Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

SUPERNATURAL


Οι νοσοκόμοι έπρεπε να σπάσουν  την πόρτα  για να μπουν στο διαμέρισμα, δεν μπορούσε να σηκωθεί για να τους ανοίξει, μόνο τον κωδικό της εισόδου για το κτήριο τους είχε πει στο τηλέφωνο,   με το που ξύπνησε διπλώθηκε στα δύο, πήρε τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ,  ‘’Ελάτε δεν είμαι καλά, πονάει η κοιλιά μου !’’  όμως  δεν μπορούσε να  ανοίξει την δική του πόρτα, είχε παραλύσει εντελώς,  τελικά  αφού την γκρέμισαν τον πρόλαβαν την τελευταία στιγμή.

Επόμενο ήταν να πάθει τέτοια ζημιά,  όλο το προηγούμενο   διάστημα  έπινε πολύ, έτρωγε ότι νάναι -ιδίως καυτερά και πικάντικα, ξενυχτούσε,   είχε χάσει τη μπάλα, στο τέλος  έπαθε ζημιά, γαστρορραγία. Όλα είχαν ξεκινήσει από τότε που πέθανε ο πατέρας του,  τον είχε πάρει από κάτω,  τα έχασε,  ο κόσμος του γκρεμίστηκε,  δεν ήξερε τι να κάνει, η  μάνα του είχε φύγει από χρόνια και τους είχε αφήσει παίρνοντας μαζί τον μικρότερο γιο της , καμιά φορά της τηλεφωνούσε αλλά  εκείνη δεν έδειχνε μεγάλη θέρμη, μια φορά  είχε δει και τον αδερφό του όμως  εκείνος του φάνηκε ψυχρός, απόμακρος,  δεν τόψαξε παραπέρα. Άρχισε να δουλεύει  στα ξενυχτάδικα σε ωράρια άσχημα,  όπως ήταν θολωμένος έμπλεξε με  κάτι μαφιόζους που τον έχωσαν σ’  ένα μαγαζί  με φρουτάκια, τον έκαναν συνεταίρο  και του φόρτωσαν όλο το χρέος τους.  Ούτε κατάλαβε τι είχε συμβεί, δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα κι ούτε είχε κάποιον να τον βοηθήσει,  η εφορία τον κυνηγούσε,  το χρέος  με τους τόκους  είχε ξεφύγει, τελικά η αστυνομία τον βρήκε,  έκανε και φυλακή σχεδόν ένα χρόνο κάπου στην  Χαλκιδική.  Δεν του φάνηκαν  και τόσο τρομερά τα πράγματα εκεί μέσα,  ήταν καλοκαίρι  και κοιμόταν κάθε βράδυ  δίπλα σ’ ένα τεράστιο ψυγείο,  ο βόμβος του τον ηρεμούσε,  ακουμπούσε το κεφάλι του στη βάση του μηχανήματος και σε λίγο αποκοιμόνταν. Κάτι φουσκωτοί  τον είχαν βάλει στο μάτι  έτσι μικροκαμωμένος που ήταν,  κοντός με  γαλανά μάτια κι ένα χαμόγελο σα μάσκα  κολλημένη στο πρόσωπό του,  έμοιαζε  με φιγούρα από καρτούν, σαν μεγάλη κούκλα που θα μπορούσες να την κουβαλήσεις και να τη βάλεις σε κάποια βιτρίνα. Έμαθε τα κόλπα και το πράγμα κύλησε ήρεμα, όταν βγήκε του είπαν ότι είχε τελειώσει με το  ποινικό μέρος,  το χρέος θα έμενε πάνω του.

Όταν βγήκε αναζήτησε έναν τύπο  που είχε γνωρίσει  μέσα κι εκείνος   τον  πήρε μαζί του σε μια δουλειά όπου έβγαζε κανένα χαρτζιλίκι, κανένα ξεροκόμματο, οι εποχές ήταν δύσκολες, δεν μπορούσες ν’ αφήσεις τίποτα να πέσει χάμω.  Καμιά φορά  του δάνειζε και λίγα χρήματα , τον λυπόταν  κι όποτε  πήγαινε να τον πειράξει ένα   βδελυρό υποκείμενο που έκανε τον επιστάτη,  ο πρώην τρόφιμος των φυλακών   πάντα του φώναζε  ν’ αφήσει το παιδί ήσυχο γιατί θα τον έπαιρνε ο διάβολος.

Για κάμποσο καιρό   κοιμόταν  στα παγκάκια,  το πρωί σηκωνόταν με τη μέση του πιασμένη  να πιει κανένα καφέ στο κοντινά φαγάδικα και να ετοιμαστεί όπως μπορούσε για δουλειά. Έβλεπε τους ξενύχτηδες να γυρνάνε στα σπίτια τους, τους φουρνάρηδες που ξεκουράζονταν  αφού είχαν βγάλει τα νυχτερινά ψωμιά,  τα καράβια  που είχαν αράξει στη μέση της θάλασσας να στέκονται αμέριμνα,  σκύλους  πίσω από τζάμια που περίμεναν  κάποιον να τους  να ξεκλειδώσει, γάτες χοντρές που προσπαθούσαν  να περάσουν  μέσα από κάτι κάγκελα, σουσουράδες  με ουρές κίτρινες να  σέρνονται ανάμεσα στα χορτάρια του πάρκου,  κάτι τέτοια τον έκαναν να γελά και να ξεχνιέται.

Ευτυχώς έκανε ζέστη εκείνο το διάστημα  κι ούτε  είχαν πιάσει εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε σακατεύουν, ήταν ο καιρός  που έπιαναν στην πόλη κάτι μπόρες δυνατές σέρνοντας ότι αντικείμενο έβρισκαν στο δρόμο τους κατά την προβλήτα. Έβλεπες εκεί πέρα κουβάδες, γλάστρες,  κάδους, ακόμα και καναπέδες να κυλάνε στο ρέμα που  είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, το άφθονο νερό είχε ξαναζωντανέψει τα πεθαμένα λουλούδια και το γρασίδι των πάρκων, τα φύλλα των θάμνων είχαν  ξαναγίνει στιλπνά σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος κι έλαμπαν στο δυνατό φως, τα λουλούδια έδειχναν  πιο φρέσκα,  τα χρώματα τους είχαν γίνει  πιο ζωηρά σα βελούδινα. Μια φορά  όπως κοιμόταν ξεθεωμένος ξύπνησε απότομα από αστραπές και βροντές,  αμέσως ξεκίνησε ένας  κατακλυσμός  που έριχνε καρέκλες και κομοδίνα απ’  τον ουρανό, έτρεξε να προφυλαχτεί κάτω από ένα υπόστεγο. Εκτός από νερό  έριχνε και κάτι κομματάκια παγωμένα σα καραμέλες, χαλάζι άσπρο,  που σκορπούσε σα χαλί στην άσφαλτο,  οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμι κι όλοι  τσαλαβουτούσαν μες τα λασπόνερα καθώς γύρω  άστραφτε και βροντούσε, καθόταν εκεί κάτω απ’ το υπόστεγο και χάζευε τους χείμαρρους που κυλούσαν προς  τη θάλασσα και τα κορίτσια με τα φορέματα γεμάτα φραμπαλάδες που προσπαθούσαν να φυλαχτούν απ’  την τρομερή  νεροποντή.

Ένα πρωί  όπως καθόταν στο παγκάκι πίνοντας τον καφέ του πρόσεξε  ένα αμαξάκι να κυλά αργά- αργά πάνω στις πλάκες σα να έφευγε ανεξέλεγκτο,  στην αρχή νόμιζε ότι κάποιος αστειεύονταν αλλά  μετά είδε το αμαξάκι να φεύγει καρφί για τη θάλασσα,  έτρεξε όπως ήτανε μήπως το προλάβει όμως  εκείνο σε λίγο αφού αιωρήθηκε μια στιγμή στον αέρα βούτηξε στο νερό κι άρχισε να βουλιάζει μέσα σε παφλασμούς. Έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια του,  άφησε το κινητό στα πλακάκια  και βούτηξε  χωρίς να το σκεφτεί, από το τζάμι του αμαξιού που δεν είχε βυθιστεί ακόμα πρόσεξε ένα ξανθό κορίτσι να κάνει χειρονομίες απελπισμένες, ‘’Μα τι βλαμμένο!’’ είπε μέσα του,  δοκίμασε ν ανοίξει την πόρτα όμως εκείνη είχε φρακάρει,  πέρασε από την άλλη μεριά,  ούτε από κει μπορούσε να μπει,  τότε πήγε στην πίσω μεριά,  άνοιξε το πορτ μπαγκάζ  κι από κει μπήκε στο θάλαμο του οχήματος,  έπιασε το κορίτσι  απ’  τις μασχάλες και μέσα σ’ εκείνο τον απίστευτα στενάχωρο χώρο το τράβηξε προς το άνοιγμα και το έσυρε μέχρι κάτι σκαλοπάτια που είχανε χτιστεί στο τσιμέντο του λιμανιού.  Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, όλα έιχαν συμβεί πολύ γρήγορα,   ήταν τέτοια η ώρα που γύρω επικρατούσε νέκρα,  μονάχα ένας γέρος μ’ αθλητική φόρμα και καπελάκι έτρεχε ιδρωμένος χωρίς  να νιώσει τίποτα  για το δράμα που εξελίσσονταν δίπλα του.  

