Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ



Ένας όγκος από λαμαρίνα και σίδερο έρχονταν  με φόρα κατά  πάνω του,  δε μπορούσε να στρίψει με τίποτα, κάτι κολωνάκια στην άκρη του δρόμου τον εμπόδιζαν, είχε τρελαθεί, όλη η ζωή του περνούσε μπροστά απ τα μάτια σα να προβάλλονταν σε μια οθόνη μ ένα προτζέκτορα,  η νταλίκα είχε διπλώσει, είχε σπάσει στη μέση,  έρχονταν κατευθείαν στο πρόσωπο του, τη τελευταία στιγμή μονάχα τελείωσαν εκείνα τα καταραμένα κολωνάκια και μπόρεσε να ξεφύγει,   άκουσε τον στριγκό  ήχο του μετάλλου που έξυνε τη πόρτα του αμαξιού  αμαξιού   περνώντας ξυστά,  μόλις κατάφερε  να βγει σ ένα χωράφι κρατώντας τη μια ρόδα στην άσφαλτο γιατί διαφορετικά θα είχε κυλήσει στη λάσπη του χωραφιού.

 Ένας οποιοσδήποτε οδηγός θα είχε σκοτωθεί   άλλα όχι αυτός που  είχε αλωνίσει όλη τη Πελοπόννησο έναν καιρό μ  εκείνο το φοβερό   Φίατ 128 κι αργότερα με το Γκολφ το Βολκσβάγκεν,-  τι  μηχάνημα κι εκείνο!-  ένιωθε  να  τρέμει ολόκληρος, έριξε μια ματιά στη  νταλίκα που εξαφανίζονταν πέρα μακριά σα να μην είχε συμβεί τίποτα,  αναθεμάτισε το καταραμένο  πλαστικό που είχε ξεκολλήσει απ το ραδιόφωνο κι είχε σκύψει να το μαζέψει για να βρεθεί φάτσα με το θάνατο,  σταμάτησε σ ένα βενζινάδικο πιο κάτω, ένας τύπος τον πλησίασε :΄΄ Ξέρεις  τι χρώμα έχεις;!’’ αυτός  τον κοίταζε σα χαμένος .

Σκέφτηκε ότι αυτό μπορεί να ήταν  σημάδι κι ότι δεν  έπρεπε να πάει για ψάρεμα μοναχός, πάντα βουτούσε με κάποιο  φίλο δε ξέρεις ποτέ τι γίνεται, συνήθως έρχονταν  μαζί του ο ψηλός που πήγαιναν για μπάσκετ στα γηπεδάκια του Ευόσμου τις πέμπτες τ απογεύματα,  αυτός που πωρώνονταν και τάδινε όλα,  ίδρωνε κι ορμούσε στον αντίπαλο σα να του είχε σκοτώσει τη μάνα!

 Θα ήταν καλύτερα αν τον είχε μαζί του όμως το   χρειάζονταν όπως και να ήταν ,  αυτή ήταν η απόδραση του σ έναν κόσμο μυστικό, κάτω απ την επιφάνεια του νερού, ανάμεσα σε ψάρια και χταπόδια και φύκια που γλιστρούσαν και σάλευαν  εκεί  κάτω αποκομμένα απ ότι συνέβαινε στον υπόλοιπο κόσμο,  αποφάσισε να το ρισκάρει, άλλωστε το ήξερε τόσο καλά εκείνο το μέρος.

Η μέρα ήταν βροχερή αλλά έτσι του άρεσε, τέτοιες μέρες πήγαινε για ψαροντούφεκο, μετά τη βροχή τα ψάρια βγαίνουν απ τις κρυψώνες τους εκεί κατά τη Μεθώνη, στις παραλίες της Κατερίνης, στο μέρος που το λένε’’ Μακρές πέτρες’’ εξαιτίας κάτι βράχων με σχήμα αλλόκοτα. Τα κύματα σκάνε κατά κει ήσυχα τις πιο πολλές φορές κι άλλοτε όταν ο καιρός είναι άγριος ξεσπούν με μανία αφρίζοντας καθώς  ξεδιπλώνονται κατά τη παραλία μες τη καταιγίδα θυμίζοντας καβαλάρηδες αγριεμένους.
  
Τα σύννεφα έμοιαζαν να καθαρίζουν, όλη η ατμόσφαιρα ήταν σα  να  είχε  πλυθεί, ένα τρένο σα φίδι διέσχιζε τα οργωμένα  υψώματα,  περικοκλάδες κόκκινες, καφετιές, κίτρινες, πράσινες, φύτρωναν ανάμεσα σε κάτι φραγκοσυκιές, ποιος ξέρει πως φύτρωσαν κατά κει πέρα τέτοια φυτά, ψηλά κατά τον Όλυμπο είχε χιονίσει, στο ράδιο λέγανε  για κάποιον που χάθηκε με τ άλογο του μες τα βουνά, τελικά τον  ανακάλυψαν κάπως  και τον σώσανε.

