να τον βγάλουν έξω με τίποτα, πρέπει να ήταν το ΧΑΟΣ των Ταβιάνι βασισμένο σε τρία διηγήματα του Πιραντέλο, όποτε χιόνιζε πάντα έρχονταν στο μυαλό του εκείνη η ταινία.

Δεν είχε πρόβλημα με το κρύο, στο στρατό ήταν λοκατζής, έπεφτε από το αεροπλάνο στη θάλασσα κι έπρεπε μετά να κολυμπήσει έξι μίλια μες το παγωμένο νερό, όταν έβγαινε έξω τα δόντια του κροτάλιζαν, δεν μπορούσε να βρει τα χέρια και τα πόδια του, όμως ευχαρίστως το ξανάκανε. Τον γοήτευαν οι ιστορίες ανθρώπων που επιβίωναν σε συνθήκες απίστευτα δύσκολες και θερμοκρασίες πολικές, μια φορά βέβαια που ταξίδεψε στη Ρωσία είχε πάθει πλάκα με το πόσο άνετοι ήταν εκεί οι άνθρωποι στους μείον τριάντα, πίστευε όμως ότι όλα συνηθίζονται. Κάποιος μάλιστα του είχε μιλήσει ότι πιο πέρα απ’ τη Ρωσία, μετά τα Ουράλια, στη Σιβηρία, στην Τάϊγκα, εκεί πέρα μόνο τα δέντρα μπορούσαν να επιβιώσουν, κι αν πήγαινες προς τον Ειρηνικό, κατά την Κορέα μεριά, η υγρασία που ερχόταν απ’ τον ωκεανό μπορούσε να σε σκοτώσει για να μη μιλήσουμε για κάτι χωριά στο Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό όπου η επιβίωση είναι σχεδόν αδύνατη.

Είχε φτάσει πια στο φωτάκι όμως εκεί δεν υπήρχε σπίτι αλλά μια εκκλησίτσα μικρή, κάποιος είχε αφήσει αναμμένη μια λάμπα μπροστά στον νάρθηκα, ‘’Αν είναι ανοιχτά θα μπω μέσα...’’ σκέφτηκε ‘’...να πάρω μια ανάσα και βλέπουμε. ’’ Για να μπει στην εκκλησίτσα έπρεπε να διασχίσει ένα μικρό γεφυράκι δίχως κάγκελα κι εκεί παραλίγο να γλιστρήσει στο ρέμα που υπήρχε από κάτω, έφτασε τελικά, έσπρωξε τη πόρτα που άνοιξε εύκολα και πέρασε μέσα. Το εκκλησάκι φωτίζονταν μόνο από ένα μικρό καντήλι όμως και μόνο που δεν φυσούσε ούτε χιόνιζε ήταν πολύ καλύτερα, έβγαλε τα παπούτσια του που είχαν πάρει ένα σωρό υγρασία, κάθισε σ’ ένα στασίδι και τότε μόνο διαπίστωσε ότι το πόδι του ήταν μούσκεμα από τη στιγμή που είχε πέσει, ένιωθε κουρασμένος, χρειαζόταν λίγη ξεκούραση, λίγο ύπνο,εδώ και μέρες έτρεχε συνέχεια δεξιά κι αριστερά, έσφιξε πάνω του το μπουφάν και χωρίς να το καταλάβει τον πήρε ο ύπνος.

Εκεί είδε ένα όνειρο, πίσω από το εκκλησάκι λέει βρισκόταν ένα πορτάκι που έβγαζε σ ένα ξέφωτο σα μικρό λιβάδι κρυμμένο με λίγα χιόνια πάνω στο πράσινο γρασίδι που απλώνονταν κι ένα πιθάρι τεράστιο θαμμένο στο χώμα. Από μια ραγισματιά του πιθαριού κελαρυστό νερό έτρεχε κυλώντας σ ένα αυλάκι και στις όχθες της νεροσυρμής μια τούφα από λουλούδια μαβιά και κίτρινα φύτρωνε ανάμεσα σε ψηλό χορτάρι ξεραμένο. Τα λουλούδια δίπλα στο λευκό χιόνι, το πράσινο γρασίδι, το νερό που έτρεχε, εκείνο το μυστήριο το πιθάρι που κάποιος είχε καρφώσει στη γη, όλα ήταν τόσο όμορφα που δεν μπορούσες να μην θαυμάσεις εκείνο το μέρος κι όταν φυσούσε ο άνεμος περνώντας πάνω απ’ τα ξερά χόρτα το θρόισμα του ακούγονταν σαν τραγούδι της άνοιξης.