Ένιωθε πτώμα,  δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη νύχτα,  αναρωτιόταν πως θα πήγαινε στο μαγαζί και πως θα έβγαζε τη βάρδια του.  Το κορίτσι είχε γίνει μούσκεμα κι έτρεμε,  το πήρε εκεί σε μια άκρη να το στεγνώσει όπως- όπως  με μια πετσέτα που κουβαλούσε στο τσαντάκι του, ‘’Μα είσαι ηλίθιο,  τι πας να κάνεις!’’ του φώναξε,  εκείνο πάλι τον κοίταζε σα χαμένο και τότε  πρόσεξε ότι ήταν μια κοπέλα  πολύ όμορφη, ξανθιά, λεπτή,  μ’ ένα βλέμμα κάπως ντροπαλό. Σταμάτησαν ένα ταξί,  ο οδηγός  τους κοίταζε περίεργα αλλά δεν είπε τίποτα ‘’Ποιος ξέρει τι χαμένα είναι τούτα!’’ σκεφτόταν και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ήταν βρεγμένοι και οι δύο . Στο σπίτι του κοριτσιού που  οι γονείς του λείπανε στο εξοχικό,   του έδειξε ένα μπάνιο ν αλλάξει  κι αυτή πήγε σ’ ένα άλλο δωμάτιο να βγάλει τα ρούχα της. Έκανε ντους, φόρεσε ένα τζιν που του έδωσε η κοπέλα κι ένα φανελάκι άσπρο,  κι έπειτα ξάπλωσε σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι που υπήρχε  εκεί χαλαρώνοντας ύστερα από πολλή  ώρα. Δεν είχε καμιά όρεξη να πάει στη δουλειά και τηλεφώνησε στο αφεντικό ότι δεν ήταν καλά κι ότι θα πήγαινε στο γιατρό για κάτι εξετάσεις.

Ξαπλωμένος εκεί πέρα  ένιωσε εκείνο για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια  το είδος της άνεσης που αισθάνεσαι ζώντας με μια γυναίκα,  το είχε ξεχάσει αυτό το συναίσθημα, αυτή την γαλήνη που είχε τότε που ζούσε με τη μητέρα του. Το κορίτσι δε μιλούσε  πολύ, προσπαθούσε με κάθε τρόπο  να του δείξει την ευγνωμοσύνη της που την έσωσε, τις επόμενες μέρες έβγαιναν μαζί, συνήθως πήγαιναν σ’ ένα σημείο ψηλά πάνω απ’  την πόλη,  από κει μπορούσαν να δουν όλο τον ορίζοντα μέχρι πέρα μακριά,  από κει πάνω  μπορούσες  να  δεις  πολύ περισσότερα απ’  ότι κάτω στο λιμάνι όπου ξυπνούσε το πρωί βλέποντας το περίκλειστο  λιμάνι. Η  καρδιά του χτυπούσε  δυνατά όποτε την έβλεπε, αρχίσε να ελπίζει και να κάνει όνειρα παλαβά  όταν ένα βράδυ το κορίτσι του είπε πως έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό όπου είχε ξεκινήσει κάτι σπουδές όμως θα ερχόταν σε κάνα μήνα μόλις τέλειωνε η εξεταστική, με το που το άκουσε έπεσε  σε βαθιά  μελαγχολία.

Θα περίμενε όσο χρειαζόταν, δεν είχε κι άλλη επιλογή, το κορίτσι πριν φύγει του είχε  βρει ένα σπίτι σε μια πολυκατοικία καινούρια της οποίας η εξώπορτα άνοιγε μ’ έναν συνδυασμό . Σαν μπήκε το καλοκαίρι μ’  εκείνες τις καταραμένες ζέστες άρχισε να τα παίζει,  έπρεπε να πάει και στην εφορία όπου τον καλούσαν ‘’Τι στο δαίμονα θέλουν πάλι!’’ σκεφτόταν καθώς έμπαινε στο κτίριο με τους βαρεμένους υπαλλήλους,  στο γραφείο του διευθυντή που τον φώναζε  κοροϊδευτικά ‘’Ωνάση’’ με τόσα χρέη που είχε μαζέψει κάθισε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα  όμως αυτή τη φορά ο τύπος με τα γυαλιά πίσω από το γραφείο του είπε ότι όλα τα χρέη του είχαν πληρωθεί με κάποιο τρόπο  ‘’Ωνάση είσαι ελεύθερος!’’ του φώναξε, αυτό   κι αν ήταν κουφό,  τι στην οργή είχε συμβεί  !  

Προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήταν όλα αυτά που γινόταν  ξαφνικά στη ζωή του, δεν μπορούσε να τα καταλάβει, ήταν πάρα πολλά για το φτωχό μυαλό του,  η κοπέλα είχε μέρες να του τηλεφωνήσει κι αυτός δεν μπορούσε να πάρει στο εξωτερικό, δεν την έβρισκε, ήθελε να τη ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράγματα, παρ’  όλο που είχε ξεχρεώσει απ’  το πουθενά  και είχε φύγει από το στήθος του εκείνος ο βραχνάς ο αφόρητος δεν ένιωθε χαρούμενος,  δεν μπορούσε ν’ αντέξει διαφορετικά, είχε πέσει σε μελαγχολία κι ήθελε να φύγει κάπου μακριά, να ταξιδέψει πέρα από βουνά, χωράφια και θάλασσες, να ξεθολώσει με κάποιο τρόπο, είχε αφεθεί ξανά κι έπινε και τότε ήταν που  έπαθε τη ζημιά με το στομάχι του.

Όταν τον μάζεψαν οι τραυματιοφορείς και τον πήγαν στο νοσοκομείο τα είχε χαμένα,  η εγχείρηση του κράτησε ώρες,  πάνω του είχαν μαζευτεί ένα κάρο ειδικοί κα πάλευαν να τον κρατήσουν,  κάποια στιγμή ένοιωσαν ότι  τον χάνουν,  αργότερα  που τον ρωτούσαν είπε ότι ένιωθε όλη την  ώρα να ίπταται  στην οροφή του θαλάμου και να βλέπει από κει πάνω  όλα όσα γίνονταν  σα να μην είχε καμιά σχέση, ήταν μια εμπειρία εντελώς μεταφυσική.  Σε κάποια φάση είδε μες στο όραμα του το θάλαμο να μεγαλώνει και να γίνεται ένας χώρος τεράστιος σαν παλάτι με κάτι κουρτίνες πανύψηλες, κόκκινες που κρέμονταν από ένα τοίχο μαρμάρινο, το φως του ήλιου έμπαινε από χρωματιστά τζαμάκια κι  έπεφτε πάνω στο κορίτσι που είχε βγάλει από τη θάλασσα, στεκόταν σε μια μεριά και  του χαμογελούσε ενώ  τα ξανθά του μαλλιά έλαμπαν μαγικά κι ήταν μια οπτασία, μια μουσική  έπαιζε από κάπου, ο γιατρός του είπε  ότι όση ώρα τον έραβαν αυτός  χαμογελούσε…

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΡΑΝΙΤΕΣ


Ένα σπίτι παλιό με σχιστόλιθους στη στέγη υπήρχε  στην άκρη του χωριού, όποτε τύχαινε να περάσουμε  από  κει φοβόμασταν κι επιταχύναμε, τη μέρα  δε σε τρόμαζε και τόσο, ένα κτίσμα με πλάκες στη σκεπή ήτανε που το κύκλωνε ένας  τοίχος από πέτρες σωρευμένες η μια πάνω στην άλλη σκεπασμένες από έναν παχύ κισσό μαυροπράσινο.  

Θα πρέπει να είχε χτιστεί προτού  πολλά χρόνια,  ίσως κι έναν αιώνα πριν,  πίσω απ’  τον τοίχο του  υπήρχε μπαξές που  τον σκάλιζε ένας γέρος αδύνατος σα λέλεκας, μαυροπούλια πετούσαν συνήθως στον αέρα από πάνω  και κούρνιαζαν σ’ ένα μαύρο κυπαρίσσι που ορθώνονταν σα  καλόγερος ψηλός σε μια γωνιά της αυλής, μια φορά είχαμε δει και  μια γυναίκα να λιάζεται στο κατώφλι, τα μαλλιά της ήταν πολύ κοντά κομμένα κι είχε μια όψη αλλόκοτη,  λέγανε ότι είχε κάνει χρόνια   στο ψυχιατρείο, ο γιος της ζούσε μαζί τους , ένα παιδί  με μεγάλα δόντια που προεξείχαν όποτε χαμογελούσε, τις πιο πολλές φορές που τον βλέπαμε χάιδευε ένα τεράστιο, μαλλιαρό τσομπανόσκυλο.

Το χωριό ήταν γεμάτο από  σπίτια  ακατοίκητα όπου  δεν έμενε κανένας,  μόνο τα καλοκαίρια ερχόταν κάτι περίεργοι άνθρωποι από τη Γερμανία κατά πως λέγανε και τα ανοίγανε για λίγο να φωτιστούν  και να  φρεσκαριστούν, όλο τον άλλο χρόνο εμείς μπορούσαμε να τρέχουμε  στα χαμηλά τους μπαλκόνια και στις  αυλές που ήταν γεμάτες μουσμουλιές και  λουλούδια, γιασεμιά άσπρα και τριανταφυλλιές κυρίως που άντεχαν το κρύο και τη ζέστη. Για μας  δεν ήταν παρά μέρη παράξενα που έπρεπε να εξερευνήσουμε και τριγυρνούσαμε  σ’ αυτά ώρες πολλές, το μόνο που αποφεύγαμε ακόμα κι ένα διάστημα που έμοιαζε  ακατοίκητο,  ήταν  αυτό το σπίτι με τους σχιστόλιθους  στη σκεπή, σ αυτό δεν τολμούσαμε να πλησιάσουμε ακόμα κι αν κάποιες φορές φαίνονταν  έρημο.