 Ο Αξιός   κατέβαζε ένα πράγμα που έμοιαζε με λασπουριά πιο πολύ παρά με νερό,  είχε διαβάσει ότι κάποτε αυτό το ποτάμι το διάβαινε χειμώνα καλοκαίρι   ψηλά στη Σερβία  ο Τίτο με τους παρτιζάνους του,  όλη  η έκταση τριγύρω  ήταν κάποτε μια λίμνη, ένας βάλτος απέραντος μέχρι ν αποξηρανθεί, βατόμουρα κόκκινα και μαύρα πούχαν απομείνει απ το καλοκαίρι διακρίνονταν  ανάμεσα σε θάμνους αγκαθωτούς

 Μια  νέα γυναίκα είχε πέσει σε κείνα τα νερά κάποτε γιατί ο άντρας της δεν την ήθελε, ήταν λέει πολύ σκληρός,  βάναυσος,   η καημένη δεν τον άντεχε άλλο,  ένας γέρος διηγούνταν ότι είχε ακούσει τις φωνές της και  γνώρισε τη σιλουέτα της ένα βράδυ ,  παλιά οι χωρικοί  έβγαζαν χταπόδια που έβγαιναν στην ακτή   τη νύχτα   με τα καμάκια,  ακόμα βρίσκεις πολλά χταπόδια άμα ξέρεις να ψάξεις κοντά στην αρχαία Πύδνα, εκεί όπου ο στρατός των Ρωμαίων νίκησε τους Μακεδόνες,  είχαν βρει κι  ένα ψηφιδωτό του Αλέξανδρου να πολεμά μανιασμένα καβάλα στ άλογο του,  μαζί μ’  ένα σωρό μάρμαρα κομματιασμένα,  σπασμένα από κολώνες και ναούς και μνήματα αρχαία, αυτά  που είχαν ρημάξει οι Γαλάτες εισβολείς,  οι βάρβαροι πολεμιστές του βορρά που είχαν κατέβει ως τη Μακεδονία λεηλατώντας το σύμπαν!

Ακόμα  πιο παλιά λέγανε ότι εκεί κοντά   ζούσαν οι Φρύγες με το βασιλιά τους το Μίδα που ότι έπιανε γίνονταν χρυσαφένιο, έλεγαν ότι κατά κει ήταν οι μαγεμένοι κήποι του με τα χρυσά μήλα,  αργότερα φύγανε   εκείνοι οι πληθυσμοί για τα μέρη κοντά στη Μικρασία, στη  Τροία.


Στο πατρικό του σταμάτησε, ο πατέρας του είχε ψήσει στα κάρβουνα, στη παλιά τους κουζίνα   κάτι τοπάνια  όπως λένε κατά κει τα μεγάλα κεφαλόπουλα, ήταν μάστορας στο ψήσιμο αυτός, τούδωσε και μερικά ρόδια κόκκινα με τα κλαδιά τους   πολύ όμορφα,  και κάτι ακτινίδια, έριξε μια ματιά στο παλιό τους σπίτι με το τζάκι, ήταν χτισμένο  δίπλα στο στάβλο με τα ζώα που ήταν άδειος πια,   παλιά χρησίμευε και για θερμαντικό τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Στη θάλασσα όλα έμοιαζαν ήσυχα, πήρε μια βαθιά ανάσα, κατέβασε τη στολή του,  τη φόρεσε, δεν ένιωθε να κρυώνει, ο σκύλος του πήδηξε απ το κάθισμα ολόασπρος, τρελαμένος με τις μυρουδιές που  κατέκλυζαν την ατμόσφαιρα, είχε ανακαλύψει μια τσάντα με κρέας κι είχε λυσσάξει να την ανοίξει, είχε  βρει  ένα σχίσιμο κι έχωνε τη μουσούδα του, σκάλιζε με τα ποδάρια του, ο άντρας έσκασε στα  γέλια, του έφτιαξε η διάθεση ακόμα περισσότερο .

Αμόλησε το σκύλο που άρχισε να ψάχνει νευρικά  τριγύρω και μπήκε κατόπι  στο θολό νερό , καταδύθηκε,  αισθάνθηκε ανάλαφρος, σα να τον φρεσκάριζε η επαφή με το νερό, σα να ξαναγεννιούνταν πάλι,  σα να έφευγε ένα βάρος απο πάνω του,   αυτή τη φορά τράβηξε σε μια κατεύθυνση αντίθετη, όχι εκεί που πήγαινε συχνά, σ ένα σημείο  όπου δημιουργούνταν μια κατωφέρεια, ένα χάσμα βαθύ,  είχε ακούσει για κάτι ρεύματα περίεργα που σχηματίζονταν κατά κει,  για κάποιο λόγο ήθελε να το εξερευνήσει,  εκείνη τη μέρα ένιωθε πολύ καλά κι ήθελε να  δοκιμάσει, έσφιξε στο χέρι το ψαροντούφεκο κοιτάζοντας μπροστά του μέσα απ το γυαλί της μάσκας όταν το είδε.