Όταν ξύπνησε ένιωθε μια φρεσκάδα σα να είχε κοιμηθεί για ώρες, βγήκε έξω απ την εκκλησία για ν’ αντικρίσει ένα άσπρο απέραντο που απλώνονταν μπροστά του σκεπάζοντας τα πάντα παρθένο κι απάτητο, στάθηκε για μια στιγμή δίχως να μπορεί ν αποφασίσει τι θα κάνει κι ύστερα άρχισε να περπατά κατά κει που νόμιζε ότι έπρεπε να πάει, τα πόδια του βούλιαζαν μερικά εκατοστά αφήνοντας πίσω μικρές λακκούβες, όταν έκλεινε τα μάτια μαβιά και κίτρινα λουλούδια σαν κρόκοι εμφανίζονταν.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

ΛΕΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

Κάποιος είχε πει ότι φέτος θα χει πολύ κρύο κι είχε πέσει μέσα ο άτιμος, η παγωνιά τραβούσε κάνα μήνα, μες τις γιορτές είχαμε ξυλιάσει, τα χέρια μου είχαν σκληρύνει σα να έβγαλαν φολίδες, όλοι έμοιαζαν να χουν τρελαθεί, σκυλιά σχημάτιζαν κοπάδια και περιφέρονταν αγριεμένα στην πόλη ψάχνοντας για κάνα κόκαλο, γάτες αναμαλλιασμένες έτρεχαν να κρυφτούν μέσα σε τρύπες νιαουρίζοντας γκρινιάρικα, στην Αριστοτέλους ένα τρελός που τουρτούριζε είχε σταματήσει μπροστά στο φυλάκιο του αστυνομικού τμήματος και μιλούσε ασυνάρτητα στον φύλακα για πόση ώρα δεν ξέρω, ο χωροφύλακας δεν ήξερε τι να κάνει, ένας άλλος τύπος είχε διπλώσει το σώμα του στο χείλος ενός κάδου κι ήταν έτοιμος να χωθεί μέσα για να πιάσει κάτι, το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε...

Ένα πρωινό καθώς έβγαινα απ’ το σπίτι είδα χιόνι ψιλό να έχει στρωθεί στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ψηλά εκεί στις Συκιές έξω από μια εκκλησιά άστεγοι ελεεινοί περίμεναν να φάνε, μυρουδιές έβγαιναν απ’ το υπόγειο καθώς οι γυναίκες ετοίμαζαν το συσσίτιο, πάνω απ’ το γήπεδο του ΒΑΟ σ’ ένα σημείο με θέα φοβερή ναρκομανείς ρωσοπόντιοι είχαν φτιάξει ένα στέκι, οι μάγκες είχαν διαλέξει το κατάλληλο μέρος, φοβόσουν να περάσεις από κει, εμένα βέβαια όσες φορές πέρασα δε μούπανε τίποτα μόνο με κοίταζαν κάπως και κάτι έτρεχαν να κρύψουν, είχαν κουβαλήσει κάνα δυο καρέκλες και καθόντουσαν να χαζέψουν την πόλη, το λιμάνι, τα καράβια και τον ορίζοντα μέχρις εκεί που έφτανε το μάτι. Όποτε κατέβαινα με τα πόδια για να πάω στην εκκλησία αγριευόμουν λίγο αλλά πότε δεν έτυχε τίποτα, περπατούσα δίπλα στα κάστρα και περνούσα έξω από την αγία Αικατερίνη, έναν παλιό ναό με τούβλα κόκκινα χαμένο μες την δόμηση, τα παραθύρια άνοιγαν εκείνη την ώρα, τα αυτιά μου πονούσαν από τον βοριά, στην εκκλησία πάντως έκανε ζέστη…

Το σπίτι ήταν ψυγείο, τα καλοριφέρ δεν δούλευαν, ο θερμοστάτης στο υπόγειο είχε μπλοκάρει, κατέβηκα να δω τι γίνεται, ο διάδρομος μύριζε πετρέλαιο, το παραθυράκι στα σκαλιά ήταν κλειστό, το άνοιξα να μπει αέρας καθαρός στο υπόγειο μια σειρά από τετράγωνα μηχανήματα που επικοινωνούσαν με σωλήνες μαυρισμένους, πάντως έκανε ζέστη, όλα τα μοτόρια γουργούριζαν συνέχεια μόνο το δικό μας είχε βουβαθεί, έψαξα το κουμπί να το βάλω μπρος, δεν μπορούσα να το βρω, δεν είχα και το κινητό μαζί να φέξει λίγο, τελικά ψηλαφίζοντας το βρήκα και το πάτησα, αμέσως πήρε μπρος κι άρχισε ν’ αγκομαχάει. Με το που άναψαν τα σώματα παίξαμε μια παρτίδα χαρτιά με τη γυναίκα μου, αμέσως άπλωσε τις καρτούλες της στο τραπέζι και τις χάζευε τόσο τέλειες που ήτανε ενώ εγώ δεν μπορούσα να κατεβάσω ούτε μία, ρε φίλε με είχε σκίσει, δε μ’ άφηνε σε χλωρό κλαρί, μου την έδωσε, λύσσαξα, άφρισα, δεν μπορούσα να κρατηθώ και τα σκόρπισα όλα, διέλυσα την τράπουλα, με κοίταζε και δεν το πίστευε, παρεξηγήθηκε, ζήτησα συγνώμη, ‘’Δεν την θέλω!’’ μου είπε.

