Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΩΝ ΚΕΔΡΩΝ

Στη κηδεία δε πήγε, ας λέγανε ότι θέλανε, αυτός ήθελε να θυμάται το παιδί όπως ήταν, όμορφο, ζωντανό, τα μνήματα όμως δε τα ξεχνούσε, πήγαινε πάντα με τη γυναίκα και τη κόρη του όμως ήθελε να είναι μόνος, τον άφηναν κι αυτός στέκονταν πάνω στο μάρμαρο, άφηνε ένα αυγουλάκι κίντερ σοκολατένιο που άρεσε στο μικρο κι ύστερα έκλαιγε βουβά ώρα πολύ μέχρι να ξαλαφρώσει...

Είχε δεθεί πολύ με το παιδί, με το που διαγνώσθηκε η ασθένεια κι ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά, πολύ σοβαρά, το είχε υιοθετήσει κυριολεκτικά, δε τ άφηνε απ τα μάτια του, ήθελε το παιδί να δει όσα περισσότερα πράγματα γίνονταν όσο θα ζούσε ακόμα, κοιμόταν αγκαλιά μαζί, ξυπνούσαν νωρίς να δουν την ανατολή, πήγαιναν παντού, όταν έβρεχε βλέπανε το νερό που κυλούσε μπροστά στα τζάμια και στους υαλοκαθαριστήρες, μετά έβγαινε πάλι ο ήλιος αντανακλώντας τις ακτίνες του στη βρεγμένη άσφαλτο...

Το καλύτερό ήταν τότε που το πήγε σ ένα μοναστήρι χτισμένο σ ένα γκρεμό με θέα κάποιο ποτάμι, στην αυλή υπήρχε κάτι σα πισίνα και στον πάτο της είχαν φτιάξει ένα ψηφιδωτό με δελφίνια, ψάρια, κύματα, πουλιά, βάρκες, ένα πράγμα τέλειο, λέγανε ότι ο τεχνίτης που το φιλοτέχνησε είχε έρθει απ τα Ιεροσόλυμα κι ήταν ξακουστός. Το μικρό κάθε φορά που το έβλεπε έλαμπε ολόκληρο, όταν ήταν άδεια η γούρνα κατέβαινε μερικά σκαλάκια στο πλάι, ξάπλωνε μπρούμυτα στο μάρμαρο κι έσερνε τα δαχτυλάκια του πάνω στις ψηφίδες σα να καταλάβαινε με την αφή τα χρώματα , όλα ήθελε να τ αγγίζει, να τα νιώθει στα χέρια του, κοίταζε μια μια τις κουκκίδες και μετά το σύνολο, μετά σήκωνε τα μάτια κατά τον παππού που βούρκωνε σα να έλεγε ''Τι θαύμα!

Οι γιατροί ήταν απόλυτοι, στην ουσία είχαν πει ότι υπήρχε ημερομηνία λήξης σύντομη μάλιστα, με το που το άκουσε ο παππούς το πήρε υπό τη προστασία του, αυτή ήταν δική του υπόθεση, δε θα το άφηνε έτσι, δε μπορούσε να το διανοηθεί ότι τα παιδιά χωρίζονταν σε καλά και κακά, όμορφα κι άσχημα, υγιή κι άρρωστα, ορφανά και κανονικά, όλα άξιζαν προσοχής, όλα τα παιδιά έχουν τα ίδια δικαιώματα εφόσον γεννήθηκαν κάτω απ τον ίδιο ήλιο, έτσι το βλεπε αυτός. Το παιρνε λοιπόν και βολτάριζαν, το πήγαινε σ εκκλησιές κι εκκλησάκια που αγαπούσε, το είχε μελετήσει το θέμα, παρκάριζε έξω στο προαύλιο και μετά έμπαινε μέσα να χαζέψουν τοιχογραφίες, αγιογραφίες μωσαϊκά, πολλές φόρες καθόταν ο παππούς στο στασίδι αφήνοντας το μικρό να τρέχει στους διαδρόμους και να σταματά στο φως που έμπαινε απ τα παράθυρα τα χρωματιστά, το μικρό έμοιαζε να χει ψύχωση μ' ότι είχε σχέση με το φως, τρελαίνονταν, εστίαζε εκεί πέρα, ώρες ολόκληρες κοιτάζοντας τις λαμπρές δεσμίδες ν΄ αναλύονται σε ακτίνες που τρυπούσαν σα σπαθιά το τζάμι για να καρφωθούν τελικά στο πάτωμα!

Ήταν μαγικό αλλά είχαν ανακαλύψει ότι κάτι δε πήγαινε καλά, το στόμα του παιδιού έδειχνε να στραβώνει προς τα κάτω μέρα με τη μέρα , δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, δεν άκουγε τι του λέγανε, χανόταν, απομονώνονταν, αποσύρονταν όλο και περισσότερο στο δικό του κόσμο, η μάνα του το είχε καταλάβει πρώτη, δασκάλα ήταν άλλωστε....

Στην αρχή δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε, ύστερα άρχισε το ζόρι, έπρεπε να οργώσουν όλα τα νοσοκομεία, να κάνουν εξετάσεις άπειρες, η κόρη του έτρεχε στη δουλειά όλη μέρα και κατόπι γυρνούσε στο παιδί το άρρωστο έχοντας ακόμα ένα μωρό μωρό στην αγκαλιά. Και μες σ όλα αυτά ο άντρας της είπε ότι δεν άντεχε, δε γίνονταν, χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό του λέει. Ναι ρε φίλε, σε καταλαβαίνω, αν μπλέξεις με μια γυναίκα που θέλει να τα δώσει όλα για το παιδί της δε θα μένει τίποτα για σένα αλλά αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, ας πρόσεχες, ποιος σου είπε ότι ο γάμος θα σου δινε μόνο χαρές, πως μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής, κι αν δεν αντέχεις και τα παίζεις τόσο εύκολα τι να σε κάνω, μείνε μόνος, μη κάνεις παιδιά, κάτσε στ΄ αυγά σου, έτσι είναι, έτσι ήταν πάντοτε. Τέλος πάντων την άφησε μόνη της, του φαίνονταν πολύ βαρύ όλο αυτό,αργότερα είχε τύψεις, τι να το κάνεις, πάλι καλά θα μου πεις, δεν του το συγχώρεσε, βέβαια αν ήξερε τι επρόκειτο να της κάνει στο μέλλον θα τον είχε σουτάρει από τότε αλλά που χρόνος να σκεφτείς λογικά όταν σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες...
Αυτή δε μπορούσε να σκεφτεί έτσι αλλά ο πατέρας της καταλάβαινε πολύ καλά που πήγαινε το πράγμα, και να σκεφτείς ότι εκείνος τον είχε κάνει άνθρωπο το γαμπρό του, πόσο δεν τον είχε βοηθήσει με χίλιους δυο τρόπους, μη πούμε λεπτομέρειες τώρα, δε κάνει, δεν είναι το θέμα μας ...

Τι δεν είχαν τραβήξει το χειρότερο ήταν μ εκείνο τον ταξιτζή καθώς αργούσαν να επιβιβαστούν κι από πίσω κορνάριζαν όλοι σα δαιμονισμένοι, έπρεπε να κατεβάσουν το παιδί στο κέντρο για μια απ τις τακτικές του εξετάσεις κι ήταν μες το άγχος,''Κουνήσου εσύ και το βλαμμένο σου!'' είχε γρυλίσει ο ταξιτζής, η μάνα του ταράχτηκε αλλά αυτουνού του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, είχε λυσσάξει, ήθελε να τον σφάξει επί τόπου, αν ήταν κοντά στο αμάξι όπου φύλαγε ένα μαχαίρι στο ντουλαπάκι μπορεί και να το είχε κάνει!

Ευτυχώς υπήρχαν και μερικές καλές στιγμές, ειδικά στο μοναστήρι με το ψηφιδωτό, πήγαιναν εκεί συχνά, όταν φεύγανε σταματούσαν πάντα στην ακροποταμιά σε μια καντίνα να πιει δυο τρία ποτήρια τσίπουρο με νερό που το έκανε άσπρο.

Σταματούσε από παλιά σε κείνη τη καντίνα, του άρεσαν τα μπριζολάκι που έφτιαχνε ο τύπος εκεί πέρα, ένας στιβαρός, νευρικός γέρος. Κόσμος πολύς μαζεύονταν πάντα εκεί πέρα να φάνε τα περίφημα μπριζολάκια του γέρου, τα συνόδευε με μια φοβερή σάλτσα δικιάς του έμπνευσης τόσο νόστιμη που σου τρέχανε τα σάλια προτού τη βάλεις στο στόμα, έδινε και καμιά καυτερή πιπεριά σ όσους το ζητούσαν. Όλοι θέλανε να μάθουν το μυστικό της σάλτσας και του κρέατος, πως το κανε τόσο νόστιμο ο άτιμος ο γέρος, κάποιοι λέγανε ότι ήταν το κρέας, άλλοι το πουρνάρι με το οποίο έφτιαχνε τα κάρβουνα, άλλοι μιλούσαν για ένα συστατικό που ήξερε απ τον παππού του και το χρησιμοποιούσε στο μαρινάρισμα. Πριν πολλά χρόνια τον είχε ρωτήσει ΄΄Πως τα φτιάχνεις ρε μπαγλαμά τόσο νόστιμα τα μπριζολάκια;''- - ''Α, δεν είναι τίποτα!'' είπε ο άλλος χαμογελώντας ''Κοίτα να μαθαίνεις!΄΄ συνέχισε παίρνοντας ένα κομμάτι κρέας, το απέθεσε προσεχτικά πάνω στη σχάρα, ανακάτεψε λίγο τα κάρβουνα, περίμενε, μετά το γύρισε απ την άλλη με μια τσιμπίδα, το τσέκαρε καλά κι απ τις δυο μεριές σα να το ζύγιζε, ήταν εντάξει, αυτός είχε πάθει πλάκα, αυτό ήταν όλο λοιπόν!

Τον πήγαινε το γέρο με τα μπριζολάκια, γνωρίζονταν χρόνια, είχαν γίνει φιλαράκια, μιλούσαν, ανακάλυψαν ότι σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο, κάνα δυο φορές του είχε δώσει και κάτι συμβουλές, '' Πως αφήνεις αυτούς τους τύπους να σου μιλούν έτσι μες το μαγαζί σου !'' του είχε πει κάποτε όταν ένας ψηλός με κόκκινα μάγουλα έκανε μια σκηνή γιατί είχε καθυστερήσει να πληρωθεί. Ο γέρος, που δεν ήταν τόσο γέρος τότε, τον περίμενε στη γωνία και την επόμενη φορά που ο ψηλός με τα κοκκινα μάγουλα πήγε να κάνει τα ίδια του έβαλε κάτι φωνές, τον πήρε τόσο παραμάζωμα τον διέλυσε, τον ισοπέδωσε, τον έστειλε στα θυμαράκια, τον αποτελείωσε, ήταν μια βιβλική σκηνή, ο δικός μας ήταν ευχαριστημένος!

Το παιδί καρφώνονταν στο άδειο διάφανο ποτήρι του ούζου που λειτουργούσε σα πρίσμα αναλύοντας το φως, το κοίταζε απ όλες τις μεριές, ποιος ξέρει τι σκέφτονταν μες το μυαλουδάκι του....

Ανασήκωνε λίγο τα χοντρά γυαλιά του να δει το μικρο που έπαιζε αμέριμνο, μπορούσε να κάθεται βλέποντας το παιδί εκεί όλη μέρα κι όλη νύχτα, τόσο πολύ του άρεσε! Δυο κύκνοι κολυμπούσαν κουνώντας δεξιά αριστερά τους κυρτούς τους λαιμούς, μια γραμμή άφηναν πίσω τους στην επιφάνειά του νερού όπως απομακρύνονταν, ο μικρός χαμογελούσε ευτυχισμένος, χαρούμενος όπως όλα τα παιδιά του κόσμου όταν παίζουν ...

Στην ακροποταμιά είχε ησυχία, ο μικρός έπαιζε μ ένα κλαδί, το βύθιζε στο νερό κοιτάζοντας σα μαγεμένος τους κύκλους που σχηματίζονταν, σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν να τρέχουν, φύλλα σκόρπια υπήρχαν στο χώμα σ όλα τα χρώματα, καφετιά, κίτρινα, κόκκινα κι άλλα εντελώς ξερά στο χρώμα του εδάφους ....

Δυο γυφτάκια ήρθαν να ζητήσουν ένα σάντουιτς κραδαίνοντας μερικά κέρματα, το ένα ζήτησε λίγο λεμόνι στο κρέας του, το άλλο μια κουταλιά τζατζίκι, ένα κορίτσι με άσπρο φόρεμα γεμάτο λουλούδια τριγυρνούσε, ένα μαργαριτάρι σα δάκρυ, σα στάλα ιδρώτα έμοιαζε να τρέχει στο στήθος του, ο αέρας φυσούσε στα κλαδιά των δέντρων, μια σουσουράδα έτρεχε ανάμεσα στους θάμνους κουνώντας την ουρά της, πήρε το παιδί να περπατήσουν λίγο, σ ένα μονοπάτι που διχάζονταν έφτασαν, άφησε το μικρό ν αποφασίσει κατά που θα πήγαιναν.

O παππούς απομάκρυνε κάτι θάμνους που έφραζαν το δρομάκι και βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο σκεπασμένο με χορτάρι τόσο πράσινο σα να ήταν άνοιξη, βρέθηκαν μπροστά σ έναν άντρα που έκανε κάμψεις στο χώμα βαριανασαίνοντας, το παιδί κι ο γερός στάθηκαν, ο άντρας σήκωσε το κορμί του από χάμω.

Ο παππούς τον ήξερε, ήταν ο φύλακας του δάσους των κέδρων, χρόνια πολλά πριν κάποιος είχε φυτέψει εκεί ένα δάσος από κέδρους του Λιβάνου σαν αυτούς που είχε διαλέξει ο βασιλιάς Σολομώντας για να χτίσει τον ξακουστό ναό του, κανείς δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει και πως είχαν πιάσει εκείνα τα δέντρα, πάντως το δάσος ήταν υπέροχο, οι κορμοί άμα τους σκάλιζες ανέδυαν ένα άρωμα υπέροχο, τα βαθυπράσινα κλαδιά τους έριχναν έναν ίσκιο βαρύ, το καλοκαίρι ήταν ο ιδανικός τόπος για τους οδοιπόρους, το είχαν ανακηρύξει εθνικό πάρκο εκείνο το μέρος κι ο φύλακας, ένας ξερακιανός τύπος με ρυτίδες σα μαχαιριές κοιμόταν σε μια ξύλινη καλύβα εκεί κοντά.

'' Ετοιμάζομαι να πάρω μέρος σ έναν αγώνα...'' είπε χωρίς να τον ρωτήσουν ο φύλακας'' Γι αυτό γυμνάζομαι, θ ανεβούμε εκείνο το βουνό που βλέπεις....'' συνέχισε δείχνοντας έναν βράχο χιονισμένο στο βάθος ψηλά ''... μετά πρέπει να κατηφορίσουμε μέχρι τη θάλασσα, ο αγώνας γίνεται νύχτα, λίγοι αντέχουν, η διαδρομή θα είναι φωτισμένη, θα έρθουν γιατροί ειδικοί, εθελοντές, διαιτολόγοι, η τηλεόραση, ελπίζω να τερματίσω, πέρσι τα είχα παρατήσει λίγο πριν το τέρμα, είχα σκάσει, λίγο ακόμα ήθελα, πονούσα πολύ, η καρδιά μου χτυπούσε σα τύμπανο, νόμιζα ότι δε θα ζήσω, ένα ελικόπτερο είχαν φέρει να με μαζέψει, ήμουν σα πεθαμένος, πάντως η θέα απ το ελικόπτερο ήταν απίθανη!''