Πρέπει να ήταν κάπου κάπου  δέκα  κιλά όπως το υπολόγισε, δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλο ψάρι, τα λέπια του έλαμπαν καθώς έγερνε αρμονικά το σώμα του, στα πλευρά του μια αδιόρατη γαλάζια γραμμή σχηματίζονταν, κολυμπούσε χαλαρά,  με άνεση, ήταν στο στοιχείο του, ένιωσε μια τεράστια λαχτάρα να το πιάσει, να το νιώσει να σπαρταρά στα  χέρια του,   ο πατέρας του  είχε φέρει κάποτε ένα τέτοιο μεγάλο αλλά όχι τόσο όμορφο,  απ τη λίμνη του Πολύφυτου,   απ τα Σέρβια στο φράγμα του Αλιάκμονα με την ατέλειωτη γέφυρα πνιγμένη στην ομίχλη το χειμώνα,  στη Κοζάνη κοντά  όπου πήγαινε να πουλήσει τα κηπευτικά τους.

 Αυτά τα λιμνίσια λέει μεγαλώνουν και γίνονται τέρατα,  ένα τέτοιο τέρας ήτανε  κι εκείνο,  τρώγανε καμιά βδομάδα και δεν έλεγε να τελειώσει, είχαν φωνάξει και κάτι γείτονες, ένας απ αυτούς, ένας λαίμαργος είχε πέσει με τα μούτρα, η γυναίκα του  καθάριζε το πρόσωπο και τα χείλη  του με  μια χαρτοπετσέτα εκεί στην αυλή του πατρικού όπου είχαν στρώσει το τραπέζι….

Σκέφτηκε ότι ήτανε κρίμα να χτυπήσει ένα τόσο όμορφο ψάρι, το ένιωθε λίγο σαν φίλο του, ήξερε τι έπρεπε να κάνει, το είχε, θα αμολούσε το βέλος κι ύστερα θα ανέβαινε στην  επιφάνεια να το αφήσει να εξαντληθεί,  έπειτα  θα το μάζευε με την ησυχία του, δε χρειάζονταν βιασύνη, δε θα του ξανατύχαινε τέτοια ευκαιρία.

 Όπως τα συλλογίζονταν όλα αυτά εκεί κάτω στα δεκαεφτά μέτρα  από την επιφάνεια κάτι έγινε, ούτε που κατάλαβε πως ξεκίνησε,  σα να  έχασε τον έλεγχο , πάτησε τη σκανδάλη, είδε το ατσάλινο  βέλος να φεύγει στο νερό,   όπως  κοιτούσε τη  πορεία του  ένιωσε κάτι να σαλεύει ξοπίσω του σα μια σκιά, γύρισε να δει τι συμβαίνει,   πάγωσε.

Μια σιλουέτα γυναικεία, υπέροχη, εξαίσια, με μαλλιά ξανθά που κυμάτιζαν απαλά στο νερό κινούνταν  αέρινα,  μπορούσε να δει τα μάτια της που  κοιτούσαν βαθιά μέσα του, έκανε μια κίνηση ανεπαίσθητη   σα να του έγνεφε να τον ακολουθήσει, ήταν πολύ ωραίο  το θέαμα κι ένιωθε την ανάγκη να γλιστρήσει μ εκείνο το πλάσμα που τον τραβούσε με μια δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει  όλο και πια βαθιά κατά την τάφρο που έχασκε πιο πέρα, σ ένα μέρος μ ένα ναυάγιο σίδερα  φθαρμένα γεμάτο, φύκια και φυτά υδρόβια έχασκαν,  αποφάσισε ν'   ακολουθήσει εκείνη την οπτασία,  το μέρος  προς την τάφρο έμοιαζε σκοτεινό μα ένα φως αναδύονταν απο κάπου βαθιά ….


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ



Οι άντρες κλαίγανε εκεί πέρα κι οι γυναίκες το ίδιο, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μικρό φέρετρο στα λουλούδια πνιγμένο, το παιδάκι φαίνονταν ήρεμο αλλά χλωμό, ένα κομμάτι απ το ευαγγέλιο ακούγονταν ο χριστός καλούσε τα μικρά παιδιά κοντά του.
  
Ο δεσπότης που το γνώριζε το παιδάκι  είπε για τα αδελφάκια του  που έχασε σαν  ήτανε μικρός, παρηγορητικός ήταν ο τόνος του,  ιερείς γύρω ένα σωρό δακρυσμένοι, χορωδίες, κόσμος, εικόνες ζωγραφισμένες στο τοίχο , ο αρχάγγελος σε φόντο χρυσαφένιο έβγαζε το σπαθί απ το θηκάρι του βλοσυρός, αυτός λέει είναι που παίρνει τις ψυχές κάτω στον Άδη , ο Θανάσης κάτω από μια κολόνα βλοσυρός κι αυτός, δάκρυα έτρεχαν απ τα μάτια του Δημήτρη, πλησίασα να χαιρετήσω, ούτε που ήξερα τι κάνουν, μια εικόνα,  ύστερα το νεκρό παιδάκι, ένα μέτωπο πλατύ, το φίλησα ήταν κρύο πολύ , παγωμένο, ο Άρης παραδίπλα συντετριμμένος , παραιτημένος  μα  ήρεμος,  η γυναίκα του σαν το χαρτί άσπρη αναστέναζε, κάποια της δρόσιζε μ ένα μαντήλι το πρόσωπο, τη βοηθούσε ν’ ανασάνει όπως πνίγονταν,   πλησίασα τον αγκάλιασα, ''Πολύ μ αγαπάτε ρε παιδιά!'' είπε ξέπνοα .