Την άνοιξη που έπιαναν οι βροχές και δεν έλεγαν να σταματήσουν με τίποτα  βγαίναμε τη νύχτα με τα φανάρια να μαζέψουμε σαλιγκάρια σ’ ένα φαράγγι γεμάτο γρανίτες που τους  έκοβαν κομμάτια  για να χτίσουν. Το φαράγγι με τα γρανιτένια πετρώματα που στραφτάλιζαν βρισκόταν  πίσω απ’ το παλιό σπίτι με τους σχιστόλιθους, καθώς βαδίζαμε  μες  τις δροσιές και στα βρεγμένα χώματα  ρίχναμε καμιά ματιά κατά κει κι ύστερα προσπαθούσαμε να μείνουμε όσο μακριά γίνονταν.  Ένα βράδυ όπως περπατούσα  στα σκοτεινά πίσω από κείνο το  παράξενο σπίτι αντί για σαλιγκάρια είχα βρει ένα νόμισμα που γυάλιζε  και σκεφτόμουν ότι μπορεί να είχε πέσει από κείνον τον γέρο που κατοικούσε εκεί πέρα ή από  το γιο του,  το είχα δώσει στη μάνα μου…

Εμείς  φοβόμασταν το σπίτι και τους  ενοίκους του αλλά  η μάνα μου όχι, αυτή δε καταλάβαινε  τίποτα, όχι μόνο δεν την τρόμαζε αλλά  επισκέπτονταν κιόλας  το γέρο και την οικογένεια του  πολύ τακτικά. Είχε άλλη αντίληψη για τα πράγματα η μάνα μου,  όποιος ήταν πεταμένος και περιθωριοποιημένος, όποιον απέφευγαν οι άλλοι  έπρεπε να του συμπαρασταθεί, όλοι οι φτωχοί ερχόντουσαν στο σπίτι μας για να φάνε- όταν έλειπε φυσικά ο πατέρας μου- δεν υπήρχε άνθρωπος μοναχός του, άρρωστος η μη που να μην αναλάμβανε  η μάνα μου,  το θεωρούσε καθήκον της κι όπως το χωριό ήτανε μικρό τους προλάβαινε όλους, στα νιάτα της ήθελε να γίνει καλογριά και πάντα έλεγε ότι δεν την αφήσανε,   καλά  ήταν περίπτωση!

Μ’ έπαιρνε και μένα και  πηγαίναμε  να κάνουμε παρέα στο γέρο με την άρρωστη γυναίκα, ο παππούς  έμοιαζε περίεργος, τον είχα δει  μια φορά στη αυλή του  να πελεκά  ένα βράχο τεράστιο μ’ ένα σιδερένιο  σφυρί, είχε βρεθεί  μπροστά στο σπίτι του  κι έπρεπε να τον εξαφανίσει, σήκωνε τη βαριά ψηλά και την κατέβαζε με δύναμη πάνω στην πελώρια πέτρα, άντε τώρα να το σπάσεις με τα χέρια εκείνο το πράγμα το αρχαίο που είχε ζήσει εκατομμύρια χρόνια! Με τύλιγε  λοιπόν η μάνα μου με τη ζακέτα της σφίγγοντας με   κοντά της γιατί  καταλάβαινε ότι  φοβόμουνα,  και προχωρούσαμε κάτω απ’  το φως που έριχναν από ψηλά  οι αραιές λάμπες. Τριγύρω επικρατούσε νέκρα,  σιωπή,  ακουγόταν μια φήμη   ότι  τις νύχτες κυκλοφορούσε στους δρόμους ένας σκουρόχρωμος τύπος μ’  ένα  μακρύ  παλτό που  βροντούσε  τις πόρτες των σπιτιών μες τα μαύρα μεσάνυχτα, κάποιος φίλος  μου έλεγε ότι τον είχε δει από το παράθυρο,  άλλος είχε ακούσει βήματα,  όλοι είχαν μια ιστορία να πούνε γι’  αυτό και κλειδαμπάρωναν  μόλις έδυε ο ήλιος.

Αφού φτάναμε με προφυλάξεις  στην άκρη του χωριού όπου δεν υπήρχαν ούτε κολώνες ούτε λάμπες μόνο το φεγγάρι και τα άστρα που γυαλοκοπούσαν λούζοντας με φως το μαύρο  κυπαρίσσι της αυλής, χτυπούσαμε την παλιά ξύλινη πόρτα και περιμέναμε, όπως στεκόμουν δίπλα στη μάνα μου αναρωτιόμουν τι δουλειά  είχαμε  έξω από κείνο το σπίτι ενώ στα ρουθούνια μου ερχόταν το άρωμα από  τα λουλούδια  μιας μεγάλης άσπρης  τριανταφυλλιάς που είχε σκαρφαλώσει μέχρι τις λίθινες πλάκες κι απλώνονταν σκεπάζοντας το κατώφλι, ύστερα από λίγο ρωτούσαν από μέσα ‘’Ποιος είναι; ‘’ και μας ανοίγανε.

Στην είσοδο υπήρχε ένας διάδρομος, προχωρούσαμε λίγα βήματα  και μπαίναμε  σ’ ένα  καμαράκι όπου καθόμασταν,  δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο εκεί μέσα,  ένας  καναπές  από τη μια κι ένα κρεβάτι από την άλλη,  εγώ δεν έλεγα και πολλά,  τι να πω άλλωστε,  η μάνα μου όμως έμοιαζε να το διασκεδάζει, της  άρεσε η επαφή με τον κόσμο και η φλυαρία, ήταν πολύ κοινωνική και στο μικρό  χωριό αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να περάσεις την ώρα σου. Στη διάρκεια της επίσκεψης  ερχόταν στο δωμάτιο κι εκείνη η γυναίκα με τα κοντά μαλλιά κουβαλώντας μια φοντανιέρα με σοκολατάκια, δε μιλούσε σα να ήταν μουγκή,  κάποιες στιγμές   όμως άνοιγε το στόμα της και  πετούσε   καμιά κουβέντα περίεργη,  έπειτα εξαφανιζόταν στις  πίσω κάμαρες σα φάντασμα.

Αν και δε συμμετείχα στη συζήτηση  δε μπορώ να πω ότι βαριόμουν, όλο το σκηνικό έμοιαζε ενδιαφέρον για ένα παιδί, σκεφτόμουν ότι κανένας από τους  φίλους  μου δε μπορούσε να δει από μέσα το σπίτι που θεωρούσαμε στοιχειωμένο,  καθόμουν εκεί σιωπηλός  και κοίταζα τις φωτογραφίες στον τοίχο,  ένας βασιλιάς  που καβαλούσε το άσπρο  άλογο του, ελάφια που τρέχανε στο δάσος, και μια άλλη εικόνα  κοίταζα που έδειχνε  κάτι ανθρώπους στημένους  σ’ έναν τοίχο αντίκρυ σε μια ομάδα  στρατιωτών που  ετοιμάζονταν να τους πυροβολήσει. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε εκείνη η  ζωγραφιά, που την είχε ανακαλύψει ο γέρος, οι ετοιμοθάνατοι φαινόταν αποφασισμένοι και σήκωναν τα χέρια σα να πανηγύριζαν καθώς αψηφούσαν το θάνατο, ένα φως απόκοσμο κύκλωνε τα κεφάλια τους σα να ήταν άγιοι σε εκκλησία ενώ τα πρόσωπα των στρατιωτών δε φαίνονταν μόνο τα τουφέκια τους που ήταν στραμένα ενάντια στη άλλη ομάδα, την ανυπεράσπιστη, όλη η σκηνή έμοιαζε επιβλητική.  

Ο γέρος  δεν έβλεπε καλά γι’  αυτό κατά τη διάρκεια της επίσκεψης  άναβε μια δεύτερη λάμπα που κρέμονταν από το ταβάνι και τότε άνοιγε τα μάτια του διάπλατα σα να  αντίκρυζε για πρώτη φορά το φως. Χαζεύοντας την εικόνα ούτε που έδινα σημασία σ αυτά που λέγανε όμως ένα βράδυ όταν άκουσα  να λένε για κείνον τον τύπο με το παλτό που γύριζε τις νύχτες στα σπίτια τέντωσα τ’  αυτιά μου. Ο γέρος έλεγε ότι ο παππούς του τον ήξερε, είχε λέει μαγαζί κάποτε και πήγαινε στην πόλη να ψωνίσει εμπορεύματα με τα ζώα του,  μια βραδιά νυχτώθηκε στο δρόμο κι έφτασε αργά έξω απ’ το χωριό,  περνώντας από το φαράγγι με τους  γρανίτες  που έπρεπε να διανύσει έπεσε πάνω σε ληστές που του είχαν στήσει καρτέρι και του επιτέθηκαν με μαχαίρια , του πήραν ότι κουβαλούσε και ήθελαν να τον γδύσουν για να δουν μήπως είχε λεφτά ή  τίποτα πολύτιμο απάνω του,  ο παππούς του γέρου είχε ακούσει τις φωνές κι έτρεξε  να τον βοηθήσει, πρόλαβε την τελευταία στιγμή να τον σώσει τη στιγμή που πάλευαν  να του βγάλουν το παλτό του πρέπει να ήταν ακριβό ρούχο και βαρύ, οι ληστές που ήταν γνωστοί,  φοβήθηκαν μη τους αναγνωρίσει κι έφυγαν βιαστικά έχοντας αρπάξει όλη την πραμάτεια που είχε κουβαλήσει ο άνθρωπος. Τον είχε φέρει  στο σπίτι του όπου δεν έζησε πολύ μαχαιρωμένος όπως ήτανε και γεμάτος πληγές ‘’Από τότε συχνά- πυκνά  εμφανίζονταν…’’ συνέχισε την αφήγηση του ο γέρος  ‘’…και χτυπούσε τις πόρτες αυτών που τον είχαν μαχαιρώσει,  ήταν κάτοικοι του χωριού,  κάτι ρεμάλια που τάπιασαν τελικά  και τα  κρέμασαν,  η γιαγιά μου άκουγε χρόνια αναστεναγμούς και φωνές από  το λαγκάδι εδώ πίσω όπου έγινε το φονικό,  κατέβαινε τότε με το ξημέρωμα  στο  ρέμα που υπήρχε εκεί πέρα κι  άλειφε τις πέτρες   με μέλι και ζάχαρη να γλυκαθεί  το φάντασμα. Χρόνια είχε να φανεί, νόμιζα ότι  εξαφανίστηκε και τώρα  ακούω ότι το βλέπουν  ξανά. ’’

