Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

SALVA NOS DOMINE VIGILANTES

Μια φιγούρα στο παράθυρο κάποιου ξενοδοχείου έμοιαζε να παρακολουθεί στα σκοτεινά  πίσω απ’  τις κουρτίνες,  το ξημέρωμα αργούσε ακόμα, το φως σε μια κολόνα χόρευε αναβοσβήνοντας,   σ’ ένα γραφείο τελετών ένας γέρος λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα,  οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αυτοκίνητα, ούτε αστικά ούτε ταξί κυκλοφορούσαν εκείνες τις μέρες, όλοι απεργούσαν, ένας χαμός γίνονταν κι ο κόσμος στριμώχνονταν στα λιγοστά λεωφορεία που κυκλοφορούσαν  με προσωπικό ασφαλείας. Στο πλάι των δρόμων είχαν συσσωρευτεί σωροί σκουπιδιών με ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, έπιπλα, πολύφωτα, ρούχα, τα αμάξια περνούσαν πάνω απ’ τις σακούλες, οι γάτες σκαρφάλωναν στους κάδους, ένα βράδυ είχα δει σε μια ερημιά δυο τρία μικρά σκυλάκια να σκάβουν μες τα σκοτεινά για να βρουν τίποτα φαγώσιμο.

 Όλο το πρωινό ήμουν κάπως θολωμένος, τα καναρίνια που είχα  στο δωμάτιο  ξύπνησαν κι αυτά κι άρχισαν να τεντώνουν τις φτερούγες τους,  κάποιο φταρνίστηκε κιόλας μερικές φορές, όπως ήταν νύχτα ακόμα ύστερα από λίγο ξανάχωσαν το κεφάλι του μες τα φτερά τους και συνέχισαν τον ύπνο τους.  Βγαίνοντας απ’ το σπίτι κοίταξα τις εφημερίδες που έβγαζε εκείνη την ώρα ο κουτσός περιπτεράς, αργούσε ακόμα το ξημέρωμα, έπρεπε να πάω στο αεροδρόμιο, κάποιος φίλος έφευγε κι ήθελα να τον αποχαιρετήσω.  

Το αστικό που πήρα ήταν κατάφορτο, όλοι ήταν στριμωγμένοι, οι γυναίκες συζητούσαν για τους τσαντάκηδες, κάτι τύποι ύποπτοι που η ανάσα τους μύριζε αλκοόλ φτηνό, οι κοπέλες απέστρεφαν τα πρόσωπά τους όταν τις πλησίαζαν, ένας με μαύρα γυαλιά μόλις είχε βγει από το αστικό και λέγανε ότι αυτός μ’ έναν συνεργό του βουτούσαν τις τσάντες, σε μια στροφή ένα παλιό το αυτοκίνητο είχε κλατάρει, κάποιος το έσπρωχνε κρατώντας το τιμόνι, πίσω οι οδηγοί κορνάριζαν βρίζοντας σαν κολασμένοι…

Δεν πήγαινα καλά, είχα χωρίσει πρόσφατα και κινδύνευε να με πάρει από κάτω αν δεν με είχε πάρει ήδη, όταν με άφησε πήρε ένα σωρό πράγματα που ήταν και δικά μου, δε μ' ένοιαζαν τα άλλα,  το μόνο που ήθελα ήταν να μου δώσει ένα αντίγραφο από κείνο το αρχείο με τα βιντεάκια όπου μου μιλούσε κι εγώ κοιμόμουν και μ’ έκανε να παραμιλώ, κι ένα άλλο σε μια παραλία όπου τρώγαμε σε μια ταβέρνα κι ήταν σα να έβλεπα  τον εαυτό μου να παίζει σε κάποια ταινία ακούγοντας τη φωνή μου όπως την ακούν οι άλλοι , κι ένα άλλο όπου έτρεχα κοντά σε μια γούρνα, δίπλα σ ένα τεράστιο λιοντάρι που κείτονταν για αιώνες στις λάσπες ενός ποταμού, οι αρχαιολόγοι το είχαν ξεθάψει απ τη λάσπη και το στήσανε σ’ ένα βάθρο μαρμάρινο όπου περιμένει τα μαγικά λόγια για να ξυπνήσει και να πεταχτεί αγριεμένο…

Ήταν κι οι φωτογραφίες που μου είχε πάρει από εκδρομές που πηγαίναμε τις Κυριακές σ ένα μέρος γεμάτο νερά και πράσινο και πλατάνια, κάτι άνθρωποι χόρευαν δίπλα στο ρέμα, φωτογραφίες που είχαμε βγει έξω από μια μια ντισκοτέκ σαραβαλιασμένη πια, εκεί όπου  μου είχε πει ότι ένα αγόρι της κρατούσε τη γυμνή πλάτη κάτω απ’ το μπλουζάκι κάποτε ενώ ακούγανε ένα τραγούδι λίγο ξενέρωτο, όλα εκείνα τα είχα χάσει...

Στο αεροδρόμιο ήθελα κάτι να φάω αλλά δεν μπορούσα να βρω τίποτα, παντού ουρές περίμεναν για καφέ. Έναν καφέ έπρεπε να πιω κι εγώ, κοιμόμουν όρθιος, όλη νύχτα δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, μια υπερένταση με είχε καταλάβει, είχα ανοιχτό το ραδιόφωνο κι άλλαζα σταθμούς όλη την ώρα μέχρι που σταμάτησα σ έναν που είχε ψαλμωδίες, κάτι λόγια ξεχώριζαν  : «Και το έλεος σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου» και  κάτι  άλλα  ‘’Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ου φοβηθήσομαι …’’ Αναρωτιόμουν που τα είχα ακούσει εκείνα τα λόγια, μετά θυμήθηκα, ένας καλόγερος κάποτε τα είχε αναφέρει σε μια κουβέντα, είχε περάσει πολύς καιρός , δε πήγαινα σ’ εκείνο το μοναστήρι μες την πόλη που είχε ξενώνες για όσους μοναχούς έρχονταν από μακριά να διανυκτερεύσουν, τους ξενώνες τους έβλεπα μόνο από ένα μαγαζί με δίσκους όπου έβαζα τα ακουστικά να ακούσω τραγούδια ενώ από ψηλά διακρίνονταν  τα καμαρωτά παράθυρα και τα μαγειρεία της μονής όπου μια μαγείρισσα  με είχε  βάλει να φάω κάποτε...

Ήξερε πολλά εκείνος ο καλόγερος, που συναντούσα,  έλεγε για την Παναγία ότι δεν άφησε κάποιο κείμενο δικό της αλλά μίλησε στον Λουκά και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, μιλούσε και για κάποιον Ανδρέα σαλό (τρελό) που είδε την Θεοτόκο στις Βλαχερνές, στο παρεκκλήσι, σε κάποια αγρυπνία βαθιά μες τη νύχτα να έρχεται κατά πάνω του με συνοδεία,  διηγήθηκε το όραμά του σ’ έναν άνθρωπο δικό του που αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος στην Κωνσταντινούπολη και διέσωσε την ιστορία. Εκείνος ο καλόγερος ο ονειροπόλος  που ήταν λίγο τρελός, λίγο ονειροπόλος είχε αναφέρει και τα λόγια από  τους ψαλμούς που είχα ακούσει τη νύχτα, σηκώθηκα μες τη νύχτα κι έψαξα τα βιβλία μου, ήταν από τους ψαλμούς θαρρώ  εικοστός δεύτερος, γι αυτόν τον στίχο λέει ο Καντ ο φιλόσοφος είπε ότι δεν  διάβασε   κάτι ωραιότερο στη ζωή του...

Κατά τις τρεις το πρωί καθώς η υπερένταση δεν έλεγε να μ αφήσει  έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για κάποιον μουσικό που είχε καταδικαστεί σε μια φυλακή κάποιας χώρας της Λατινικής Αμερικής – μάλλον της Κολομβίας – για ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Εκεί λέει δεν αστειεύονται, από κείνα τα κελιά δύσκολα βγαίνεις, το πιο φοβερό ήταν ότι η φυλακή όπου τον είχαν κλείσει τον μουσικό ήταν χτισμένη σ’ ένα μέρος ομορφιάς ασύλληπτης κοντά σε ένα καταρράκτη θεόρατο, οι φυλακές  λέει ήταν παλιά κοιτώνες μοναχών μιας ιεραποστολής, καλά  εκείνο το μέρος δε παίζονταν, οι τουρίστες ερχόταν να το  φωτογραφίσουν ,  στην έισοδο των φυλακών υπήρχε  μια επιγραφή από των καιρό των φραγκισκανών που  έλεγε στα λατινικά  ''salva nos domine vigilantes''  όμως οι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, άκουγαν μόνο το αδιάκοπο βουητό του νερού,  μόνο μερικοί που έκαναν κάποιου είδους καταναγκαστική εργασία έβγαιναν κατά καιρούς να σκάψουν για ένα είδος ασβέστη που υπήρχε στο γειτονικό βουνό κι αντίκριζαν εκείνο το απίστευτο θέαμα. Τον μουσικό όπως έλεγε το ντοκιμαντέρ τον είχε σώσει η κιθάρα που έπαιξε στους κρατουμένους, τα βράδια κοιμόταν δίπλα σε κάτι ψυγεία,  ο ήχος των μηχανών που συνδυάζονταν παράξενα με το βουητό από το νερό των καταρρακτών τον ηρεμούσε βοηθώντας τον να τραγουδά. Μετά από κείνο το πρόγραμμα είχα ηρεμήσει κι εγώ και κοιμήθηκα λίγο βλέποντας όνειρα με φυλακές, φοβόμουν πολύ τις χώρες της Λατινικής Αμερικής εκείνο το διάστημα,  η γυναίκα μου είχε φύγει κατά κει κι εγώ αγωνιούσα μη την απαγάγουν, μη την σκοτώσουν,  μήπως χρειαστεί να ταξιδέψω κι εγώ  μέχρι την άλλη άκρη της γης...

Στο αεροδρόμιο κάθισα σ έναν πάγκο χαζεύοντας τα αεροπλάνα που σηκώνονταν μες το σκοτάδι, σε λίγο ήρθε ο φίλος που θα έφευγε αμέσως, είχε αργήσει, αποχαιρετιστήκαμε κι εγώ σκεφτόμουν ότι θ’ αργούσα να τον ξαναδώ, επειδή τα λεωφορεία αργούσαν πολύ είπα να περπατήσω λίγο, τελικά σταμάτησα σε μια στάση που είχε διαλυθεί όταν μια γυναίκα  είχε καρφωθεί  με το αυτοκίνητο πάνω της και σκότωσε κάποιον που περίμενε, το είχε δείξει κι η τηλεόραση.  Τα διαλυμένα κάγκελα από ένα διπλανό φράχτη και τα σμπαραλιασμένα σίδερα της κατασκευής φαίνονταν ακόμα, όποτε περίμενα σ’ εκείνη τη στάση κοιτούσα τα αυτοκίνητα με τα φώτα τους αναμμένα να περνούν σα δαιμονισμένα και  σκεφτόμουν,  ''Δεν μπορεί,  κάποιο θα ξεστρατίσει και θα καρφωθεί πάνω μου...''

Όλη μέρα στη δουλειά σερνόμουν, προσπαθούσα να ξεκλέψω λίγο χρόνο να ξεκουραστώ,  είχε αρχίσει να χειμωνιάζει  και βράδιαζε γρήγορα, σχολώντας δεν υπήρχε περίπτωση να βρω κάτι να με πάρει οπότε κίνησα με τα πόδια. Η εταιρία που δούλευα βρίσκονταν κάπου στα προάστια σ’ ένα ύψωμα κοντά σ’ ένα παλιό νταμάρι, για να κόψω δρόμο πέρασα μέσα από κάτι σκοτεινά μονοπάτια κι έπεσα πάνω σ’ έναν  γέρικο σκύλο που κοιμόταν αμέριμνος και τρόμαξε πιο πολύ από μένα ενώ κάτι άλλοι ελεεινοί  που είχαν κατά κει το γιατάκι τους γαύγιζαν δείχνοντας τα δόντια τους.  Αλλά φίλε μου αυτοί δεν ήταν σκύλοι σωστοί, σκύλοι κανονικοί ήταν αυτοί στα μαντριά στο χωριό μου που κάποτε σκότωσαν έναν δύστυχο γιατί πέρασε από κει πηγαίνοντας στα χωράφια με το κάρο του, τα τσοπανόσκυλα τρόμαξαν το άλογό του που πανικοβλήθηκε κι άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα ρίχνοντας κάτω τον οδηγό του κοντά σε μια γέφυρα όπου λένε κάποιοι ότι τον έχουν δει τα βράδια να περνά με το κάρο του καθισμένος στη θέση του οδηγού, φαίνεται απαράλλαχτος  μοναχά που του λείπει το κεφάλι του…

Είχα βαρεθεί  να περπατώ μετά από ώρα επιτέλους έφτασα στο κέντρο,  οι  ταξιτζήδες είχαν σταματήσει την απεργία  και είχαν βγει προς  άγραν πελατών,  πολλοί απ’  αυτούς  αραδιάζονταν κάτω από μια αρχαία πύλη με  σκαλισμένους  καβαλάρηδες και άλογα  φαγωμένα απ’ τους καπνούς και την  μόλυνση, πιο κάτω στο μουσείο,  τα φυλαγμένα πέτρινα αγάλματα πρέπει να περνούν καλύτερα, τις νύχτες που όλοι κοιμούνται μπορούν να βολτάρουν στους σκοτεινούς διαδρόμους.  Αποφάσισα να πάρω ταξί, σταμάτησα ένα,  άνοιξα την πίσω πόρτα και μπήκα μέσα,  μια γυναίκα καθισμένη δίπλα  μου κρατούσε μια τσάντα κάπως βαριά, όπως κοίταξα μια στιγμή μου φάνηκε σαν να είχε μέσα κάτι χέρια κι ένα κεφάλι ξανθό που σάλευε, αυθόρμητα μου ήρθε στο νου εκείνη η επιγραφή στην είσοδο της φυλακής που είχα δει στο  ντοκιμαντέρ ''Salva nos domine vigilantes!''