Το ήξερα εκείνο το παιδάκι, ερχόταν κοντά μας κι πατέρας του έσκυβε να το τυλίξει στα χέρια του, κάτι γυαλάκια ασημένια φορούσε, όλα τα γράμματα και τους αριθμούς είχε μάθει, πολύ έξυπνο, ένα κάρο επεμβάσεις είχε υποστεί κι ήταν τόσο υπομονετικό και καλόβολο, κουράζονταν εύκολα, δε μπορούσε να τρέξει όπως οι φίλοι του, στην Ολλανδία το είχαν πάει για κάτι άλλες εγχειρίσεις, πράσινο πολύ κατά κει, τόσο που το μάτι πιάνεται.

Στη Τήνο είχανε πάει να προσκυνήσουν, όλα καλά  να πάνε, είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο, φυσούσε μανιασμένα κατά κει, στην Αθήνα θα έμενε στο σπίτι ενός καλόγερου που μπαινόβγαινε στο Άγιο Όρος κι έλειπε αυτό τον καιρό,  η τελευταία εγχείριση θα ήτανε αυτή αλλά κι η πιο δύσκολη, θα άνοιγαν την  καρδούλα του μια τρυπούλα να κλείσουν, κάτι τέτοιο  Φοβούνταν Ο Άρης , μας τόχε πει,  τελικά δεν άντεξε η καρδούλα του .

Ψαλμοί ακούγονταν στην εκκλησιά ''... ότι αυτός ο κύριος εν κελεύσματι,  εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι θεού καταβήσεται απ ουρανού και οι νεκροί εν χριστώ αναστήσοννται  πρώτον  έπειτα εμείς οι ζώντες αρπαγησόμεθα  εν νεφέλαις .....εις αέρα !'', κάτι λόγια: '''Ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων ως αθάνατος βασιλεύς!'' ποιος στο καλό μου είναι αυτός ο αθάνατος βασιλεύς που κυβερνά ζωντανούς και νεκρούς αντάμα ;

Ένας τύπος με κουστούμι μας είπε να συντομεύουμε, σ ένα αμάξι μπήκαμε ακολουθώντας τη νεκροφόρα, διασχίσαμε τη Λαγκαδά, κάτω απ την αερογέφυρα της Σταυρούπολης κάποιος τρελαμένος κορνάριζε ακατάπαυστα , στον περιφερειακό του Ευόσμου κι ύστερα δεξιά προς τα κοιμητήρια,  δούλευα ένα φεγγάρι  κατά δω, το ίδιο θλιμμένο τοπίο όπως  τότε , σκουπίδια, λαμαρίνες παντού και γυαλιά.

Στα μνήματα όλο τάφοι παιδιών και παλικαριών, ένας καλόγερος έκανε τη τελετή, φωνή βαριά, τον ήξερα, ένα πετραχήλι κρεμασμένο στο λαιμό, η μάνα έκλαιγε: ''Ανοίξτε λάκκο βαθύ να μπω μαζί του να μην είναι μοναχό και φοβάται εκεί στα σκοτεινά που πάει!'', μια σακούλα με τα ρουχαλάκια του έριξαν μέσα στον τάφο κι ένα μπουφάν, ''Κρατήστε τη ζακέτα δώστε τη σε κανένα φτωχό '' είπε ο παππάς ΄΄ είναι κρίμα ΄΄, - ΄΄ Όχι δε τη θέλουμε΄΄ είπε η μάνα, δάκρυα τρέχανε στα μάγουλα μας και σ' αυτά των παπάδων ,''... ΄΄Και το κομπιούτερ που έπαιζε ρίχτε το μέσα!'' είπε η μάνα κρατώντας ένα πράσινο μηχανηματάκι, ''Μη ρίχνετε χώμα!'' είπε ο καλόγερος ''.΄΄..δε πρόλαβε ν’  αμαρτήσει το μικρό!'' ,  ένας νεκροθάφτης μαυριδερός με μια φόρμα γαλάζια και κάτι εργαλεία στις πλαϊνές τσέπες ανέλαβε κατόπι .

Στην αίθουσα δεξιώσεων καθίσαμε ένα καφέ να πιούμε, το θυμόμουν αυτό το μέρος, καθόμασταν εκεί πέρα στα διαλειμματα,  ο Βασίλης που έχει τρία μικρά παιδιά ήταν σοκαρισμένος, δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα,  ένας άλλος πιο ήρεμος έδειχνε,΄΄Συμβαίνουν αυτά!΄΄ είπε κάποιος που δούλευε μάγειρας,΄΄… όλα μπορούν να συμβούν σε μια τέτοια εγχείριση, είναι σα να σου καίγεται το φαΐ όλα γίνονται΄΄  .

''Τι θα έκανες εσύ;'' ρώτησα κάποιον δικό μου: ''Ένα μήνα άδεια θα έπαιρνα '' είπε,  ένας άλλος όμως άλλη γνώμη είχε: '' Θα γύριζα στη δουλειά την άλλη μέρα κιόλας, αυτό το πράγμα μπορεί να σε στείλει στον άλλο κόσμο μια ώρα αρχύτερα άμα το σκέφτεσαι συνέχεια΄΄.