Το μικρό κοίταζε αφηρημένο κατά την άσπρη κορφή που τους είπε ο φύλακας , δε καταλάβαινε πολλά αλλά του φαίνονταν κάτι πολύ μεγάλο αυτό που ήθελε να κάνει ο άντρας , θα θελε κι αυτό να σκαρφαλώσει κάποτε μέχρι εκείνη την άσπρη κορφή και να δει τον κόσμο από κει πάνω, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο! Ο παππούς ζήτησε απ το φύλακα να του γράψει ένα τηλέφωνο, του είχε φανεί παράξενο αυτό το άθλημα που γίνονταν νύχτα κι ήθελε να μάθει πιο πολλά, ο μυώδης ξερακιανός με τις μαχαιριές στο πρόσωπο έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισε να γράφει, ''Αριστερόχειρας!'' είπε από μέσα του ο παππούς....

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΚΡΟΤΑΛΟ ΑΠΟ ΝΥΧΙ ΕΛΑΦΙΟΥ

Με το που είδε την τούρτα έτσι άσπρη με την απαλή της επίστρωση, κάτι την έπιασε, αισθάνθηκε να τρέχουν τα μάτια της, βούρκωσε, πνίγονταν, το κάτω χείλος της έτρεμε, ‘’ Δε τη θέλω , δε τη θέλω !’’ φώναζε χαμηλόφωνα ‘’ ο ζαχαροπλάστης είχε πάθει πλάκα, δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, ''Καλά βρε κορίτσι μου, μη στεναχωριέσαι, θα σου φτιάξουμε άλλη, ότι θες, μη κλαις!'' αυτή έτρεμε ολόκληρη, ‘’ Θα ξαναπεράσω !’’ είπε κι έφυγε τρέχοντας.

Ο ζαχαροπλάστης την αγαπούσε, ήταν ερωτευμένος μαζί της, ήθελε να της δώσει ότι είχε και δεν είχε! Όποτε έρχονταν να πάρει κάνα γλυκό, κάνα ψωμί, καμιά τυρόπιτα φορώντας εκείνο το μπουφάν το κίτρινο, το φωσφοριζέ με το φερμουάρ στο πλάι κι άλλοτε όταν φορούσε μια φούστα στενή κι ένα πουκάμισο από ύφασμα σα καραβόπανο, απαλό και σκληρό μαζί με μια υφή υπέροχη, ή όποτε φορούσε εκείνες τις γόβες με το τακούνι το μικροσκοπικό που δε μπορούσες να καταλάβεις πως ισορροπούσε πάνω τους δεν άντεχε '' Τι κουκλάρα είσαι συ !'' αναστέναζε.

Τη γούσταρε πολύ, όλοι στη γειτονιά τη γούσταραν, εντάξει όχι όλοι, ήταν ονειροπόλα, της άρεσε να γυρνά με το αστικό στη πόλη ψάχνοντας εκείνη τη διαφημιστική αφίσα με τον γαλανομάτη που είχαν κρεμάσει σ ένα κτήριο, όλο περνούσε απ το ίδιο σημείο ξανά και ξανά μόνο για να βλέπει έναν άντρα με μάτια σ ένα χρώμα που δε το πετυχαίνεις, που δεν υπάρχει, όχι εκείνο το ξέθωρο, το γαλαζωπό, το ξεπλυμένο που δε το πήγαινε με τίποτα, αλλά ένα άλλο, ένα βαθύ πολύ που ταίριαζε φοβερά με τα μαύρα μαλλιά του...

Δεν ήταν εύκολη γκόμενα, έπρεπε να έχεις υπομονή απέραντη μαζί της, να τη διαβάσεις σωστά, να καταλάβεις τι έλεγε, τι εννοούσε, τι ήθελε κάθε φορά, να είσαι πάντα σ επιφυλακή, σ ετοιμότητα, να τη πείθεις κάθε φορά ότι τη θες πραγματικά,δε χάριζε κάστανα, άμα δε σ άρεσε χαιρετίσματα, όταν δε γούσταρε κάποιον τον διέγραφε με τη μία και πήγαινε παρακάτω, δεν είχε καμιά όρεξη ν' αλλάξει για πάρτη σου, έπρεπε εσύ να κόψεις το κεφάλι σου και να προσαρμοστείς πάνω της αλλιώς σε σούταρε , ήταν επικίνδυνη, δε μπορούσες να παίζεις μαζί της, δε προσφέρονταν για καρδιακούς, έμοιαζε με χειροβομβίδα που μπορούσε να σκάσει στα χέρια σου ανά πάσα στιγμή!

Είχε ένα βλέμμα που σ έκοβε με τη μία, έχοντας δουλέψει χρόνια σε χρυσοχοείο ήξερε τη πιάτσα και τον καθένα που κυκλοφορούσε, της άρεσε η δουλειά πολύ, όλη η διαδικασία, να παίρνεις τις χρυσές λίρες να τις λιώνεις στο χυτήριο, να παίρνεις τον χρυσό κι έπειτα να φτιάχνεις κοσμήματα σφυρηλατώντας το κίτρινο μέταλλο, με τα χρόνια είχε αποκτήσει κι αυτή μερικά χρυσά κομμάτια καλά, ένα απ αυτά το φορούσε πάντοτε ήταν ένα κρόταλο από νύχι ελαφιού επενδυμένο με χρυσά κι ασημένια ελάσματα, της το χε χε φέρει κάποιος ξένος και το φορούσε πάντα λέγανε ότι δεν το βγαζε ποτέ κι ασκούσε μια γοητεία στους άντρες....

Ήταν λίγο απόμακρη, λίγο κλειστή, δεν ανοίγονταν εύκολα, δε μπορούσε να την κουμαντάρει ο πάσα ένας, δε θα παραδίνονταν έτσι εύκολα στο πρώτο τυχόντα όσο κι αν τον χρειάζονταν, και τον χρειάζονταν πίστεψε με όμως δεν ήταν δα τόσο βλαμμένη! Έπρεπε να χεις νεύρα γερά, να τη μαζεύεις κάθε φορά που ξαμολιούνταν, το ένιωθε κι αυτή ότι χρειαζόταν κάποιον να της κρατά το χαλινάρι, κάποιον που να την περιορίζει δίχως να τη καταπιέζει, να το κάνει με τρόπο που να δείχνει σεβασμό στη θηλυκότητα της αν με καταλαβαίνεις! Δεν έπρεπε να τη φοβηθείς, μερικοί που βγήκαν μαζί της είχαν κομπλάρει, ένας απ αυτούς φοβόταν να καθίσει δίπλα της έτσι που την είχε δει εντυπωσιακή, αεράτη, άνετη μ ένα φόρεμα βραδινό, ο τύπος τα είχε παίξει, ένιωθε δέος, καθόταν όλο το βράδυ από μακριά και τη χάζευε...

Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο η ζέστη συνέχιζε αποπνικτική, ευτυχώς οι νύχτα έπεφτε όλο και νωρίτερα, τα βράδια ο ήλιος που έδυε έβαφε κοκκινωπές τις στέγες των πολυκατοικιών, στα γυράδικα έκοβαν φέτες κρέατος με μεγάλα μαχαίρια κοφτερά. Αυτή ήταν εντάξει όμως πάντα όταν όλα σου πάνε καλά φοβάσαι ότι το πράγμα θα γυρίσει ανάποδα, είναι κανόνας, πρέπει να φυλάγεσαι, έτσι σκέφτονταν πηγαίνοντας στα γενέθλια ενός φίλου, ήθελε να του κάνει έκπληξη, να του φέρει μια τούρτα υπέροχη, να τον αιφνιδιάσει.

Πήγε στο σπίτι έβαλε ένα ποτηράκι βότκα και κάθισε στο καναπέ, όπως ηρεμούσε τη ήρθε σιγά σιγά η εικόνα μιας άσπρης πιατέλας με κόλλυβα απ το μνημόσυνο του θείου της, αυτό ήταν λοιπόν, έτσι εξηγούνταν, με το που αντίκρισε τη τούρτα άνοιξε το καπάκι, της ήρθαν στο νου τα κλάματα των γυναικών, η φωτογραφία που είχαν βάλει πάνω απ το κεφάλι του θείου της, η μάνα της που έδειχνε γερασμένη ξαφνικά , το καλοκαίρι, η ζέστη, το μπαλκόνι όπου είχαν μαζευτεί κάτι γριές μαυροφορεμένες...

Τα θυμήθηκε όλα, το θείο της τον Αρχιμήδη, ένα παλικάρι που όλοι το αγαπούσαν, εντάξει όχι όλοι, καλοντυμένος πάντα με τα κοστούμια και τα πουκάμισα του, νευρικός, ζωηρός ανήσυχος λίγο παλαβός, λίγο τρελός, όλο σε φασαρίες έμπλεκε. Δε καταλάβαινε τίποτα, μια φορά είχε πλακώσει κάποιον σωματέμπορα που είχε ανοίξει ένα μαγαζί με μπιλιάρδα στη γειτονιά, μια φορά πάλι είχε σακατέψει έναν τάταρο που απειλούσε μια κοπέλα, καλά είχε πάθει αμόκ , δε μπορούσε να το χωνέψει πως όλοι κάθονταν και κοίταζαν εκείνο το ζώο που απειλούσε το κορίτσι στριμώχνοντας το σε μια γωνιά, του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι ''Σταμάτα ρε μ... μη σου σπάσω το χοντροκέφαλο!'' του είπε κι ο άλλος ψάρωσε, κόλλησε, κώλωσε, ήταν τόσο σαλταρισμένος ο Αρχιμήδης, τι όνομα κι αυτό, τόσο τρελαμένος που ο τάταρος σκιάχτηκε!

Είχε κι ωραία γυναίκα ο Αρχιμήδης, μια κουκλάρα πόντια που άφησε το σχολειό στα δεκάξι της και τον βοηθούσε να χτίσουν το σπίτι τους κουβαλώντας τσιμεντόλιθους δίχως να γκρινιάζει ούτε μια στιγμή, τέσσερα παιδιά του κανε που έμειναν ορφανά, δε ξαναπαντρεύτηκε, τα μικρά τα ανέλαβε η πεθερά που λάτρευε τη νύφη της, κάθε πρωί σηκώνονταν πρώτη να της φτιάξει πρωινό με αυγόφετες που άρεσαν στο κορίτσι, δεν ήθελε να κουράζεται το παιδί, όλες τις δουλειές του σπιτιού έκανε η γριά, το μέρος έλαμπε, μιλάμε τέτοια νοικοκυρά δεν υπήρχε, η πεθερά μεγάλωσε και τα μικρά που γίνονταν όλο και πιο όμορφα...

Ένα βυτιοφόρο είχε ο Αρχιμήδης μαζί με κάτι άλλα παιδιά και πότιζαν μ αυτό χωράφια ξερικά σ ένα κάμπο πιο στεγνό κι απ την έρημο Ατακάμα, τι κάψα είχαν φάει ρε φίλε, τι ιδρώτα είχαν ρίξει, μια φορά πήγαν το βυτίο για συντήρηση, θέλησαν ν αλείψουν με πίσσα το εσωτερικό του κι άναψαν τη λάμπα μέσα κοίλωμα, ξαφνικά όλο το μέρος πήρε φωτιά, έγινε κόλαση κανείς δεν τους είχε πει πως όταν ανάβεις φως σε κλειστό χώρο με αναθυμιάσεις πετρελαίου υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης ακαριαίας, όλο το βυτίο πήρε φωτιά σα λαμπάδα, πορτοκαλιές φλόγες ανέβαιναν, ο Αρχιμήδης που ήταν απ έξω ρίχτηκε μες τις φλόγες κι έβγαλε έξω τους δυο κακομοίρηδες που ήταν εγκλωβισμένοι και ούρλιαζαν, τους έσυρε όπως- όπως και μετά έπρεπε να τρέξει δυο χιλιόμετρα μέχρι το κέντρο υγείας να φωνάξει βοήθεια, όταν να έφτασε εκεί συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν σε χειρότερη κατάσταση, όλο το σώμα του ήταν γεμάτο εγκαύματα, είχε καεί σα λουκάνικο, μπορούσε να νιώσει και τη μυρουδιά του ψημένου κρέατος, τον έστειλαν άρον άρον στο νοσοκομείο, δυο μέρες χαροπάλευε, μετά τέλος...

Οι άλλοι δυο επέζησαν, άλλος με κομμένα δάχτυλα, άλλος με στίγματα που δε φεύγουν ποτέ, πάντως επέζησαν, αυτός όχι....

Στη κηδεία του έγινε χαμός, μαζεύτηκε κόσμος απ' όλα τα διπλανά χωριά, όλοι ήξεραν τον Αρχιμήδη και την οικογένεια του, μες τον ορυμαγδό, το κλάμα και τη βαριά ατμόσφαιρα ένα κοριτσάκι παρακολουθούσε περίεργο όλα αυτά. Όλα φαίνονταν περίεργα στο κοριτσάκι, του έκαναν τρομερή εντύπωση τα κεριά, οι παπάδες, οι τύποι με τα μαύρα σακάκια που κάπνιζαν και μιλούσαν σιγανά, η οχλοβοή μες τον καύσωνα του καλοκαιριού, ήταν σα ταινία, σα θέατρο, είχε πάει μέχρι τα νεκροταφεία, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί του, ήτα σα να μην υπήρχε. Τις επόμενες μέρες όλα αυτά γυρνούσαν συνέχεια μες το μυαλουδάκι όπου και να πήγαινε, τον αγαπούσε το θείο, ήταν μικρή αυτή αλλά καταλάβαινε ότι ήταν κάτι ασυνήθιστο εκείνος ο άνθρωπος, είχε κάτι διαφορετικό απ τους αλλού, ήταν πιο δυνατός, πιο καλός, πιο όμορφος, πιο τρελός,πιο παθιασμένος σ ότι έκανε κι ήταν και γλυκός έτσι που έρχονταν επιβλητικός κι αγέρωχος κάθε φορά να της δώσει καμιά σοκολάτα με τρούφα καφετιά γύρω γύρω και να τη φιλήσει.

Τον αγαπούσε, όποτε έρχονταν στο σπίτι της έτρεχε να τον αγκαλιάσει, αγαπούσε και τη γυναίκα του κι εκείνα τα μικρά που είχαν γεννήσει, δεν ξεκολλούσε από κοντά τους . Κι ύστερα πήγε και πέθανε, τέλειωσε, έσβησε, τον έχωσαν σ εκείνο το κοφίνι και δε κουνιόταν, καταλαβαίνεις; Ήταν μες τα νεύρα, όλα μαύρα της φαίνονταν γύρω, όλα καταθλιπτικά σα να είχε πέσει ο ουρανός και τα αστέρια κι ο ήλιος κι όλο το καταπέτασμα και να τη πλάκωσε! Γιατί να της το κάνει αυτό, δεν ήταν δίκαιο ποιος το είχε επιτρέψει, γιατί να πεθάνει αυτός και να ζήσουν οι άλλοι, μα πόσο ηλίθιος ήταν να μη το σκεφτεί, να μπει μες τη κόλαση και να βγάλει τους άλλους!