Καλά ακούγοντας αυτή την ιστορία μου είχε σηκωθεί η τρίχα, δεν υπήρχε περίπτωση να ψάξω για σαλιγκάρια ξανά σ’  εκείνο το διαβολόρεμα, ο γέρος διηγούνταν μ’ έναν τρόπο σα να τα είχε μπροστά του όλα κι όπως ήμουν αφοσιωμένος στα λόγια του  ένας ήχος από αλυσίδες που σέρνονταν μ’ έκανε να τιναχτώ  μέχρι το ταβάνι για να δω το τσοπανόσκυλο του  στην είσοδο της κάμαρας να  σέρνει το σιδερένιο λουρί του, εκείνο ούτε που νοιάστηκε για το αν υπήρχαμε,  απλά πήγε και θρονιάστηκε στα πόδια του γέρου γλύφοντας τις παντόφλες του .

Φεύγοντας δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να φτάσω γρήγορα σπίτι μου και να τυλιχτώ κάτω από τις κουβέρτες όμως η μάνα μου δεν έδειχνε καθόλου να βιάζεται και  πήγε μέσα στο άλλο δωμάτιο να μιλήσει με τη γριά,  ρε φίλε δε με σκεφτόταν καθόλου!  Όπως απομακρυνόμασταν από κείνο το σπίτι,  ο σκύλος άρχιζε να αλυχτά σα να καλούσε κάποιον, ξαφνικά από το φαράγγι  ακούστηκε ένα ουρλιαχτό σαν αναστεναγμός,  σαν ένα ‘’Ωωωωχ!!!’ ’μακρόσυρτο, γύρισα κι έριξα μια ματιά, το κυπαρίσσι  υψώνονταν σα καλόγερος σκοτεινός που έγερνε , τα άστρα σα να γυάλιζαν ακόμα περισσότερο, η μάνα μου με τύλιξε μες τη ζακέτα της.    

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

ΑΒΥΣΣΟΣ ΩΣ ΙΜΑΤΙΟΝ

 Στον πατέρα μου


Την άνοιξη τοποθετούσε  στο τρακτέρ εκείνο το όρθιο μηχάνημα με τα σιδερένια ψαλίδια κι ετοιμάζονταν  να θερίσει το χορτάρι που φύτρωνε παντού και γέμιζε τον τόπο. Με τόσες βροχές που  έπεφταν τέτοια εποχή  δεν υπήρχε γωνιά που να μη πρασινίσει, όλη  η φύση βρίσκονταν σε οργασμό, λουλούδια, θάμνοι, χόρτα, όλα φούντωναν, ψήλωναν κι αναπτύσσονταν στο χώμα, ένα χαλί από  παπαρούνες κόκκινες και μαργαρίτες κίτρινες,  αγριολούλουδα ροζ και γαλάζια φύτρωναν  σ’ όλες τις μεριές, αχλαδιές με λουλούδια άσπρα,  κυδωνιές με άνθη μεγάλα, αγριοτριανταφυλλιές, κερασιές ολάνθιστες  ακόμα και το βουνό  πίσω  άλλαζε σα να ζωντάνευε ξαφνικά καθώς προχωρούσε η εποχή,  και τα χρώματα έμοιαζαν  να περπατούν  προς τα πάνω και να απλώνονται στις πλαγιές  σαν ταπετσαρία που σκεπάζει την επιφάνεια.

Όταν έφτανε στα λιβάδια με το τριφύλλι, πλάγιαζε στο χώμα το μηχάνημα με τα ψαλίδια κι εκείνα άρχιζαν να πηγαινοέρχονται σαν δαιμονισμένα κόβοντας απ’ τη ρίζα ότι  έβρισκαν μπροστά τους. Μια γλυκιά μυρουδιά απλώνονταν  στον αέρα τότε,  και τύχαινε πολλές φορές να πετάγονται μέσα από τα βάτα που είχαν φυτρώσει στο κέντρο του χωραφιού, λαγοί, ασβοί, αλεπούδες κατατρομαγμένες, πουλιά πανικόβλητα,  όλα  έφευγαν  απορώντας τι συνέβαινε  και  ποιος ήταν εκείνος ο διαβολικός  καταστροφέας που διατάρασσε  την ηρεμία τους. Τελειώνοντας τη δουλειά του  έκλεβε και λίγο χόρτο,  το θεωρούσε  νόμιμο δικαίωμα του, το έβαζε κάτω από τη θέση του προτού ξεκινήσει, ύστερα τίναζε την τραγιάσκα του να φύγει η σκόνη και ξεκινούσε γκαζώνοντας  για το σπίτι.

Τον έβλεπα κάθε φορά που περνούσε από το δρόμο, ήταν καλός  οδηγός,  λίγο παλαβός  βέβαια, και πάντα   προσπερνούσε τα  αργοκίνητα τρακτεράκια καθώς  σεργιανούσε στους σκονισμένους  χωματόδρομους.Κείνη την ώρα που  εμείς παίζαμε μπάλα σ’ ένα χωράφι πράσινο, δίπλα στην άσφαλτο  κοντά σ’ ένα ασβεστοκαμίνι παλιό, δυο πέτρες αρχαίες που βρέθηκαν εκεί είχαμε  για  εστίες, τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν το δρόμο μας χάζευαν αλλά εμείς δεν δίναμε σημασία.  Το χειμώνα  σταματούσαμε το παιχνίδι και πηγαίναμε εκεί κοντά σε μια στέρνα που είχε παγώσει απ’  το νερό,  ρίχναμε κοτρόνες για να σπάσουμε το χοντρό  στρώμα του πάγου,  άλλοτε πάλι αφήναμε την μπάλα και στήναμε αυτί  ν’  αφουγκραστούμε  έναν  ήχο  σαν κανονιά που αντιλαλούσε κάπου προς το βουνό όπου υπήρχε ένα  πεδίο βολής.  Όταν έδυε ο ήλιος  πίσω μας   έμοιαζε να βάζει φωτιά στα σύννεφα που έπνιγαν το ηλιοβασίλεμα σ’  ένα τρελό μείγμα   από πορτοκαλιά και κοκκινωπά χρώματα,  αεροπλάνα χάραζαν γραμμές στον ουρανό προς όλες τις κατευθύνσεις, όλα έμοιαζαν μαγικά.

Όπως κατέβαινε  το δρόμο με σβηστή τη μηχανή ο μπαμπάς  μου,  σήκωνε το κεφάλι του ψηλά να δει  το μοναστήρι κατά το βουνό, εκεί που είχε αντικρίσει  κάποτε μια φωτιά  να το καίει και γύρω κοράκια να πετούν, τότε  που ο Βούλγαροι το είχαν ρημάξει. Ένας καλόγερος είχε απομείνει μοναχά  μετά από κείνη τη σφαγή, όλους τους άλλους τους είχαν αφανίσει,  αυτός μονάχα είχε ξεφύγει και κρυβόταν στα λαγκάδια για μέρες μέχρι να φύγει το κακό. Δεν ήταν τυχαίο που γλύτωσε, πάντα τα κατάφερνε,  ήταν πονηρός και τεμπέλης, δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, πάντα  στον  αφρό  την έβγαζε κι όταν μια φορά θέλησε να πιάσει την κόσα και  να θερίσει τα χορτάρια που φύτρωναν στην αυλή του μοναστηριού, την έπιασε  τόσο άγαρμπα, τόσο  άτσαλα λες και τό κανε επίτηδες, με το πρώτο χτύπημα βρήκε κάποια πέτρα κι έκανε κομμάτια το μαχαίρι του δρεπανιού. Μετά τον εμπρησμό του μοναστηριού είχε πάει με τους αντάρτες κι όλοι λέγανε ότι είχε καταφέρει να  μαζέψει ένα σωρό λίρες και χρυσά έχοντας διαπράξει  σημεία  και τέρατα, ύστερα από τον πόλεμο είχε γίνει παπάς κι επέστρεψε στο μοναστήρι…

Mε το που χτυπούσε η καμπάνα έπρεπε  να τα παρατήσω όλα και να τρέξω στην εκκλησία όπου ο ήλιος του απογεύματος  έμπαινε από τα χρωματιστά  τζαμάκια  φωτίζοντας  τα ασημένια μανουάλια. Μου άρεσε πολύ να ανεβαίνω  στο αναλόγιο και να διαβάζω ή να ψέλνω βλέποντας από κάτω τον κόσμο. Οι γριές που ερχόταν στον εσπερινό περνούσαν  το χέρι τους πάνω απ’ τις εικόνες σαν να αποσπούσαν  απ’ αυτές κάποια υπερφυσική ουσία,  καθόταν ύστερα στα σκοτεινά,  έγραφαν σ’ ένα χαρτάκι τα  ονόματα  των πεθαμένων και το άφηναν σ’ ένα πάγκο μαζί με τα πρόσφορα.