Εγώ πάλι σκεφτόμουν πως θα κάναμε γιορτές δίχως τον Άρη, πότε θα γύριζε, τι θα έκανε, τι θα κάναμε;

Τη προηγούμενη μέρα ήμασταν μαζί, ένα καταραμένος γέρος ήρθε κοντά και μας έσπασε τα νεύρα, δε μπορούσαμε να τον σουτάρουμε, τελικά τσακίστηκε γκρεμίστηκε, έφυγε, στρώσαμε όλα τα είχαμε δώσει, κάποιοι μας ρωτούσαν ''Που τα βρήκατε αυτά, τι λένε τα λόγια τους ;''

Στο σπίτι του κυρ Γιάννη είχαμε πάει ύστερα, κάτι ψάρια έξοχα είχε ψήσει, η γυναίκα του κυρ Γιάννη γεροδεμένη, ψηλή, μας σερβίριζε, δούλευε στα κλωστήρια αυτή κάποτε, στη Πυλαία έμενε, κατά κει ήτανε το σπίτι της, με τα πόδια πηγαινοέρχονταν,  ούτε που έδινε σημασία στα ψάρια , ούτε που γύρισε να τα κοιτάξει ρε φίλε ο Άρης τι παιδί κι αυτό, στους ψαλμούς κολλημένος όλη την ώρα και στους ήχους, στο αμάξι, στο σπίτι, στο ίντερνετ, τα ίδια ακούσματα.

Κάτι τροπάρια απίστευτα είχαμε πιάσει εκεί στο σπίτι του κυρ Γιάννη , ''Φως εκ φωτός έλαμψε τω κόσμω..... ο επιφανείς θεός!''- ''.. δια καταβάσεως η προς θεόν άνοδος γίνεται!''- ''' ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις!΄΄, και τ' άλλο το μαγικό :'' ...βαπτίζεται χριστός μεθ' ημών, ο πάσης επέκεινα καθαρότητας!'', κάτι να μας καθαρίσει θε μου, να μας ξεπλύνει, να εξαγνιστούμε, να ξελαμπικάρουμε!

Τι θα έκανε τώρα ο Άρης που τούχαν δώσει το όνομα του Βελουχιώτη γιατί ο παππούς του ήταν πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου έναν καιρό στα βουνά της Θεσσαλίας , τι θα γίνονταν δίχως το μικρό εκείνο που τ' αγαπούσε τόσο, που θα βρίσκαμε κάποιον σαν κι αυτόν, πως θα κάναμε γιορτές, ποιος θα με άντεχε εμένα με τόση υπομονή δίχως να με σουτάρει, διακόσια χρόνια έκανα να βρω σαν αυτόν κάποιον, για ποιον θάκανα το χαλί, τη μουσική υπόκρουση για να κάνει τα κόλπα του τα τρελά σηκώνοντας το κεφάλι πίσω σα να χάνονταν στους ήχους του .

Τα είχε δει όλα , η μάνα του πέθανε δυο χρόνια πριν και τον είχε φαρμακώσει, δυο φορές το χρόνο μια μελαγχολία τον έπιανε, την άνοιξη πιο πολύ, πως θα το περνούσε κι αυτό ;
Φοβούνταν την εγχείριση, μας τόλεγε, ύστερα καφέ μας έφτιαχνε, τα ποτήρια έπλενε εκεί μέσα στο κουζινάκι με τις άσπρες ορχιδέες και τ άλλα τα φυτά τα εξωτικά με τα παχιά φυλλώματα και τις πιτσιλιές τις κιτρινωπές που είχε φέρει μια γυναίκα, κουλούρια και τυρόπιτες μας  κερνούσε, ''Δε γίνεται να μη μπορείς να βρεις μια γυναίκα με τα μυαλά στο κεφάλι μέσα!'' μούλεγε, κι  ιστορίες διάφορες  , για έναν φίλο του που κέρδισε το λαχείο δυο φορές στην Καρδίτσα, κάτω στον κάμπο, κι όλες πέσανε απάνω του.

Στο κέντρο όλα αλλόκοτα φάνταζαν τη μέρα εκείνη, στην Εγνατία κοπάδια περιστεριών κι αυτοκινήτων, όπως έβγαινα απ τη Πρωτοπορία το βιβλιοπωλείο κάτω στη παραλία, το φως που έρχονταν απ τη θάλασσα με στράβωνε, μια φιγούρα θολή διαλύονταν μπροστά μου, να ξεχωρίσω δεν μπορούσα τίποτα , όλα αποσυνθέτονταν.

Απεργίες, φασαρίες, δρόμοι μπλοκαρισμένοι ,κάτι κόκκινα πλαστικά έκλειναν τις εξόδους , λεωφορεία έστριβαν διπλώνοντας στα δυο το κορμό τους , εγώ σκεφτόμουν τη φορά εκείνη που είχαμε τραγουδήσει σ ένα χωριό το '''Ήθελα να σ αγαπώ...... κανείς να μη, κανείς να μη το ξέρει…'' κι ο κυρ Κώστας έβλεπε δάκρυα να κυλάνε στο μάγουλο μου.