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

ΥΠΕΡΘΕΡΜΑΝΣΗ ΚΙΝΗΤΗΡΩΝ

Όπως προσπέρασε μια κλούβα φορτωμένη με ζώα και βγήκε στον ανοιχτό δρόμο ένιωσε κάτι πολύ δυνατό να τον σπρώχνει στην άκρη κατά τις μεταλλικές μπάρες, πανικοβλήθηκε, ενστικτωδώς αρπάχτηκε γερά γερά από την μηχανή όμως ένας παλιός του είχε πει ότι ακριβώς στις πιο επικίνδυνες στιγμές χαλαρώνεις, δεν κάνεις σπασμωδικές κινήσεις, φρενάρισε όσο πιο μαλακά μπορούσε, η μηχανή έμοιαζε να σταθεροποιείται και να ισορροπεί, νόμιζε ότι τη γλύτωσε όμως απότομα η πισινή ρόδα ντεραπάρισε και τον έριξε στην άσφαλτο.

Εκείνη τη στιγμή πρέπει να έτρεχε κοντά στα διακόσια χιλιόμετρα, στην ανοιχτή ευθεία χτυπούσε και διακόσια πενήντα, μια φορά είχε πιάσει και πάνω από τριακόσια αλλά φοβήθηκε, σ αυτές τις ταχύτητες όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα που το μυαλό δεν προλαβαίνει να σκεφτεί ούτε ν’ αναλύσει τίποτα, γίνεσαι σκόνη και κομμάτια δίχως να προλάβεις να καταλάβεις τι έγινε, είναι μια άλλη διάσταση...

Πλησίαζε στην έξοδο για τον επαρχιακό δρόμο, λίγα οχήματα κινούνταν που τα περνούσε γέρνοντας από τη μια κι από την άλλη μεριά, όταν οδηγούσε δίπλα από νταλίκες ήταν το πιο επικίνδυνο, δημιουργούνταν ένα ρεύμα ισχυρό που μπορούσε να σε πετάξει έξω απ’ το δρόμο δίχως να το καταλάβεις, κάποιος του είχε μιλήσει για ένα σημείο κατά κει όπου φυσούν αέρηδες πολύ δυνατοί κι άμα δεν έχεις το νου σου μπορούν να σε στείλουν στις μπάρες, δεν είχε δώσει σημασία τότε...

Άφησε τη βαριά μηχανή να κυλά στο οδόστρωμα κι αφέθηκε να τον παρασύρει η αδράνεια, το κράνος και το χοντρό μπουφάν τον προστάτευαν, στα πόδια φορούσε πάντα επιγονατίδες όμως δεν ήξερε που θα κατέληγε αυτό το σύρσιμο, εκείνη τη στιγμή δε τον ένοιαζε τίποτα, σκέφτονταν ότι γλιστρώντας στο δρόμο βλέπεις τα πράγματα από μια άλλη οπτική γωνία, από χαμηλή σκοπιά, από άλλη οπτική γωνία, όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, αισθάνθηκε το σώμα του να κατρακυλά στο χορτάρι που υπήρχε στην άκρη του δρόμου και τελικά βρέθηκε πεσμένος σ ένα χαντάκι σκοτεινό. Μια λάμπα σε μια κολώνα ψηλά έριχνε φως και μπορούσε να δει ένα φυτό ανθισμένο, άσπρο που απλώνονταν μες το χαντάκι, δοκίμασε να κουνήσει το χέρι του κι ένωσε μια υγρασία που πρέπει να είχε πέσει στη διάρκεια της νύχτας, έβγαλε προσεχτικά το κράνος του, δεν πονούσε πουθενά, σηκώθηκε αργά αργά να δει που βρίσκονταν, όλως παραδόξως όλο αυτό το διάστημα δεν είχε περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο, γύρω δεν υπήρχε ψυχή, αναζήτησε τη μηχανή του,την βρήκε καμιά διακοσαριά μέτρα παρακάτω να κείτεται βουβή, την σήκωσε και την δοκίμασε, πήρε μπρος με το πρώτο, δεν είχε τίποτα σοβαρό. Μια ζαλάδα αισθάνονταν, δεν μπορούσε να πατήσει καλά σα να περπατούσε πάνω σε μπάλες στρωμένες παντού, μουδιασμένος όπως ήταν σταμάτησε σ’ ένα μαγαζί που παρέμενε ανοιχτό να πιει λίγο καφέ, δυο παιδιά ξενυχτισμένα έδιναν τυρόπιτες και νερά στους ταξιδιώτες, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο και μετά ξεκίνησε πάλι για τον φίλο του, όπως είχε συνηθίσει στην φαρδιά λεωφόρο με το που μπήκε στο χωριό τα στενά που ήταν γεμάτα χαλίκια και τα μικρά σπιτάκια του φάνηκαν άλλος κόσμος …

Μετά από κείνο το συμβάν δίχως να το καταλάβει άλλαξε, άρχισε να τα βλέπει όλα διαφορετικά σα να συνειδητοποίησε ότι ο χρόνος του σ’ αυτόν τον κόσμο ήταν μετρημένος, παλιά τα σχετικά με τη θρησκεία τον άφηναν αδιάφορο εντελώς όμως τώρα ήταν αλλιώς, είχε ανακαλύψει κάποιον καλόγερο που είχε το χάρισμα, σε ενέπνεε. Το πιο φοβερό ήταν ότι ο καλόγερος ήξερε από μηχανές, ποτέ δεν του είπε από που τα είχε μάθει αλλά καθόντουσαν μαζί και συζητούσαν ώρες για θέματα όπως οι φυσαλίδες στο σύστημα ψύξης, οι θερμοκρασίες των κυλινδροκεφαλών, η υπερθέρμανση κινητηρων, οι πληκτροφορείς και οι εκκεντροφόροι, τα αμφικόχλια, οι δονήσεις, οι κρούσεις κι άλλα τέτοια κουφά.

Μαζί είχαν κάνει ένα σωρό δουλειές στο μοναστήρι όπου ασκήτευε ο μοναχός, ξαναέφτιαχναν κάτι παλιά ξωκλήσια που τα είχαν κάψει οι Τούρκοι έναν καιρό και είχαν απομείνει για αιώνες ερείπια, κάποτε το μοναστήρι όπου έμενε ο καλόγερος ήταν κέντρο σημαντικό, είχε ένα σωρό κτήρια από τα οποία δεν σώζονταν παρά μόνο χαλάσματα, μαγειρεία, ξενώνες, αποθήκες, ακόμα κι ένα σχολείο. Προσπαθούσαν να αναστηλώσουν ότι μπορούσαν, τα είχαν φτιάξει πολύ ωραία, είχε ξοδέψει εκεί σχεδόν όλο το καλοκαίρι, όλη μέρα δούλευε στο μοναστήρι και τη νύχτα πήγαινε στο φούρνο που είχε να ετοιμάσει τα ψωμιά, όταν δεν άντεχε άλλο ξάπλωνε λίγο σε μια γωνιά περιμένοντας τη ζύμη να φουσκώσει. Ο φούρνος δούλευε καλά, του πατέρα του ήτανε, τον κρατούσε μαζί με τ’ αδέρφια του, δεν υπήρχε άλλος στο χωριό, έβγαζε λεφτά, είχε αγοράσει κι εκείνη τη μηχανή τη μεγάλη που πάντα ήθελε, μ’ αυτήν είχε οργώσει όλη την Ελλάδα, στο εξωτερικό δεν γούσταρε να πάει, δε τον ενδιέφερε, κατέβαινε ταχτικά στην Αθήνα, το έκανε σε τρεις ώρες με τρεις στάσεις για να γεμίσει το ντεπόζιτο και να ξεπιαστεί λίγο…

Εκείνος ο καλόγερος του είχε πει να κάνει ένα προσκύνημα στον Άθω,στην κορυφή του βουνού την γιορτή της Μεταμόρφωσης, στην καρδιά του καλοκαιριού ‘’Πήγαινε εκεί πάνω και θα γαληνέψεις, θα τα ξεχάσεις όλα!’’ του είχε πει και τελικά αποφάσισε να πάει μ έναν φίλο. Έφτασαν στο όρος, κοιμήθηκαν σ ένα μοναστήρι και το πρωί ξεκίνησαν, στην αρχή υπήρχε δάσος και μπορούσες να περπατήσεις στη σκιά, αυτό ήταν το καλύτερο, τα φυλλώματα σκέπαζαν το μονοπάτι κι οι ακτίνες που έφταναν μέχρι το χώμα έμοιαζαν να παίζουν, περπατούσαν άνετα αλλά μετά όσο ανέβαιναν το τοπίο γίνονταν γυμνό, μόνο πέτρες ξέθωρες, ξασπρισμένες και πουρνάρια έβλεπες, ο ήλιος έκαιγε τα βράχια κι ήταν ανυπόφορο να περπατάς εκεί πέρα, λέγανε ότι οι πιο έμπειροι ξεκινούσαν τη νύχτα πολύ προτού χαράξει ώστε να κάνουν το πιο δύσκολο δρομολόγιο με τη δροσιά, προτού πιάσει η ζέστη και πυρώσει ο τόπος, πριν το μεσημέρι ήταν κιόλας στην κορυφή και ξεκουράζονταν.

Όπως ανέβαιναν συναντούσαν κι άλλους προσκυνητές, μερικοί είχαν τρόφιμα μαζί τους και τους πρόσφεραν, ξηρούς καρπούς, παξιμάδια, μέλι για ενέργεια, νερό, υπήρχε μια ωραία διάθεση, απαντούσες εκεί πέρα κόσμο απ’ όλη την Ελλάδα και ξένους μαζί να κουβεντιάζουν για ότι να ναι κάνοντας την πεζοπορία λιγότερο βαρετή, κατά καιρούς σταματούσαν να πάρουν μια ανάσα ατενίζοντας την θέα από κάτω που όσο ψηλότερα ανέβαιναν τόσο πιο μαγευτική γίνονταν, κάποιοι παλιοί τους εξηγούσαν ποια νησιά ήταν εκείνα που διακρίνονταν μέσα στη θολούρα της θάλασσας, γελούσαν, όλοι είχαν γίνει μια παρέα, καλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην το ξανακάνει του χρόνου.

Σε κάποια φάση είχε μείνει μόνος του, ο φίλος του είχε φύγει λίγο μπροστά, όπως έστριβε σ ένα μονοπάτι κι ήταν χαμένος στις σκέψεις του ξαφνικά ένας μαύρος σκύλος πετάχτηκε μέσα απ’ τα χόρτα, μιλάμε του κόπηκε η αναπνοή, από που είχε εμφανιστεί εκείνο το πράγμα, ευτυχώς ξοπίσω του έτρεξε το αφεντικό του, ένα μεσόκοπος με μουστάκι και τον περιμάζεψε, τελικά δεν ήταν άγριος ο σκύλος μόνο το παρουσιαστικό του ήταν τρομαχτικό και θύμιζε δαίμονα. Όπως πλησίαζαν στην κορυφή σκέφτονταν ότι είχε αφήσει πίσω τη φυσική του κατάσταση, δεν περπατούσε και τώρα όλο το σώμα του πονούσε, είχε σακατευτεί μιλάμε, οι ξασπρισμένες πέτρες που υπήρχαν παντού γύρω θόλωναν τα μάτια του, σ ένα σημείο είδε λίγο πράσινο, μερικά λουλούδια κόκκινα κίτρινα κι άσπρα φύτρωναν ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα, σκήτες καλόγερων πρέπει να ήτανε κάποτε, όπως έστεφε πίσω ο βλέμμα του κοίταζε μερικά πεύκα είχαν φυτρώσει στους γκρεμούς και κρέμονταν στο κενό, από κάτω τους η θάλασσα στραφτάλιζε φτιάχνοντας ένα θέαμα ήταν μαγευτικό.

Το πρωινό πάνω στην κορφή του βουνού ήταν πραγματικά εντυπωσιακό, όλοι σχεδόν είχαν σηκωθεί αγουροξυπνημένοι να δουν το θέαμα κι αυτός μαζί τους, κάτι καλόγεροι ετοίμαζαν τα καζάνια για το φαγητό κι άλλοι έφερναν τα σκεύη για την λειτουργία που θα γίνοταν. Ανακάθισε στο στρώμα του, όλη τη νύχτα είχε παγώσει, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί μια στιγμή, χωμένος μες το σλίπινγκ μπαγκ τουρτούριζε μέχρι το πρωί, άλλοι βέβαια που το είχαν κάνει πολλές φορές του έλεγαν ότι ήταν από τις λιγότερο κρύες νύχτες, ‘’Φίλε, δεν έχεις δει τίποτα!’’. Του χρόνου θα ερχόταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένος, δε χρειαζόταν να κουβαλά τόσο νερό μαζί του, κοντά στην κορφή υπήρχε πηγή με νερό παγωμένο, τέλειο μιλάμε, μπορούσες να πιεις όσο ήθελες, μόνο κάνα μπουκάλι για το δρόμο θα έπαιρνε και φυσικά μια χοντρή φόρμα για να μην ξυλιάζει το βράδυ.