Σε μια τράπεζα που πήγα κόσμος ατέλειωτος περίμενε να κλείσει τις υποθέσεις του, ο χρόνος έκλεινε και κανείς δεν ήθελε ν’ αφήσει εκκρεμότητες πίσω του, στη δουλειά το αφεντικό μου είχε σπάσει τα νεύρα, μα τι άχρηστος, πάγωνε και παραπονιόταν σπαστικά όλη την ώρα ‘’Τα πόδια μου, η μέση μου, το κεφάλι μου ’’ πολύ ψοφίμι ρε φίλε, σκεφτόμουν να σηκωθώ να φύγω από κει να μη τον ακούω που μας είχε πρήξει! Εγώ πάλι ήμουν μια χαρά, όλη την ώρα στη γύρα κρατιόμουν ζεστός, αυτός όμως είχε το χαβά του, πλακώθηκε δίχως λόγο με τον Βασίλη που ήταν ο καλύτερος μας πελάτης, αρπάχτηκαν, σκοτώθηκαν, μόνο που δεν πιαστήκαν στα χέρια, ο Βασίλης τον ήξερε και τον αγνοούσε, μ’ έψαχνε, κάθε χρόνο περνά να με δει κοντά στην πρωτοχρονιά, ‘’Που είναι ο Αποστόλης¨’’ ρωτούσε.

Πουλούσε σύκα ξερά απ’ την Εύβοια, δαμάσκηνα απ’ την Σκόπελο, κρασιά απ’ τα Μεσόγεια που βγάζουν λέει το καλύτερο σταφύλι, λάδι εκλεκτό από κάπου απ’ τη Λαμία, το χωριό του ήταν σ’ ένα νησί κι από κει τη νύχτα μπορούσε να δει τα φώτα μιας πολιτείας αντίκρυ, εκείνο το στενό ανάμεσα στο νησί και την πολιτεία ήταν λέει παλιά πέρασμα των καραβιών κι εκεί υπάρχουν ναυάγια πολλά στο βυθό...
Αφού σκοτώθηκε με το βλαμμένο το αφεντικό ξαναβρήκε το κέφι του, πρέπει να είχε πουλήσει πολύ πράγμα στα μαγαζιά, έβγαλε από τ’ αμάξι του και μας κέρασε μερικά πακετάκια σύκα τυλιγμένα με μια κορδελίτσα πράσινη, μας έλεγε για τ’ αμπέλια που έχει στο νησί φυτεμένα σε βαθμίδες στις πλαγιές, για τα λιόδεντρα που κάνουν καρπό μια φορά στα τρία χρόνια, μαζεύονται λέει τότε όλα τα ξαδέρφια για να τρυγήσουν τα δέντρα που φύτεψε ο παππούς τους, μένουν λέει τότε όλοι σ ένα καλύβι πέτρινο που είχε χτίσει ο παππούς και είναι πολύ γερό ακόμα, καλά εκείνος ο παππούς πρέπει να ήταν πολύ προκομμένος ! Με την δουλειά του ταξίδευε συνέχεια ‘’Έχετε πάει ποτέ κατά την νοτιοδυτική Ελλάδα; ‘’ μας ρώτησε, Καρπενήσι, Αράχωβα, Δελφοί, Ιτέα, Γαλαξίδι, Μεσολόγγι, Αμφιλοχία, Άγραφα, Αστακός, κι ακόμα Ιόνιο, νησιά, θάλασσα πράσινη μέχρι απάνω, Άρτα Ηγουμενίτσα, εγώ τρελαίνομαι για κείνα τα μέρη, πρέπει να πάτε, παιδιά καμιά σχέση με ότι έχετε δει!’’

Σαν σχόλασα πήγαμε με τον Βασίλη για καφέ σ’ ένα μαγαζί με μια τζαμαρία που κοίταζε κατά τη θάλασσα, πήγαινα συχνά κατά κει, ήταν ζεστά, τρεις τύποι που είχαν έρθει από νωρίς είχαν πιάσει το καλύτερο μέρος και δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν με τίποτα, κάποια στιγμή πέρασε κι εκείνος ο ξένος που είχαμε πάει μαζί κάποτε στην Κοζάνη σ’ ένα δικαστήριο, είχε χιονίσει πολύ εκείνη τη χρονιά. Δεν τον είχα ξαναδεί, άκουγα ότι έδερνε τη γυναίκα του, τη Τζούλια κι όταν αυτή τον κατήγγειλε την είχε κοπανήσει για το εξωτερικό, μόλις τον είδα τον γνώρισα, ‘’Είσαι ο Γκ έτσι;’’ του πέταξα κι αυτός αστραπιαία θυμήθηκε τ’ όνομα μου, βιάστηκε να τελειώσει το ποτό του και να φύγει...