Το βράδυ κλειστό το κέντρο, μ ένα ταξί γυρνάω, ένας τροχονόμος μας σταματά, στην Ολύμπου μπαίνουμε, εκεί στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων κοντά στο βαρδάρη βγαίνουμε, σκοτάδι παντού, κάτι κτίρια γεμάτα φωτιστικά που αναβοσβήνουν σα πυγολαμπίδες τερατώδεις, τεράστιες, κρύσταλλα και τζάμια, τα λεφτά μου πέφτουν στο πίσω κάθισμα, ο ταξιτζής σηκώνει το κάθισμα να τα βρούμε, που πήγε εκείνο το παιδάκι, πως αλλάζουν όλα μπροστά στα μάτια, πως γίνονται αέρας σκόνη, τι είναι εκείνες οι νεφέλες που θα μας αρπάξουν στον αέρα ψηλά,  ποιος είναι εκείνος ο αθάνατος βασιλιάς, που κυβερνά ζωντανούς και πεθαμένους….

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

MEDITERRANEAN COCMOS



Αχ θε μου ήταν καλή, πολύ καλή  κι αυθόρμητη,  μου άρεσε,  ένιωθα ένα τρέμουλο όπως της μιλούσα .

 Είχε τα μαλλιά κυματιστά όπως μ’  αρέσουν , έκανε εκείνες τις κινήσεις των γυναικών που θέλουν να δροσίσουν το λαιμό τους όταν ζεσταίνονται,   η φωνή της ήταν απαλή,  κινούνταν όμορφα,  φαίνονταν καλή όταν  φώναξε  τ  όνομα μου καθώς την έψαχνα, εκεί σε μια εκκλησία μπροστά,   σε μια καρέκλα καθόταν, δίπλα σε μια πισίνα με νερό γαλάζιο .

Είχα αγωνία για το πως θα είναι, ποτέ δε ξέρεις, η φίλη που της είχα πει να κοιτάξει  στο ιντερνέτ  μου είχες πει  ότι είναι εντάξει,  το ίδιο μου είχε πει κι εκείνο το κορίτσι που μου τη σύστησε, αυτό που ήταν ερωτευμένο με κάποιον  και με ρωτούσε ΄΄Δε περνά ποτέ αυτό ;΄΄. ΄΄Καλή είναι …’’,  μου είχε πει το κορίτσι εκείνο  ΄΄΄ …σαν και σένα! ’’  αλλά που να ξέρεις άμα δε τη δεις από κοντά.

 Η  φίλη   ήθελε να  βρεθούμε οπωσδήποτε το προηγούμενο  βράδυ  ΄΄Δεν είναι ανάγκη να ξεραθείς πάλι νωρίς, εμείς ποτέ δε κοιμόμαστε σαν άνθρωποι! ΄΄ ,  αυτή είχε ραντεβού με κάποιον που είχε κάνει μια εγχείριση στο πρόσωπο,  φοβούνταν για το τι θ’  αντικρύσει, μήπως ήταν κάνα τέρας με τίποτα χαρακιές,  αλλά όλα καλά πήγανε, ο τύπος ήταν γοητευτικός τελικά...

 Το ταξί που είχα πάρει αργούσε,  ο περιφερειακός φάνταζε ατέλειωτος,  αμάξια ρολάριζαν  και χάνονταν μέσα σε κατηφόρες κι ανηφόρες, ένα τρίκυκλο αρχαίο έσερνε  παλιοσίδερα και φάνταζε εικόνα από άλλο κόσμο,  ο ταξιτζής κάτι μουρμούριζε για ένα πελάτη που ήθελε να τον πάει κάποτε  στο COSMOS μέσω Θέρμης,  για μια κερκυραία που είχε ξεχάσει το κινητό της στο αμάξι του , για έναν  άλλον που μιλούσε ασταμάτητα, για ένα θείο του με εγκεφαλικό που γηροκομούσε γιατί δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο ο θείος, για τη δουλειά όπου εργάζονταν πριν σα νυχτοφύλακας και παραμιλούσε τις νύχτες που ήτανε μοναχός  μήπως περάσει η ώρα.

 Άκουγα κοιτάζοντας τα φώτα κατά το λιμάνι,  λίγο χαμένος ήμουνα, κάπου ήθελε να μιλήσει ο οδηγός,  εγώ είχα αγωνία γιατί είχα  αργήσει,  με είχε πάρει δυο φορές,  έπρεπε να τη δω, να μου φύγει τουλάχιστον η περιέργεια.

Όμως  ήταν καλή , θέ μου ήταν καλή,  σ΄ ένα μέρος   εκεί κοντά στο Μάτζικ πήγαμε  να περπατήσει κι ο σκύλος της που ήταν όλο νεύρα, σ ένα χωράφι βγήκαμε, κάτι συκιές φύτρωναν πιο πέρα...

 Όπως φέρναμε βόλτες σ εκείνο το  λασπωμένο σταροχώραφο  στη μέση του πουθενά κι ο σκύλος μύριζε τον αέρα, μου είπε    για τότε που χώρισε,  εγώ της είπα τα δικά μου, κι ύστερα κουράστηκε και της πήρα εγώ το λουράκι του σκύλου.