Το βράδυ που γύριζα στο σπίτι  έβρισκα τον πατέρα μου κουρασμένο να τρώει το κολατσιό του, δεν αγαπούσε και πολύ τη δουλειά στον κάμπο, πιο πολύ του άρεσε να καταπιάνεται με τα μηχανήματα να τα  ζεύει,  να τα διορθώνει,  να τα δοκιμάζει. Μια χρονιά ένα χωράφι του  σχεδόν το είχε ξεχάσει,  έσπειρε το καλαμπόκι και το άφησε στο έλεος του θεού, όταν πήγε να το δει μετά από κάνα δυο μήνες  το βρήκε  πνιγμένο μέσα στα βλίτα,  βλαστήμησε  ότι του ήρθε και μετά έβαλε την δισκοσβάρνα και  τα ξερίζωσε όλα,  δεν άφησε τίποτα,  μα πόση λύσσα τον είχε πιάσει με  κείνο το καταραμένο χωράφι! Το χειμώνα πολλές φορές βολόδερνε μοναχός  του μέσα στην ερημιά ρίχνοντας  καμιά ματιά  στα χωράφια του να δει σε τι κατάσταση βρίσκονταν, γύρω δεν κυκλοφορούσε ούτε αγρίμι, τόσο κρύο έκανε και τόση ερημιά επικρατούσε που έλεγες ότι από καμιά γωνιά θα πετάγονταν  κανένα φάντασμα αλλόκοτο,  μόνο  τέτοια  πλάσματα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί πέρα.
 
Από τότε που παράτησε  το τραγούδι στους γάμους με το  φιλντισένιο ακορντεόν του,  είχε αρχίσει κι αυτός να ψάλλει, είχε μια φωνή διαπεραστική, πολύ δυνατή και κάπως άγαρμπη αλλά γεμάτη πάθος και ένταση.   Καθώς δεν ήξερε να διαβάζει καλά,  παιδεύονταν όλη νύχτα να βγάλει τι στο καλό λέγανε εκείνα τα καταραμένα γραμματάκια σε κάποιον συνέκδημο χοντρό  που είχε,  μιλάμε για μεγάλη τυραννία. Πολλές φορές μου ζητούσε να του τα διαβάσω κι εγώ καθόμουν δίπλα στο τζάκι και του εξηγούσα,  σε μένα  όλα φαινόταν πολύ φυσικά,  είχα μια εξοικείωση  μ’  εκείνη τη γλώσσα την παράξενη και τις λέξεις τις ακατάληπτες, ‘’Ο τιθείς νέφη την επίβασην αυτού, ο  περιπατών επί πτερύγων ανέμων...έθου σκότος και εγένετο νυξ...Ο ποιών τους Αγγέλους  αυτού πνεύματα  και τους λειτουργούς  αυτού πυρός  φλόγα.. Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον  αυτού...’’  

Τη Μεγάλη Βδομάδα η μάνα μου μας τάραζε στη νηστεία, δεν επέτρεπε  ούτε μια παρασπονδία, ήταν  πολύ αυστηρή , κάτι φακές νερόβραστες κάτι τουρσιά κάτι χαλβάδες, ελιές, ψωμί,  κάνα λουκούμι, τέτοια πράγματα μόνο επιτρέπονταν. Αυτή η Μεγάλη Βδομάδα πάντα μας σακάτευε, δεν ήταν μόνο η νηστεία ήταν και τα λαρύγγια μας που πονούσαν από τις ατέλειωτες ψαλμωδίες ,  έπρεπε  να έχεις   λαιμό από σίδερο για να τα βγάλεις πέρα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαν βάλει αυτοί που φτιάξανε τις λειτουργίες τόσο δύσκολα πράγματα μέσα σε λίγες μέρες, θα μου πεις  βέβαια άλλες εποχές,  άλλες αντοχές,  οι παπάδες κι οι  τρελαμένοι καλόγεροι που είχαν ζήσει τα παλιά χρόνια ίσως  να θεωρούσαν  φυσιολογική  όλη  αυτή την  ταλαιπωρία.

Με τον πατέρα μου ανεβαίναμε στο τρακτέρ και πηγαίναμε στο μοναστήρι.  Ο παπάς,  εκείνος ο παλιός αντάρτης που είχε γυρίσει  στα παλιά  του τα λημέρια, φορούσε τις μέρες του Πάσχα  μαβιά, γυαλιστερά ρούχα   που συμβόλιζαν  το πένθος αλλά ποτέ δεν είχε αφήσει κανένα παιδί να φορέσει τις στολές εκείνες τις κόκκινες που έμοιαζαν με άμφια,  και να φανταστείς  ότι πεθαίναμε να τις δοκιμάσουμε αλλά ο παπάς  ήταν ανένδοτος,  μα τι κόλλημα, πόση εμπάθεια,  πόσο κακός  ήταν! Μέσα στο ιερό διάβαζε ένα σωρό βιβλία για  τον εμφύλιο που  δεν μπορούσα να καταλάβω, πάντως λέγανε για μάχες κι εκτελέσεις ανθρώπων που τότε σκοτώνονταν  χωρίς λόγο σοβαρό, ποιος ξέρει τι είχε κάνει εκείνη την εποχή και πόσους είχε αποτελειώσει,  ο πατέρας  μου πάντως  που τον ήξερε από παλιά δεν μασούσε τα λόγια  του: ‘’Εσύ δεν έπρεπε  να γίνεις παπάς !’’ του έλεγε.

Τη Μεγάλη Πέμπτη  έβγαινε μ’ ένα σφυράκι μες το σκοτάδι του ναού όπου έφεγγαν μοναχά τα καντήλια,  καθώς ακούγονταν οι καμπάνες που σήμαιναν αργά,  αυτός  κάρφωνε τα πόδια  του Χριστού ενώ γύρω οι γυναίκες κλαίγανε γοερά.  Στον επιτάφιο με ζάλιζαν οι  μυρουδιές από τις πασχαλιές, τους λευκούς  κρίνους  και τα κόκκινα γαρύφαλλα που στόλιζαν όλη νύχτα τα κορίτσια  χρησιμοποιώντας τις βιόλες και τους μενεξέδες,  τα τριαντάφυλλα και τα ζουμπούλια που έφερναν από τους μπαξέδες τους.  Στην περιφορά κρατούσαμε κάτι λάβαρα με  μορφές κεντημένες πάνω στο βελούδο και γυρνούσαμε γύρω απ’  το μοναστήρι μες τα σκοτεινά, εκτός  απ’  τις καμπάνες ακούγονταν στην σιωπή και  κανένας  λύκος που ούρλιαζε από ψηλά απ’  τις κορφές, ήταν  λίγο αλλόκοτο  σκηνικό.

Μια χρονιά που δεν πρόκειται   να ξεχάσω, όπως πραγματοποιούνταν η γνωστή ιεροτελεστία και τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα  των γριών που  έφεγγαν στα σκοτεινά με τα κεράκια,   έγινε κάτι πολύ παράξενο. Καθώς ο παπάς κάρφωνε τα πόδια του Χριστού με μανία σαν να τον είχαν πληρώσει ένα εκατομμύριο,  μια  γυναίκα νεαρή,  πολύ όμορφη, σωριάστηκε  κάτω στα μάρμαρα βγάζοντας αφρούς  από το στόμα.  Όλοι την γνώριζαν την κοπέλα, ήταν λίγο βλαμμένη αλλά   κούκλα,   πολλές φορές  παραμιλούσε κι οι γριές τη μάζευαν σε κάποια σκοτεινή γωνιά και  τη νουθετούσαν,  αυτή πάλι, υπάκουη σταματούσε και μετά  από λίγο  άρχιζε ξανά  το μουρμουρητό, τώρα όμως έμοιαζε εντελώς παραδομένη,  δεν το είχα ξαναδεί αυτό το πράγμα, ήταν εκτός εαυτού σαν  να είχε παραλύσει από μια αόρατη δύναμη. 

Ο παπάς έτρεξε τότε στο ιερό,  σ’ ένα καμαράκι σαν παράθυρο που υπήρχε στον τοίχο, και πήρε από κει  τη λόγχη, εκείνο  το σκεύος που έμοιαζε με βέλος μεταλλικό και το χρησιμοποιούσε στο ιερό για να φτιάξει την θεία κοινωνία. Με  το που  άγγιξε  τα χείλη της  με το μεταλλικό βέλος  η κοπέλλα  συνήλθε και σηκώθηκε αργά  σιάχνοντας το φουστάνι της, τα μάτια της έδειχναν να γυαλίζουν  σαν να είχε συμβεί  κάποιο θαύμα, όλοι γύρω σταυροκοπούνταν και ψιθύριζαν γι’  αυτό που είχε γίνει, οι γριές μουρμούριζαν κάτω απ’  τα τσεμπέρια τους κι όλο σήκωναν τα κεφάλια τους να δουν  το παράξενο γεγονός. Ο μόνος που δεν είχε πειστεί  ήταν ο  πατέρας  μου που με τίποτα δεν θεωρούσε ικανό τον παπά  για κάτι υπερφυσικό  κι εκείνος όμως σαν να είχε υπνωτιστεί  απ΄ το θέαμα δε μιλούσε, μόνο έλεγε  χαμηλόφωνα από μέσα του κάτι λόγια που τα ήξερα μα  δεν μπορούσα να νιώσω τι σήμαιναν ακριβώς,   ''Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού''  

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

ΒΑΝΙΛΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΗ

Ένα αεροπλάνο πετούσε  ψηλά, τόσο ψηλά,  που ζαλιζόσουν να το δεις εκεί πάνω καθώς περνούσε   ακριβώς στη  μέση των παράλληλων  γραμμών  που ορίζονταν από δυο πολυκατοικίες,  ένας τύπος που πουλούσε  μπουκέτα από  βιόλες  σε μια γωνιά σήκωσε το κεφάλι να δει το ιπτάμενο όχημα που έσκιζε τον ουρανό, κάτι  κορίτσια που φορούσαν στο χέρι  βραχιολάκια   χρωματιστά για να μη τα  κάψει ο ήλιος,  σήκωσαν κι εκείνα το κεφάλι  να δουν το αεροπλάνο που χάραζε μια γραμμή στους αιθέρες πάνω  από τις  ανθισμένες  δαμασκηνιές του δρόμου...