Τη Κυριακή που ακολούθησε τη κηδεία η μάνα της την έστειλε στο διπλανό μεγάλο χωριό να πάρει τη πιατέλα με τα κόλλυβα, καλά η μάνα της ήταν λίγο τρελή, το εμπιστεύονταν εντελώς αυτό μια σταλιά κοριτσάκι, πήγε όπως της είπε η μαμά και πήρε τη πιατέλα την άσπρη, τη στολισμένη με ρύζια με την ασημένια επικάλυψη, κι όλους εκείνους τους σταυρούς και τα παράξενα σχέδια, το μυαλό της της ήταν τόσο μπερδεμένο σα να είχε μπει στο μπλέντερ, σ όλη τη διαδρομή χάζευε μια έξω τα δέντρα και τα χωράφια, μια το απαλό στρώμα της πιατέλας που σκέπαζε το στάρι το ανακατεμένο με τις σταφίδες, τα καρύδια, την κανέλα, την άχνη ....

Πέρασαν χρόνια, το κοριτσάκι μεγάλωσε, τα ξέχασε όλα, έγινε γυναίκα, έφτιαξε ένα σώμα σφιχτό και δεμένο σα της γαζέλας, όλο μύες και νεύρο! Είχε μια επιδερμίδα απαλή, τρυφερή, άσπρη το χειμώνα, ηλιοκαμένη το καλοκαίρι, όλοι την αγαπούσαν, εντάξει είπαμε όχι όλοι, μερικοί δεν τη χώνευαν, τη θεωρούσαν μεγάλη ψωνάρα, ο ζαχαροπλάστης όμως πέθαινε!

Κι ύστερα ήρθε εκείνη η τούρτα να την αναστατώσει, να τη χαλάσει, είχε γίνει άνω κάτω, πήρε ένα αστικό να κάνει μια βόλτα, αμάξια διπλοπαρκαρισμένα μπλόκαραν τους δρόμους, ένας γέρος προσπαθούσε ν ανοίξει μια πόρτα σιδερόφραχτη σ ένα κτίριο μεταλλικό, δυο ροντβάιλερ καθισμένα στη πίσω μεριά ενός αυτοκινήτου έβγαζαν έξω απ το παράθυρο τις γλώσσες τους να δροσιστούν, δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα κι αυτός που ήταν μαζί της κάποια στιγμή κοιμόταν τόσο ήσυχα που νόμιζε ότι ήταν πεθαμένος, τον άγγιξε απαλά, τον ξύπνησε κι αυτός της χάιδευε το πρόσωπο γύρω γύρω ώρα πολύ. ...

Έμοιαζε καλός αυτός ο τελευταίος ''Ίσως γίνει κάτι αυτή τη φορά!'' είπε από μέσα της, όπως σήκωσε το κεφάλι είδε μπροστά της εκείνη τη αφίσα με τον γαλανομάτη, στάθηκε μια στιγμή να το χαζέψει εκείνο το θέαμα που την ηρεμούσε πάντοτε, τα μαλλιά του είχαν το το βαθύ μαύρο χρώμα των φτερών του κόρακα, τα μάτια του ήταν τόσο γαλάζια σα να είχαν αδειάσει εκεί μέσα όλες οι θάλασσες, όλοι οι ωκεανοί, όλα τ αρμυρά νερά της υφηλίου, δεν υπήρχε τέτοια απόχρωση, κάτι είχαν κάνει, θα πρέπει να φορούσε φακούς ο άντρας εκείνος, δεν εξηγούταν αλλιώς, ένιωσε καλύτερα, χαλάρωσε, ασυναίσθητα έσυρε τα δάχτυλα στο λαιμό χαϊδεύοντας εκείνο το παράξενο κρόταλο...


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ο ΠΙΟ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΒΑΖΑΡ

‘’Πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε!’’ είχα σκεφτεί μόλις την είδα, για μένα είχε έρθει εκεί πέρα, το ήξερα, με είχε προσέξει, μου το είπε άλλωστε τότε που με κρατούσε μπροστά σ ένα τζάμι όπου έβλεπες παγωτά με σύκο, πορτοκάλι, φράουλα, κομμάτια γκοφρέτας, κομμάτια σοκολάτας, ένα φόρεμα κοκκινωπό στο χρώμα του δέρματος φορούσε, εγώ κοιτούσα κατά τη θάλασσα που χρύσιζε…

Της άρεσε η φωνή μου ‘’Απ αυτήν άρχισα να σ ερωτεύομαι!’’ μου είπε, δε μου το χαν ξαναπεί, εγώ δεν αντέχω ν μ ακούω όταν μας ηχογραφεί ο Άρης, μου φαίνεται πολύ χάλια. Ανάμεσα στα σώματα μας υπήρχε μια χημεία καταπληκτική, ήταν καλή μαζί μου, φιλότιμη έτοιμη να δώσει και τη καρδιά της δίχως να ζητήσει αντάλλαγμα, μου έδειχνε φωτογραφίες από νησιά, ακτές, βράχια, παραλίες, εκδρομές στο εξωτερικό, βόλτες σε πλατείες με συντριβάνια κι αγάλματα όπου γίνονταν γιορτές, κόσμος στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλον, βεγγαλικά απαστράπτοντα έσκαγαν ψηλά, στον αέρα αιωρούνταν πιάνα, κλόουν, ακροβάτες, μάγοι, το πρωί είναι όλοι μούσκεμα απ το κρασί… Μου έδειξε τα κοσμήματα που είχε μέσα σε κουτάκια μικρούτσικα χρωματιστά, τα μονόπετρα τεράστια, βραχιόλια ασημένια σκαλιστά με σχέδια όμορφα περίπλοκα που έσπασαν και θέλουν κόλλημα και κάτι άλλα δαχτυλίδια και δώρα και κόλπα διαφορά, ρε φίλε τι μαζεύουν οι γυναίκες… Μου είπε και για κείνο το κόσμημα που το είδε σε μια βιτρίνα και το ήθελε οπωσδήποτε, όμως τα μαγαζιά είχαν κλείσει αλλά αυτή επέμενε ότι θα της το έπαιρναν, το πρωί της δευτέρας έτρεξε να το πάρει, όμορφο ήτανε …

Μου έλεγε ιστορίες για τη Δωδώνη, το παλιό ζαχαροπλαστείο με τις μπουγάτσες που είχαν ένα φύλο χοντρό και νόστιμο, δεν το βρίσκεις πια, και για τη γυναίκα που σερβίριζε εκεί πέρα μια μεσόκοπη με κρεπαρισμένα μαλλιά χειμώνα καλοκαίρι, κάτι πάστες άσπρες με ινδοκάρυδο μου είχε ζητήσει να τις πάρω, πολύ φρέσκες, πολύ απαλές ήτανε, είχαν κάτι στρώσεις μαλακές, θύμιζαν τις πάστες που έτρωγες όταν ήσουν παιδί , ήθελε να τις φάει όλες επί τόπου…


Όταν ξυπνούσα έβρισκα την οδοντόβουρτσα και το ξυραφάκι μου στο ποτήρι, τη πετσέτα διπλωμένη πάνω στο πλυντήριο, ζητούσα το σώμα της, άκουγα την ανάσα της στ αυτιά μου συνέχεια, ήθελα να της μιλώ, το πρωί ήταν όμορφη, τα μάτια της θύμιζαν χάντρες μικρούτσικες, οι μαύροι κύκλοι κατά τρόπο παράξενο τις πήγαιναν…


‘’Γιατί ρωτάς τόσα πολλά;’’ μου έλεγε, ‘’Γιατί σκέφτεσαι συνέχεια; ’’ όμως εγώ ήθελα να μάθω τι γίνεται σ αυτόν το κόσμο τον εσωτερικό, τον μυστήριο, τι συμβαίνει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που μένουν στο ίδιο σπίτι, που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, πως γίνεται να συνυπάρχουν, το είχα ξεχάσει…

Είχα ακουμπήσει πάνω της, ήμασταν τόσο καλά, την είχα ήταν δικιά μου εκείνη τη στιγμή, της είπα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της, δε με πίστεψε, έτσι είναι οι γυναίκες, αμφιβάλουν ότι κι αν κάνεις, όλο παρερμηνείες και παρεξηγήσεις συμβαίνουν καθώς είσαι στη τσίτα, θέλει πολύ προσοχή, πολύ ψυχραιμία, πολύ υπομονή, οι γέφυρες δε στήνονται εύκολα, κι ούτε ξέρεις κατά που θα κινηθεί το πράγμα, κάθε στιγμή μπορεί ν αλλάξει κατεύθυνση, να σε πάει προς τα πίσω και άιντε ξανά πάλι απ την αρχή, δεν είναι διατεθειμένες να κουνηθούν ούτε εκατοστό απ τη θέση τους, σέρνουν αμαρτίες κι εμπειρίες που πονάνε σαν πληγές ανοιχτές, φοβούνται ότι καμιά κατραπακιά τις περιμένει πάλι τη γωνία.


Κι ύστερα είναι το τελείως διαφορετικό του χαρακτήρα που είναι ελκυστικό απίστευτα αλλά πρέπει να το συνηθίσεις, να το προσαρμόσεις στα μέτρα σου. Σου λένε και ιστορίες τόσο τρομερές που δε λέγονται, μερικά πράγματα δε μπορείς να τα γράψεις, δε γίνεται, δεν είναι δυνατό, θυμώνουν με το παραμικρό, σου λένε ότι αν αδιαφορούσαν δε θα έκαναν τίποτα οπότε πρέπει να χαίρεσαι για τα βασανιστήρια που σε υποβάλουν, πολύ ωραία, ψάχνουν να βρουν αδυναμίες, ελλείψεις και ψεγάδια πάνω σου, γίνονται σκληρές, τόσο σκληρές που σε κάνουν να βάζεις τα κλάματα κι όλα αυτά ενώ υποτίθεται ότι σ αγαπούν, δε καταλαβαίνουν τίποτα, αδύναμο φύλο σου λέει, ναι καλά, όλο αυτό είναι λίγο σαδιστικό βέβαια, που να μη μας αγαπούσαν κιόλας…

Τη νύχτα ήχοι περίεργοι με ξυπνούσαν, αυτή τινάζονταν τρομαγμένη σα να έβλεπε εφιάλτες, ένα ρίγος με διαπερνούσε, πονούσαν τα λαιμά μου, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, δε μ έπιανε ύπνος ένα θρίλερ είχα δει κάποιο που του είχαν κόψει τα δάχτυλα πάλευε μ ένα παλαβό σ ένα νησί οι κόρες των ματιών του παλαβού είχαν διασταλεί τόσο πολύ που γέμισαν ολόκληρο το μάτι του, στη ζαλάδα μου ένα μπλουζάκι άφησα δίπλα στη λεκάνη με τη χλωρίνη, το πρωί το μαύρο χρώμα του είχε γίνει μια κηλίδα πορτοκαλιά.



Ήταν τόσο πολλά που έπρεπε ν αφομοιώσω να καταλάβω να χωνέψω υπήρχαν στιγμές που το μυαλό ήταν έτοιμο να καταρρεύσει τα συνεχή μπρος πίσω μπορούν να σε τρελάνουν οι μέρες περνούσαν γρήγορα κι το καλοκαίρι τελείωνε και τα βράδια έπιαναν βροχές κι ορίζοντας φωτίζονταν από αστραπές. ''Όταν με δεις να βάφω τα νύχια μου να ξέρεις ότι δεν είμαι καλά!'' μου είπε κι εγώ σκέφτηκα ότι αυτό θα έπρεπε να το θυμάμαι, όταν μαλώναμε κι έφευγα απ τις σκάλες μου άναβε το φως, εκεί που νόμιζα ότι όλα τελείωναν ελπίδες τυφλές αναδύονταν κάθε φορά έπρεπε να καταλάβω τι εννοούσε μ αυτά που έλεγε και τι κρύβονταν κάτω απ τα λόγια της.


Μια τρυφερότητα για όλους ένιωθα, όλους ήθελα να τους αγγίζω, κάτι πρέπει ν ανέδυε το σώμα μου, οι γυναίκες πρέπει να το καταλάβαιναν, στο αστικό ένα κορίτσι ήρθε να καθίσει δίπλα μου, ένα στεφάνι μεταλλικό είχε τυλιγμένο γύρω απ το μέτωπο, ''Πολλές τρελές μπαίνουν μες τα λεωφορεία...'' είπε '' και με κοίταξε περίεργα με τα γαλανά μάτια της, ένα άρωμα βαρύ φορούσε, έπαψε για λίγο , μετά συνέχισε '' Τη Κυριακή είναι τα εννιάμερα της Παναγίας, γιορτάζουν στη Μηχανιώνα !’’


Τα πρωινά έβγαινα ζαλισμένος, στο δρόμο, μια εκκλησία έψαχνα, γυναίκες κατέβαζαν σακούλες στους κάδους, κάποιος ανέβαζε ένα στόρι, γάτες με ρίγες πιτσιλωτές που θύμιζαν πάνθηρες διέσχιζαν αργά το οδόστρωμα , ένα μηχανάκι με μια σημαία πελώρια καρφωμένη στη πίσω μεριά του πέρασε, ένα παιδί είχα πετύχει σε μια ανηφόρα, έμοιαζε ξέπνοο, ένα μπλουζάκια μ ένα κορδόνι που έδενε στο στήθος φορούσε, το ρώτησα κατά που έπεφτε η εκκλησία’’ Μια ανάσα να πάρω !’’ μου είπε ‘’Έρχομαι από ποτό! ‘’ κοντοστάθηκε και μου έδειξε. Κουράστηκα μέχρι να φτάσω, σ ένα σκαλί σκόνταψα, παλιό κτίσμα, κάτι θόλοι ψηλοί, τοιχογραφίες παλιές, ένα παιδί έψελνε, ωραία φωνή είχε, ακουστική θαυμάσια είχε ο χώρος, ο Χρήστος που ανέβηκε κάποτε στον τρούλο μου είχε πει ότι έχουν βάλει εκεί πάνω πιθάρια αρχαία που αναπαράγουν τον ήχο και τον σκορπίζουν τριγύρω, αυτός ανέβηκε κάποτε από μια σκάλα μυστική μαζί μ ένα νεωκόρο και τα είδανε, δε χρειαζόταν μικρόφωνο, ο ήχος απλώνονταν όμορφα, ένα κορίτσι ψηλό με πρόσωπο άσπρο μας κοίταζε...