Βγήκαμε μια βόλτα στην αγορά να ξεμουδιάσουμε, κόσμος πολύς στα μαγαζιά, ζητιάνοι παντού, έχει γεμίσει η πόλη από δαύτους, στον παραλιακό δρόμο μια θάλασσα από φώτα χρωματιστά, ένα αστέρι γυάλιζε ανάμεσα σε δυο κτίρια που έφτιαχναν ένα φαράγγι από τσιμέντο, σε μια γωνιά μπροστά σε μια βιτρίνα ένα φλιτζάνι του καφέ κι ένα ποτήρι, κάποιος τα είχε παρατήσει για να τα μαζέψουν, ο αέρας που φυσούσε έσερνε στην άσφαλτο ένα ζευγάρι γάντια μοτοσικλετιστή και μια τσάντα μεγάλη αεροδρομίου, νομίζαμε ότι είχε φύγει από κάποιο μαγαζί κι ανοίξαμε την πόρτα από ένα κατάστημα να ρωτήσω, ‘’Δεν είναι από μας!’’ μου είπε ένα παιδί που δούλευε εκεί πέρα ‘’Είδατε αν έχει τίποτα μέσα;’’, την ανοίξαμε , ήταν άδεια, τελικά την πετάξαμε σ’ έναν κάδο…

Όταν γυρίσαμε πίσω στο μαγαζί οι τρεις τύποι ήταν ακόμα εκεί, μου φάνηκε απίστευτο που δεν είχαν φύγει, αν έχεις το θεό σου πρέπει να είχαν χτυπήσει οχτάωρο, μα πως μου την είχαν δώσει, ‘’Καλά δεν έχετε σπίτι;’’ ήθελα να τους πω. Ο Βασίλης κατάλαβε τι σκεφτόμουν ‘’’Άστους να κάτσουν όσο θέλουν!’’ είπε ‘’Κάποτε δεν άντεχα κι εγώ να μένω μόνος τις γιορτές, ένα βάρος στο στήθος με πλάκωνε, ένας φόβος, νόμιζα ότι θα πεθάνω από μελαγχολία, πήγαινα τότε στον παππού μου, αυτόν που φύτεψε τ’ αμπέλια κι έφτιαξε εκείνο το υποστατικό το πέτρινο, μ’ αγαπούσε, περνούσα εκεί τις γιορτές, πολύ μ άρεσε, είχε χτίσει ένα διώροφο έξω απ το χωριό και περνούσε την ώρα του σ’ έναν μπαξέ τεράστιο. Όποτε ήμουν εκεί μ’ έβαζε να ποτίζω τα χειμωνιάτικα που έβαζε ο παππούς, κρεμμυδάκια, σπανάκια, λάχανα, παντζάρια, κουνουπίδια, η γη ήταν ξερή απ’ τις παγωνιές και μόλις έβρεχα το χώμα με το λάστιχο ένα πουλάκι μικρούτσικο σαν κοκκινολαίμης ερχόταν κάθε φορά σα να με θυμόταν χωρίς να φοβάται και με κοίταζε, είχε καιρό να δει βροχή και πρέπει να του είχε λείψει, καθόταν μέχρι αργά σ’ ένα κλαδάκι κι έβγαζε μια φωνούλα σιγανή ώσπου βράδιαζε...’’

‘’Μια χρονιά...’’ συνέχισε Βασίλης πιάνοντας μια καρέκλα ‘’...ο παππούς μου ήταν στα τελευταία του και με φώναξε να τον ξυρίσω, τα γένια του είχαν γίνει σα σκοινιά, μέχρι να τα καθαρίσω έφαγα κάνα δυο ώρες, έπρεπε να προσέχω μη τον κόψω με καμιά άγαρμπη κίνηση και γεμίσει αίματα, στο τέλος τον έπλυνα καλά καλά, ευχαριστήθηκε και μου είπε, ‘’Έχεις ακουστά για τα ναυάγια στ’ ανοιχτά, μια φορά προτού πενήντα χρόνια είχα βουτήξει για χταπόδια, βλέπω σε μια καταβόθρα ένα πράγμα σα πλώρη καραβιού, πλησιάζω και βλέπω το ακρόπρωρο τυλιγμένο στα φύκια, τραβώ τις πρασινάδες και βλέπω ένα πράγμα περίεργο σα λιοντάρι σκαλιστό, σαν δράκο φαγωμένο απ το νερό αλλά πάλι ήταν τόσο όμορφο που ήθελα να το ξηλώσω και να το φέρω στο σπίτι, όπως δοκίμαζα να δω αν ξεκολλά με την άκρη του ματιού βλέπω κάτι να γυαλίζει, βουτώ πιο βαθιά και βγάζω έναν τενεκέ μικρό γεμάτο νομίσματα, τα έχω θαμμένα κάτω από ένα δέντρο, θα σου πω που, πήγαινε και παρ τα !’’