 Για τις εκδρομές  μου είπε  εκεί στο Νέστο, στα φιδογυριστά του περάσματα απ όπου περνά το τρένο ανάμεσα σε νερά και βράχια,  για τις άλλες εκδρομές στο Παγγαίο, σ ένα μέρος γεμάτο φτέρες κίτρινες και πράσινες και κόκκινες  όπου ένα αμάξι έπεσε κάτω από μια γέφυρα  κι ένα παιδί σκοτώθηκε κάποτε...



Παραπατούσα όλη μέρα,  δεν είχα κοιμηθεί  καλά,  σε μια αγρυπνία ήμασταν το προηγούμενο βράδυ, ένας παππάς ψηλός ασκητικός με γενειάδα μακριά  με κοίταζε στα μάτια,  ίσως  είχε δει κάποιου είδους πνευματικότητα που την έβλεπα κι εγώ στα δικά του τα πράσινα , η Άφρω μου τηλεφωνούσε γιατί της είχα ζητήσει συγγνώμη που την έθιξα, της ορκίστηκα ότι δε θα το ξαναέκανα, είχα τύψεις, δε μπορείς να παίζεις μ  ότι πονά τον άλλον,  ύστερα ο Μάκης μου έστελνε μήνυμα ότι μπορούσα  να γράψω για τους τέσσερις τόμους του Τάκιτου,  ο Αργύρης προτού κοινωνήσει μου ζήτησε συγνώμη αν με είχε πειράξει κάτι που είχε πει , εγώ του είπα ΄΄Πλάκα  κάνεις!’’,  κάποιος  έλεγε ότι δεν είχε δει ποτέ  ούτε έναν άγιο στον ύπνο του, με διόρθωνε μαλακά στα λάθη μου…

 Το πρωί, σ’ ένα σπίτι, κάποιος μου είχε  ανοίξει  τη πόρτα αλλά δε βρήκα κανέναν μέσα, μονάχα σ ένα δωμάτιο ένα κοριτσάκι κοιμόταν κάτω από μαλακές κουβέρτες αναστενάζοντας ελαφρά, πήγα κατά κει, κάτι διακοσμητικά χριστουγεννιάτικα, μπάλες κίτρινες αστραφτερές, τραπεζομάντιλα καρό,  κηροπήγια χρωματιστά, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο,  ακούμπησα  το κορίτσι μαλακά στον ώμο, κάτι μουρμούριζε, φαίνονταν τόσο ανυπεράσπιστο, θέ μου, σκεφτόμουν πως τ’  αφήνουν έτσι τα παιδιά τους, μια σοκολάτα ανοιγμένη υπήρχε σε μια καρέκλα απάνω,  πήρα ένα κομμάτι , το κοριτσάκι συνέχισε να κοιμάται αναστενάζοντας.

Ήταν εκείνο το κοριτσάκι που είχε μια φωτογραφία στο γραφείο του από ένα μαγαζί νυχτερινό όπου είχε πάει με τους γονείς του, ένα άσπρο πουκαμισάκι  φορούσε σ εκείνη τη φωτογραφία,  ήταν όμορφο πολύ όμως δεν του άρεσε εκείνη η φωτογραφία,΄΄Γιατί να βγω με τα μάτια μισόκλειστα!’’-  ‘’ Σιγά μη δε βρεις να πεις κάτι!’’ της είχε πει η μάνα της,

 Μου είχε πει ότι εκείνο το βράδυ στο μαγαζί το νυχτερινό  κάποιος μυστήριος  το είχε σταματήσει καθώς πήγαινε στο μπάνιο,  του είχε πει ότι το παρακολουθούσε  από ώρα, πήγε να το κρατήσει απ το χέρι,   εκείνο είχε τρομάξει,  έτρεξε να φύγει ,ποιος ήταν εκείνος ο άγνωστος,  τι ήθελε ;

Ήταν το κοριτσάκι που όταν του ζητούσα να μου γράψει τι φόβους έχει στη ζωή αυτό μου είχε γράψει για  το θάνατο και  μ’  είχε στείλει. Είχε μια τάση να σκέφτεται φιλοσοφικά κι όλο του έβαζα τέτοια θέματα’’ Ποιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου στη ζωή;’’ κι άλλα τέτοια,  αυτό έτρεχε πίσω απ τη μάνα του,  τη ρωτούσε, της τραβούσε το μανίκι,   τη ζάλιζε,  κρατούσε σημειώσεις σ ένα τετραδιάκι. Σαν έφευγα την άκουγα  καθώς έμπαινα στο ασανσέρ που φώναζε στη μάνα της ΄΄ Πήρα εννιά, ή ‘’ Πήρα εννιά κόμμα δύο!’’ το μωρό μου!. Πολλές φορές το είχα δει να στέκεται κοιτάζοντας τη φωτογραφία του πατέρα της που πέθανε από ένα κόμπο σε μια φλεβίτσα του εγκεφάλου.