Το απόγευμα αργά είχαν φτάσει στον προορισμό τους κι απόθεσαν τους σάκους σ ένα πλάτωμα, τριγύρω υπήρχαν εκατοντάδες επισκέπτες ξαπλωμένοι και καθισμένοι γύρω από μια εκκλησία πέτρινη, όλοι είχαν αφήσει τα πράγματα τους κι αναπαύονταν, μερικοί δοκίμαζαν να ανεβούν λίγο πιο ψηλά, σ ένα σημείο όπου είχε στηθεί ένας σταυρός ξύλινος σημάδι ότι εκείνο ήταν το πιο ψηλό μέρος του όρους, αυτός με το που ξάπλωσε στο χώμα ένιωσε μια γαλήνη και μια ηρεμία απίστευτη σα να ήταν αυτό που ήθελε από πάντα να κάνει. Όταν έδυσε ο ήλιος κι άρχισε να νυχτώνει ένα αεράκι κρύο πήρε να φυσά κι έπεσε μια τέτοια παγωνιά που έλεγες ότι χειμώνιασε απότομα παρ’ όλα αυτά μέχρι αργά εξακολουθούσαν να καταφτάνουν προσκυνητές με τα φαναράκια και τους φακούς μες τα σκοτεινά, καλά αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο, μερικά μονοπάτια ήταν τόσο απόκρημνα που καλύτερα να μην έβλεπες κάτω πόσο μάλλον να περπατάς με το σκοτάδι όμως ένιωθες ότι μια δύναμη μυστήρια σε προστάτευε. Πλάγιασε για λίγο, γύρω στα μεσάνυχτα τον ξύπνησαν κάτι μουρμουρητά και φωνές, μερικοί σκληροπυρηνικοί έκαναν αγρυπνία, είχαν ανάψει κεριά που έφεγγαν απόκοσμα μες την ερημιά, όλη τη νύχτα δε μπορούσε να κοιμηθεί απ'  το κρύο,  κοντά στην αυγή σφάλισαν για λίγο τα μάτια του  και είδε ένα όνειρο  που του φάνηκε απίστευτα αστείο,  γελούσε συνέχεια, ο φίλος του που κοιμόταν από δίπλα καθόταν και τον άκουγε απορημένος...

Με το που ξημέρωσε έψαχνε τον ήλιο να ζεστάνει λίγο τα κόκαλα του, μια ανησυχία παντού επικρατούσε, κάτι γενειοφόροι με ράσα άναβαν φωτιά να κάψουν τα καζάνια για το μεσημεριανό, άλλοι κουβαλούσαn  κούτσουρα και κλαδιά  κι άλλοι κάρφωναν λαμπάδες πάνω σε πρόσφορα για να διαβαστούν, η σκιά του ήλιου που ανέτειλε άρχισε να πέφτει μέχρι πέρα μακριά στη θάλασσα σκεπάζοντας εκείνο το νησί που πήρε και το όνομα Σκιάθος από το φαινόμενο, όλοι εκστασιασμένοι έβγαλαν τα κινητά να αποθανατίσουν τη σκηνή, ένα αεροπλάνο που περνούσε από πάνω ζωγραφίζοντας άσπρες γραμμές στον γαλανό ουρανό...

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΖΕΝΙΘ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Ένα πρωί όπως ξύπνησε πρόσεξε ότι στην κουζίνα τα πράγματα δεν βρίσκονταν εκεί που τα είχε αφήσει, τα ποτήρια αντί για πάνω στο τραπέζι ήταν στον πάγκο, από το ψυγείο έλειπαν τρόφιμα, ένα ντουλάπι ήταν ανοιχτό ενώ ήταν σίγουρος ότι το είχε κλείσει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε, στην αρχή δεν έδωσε σημασία, είχε τόσο πολλά στο μυαλό του που δεν προλάβαινε να σκεφτεί τίποτα, κοιμόταν βαριά, σαν κούτσουρο όμως τώρα άρχισε να βάζει πράγματα στο μυαλό του. Κάτι γίνονταν, όλα εκείνα τα αντικείμενα δεν μετακινούνταν από μόνα τους, κάποιος ή κάτι έμπαινε στο σπίτι του τα βράδια, όταν το συνειδητοποίησε του κόπηκαν τα πόδια, μόνο στη σκέψη ότι δεν το είχε πάρει είδηση τόσον καιρό ανατρίχιαζε, ήθελε να σηκωθεί και να φύγει την ίδια στιγμή από κείνο το σπίτι.

Πρώτη φορά ένιωθε αυτό το αίσθημα, να μπαίνει κάποιος στον προσωπικό σου χώρο απρόσκλητος και να σκαλίζει τα πράγματα σου και μάλιστα την ώρα που κοιμάσαι, αυτό κι αν ήταν το πιο τρομακτικό. Αν ήταν κανένας κοινός διαρρήκτης τότε γιατί δεν έψαχνε για χρήματα η κάτι πολύτιμο, κι αν είχε συμβεί πάνω από μια φορά τι έπρεπε να κάνει τώρα; Η πρώτη σκέψη ήταν να εξαφανιστεί αμέσως από κείνο το καταραμένο μέρος, ύστερα αφού ηρέμησε λίγο άλλες λύσεις πιθανές γυρόφερνε στο μυαλό, θα μπορούσε να βάλει συναγερμό ή καμιά κάμερα, ένας φίλος του είχε μαγαζί με τέτοια μαραφέτια, ίσως ένας σκύλος, σκέφτηκε να πάει στην αστυνομία αλλά τι θα τους έλεγε, ότι εισέβαλαν στο σπίτι του για να πιουν τους χυμούς και να φάνε το σαλάμι του; Aπό την άλλη δεν είναι και το πιο συνηθισμένο να έχεις τα βράδια κάποιον στο σπίτι σου απρόσκλητο που κάποια στιγμή μπορεί να ήθελε να ψάξει και τ’ άλλα δωμάτια…

Το συζήτησε με κάτι φίλες του που έδειξαν ενθουσιασμένες , ήταν σίγουρες ότι το σπίτι του ήταν στοιχειωμένο, τον ρώτησαν αν ήξερε ποιοι ήταν οι προηγούμενοι ένοικοι, μήπως ήταν καμιά γιαγιά που είχε πεθάνει ή κανένα παιδί που είχε εξαφανιστεί, ιδέα δεν είχε, έπρεπε να ρωτήσει τον ιδιοκτήτη, έναν γέρο ξερακιανό που τον είχε δει μια φορά όλο κι όλο. Οι φίλες του άρχισαν να αραδιάζουν ιστορίες με φαντάσματα που μπαίνουν σε σπίτια και τα κάνουν όλα άνω κάτω, λέγανε ότι πολλά απ’ αυτά τα είχαν δει ακόμα και σε κάμερες σαν σκιές να σουλατσάρουν στα σκοτεινά χωρίς να μπορεί να τις αντιληφτεί κανένας τρομάζοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους, μια απ’ τις φίλες του μάλιστα που τρελαίνονταν για κάτι τέτοια προσφέρθηκε να κοιμηθεί ένα βράδυ στο σπίτι του για να δει το περίεργο φαινόμενο.

Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι επρόκειτο για κάτι εξωπραγματικό, θα έπρεπε να εξηγούνται λογικά όλα αυτά, αν υπήρχε κάποιος εισβολέας αληθινός το πιο πιθανό ήταν να είναι ένοικος της πολυκατοικίας, κάποιος που έμενε κοντά του, το διαμέρισμα του ήταν στον πρώτο όροφο, καθώς ήταν καλοκαίρι ένας τρόπος θα ήταν να μπει κάποιος από το παράθυρο που έβλεπε προς την πρασιά, εδώ και καιρό η ασφάλεια της μπαλκονόπορτας ήταν χαλασμένη και βαριόταν να τη διορθώσει οπότε από εκεί μπορούσαν να μπουν όσο αυτός κοιμόταν στο απέναντι δωμάτιο.

Άρχισε να αραδιάζει νοερά τους ενοίκους, ο πρώτος ύποπτος ήταν εκείνη η κοπελίτσα που είχε νοικιάσει στο διπλανό διαμέρισμα, πολύ εύκολα θα μπορούσε να περάσει τη νύχτα στο δικό του το μπαλκόνι ιδίως τώρα το καλοκαίρι που έλειπαν όλοι και η πρασιά στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας έμοιαζε έρημη. Εκτός αυτού υπήρχε κι εκείνο το πανύψηλο το δέντρο που απλώνονταν μέχρι την ταράτσα σύριζα στο κτίριο και κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει και από κει.

Τώρα που το σκέφτονταν πράγματι εκείνο το κορίτσι που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα δεν έμοιαζε και πολύ νορμάλ, από το δωμάτιο της ακούγονταν ομιλίες και γέλια τρανταχτά αλλά ποτέ δεν είχε δει κάποιον να φεύγει, μια φορά το είχε δει στην είσοδο να στέκεται στα σκοτεινά με τα φώτα σβηστά, κάπνιζε κι ακούγονταν να τραγουδά σιγανά, όταν πλησίασε ανάβοντας τη λάμπα το κορίτσι δεν είπε τίποτα σα να έκανε το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου μονάχα χαμογέλασε παράξενα. Μια άλλη φορά το είχε δει στο ασανσέρ, αυτός έρχονταν από το βάθος του διαδρόμου και το είδε να μπαινοβγαίνει στο θάλαμο του ανελκυστήρα σα να έπαιζε, σα να μιλούσε σε κάποιον αόρατο που μόνο εκείνο έβλεπε, είχε πλησιάσει τότε να δει τι κάνει και το είδε να παίζει με τα κουμπιά, να τα ζαλίζει, να πληκτρολογεί πάνω κάτω νευρωτικά. Εκείνη τη μέρα φυσικά το ασανσέρ χάλασε και φώναξαν ειδικό τεχνικό, η διαχειρίστρια που τα είχε μάθει όλα της είχε βάλει μια κατσάδα γερή, το κοριτσάκι έκλαιγε με αναφιλητά, όταν το είδε ήταν σε κακό χάλι, το παρηγόρησε, ‘’Μη κλαις, δε πειράζει!’’

Εκείνη η φίλη του που ήθελε να κοιμηθεί στο διαμέρισμα για να δει τι γίνεται ήταν σίγουρη όταν της το είπε ότι κάτι έτρεχε μ εκείνο το κορίτσι, έπρεπε να ψάξουν να δουν τι ρόλο βαρούσε, από πού έρχονταν, τι έκανε, έμοιαζε πολύ ύποπτο, όλη αυτή η συμπεριφορά του δεν ήταν τυχαία, τι ήθελε εκεί πέρα;

Ο καιρός περνούσε, το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά, έβρεχε, στα πάρκα που είχαν πρασινίσει παιδιά μικρά κυνηγούσαν περιστέρια που κάθονταν στο χορτάρι , η θάλασσα γίνονταν όλο και πιο όμορφη. Επειδή είχε χαλάσει το αμάξι του πήγαινε με τα πόδια στη δουλειά, τόσα χρόνια με το αυτοκίνητο δεν είχε προσέξει ποτέ τη διαδρομή, όταν περπατάς είναι άλλο πράγμα, έχεις χρόνο να σκεφτείς. Του έκανε εντύπωση ότι κοντά στο σπίτι του υπήρχαν νεκροταφεία, πως δεν τα είχε προσέξει, ένας τοίχος ψηλός υψώνονταν γύρω τους και πάνω του είχαν χτιστεί ένα σωρό σπιτάκια μικρά, αυθαίρετα σίγουρα, o τοίχος πρέπει να ήταν παλιός κι εκείνα τα σπιτάκια ήταν περίεργα, μερικά πολύ όμορφα με λουλούδια κι αυλές κι άλλα εγκαταλειμμένα, σαραβαλιασμένα εντελώς, όσοι έμεναν εκεί έμοιαζαν κάπως μελαχρινοί, κάπως μαυριδεροί , όπως ήταν πρωί μερικοί άνοιγαν τις πόρτες και μπορούσες να δεις μέσα το εσωτερικό τους, ένα δωμάτιο όλο κι όλο είχανε, κάτι παιδιά μικρά ξυπνούσαν εκείνη την ώρα με τα μαλλιά τους ανακατεμένα. Για να κόψει δρόμο διάλεξε μια ανηφόρα, όταν έφτασε στην κορυφή του υψώματος αντίκρισε από κάτω μια θέα μαγευτική, καράβια φαίνονταν κάτω μακριά στη θάλασσα, σπίτια γκρίζα απλώνονταν σ’ όλο το μήκος της πόλης, οι κεραίες στις στέγες σχημάτιζαν ένα απέραντο δάσος μεταλλικό, αυτοκίνητα έμοιαζαν να γλιστρούν στους βρεγμένους δρόμους, του άρεσε τόσο πολύ εκείνη η διαδρομή που αποφάσισε να την κάνει οπωσδήποτε κάθε μέρα.

Σε μια από κείνες τις διαδρομές καθώς περνούσε έξω απ’ τα νεκροταφεία αποφάσισε να παραφυλάξει το βράδυ για να ανακαλύψει τι στο διάβολο γίνονταν τη νύχτα, ετοίμασε έναν καφέ δυνατό, ξάπλωσε πίσω από έναν καναπέ και περίμενε, οι ώρες περνούσαν, κείτονταν στο πάτωμα άβολα στριφογυρίζοντας αδιάκοπα πάνω σ’ ένα παλιό στρώμα. Κατά το ξημέρωμα άκουσε ένα θόρυβο πολύ ελαφρύ, μες το σκοτάδι διέκρινε την φιγούρα ενός κοριτσιού να σέρνει με προσοχή την συρταρωτή πόρτα του μπαλκονιού, η φιγούρα κοντοστάθηκε μια στιγμή κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα και κάθισε σε μια καρέκλα, μετά άνοιξε το ψυγείο, ήπιε από ένα κουτί, έριξε μια ματιά γύρω, ύστερα πήγε πίσω στην καρέκλα κι έμεινε καθισμένο εκεί για πολύ ώρα.

Όλο το σκηνικό ήταν πολύ περίεργο, έμοιαζε σαν όνειρο, σαν οπτασία φευγαλέα. Στο λιγοστό φως προσπάθησε να δει την νεαρή κοπέλα λίγο καλύτερα, κάτι πιτζάμες ανοιχτόχρωμες, φαρδιές, φορούσε, αθλητικά άσπρα, την παρακολουθούσε να ανοίγει αθόρυβα ένα μπουκάλι κόκα κόλα, ένα τέτοιο θέαμα δεν το βλέπεις κάθε μέρα, είναι κάπως αλλόκοτο για κάποιον λόγο όμως δεν φοβόταν. Η κοπέλα πρέπει να είχε πολύ θράσος αλλά και ταλέντο για να κάνει κάτι τέτοιο, προφανώς της άρεσε να μπαίνει σε ξένο χώρο κρυφά χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς προκαλώντας αναστάτωση και κάποιον φόβο, την εξιτάριζε, πρέπει να ήταν και λίγο παλαβή, διασκέδαζε να κάνει κάτι παράνομο, κάποιοι άνθρωποι είναι πραγματικά περίεργοι, δεν ξέρεις τι θα τους μπει στο μυαλό και τι θα κάνουν.