‘’Μετά την εκκλησία τα λέγαμε με το Χρήστο, ‘’Κάνεις καθόλου τη προσευχή σου;’’ με ρώτησε ‘’Όχι!'' είπα ''Ψέλνεις όμως στο αναλόγιο, κι αυτό είναι καλό, πολύ καλό!’’ είπε σχεδόν από μέσα του, τι παιδί κι αυτό, τελευταία διάβαζε πολύ αστρονομία, μου ζητούσε να του βρω βιβλία για τους γαλαξίες, είχε κόλλημα, ψώνιο δε ξέρω πως σκέφτονταν αυτό το παιδί, ποτέ δε μπορούσες να καταλάβεις τι είχε στο μυαλό του. Μιλούσε για τα φάσματα των γαλαξιών, τον τρέλαινε η ιδέα ότι φως που φτάνει από κει πάνω χρειάζεται να ταξιδέψει απίστευτα διαστήματα, ήταν καλός στα μαθηματικά, του άρεσαν οι υπολογισμοί μεγάλων αριθμών που περιλάμβαναν δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια, τον τρέλαινε κι ότι σχετίζονταν με το φως, μου εξηγούσε τις θεωρίες για τις μαύρες και τις λευκές τρύπες οι οποίες καταναλώνουν τέτοιες ποσότητες ενεργείας που το μυαλό δε μπορεί να συλλάβει! Καλά πολύ κουφά μου φαίνονταν όλα αυτά, είχα και τα δικά μου αλλά όπως τα έλεγε εξέπεμπαν μια γοητεία, πίστευε ότι εκεί ψηλά υπήρχε ένα πράγμα φωτεινό, ένας κβάζαρ που ήταν το λαμπρότερο αντικείμενο σ όλο το σύμπαν, ένα πράγμα που έμοιαζε με το υπέρτατο θεϊκό δημιούργημα και που δεν είχε μελετήσει κανείς ποτέ! Ήταν φανερό ότι αυτό ήταν το πάθος του,  δε μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν είχε σπουδάσει, μια φορά μου είπε ότι είχε κερδίσει μια υποτροφία για ένα πανεπιστήμιο κάπου στην Αμερική μα δεν πήγε επειδή δε καταλάβαινε τη γλώσσα, του φαίνονταν εμπόδιο αξεπέραστο, ανυπέρβλητο, για κάποιο λόγο δεν ήθελε να κάνει κάτι για να το ξεπεράσει, έμεινε εδώ πέρα ....

Στο κέντρο είχε δροσιά , τουρίστες με ρούχα καθαρά, σιδερωμένα, πέδιλα άνετα, καπέλα πλατύγυρα, νερό από μπουκαλάκια έπιναν, κοπέλες με γάμπες γυμνές αραδιασμένες στα καθίσματα, άνθρωποι έτρωγαν μπροστά σε τραπέζια με τραπεζομάντιλα καρό, ένας ζητιάνος είχε σωριαστεί στο κάθισμα του με το χέρι απλωμένο , αθλητικά ακούγονταν απ το ανοιχτό ραδιόφωνο που είχε κρεμάσει στη ράχη της καρέκλας του, κτίρια ψηλά τριγύρω με κλιματιστικά σφηνωμένα ανάμεσα σε τζάμια καφετιά, σταγόνες έπεφταν απ’ τα καπάκια του εξαερισμού…

Στο μαγαζί που πήγαμε γίνονταν χαμός, παρέες, όργανα ακούγονταν από κάπου, όλοι ήταν χαρούμενοι, μερικοί χόρευαν κάτι τραγούδια παλιά, γύρω τύποι περίεργοι που βρέθηκαν εκεί πέρα ένας μ ένα μουστάκι βαυαρικό που κρέμονταν μέχρι το λαιμό ένας άλλος με δυο δαχτυλίδια ένα κόκκινο κι ένα γαλάζιο μ είχε πιάσει μια εφορία, μιλούσα ασταμάτητα χειρονομούσα, αντικείμενα έπεφταν απ τα χέρια μου , ‘’ Μήπως είσαι ερωτευμένος; ‘’ με ρώτησε μια κοπέλα …

Καθόμασταν με το Χρήστο στο μαγαζί που ήταν στέκι όλων των αποτυχημένων κι όλων των σμπαραλιασμένων κι όλων των καμένων, τι μέρος κι εκείνο ρε φίλε, χαζεύαμε εκείνο το τύπο που δε μπορούσες να καταλάβεις την ηλικία του που κατάφερνε κάθε φορά να τον κερνούν όλες οι παρέες, πως το 'κανε ρε φίλε δε μπορούσαμε να καταλάβουμε, ήταν περίπτωση, μιλούσε όποτε ήθελε αυτός κι όταν άνοιγε το στόμα του μπορούσε να γίνει πολύ ωμός, σου έλεγε κάτι απίστευτα βαρύ με τη μεγαλύτερη άνεση κι εσύ ψαχνόσουν να βρεις από που σου ρθε, ποτέ δεν ανοίγονταν, λέγανε ότι κάποτε ήταν νονός της νύχτας, έδινε εκατοντάδες χιλιάδες γαρύφαλλα στα νυχτερινά μαγαζιά όλης της πόλης, έβγαζε ένα κάρο λεφτά που τα παιζε το καζίνο. Ήταν επικίνδυνο αλλά άρχισα να τον ρωτώ για τη ζωή του με κοίταξε μ ένα βλέμμα θολωμένο είπε ''Γιατί με ρωτάς;''- ''Αν θες απαντάς!'' του απάντησα όπως λέω πάντοτε, πήγαινα γυρεύοντας, δε ξέρω γιατί μ εμπιστεύονται πάντως έτσι γίνεται αν και είναι παιχνίδι με τη φωτιά, αυτός άρχισε να μιλά σιγά, κάποιος άσχετος πλησίασε ν ακούσει κι ο ''νονός'' στράφηκε μουρμουρίζοντας άγρια ''Μας αφήνεις μόνους!'' τον ρώτησα και για το γιο του κι εκεί με κοίταξε λίγο τρομαχτικά όποτε άλλαξα θέμα αμέσως γιατί το πράγμα άρχιζε να ξεφεύγει...

Νόμιζα ότι θα περνούσα το βράδυ μόνος μου όταν μου τηλεφώνησε'' Άμα θες πέρνα!'', στα ραντάρ νούμερα λεωφορείων ανεβοκατέβαιναν, δεν ήξερα ποιο ήταν το δικό μου, που θα κατέβαινα, φοβόμουν αν θα με δουν οι γείτονες που παρακολουθούσαν απ τα παράθυρα κι απ τα μπαλκόνια, σ ένα μέρος όπως καθόμουν και τη περίμενα κοίταζα τον ουρανό ψηλά ψάχνοντας εκείνο το λαμπερό αντικείμενο που βρίσκεται τόσο μακριά όταν απ το πουθενά εμφανίστηκε ένας γίγαντας τριχωτός με χέρια σαν κλαριά και γενειάδα που θύμιζε το μεγαλοπόδαρο ''Μήπως έχεις αναπτήρα;'' με ρώτησε...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

ΒΟΜΒΕΣ ΣΧΑΣΗΣ

Στο σπίτι της κάπου στην Άνω Πόλη ηρεμούσε, πουθενά αλλού, εκεί μονάχα, αναζητούσε ενστικτωδώς την ευεργετική της αύρα, τον χαλάρωνε, έβαζε μουσική να παίζει και ξάπλωνε κοιτάζοντας μια καρυδιά με παχιά φύλλα που έφτανε μέχρι το μπαλκόνι, θα πρέπει να υπήρχαν μπαξέδες εκεί κάποτε συλλογίζονταν, μια μαύρη γάτα σκαρφάλωνε συχνά στο δέντρο και τον κοίταζε με τα γυαλιστερά της μάτια...

Αισθάνονταν ασφάλεια μαζί του, φοβόταν λιγότερο, μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα τις νύχτες δίχως να τρομάζει απ τα τα τριξίματα της πόρτας κι απ τους περίεργους ήχους όταν νόμιζε ότι κάποιος ψηλαφούσε απ έξω το πόμολο, όταν όλα της φαίνονταν αλλόκοτα ακόμα και τα απορριμματοφόρα του δήμου που έβγαιναν ν αδειάσουν τους κάδους στα στενά μες τ άγρια μεσάνυχτα. Η αλήθεια είναι ότι ήταν λίγο φοβιτσιάρα, όταν ξεχνούσε ένα αντικείμενο στο κρεβάτι της, μια πετσέτα ή ένα ρούχο, αν το άγγιζε στα σκοτεινά όπως πήγαινε να πλαγιάσει μπορούσε να πεταχτεί μέχρι το ταβάνι! Κι ήταν και τα όνειρα με τον μαυροφορεμένο τύπο που στέκονταν στο ανοιχτό ντουλάπι της κουζίνας και κάρφωνε πάνω της το βλέμμα του ενώ αυτή είχε παραλύσει στο κρεβάτι και δε μπορούσε να κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι της!

Η κοπέλα είχε θεματάκια όχι μόνο τη νύχτα μα και μέρα μεσημέρι, στο εργαστήρι που δούλευε έβλεπε, μόνο αυτή, κάποιον να μπαίνει και να της χαμογελά, τον παρακολουθούσε με το βλέμμα μέχρι να φύγει, του χαμογελούσε κιόλας, όλοι είχαν πάθε πλάκα ''Είσαι στα καλά σου κορίτσι μου !'' της λέγανε.

Αυτός της παρείχε σιγουριά όπως κάθε σωστό αρσενικό από γενέσεως κόσμου έως σήμερα, λειτουργούσε σταθεροποιητικά, την παρηγορούσε, την καθησύχαζε ειδικά τις δύσκολες ζεστές μέρες του καλοκαιριού όταν οι θερμοκρασίες γίνονταν αφόρητες,μαζί του δε φοβόταν, της έδινε την εντύπωση ότι αυτός θα τα κατάφερνε ότι και να γίνονταν, θα επιβίωνε κάθε δοκιμασίας, θα έβγαινε ζωντανός, θα πάλευε με θεούς και δαίμονες κι οτιδήποτε τρομαχτικό υπήρχε εκεί έξω !

Έφερνε μαζί του ένα καφέ μαύρο και πηχτό σα λάδι αυτοκινήτου, δεν έδινε δυάρα για κάτι τέτοια κι ούτε πρόσεχε στο ελάχιστο τη διατροφή του, σιγά μη κάθονταν ν' ασχολείται, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ρίξει κάτι μες το στομάχι του και να μην ασχολείται μ αυτή τη βλακεία! Καμιά φορά λαχταρούσε λίγο φρούτο και τότε αυτή του έκοβε κάνα πεπονάκι μοσχομυριστό, έπαιρνε τη φέτα και τη δάγκωνε απολαυστικά γλείφοντας τα χείλη του, κάποτε ζητούσε και μια δεύτερη, όποτε του έρχονταν φλασιά τρελή γύρευε καμιά ντομάτα και τη δάγκωνε όπως ήταν, δίχως αλάτι ή λάδι κι άλλοτε πάλι είχε όρεξη για καμιά κονσέρβα ψαριού πνιγμένη στο λεμόνι....

Έτρωγε κάτι κι έπειτα ξάπλωνε στον καναπέ ώρες ολόκληρες, τα βράδια του καλοκαιριού του άρεσε να βλέπει ντοκιμαντέρ, μπορούσε να κάθεται και να τα βλέπει μέχρι το ξημέρωμα αλλάζοντας νευρικά κανάλια όλη την ώρα. Του άρεσαν οι εκπομπές για τα μέρη εκείνα που είναι λέει τόσο καυτά ώστε οι σόλες των παπουτσιών σου λιώνουν σε μερικά λεπτά ενώ το σώμα χάνει με ρυθμούς διαβολικούς τους ηλεκτρολύτες που ρυθμίζουν την κατανομή του νερού μέσα του. Του άρεσαν προγράμματα σχετικά με τη χημεία, το κάλιο, το νάτριο, τα ιχνοστοιχεία, το βόριο, το μαγνήσιο, το σελήνιο...

Η δουλειά του δε πήγαινε καλά μα ούτε που ασχολούνταν, έδειχνε αποτραβηγμένος,έμοιαζε σα να ήθελε να παραιτηθεί απ όλα, για πολλά χρόνια είχε δουλέψει σα σκύλος, είχε μαζέψει κάμποσα λεφτά, πήρε κι ένα δάνειο για ν' αγοράσει μια βίλα τρίπατη. Εκείνο το διάστημα ήταν ενθουσιασμένος, την έφερνε με τ αυτοκίνητο να δει τη βίλα, της εξηγούσε ότι εκεί κοντά ήταν το σχολείο όπου θα πήγαινε τα παιδιά του, στο υπόγειο θα έβαζε τη μάνα του που ήταν μονάχη της κι είχε αρχίσει να το χάνει, δε την έβλεπε συχνά κι είχε τύψεις γι αυτό. Όποτε πήγαινε τα καλοκαίρια να τη δει τα χορτάρια κι οι αγριοσυκιές στο προαύλιο είχαν θεριέψει, έπρεπε να τις ξεριζώσει γιατί αλλιώτικα τη γρια θα την έτρωγαν τα φίδια, τα μαμούνια κι οι αράχνες, μια φορά όπως είχε πέσει με τα μούτρα να τα καθαρίσει κάτι πετάχτηκε μες απ τα χόρτα και τον τσίμπησε, έβγαλε σημάδια παντού στα πόδια του, είχε τρομάξει, έτρεχε στα φαρμακεία να πάρει αλοιφές...

Έπρεπε να τη πάρει τη μάνα του απ το χωριό, η γρια δε πήγαινε καλά, την είχε πιάσει μια μελαγχολία, μια κατάθλιψη, μια στενοχώρια κι οι γιατροί τη εγραψαν κάτι φάρμακα που την έκαναν να κοιμάται και να σέρνεται όλη μέρα!

Την αγαπούσε τη μάνα του, όλο ιστορίες παλιές του έλεγε τελευταία, ιστορίες που δε τις είχε πει ποτέ σα να καταλάβαινε ότι το καντήλι της έσβηνε. Του μιλούσε για τον πατέρα του, για τότε που γνωρίστηκαν έξω από μια εκκλησιά, κάτω από ένα δέντρο, αυτή ήταν πιο ψηλή κι εκείνος είχε κομπλάρει, όμως η μητέρα του τον γούσταρε, ήταν όμορφος, οι δικοί της δεν τον ήθελαν γιατί είχε μείνει λίγο ανάπηρος από ένα φάρμακο που έδιναν τότε στα παιδιά και σακάτευαν τα ποδαράκια τους, ένας γιατρός τον έσωσε, τον είχε δει μια φορά να κουτσαίνει και του πρότεινε μια σειρά από εγχειρίσεις, του έσπαγαν το πόδι, μετά το ίσιωναν, το έσπαζαν πάλι και ξανά απ την αρχή, ήταν μια διαδικασία οδυνηρή, νόμιζε ότι θα πέθαινε απ τον πόνο αλλά τελικά έστρωσε κάπως το πόδι του και περπατούσε σαν άνθρωπος!

Όσο της πήγαιναν κόντρα αυτή τρελαίνονταν σκύλιαζε, δε θα της λεγε κανείς τι να κάνει, αυτή τον αγαπούσε γιατί ήταν όμορφος και δε την ένοιαζε τίποτα, να πήγαιναν να πνιγούν όλοι, τελικά παντρεύτηκαν, μιλάμε στις φωτογραφίες η μάνα του ήταν μια κούκλα απίστευτη δεν υπήρχε στη γη πιο όμορφο πλάσμα !