Δε με πείραζε που κοιμόταν το μικρό, θα περνούσα άλλη φορά,  κατά τα Διαβατά ομίχλη πολύ  και υγρασία, ένα αγόρι στο αστικό έπαιζε κάτι σ ένα κινητό με σπασμένη οθόνη ραγισματιές γεμάτη, φωτάκια κίτρινα,  κόκκινα, πράσινα, φωτιές πετούσε στον ουρανό το εργοστάσιο της ΕCO,  κάτι παραπήγματα γύφτων, ένα κανάλι κάτι παιδιά βρώμικα παίζανε κατά κει…


Φαίνονταν καλή , είχε απαντήσει σ’  όλα τα μηνύματα μου αλλά ποτέ δε ξέρεις, κι εγώ βέβαια της τα είπα όλα, κι ούτε  που ξέρω αν έκανα λάθος,  της είπα ότι νόμιζα πως είχε παιδιά,  αλλά μου είπε ότι ήταν τ’  ανίψια της, ότι είχα ρωτήσει τη κυρία Δήμητρα που μου είπε ΄΄ Ρε βλάκα θα  βρεις έτοιμα τα μικρά!’’  και  πάντα έχει  δίκιο  σ’ αυτά η κυρία Δήμητρα.

 Της έκανε εντύπωση κι ήταν λίγο αγχωμένη και κουρασμένη,  της είπα να πάμε στ’  αμάξι της,   το ψάχναμε εκεί μέσα   στη θάλασσα των αυτοκινήτων και των ανθρώπων, κόσμος  περνούσε  κι αμάξια  σωρός,  μια ζαλάδα, σ έπιανε  εκεί μέσα στο χαμό των παρκαρισμένων οχημάτων , φασαρία, βουητό .από  μηχανήματα αυτόματα ,δάχτυλα στους κερματοδέκτες, χαρτάκια και κουπόνια στα φωτεινά μηχανήματα φύλακες με   στολή φωσφοριζέ, ΄΄ Έχω καλή αίσθηση προσανατολισμού για γυναίκα’’  μου είπε,  και πράγματι σε λίγο το βρήκε,   ήταν ένα γυαλιστερό  ασημί, έτσι φαίνονταν στα σκοτεινά τουλάχιστον.

Ένιωθε  μια ανασφάλεια, το αισθανόσουν, μια απουσία προσανατολισμού, μια αβεβαιότητα ΄΄…δε ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς’’, εγώ την καθησύχαζα,  αυτό τουλάχιστον ξέρω να το κάνω με τις γυναίκες,  τη ρώτησα για το αγαπημένο της συγκρότημα ’’Οι depeche  mode’’  .

Θυμήθηκε τότε που ντυνόταν με μαύρα ρούχα, τότε που  της άρεσε   η Μαντόνα  κι ο Τζορτζ  Γκλούνι,   η φωνή της είχε κάτι το καθησυχαστικό,  δεν το περίμενε ότι  θα μου άρεσε, ‘’Οι φίλες  λένε ότι είναι  παιδική ΄΄ -  ‘’μα αυτό ακριβώς μ άρεσει!’’,     για μια φορά  όλα γίνονταν ομαλά,  δίχως ζόρισμα .
Της είπα πόσες φορές είχα περπατήσει μοναχός μου εκεί  πέρα στο Μediterranean  Cosmos τα Σάββατα το απόγευμα κοιτάζοντας τα τρέιλερ των ταινιών,  το  κόσμο που έτρωγε στα φαγάδικα με τα παιδιά του,  τα βιβλία, τις βιτρίνες, τα φώτα στα μαγαζιά,  μου άρεσε όλο αυτό,  είχα συνηθίσει,  μου άρεσε η μοναξιά μου, όμως  όλα έχουν ένα τέλος, που να ξέρεις...

  Κ ι ύστερα με πήγε μέχρι στο σπίτι μου,  της έλεγα να προσέχει στη Μουδανίων όπου όλοι τρέχουν σα παλαβοί,   με ρώτησε αν θα βρεθούμε το άλλο σαββατοκύριακο,   κι εκεί κοντά στο σπίτι που μ άφησε, μου ζήτησε να με φιλήσει, κι ήταν μαλακή, κι αυθόρμητη και ζεστή, και  θηλυκή  θεέ μου αυτό ήταν το καλύτερο…

Η φίλη ήθελε να μου πει νέα απ τον χαρακωμένο,  τη περίμενα πρώτος όπως πάντα εκεί που συναντιόμαστε,  ήμουν ήρεμος παραδόξως, κλειστά τα Μακ  Ντόναλντς, πάνε αυτά,  μια δεσμίδα από μαβί φως έπεφτε σ ένα κτήριο παλιό, μια πολυκατοικία σκοτεινή μ ένα παραθυράκι μοναχά ψηλά να φέγγει,  κάτι τραγούδια άκουγα,  όταν ήρθε η φίλη της έπιασα το χέρι,  μια τρυφερότητα  πρωτόγνωρη ένιωθα,   παιδιά μιλούσαν σε κινητά,  μια στέρνα κάπου  γεμάτη  νερό γυάλιζε,  ένα μπάνιο με αποχρώσεις γαλάζιες, ηρεμιστικές, μια γλυκιά μελαγχολία  με κατέκλυζε όπως  όταν είσαι ευτυχισμένος, το ήξερα ότι  μπορούσε να συμβεί κάποτε, το περίμενα, βέβαια ποτέ δεν ξέρεις …

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...