Όπως ήταν ξαπλωμένος σκεφτόταν τι να κάνει, να την πιάσει όπως ήτανε και να την ταρακουνήσει άσχημα που τον είχε κατατρομάξει, να καλέσει την αστυνομία, να της μιλήσει, όπως και αν είχε δεν υπήρχε περίπτωση να του προβάλει αντίσταση εγκλωβισμένη εκεί μέσα, σκέφτονταν ένα σωρό πράγματα, δεν μπορούσε να αποφασίσει, σε λίγο θα ξημέρωνε, ξαφνικά το κορίτσι σηκώθηκε προσεχτικά κι άρχισε να κινείται αδιόρατα όπως ήρθε, σαν οπτασία, σαν αερικό. Πραγματικά οι κινήσεις της ήταν αιθέριες καθώς δρασκέλιζε το χώρο και τραβούσε μαλακά την συρόμενη πόρτα, περίμενε λίγο και μετά πήγε προς το μπαλκόνι, την είδε να σκαρφαλώνει στο δέντρο κι από κει να περνά στο μπαλκόνι της και να χάνεται...

Όταν έμεινε μόνος του ένιωθε παράξενα, το φεγγάρι ψηλά φαίνονταν να διαγράφει την αέναη κυκλική τροχιά του σκορπώντας μια λάμψη στον ουρανό, ήταν εκείνη η ώρα που το λυκόφως βρισκόταν στο απώτατο σημείο του καθώς άρχιζε η μυστήρια διαδικασία μετασχηματισμού του σκοταδιού σε φως, στο βάθος μακριά οι γραμμές από μια κορυφή άρχισαν να βάφονται κόκκινες σε μια λωρίδα πολύ στενή που απλώνονταν ως πέρα μακριά χρωματίζοντας τον ορίζοντα.

Σκεφτόταν αυτό που είχε συμβεί, το ασυνήθιστο του πράγματος τον είχε γεμίσει μ’ ένα συναίσθημα βαθύ, θα έλεγε κανείς ότι του άρεσε όλο αυτό. Γύρισε στην κουζίνα κι άγγιξε την καρέκλα όπου κάθονταν το κορίτσι, έφερε στο νου του όλο το περιστατικό και πιο πολύ τον τρόπο που είχε φύγει η κοπέλα σα να γλιστρούσε στο χώρο, σκέφτονταν ότι ευχαρίστως θα το ξαναζούσε, ένα σωρό σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό του, μια πνευματικότητα και μια ηρεμία τον είχε κατακλύσει. Ήταν ώρα να κοιμηθεί πια, καθώς περπατούσε προς το δωμάτιο του άκουσε όπως κι άλλες φορές ομιλίες και γέλια πίσω πίσω από τον τοίχο, ασυναίσθητα ακούμπησε τις παλάμες του στα τοιχώματα και τότε τα γέλια κι οι φωνές με κόπηκαν απότομα ενώ με μιας όλες οι λάμπες του διαμερίσματος άρχισαν ν’ αναβοσβήνουν σαν παλαβές , αυτό πρέπει να κράτησε για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΑΖΟΠΕΤΡΑΣ

‘’Βλέπεις εκείνη την καρυδιά εκεί απέναντι στο δάσος !’’ μου είπε ο τυφλός δείχνοντας ένα δέντρο με παχύ πράσινο φύλλωμα ‘’Από κάτω της έγινε ένα φονικό κάποτε, κάποιος σκότωσε μια κοπέλα, τότε τα ζευγαράκια έρχονταν κατά δω, ήταν έρημα, ήσυχα, δεν υπήρχε ούτε αυτός ο δρόμος που βλέπεις ούτε τίποτα, ερημιά, κάτι συνέβηκε μ εκείνο το ζευγάρι, έπειτα από καιρό έπιασαν έναν στρατιώτη, είπαν ότι εκείνος τη σκότωσε, άλλη όμως ήταν η αλήθεια...’’

Κάπου τα είχα ξανακούσει αυτά, κάπου την είχα διαβάσει την ιστορία που διηγούνταν εκείνος ο τυφλός σ ένα περιβόλι στην άκρη της πόλης, είχαμε πάει να μαζέψουμε σταφύλια από το κτήμα του, δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου όσο περνούσαν τα χρόνια, είχε αρχίσει να τυφλώνεται εντελώς, μόνο το φως του ήλιου όταν τον χτυπούσε στα μάτια ένιωθε. Χρειαζόταν κάποιον να του δείχνει το μονοπάτι που έβγαζε στο χωράφι του, τα σταφύλια είχαν ωριμάσει, είχαν γίνει γλυκά παίρνοντας ένα χρώμα βαθύ κόκκινο, μπροστά στην είσοδο του κτήματος υπήρχε μια τεράστια σανσιβιέρια με πλοκάμια πελώρια που απλώνονταν σα χταπόδι, ροδιές με καρπούς που κρέμονταν είχε φυτέψει ο τυφλός στις γωνιές τότε που μπορούσε να δει, το μέρος πρέπει να ήταν πολύ όμορφο κάποτε…

Πολύ μου άρεσε εκείνο το μέρος, ένα κοφίνι σταφύλια μαζέψαμε με τον τυφλό , τα κουβάλησα σπίτι του, φεύγοντας σκεφτόμουν εκείνη την ιστορία με τον στρατιώτη που σκότωσε το κορίτσι, μου είχε κάνει εντύπωση, κάπου την είχα ξανακούσει, κάτι είχα διαβάσει, κάτι μου θύμιζε, έπρεπε να ψάξω. Το βράδυ σκαλίζοντας τη βιβλιοθήκη μου το βρήκα, είχα ένα βιβλίο γι αυτήν την υπόθεση, το είχα αγοράσει απ’ τα παλιατζίδικα όταν ήμουν φοιτητής, ήταν το μόνο που είχα κρατήσει από τότε, όλα τ’ άλλα τα πέταξα, δεν κράτησα κανένα, για κάποιο λόγο αυτό είχε ξεμείνει.

Ένας δημοσιογράφος παλιός το είχε γράψει, έλεγε για τον στρατιώτη ότι είχε σχέσεις με το κορίτσι που βρήκαν στο δάσος όμως δεν ήταν αυτός ο φονιάς, του τα φόρτωσαν όλα, το έγκλημα το είχε κάνει κάποιος άλλος, ο γιος ενός πλούσιου βιομήχανου που ήταν παντρεμένος και είχε σχέση με την κοπέλα, είχε κάνει κι ένα παιδί μαζί της, τον εκβίαζε ότι θα τα καρφώσει όλα στη γυναίκα του, ο βιομήχανος με το γιο του είχαν κλέψει το εξώγαμο και το έκρυβαν κάπου, υπήρχε μια φήμη ότι κρατούσαν για μέρες το παιδί σ ένα υπόγειο, ακούγονταν πολλά για απαγωγές παιδιών τότε, λέγανε ότι μια ομάδα που είχε και μια γρια πολύ πονηρή ανάμεσα τους τα άρπαζε και τα εξαφάνιζε, αφού είχαν πάρει το μωρό μετά με κάποιο τρόπο η κοπέλα βρέθηκε νεκρή στο δάσος κάτω απ’ την καρυδιά όπου ο στρατιώτης τη συναντούσε, εκεί τη βρήκαν οι αστυνομικοί...

Η ιστορία ήταν πολύ γνωστή, ολόκληρη η πόλη είχε αναστατωθεί έναν καιρό με όσα είχαν συμβεί, ήταν και το γεγονός ότι είχα δει και το μέρος όπου βρήκαν το σώμα κι ήταν σα να ζωντανεύανε όλα, στο βιβλίο περιγράφονταν κι άλλα ανατριχιαστικά, λεπτομέρειες που δε μπορούσες να πιστέψεις.

Είχα καιρό να διαβάσω μια τόσο καλή ιστορία, με είχε επηρεάσει βαθιά, έπαιρνα το βιβλίο παντού, στον καφέ, στο λεωφορείο, στο πάρκο που πήγαινα καμιά φορά, γύρω το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά, τις νύχτες έβρεχε δυνατά, η γη χόρτασε νερό, πόσο καιρό είχε να βρέξει, στέγνωσε ο τόπος, οι θάμνοι στα πάρκα μαράθηκαν, τα φύλα πάνω στα δέντρα ξερά, στην τηλεόραση έδειχνε πλημμύρες, καταστροφές, υδατοστρόβιλους να βγαίνουν απ’ την θάλασσα σαν στήλες μαύρες που κατέβαιναν απ’ τον ουρανό. Η πόλη είχε γεμίσει αυτοκίνητα ξανά, τα φύλλα στα δέντρα έγινα γυαλιστερά σα να ξανάνιωσαν, στις γειτονιές γάμοι γινόντουσαν, μπαλκόνια στολισμένα με τούλια άσπρα, τα βράδια στις πλατείες κόκκινα και γαλάζια σιντριβάνια έβλεπες, ιβίσκοι λευκοί άνθιζαν στα πεζοδρόμια. Πότε τελείωσε το καλοκαίρι, σαν χτες ήταν που την είδα μες το πλήθος να κατεβαίνει απ’ το αστικό, έψαχνε τα μάτια μου να δει πως είμαι, θε μου πως ήμουν εκείνη τη μέρα, τι ζέστη έκανε, πόσο την ήθελα! Σαν χτες ήταν που είχαμε πάει , σ ένα χωριό ορεινό, δροσερό, με νερά και τον άνεμο να φυσά στο πρόσωπο, σαν χτες ήταν που την έβλεπα να γυρίζει απ’ τη θάλασσα μ ένα τουρκουάζ μπλουζάκι, τα σγουρά μαλλιά να κυματίζουν καθώς είχαν στεγνώσει απ’ τον αέρα, το πρόσωπο κόκκινο απ’ τον ήλιο, μια μυρουδιά αρμύρας στο σώμα...

Στη δουλειά επικρατούσε πανικός, έπρεπε να κάνουμε ανακαίνιση στο μαγαζί οπωσδήποτε, τόσον καιρό το καθυστερούσαμε, δεν πήγαινε άλλο, είχαμε βγάλει έξω ένα βουνό σαβούρες και σκουπίδια απ’ το υπόγειο, οι γείτονες διαμαρτύρονταν, μας έλεγαν να φωνάξουμε τον δήμο, τελικά τα μοιράσαμε σ’ όλους τους κάδους που υπήρχαν στο τετράγωνο, εγώ όποτε μπορούσα έριχνα μια ματιά στο βιβλίο που κουβαλούσα μαζί μου, κάποια στιγμή το είχα αφήσει πάνω σ ένα τραπέζι , o πατέρας του αφεντικού, ένας δύστροπος γέρος με μεγάλα φρύδια που τον φοβόμασταν όλοι όποτε έρχονταν, πέρασε από κει, το πρόσεξε ‘’Ποιανού είναι αυτό;’’ ρώτησε, το ξεφύλισσε λίγο, δεν είπε τίποτα…

Φοβόμουν ότι θα τά κουγα όμως επικρατούσε χάος, κανείς δεν έμοιαζε να ασχολείται μαζί μου, φοβόμασταν ότι εκείνοι που είχαν έρθει να μας επιθεωρήσουν θα έκλειναν το μαγαζί και μετά τι θα γίνονταν, το αφεντικό ήταν πεθαμένο, αγχωμένο, τσακισμένο, πολλές φορές κοιμόταν στην καρέκλα, καθόταν εκεί πέρα και τον έπαιρνε ο ύπνος, πως το έκανε δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, όποτε ξυπνούσε ερχόταν πανικόβλητος με τα μάτια πρησμένα, έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπο να συνέλθει και μετά έπαιρνε μπρος , σε κάποια στιγμή ένιωσε ότι πεινούσε, εμείς είχαμε παραγγείλει μια μακαρονάδα με φέτα, με το που την είδε έπεσε με τα μούτρα, την καταβρόχθισε όλη, δε μας άφησε τίποτα, είχε λυσσάξει, πάνε τα μακαρονάκια μας, μετά ζήτησε ένα τσιγάρο κι έναν καφέ να στανιάρει, εγώ έτρεχα να του τα βρω, ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές.