Είχε προγραμματίσει να τους έχει τους γονείς του στο σπίτι του μα δεν του ήρθαν όπως τα ήθελε, τα έχασε όλα, του τα πήραν οι τράπεζες, τώρα του είχε μείνει αυτή μόνο. Γνωρίζονταν από παλιά όμως για κάποιον λόγο είχαν έρθει κοντά τελευταία, περνούσαν μαζί πολλές ώρες, τα καλοκαίρια έπρεπε οπωσδήποτε να πάνε στη θάλασσα, αυτή δίχως κολύμπι αρρώσταινε, ήταν το καλύτερο αγχολυτικό του κόσμου, με το που έμπαινε στο νερό τα ξεχνούσε όλα, ηρεμούσε, δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο!

Αυτός δε τη γούσταρε καθόλου την απέραντη υδάτινη έκταση, προέρχονταν απ τα ορεινά, ούτε που έβρεχε τα πόδια του, καθόταν μονάχα σε μια καρέκλα κοιτάζοντας τις μικροσκοπικές φυσαλίδες που ανέβαιναν στο ποτήρι της μπίρας καθώς τα κύματα της ηλιακής ακτινοβολίας απλώνονταν σαν ομίχλη που σκόρπιζε στον ορίζοντα. Την περίμενε να βγει για να τη σκουπίσει κι ύστερα της εξηγούσε όλα τα βουνά και τα ακρωτήρια που φαίνονταν στον ορίζοντα, αυτή άκουγε το μάθημα γεωγραφίας εντελώς χαμένη, ποτέ δε μπορούσε να βρει τον προσανατολισμό, την ανατολή, τη δύση, το νοτιά, τίποτα! Τα βράδια έβγαιναν με φίλους, όλοι ήξεραν ότι θα σωριάζονταν στο κάθισμα του μέχρι τις δυόμιση τα ξημερώματα, ακριβώς εκείνη τη στιγμή θα πετάγονταν πάνω φωνάζοντας ''Έλα παιδιά, δε βλέπω κέφι, δεν είμαστε ζωηροί !'' Όταν οι άλλοι έφευγαν αυτοί καθόταν μέχρι την αυγή, τα γκαρσόνια ήθελαν να κλείσουν, χασμουριόταν, τραβούσαν τις τζαμαρίες, έσβηναν τα φώτα, αυτοί δε λέγανε να ξεκουμπιστούν!

Το ξημέρωμα πάντα ήθελαν να βλέπουν την ανατολή καθώς ο ήλιος έβαζε φωτιά στα σύννεφα που έμοιαζαν να καίγονται και να πυρπολούνται μέχρι μακριά πέρα, νερά υπήρχαν στο δρόμο από κάποια νεροποντή νυχτερινή ή από καμιά διαρροή, τη φιλούσε κάτω από τ' αυτί αγγίζοντας ένα σκουλαρίκι χρυσό, πολύ λεπτό, μ ένα πετράδι γαλάζιο σε σχήμα ρόμβου καρφωμένο πάνω του, το δέρμα της ήταν υπέροχο, απαλό, σε καλούσε να το χαϊδέψεις, μια ρίγα άσπρη έτρεχε στη μέση της πλάτης της απ' το μαγιό που φορούσε, τα σανδάλια με τα χρυσά λουράκια που τύλιγαν τα πόδια της την έκαναν να μοιάζει με βασίλισσα της Αιγύπτου...

Τον αγαπούσε μα δε μπορούσε ν αφεθεί μαζί του, ήταν κι εκείνο το βλέμμα του το λοξό, ποτε δεν τη κοίταζε κατάματα, δεν τον εμπιστεύονταν καθόλου. Της είχε συμπαρασταθεί βέβαια τότε που περνούσε τα δικά της κι ο άνδρας της την κακομεταχειρίζονταν, την έκλεινε στο σπίτι, της έκανε τη ζωή δύσκολη, τη χτυπούσε, είχε λυσσάξει, μια φορά της είχε στραμπουλίσει άσχημα τον καρπό, τρέχανε στα νοσοκομεία, την παρακαλούσε μαζί μ όλο του το σόι να κρύψει τις μελανιές και να μη του κάνει μήνυση! Αυτός της είχε συμπαρασταθεί τότε, τη στήριζε, ''Πρέπει να χωρίσεις!'' της έλεγε ''Δε θα βγεις ζωντανή απ αυτό !'' δε μπορούσε να το ξεχάσει, όμως ήταν απρόβλεπτος, απ το πουθενά μπορούσε να θυμώσει, ν αγριέψει, να ξεσπάσει σε εκρήξεις ζήλιας έτσι, δίχως λόγο σοβαρό, μια φορά την είχε κάνει να κλάψει κιόλας, ..

Δε τον εμπιστεύονταν, δε μπορούσε να αφεθεί, όλο με κάτι τύπους παρακμιακούς έκανε παρέα ένιωθε μια γοητεία γι αυτούς, άνθρωποι της νύχτας, τελειωμένοι, καμένοι, σωματέμποροι που ταξίδευαν στη Ρωσία για να φέρουν κοπέλες στα μαγαζιά τους, με κάτι τέτοιους ήταν όλη την ώρα, δένονταν μαζί τους, σε μερικούς που είχαν μπει φυλακή έστελνε λεφτά, τους επισκέπτονταν, τους κουβαλούσε φαΐ...

Όμως ήταν αστείος, γελούσε ασταμάτητα με τα καμώματα του, όλο πατέντες έβρισκε για να γλυτώνει λεφτά, πέθαινε για κάτι τέτοια, όταν κατάφερνε να μη καίει πολύ βενζίνη τρέχοντας με μια στάνταρ ταχύτητα ένιωθε ότι έκανε κάτι φοβερό, στα διόδια συνειδητοποίησε ότι αν πήγαινε απ την ακριανή μπάρα και την ακουμπούσε με τον προφυλακτήρα αυτή άνοιγε μόνη της, κανείς δε τον ρωτούσε τίποτα, κανένα περιπολικό δεν αμολιούνταν ουρλιάζοντας ξοπίσω του...

Όπως και να είχε αυτή τον χρειάζονταν περισσότερο, αισθάνονταν ευάλωτη, ο κόσμος είναι κακός, άγριος, έτοιμος να σου μιλήσει άσχημα, να σε προσβάλει, να σε πληγώσει, να σε κομματιάσει, να σε πιάσει απ το λαιμό και να σου χτυπήσει το κεφάλι στο τοίχο, μόνο που είχε έναν άντρα στο σπίτι ήταν καλύτερα, τον έβαζε στον καναπέ κι αυτός δε ζητούσε τίποτα, όταν δε τον έπαινε ο ύπνος έβαζε το κλιματιστικό που δρόσιζε τον αέρα και καθάριζε το μυαλό του που έμοιαζε να περιπλανιέται συνέχεια, της μιλούσε, άκουγε μουσική και ταυτόχρονα έβλεπε ντοκιμαντέρ σα να ήθελε περισσότερα από ένα ερεθίσματα ν απασχολήσει τη σκέψη του ταυτόχρονα, ν αναλύει αέναα κάνοντας συνδυασμούς ασυνήθιστους...

Καθόταν και παρακολουθούσε σειρές διάφορες για τους πάγους και τους κρύους βοριάδες που φυσούν ξεκινώντας από θύλακες χαμηλής ατμοσφαιρικής πίεσης στα σημεία του πλανήτη τα ξεχασμένα απ το θεό, για ωκεανούς γαλανούς γεμάτους κοπάδια ψαριών με ράχες αστραφτερές, για μεταναστεύσεις πληθυσμών από αντιλόπες, ζέβρες, πεταλούδες, για αναβάτες που σκαρφαλώνουν σε κάθετους όγκους γρανίτη. Του άρεσαν και τα σήριαλ με γυναίκες τόσο τρομαχτικές που φοβάσαι να τις δεις κατάματα, αυτές που τεμαχίζουν σε κομματάκια τους συζύγους και τους κρύβουν στα ντουλάπια και στα υπόγεια, πιο πολύ όμως του είχε κάνει εντύπωση ένα έργο μ ένα επιστήμονα παλαβό που έχε ανακαλύψει το κόλπο για να φτιάξει μια βόμβα τόσο δυνατή που μπορούσε να ανατινάξει το σύμπαν ολόκληρο! Εκείνος ο παλαβός επιστήμονας βομβάρδιζε πυρήνες προκαλώντας θερμοκρασίες εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου που ενεργοποιούσαν ακόμα και τα πιο αδρανή υλικά προκαλώντας ένα χάος καταστροφικό που εξαερώνει τα πάντα στο διάβα του. Σαν κοιμόταν συνέχιζε να βλέπει στον ύπνο του σκηνές απ όλα αυτά που γίνονταν ένα μείγμα, ένα ανακάτεμα, ένα συνονθύλευμα τρελό, όταν τύχαινε ν ανοίξει μια στιγμή τα μάτια του η γάτα ήταν πάντα εκεί στο δέντρο, τα μάτια της γυάλιζαν ...


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

TΟ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ ΤΟΥ ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΟΥ ΒΟΥΝΟΥ



Κεραυνοί πέρα απ τη μεριά του μενεξεδένιου βουνού αυλάκωναν τον ουρανό με εκκενώσεις ηλεκτρικές, οι βροντές και τα μπουμπουνητά θύμιζαν βρυχηθμούς λεοπάρδαλης, στο δρόμο οι οδηγοί είχαν σταματήσει, κατέβαιναν από τ αμάξια να δουν τη φαντασμαγορία που διαγράφονταν στον ορίζοντα αν κι ήταν επικίνδυνο, όταν έπιανε καταιγίδα κατά κει δεν ήταν να βρίσκεσαι εκτεθειμένος, ένα σωρό άνθρωποι είχαν χτυπηθεί!

Απ το παράθυρο βλέπαμε κι εμείς τους κεραυνούς να εκτοξεύονται απ το βουνό όπου είχαν εγκαταστήσει ένα αστεροσκοπείο, κανείς δεν ήξερε γιατί ονομάζονταν μενεξεδένια η οροσειρά αντίκρυ μας, οι ειδικοί όμως διαβεβαίωναν ότι η τοποθεσία ήταν ιδανική για το παρατηρητήριο, λέγανε μάλιστα ότι οι αστρονόμοι είχαν ανακαλύψει από κει κι έναν κομήτη που δεν είχε δει κανείς άλλος ποτέ πριν !

Οι αστραπές τώρα έσκαγαν με βία στη θάλασσα, η βροχή που είχε πιάσει πάντως έσπασε τον καύσωνα της μέρας, στο σπίτι είχε δροσιά, στα τραπέζια χυμοί με παγάκια άφθονα, μια μουσική ακούγονταν από κάπου, στα ράφια αραδιασμένα βάζα γυάλινα γεμάτα καραμέλες, οι γυναίκες έπαιρναν από ένα καλάθι σαπούνια αρωματικά και τα δοκίμαζαν στη μύτη…

Ένα κορίτσι μπήκε στην κάμαρα αφήνοντας στο τραπέζι μια γλάστρα ορχιδέας μαβιά κι άσπρη, δυο σκουλαρίκια μαργαριταρένια καρφωμένα στο αυτί είχε, όπως καθόταν έφερνε το αριστερό χέρι στο μέρος της κοιλιάς, στο δεξί βαστούσε τώρα ένα κυπελλάκι πλαστικό με καφέ, η επιδερμίδα της πολύ απαλή με κάτι τριχούλες μικροσκοπικές, μια στάλα ιδρώτα έτρεχε απ το λαιμό, τα νύχια της ήταν μικροσκοπικά, το σώμα της έβγαζε μια αύρα που με χαλάρωνε, μπορούσα να κάθομαι εκεί και να με ηρεμεί δίχως να μιλά...

Γύρω μιλούσαν για τους καύσωνες, ο Γιώργος ερχόταν απ το χωριό του όπου είχε πάει να δει τη μάνα του που υπέφερε απ τη ζέστη, οι γέροι κι οι άρρωστοι ζορίζονται περισσότερο τέτοια εποχή, ο Γιώργος έλεγε πως οι παλιοί άντεχαν πιο πολύ, ήταν σκληρότεροι, άλλος πάλι έλεγε ότι παλιά τα καλοκαίρια οι άνθρωποι δούλευαν πιο πολύ, άντεχαν περισσότερο όλη μέρα- μη σου πω κι όλη νύχτα, καλά η ζωή τότε πρέπει να ήταν πολύ χάλια - στα χωράφια, στις οικοδομές, στους φούρνους και στα κάρβουνα όπου έψηναν κρέατα, ήταν πιο δυνατοί, το χειμώνα βέβαια καθόντουσαν αραχτοί για μήνες καρτερώντας το καλοκαίρι πάλι…

Μερικοί συμφωνούσαν, άλλοι όχι, όπως και να χει ο Αύγουστος είναι μια περίοδος περίεργη, διάφορα συμβαίνουν πάντοτε, το πρωί είχαμε χαιρετήσει το Γιάννη, έφυγε για το εξωτερικό να δει τα πεθερικά του, θα κοιμόταν ένα βράδυ σε μια πόλη και κατόπι θα συνέχιζε προς τα βόρεια μέσα από κοιλάδες και ροδώνες ανθισμένους, τελικά μας είχε τηλεφωνήσει ότι στα σύνορα τον γύρισαν πίσω, ένα χαρτί του έλειπε και δε μπορούσε να περάσει...

Η Γιώργος που πίστευε ότι οι παλιοί άντεχαν περισσότερο, διηγούνταν ότι στο βάθος του κόλπου που βλέπαμε υπήρχε ένα σημείο όπου η θάλασσα ήταν άπατη, το σημείο λέγονταν ‘’ο βυθός’’, εκεί είχε πνιγεί κάποτε μια κοπέλα όπως κολυμπούσε, οι ντόπιοι ιστορούσαν ότι την έβλεπαν τις νύχτες με φεγγάρι να περπατά στα νερά, πολλοί την είχαν δει κι ένας παπάς μάλιστα…

Κατά πως έλεγαν οι ντόπιοι εκεί που τελείωνε το ακρωτήρι που κύκλωνε τον κόλπο, κάτω απ τα βράχια, υπήρχε μια σπηλιά πολύ βαθιά, όσοι είχαν μπει μέσα με βάρκα είδαν κάτι καμάρες και μια ρωγμή γαλάζια, λαμπερή σε μια πέτρα, μα φοβήθηκαν, δε μπορούσαν να πάνε πιο βαθιά, ο αέρας εκεί μέσα ήταν αποπνικτικός, αν κατάφερνες βέβαια με κάποιον τρόπο έστω και έρποντας να συνεχίσεις ένα άνοιγμα σχηματίζονταν, ένα κενό, ένα χάσμα από κατακρήμνιση του εδάφους, από ψηλά μπορούσες να δεις τη σπηλιά, ήταν ένα θέαμα έξοχο , εκεί κοντά είχε γίνει ένα φονικό κάποτε και το μέρος το λέγανε ‘’του φονιά το λαγκάδι''...
Οι κεραυνοί και τ’ αστροπελέκια στο μεταξύ είχαν αρχίσει ξανά να πέφτουν και να βρυχώνται απειλητικά, μπουμπούνιζαν, έτριζαν, έσκιζαν τον ορίζοντα, ‘’Θα σας βάλω ένα τραγούδι ν’ ακούσετε’’ είπε κι όλοι γυρίσαμε να δούμε μια γυναίκα που δε μιλούσε τόση ώρα παρά μόνο έκρυβε με μια βεντάλια το στόμα της καθώς τα δόντια της δεν ήταν ότι καλύτερο. Ένα ζευγάρια γυαλιά με φαρδιούς φακούς λίγο παλιομοδίτικα φορούσε, όταν γελούσε έκρυβε με το ριπίδι το μισό της πρόσωπο, έβαλε στο κινητό ένα λαϊκό ωραίο που δεν το είχα προσέξει ποτέ, μιλούσε για κάποιον ετοιμοθάνατο, από κάποια παλιά ελληνική ταινία γυρισμένη στο Αιγαίο ήτανε, που τη θυμήθηκε, πόσα χρόνια είχα να τη δω τη ταινία, ήταν από κείνες τις απαγορευμένες που τώρα προκαλούν μόνο γέλιο, ταινίες που βλέπεις τα καλοκαίρια καθώς κυλιέσαι σε μαξιλάρια και σεντόνια ιδρωμένα όταν δε σε πιάνει ο ύπνος με τίποτα...