Σήκωσε το κεφάλι κι αυτός  και είδε το σκάφος να ίπταται στο διάστημα  μέσα σ’ ένα πανόραμα που ανοίγονταν μπροστά στα μάτια του, ξεκινώντας κάθε πρωί για τη δουλειά  έβλεπε από το σπίτι του βουνά  χιονισμένα,  τη  θάλασσα,  τα  σύννεφα,  τον  ήλιο, το άσπρο φεγγάρι που σεργιάνιζε ακόμα ξεχασμένο εκεί πάνω,  γι’  αυτό είχε διαλέξει το σπίτι του όταν το  αγόρασε,  το είχε δει κάτω απ’  την παραλία να χτίζεται και το στάμπαρε,  ανέβηκε με  τα πόδια στο λόφο όπου έφτιαχναν την πολυκατοικία κι έδειξε   στον εργολάβο το ρετιρέ:  ‘’Αυτό θέλω !’’του είπε.

Το αεροπλάνο σιγά - σιγά χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα κατά τα βουνά  που ήταν στεφανωμένα από χιόνια σα να φώναζαν: ‘’Ο χειμώνας είναι ακόμα εδώ !’’  αν και παντού έβλεπες την  άνοιξη  να μπαίνει  ορμητικά. Στα στενά  απ’ όπου περνούσε  κατεβαίνοντας  για την πόλη,  δεντράκια μπουμπούκιαζαν ανάμεσα στα χαλάσματα, στα παρτέρια   υάκινθοι   κόκκινοι  κι άσπροι , οι γυναίκες οι  πιο θερμόαιμες τα πετούσαν όλα έξω καθώς είχαν ανάψει από τώρα,  στα πάρκα  δεντράκια πλημμυρισμένα  από άνθη   μικρούτσικα έφτιαχναν ένα τοπίο που θύμιζε κήπο γιαπωνέζικο,  τόσο όμορφα  ήτανε, σκύλοι έτρεχαν στο χορτάρι μπροστά από τα αφεντικά τους ενθουσιασμένοι σα να πανηγύριζαν.

Κάθε πρωί  άνοιγε το μαγαζί και ξεκινούσε, έπειτα από τόσα χρόνια  είχε τη ρέγουλα του, έπρεπε  ν’ ανάψει πρώτα τα κάρβουνα  ψάχνοντας στη στάχτη για όσα είχαν μείνει ζωντανά και  να τα βάλει να πυρώσουν, τη Δευτέρα ειδικά τα κάρβουνα είχαν σβήσει μετά από την αργία κι έπρεπε  να βάλει μπρος απ’  την αρχή,  ετοίμαζε έπειτα  τις  σούβλες και τις σχάρες,  μετά έπρεπε  να ετοιμάσει τους κιμάδες,   τα κοτόπουλα,  τα χοιρινά,  να τα  μαρινάρει,  να τα κόψει μ’  κείνο το τεράστιο μαχαίρι,  το κοφτερό,  που έμοιαζε με σπαθί,  να τα στερεώσει, να τα ταιριάξει,  να τα ανεβάσει και να είναι έτοιμος κατά  τις έντεκα που ερχόταν οι πρώτοι πεινασμένοι.

Κάποτε ήθελε να μπαρκάρει αλλά  τελικά το μετάνιωσε, στο  στρατό τον φώναζαν  νωχελή, δε χωρούσε σε καμιά νόρμα,  όλο καμπάνες έτρωγε από τον λοχαγό που ούτε να τον δει δεν ήθελε,  αυτός  ήταν χαμένος πάντα,  κάτι τραγούδια περίεργα άκουγε  συνέχεια που κανένας δεν τα ήξερε, ήταν κάπως ονειροπόλος,  κάπως φευγάτος όμως του άρεσε η δουλειά που έκανε. 

Το χειμώνα δεν είχε και τόσο κόσμο,  με το που έφτιαχνε ο καιρός  καλυτέρευαν τα πράγματα, οι άνθρωποι  καθόταν έξω κι απολάμβαναν  τη λιακάδα τσιμπολογώντας. Η  άνοιξη ερχόταν πια  όμως παντού όπου πήγαινες  ένα πράγμα παράξενο  διαχέονταν στον αέρα,  όλοι ανησυχούσαν, όλοι  έμοιαζαν  τρομαγμένοι,  το παραμικρό προκαλούσε την αγωνία τους,  με το ελάχιστο πανικοβάλλονταν.  Στο δρόμο οι αστυνομικοί είχαν χαθεί, πρεζόνια και τύποι μαυριδεροί  κυκλοφορούσαν ύποπτα λοξοκοιτώντας τους περαστικούς, μιλούσαν   γλώσσες ξένες και δεν μπορούσες να καταλάβεις τι στο διάβολο λέγανε.  Γέροι διέσχιζαν τις διαβάσεις  με κόκκινο, αμάξια  παρκάριζαν στη μέση  των δρόμων, τα αστικά αργούσαν απελπιστικά και   δε μπορούσες να πας πουθενά στην ώρα σου,  όταν ερχόντουσαν ήταν  φουλαρισμένα τόσο  που μπορούσες να σκάσεις εκεί μέσα!  Λακκούβες τεράστιες είχαν ανοιχτεί  στην άσφαλτο και κανείς δε νοιάζονταν να τις σκεπάσει, οι οδηγοί φοβούνταν,  οι  άνθρωποι φώναζαν,  γκρίνιαζαν,  αναστέναζαν, οι αναρχικοί κι όλοι οι τρελαμένοι είχαν ξεσαλώσει, όλη την ώρα έκλειναν  τους  δρόμους κι έσπαζαν ότι έβρισκαν,  κάποιοι  έλεγαν ότι  ετοιμάζονταν πόλεμος, κάτι δεν πήγαινε καλά,  οι μόνοι που έδειχναν  ατάραχοι ήταν  οι Ιεχωβάδες,  καθισμένοι στην άκρη του δρόμου μοίραζαν τα βιβλιαράκια τους σα να μην έτρεχε τίποτα περιμένοντας την έλευση της  αιώνιας βασιλείας τους , καλά αυτοί ήταν  περιπτώσεις!  Ένας τους  τον είχε πλησιάσει και είχαν μιλήσει μια φορά, καλά μεγάλος πρήχτης,  φανατικός  όπως όλοι τους, στο τέλος δεν τον άντεξε και ήθελε να τον ξεφορτωθεί,  ο άλλος φεύγοντας του έδωσε ένα  φυλλάδιο όπου έγραφε με κάτι γράμματα αλλόκοτα το όνομα του θεού στα εβραϊκά, ΓΙΑΧΒΕ!   ‘’Πάρτο για να με θυμάσαι’’ του είχε πει… 

Μες τη θολούρα και τον αναβρασμό  το μόνο καλό ήταν ο καιρός  που έφτιαχνε σε πείσμα όλων των ανάποδων καταστάσεων,  τα παιδιά στα σχολεία  ετοιμάζονταν για τις  ανοιξιάτικες εκδρομές τους, τα πουλιά κουβαλούσαν ξερόκλαδα στις φωλιές τους,  ο ήλιος  που έβγαινε λαμπρός δε σ’ άφηνε   να χαλαστείς , το καλοκαιράκι δε φαινόταν μακριά κι αυτό  έφτιαχνε τη διάθεση.

Το καλοκαίρι περίμενε κι αυτός , α το καλοκαιράκι  ρε φίλε, αυτή ήταν η αγαπημένη του εποχή.  Δεν του άρεσε ο χειμώνας όσο ήπιος  κι αν ήτανε ,  νοσταλγούσε  τον Αύγουστο  που πήγαινε σ’ ένα  μέρος με κάτι υψώματα  απ’  τα οποία μπορούσες  να βλέπεις  τη θάλασσα σα  τον Ξέρξη που παρακολουθούσε το στρατό του από ψηλά. Εκεί πήγαινε κάθε  καλοκαίρι  όταν έκλεινε το μαγαζί  αλλά πολλές   φορές προτιμούσε και την  Ήπειρο,  την Πάργα.  Οδηγούσε μέχρι εκεί με το παλιό του αυτοκίνητο και  περνούσε καλά,  δε του άρεσε η θάλασσα,  δε κολυμπούσε αλλά  ο χρόνος των διακοπών ήταν ότι καλύτερο συνέβαινε στη ζωή του,  χαλάρωνε,  έπινε τα ουζάκια του, δε  τον  ένοιαζε τίποτα, μια φορά δοκίμασε και τη Σαμοθράκη μαζί με κάποιο φίλο, είχαν βουτήξει  στις βάθρες οι οποίες  ήταν τόσο κρύες  που δεν ένιωθες το δέρμα σου  μες το κατακαλόκαιρο, σ’ ένα καφενείο    είχαν φάει κι ένα παγωτό βανίλια μαστιχωτό που δεν κόβονταν σε κομμάτια,  φοβερά γευστικό,  εκείνη   ήταν  η καλύτερη ανάμνηση  που μπορούσε να  θυμηθεί σ’  ολόκληρη τη ζωή του …