Όταν ανακαλύφθηκαν στο υπόγειο ένα σωρό μπουκάλια μπύρας άδεια έπρεπε να γυρίσω όλα τα σούπερ μάρκετ της γειτονιά για να τα επιστρέψω, γυρνώντας πίσω άκουσα φωνές, στο υπόγειο του μαγαζιού ο πατέρας του αφεντικού, εκείνος ο γέρος με τα σμιχτά φρύδια που φοβόμασταν, πάλευε μες τις παλιατζούρες να ξεχωρίσει αν άξιζε τίποτα για να μας το στείλει απάνω, εμάς κάτι μας είχε πιάσει και γελούσαμε συνέχεια, στεκόμασταν στην κορυφή του ανοικτού ασανσέρ και βλέπαμε από κάτω το γέρο που καθάριζε στα σκοτεινά, έβριζε όλη την ώρα και καταριόταν, προσπαθούσαμε να διακρίνουμε τις παλιές πόρτες που υπήρχαν δεξιά κι αριστερά του υπογείου, λέγανε ότι έβγαζαν σ’ άλλα μαγαζιά, γειτονικά, έλεγαν μάλιστα ότι κάποια πόρτα θα μπορούσε να βγάζει στο υπόγειο μιας τράπεζας που ήταν λίγο πιο κάτω στη γωνία, άμα ήθελε κάποιος να κλέψει θα μπορούσε να κινηθεί από κει κάτω σκάβοντας όπως στις ταινίες…

Όπως στεκόμασταν από ψηλά και γελούσαμε κοιτάζοντας κάτω με φώναξε, ‘’Έλα εδώ λίγο εσύ, σε θέλω!’’ δεν είχα πάει ποτέ στο υπόγειο, κατέβηκα αργά αργά, το ασανσέρ έτριζε, ήταν σκοτεινά, μια λάμπα μόνο που κρέμονταν από μια κολώνα έριχνε λίγο φως, ‘’Έλα κάτι να σου δείξω!’’ μου είπε. Προχώρησε στο βάθος ανάμεσα σε έπιπλα που μύριζαν μούχλα, τον ακολούθησα, έβγαλε ένα κλειδί απ’ την τσέπη, το δοκίμασε σε μια πόρτα μεταλλική, ‘’ Ξέρεις που οδηγεί από δω κάτω; Μπορείς να βγεις μέχρι τη θάλασσα, όταν νοίκιασα το μαγαζί ο παλιός ιδιοκτήτης μου έδειξε αυτό το πέρασμα, αυτό που βλέπεις φτάνει μέχρι το εργοστάσιο εκείνου του πλούσιου βιομήχανου, αυτουνού που λέγανε ότι ο γιος είχε κλέψει το παιδί στο βιβλίο που διαβάζεις, πολλές νύχτες άκουγαν ένα κλάμα κι αναρωτιούνταν από που προέρχονταν, ο παλιός ιδιοκτήτης είχε δοκιμάσει μια φορά να δει τι υπήρχε, πέρασε όλο το τούνελ και βγήκε σε μια αποθήκη αχανή, κι εκεί, το λέω κι ανατριχιάζω τώρα…’’ έκανε ο γέρος ΄΄….εκεί είδε το παιδί καθισμένο στα σκοτεινά, καθόταν εκεί τρομαγμένο με τα ματάκια του να χάσκουν σα χάντρες, τρελάθηκε, έβαλε τις φωνές φώναξε τη γυναίκα του, πήγαν αμέσως στην ασφάλεια, όμως όταν ήρθαν οι αστυνόμοι δεν βρήκαν τίποτα...

Καλά τώρα ήταν που εκείνη η καταραμένη υπόθεση έμπαινε μέσα μου εντελώς, πήγα στο σπίτι και διάβασα όλες τις λεπτομέρειες, είχε αρχίσει να μου τη δίνει εκείνη η ιστορία, τη νύχτα δε κοιμήθηκα καλά, στα όνειρα μου έβλεπα μωρά, υπόγεια, δέντρα, δάση, πεθαμένους, δε μπορούσα να καταλάβω πως είναι δυνατόν να θέλεις να κάνεις κακό σ’ ένα παιδί μικρό που δεν έχει ιδέα τι γίνεται γύρω του, κι έπειτα πως μπορείς να προστατέψεις αυτά τα πλασματάκια από τον κάθε μοχθηρό τύπο που παραμονεύει για να βρει ευκαιρία να σου τ’ αρπάξει μέσα απ’ τα χέρια, κι εκείνη η γριά η διαβολική τι τέρας ήτανε ρε φίλε, άμα έχεις παιδί μ’ όλους αυτούς τριγύρω δεν πρέπει να κοιμάσαι ποτέ !

Την Κυριακή είχα ιδιαίτερα μ’ ένα κοριτσάκι , θε μου τόσο μικρό που ήτανε, όλο μου έδειχνε το δωμάτιο του που ήταν βαμμένο ροζ, η μάνα του μου είπε ότι πρόσφατα το είχαν φτιάξει για το μικρό της το χαϊδεμένο, μέχρι τότε κοιμόταν με τα αδερφάκια του, μπορούσε να ζωγραφίσει ένα σωρό πράγματα, ένα λουλούδι, ένα δέντρο, ένα σπίτι, ένα λιοντάρι - αυτό το έκανε λίγο σαν πρόβατο. Είχα ξεχάσει πως κάνουν μάθημα σε τόσο μικρά, έπρεπε να της πω την άλφα βήτα αλλά δεν θυμόμουν τη σειρά των γραμμάτων, ποτέ δεν την έμαθα, ευτυχώς το μικρό δεν το κατάλαβε, ‘’’Κοιτάξτε την κασετίνα μου! ‘’ είπε ‘’Έχει τρία δωμάτια!’’ ανοιγόκλεισε τα φερμουάρ ‘’Το πρώτο το σαλόνι, το δεύτερο η κουζίνα, το τρίτο η κρεβατοκάμαρα!’’

Όπως τό βλεπα τόσο μικρό σκεφτόμουν εκείνο το παιδί που το είχαν κλεισμένο στο υπόγειο , το κοριτσάκι συνέχιζε απτόητο σα να ήθελε κάποιον να μιλήσει και να του πει ένα σωρό πράγματα που είχε στο μυαλουδάκι του, ‘’Θέλετε να σας διαβάσω μια ιστορία λέγεται ‘’Ο κύριος της γαλαζόπετρας’’ λέει για κάποιον που είχε ένα φυλαχτό από γαλάζιο πετράδι και μ αυτό έβρισκε όλους τος θησαυρούς που ήταν κρυμμένοι κάτω απ το χώμα, ήταν πολύ θαυματουργή η πέτρα, όλοι την φοβόντουσαν, ακόμα κι οι γριές μάγισσες που ήθελαν να του κάνουν κακό, μια απ αυτές την πιο κακιά, την είχε θάψει μέσα σ ένα βράχο που τον άνοιξέ με κείνη τη μαγική γαλαζόπετρα, την έκλεισε μέσα για πάντα, άμα περάσεις από κείνο το μέρος ο βράχος βουίζει, μπορείς να τον ακούσεις ...

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

ΒΑΝ ΝΤΑΜ

Με το που κατέβηκε από το αμάξι ένιωσε ότι ένας Πακιστανός την ακολουθούσε, πρόσεξε ότι κοντοστάθηκε μια στιγμή κι έπειτα συνέχισε να περπατά πίσω της, όπως γύρισε απότομα της φάνηκε ότι μια λεπίδα γυάλιζε στο χέρι του, ανατρίχιασε, τώρα που το σκεφτόταν από κάπου τον ήξερε, την κοίταζε σ’ ένα μαγαζί με καφέδες, αυτός ήτανε, ένας μυώδης με γενειάδα, κάπως σκοτεινός, ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό του, κι αν κουβαλούσε καμιά λεπίδα ο Ασιάτης αυτή θα κατέληγε φέτες σαν μορταδέλα, τόσα βλέπεις ρε φίλε στην τηλεόραση να γίνονται !

Σε μια στροφή προσπάθησε να κρυφτεί όμως ο ξένος την είχε πάρει από κοντά, είχε αρχίσει να αγχώνεται άσχημα, της έρχονταν να φωνάξει ‘’Τι θέλεις άνθρωπε μου, σήκω φύγε από δω!’’ αλλά πάλι τέτοια ώρα ποιος θα ασχολούνταν μαζί της, τα μπαλκόνια φαίνονταν άδεια, οι πόρτες κλειστές. Δεν θα ξεκινούσε με τίποτα για κείνη τη γειτονιά τέτοια ώρα αν δεν την έπρηζε το αφεντικό της, εκείνη η βλαμμένη η γυναίκα που της είχε βγάλει την πίστη, τόση ώρα είχε που σχόλασε και της τηλεφώνησε να πάει στον λογιστή για κάτι επείγον, έπρεπε να του παραδώσει έναν πάκο τιμολόγια, εκείνος καθόταν μέχρι αργά της είπε, δεν θα είχε πρόβλημα, ξεκίνησε λοιπόν νυχτιάτικα .

Ένας θόρυβος την έκανε να τιναχτεί, τα ποτιστικά του πάρκου που γειτόνευε με τα τείχη είχαν ανοίξει αυτόματα εξαπολύοντας νερό στους διψασμένους θάμνους και στα αναρριχητικά χόρτα που φύτρωναν στις ξερολιθιές, μικρά σιντριβάνια άρχισαν ν εξαπολύουν νερό. Σκιάχτηκε για τα καλά, δεν υπήρχε περίπτωση να ξεκινήσει τέτοια ώρα κατά κει αν δεν ήξερε καλά το μέρος, ένα διάστημα δούλευε σ’ εκείνη την περιοχή αλλά τα τελευταία χρόνια τα πράγματα είχαν αγριέψει αγριέψει, περνούσε τακτικά από κει κατεβαίνοντας στο κέντρο, το σπίτι της δεν απείχε και πολύ, έπρεπε να κατέβει κάτι σκαλοπάτια πέτρινα, αριστερά μια μονοκατοικία που είχε για τοίχο σαρκοφάγους στρωμένες η μια πάνω στην άλλη σαν τεράστια τούβλα μαρμάρινα, μια απ’ αυτές ήταν γεμάτη με γράμματα σκαλιστά, κάποτε τις είχαν ενσωματώσει στα τείχη της παλιάς πόλης κι αργότερα κάποιοι με τη σειρά τους έκαναν το τείχος και τις σαρκοφάγους μέρος του δικού τους σπιτιού, ήταν λίγο κουφό, φαντάσου να μένεις σ ένα σπίτι που είχε για τοίχο τρεις τέσσερις τάφους! Μετά τα τείχη έπρεπε να περπατήσει δίπλα από ένα παλιό τσιμεντένιο υδραγωγείο γεμάτο γκράφιτι, εκεί κοντά μαζεύονταν τα απογεύματα ένα μωσαϊκό από Αλβανούς, γύφτους, Πακιστανούς, Ρώσους, η πόλη είχε γεμίσει από ξένους, τους συναντούσες σε κάθε βήμα, μερικοί ήταν προκλητικοί, επιθετικοί, είχε αρχίσει να γίνεται σπαστικό, σου την έδινε όλο εκείνο το μωσαϊκό που κουβέντιαζε τα απομεσήμερα σε γλώσσες μυστήριες ψάχνοντας για το αεράκι που διαπερνούσε τα σοκάκια....

Κι αυτός ο λογιστής ήταν ανάγκη να πάει να χώσει το γραφείο του σε κείνα τα καταραμένα τα στενά όπου οι Ρώσοι κι οι Αλβανοί κάθονταν ανακούρκουδα καπνίζοντας κάτι τσιγάρα βαριά, ‘’Μα τι ηλίθιος !΄΄ σκεφτόταν μέσα της. Όμως για να είμαστε ειλικρινείς ακόμα και τώρα που είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές της γης εκεί πέρα και είχαν κάνει το μέρος μαχαλά του τρίτου κόσμου πολύ της άρεσε η τοποθεσία ψηλά πάνω απ’ την πόλη στον αυχένα ενός λόφου που δέσποζε στο χώρο. Τα βραδάκια οι γριές έβγαιναν στα μπαλκόνια να χαζέψουν τη θέα καθώς ολόκληρη η πόλη ήταν από κάτω στο πιάτο τους, οι γέροι πάλι καθόντουσαν σ’ ένα μέρος σαν εξέδρα κοντά σε μια εκκλησιά και χάζευαν με τις ώρες τρώγοντας μαύρα σπόρια, αριστερά ξεχώριζαν οι γιγάντιοι προβολείς ενός γηπέδου που υψώνονταν πάνω απ’ τα σπίτια κι απ’ την άλλη μεριά ένας γερανός σα γίγαντας τεράστιος άπλωνε τους μακριούς βραχίονες του, φορτηγά πλοία άραζαν στη θάλασσα περιμένοντας να φορτώσουν, άμα σήκωνες το κεφάλι μπορούσες να δεις από πάνω σου να υψώνονται αεροπλάνα που ήταν σα να έβγαιναν ανάμεσα από τις πολεμίστρες, καλά το μέρος δεν παίζονταν !

Με το που θα έφτανε στο γραφείο του λογιστή θα ξεσπούσε απάνω του, ο Μπαμπής (έτσι τον λέγανε) θα κάπνιζε σκαλίζοντας χαρτιά σ εκείνο το δωμάτιο που θύμιζε τους παρακμιακούς χώρους των ταινιών του πενήντα με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ γεμάτο σκόνη και μια μυρουδιά κλεισούρας και τσιγάρου που μπορούσε να σε πεθάνει! Ο λογιστής βαριόταν να καθαρίσει, κατά καιρούς έπαιρνε μια Γεωργιανή γυναίκα που συμμάζευε λίγο αλλά σύντομα όλα επανερχόταν στο αρχικό χάος, το μόνο καθαρό μέρος εκεί μέσα ήταν το ψυγείο όπου έβρισκες μοναχά ένα κάρο μπουκαλάκια νερού στοιβαγμένα στα ράφια.

Δεν ήταν πάντα έτσι ο Μπάμπης, πιο παλιά ήταν άψογος, όταν έιχε ξεκινήσει να δουλεύει τα είχε πάρει όλα σβάρνα, δούλευε μέρα νύχτα αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια τα άφηνε όλα για την τελευταία στιγμή, μιλούσε άσχημα στους πελάτες, τους παρατούσε, έκανε ότι να ναι, τους έστελνε στο διάολο! Λέγανε ότι ήταν μανιοκαταθλιπτικός, εκεί που μιλούσε μαζί σου πετούσε κάτι άσχετο εντελώς, μια φορά στα καλά καθούμενα της είχε πει : ‘’Έχεις ένα ευρώ, δεν κουβαλώ μαζί μου καθόλου λεφτά, είναι επικίνδυνο, το θέλω για το λεωφορείο!’’ Καλά ήταν πολύ τρελός, μπορούσε να αρπαχτεί μαζί σου έτσι χωρίς να το καταλάβεις, εκεί που ήταν καλά αγρίευε και γίνονταν επιθετικός, κακός, βέβαια στη δουλειά του ήταν καλός, γατόνι, όσοι τον ήξεραν από παλιά είχαν να λένε, κρατούσε τα βιβλία από κάτι επιχειρήσεις κάτσε καλά, κονομούσε για καιρό αλλά τελευταία βαριόταν ρε φίλε, κάτι είχε πάθει, όλη την ώρα έμοιαζε χαμένος, δεν έβγαινε από το γραφείο, κάπνιζε συνέχεια, είχε ένα βλέμμα απλανές …

Γύρισε ξανά πίσω να δει, ο άλλος ήταν πάντα πίσω της σκέφτηκε να τον μπερδέψει πηγαίνοντας από ένα δρομάκι αλλά αυτός επέμενε σαν κυνηγόσκυλο, την βρήκε ‘’Τι βλακεία έκανα!’’ σκέφτηκε η γυναίκα, μέσα της ο φόβος μετατρέπονταν σιγά σιγά σε θυμό, τώρα ήταν έξαλλη μ’ εκείνο το τούβλο την αφεντικίνα της, καλά θα τ' άκουγε χοντρά, θα την έλουζε άσχημα! Όχι δεν θα τάχωνε σ αυτήν, ο Μπάμπης θα τ’ άκουγε ''Ρε βλαμμένε!’’ θα του φώναζε ‘’Που στο δαίμονα βρήκες και χώθηκες εδώ μες τους γκάγκστερ και τους μαχαιροβγάλτες !’’ τον φαντάζονταν ήδη να την κοιτά σα χάνος.