Ένας υδραυλικός με μια γενειάδα σα του Διογένη υπήρχε στη παρέα, είχε έρθει για κάποιο μνημόσυνο, μια γυναίκα έπεσε απ την ταράτσα εκεί κοντά που ήμασταν γιατί μάλωσε με τον άντρα της που της μίλησε άσχημα, οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες πάντα, ο υδραυλικός την ήξερε από μια δουλειά που της είχε κάνει...

Τα χρόνια της ανοικοδόμησης είχε κάνει τις εγκαταστήσεις σ όλη τη περιοχή, τα καλοκαίρια έψαχνε διαρροές νερού μες τα ντουβάρια που σάπιζαν, σε μια πολυκατοικία ένας σωλήνας είχε σπάσει πλημυρίζοντας το σύμπαν, έπρεπε ν’ αλλάξει όλο τα σύστημα, στο κήπο είχε σκάψει ένα λάκκο δυο μέτρα γύρω απ τις ρίζες ενός δέντρου τεράστιου που είχε καλύψει εντελώς τον μεταλλικό σωλήνα. Καθώς παιδευόταν και τυραννιούνταν με τις ρίζες ένα παιδί πολύ ζωηρό χτυπιόταν στο μπαλκόνι, ή μάνα του είχε τρελαθεί, δε μπορούσε να το κάνει ζάφτι, ξαφνικά το μικρό καβάλησε το κάγκελο και βούτηξε στο κενό, ο υδραυλικός το πρόσεξε στον αέρα με την άκρη του ματιού κι ενστικτωδώς έστριψε το σώμα του αρπάζοντας το, το μικρό προσγειώθηκε πάνω του και παραλίγο να του διαλύσει το στήθος αλλά σώθηκε, η μάνα του πήγε να τσιρίξει απ την τρομάρα της όμως απ το στόμα της δε βγήκε τίποτα, είχε κολλήσει δίχως να καταλαβαίνει τι γίνεται, από τότε έχασε τη φωνή της, τη πήγαν σ όλους τους γιατρούς του κόσμου, στους καλύτερους θεραπευτές, δε ξαναβρήκε τη μιλιά της ποτέ, το παιδί πάντως μεγάλωσε, έγινε γιατρός παρακαλώ, κατά καιρούς έβρισκε τον υδραυλικό και τον ευχαριστούσε, η γυναίκα εκείνη, η βουβή τελικά δεν άντεξε κι έπεσε απ την ταράτσα...

Ο υδραυλικός που καθόταν αμίλητος ώρα πολύ κι άκουγε μονάχα ξαφνικά άρχισε να μιλά σα ν αποφάσισε μόνος του ότι ήταν η ώρα να το κάνει, είπε ότι μια τέτοια μέρα με κεραυνούς ήταν η χειρότερη στη ζωή του, τότε που φοβήθηκε πιότερο από κάθε άλλη φορά.

Πρέπει να είχε συμβεί καμιά δεκαετία πριν, όπως οδηγούσε το καινούριο Φίατ 500, το sport ψάχνοντας το δρόμο πίσω απ τους βρεγμένους υαλοκαθαριστήρες ένας μεθυσμένος απ την απέναντι μεριά καβάλησε τη νησίδα και τον κάρφωσε στη μέση, το αυτοκίνητο δίπλωσε κι αυτός βρέθηκε εγκλωβισμένος στις λαμαρίνες που τον πίεζαν σα λαβίδες στο δεξιό γοφό. Η βροχή έμπαινε από παντού ανελέητη και τον μούσκευε ως το κόκαλο, δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα, νόμιζε ότι έβλεπε ένα έργο από κάπου μακριά, μια μεσόκοπη τον πλησίασε κι έριξε πάνω του μια κουβέρτα κι ένα αδιάβροχο κίτρινο, πρέπει να ήξερε αυτή, ανθρώπινα κεφάλια είχαν μαζευτεί γύρω του και κάτι έλεγαν, ήθελε να τους ευχαριστήσει μα δε μπορούσε, η βροχή συνέχιζε, οι κεραυνοί, οι αστραπές δεν έλεγαν να σταματήσουν, το οδόστρωμα είχε μεταβληθεί σε ποτάμι, όλα ήταν θολά, στο πρόσωπο ένιωθε να τον τσούζει κάτι, πρέπει να ήταν τα γυαλιά που είχαν καρφωθεί παντού, ο πόνος στο δεξί του πόδι ήταν το χειρότερο, ήθελε να κλείσει τα μάτια να τελειώνει μ όλο αυτό το πράγμα, η μεσόκοπη όμως που του είχε ρίξει τη κουβέρτα και το αδιάβροχο δε τον άφηνε, του κρατούσε το κεφάλι, κάτι του ψιθύριζε, δε καταλάβαινε, ‘’Όλα καλά θα πάνε!’’ κάτι τέτοιο, νερό του έδινε να πιει μ ένα μπουκαλάκι…

Όσο περνούσε η ώρα η καταιγίδα ησύχαζε, μια ομάδα από πιτσιρικάδες βγήκε στη προβλήτα κι άρχισε να βουτά από ψηλά στην αφρισμένη θάλασσα, μερικοί ήταν πολύ θεαματικοί, έκαναν ανάποδα φλιπ, έπεφταν σα βόμβες κι άλλοι πηδούσαν διαγράφοντας καμπύλες στον αέρα, δε κουράζονταν με τίποτα, ένας απ αυτούς ήταν πραγματικό δελφίνι, δεν έβγαινε καθόλου και τα δάχτυλα δεν έσκαγαν απ το νερό. Ένα κορίτσι ήταν μαζί τους, ξανθό με μαλλιά κυματιστά σα μικρή γοργόνα, φοβόταν να βουτήξει στην τρικυμία μονάχα τραβούσε με το κινητό τ' αγόρια που είχαν στυλ κι άνεση, τα βοηθούσε να βγουν απ το νερό και να σκαρφαλώσουν στο τσιμέντο, τα κύματα που έσκαγαν στη προβλήτα ανέβαιναν πολλές φορές στο τσιμέντο βρέχοντας τα πόδια της.

Στο τοπικό ΚΤΕΛ οι τουρίστες ξάπλωναν στο πάτωμα έχοντας υπνόσακους για μαξιλάρια, στις αποθήκες με τα δέματα αφίσες κρεμασμένες έδειχναν παραλίες γαλάζιες και πράσινες, κολώνες αρχαίες, κάστρα βυζαντινά, πηγές ρέουσες και καταρράκτες, αμφορείς με ζωγραφιές του μεγαλότοξου Απόλλωνα, του Δόλωνα που ζητά τα υπέροχα άλογα του Αχιλλέα, εικόνες του νεκρού Σαρπηδόνα που τον κουβαλούν ο ύπνος κι ο θάνατος, ''Τελικά το σωσα το πόδι μου!'' είπε ο υδραυλικός που θύμιζε τον Διογένη, ‘’ Πήγα στο Λονδίνο, εννιά ώρες εγχείριση, νόμιζα ότι θα πέθαινα, όλο συννεφιά έβλεπες εκεί πέρα …’’

Το βραδάκι η θάλασσα είχε γαληνέψει ολότελα, οι πιτσιρικάδες συνέχιζαν τα μακροβούτια απτόητοι ακούραστοι, ακάματοι, τούρμπο σκέτα, όταν έβγαιναν έλεγαν ότι δε πήγαν διακοπές φέτος με τους γονείς τους, με το ζόρι τους έφερναν μονάχα τα σαββατοκύριακα, δε πήγαν όπως κάθε χρόνο στην Αμουλιανή όπου κατέβαιναν μέχρι δέκα μέτρα βάθος δίχως μπουκάλες μονάχα με τη μάσκα βγάζοντας γυαλιστερές και κοχύλια, φέτος όλο το καλοκαίρι οι γονείς τους βάφουν τα σπίτια τους, λέγανε ότι θ' ανέβαζαν τις φωτογραφίες στο face book, είχαν βάλει και στοίχημα να τους κάνουν καμιά διακοσαριά σχόλια στις φωτογραφίες. Ένα ψάρι με μια ρίγα κίτρινη που γυάλιζε πέρασε δίπλα στις πέτρες τις στρογγυλεμένες απ το αέναο χτύπημα του νερού, στην αμμουδιά φάνηκαν βότσαλα βρεγμένα, σωροί από φύκια πράσινα, χαλίκια αμμουδερά, πέρα κατά το βουνό ο ήλιος έδυε βάφοντας μενεξελί τον ορίζοντα, κάτι λάμψεις ξεθυμασμένες εξακολουθούσαν ν αναβοσβήνουν …

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΦΤΑ ΣΑΜΟΥΡΑΙ

Όλα τα λεφτά μου τα έβγαλα στη Νιγηρία!'' είπε, ''Έχω συνεργασία με κάτι μαύρους εκεί κάτω!'' - ''Δε φοβάσαι;'' ρώτησα ‘’Καθόλου! Τους ξέρω, το μόνο τρομαχτικό είναι τα βουντού που κάνουν, στις κηδείες έχει τύχει να δω φέρετρα που απογειώνονται κι εξαφανίζονται, έχει κάτι μάγους εκεί κάτω που έχουν μέσα τους το διάβολο, υπνωτίζουν ανάπηρους, τους βάζουν να περπατήσουν και ν ανέβουν σκαλιά, σπάνε πέτρες μόνο με τη δύναμη της σκέψης τους! ‘’

Αράζαμε στο μπαλκόνι του και τα λέγαμε φωνάζοντας και πίνοντας τσάι κρύο σε γεύσεις διάφορες, Σαμουράι, Άνθος της πέτρας, Κόκκινη πλατεία, Άνθος του Δυτικού Νείλου, Μήλο της Έριδας! Στο δρόμο που περνούσε μπροστά μας λεωφορεία σαραβαλιασμένα διάβαιναν κάθε μεσημέρι χοροπηδώντας σα παλαβά στις ατέλειωτες λακκούβες, οι μπροστινές τους πόρτες έχασκαν ορθάνοιχτες, αμάξια έφευγαν μαρσάροντας, κάποιος είχε αφήσει ένα ποδήλατο σε μια στροφή κι ένα αυτοκίνητο που περνούσε αμέριμνο πάτησε μ όλο του το βάρος τη ρόδα του δίκυκλου, το λάστιχο του αμαξιού έσκασε, ο οδηγός κατέβηκε βρίζοντας, αν έβρισκε τον ιδιοκτήτη ήταν σίγουρο ότι θα τον σκότωνε, κανείς όμως δεν ήξερε ποιος είχε αφήσει το ποδήλατο του εκεί πέρα…

Πόσο καθαρό ήταν εκείνο το σπίτι, πόσο αστραφτερά τα πατώματα, πόσο άσπρες οι κουρτίνες, ντρεπόσουν να πατήσεις στο δάπεδο! Τα συρτάρια γεμάτα ρούχα φρεσκοσιδερωμένα, ταχτοποιημένα, μοσχομυριστά, απαλά, παπλωματοθηκες, σεντόνια, μπλουζάκια κι εσώρουχα. Το βράδυ κοιμόμαστε στο υπόγειο που είχε δροσιά, ένας σκύλος έρχονταν και πλάγιαζε στη πλάτη μου, ήθελε ν μ ακουμπάει πάντοτε, ένας μπουφές υπήρχε εκεί γεμάτο με ποτήρια όλων των ειδών, στρογγυλά, εξάγωνα, χαμηλά, ψηλά, σε σχήματα σωλήνων και κολόνας, διάφανα, κρυστάλλινα, πάνω στο έπιπλο μια φωτογραφία παλιά ασπρόμαυρη μιας νύφης που χαμογελούσε ξέγνοιαστη, πόσο όμορφη ήτανε!

Όλο για μυστήρια συζητούσε, είχε πάει στους Αγίους Τόπους, στο Σινά, ταξίδεψε στη Κίνα, στην Ινδία, από κει είχε φέρει κι ένα πετράδι μια φεγγαρόπετρα, οι Ινδοί λέγανε ότι μέσα σε κάθε τέτοια πέτρα ένα πνεύμα κατοικούσε, οι γυναίκες τους τις έραβαν στα ρούχα τους για ν αποκτήσουν γρήγορα παιδί. Στο Νεπάλ πάλι πολύ πονηροί λέει οι καλόγεροι εκεί πέρα, δε τους πήγαινε με τίποτα, έκαναν γιόγκα, ταοϊσμό, τέτοια κόλπα, είναι λέει ιδιοτελείς όλοι τους , πανούργοι, το βλέπεις στο μάτι τους που γυαλίζει! Ένας απ αυτούς είχε έρθει και στο Άγιο Όρος να γνωρίσει κάποιον δικό μας διάσημο, ήταν ταλέντο, έκανε κουφά ο γκουρού, τρελά, είχε ανέβει και τους δώδεκα βαθμούς της ιεροσύνης τους κι ήταν μόλις δεκαεφτά χρονών! Εκείνος πάντως ο πιτσιρικάς ο καραφλός, ο γκουρού, ήταν λέει καλός, Γιώργο τον λέγανε, είχε καταγωγή ελληνική, απ τη μάνα του, για κείνο το παιδί λέει ο διάσημος μοναχός θα δέχονταν να βγει απ το Όρος, μόνο για κείνον!

Δε πίστευα τίποτα απ όσα έλεγε, έδειχνε κουρασμένος, πεθαμένος, το πρωί είχε πάει να δώσει αιμοπετάλια για το πεθερό του, τον είχαν κρατήσει για δυο ώρες, του έπαιρναν αίμα, του το ξανάδιναν πίσω αφού το φιλτράριζαν, τον είχαν γεμίσει σωληνάκια! Μετά απ αυτά ένα βάρος στο κεφάλι ένιωθε, έναν πόνο στο δεξιό κρόταφο, τη νύχτα ζεσταίνονταν υπερβολικά, δε μπορούσε να περπατήσει όπως έκανε κάθε μέρα το χάραμα που σηκώνονταν νωρίς κι έκανε χιλιόμετρα ολόκληρα στην αμμουδιά της παραλίας του νησιού ξυπόλητος!

Είχε τραυματιστεί και το παιδί του στο μάτι από ένα όστρακο όπως έπαιζε στη παραλία, ένας θεός ξέρει πως το είχε καταφέρει το μικρό! Πάλι στα νοσοκομεία έτρεχε με τον πιτσιρικά να οδύρεται, εκεί γίνονταν χαμός, νοσοκόμες επιδέξιες, γιατροί πανούργοι, παντού κλέφτες νόμιζε ότι υπήρχαν, ήταν σίγουρος ότι έβγαζαν γάζες, φάρμακα, σύριγγες, θα τα σήκωναν όλα αυτοί!