Ωραίο  ήταν το καλοκαίρι αλλά αργούσε ακόμα κι αυτός δεν αισθάνονταν  και πολύ καλά τον τελευταίο  καιρό, μια Κυριακή  με το που ξύπνησε  ένιωσε ένα βάρος στο στήθος,  δε  μπορούσε  ν’  ανασάνει,  έπρεπε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια,  για να  τραβήξει αέρα στα πνευμόνια του,  αγκομαχούσε, ζορίζονταν,  αισθάνονταν ότι θα πνιγεί,   τι στο  διάβολο συνέβαινε ! Οι γιατροί  που τον είδαν του  είπαν ότι όλα προέρχονταν από τη καρδιά, του συνέστησαν να κόψει το κάπνισμα,  να μη πίνει,  να μη κουράζεται, να μη στενοχωριέται. Όταν επέστρεψε στη δουλειά  μετά τη νοσηλεία,  ήταν σα φάντασμα, αξύριστος,  χλωμός,  δε μπορούσαν να τον γνωρίσουν.  Χρειαζόταν μια σφραγίδα από   το αφεντικό του   για να πάρει κάποια χρήματα από την ασφάλεια  κι εκείνο το ζώο   του μίλησε  άσχημα  σα να μην είχε σηκωθεί πριν από λίγο  από το κρεβάτι, κάποιος που ήταν εκεί  τα πήρε  στο κρανίο ‘’Μη του μιλάς έτσι ρε ηλίθιε !’’ του φώναξε κι ο άλλος  το βούλωσε σα να κατάλαβε τη βλακεία του ...

Θα έκανε υπομονή, δεν είχε άλλη λύση άλλωστε  του έμενε  ένα μικρό διάστημα μέχρι να βγει στη σύνταξη ύστερα θα έστελνε στον αγύριστο το αφεντικό του κι όλους όσους τον έπρηζαν τόσα χρόνια!  Εκείνη τη μέρα  έμεινε  πολλές ώρες στο μαγαζί  και ήπιε  λίγο παραπάνω   ξεκίνησε να φύγει καθώς βράδιαζε και είχε πια σκοτεινιάσει.  Το πάρκο με τις δαμασκηνιές που έμοιαζε με κήπο γιαπωνέζικο το πρωί   τώρα φάνταζε  απειλητικό και σκοτεινό,  ‘’Μα πόσο άχρηστος είναι ο χαμένος ο δήμαρχος !’’ σκέφτηκε φωναχτά. Ούτε ένα φωτάκι δεν υπήρχε εκεί πέρα,  να μπορείς να δεις τι σου γίνεται,  μ’ όλους εκείνους τους μυστήριους που κυκλοφορούσαν δε  μπορούσες να είσαι ήσυχος αν θα πεταχτεί κανένας μαχαιροβγάλτης από κει μέσα για να  σε κόψει φέτες,  παρ’ όλα αυτά δεν είχε καμιά διάθεση να  κάνει τον  κύκλο, βιαζόταν να πάει σπίτι του  και προχώρησε στην ευθεία  περνώντας   δίπλα από κάτι θάμνους που έφτιαχναν  έναν φράχτη.

Μια πόρτα  μεταλλική άνοιξε σκούζοντας όπως το σκυλί που του πατούν την ουρά του,  γύρισε κατά  κει και είδε σκιές να γλιστρούν πίσω από το φράχτη  σα να έσκυβαν,  σα να ήταν μικρά παιδιά που φαινόταν μοναχά τα κεφάλια τους.  Δε  μπορούσε να καταλάβει τι στο δαίμονα συνέβαινε,  τα κεφάλια  μια  εμφανίζονταν μια χάνονταν πίσω από τα δέντρα και τους θάμνους σα να έπαιζαν μαζί του,  τα χρειάστηκε. Αυτό που γύριζε εκείνη την ώρα στο μυαλό του ήταν  κάτι αναρχικοί αγριεμένοι , κάτι τσογλάνια που είχαν καταλάβει ένα κτήριο παλιό κι όλοι τους έτρεμαν εκεί κοντά,  λέγανε ότι έμπαιναν στα σπίτια,  ότι έκαναν μέσα στο κτίριο σημεία και τέρατα, στο συνοικιακό   σούπερ μάρκετ οι κοπέλες φοβόταν τις πορείες  τους  που δεν έλεγαν να σταματήσουν,  αν  αμολούσαν καμιά  μολότοφ  ανάμεσα στα ράφια θα γίνονταν  παρανάλωμα  όλα εκεί μέσα, έτσι κάθε φορά έκλειναν το κατάστημα και καθόταν απέξω παρακολουθώντας εκείνα τα παράξενα ξωτικά που κρατούσαν σημαίες κόκκινες και μαύρες…

Αφού  δίστασε μια στιγμή αποφάσισε να προχωρήσει να δει τι συνέβαινε  πίσω από  τους θάμνους,  τον έτρωγε  η περιέργεια, είχε σκάσει.  Βγαίνοντας σ’ ένα ξέφωτο στη μέση του πάρκου είδε  στο μισοσκόταδο δύο  τύπους τετράγωνους να έχουν πιαστεί και να παλεύουν χωρίς  να μιλούν,  μόνο κάτι κραυγές έβγαζαν όπως τα ζώα που χιμούν το ένα πάνω στον άλλο, τη μία απομακρύνονταν  παίρνοντας θέση και την άλλη συμπλέκονταν και χτυπιούνταν αλύπητα,  του έκανε εντύπωση ο  ένας από τους δύο που επεδίωκε να βαρέσει  τον άλλον στο κεφάλι,  τα χτυπήματα του έμοιαζαν δολοφονικά, επαγγελματικά,  δεν είχε  ξαναδεί τέτοιο πράγμα,  ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι και γιατί πάλευαν έτσι μέσα στο σκοτάδι;

Μετά  από λίγο σα να ήταν συνεννοημένοι ή σα να ένιωσαν  ότι κάποιος τους παρακολουθεί έφυγαν τρέχοντας και χάθηκαν σαν ίσκιοι,  πλησίασε στο σημείο όπου τους είχε δει να παλεύουν  γιατί του φάνηκε ότι κάτι είχε πέσει από τον έναν,  αυτόν που έμοιαζε επαγγελματίας πυγμάχος.   Με τον αναπτήρα του φώτισε τα πλακάκια  και είδε ένα χαρτάκι  τσαλακωμένο,  το σήκωσε προσεχτικά και το άνοιξε,  πάνω του υπήρχαν  γράμματα σαν αραβικά, σαν εκείνα που του είχε σχεδιάσει ο πρήχτης ο γιεχωβάς,  δίπλα με κεφαλαία  ήταν σημειωμένο:

Στον Πύργο  του Δαβίδ : Σαράντα ασημένια κηροπήγια

                                        εκατόν πενήντα ασημένια κηροπήγια

                                        ασημένια λάμπα – 44 κιλά

                                        ακόμα  20 χρυσά κηροπήγια

Τι σόι κηροπήγια ήταν εκείνα και που βρίσκονταν, ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που σκοτώνονταν στα σκοτεινά,  σίγουρα το κλειδί ήταν τα αραβικά γράμματα που υπήρχαν στο χαρτάκι  αλλά ποιος διάβολος θα μπορούσε να τα διαβάσει, αστραπιαία  θυμήθηκε  τον ιεχωβά που του είχε γράψει την εβραϊκή λέξη,  αυτός ο άτιμος  θα ήξερε τι έλεγε εκεί στο χαρτί  όμως που να τον βρει;  Xάλασε τον κόσμο τις επόμενες μέρες,  ρωτούσε σ’  όλα τα σημεία   όπου στέκονταν  εκείνοι οι αλλόκοτοι τύποι, πήγε ακόμα και σε μια σύναξη τους όπου μαζεύονταν όλοι κουστουμαρισμένοι σ’ ένα υπόγειο αλλά  τίποτα, ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Για μέρες πολλές σκέφτονταν το περιστατικό,  μια  βραδιά είδε στον ύπνο του τον ιεχωβά να κάθεται μαζί του και να του εξηγεί εκείνο το σημείωμα,  βρίσκονταν μαζί σ’ ένα μέρος κοντά στη θάλασσα κι έτρωγαν βανίλια παγωτό γλυκό, πολύ γλυκό,  πολύ νόστιμο...    

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

ΠΟΡΦΥΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΩ ΔΙΗΝΘΙΣΜΕΝΗ

Η εικόνα έδειχνε τον αυτοκράτορα τον ίδιο ντυμένο με χλαμύδα χρυσοκέντητη γεμάτη πετράδια κόκκινα και πράσινα ΄΄πορφύρα και χρυσώ διηνθισμένη’’ κατά πως λέει κι ο βυζαντινός ιστορικός, ενώ στα χέρια του βαστούσε ένα αντίγραφο, μια μινιατούρα του μοναστηριού κι ήταν σα να έλεγε: ΄΄ Εγώ το έχτισα!’’