Τον ήξερε καλά, ένα φεγγάρι τα είχαν κιόλας, εκείνος δούλευε γκαρσόνι σ ένα μαγαζί νυχτερινό, αυτή ξεσάλωνε κάθε νύχτα με τις φιλενάδες της, ήταν ερωτευμένη μαζί του και πως θα μπορούσε να μην είναι, ήταν ψηλός, όμορφος, φτυστός ο Βαν Νταμ, έχεις δει ταινίες του, ένα τέτοιο πράγμα ακριβώς, ωραίος με κάτι άγριο και λίγο βίαιο στο πρόσωπο του, οι γυναίκες τρελαίνονταν για κείνον, πάντοτε έπαιρνε τα περισσότερα φιλοδωρήματα, όλες από κείνον προτιμούσαν να σερβιριστούν, μιλάμε ότι μάζευε πολλά λεφτά, δεν μπορείς να φανταστείς τι χρήμα κυκλοφορούσε στα μαγαζιά τη νύχτα τότε. Τον περίμενε μέχρι να σχολάσει κι ύστερα καθόντουσαν οι δυο τους σ ένα παγκάκι και μιλούσαν μέχρι το ξημέρωμα, τον αγαπούσε πολύ όμως εκείνος είχε μπλέξει με κάτι παρέες ύποπτες, με κάτι υποθέσεις όχι πολύ νόμιμες, έβγαζε πολύ χρήμα, ταξίδευε στο εξωτερικό, στην Ιταλία πιο πολύ, δεν της έλεγε ποτέ τι έκανε εκεί πέρα μόνο φωτογραφίες της έστελνε από τα καλύτερα εστιατόρια της Ρώμης, του Μιλάνου, της Φλωρεντίας, μετά είχε άρχισε να της φέρεται άσχημα, τη ζήλευε, της έκανε σκηνές, της έσπαγε τα νεύρα, μα τι βλάκας, τελικά τον έστειλε στο διάολο και ησύχασε...

Με το που έφτασε στην πολυκατοικία και διέσχισε την πυλωτή χαλάρωσε λίγο, χτύπησε δέκα φορές το κουδούνι και περίμενε, ο Μπάμπης τώρα θα καθάριζε, σιγά μη μασούσε τόσα χρόνια στη νύχτα, ένα τσιγάρο χρειαζόταν οπωσδήποτε να στανιάρει, άνοιξε τη τσάντα της ψάχνοντας το πακέτο και το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν τα μάτια του που γυαλοκοπούσαν, ήταν πολύ δυνατός, το μυαλό της δούλευε σαν παλαβό, τι διάβολο θα της έκανε, που θα την πήγαινε, θε μου μόνο το πρόσωπο της δεν ήθελε να πειράξει, όλα τ’ αλλά μπορούσε να τα κρύψει, ήταν νέα ακόμα, πως θα κυκλοφορούσε με καμιά χαρακιά στο μάγουλο σα βαρυποινίτισσα, το χέρι της πονούσε έτσι όπως της το έστριβε, μια μελαγχολία έπιανε να την κυριεύει, έκανε μια προσπάθεια να ξεκολλήσει από πάνω του, δεν είχε καμιά ελπίδα, ο άλλος ήταν πέντε φορές πιο δυνατός.

Και ρε φίλε η μέρα της είχε ξεκινήσει τόσο ωραία. Το σαββατοκύριακο είχε πάει για μπάνιο, ο καιρός είχε γυρίσει, το καλοκαίρι ανήκε στο παρελθόν επιτέλους, το βράδυ της Κυριακής με το που γύρισε έβρεχε και μπουμπούνιζε, επιστρέφοντας πέρασε με το αμάξι της ακριβώς από κείνα τα στενά, που να το φανταζόταν! Έκανε ένα ντους και κάθισε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τις σταγόνες να πέφτουν πυκνές στα φύλα ενός πλατάνου αντίκρυ απ’ το σπίτι της, χείμαρροι κατέβαζαν νερό στο δρόμο κάτω από την πολυκατοικία, τη νύχτα έκανε και λίγο κρύο, έπρεπε να σκεπαστεί με το σεντόνι, τι ωραία που ήτανε!

Το τέλος του καλοκαιριού ήταν γλυκό σ εκείνη τη γειτονιά όπου έμενε καμιά εικοσαριά χρόνια τώρα και δεν είχε σκοπό να φύγει για κανένα λόγο, είχε συνηθίσει, όλα της φαίνονταν ευχάριστα, τα μεσημέρια μοτοσικλέτες κυκλοφορούσαν σα φαντάσματα στα στενά, στα καφενεία ποτά αεριούχα κι ανθρακούχα ανέδυαν φυσαλίδες στην επιφάνεια των ποτηριών, έλικες από κλιματιστικά στριφογύριζαν βουίζοντας, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο μπορούσες να δεις σε μια τηλεόραση αγώνες της φόρμουλα ένα, αυτοκίνητα τρακάριζαν, αμάξια καίγονταν, λάστιχα έμοιαζαν πυρπολημένα…

Όχι δεν είχε καμιά δουλειά να έρθει βραδιάτικα κατά κει, κι αυτοί όλοι οι μαυριδεροί από που είχαν ξεσηκωθεί να ρθουν κατά δω, ποιο κάθαρμα τους είχε διώξει από τις πατρίδες τους και τους έβαλε να περπατούν μήνες και χρόνια μέσα από βουνά και λαγκάδια, γιατί δε κάθονταν στα καταραμένα τ’ αυγά τους, τι ήθελαν, τι ζητούσαν, που θα χωρούσαν, τι θ’ απογίνονταν, γιατί έπρεπε να την πληρώσει αυτήν για όλες τις αδικίες της γης, αυτή το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο σπιτάκι της και να πέσει ξερή για ύπνο, εκείνος ο λογιστής έφταιγε για όλα που είχε ξεκουφαθεί και δεν άκουγε το κουδούνι, όταν τελείωνε όλο αυτό θα τον τακτοποιούσε καλά, της έρχονταν να ουρλιάξει από όλο αυτό που την έπνιγε, και που ήταν Μπάμπης ο Βαν Νταμ να του καταφέρει του άλλου καμιά ξεγυρισμένη κλωτσιά με θεαματικό φλιπ στον αέρα σαν ιπτάμενος Ολλανδός, ένα κόλπο που έκανε ο ηθοποιός για να δώσει στα χτυπήματα του περισσότερη ισχύ, που ήταν ο φίλος της να του καταφέρει του Πακιστανού μερικά άπερκατ, μερικά κροσέ, να παλέψει με τον ξένο και να κυλιστούν στο χώμα όπως στα έργα, που στο διάβολο ήταν αναρωτιόταν όταν μια χερούκλα τεράστια εμφανίστηκε απ’ το σκοτάδι, έπιασε τον τύπο απ’ το λαιμό και τον στρίμωξε στο τσιμεντένιο τοίχο, ΄Άντε ρε Μπάμπη!’’ φώναξε.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ

Στα νεκροταφεία όλους που είχαν πεθάνει τους ήξερα, το μέρος μου φαίνονταν οικείο, ή μάνα μου μ’ είχε στείλει να καθαρίσω τον τάφο του πατέρα, ο αδερφός μου είχε αναλάβει το έργο για χρόνια κι έπρεπε να κάνω κι εγώ κάτι, η φωτογραφία στο μνήμα του μ’ έκανε να σκιαχτώ , ήταν απ’ το γάμο της αδερφής μου, ένα σακάκι φορούσε, ένα πουκάμισο άσπρο, όποτε πήγαινα στον τάφο του κάτι μ έπιανε, ήταν κι εκείνο το μνήμα μιας συμμαθήτριας που είχε πνιγεί όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών που μ’ ανατρίχιαζε, καλά ήταν πολύ όμορφη, κουκλάρα πραγματική, σα να την έβλεπα μπροστά μου, είχε περάσει καιρός αλλά το μνήμα της έστεκε όπως το θυμόμουν, η γιαγιά της το φρόντιζε μέχρι που πέθανε κι εκείνη, έπειτα είχε αναλάβει μια θεία της που την υπεραγαπούσε, οι γονείς της είχαν φύγει κάπου στο εξωτερικό, δεν άντεξαν. Στο σχολείο όλοι τη γουστάραμε εκείνη την κοπέλα , τρελαινόμασταν, πεθαίναμε σου μιλάω για ένα πράγμα τρομερό, είχε κάτι που σε τραβούσε διαβολεμένα, κι ύστερα πήγε και πέθανε έτσι στα καλά καθούμενα, έφαγε μια πίτσα προτού κολυμπήσει και πάει, δε μπορούσαμε να το πιστέψουμε...

Χρειαζόμουν ένα βετέξ, αυτό που μου είχε δώσει η μάνα μου έλιωσε γρήγορα τρίβοντας τα κεριά που είχαν χυθεί, έψαξα σ’ ένα διπλανό μνήμα, βρήκα, ήμουν σίγουρος ότι η γυναίκα που ήταν θαμμένη εκεί δεν θα είχε πρόβλημα, ήταν τόσο καλή όσο ζούσε. Γύρω τάφοι περιποιημένοι, όμορφοι, ταχτοποιημένοι, κάποιοι είχαν ακόμα και μαρμάρινα ντουλαπάκια με κλειδαριές, κατά καιρούς λέει έρχονταν κλέφτες και παίρνανε το λάδι , αναπτήρες, απορρυπαντικά, ότι πολύτιμο έβρισκαν, έπιασα να καθαρίσω το μάρμαρο του τάφου, απόγευμα ήτανε μα έκανε ζέστη τρομερή, ξαφνικά εντελώς ένα κουνέλι ολόασπρο πετάχτηκε μέσα απ’ τα ξερόχορτα κι άρχισε να τρέχει τρομαγμένο, βρήκε ένα άνοιγμα στα κάγκελα του νεκροταφείου και την κοπάνησε, , δε μπορούσα αν καταλάβω τι γύρευε εκεί, τα νεκροταφεία βρίσκονταν μακριά απ’ το χωριό, καλά αυτό ήταν πολύ κουφό, κι αν ήταν σημάδι τι σήμαινε;

Μαζί μου είχα και τον Λορένζο, ξέχασα να στο πω, έναν Κύπριο χοντρούλη με μούσι πυκνό κι ένα δόντι πιο μακρύ στην άκρη του στόματος που θύμιζε βρικόλακα, δεν του άρεσαν καθόλου τα μνήματα, ήταν πολύ προληπτικός, με το που είδε το κουνέλι άρχισε να σταυροκοπιέται, βιαζόταν να φύγουμε. Εγώ ένιωσα παράξενα, όλες εκείνες τις μέρες μια αγωνία ανεξήγητη μ’ είχε πιάσει, μια ζαλάδα, το κεφάλι μου πονούσε, δε μπορούσα να καταλάβω από πού προέρχονταν, η θερμοκρασία είχε αρχίσει επιτέλους να πέφτει, φθινόπωρο μύριζε, η αγαπημένη μου εποχή, το στοιχείο μου, κανονικά θα έπρεπε να νιώθω καλά όμως είχα αγχωθεί, ήθελα να κλείσει καλά η περίοδος, να είμαι έτοιμος για την επόμενη, να μελετήσω και το καλοκαίρι, πως περνά ο κόσμος, πως περνώ εγώ, τι θέλω, να τα προλάβω όλα, έτσι όμως χάνεις το σήμερα, έτσι την πατάω πάντα!