‘’ Το βράδυ ο παππούς έπεσε σε λήθαργο, την άλλη μέρα πέθανε, μαζεύτηκε όλο το σόι να κάνουμε την κηδεία, εγώ τώρα να έχω τρελαθεί, το μυαλό μου ήταν συνέχεια σ εκείνο το τενεκεδάκι, περιμένω και μόλις φεύγουν όλοι πάω κατευθείαν και πιάνω να σκάβω μ’ έναν κασμά εκεί που μου είπε, κάτω από μια φλαμουριά, όλη την ώρα να κοιτάζω γύρω μήπως με βλέπει κανένας, τίποτα, ερημιά μόνο και κρύο, είχα σκάψει κάμποσο όταν βλέπω να έρχεται εκείνος ο κοκκινολαίμης, να κάθεται σ’ ένα κλαδάκι και να με κοιτά σα να ήξερε τι κάνω. Είχα σκάψει σχεδόν κάνα μέτρο βαθιά και δεν είχα βρει τίποτα ‘’Πάει με κορόιδεψε ο παππούς!’’ σκεφτόμουν και τότε χτυπώ σε μια πέτρα μεγάλη, άσπρη, ίσια σα μάρμαρο, άρχισα να ιδρώνω την καθαρίζω και βλέπω απάνω ένα σημάδι σαν άστρο, αυτό ακριβώς μου είχε πει ο παππούς. Σκάβω γύρω γύρω απ την πέτρα, την σηκώνω με τα χίλια ζόρια και βρίσκω ένα τενεκεδάκι σκουριασμένο, το βγάζω, το κουνάω κι ακούω να κουδουνίζει, ήταν γεμάτο κέρματα σα σκουριασμένα, τα πιάνω στα χέρια μου ήταν γεμάτα χώματα, τα καθαρίζω λίγο με τα δάχτυλα, άρχισαν να γυαλίζουν, πάω στη βρύση και τα πλένω, ήταν καμιά εκατοστή, όχι πολύ χοντρά όμως όσο τα γυάλιζες τόσο λαμποκοπούσαν, τ’ αράδιασα στο τοιχάκι της βρύσης και τα χάζευα, εκείνη τη στιγμή ο κοκκινολαίμης έρχεται, κάθεται στη βρύση τόσο κοντά που μπορούσα να τον πιάσω κι αρχίζει να τραγουδάει, μόλις τέλειωσε ένα άλλο πουλί από κάπου άρχισε κι εκείνο και μετά ακόμα ένα, οι τρίλιες τους γέμιζαν τον αέρα σα να πανηγύριζαν για κάτι, χωρίς να το καταλάβω άρχισα να γελώ μοναχός μου, ήταν η πιο ωραία στιγμή της ζωής μου’’.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων ήταν σπουδαία έλεγε ο πατέρας μου κι εγώ κοιτούσα το βράδυ κατά τον ουρανό μήπως δω κανένα άστρο να γκρεμίζεται και να κατρακυλά στο κενό. Με το που χτυπούσαν οι καμπάνες μέσα μες τ’ άγρια χαράματα η μάνα μου ερχόταν στην κρύα κάμαρα όπου κοιμόμουν και με ξυπνούσε για να πάω στην εκκλησία και να βοηθήσω τον παπά και τον ψάλτη διαβάζοντας καμιά προφητεία, κανέναν Απόστολο ή ψάλλοντας κανένα κανόνα απ’ τον όρθρο. Θυμάμαι μια χρονιά που χιόνιζε και περπατούσαμε με τη μάνα μου να με σκεπάζει μ’ ένα παλτό ενώ εγώ παρατηρούσα τις πατημασιές των ανθρώπων που είχαν προηγηθεί πάνω στο χιόνι.
Την προηγούμενη μέρα βγαίναμε με τον μικρό αδερφό μου για να πούμε τα κάλαντα παίρνοντας σβάρνα τα σπίτια του χωριού για να γεμίσουμε τις τσέπες με κέρματα περιμένοντας καμιά γλυκιά γυναίκα να μας δώσει κάτι περισσότερο, ύστερα γυρνούσαμε σπίτι για να τα σκορπίσουμε στο πάτωμα και να τα μετρήσουμε. Η αδερφή μου που ήταν πιο περπατημένη, τη χρονιά που μετακομίσαμε στο άλλο χωριό, το μικρό, το ξεμπέρδεψε νωρίς και καθώς ήταν μαθημένη από το άλλο χωριό το μεγάλο με τα ατέλειωτα σπίτια της κακοφάνηκε, έτσι την επόμενη φορά κοιμήθηκε στη γιαγιά μου σ’ εκείνο το παλιό σπίτι με τα μεγάλα περβάζια και το αρχαίο τζάκι κι έβγαλε το άχτι της.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι μετά την λειτουργία των Χριστουγέννων κι όπως η μάνα μου μας είχε ταράξει στη νηστεία για σαράντα μέρες, πέφταμε σαν λυσσασμένοι στο λάχανο με το χοιρινό απ’ το ζώο που είχαμε σφάξει και το είχαμε κρεμασμένο στην αποθήκη για να σιτέψει. Η Πρωτοχρονιά δεν ήταν και τόσο σπουδαία. Η Πρωτοχρονιά για μας δεν ήταν και τόσο σημαντική, είχαμε πια χορτάσει και μας είχε φύγει η μανία για φαγητό, μαζευόμασταν όλοι στο κουζινάκι μας αποβραδίς, ο πατέρας μου έκοβε μια αυτοσχέδια πίτα με το χέρι του, μας την μοίραζε, ύστερα περνούσε από μπροστά μας ένα θυμιατό κι εμείς έπρεπε να κουνήσουμε κυκλικά το χέρι πάνω απ’ τους καπνούς και να πούμε «Καλώς ήρθε ο Άγιος Βασίλης και του χρόνου με υγεία». Έπειτα πήγαινε να θυμιάσει τα ζώα στο στάβλο ο οποίος ανέδυε ζέστη απ’ τους ατμούς που έβγαζαν οι αγελάδες απ’ τα ρουθούνια τους. Εμείς τρώγαμε το κανταΐφι που έφτιαχνε η μάνα μου με κάτι άσπρες λεπτές ίνες ζύμης που έψηνε στο φούρνο κι από πάνω έριχνε σιρόπι και καρύδια απ’ την καρυδιά μας που τα φυλάγαμε στο ταβάνι. Το κανταΐφι θύμιζε λίγο σούπα αλλά χρόνια αργότερα μια γυναίκα μου έδωσε να δοκιμάσω κάτι παρόμοιο και κατάλαβα ότι είχα υποτιμήσει το δικό μας. Αφού θυμιαζόμασταν ο πατέρας μου έφευγε για να πάει να παίξει χαρτιά ή ακορντεόν στις παρέες όπου τον καλούσαν. Δεν τον είχα δει ποτέ να παίζει ακορντεόν, μια φορά μόνο πολύ παλιά, αλλά τον έβλεπα στις φωτογραφίες με κάτι μουστακοφόρους να χαμογελούν και να γλεντούν σε πανηγύρια και γάμους, εκεί που οι γυναίκες ετοίμαζαν μεζέδες και σαρμαδάκια και κεφτεδάκια και κομμάτια κοτόπουλου και μεις τα μικρά κοιτούσαμε και μας τρέχαν τα σάλια…