''Δε τα πιστεύεις;’’ φώναζε '' Θες να σου πω ονόματα, μη με προκαλείς, στο λέω,όχι πες μου θες;‘’

''Ε ναι ρε φίλε, δε τα πιστεύω!'' απαντούσα εγώ ‘’ Δε πιστεύω τίποτα απ αυτές τις θεωρίες για τη λέσχη Μπίλντερμπεργκ , τους μασόνους, τους τέκτονες, τους αρχιτέκτονες και τους εξωγήινους που θα κατέβουν να μας πάρουν δε δίνω δυάρα όλα αυτά ! ’’ είχε ανάψει, ‘’Λοιπόν θα σε πάω σ ένα τένις κλαμπ έξω απ τη πόλη να δεις τ αμάξια που μαζεύονται εκεί τη νύχτα και τα όργια που γίνονται !’’ - ‘’Τα χεις δει με τα μάτια σου ;’’ - ‘’ Έχω δει τα αυτοκίνητα!’’ - ‘’ Άσε μας ρε φίλε!’’ τον έκοψα απότομα όμως αυτός επέμενε να χτυπιέται ότι όλα είναι στημένα, όλα είναι προαποφασισμένα σε μια συνωμοσία υπέρτατη.

Πίστευε ότι παντού υπήρχαν προδότες που ήθελαν να ξεπουλήσουν τη χώρα, τον είχε πιάσει παραλήρημα, όπως μιλούσε μου έδειχνε το χέρι του όπου οι πόροι είχαν πεταχτεί, ήταν συγκινημένος. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί καθόμουν και τον άκουγα, ίσως γιατί φαίνονταν ειλικρινής σε όσα έλεγε, τα πίστευε πραγματικά. Διηγούνταν ότι κάποιος είχε φάει απ την οικογένεια του ένα δισεκατομμύριο δραχμές παρακαλώ, είχαν πολλά χρήματα τότε, έπαιρναν ένα κάρο δουλειές, προμήθειες, εργολαβίες, εξαγωγές, ότι μπορείς να φανταστείς! Μ εκείνον τον πελάτη που τους έφαγε το δισεκατομμύριο είχαν ανοιχτεί πάρα πολύ, δε το περίμεναν, τους είχε αιφνιδιάσει, τον πήγαν στα δικαστήρια, στα εφετεία, στον Άρειο Πάγο, οι δικαστές τους είχαν πει ''Παιδιά η υπόθεση είναι τελειωμένη, μ αυτούς δε μπορούμε να τα βάλουμε πέρα, αυτοί ελέγχουν όλο τον κόσμο, τη Τράπεζα της Ελλάδας, τη κυβέρνηση, το χρηματιστήριο, διοργανώνουν συνέδρια, όποιος έχει υψηλό δείκτη νοημοσύνης τον εντοπίζουν και τον παίρνουν αμέσως, βάζουν δυο σωματοφύλακες να τον φυλάνε, δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω, τους κάνουν όλους του χεριού τους!''

Μελαχρινός τύπος ήταν, μαλλιά κατάμαυρα, χαρακτηριστικά όμορφα, μια βέρα στο δάχτυλο, ένα κομποσκοίνι στο καρπό. Το σπίτι του ήταν χτισμένο κοντά σε μια ρεματιά του νησιού, αγριοσυκιές, καλαμιές και περικοκλάδες πρασίνιζαν μέσα στο ρέμα, λεύκες φύτρωναν στις όχθες με τα φύλλα τους να σείονται στον άνεμο, ένας φράχτης από πεύκα προστάτευε το κτίσμα, μια δαμασκηνιά που έκανε φρούτα μεγάλα, πολύ γλυκά είχαν φυτέψει στην είσοδο. Απ το μπαλκόνι έβλεπες ένα βενζινάδικο πνιγμένο στη σκόνη, μια κοιλάδα με χαρακιές οριζόντιες στους βράχους υπήρχε στο βάθος, πέρα μακριά μια ομάδα ποδηλάτες έτρεχε ανάμεσα σε ηλιοτρόπια ανθισμένα, ένα κοπάδι από πουλιά ε περνούσε τσιρίζοντας αλλόκοτα, όταν φυσούσε ένιωθες στο πρόσωπο σου ν ανακατεύονταν ρεύματα κρύα και ζεστά. Τη νύχτα αεροπλάνα υψώνονταν με τα φώτα τους αναμμένα, αστέρια ξεκολλούσαν απ το στερέωμα και γκρεμοτσακίζονταν την εποχή που ο ήλιος έμπαινε στον αστερισμό του Μεγάλου Σκύλου κι ανέτειλε ο Σείριος το λαμπρότερο αστέρι σ ολόκληρο τον ουρανό!

Ο σκύλος που κοιμόταν στη πλάτη μου ήταν λεπτός θύμιζε κογιότ της αμερικάνικης ερήμου, όταν άνοιγε το στόμα του έμοιαζε να χαμογελά σκιάζονταν, τρόμαζε όποτε τον έβγαζα βόλτα σα να ένιωθε κάτι αδιόρατο με το που πήγαινε να διαβεί ένα χαντάκι ή όταν ο αέρας σήκωνε απότομα κάποιο φύλλο πεσμένο στο χώμα. Κι εγώ είχα αρχίσει να φοβάμαι με το παραμικρό, όποτε πήγαινα ν ανοίξω ένα κάδο για να πετάξω σκουπίδια τη νύχτα νόμιζα ότι ένα χέρι θα πετάγονταν από κει μέσα να μ αρπάξει και να με τραβήξει μαζί του!

Τ' απογεύματα κατεβαίναμε για ψώνια στο χωριό, σ ένα κατάστημα μια κοπέλα κοιτούσα, και το δικό της βλέμμα σταματούσε πάνω μου, μόνη της ήταν τις περισσότερες φορές, μια αλυσιδίτσα πολύ ψιλή φορούσε στο λαιμό, το σώμα της γεμάτο από κάτι στίγματα διάφανα σα σημαδάκια που νόμιζες ότι μπορούσες να τα σκουπίσεις να τα καθαρίσεις με μια κίνηση. Μια φωνή χαμηλή, βραχνή, τα δάχτυλα της δούλευαν γρήγορα σ ένα μαύρο πληκτρολόγιο, πολύ ευγενική όταν μου έβαζε κάτι στη τσάντα έσκυβε πολύ κοντά, σχεδόν μ άγγιζε κι όταν μου έδινε τα ρέστα έπιανε ελαφρά τη παλάμη μου. Μου άρεσε σίγουρα, δε με φοβόταν, είχε γερούς ώμους, καλοφτιαγμένους, αλλά κι οι γάμπες της ήταν ωραίες, την είχα ξαναδεί, την είχε προσέξει κι οι δικός μου και της πέταξε μια βλακεία που μπορεί να της κακοφάνηκε, μα τι ηλίθιος ρε φίλε, απ την άλλη βέβαια αν ήταν τόσο μυγιάγγιχτη ίσως και να μην άξιζε …

Μια μέρα πέτυχα το κορίτσι με τις φακίδες σ ένα στενό , ένα φουστάνι άσπρο φορούσε, μπροστά την είσοδο ενός πάρκινγκ καθόταν οι δίπλες του φορέματος της κάλυπταν τις γάμπες της όπως βλέπεις να γίνεται στα έργα τα παλιά, όπως καθόταν τ α πέλματα της έδειχναν προς τα μέσα ‘’Που πας;’’ μ είχε ρωτήσει.

Σ ένα σεμινάριο πήγαινα ούτε που θυμάμαι γιατί είχα δεχτεί να το παρακολουθήσω κάποιος μου το είχε ζητήσει και δεν ήθελα ν του πω όχι. Έκανε τόση ζέστη, παιδεύτηκα να βρω το μέρος που θα γίνονταν, μπέρδεψα τους ορόφους, ανέβαινα, κατέβαινα, δε μπορούσα να τηλεφωνήσω, δεν υπήρχε σήμα εκεί μέσα, τελικά το ανακάλυψα, επιτέλους! Μπροστά σ ένα προτζέκτορα φωτεινό κάποιος μιλούσε δείχνοντας φωτογραφίες και καταλόγους, προσπαθούσα να παρακολουθήσω μα δε μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, κάτι τύπο νυσταγμένοι με φόρμες κάθονταν σε καρέκλες, μια κουζίνα στο βάθος, ένα ψυγείο, ένα κλιματιστικό...

Είχα αρχίσει να θολώνω μ όλα όσα λέγονταν και γίνονταν στο νησί όπου τα κεφάλια των κολυμβητών έβγαιναν στην επιφάνεια, τα στάχυα έφταναν μέχρι τη θάλασσα κι ένα μοναστήρι μεσαιωνικό έμοιαζε ν ακουμπά τα πόδια του στο πέλαγος. Μια ανασκαφή είχε αποκαλύψει έναν τοίχο θαμμένο στο χώμα κι ένα πλακόστρωτο αρχαίο, χορτάρι ξερό, κιτρινισμένο, καμένο απ τη ζέστη, ένα κοπάδι πρόβατα παρδαλά, μια ποτίστρα τσιμεντένια, σε μια πλαγιά ένα τρακτέρ ανάμεσα σ αμπέλια που απλώνονταν με τα σταφύλια τους να κιτρινίζουν γλυκά απ τη ζέστη του καυτού καλοκαιριού.

Εμείς στο μπαλκόνι συνεχίζαμε τα δικά μας πίνοντας τσάι παγωμένο, ο μελαχρινός τύπος κρατώντας το ποτήρι του μιλούσε τώρα για τις πλάκες του μαύρου τσαγιού που κουβαλούσαν στα μοναστήρια του Θιβέτ και το αντάλλασσαν με είδη πολύτιμα, αλάτι κόκκινο Ιμαλαϊων, μεταξωτά, κεραμικά, ιατρικά βότανα και κυλίνδρους βαμμένος για να γράφουν τα μυστήρια τους γράμματα, αντικείμενα μεταλλικά, ντόπια άλογα και βόδια γιακ, πολύ γερά, πολύ ανθεκτικά. Είχε ταξιδέψει κι εκεί πέρα ατενίζοντας μονοπάτια που περνούσαν μέσα από οροπέδια και φυτείες απέραντες, από φαράγγια και τοποθεσίες με ονόματα παράξενα όπως το ''Πήδημα της Τίγρης!'', σε υψόμετρα και δρόμους σκοτώστρες που μπορούσαν να σε γκρεμοτσακίσουν ότι ώρα να ναι, είδε διαβάσεις ποταμών πάνω από γέφυρες σιδερένιες και σχοινένιες στον άνω ρου των ποταμών, μονοπάτια φτιαγμένα στη διάρκεια των αρχαίων δυναστειών, ύστερα έλεγε για τους Γιαπωνέζους και των Θρύλο των Σαράντα Εφτά Σαμουράι, πάνω απ το βουνό που στέκονταν πίσω μας ένα σύννεφο ανέβαινε σα μανιτάρι από κάποια κοσμογονική έκρηξη ηφαιστείου, ένα ποτιστικό σύστημα αμολούσε νερό στον αέρα, η μέρα έμοιαζε να πνίγεται στο φως που σκορπίζονταν ασυγκράτητο...

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

ΚΑΤΑΜΑΡΑΝ

Με το που άνοιξαν τη σιδερένια κάνουλα της φριτέζας το λάδι ξεχύθηκε καυτό αφρίζοντας, έκαιγε αφόρητα, δε μπορούσαν να κρατήσουν την κάνουλα με τίποτα, έπεσε στο πλαστικό δοχείο που είχαν τοποθετήσει από κάτω. Ο νεροχύτης κόχλαζε ολόκληρος, το λάδι γρήγορα τρύπησε το πλαστικό που συστέλλονταν και συρρικνώνονταν απ τη φοβερή θερμοκρασία, ήταν πολύ επικίνδυνο, το λάδι ξεχύνονταν άγρια, μερικές σταγόνες πετάχτηκαν κι έκαψαν το Θωμά στο μπράτσο, φοβήθηκε, φάνηκε στο βλέμμα του, έτρεξε στο φαρμακείο παραδίπλα να τον πασαλείψουν με κρέμες κι αλοιφές, ευτυχώς δεν ήταν τίποτα. Εν τω μεταξύ ο νεροχύτης έβραζε, αυτός άνοιξε τη βρύση, σχηματίστηκε μια δίνη που τη βοηθούσε να στριφογυρίσει χρησιμοποιώντας μια πένσα, τελικά ο νεροχύτης άδειασε και μ ένα μαχαίρι έσκισε το πλαστικό δοχείο για να πάρει τη κάνουλα.

Κανονικά άλλαζαν το πρωί το λάδι της φριτέζας αλλά με τόση ζέστη που μυαλό. Όλο τέτοια έκανε ο Θωμάς ''Βάλε το παλάμη σου στη σχάρα πάνω όπως εγώ να δεις αν αντέχεις !'' του είχε πει μια μέρα κρατώντας το χέρι του πάνω στο καυτό σίδερο για ένα λεπτό περίπου, δοκίμασε κι αυτός, αντέχονταν όμως έκαιγε πολύ, ο Θωμάς γέλασε ''Δε περίμενα ότι θα το κανες !'' είπε κοιτάζοντας στο κενό σα να δούλευε μια σκέψη στο μυαλό του...

Στη παραλιακή λεωφόρο τα γκαρσόνια μοίραζαν σταχτοδοχεία στα τραπέζια, δεν είχε ακόμα κίνηση, δροσιά υπήρχε στις σάλες των μαγαζιών με τους καφέδες, στις οροφές τους είχαν κρεμάσει ποτήρια κρυστάλλινα, καρέκλες αδειανές, παρκέ γυαλισμένο, αστραφτερό, ορτανσίες γαλάζιες και ροζ στις γωνίες, λουλούδια πλαστικά στους πάγκους. Στα φρουτάδικα τα πεπόνια μοσχοβολούσαν, ροδάκινα και καρπουζιά αράδιαζαν οι μανάβηδες , στα ψιλικατζίδικα πουλούσαν πορτοκαλάδες και χυμούς, στα λεωφορεία κανείς δεν ήθελε να τον ακουμπούν, όλοι ζεσταίνονταν, όλοι είχαν νεύρα, οι ελεγκτές είχαν πάψει να μπαίνουν, κανείς δεν έκοβε εισιτήριο, μια γυναίκα κοιμόταν στο κάθισμα της γέρνοντας το κεφάλι μπροστά σα να ήταν άψυχο, οι άσπροι βολβοί των ματιών της φαίνονταν καθώς τα βλέφαρα της κατέρρεαν, ένα μαβί πουκάμισο φορούσε, ένα παντελόνι μαύρο. Στη πόλη όλα έμοιαζαν να έχουν καταρρεύσει, οι τράπεζες κλειστές, ερημιά παντού, μόνο στ' αδειανά προποτζίδικα κάτι τελειωμένοι συμπλήρωναν δελτία και στα στενά κάνα δυο τρελοί κυκλοφορούσαν σα φαντάσματα. Στις εισόδους των πολυκατοικιών σκαλοπάτια άσπρα, σκυλιά ταλαιπωρημένα είχαν μπει τη νύχτα να βρουν δροσιά στο μαρμάρινο κατώφλι, καθρέφτες αδειανοί, γλάστρες απότιστες. Τα ξημερώματα λίγο προτού χαράξει περιστέρια γουργούριζαν στα σκοτεινά, στον ουρανό ένα μπαλόνι παρασέρνονταν απ τα ρεύματα όλο και πιο μακριά, στο λιμάνι ένα εμπορικό φορτωμένο έκανε μανούβρες, ψηλά ένα αεροπλάνο πετούσε κι ένα άλλο πιο πέρα στέκονταν μετέωρο σα να είχε κολλήσει εκεί πάνω ...