Μέρες τώρα ήμουνα έτσι, στα intersport δεν μπορούσα να βρω τα παπούτσια που ήθελα, έχουν αλλάξει όλα τα μοντέλα, δε μου άρεσαν καθόλου, τουρίστες ξένοι μιλούσαν κάτι γλώσσες βαριές, ανατολίτικες, σε μια κάμερα στην είσοδο έβλεπα τη σκιά μου να περπατά. Στα λεωφορεία κοιμόμουν ξερός, έχανα τις στάσεις, κατέβαινα όπου να ναι, έπρεπε να περπατήσω κατόπι, μια μέρα όπως έβγαινα ένα κορίτσι με φώναξε ‘’Κύριε κάτι σας έπεσε!’’, μου έδωσε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, το ευχαρίστησα, καλά έτσι που ήμουν όλο βλακείες έκανα! Το καλύτερο βέβαια ήταν με τα αστικά που είχαν κλιματισμό καλό, με το που έμπαινες μέσα το μυαλό κατευθείαν καθάριζε, η διάθεση ανέβαινε, μπορούσες να σκεφτείς, να δεις τι σου γίνεται…

Όπως καθάριζα το τζαμάκι του τάφου έπαιρνα μάτι τα γειτονικά μνήματα, όλους τους ήξερα, καλά ήταν πολύ τρελό, έλειπα καμιά τριανταριά χρόνια και ήταν σαν τους ξανάβλεπα μπροστά μου μετά από τόσον καιρό, ο Κύπριος έκανε χειρονομίες σπαστικές, είχε βαρεθεί, εγώ δεν βιαζόμουν καθόλου, δε πα να χτυπιόταν ο άλλος, άλλωστε πάντα έτσι σπαστικός ήτανε από τότε που τον είχα γνωρίσει στην Αντιγονιδών. Εκεί πέρα μια πιάτσα είχε γίνει, ένα φαγάδικο για όρθιους, ένα προποτζίδικο, όλη την ώρα τριγυρνούσε μήπως και πιάσει κάνα νούμερο ή κάναν αγώνα, μα τι τζογαδόρος που ήτανε, εκεί είχαμε γνωριστεί. Πολλές φορές πήγαινα στο ραφείο του κάπου στη Βενιζέλου, ήταν ράφτης και μάλιστα πολύ καλός, απ’ το μπαλκόνι του μπορούσες να δεις μέχρι κάτω τη θάλασσα που απλώνονταν πίσω απ’ τις φυλλωσιές, εκεί μαζεύονταν ένα σωρό αργόσχολοι μπροστά από τραπέζια με ουίσκι παίζοντας τάβλι και μασουλώντας καρπούς ξηρούς, καναρίνια κίτρινα και πορτοκαλιά στριφογύριζαν στα κλουβιά τους χαλώντας τον κόσμο, μια τηλεόραση έπαιζε από πάνω, μέσα σ εκείνον τον χαμό ο Κύπριος με το δόντι του δράκουλα κατάφερνε να ράψει, να μετρήσει, να γαζώσει πουκάμισα και παντελόνια σ ένα δωματιάκι σκοτεινό που είχε πιο πίσω, είχε φαγωθεί να έρθει μαζί μου στο χωριό, δεν είχε κανέναν συγγενή στην Ελλάδα, δεν ήξερε πώς να σκοτώσει την ώρα του τώρα το καλοκαίρι…

Αποδείχτηκε ότι τα σπίτια μας ήταν κοντά, κάθε βράδυ παίρναμε μαζί το τελευταίο αστικό, στη στάση κόσμος περίμενε χαζεύοντας βιτρίνες, λιγοστά αμάξια πήγαιναν κι ερχόντουσαν, η πόλη είχε αδειάσει, όλοι σχεδόν είχαν φύγει κι όσοι μείνανε έμοιαζαν να βαριούνται, θα ήθελαν κι αυτοί να είχαν φύγει με τους άλλους για κάπου, να προλάβουν έστω και λίγο, να φύγουν πριν απ’ το τέλος του καλοκαιριού όπου να ναι, μόνο να φύγουν ! Στις πολυκατοικίες τα συνεργεία καθαρισμού άφηναν σημειώματα καρφιτσωμένα, περίπτερα κατέβαζαν τα στόρια, στα καταστήματα με τα κινητά επιγραφές στα ελληνικά και στα αραβικά, γατιά μικρούτσικα, ελεεινά έβγαζαν τα κεφαλάκια τους κάτω απ’ τα σταματημένα αυτοκίνητα, το πρωί δεκοχτούρες κουρνιασμένες σε μια καρυδιά που κλαδέψανε έκρωζαν σπαστικά, η καρυδιά όμως ήταν όμορφη, δε σταμάτησε όλο το καλοκαίρι να βγάζει φύλλα και κλαδιά πράσινα, κάποια φλέβα θα βρήκε υπόγεια και τραβούσε νερό προς τα πάνω, μα πόσο είχαν μεγαλώσει ρε φίλε!

Η πόλη ήταν άδεια, στις στροφές των δρόμων κώνοι για να μη παρκάρεις στραπατσαρισμένοι, ισοπεδωμένοι, κάποια μαγαζιά εξακολουθούσαν πεισματικά να παραμένουν ανοιχτά σα να μην ήξεραν πως είναι να κλείνεις, άδειοι οι δρόμοι , μονάχα πρεζόνια και μετανάστες μελαψοί κυκλοφορούσαν σα φαντάσματα, πόσοι έχουν έρθει ρε φίλε, τι θ’ απογίνουν; Ερημιά παντού, όλοι την είχαν κοπανήσει, εγώ πάλι αντί για διακοπές είχα βρεθεί με τον χοντρούλη τον ράφτη να βολοδέρνω στις λαϊκές ψάχνοντας σύκα και σταφύλια κίτρινα και τώρα τον έσερνα στα νεκροταφεία ενώ ο μπαμπάς μου παρακολουθούσε άγρια μέσα απ τη φωτογραφία του, ήμουν σίγουρος ότι θα τον άκουγα από στιγμή σε στιγμή να λέει ‘Πρόσεχε τι κάνεις εκεί πέρα που να σε πάρει !’’ έτσι έκανε πάντοτε. Τελικά αφού παιδεύτηκα και τυραννήθηκα πόση ώρα δεν ξέρω είπα να τελειώσω, πήρα νερό από μια βρύση φτιαγμένη στη μνήμη του κοριτσιού που είχε πνιγεί, έδειχνε να είχε χτιστεί πρόσφατα, ξέπλυνα τα άσπρα μάρμαρα, όλα έδειχναν καθαρά, ο ράφτης ξεφύσησε σα να έλεγε ‘’Επιτέλους!’’

Κινήσαμε να φύγουμε ακολουθώντας ένα δρόμο παλιό, τώρα βιαζόμουν κι εγώ, είχα μια αγγαρεία τελευταία να κάνω, έπρεπε να ποτίσω τις γλάστρες σ’ ένα σπίτι κάποιου φίλου του αδερφού μου, ήταν ναυτικός λέει που είχε βαφτιστεί ιεχωβάς, έλειπε σε κάποιο νησί εκείνες τις μέρες. Στην τσέπη μου κουδούνιζαν τα κλειδιά από το σπίτι του ιεχωβά, αριστερά μια ρεματιά γεμάτη βάτα και βλάστηση πυκνή, το μονοπάτι ήταν στρωμένο με πλάκες, από κει περνούσαν άλογα και μουλάρια κάποτε, χρόνια πολλά είχα να δω εκείνο το μέρος, προσπαθούσα να προσανατολιστώ, βράχια αρχαία και πέτρες με σχήματα κουφά που τις θυμόμουν από τότε που ήμουν παιδί, ήταν περίεργος τόπος, κάτι αρχέγονο απέπνεε. Στον κάμπο πέρα μακριά τα μπεκ έριχναν στήλες νερού στα καλαμπόκια, ο ήλιος χαμήλωνε, περάσαμε από ένα περιφραγμένο οικόπεδο μ’ ένα τροχόσπιτο εγκατεστημένο στο κέντρο του ανάμεσα σε χόρτα ξεραμένα, κάποιος ερημίτης λέει το είχε αγοράσει και ζούσε εκεί.

Ο Λορένζο μου έδειξε ένα κτίριο που του έκανε εντύπωση, ήταν ψηλό πολύ, τρεις όροφοι, ξεχώριζε, στην αυλή του δέντρα διάφορα, φλαμουριές, συκιές κι ένα άλλο εξωτικό που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί, είχε φύλλα πράσινα, γυαλιστερά και κάτι καρπούς τεράστιους. Τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα, δοκίμασα ένα μεγάλο κλειδί, η βαριά πόρτα έτριξε κι άρχισε να υποχωρεί όπως την έσπρωχνα ελαφρά, μέσα ήταν σκοτεινά, μια αίσθηση παράξενη όταν μπαίνεις στον προσωπικό χώρο κάποιου άλλου, όλα φαίνονταν άθικτα, τακτοποιημένα, δεξιά κι αριστερά κάμαρες, φοβόμουν ότι κάποιος θα πετάγονταν και θα μ άρπαζε απ’ τον ώμο, όλα έδειχναν άθικτα, θα έλεγες ότι δεν κατοικούσε κανείς εκεί μέσα όμως στο βάθος ενός διαδρόμου ένας καναπές μ ένα σεντόνι τσαλακωμένο που σήμαινε ότι είχαν κοιμηθεί εκεί πρόσφατα, πίσω μου ο Λορέντζο χάιδευε το πυκνό του μούσι σημάδι ανησυχίας, και οι δυο νιώθαμε αλλόκοτα μετά απ’ την επίσκεψη στα νεκροταφεία, ο παραμικρός ήχος θα μπορούσε να μας κόψει τα ήπατα, ‘’Εγώ φεύγω!’’ ψιθύρισε ο Κύπριος.

Προχώρησα μόνος, άνοιξα μια πόρτα, το λιγοστό φως του ήλιου που ετοιμάζονταν να δύσει περνούσε από μια χαραμάδα της αλουμινένιας μπαλκονόπορτας κι αντανακλούσε πάνω σε ένα σωρό από αντικείμενα σαν γλυπτά, σαν κομψοτεχνήματα απ’ όλον τον κόσμο που είχε μαζέψει ο ναυτικός, έβλεπες εκεί ένα άλογο σε χρώμα πρασινωπό από την Κίνα να καλπάζει αγέρωχο με όλα τα πόδια του στον αέρα, ένα πράγμα υπέροχο, μια σχεδία χρυσαφένια που επέπλεε σε μια λίμνη από ασήμι, κι ένα μικρό αγαλματίδιο πολεμιστή σιδερένιο με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη στον ώμο του, στη βάση αυτού του μικρού αγάλματος έγραφε με γράμματα σκαλιστά ‘’Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ’’. Άγγιξα το αγαλματάκι, το σήκωσα λίγο, παρόλο που ήταν πολύ μικρό στα χέρια μου έμοιαζε ασήκωτο, έτσι άγαρμπος που είμαι βέβαια έπρεπε να είμαι προσεχτικός, δεν ήθελε πολύ να γκρεμιστεί κάτω και μετά την είχα βαμμένη! Όπως το κρατούσα και το χάζευα, μα πόσο όμορφο ήταν, είδα στον τοίχο μια φωτογραφία κι αμέσως κλότσησε το στήθος μου, ρε φίλε ήταν το κορίτσι που είχαμε δει στα μνήματα, η κοπέλα που είχε πνιγεί, ώστε λοιπόν αυτό ήταν, ο πατέρας της ο Ιεχωβάς, ο ναυτικός, είχε αγοράσει εκείνο το σπίτι στην άκρη του χωριού γιατί μπορούσε να πετάγεται μέχρι τα νεκροταφεία όποτε ήθελε, δεν ήταν χριστιανός κανονικός βέβαια αλλά πάλι ήταν το παιδί του, το πονούσε πάντοτε, δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι!

Είχα ξεχάσει γιατί ήρθα εκεί πέρα, μια περιέργεια μ’ έπιασε να ψάξω τι άλλο υπήρχε σ εκείνο το σπίτι το μυστήριο, έψαχνα τον διακόπτη να ρίξω λίγο φως, που στο διάβολο ήταν ο καταραμένος, καλύτερα ν’ άνοιγα κανένα παράθυρο ή οτιδήποτε, όπως σήκωνα την ασφάλεια της μπαλκονόπορτας είδα φευγαλέα μέσα απ’ τις τρύπες μια σκιά να περπατά ανάμεσα στα δέντρα στο φως το δειλινού, είχε μαλλιά μακριά που κυμάτιζαν στον αέρα, ένα πρόσωπο στιβαρό, πανέμορφο, ρε φίλε έπαιρνα όρκο ότι ήταν ο πολεμιστής με το τόξο και τα βέλη, ο γιος του περιπλανώμενου πρίγκηπα, ήμουν σίγουρος, μπορεί ξοπίσω του να έρχονταν και κανένας στρατός από μπρούτζινα άλογα που κάλπαζαν, νόμιζα ότι ήδη άκουγα το ποδοβολητό τους να τραντάζει τη γη, ‘’Τι γίνεται εδώ δικέ μου;’’ είπα από μέσα μου ‘’Που έχουμε βρεθεί, τι συμβαίνει, τι κάνουμε ;’’ ‘’Πάμε να φύγουμε γρήγορα βλάκα!’’ ούρλιαξε πίσω μου ο Λορέντζο.



Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΟΤΟΥ

Όταν έλειπε το αφεντικό κλέβαμε το ταμείο, έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός αλλά δε γίνονταν διαφορετικά, μας είχε σκίσει, τρέχαμε σαν παλαβοί όλη μέρα κι αυτός ήταν όλο γλύκες μαζί μας, όμως όταν ερχόταν η ώρα να πάρουμε το μεροκάματο μας σάπιζε, μας έδινε ψίχουλα , έτσι, δίχως να ντρέπεται, καθόσουνα εκεί πέρα λιώμα στην κούραση έχοντας εξυπηρετήσει ένα κάρο κόσμο κι αυτός ο κύριος αραχτός όλη μέρα, ερχόταν το βράδυ, πήγαινε κατευθείαν στο ταμείο να πάρει το χρήμα και μετά μας έβαζε χέρι ότι ήμασταν άχρηστοι, ότι η επιχείρηση ήταν ολονών , ότι δεν μπορούσαμε να την κρατήσουμε χωρίς αυτόν, όπως τον έβλεπες να ωρύεται ήθελες να του στρίψεις το λαρύγγι επί τόπου, έτσι όποτε μας δίνονταν η ευκαιρία παίρναμε κάτι απ’ το ταμείο στη ζούλα ελπίζοντας ότι δεν θα το καταλάβαινε μες το χαμό.

Όλη την ώρα μας είχαν στη μπούκα, τη μια πλάκωνε το υγειονομικό και ζητούσε χαρτιά και βιβλιάρια, εμείς τρέχαμε να κρυφτούμε, δεν είχαμε καιρό να πάμε σε κάνα ιατρείο να πάρουμε χαρτιά ώσπου βγάλαμε κάποια στιγμή και ησυχάσαμε. Άλλοτε πάλι ερχόταν κάτι ντερέκια σαν τοίχοι, τους είχαν διαλέξει επίτηδες γιατί οι μαγαζάτορες τρελαίνονταν όποτε τους βλέπανε, έκαναν έλεγχο για τα καθίσματα, πρόστιμο κι από κει, άλλες φορές έρχονταν από το υπουργείο εμπορίου για έλεγχο στα τρόφιμα κι όλο και κάτι ανακάλυπταν, άλλη καμπάνα, δεν προλαβαίναμε να συνέλθουμε. Τελικά είχαμε αποκτήσει πείρα, τους καταλαβαίναμε από μακριά ότι ήταν ύποπτοι, μια βραδιά είχε πέσει βέβαια και μια καρφωτή και μας έριξαν καμπάνα για μια μπύρα που υπήρχε σ’ ένα τραπέζι δίχως απόδειξη, υποψιαζόμασταν ποιος μας κάρφωνε, εκείνος ο γλοιώδης τύπος με την άλλη τη μελαχρινή που έπινε, τά σπαγε κι έκανε ένα σωρό αηδίες, εκείνοι μας είχαν καρφώσει!