Μια Πρωτοχρονιά ο πατέρας μου ήταν μες τα νεύρα, δεν μπορούσε να παει να χαρτοπαίξει γιατί έπρεπε να φυλάξει όλη τη νύχτα έξω απ’ το μέρος όπου είχαμε τα γουρούνια, οι θηλυκοί χοίροι έχουν τη φήμη ότι τρώνε τα μικρά τους. Κάπνιζε όλο το βράδυ και το πρωινό είχε αρρωστήσει και πονούσε το στομάχι του τόσο πολύ ώστε δεν ξανακάπνισε. Τα γουρούνια κανείς δεν πήγαινε να τα καθαρίσει εκτός από μένα κι όποτε έμπαινα μες το σπιτάκι τους με κοιτούσαν παραξενευμένα κάτω απ’ τα μεγάλα αυτιά τους γρυλίζοντας. Με το που τέλειωνε η νηστεία πάντα είχαμε ένα απόθεμα χοιρινού και κάθε φορά που πεινούσαμε μ’ έστελνε η μάνα μου στην αποθήκη να κόψουμε ένα κομμάτι κρέας που το τηγανίζαμε και χορταίναμε τρώγοντας το με λίγο ψωμί, ήταν πολύ νόστιμο. Τρελαινόμασταν ακόμα για το γεμιστό έντερο του γουρουνιού με ρύζι και μπαχαρικά που το κάνει ακόμα η μάνα μου. Τρελαινόμασταν επίσης για πίτες με παπαρούνες χειμωνιάτικες πριν βγάλουν κοτσάνι και λουλούδι. Με τον αδερφό μου ψάχναμε για παπαρούνες κι άλλα χόρτα κρατώντας ένα μαχαιράκι και μια σακούλα στα χωράφια που είχαν οργωθεί, και κουβαλούσαμε τα χόρτα στο σπίτι. Η μάνα μου έπειτα άνοιγε φύλλο με τον πλάστη πάνω στο τραπέζι ρίχνοντας αλεύρι μπόλικο και στη συνέχεια έψηνε την πίτα πάνω στη σόμπα σ’ ένα ταψί μπακιρένιο αναποδογυρίζοντας την σ’ ένα καπάκι ξύλινο που είχαμε για να σκεπάζουμε τα διπλωμένα ξερά καπνόφυλλα. Ζύμωνε και ψωμί η μάνα μου σε μια μεγάλη σκάφη σαν βάρκα όπου άφηνε το ζυμάρι όλη νύχτα να φουσκώνει με τη μαγιά και κατόπι δούλευε για ώρα το μίγμα με τις γροθιές της πράγμα που πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο και χρειαζόταν δύναμη. Μετά έπαιρνε μεγάλα κομμάτια ζύμης τα τοποθετούσε μέσα σε μικρά ταψιά και τα έβαζε στο φούρνο που είχε στο μεταξύ πυρωθεί από φρύγανα που καίγαμε, είχαμε στοίβες ολάκερες από πουρνάρια ειδικά από ένα είδος που είχε μαλακά φύλλα και το προτιμούσαν οι κατσίκες. Όταν ψήνονταν τα ψωμιά, τα βγάζαμε μ’ ένα φτυάρι μακρύ και μετά τρώγαμε αυτό το ψωμί με τη σφιχτή ψίχα το οποίο είχε μια γεύση και μια αίσθηση που δεν έχω ξαναβρεί από τότε…