Ο Θωμάς, ένας γενειοφόρος πενηνταπεντάρης, γεροδεμένος, γεμάτος ενέργεια, ήταν ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού. Παλιά έπαιρνε εργολαβίες στη Κροατία, στη Σερβία, στη Βουλγαρία σ όλα τα Βαλκάνια, έργα δημόσια, σ ένα κάρο κόσμο έδινε δουλειά, πάντα τους είχε καλοπληρωμένους τους εργάτες του! Από παιδί στα χωράφια δούλευε, στο κάμπο της Θεσσαλίας, λάστιχα κουβαλούσε μες το λιοπύρι να ποτίσουν τα καταραμένα τα μπαμπάκια! Ο πατέρας του ήταν πολύ σκληρός, ώρες ατελείωτες δούλευαν στα χωράφια κι ύστερα όταν ήταν φοιτητής – προτού δουλέψει στη νύχτα - τον είχε βάλει να δουλεύει σε μονώσεις, έπρεπε ν απλώνουν πίσσα μαύρη σε κάτι τάπητες ασήκωτους κι ύστερα τους πατούσαν μ ένα μεταλλικό πατητήρι, έκανε ζέστη ανυπόφορη, κολασμένη, στις ταράτσες ψήνονταν ζωντανοί, μέχρι και πενήντα βαθμούς είχε γράψει μια φορά το θερμόμετρο τους!

Έτσι είναι πάντα τα ελληνικά καλοκαίρια, καυτά, αγχωτικά, ατελείωτα, φωτιές πιάνουν στα λιγοστά δάση που απόμειναν μετατρέποντας το τόπο σε στάχτη και κάρβουνα! Στους χωματόδρομους σκόνη ατελείωτη, όπως ο ήλιος μπαίνει στον αστερισμό του Κυνός κι ετοιμάζεται να ανατείλει το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού, ο Σείριος, αρχίζουν τα κυνικά καύματα που φέρνουν πυρετό και κακοτυχία, η ζέστη ρημάζει τα σπαρτά και τους ανθρώπους, ανακατατάξεις πολιτικές, φασαρίες, εντάσεις, συγκρούσεις, επιβουλές αλλοφύλων, πόλεμοι, επιστρατεύσεις, κόσμος φεύγει αλαφιασμένος με τρένα και με φορτηγά να υπερασπιστεί τα σύνορα..

Κάθε μέρα στο μαγαζί γίνονταν παλαβά πράγματα όπως αυτό με τη φριτέζα, μια φορά ο Θωμάς του είχε ρίξει ένα βλέμμα τόσο άγριο που ήθελε να βάλει τα κλάματα, ήταν σα να τον είχε χτυπήσει κατακούτελα! Ένα μεσημέρι πάλι του φώναξε μπροστά σ όλους επειδή καθυστερούσε, τον είχε κάνει ρεζίλι και σα να μην έφτανε αυτό του πέταξε κι ένα κουτάκι μπύρας που έσκασε μπροστά του ακριβώς! Κανονικά έπρεπε να θυμώσει, να σηκωθεί να φύγει επί τόπου αλλά κρατήθηκε, ήξερε ότι όλα αυτά ήταν ένα θέατρο για να ικανοποιηθούν πελάτες που άργησαν να εξυπηρετηθούν, δεν είπε τίποτα, μοναχά χαμογέλασε κι οι άλλοι το είδαν, γέλασαν κι εκείνοι.

Από νωρίς το πρωί ξεκινούσε το προσκύνημα, τύποι μυστήριοι, νταλικέρηδες καραφλοί, λαχαναγορίτες κι εργάτες απ το λιμάνι μαζεύονταν εκεί πέρα, δε ξέρω τι έβρισκαν σ εκείνο το μέρος, τι τους άρεσε, περίμεναν πάντως ώρα πολύ, μερικοί φεύγανε γκρινιάζοντας και βρίζοντας, δεκάρα δε δίνανε για δαύτους! ''Ξύπνα!!'' του φώναζε όλη την ώρα ''Κοιμάσαι!'' αυτός δε μπορούσε να συγκεντρωθεί, δε το είχε ρε φίλε, ήταν αλλού, το μυαλό του ταξίδευε. Μερικές φορές το πράγμα γίνονταν επικίνδυνο όπως τότε που είχε σκύψει να πάρει κάτι κι όπως σηκώθηκε χτύπησε με δύναμη στη γωνιά ενός συρταριού μεταλλικού που είχε ανοίξει ο Θωμάς, το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που είχε καθίσει λίγο να συνέλθει, ύστερα συνέχισε τη δουλειά. Πάντως ο μουσάτος πρέπει να τον πήγαινε, τον θεωρούσε κάπως μορφωμένο και τον σέβονταν γι αυτή του την ιδιότητα, μάλιστα έχε προσέξει ότι συγκρατούσε λόγια που του έχε πει κατά καιρούς και τα χρησιμοποιούσε κι αυτός, μια φορά κιόλας είχε βγάλει ένα χαρτάκι κι είχε γράψει μια φράση που του είχε κάνει εντύπωση...

Τον εμπιστεύονταν αλλιώτικα δε θα δούλευε ποτέ σ ένα τέτοιο μέρος, όποτε περνούσε δίπλα από μια εικόνα που είχε κρεμασμένη τη φιλούσε κάνοντας το σταυρό του, ήταν καχύποπτος και δε τον είχε δει ποτέ να ιδρώνει ακόμα κι όταν όλοι ψήνονταν ! Σπάνια μιλούσε για το παρελθόν, έπρεπε να τον πετύχεις στη κατάλληλη φάση, κανέναν δεν εμπιστεύονταν, ήταν και καταφερτζής απίστευτος! Μια φορά είχε πάει στο Όρος, δεν είχε διαμονητήριο, σ ένα μοναστήρι έφτασε το σούρουπο, οι καλόγεροι είχαν κλείσει τη βαριά πύλη, βγήκε ένας γηραλέος ασκητής: ''Έχουμε κλείσει, στρώσαμε και τη τράπεζα, που ήσουν όλη μέρα!'' ο Θωμάς άρχισε τάχα να ψάχνει το διαμονητήριο, άνοιγε τσάντες, σακούλες, βαλίτσες, φώναζε, χειρονομούσε, άδειαζε τις τσέπες του, ο καλόγερος είχε απηυδήσει, τελικά του φώναξε '' Άντε αναθεματισμένε, πέρασε επιτέλους να πάω να πλαγιάσω!''

Το πιο δύσκολο ήταν το βράδυ, έπρεπε να καθαρίσουν τις σχάρες που ήταν πνιγμένες στο κάρβουνο, γέμιζε μαυρίλα ο τόπος, έπρεπε να τρίβουν όλη την ώρα με μια σπάτουλα και λεμόνι άφθονο, χαμαλίκι σκέτο, δε του άρεσε καθόλου, σκεφτόταν ότι αν ήταν να περνά ώρες κάνοντας αυτό το πράγμα ήταν χαμένος !

Όταν έφευγαν κι οι τελευταίοι μεθυσμένοι έβγαιναν καμιά βόλτα, μερικές φορές μες το κατακαλόκαιρο ο αέρας μάζευε τα σύννεφα κι έπιαναν μπόρες , όλοι έτρεχαν να κρυφτούν, κεραυνοί έσκαγαν ξαφνικά, οι συναγερμοί άρχιζαν να ουρλιάζουν ταυτόχρονα, σε μια κόγχη, σε κάτι αρχαία χαλάσματα, τα περιστέρια κούρνιαζαν περιμένοντας να κοπάσει το κακό και να κλείσουν οι καταρράχτες του ουρανού. Σαν σταματούσε και δρόσιζε πια καθόντουσαν σ ένα παγκάκι μιας πλατείας κι ο γενειοφόρος άντρας μιλούσε για ιστιοπλοϊκά, είχε πάρει κάποτε κι ένα δικό του αλλά τον ξέσκισε η εφορία και τσακίστηκε να το ξεφορτωθεί! Τώρα ήταν εκπαιδευτής στα καταμαράν, είχε πάρει την άδεια κι όργωνε το Αιγαίο ολόκληρο όποτε μπορούσε, ο Άι Στράτης ήταν το αγαπημένο του μέρος, εκεί έπιαναν κάτι αέρηδες τρομεροί που τον τρέλαιναν, ήθελε πολύ δύναμη και μαστοριά μεγάλη να κάνεις το σκάφος εκείνο να γλιστρά απαλά στο κύμα …

Με μια παρέα είχαν σταματήσει σε μια ακτή του Άι Στράτη, τα νερά ήταν παγωμένα εντελώς μιλάμε, απ το βυθό αναδύονταν κατά ομάδες άσπρες μέδουσες σα μικρά αλεξίπτωτα διάφανα, ο ήλιος έδυε, ένα ψάρι πετάχτηκε απ το νερό δείχνοντας την ράχη του που γυάλιζε. Οι γυναίκες που είχαν μαζί κρατούσαν τις φούστες τους καθώς φυσούσε αέρας, τα βρεγμένα μαλλιά τους ανέμιζαν, λευκά μαγιό, εφαρμοστά φορούσαν από κάτω, μια απ αυτές είχε στο χέρι ένα ρολόι γαλάζιο στο χρώμα της θάλασσας, μια άλλη ένα κολιέ μαργαριταρένιο που στραφτάλιζε. Στην αμμουδιά ένας τύπος με δόντια χαλασμένα έβγαζε όστρακα απ το βυθό, τα έσπαγε αφαιρώντας το εσωτερικό τους που το χρησιμοποιούσε για δόλωμα, όλα τα χαλίκια της παραλίας είχαν γίνει πορφυρένια απ τη χρωστική...

Παλιά είχε λεφτά όμως τα είχε χάσει όλα πια, έκανε κάτι επενδύσεις άστοχες, οι φίλοι του έφαγαν τα περισσότερα, ανοίχτηκε, τον έπιασε η κρίση, τη πάτησε, τον είχε αφήσει κι η γυναικά του, δε θέλει και πολύ να πάρεις τη κάτω βόλτα! Μονάχα το μαγαζί εκείνο του είχε απομείνει, του τα είχαν πάρει όλα, το μαγαζί κι ένα μαύρο BMW του είχε απομείνει να γυρίζει τα βράδια, φοβόταν μη του το πάρουν, '' Όχι αυτό!'' έλεγε.

''Πάνε πάνω να δώσεις φαΐ το Δημήτρη!'' του είπε μια μέρα,έχω ένα τάπερ στο ψυγείο, αν δε τον βρεις στο πατάρι κατέβα στο υπόγειο !''

Ο Δημήτρης ήταν αυτός με τα χαλασμένα δόντια που πήγαινε βόλτες με το καταμαράν κι έσπαγε τα όστρακα στον Άι Στράτη. Μιλάμε του είχε φάει ένα κάρο λεφτά δανεικά κι αγύριστα, ήταν ένα ρεμάλι και μισό, κατά καιρούς τον φιλοξενούσε, άλλοτε τον έδιωχνε κακήν κακώς, όμως όλο κάτι γίνονταν κι εμφανίζονταν πάλι αν δε τον είχαν μπουζουριάσει βέβαια οι αστυνομικοί! Κανείς δεν ήξερε κι ούτε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί του είχε τέτοια αδυναμία, κάποιοι λέγανε ότι είχαν μεγαλώσει μαζί, άλλοι ότι μπορεί και να ήταν ο αδερφός του, έμοιαζαν κάπως άλλωστε...

Έπρεπε να πάει στο πατάρι, φοβόταν, ποτέ δεν είχε ανέβει εκεί πάνω κι ούτε που είχε όρεξη να βρεθεί μόνος του με κείνον το φυλακόβιο! Είχε ακούσει διάφορα για το πατάρι αλλά ποτέ δεν είχε τύχει ν ανεβεί, από ένα διάδρομο βγήκε σε μια αυλή κι από κει μπήκε στο ασανσέρ το τρομαχτικό που κινούνταν με τηλεχειριστήριο. Το μέρος ήταν πολύ στενό, ίσα ίσα χωρούσαν τα πόδια σου να πατήσεις σε μια βάση μεταλλική ενώ από κάτω έχασκε το κενό. Πίεσε το κίτρινο κουμπί, το συρματόσκοινο σφίχτηκε, ρολάρισε κι άρχισε να ανεβαίνει, το έβλεπε που τυλίγονταν, περίμενε λίγο προτού το κεφάλι του στουκάρει στην οροφή κι ύστερα τράβηξε το δάχτυλο απ το κουμπί.

Στη σοφίτα υπήρχε ακαταστασία απίστευτη, βιβλία παλιά τσαλακωμένα παντού, αγιογραφίες και βίοι αγίων, τρεις ανεμιστήρες δούλευαν στο φουλ μήπως δροσίσουν το στενό χώρο, κάτι μηχανήματα αρχαία ένα θεός ήξερε από που ήταν και σε τι χρησίμευαν, ένας πάγκος ξεχαρβαλωμένος όπου ο Θωμάς κοιμόταν, τώρα πως ησύχαζε μέσα σ εκείνο το χάος ήταν μυστήριο! Προσευχητάρια δίχως εξώφυλλο έβλεπες, ένα καντηλάκι έκαιγε σε μια γωνία, στο τοίχο υπήρχε μια φράση γραμμένη με μαρκαδόρο ''Περίζωσαι την ρομφαία σου επί τον μηρόν σου δυνατέ!'', ο άλλος δε φαίνονταν πουθενά, βιάστηκε να φύγει πατώντας το κόκκινο κουμπί για την κάθοδο.

Τώρα ακολουθούσε αντίστροφη πορεία, το συρματόσκοινο ξετυλίγονταν αργά, ένιωθε ζαλισμένος απ τη ζέστη κι απ όλα όσα είχε δει στη σοφίτα, η βάση όπου πατούσε δε του φαίνονταν και πολύ στέρεα, ήθελε να δοκιμάσει την αντοχή της αλλά φοβόταν ότι αν έκανε πως παραπατούσε μπορεί κανένα πόδι του να κατρακυλούσε στον αγύριστο, το σιδερένιο σκοινί όλο και ξετυλίγονταν, όλο και πιο χαμηλά κατέβαινε, μα που στο διάβολο ήταν εκείνο το υπόγειο, γιατί δεν του είχαν πει πότε να σταματήσει, δεν έβλεπε και καλά, τελικά ένιωσε να χτυπά κάπου με δύναμη ταρακουνήθηκε, σταμάτησε τη συσκευή, αισθάνονταν εγκλωβισμένος, παγιδευμένος, ήθελε να σηκωθεί να φύγει κι ότι ήθελε ας γίνονταν, ετοιμάζονταν να ξανανέβει όταν άκουσε μια φωνή ''Κατά δω!'' και τινάχτηκε.


ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...