Το μαγαζί όπου δουλεύαμε ονομάζονταν ‘’Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΟΤΟΥ’’ από κείνο το παιδί που έπαιζε με τις μούσες στα βουνά κι όταν πέθανε μεταμορφώθηκε σε αστερισμό, όπως έμπαινες υπήρχε ένας στενός διάδρομος με ζωγραφιές στον τοίχο που έδειχναν τον Ηρακλή να πιάνει εκείνο το ελάφι με τα χρυσά κέρατα και τα χάλκινα ποδάρια που τον παίδευε ένα χρόνο, την Κερυνίτη Έλαφο. Ήμασταν  σ' ένα μέρος  παραθαλάσσιο, περίεργο, σ’ όλη την έκταση τριγύρω έβλεπες δέντρα και πράσινο, πολύ πράσινο, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω ένα ποτάμι άδειαζε τα νερά του, πιο πάνω υπήρχε ένα φράγμα υδροηλεκτρικό σε μια στροφή του ποταμιού, κάποιοι κολυμπούσαν σ' εκείνο το ποτάμι, άλλοι ψάρευαν κιόλας , η παραλία πάντως όπου βρίσκονταν το εστιατόριο μας ήταν απέραντη, με το που έμπαινες μερικά βήματα μέσα στη θάλασσα τα νερά γίνονταν πολύ βαθιά, το χάος έχασκε κάτω απ’ τα πόδια σου, λέγανε ότι πολλοί είχαν πνιγεί εκεί πέρα, εμείς πάντως δεν είχαμε δει κανέναν. 

Τα βράδια κοιμόμασταν για οικονομία σ΄ ένα γιαπί, σε κάτι κρεβάτια πρόχειρα, προηγουμένως είχαμε κάνει ένα ντους στην τεράστια κουζίνα του εστιατορίου με το λάστιχο της βρύσης που είχε και ζεστό νερό, με το που ξυπνούσαμε μια γάτα καταραμένη, γκρίζα, στρουμπουλή, πάρα πολύ όμορφη, έβγαινε στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού κι άραζε στο πατάκι να τη φυσήξει ο αέρας, καθόταν εκεί και μας χάζευε μ’ ένα βλέμμα σαν να μας κορόιδευε ‘’Μα τι ηλίθιοι που είστε να τρέχετε όλη μέρα, δεν σας κόβει καθόλου!’’ έμοιαζε ότι έλεγε από μέσα της...

Δε μ’ άρεσε η δουλειά, βαριόμουν, δεν το είχα, στα τραπέζια πήγαινα ότι να ναι, άδειαζα δίσκους πάνω στον κόσμο, έσπαγα ποτήρια και πιάτα, όλη την ώρα τα μπέρδευα, ούζο αντί νερό, μα γιατί τά βαζαν σε παρόμοια μπουκαλάκια δεν μπορούσα να καταλάβω, ξεχνούσα τις παραγγελίες μετά από μερικά δευτερόλεπτα, οι πελάτες είχαν απαυδήσει ‘’Μη μας ξαναρωτήσεις!’’ μου λέγανε.

Καλά εκείνο το καλοκαίρι τα είχα δει όλα όμως είχα στριμωχτεί, έπρεπε να δουλέψω, δε γίνονταν, ο καιρός περνούσε, τα έξοδα μαζεύονταν, κάτι έπρεπε να κάνω και χωρίς να το καταλάβω κόλλησα εκεί πέρα και δεν μπορούσα να φύγω, δεν είχα κάτι καλύτερο, έπρεπε να κάνω υπομονή...

Δίπλα από μας ένα μαγαζί με φρουτάκια είχε ανοίξει όπου μαζεύονταν όλη η μαφία, κάτι γέροι, κάτι γριές με πρόσωπα ύποπτα, έμπαιναν μέσα και χάνονταν για ώρες, το βράδυ τους έβλεπα να φεύγουν με το μάτι να γυαλίζει επειδή είχαν χάσει. Μια μέρα δυο μούτρα που έβγαιναν από τα φρουτάκια, ο ένας με καπέλο σαν τραγιάσκα, ο άλλος σαν Αλβανός, παρήγγειλαν τ΄ άντερα τους, έφαγαν του σκασμού και μετά  σηκώθηκαν κι έφυγαν έτσι απλά, σαν να μη τρέχει τίποτα, ‘’ Ρε συ πλήρωσαν αυτοί; ‘’ με ρώτησε ο μάγειρας που έκοβε την κίνηση, ‘’Όχι !’’ του είπα κι έτρεξα, τους πρόλαβα λίγο παρακάτω, ‘’Παιδιά συγνώμη δεν πληρώσατε!’’ - ‘’Όχι κάνεις λάθος πληρώσαμε!’’ , έτρεξα πίσω, ‘’Ρε, αυτοί λένε ότι πλήρωσαν!’’- ‘’Σου είπα δεν πλήρωσαν!’’ μου απάντησε άγρια ο μάγειρας, έτρεξα πάλι να τους βρω, δεν φαίνονταν πουθενά, τα στενά άδεια, ένας λαχειοπώλης μονάχα γερμένος σ’ ένα σκαμπό λαγοκοιμόταν , τελικά τους ανακάλυψα σε μια στοά, κρύβονταν τα καθάρματα, ‘’Παιδιά δεν έχετε πληρώσει!’’, καλά άμα λέγανε τίποτα εκεί πέρα μπορεί να τους πλάκωνα, τελικά μου δώσανε κάτι χρήματα λειψά, ‘’Πάλι καλά !’’ σκεφτόμουν. 

Επειδή ήμουν λίγο της εκκλησίας το αφεντικό μ έβαζε κάθε φορά ν’ ανάβω το καντήλι που είχε στο πατάρι,  πάνω απ’ το μαγαζί, ήταν και θρήσκος βλέπεις, εκεί πάνω επικρατούσε χάος, μια ζέστη τόσο αποπνικτική που μπορούσε να σε τρελάνει, ήθελες να φύγεις όπως ήσουνα, παντού υπήρχαν μπουκάλια νερού, κουτάκια αναψυκτικών, ποτήρια, ένας ανεμιστήρας στριφογύριζε αέναα, κάτω από ένα ράφι είχαν στοιβάξει ανταλλακτικά απ’ τα μηχανήματα για το κόψιμο του κρέατος, βίδες διάφορες μέσα σε κουτιά πλαστικά, καταψύκτες, αποδείξεις, χαρτάκια με σημειώσεις απ’ τις οποίες δεν έβγαζες άκρη, ζυγαριές και τιμολόγια παντού πεταμένα.

Κανείς δεν ήθελε να ανέβει σε εκείνο το πατάρι εξαιτίας της διαβολικής ζέστης που επικρατούσε εγώ όμως το επεδίωκα, ηρεμούσα λίγο από τον χαμό που επικρατούσε κάτω και κυρίως γιατί είχα ανακαλύψει κάτι συρτάρια από ένα έπιπλο σαραβαλιασμένο που αν τα σκάλιζες έβρισκες παντού χρήματα, ψιλά δηλαδή και κέρματα όμως αν τα άθροιζες σχημάτιζαν ένα ποσό καλό κι αυτό ήταν μια μικρή ικανοποίηση για την ταλαιπωρία που τραβούσα όλη μέρα. Όλο σκάλιζα κι όλο έβρισκα από κάτι, κάτω απ’ τα χαρτιά, μέσα σε μπλοκάκια και τετράδια, στα ράφια, παντού το αφεντικό άφηνε λεφτά τις εποχές που υπήρχαν άφθονα, ήταν ευχάριστο ν’ ανακαλύπτεις χρήματα χαμένα και ξεχασμένα, μια φορά που δεν έβρισκα κέρματα σήκωσα ολόκληρο το παλιό έπιπλο κι από κάτω του μάζεψα μερικά χαρτονομίσματα, βέβαια μ’ αυτόν τον τύπο έπρεπε να είσαι πολύ προσεκτικός, πολλές φορές το έκανε επίτηδες, άφηνε λεφτά όπου να ναι κι εσύ σκεφτόσουν ‘’Να τα πάρω τώρα ή όχι;’’ οι άλλοι δεν τα ακουμπούσαν, ήταν οφθαλμοφανής η παγίδα, όμως εγώ  τα έπαιρνα κι ότι ήθελε ας γίνονταν, τα έβαζα μες την τσέπη μου και ποτέ δε μου ζήτησε εξηγήσεις, ίσως ένιωθε τύψεις που μας σάπιζε όλη μέρα και τ άφηνε για να ελαφρύνει τη συνείδηση του. Ανέβαινα λοιπόν στο πατάρι και καθόμουν εκεί χώνοντας το κεφάλι μου στο ψυγείο για να δροσιστώ μέχρι να μου βάλουν τις φωνές, τότε ξεκινούσα ν’ ανάβω το καντήλι , μια φορά μου είχε παραγγείλει το αφεντικό να θυμιάσω κιόλας κι όλη η πελατεία απορούσε από πού έρχονταν εκείνο το λιβάνι που διαχέονταν στην ατμόσφαιρα, εμένα όμως μου άρεσε όλο το πράγμα, να ανάβω το καντήλι, να το βάζω δίπλα στα εικονίσματα κι ύστερα ν’ ανάβω το καρβουνάκι και να τοποθετώ το θυμίαμα από πάνω, όλο αυτό το τελετουργικό με ηρεμούσε.

Ένα βράδυ έπρεπε  να κλείσω το μαγαζί, το αφεντικό θα πήγαινε σε κάποια αγρυπνία,  σ'  ένα μοναστήρι κάπου εκεί κοντά. Μερικοί αργόσχολοι τύποι είχαν απομείνει και τους ξαπόστειλα στα γρήγορα, ΄΄Άντε παιδιά στα σπιτάκια σας!’’ ένας τύπος με κόκκινα μαλλιά μακριά σαν σκοινιά,  καθόταν μοναχός εκεί σε μια μεριά και με κοιτούσε όπως κουβαλούσα τις καρέκλες,, ‘’Μπορείς να μου φέρεις μια μπύρα !’’ φώναξε σέρνοντας τα λόγια του‘’ Όχι!’’ όχι άκουσα τη φωνή μου να λέει.

Σηκώθηκε νωχελικά κι άρχισε να περπατά προς το μέρος μου ‘’ Φίλε γιατί δε μου φέρνεις μια μπύρα; ’’ επέμεινε, είχα σχεδόν τελειώσει, λίγο ακόμα ήθελα να ξεμπερδέψω και να πάω να την πέσω όμως αυτός ο ηλίθιος δε μ’ άφηνε να φύγω, πλησίασε ακόμα περισσότερο και στήθηκε μπροστά μου , το μόνο που επιθυμούσα ήταν να φύγει εκείνο το εμπόδιο που δε μ άφηνε να κάνω τη δουλειά μου, έπεσα μ’ όλη μου τη δύναμη πάνω του να τον ξεκουνήσω όμως ήταν σαν να χτυπώ ντουβάρι, δεν κουνιόταν με τίποτα, ούτε εκατοστό σαν να ήταν φυτεμένος στο δάπεδο, πρέπει να είχε πιει τόσο πολύ που είχε γίνει αναίσθητος, έριξα μια ματιά γύρω, κανείς δεν υπήρχε να βοηθήσει κι ο άλλος στεκόταν εκεί μπροστά μου, με είχε στριμώξει άσχημα, ήμουν σε δεινή θέση.

‘’Γιατί να τυχαίνουν όλα σε μένα;‘’ σκεφτόμουν απελπισμένος, τι καλοκαίρι ήταν εκείνο, γιατί τα καλοκαίρια να είναι πάντα ατελείωτα και να πρέπει να δουλεύεις λουσμένος στον ιδρώτα μέχρι να εξαντληθείς, καλοκαίρια στην πόλη μ’ όλους τους πειναλέους να ζητιανεύουν και να λιώνουν σαν παγωτά, καλοκαίρια σκληρά, ζόρικα, πως τα άντεξαν οι άλλες γενιές πιο παλιά δουλεύοντας στα χωράφια και στη σκόνη, τι άνθρωποι ήταν εκείνοι ; Θα μου πεις καλοκαίρι είναι κι όλα εκείνα τα φρούτα τα ατελείωτα και τα υπέροχα, οι θάλασσες με τα κρυστάλλινα νερά, τα χαλίκια και τα βότσαλα που ξασπρίζουν στον ήλιο,τα δελφίνια που γλιστρούν στην επιφάνεια κοπαδιαστά δείχνοντας τις γυαλιστερές τους ράχες, τα παιδιά που τρέχουν στην άμμο, οι πικροδάφνες στις άκρες των εθνικών δρόμων, τα παλιά σίριαλ στην τηλεόραση, αλλά γιατί να μη μπορείς να τα χαρείς όλα αυτά, ποιος στέκεται εμπόδιο και δε σ' αφήνει;

Τελικά υποχώρησα κατά το μαγαζί, τράβηξα την πόρτα και κλείδωσα, όπως ήμουν κλεισμένος εκεί μέσα άκουγα τα ψυγεία να τρίζουν, μια μυρουδιά από θυμίαμα έρχονταν από το πατάρι, καθώς δεν έμπαινε αέρας από πουθενά το σώμα μου είχε αρχίσει να γίνεται μούσκεμα. Αφού πέρασε λίγη ώρα έριξα μια ματιά έξω , ένα μικρό φορτηγό ήταν σταματημένο στο δρόμο, δυο παιδιά φόρτωναν κάσες με άδεια μπουκάλια στην καρότσα, ο άλλος είχε εξαφανιστεί, το φορτηγάκι είχε το ραδιόφωνο ανοιχτό, μια αύρα θαλασσινή φυσούσε, μερικά άστρα φαίνονταν στον ουρανό, μάζεψα τις τελευταίες καρέκλες και πήγα για ύπνο.






ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...