Για κάποιο λόγο έχω συνδυάσει τις γιορτές με τα φαγητά που τρώγαμε, αυτό μου χει μείνει περισσότερο είναι οι γεύσεις ειδικά αυτή του κρέατος. Ο πατέρας μου κρατούσε πάντα κάνα δυο γουρούνια σ’ ένα κουμάσι που βρίσκονταν σε μια γωνιά του οικοπέδου μας δίπλα σ’ ένα σάπιο αμπάρι όπου αποθήκευε τη μακρόκοκη σίκαλη. Τα ζώα γρύλιζαν και μεις τους πετούσαμε βλίτα και τραύλα, γλιστρίδες, αυτά που φύτρωναν στα σημεία όπου είχε σπάσει κάποιος σωλήνας του νερού. Εκτός από γουρούνια είχαμε πάντα και κότες κι εγώ έπρεπε κάθε πρωί να ανοίξω την πόρτα τους για να βγουν έξω σα δαιμονισμένες και ν’ αρχίσουν να κακαρίζουν, να πεταρίζουν και να τσιμπολογούν τα αποφάγια που τους ρίχναμε. Είχαμε ένα «αγγείο» όπως το λέγαμε, ένα μπακιρένιο βαθύ δοχείο με πράσινο πυθμένα απ’ όπου έπιναν νερό σηκώνοντας το κεφάλι. Το βράδυ έπρεπε να σφραγίσω την ξύλινη πόρτα του κοτετσιού τοποθετώντας κάτι πέτρες πάνω της γιατί αν τυχόν τρύπωνε καμιά νυφίτσα θα έπνιγε κάθε κοτόπουλο που έβρισκε μπροστά της με δολοφονική μανία.

Αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο πάντως είναι μια παραμονή Χριστουγέννων που ο αδελφός μου κι ο πατέρας μου συζητούσαν κι αποφάσισαν να πάμε την επόμενη μέρα για να κόψουν στον «λάκκο», όπως λέγαμε το ρέμα που διέσχιζε το χωριό και χύνονταν στο ποτάμι. Υπολόγιζαν ότι κανείς δεν θα μας έβλεπε- γιατί απαγορεύονταν αυστηρά- χρονιάρα μέρα να κόβουν πουρνάρια με το σκληρό τους ξύλο και πλατάνια και κέδρους αγκαθωτούς με το αλυσοπρίονο που φυλάγαμε στην αποθήκη, εκεί όπου βάζαμε τον καβουρμά με το πράσο και το χοιρινό, τα σταφύλια που δεν είχαν παγώσει απ’ την κληματαριά μας και τις ντομάτες που τις κάναμε τουρσί .

Καθώς τ’ αστέρια γκρεμίζονταν και κατρακυλούσαν στο σκοτεινό στερέωμα μιλούσαν οι δυο τους ώρα πολλή κι εγώ τους άκουγα κάτω απ’ τα σκεπάσματα όπου υποτίθεται ότι κοιμόμουν. Εκείνο το δωμάτιο ήταν το πιο ζεστό σόλο το σπίτι, εκεί είχαμε και μια τηλεόραση παλιά όπου είχα δει μια σειρά κινούμενων σχεδίων με ιστορίες για θεούς και δαίμονες που πάλευαν με τους ανέμους και τα στοιχεία της φύσης, μια ιστορία τη θυμάμαι καθαρά, ο νότιος άνεμος είχε ανατρέψει το σκάφος κάποιου δαίμονα κι εκείνος για να εκδικηθεί έσπασε το φτερό του ανέμου κι έτσι για εφτά μέρες δεν φυσούσε καθόλου, όλα τα καράβια στις θάλασσες και στους ωκεανούς και στις λίμνες όλου του κόσμου είχαν ακινητοποιηθεί, μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει εκείνη η ιστορία, λέγονταν Κορόνα Μπορεάλις, Το στέμμα του Βορά!

Την μέρα των Χριστουγέννων μόλις σχόλασε η εκκλησία κινήσαμε παρά τις γκρίνιες της μάνας μου που το θεωρούσε μεγάλη αμαρτία, έκανε πολύ κρύο, ησυχία επικρατούσε παντού τριγύρω, νέκρα, ένα λεπτό στρώμα πάχνης σαν χιόνι σκέπαζε τα χορτάρια, στο ρέμα μέσα τα νερά κυλούσαν κάτω από ένα στρώμα γυαλιστερού πάγου, ο ήλιος που έβγαινε εκείνη την ώρα πίσω απ’ τα βουνά έμοιαζε κατακόκκινος κι όταν σηκώθηκε λίγο έριξε τις ακτίνες του σε μια ευθεία ακριβώς στην γραμμή του ρέματος, το θέαμα όλο ήταν θαυμάσιο, μια στιγμή σταθήκαμε όλοι να το δούμε. Ο μεγάλος μου αδερφός ήταν μες τα νεύρα που τον είχαν σηκώσει τόσο νωρίς, ποτέ δεν του άρεσε να ξυπνά το πρωί, οι δυο τους διάλεξαν ένα πλατάνι ξερό και δοκίμασαν να βάλουν μπρος το αλυσοπρίονο όμως αυτό λόγω ίσως του κρύου, της παλαιότητας, της γκαντεμιάς λόγω της μέρας, ή δεν ξέρω τι, δεν έπαιρνε μπρος με τίποτα! Ο πατέρας μου άρχισε να φωνάζει και να βρίζει κι ο αντίλαλος απ’ τις φωνές του πήγαινε κι έρχονταν μες το ρέμα ξανά και ξανά…

Με τα πολλά το μηχάνημα πήρε μπρος, κόψαμε μερικά κούτσουρα, τα κομματιάσαμε γρήγορα γρήγορα και βιαστήκαμε να τελειώσουμε μη μας πάρει χαμπάρι κανένας και μας καρφώσει στο δασαρχείο. Ο πατέρας μου πήγε στο τρακτέρ και κατέβασε τα υδραυλικά για να χαμηλώσει το μικρό πατάρι που είχαμε σαν τρέιλερ, ο αδερφός μου κουβαλούσε τα κομμένα κομμάτια του γεροπλάτανου βρίζοντας κι εγώ πιο πέρα χάζευα ένα πουλί μικρούτσικο, μαύρο με μια τραχηλιά σταχτιά που έπινε νερό από μια λακκούβα, δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Σε μια στιγμή ακούω το αδερφό μου να φωνάζει και να χτυπιέται, ‘’Τι στο διάβολο έγινε!’’ σκέφτηκα κι έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Ο πατέρας μου αφού φόρτωσε τα ξύλα άφησε τα υδραυλικά ν’ ανεβαίνουν σιγά σιγά και γύρισε πίσω να ξεκολλήσει ένα κομμάτι λάσπης που είχε σφηνώσει ανάμεσα στα λάστιχα και στους βραχίονες των υδραυλικών, όπως δεν πρόσεχε, χωρίς να το καταλάβει, το σώμα του στριμώχτηκε στην μέγγενη που σχηματίζονταν και δεν μπορούσε ούτε να φωνάξει ούτε να κάνει τίποτα καθώς οι πανίσχυροι βραχίονες τον συνέθλιβαν αργά, την τελευταία στιγμή ο αδερφός μου πήρε χαμπάρι κι έτρεξε πανικόβλητος να κατεβάσει του μοχλούς για να τον ελευθερώσει. Ο πατέρας μου ήταν σε κακό χάλι, εντελώς μελανιασμένος, πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι, με δυσκολία ανέπνεε, τον πήγαμε σπίτι, φωνάξαμε αμέσως τον Θόδωρο τον ταξιτζή και τον τρέξαμε στο νοσοκομείο σχεδόν ετοιμοθάνατο, φτηνά τη γλύτωσε με κάτι μώλωπες που τον πονούσαν για πολύ καιρό.

Από τότε τα Χριστούγεννα ήταν για μας αυστηρή αργία.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...