Η ζωγραφιά ήταν τόσο καθαρή, σα φωτογραφία, ο γέρο- βασιλιάς έδειχνε ταλαιπωρημένος, ανήκε λέει σ’ εκείνη την περίοδο της παρακμής της αυτοκρατορίας όταν βάρβαροι από κάθε μεριά πολιορκούσαν την Πόλη, ο τόπος είχε γεμίσει Σέρβους, Βουλγάρους και Σλάβους όλων των ειδών, Τούρκους και μουσουλμάνους από τις εσχατιές της Ασίας αγριεμένους και τρελαμένους, που κρατούσαν όλων των ειδών τα φονικά εργαλεία, δεν ήξερες από που να φυλαχτείς, είχε καταφύγει λοιπόν ο γηραιός βασιλιάς σ’ αυτό το μοναστήρι κι εκεί είχε γίνει καλόγερος κατά πως το συνήθιζαν τότε. Αργότερα λένε τα βιβλία οι επιδρομείς που λυμαίνονταν την περιοχή για αιώνες λήστεψαν όλα τα πολύτιμα του μοναστηριού, ευαγγέλια και βιβλία παλιά, εικονοστάσια κι αφιερώματα, τάματα χρυσά κι ασημένια, όλο τον πλούτο που υπήρχε τον πήραν μαζί τους στις πατρίδες τους μακριά, μα τι κλεφταράδες !

Δεν το περίμενα τόσο μεγαλόπρεπο το μοναστήρι, είχα διαβάσει κάπου για τη μονή ότι είναι απ’ τις πιο περίφημες κι είχα ρίξει την ιδέα να πάμε κάποια μέρα. Η διαδρομή δεν ήταν τόσο φοβερή στην αρχή όμως όσο προχωρούσαμε πιο ψηλά στρίβοντας όλη την ώρα τις απότομες καμπές του βουνού, τόσο και πιο πανοραμικό γινόταν το τοπίο μέχρι που φτάσαμε σε μια αχανή κοιλάδα γεμάτη ομίχλη στο βάθος της οποίας φαίνονταν το κτίσμα, οι καλόγεροι κι οι ερημίτες εκείνης της εποχής ήξεραν σίγουρα να διαλέγουν τα καλύτερα μέρη για να φτιάχνουν τα μοναστήρια τους ! Σε μια ανοιχτωσιά σταματήσαμε ν’ ατενίσουμε λίγο τη θέα, αυτοκίνητα ένα σωρό παρκάριζαν εκείνη την ώρα στον προαύλιο χώρο κι από μέσα κατέβαιναν γυναίκες και ζευγάρια με τα μωρά τους που ήθελαν να κοινωνήσουν στην κυριακάτικη λειτουργία.

Η πύλη της μονής ήταν τεράστια, καμωμένη από σανίδες πελώριες καρφωμένες μ’ εκείνα τα καρφιά τα παλιά, τα μαυριδερά που δε βγαίνουν με τίποτα. Στην είσοδο ένα καθοδικό μονοπάτι, απότομο, στρωμένο με πέτρες χοντροκομμένες άσπρες και γκρίζες, για να πας στην εκκλησία έπρεπε να το διασχίσεις κι αν δεν πρόσεχες μπορούσες να διαλύσεις τον αστράγαλο σου εκεί πέρα. Έξω απ’ το νάρθηκα δε μπορούσες να μη σταθείς μπροστά στις επιβλητικές εικόνες του βασιλιά και δίπλα σ’ αυτόν μια άλλη εικόνα υπήρχε, κάποιου πατριάρχη που σαν αποσύρθηκε από το θρόνο του λέει, ήρθε εκεί πέρα στα βουνά και στα λαγκάδια να ζήσει τα τελευταία του χρόνια και να εξομολογηθεί τις άπειρες αμαρτίες του μπας και τον συγχωρέσει ο θεός…



Μπήκαμε στο ναό κι ο Φώτης που μας είχε φέρει με το αυτοκίνητο του προχώρησε στα ενδότερα, ήξερε αυτός, είχε ξαναέρθει. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί στον διάδρομο και δε μπορούσες να μετακινηθείς εύκολα, μια καλογριά σκεπασμένη με μαύρη κουκούλα κάτι ευχές ψυθίριζε, περπάτησα μερικά βήματα ανάμεσα σε μαμάδες με τα μωρά στην αγκαλιά που περίμεναν να κοινωνήσουν και είδα τον Φώτη στο βάθος μιας κόγχης δίπλα στο δεσποτικό κάθισμα, είχε βρει ήδη στασίδι-σιγά μη του ξέφευγε, καθόταν εκεί άνετος κι άκουγε τις καλόγριες που ψέλνανε όμορφα . Ψηλά στους θόλους πάνω απ’ τα κεφάλια μας μορφές ωραίες αγγέλων κι αγίων, στο καπνισμένο τέμπλο εικόνες του Χριστού και της Παναγίας με φωτοστέφανα χρυσά που έλαμπαν, οι ζωγραφιές έμοιαζαν δουλειά κάποιου τεχνίτη σπουδαίου, αφιερώματα χρυσά κι ασημένια κρέμονταν μπροστά στα τζάμια, πόδια, χέρια κι άλλα μέλη τραυματισμένα που οι πονεμένοι κάτοχοι τους ήθελαν να γιάνουν στο διάβα των αιώνων κι έρχονταν εκεί πέρα ζητώντας γιατριά. Κάπου στη μέση της εκκλησιάς υπήρχε ο τάφος του πατριάρχη αυτού που είχα δει στην είσοδο δίπλα στον γέρο αυτοκράτορα, μια επιγραφή κάλυπτε το μνήμα του πάλαι ποτέ αρχηγού της εκκλησίας που είχε έρθει λέει εκεί πέρα να τελειώσει ήσυχα τη ζωή του, προσπάθησα να τη διαβάσω, τα γράμματα έβγαιναν οι αριθμοί όμως με μπέρδευαν, δε μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς λέγανε, παιδευόμουν εκεί πέρα με το μυαλό μου όταν βγήκε στην ωραία πύλη ο παπάς να κοινωνήσει τον κόσμο που δε σπρώχνονταν και μούκανε εντύπωση, προχωρούσαν ήρεμα και ήσυχα ενώ τα μωρά δεν έκλαιγαν, δε φώναζαν σα να είχαν γαληνέψει κι αυτά απ’ το ειρηνικό περιβάλλον γύρω τους.

Ο Φώτης έδειχνε να ρεμβάζει αμέριμνος τους αγίους και τους μάρτυρες εγώ όμως βαριόμουν, ήθελα να δω το μοναστήρι σ’ όλη του την έκταση, με είχε φάει η περιέργεια, έτσι βγήκα στο προαύλιο σπρώχνοντας όσο γίνονταν πιο ελαφρά το ήσυχο πλήθος και πέρασα πάνω από ένα μικρό φράχτη που είχαν βάλει εκεί πέρα για να εμποδίζουν τους περιέργους ξένους που ήθελαν όλα να τα μαθαίνουν οι αθεόφοβοι! Καθώς προχωρούσα ανάμεσα σε χαλάσματα χάζευα τα ερείπια από κάτι τοίχους ξεχαρβαλωμένους που έπνεαν τα λοίσθια, όπως ήμουν απρόσεχτος ένιωσα ξαφνικά το σαθρό έδαφος να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια κι έπεσα ολόκληρος σε μια λακκούβα βαθιά. Κατατρόμαξα όχι τόσο για μένα όσο για τον κόσμο που ήταν μαζεμένος έξω από την εκκλησία και μπορεί να είχε ακούσει τον θόρυβο. Ο φράχτης βρισκόταν εκεί πέρα για να εμποδίζει κάθε ηλίθιο που θα μπορούσε να πάθει καμιά ζημιά, δεν ήθελε πολύ μυαλό για να το καταλάβεις, αν έτρεχαν όλοι να δουν τι είχε συμβεί ήταν σίγουρο ότι θα γινόμουν ρεζίλι. Ευτυχώς τίποτα δεν συνέβη, όλα συνέχισαν να είναι το ίδιο ήσυχα μόνο κάτι πουλάκια με πορτοκαλιά τραχηλιά φτεροκόπησαν από ένα δέντρο και χάθηκαν μακριά φοβισμένα. Βγήκα απ’ την λακκούβα, πέρασα πάλι το φράχτη κακήν κακώς κι απομακρύνθηκα με το πόδι μου να πονάει λίγο, δε με πείραζε ιδιαίτερα κατάλαβα όμως ότι έπρεπε να προσέχω εκεί πέρα γιατί το χώμα ήτα σάπιο κι όλα έμοιαζαν λίγο επικίνδυνα ειδικά μετά την φωτιά που είχε πιάσει πρόσφατα καίγοντας ένα σωρό χώρους, τα μαγειρεία, την τραπεζαρία, τους στάβλους, όλο το συγκρότημα είχε καεί κι έβλεπες παντού μαυρισμένα δοκάρια και τοίχους μισογκρεμισμένους, ένα κάρο λεφτά θα χρειαζόταν για να τα συντηρήσουν και να τα να στυλώσουν όλα εκείνα τα γκρεμίδια.


Πέρασα την πύλη με τις πελώριες σανίδες και βγήκα δεξιά του μοναστηριού όπου κυλούσε ένα ποταμάκι, νερά διάφανα περνούσαν πάνω από μια πλάκα αρχαία, τετράγωνη, και χύνονταν με θόρυβο σ’ ένα μικρό καταρράχτη. Ήθελα να δω το κτίσμα σ’ όλη την έκταση του κι έτσι προχώρησα δίπλα στο ρέμα, σ’ ένα μονοπάτι ανηφορικό ακολουθώντας το χοντρό καλώδιο που έφερνε ρεύμα στο μοναστήρι, έφτασα σ’ ένα σημείο από κει όμως δεν μπορούσα να δω ολόκληρο το κτίσμα, μόνο ένα αρχαίο γεφυράκι με καμάρες καλυμμένο από κλαδιά κισσού, οπότε γύρισα πίσω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κατέβηκα ένα δρομάκι τυλιγμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση και βρέθηκα σε μια λίμνη τεχνητή, βαθιά, όπου μαζεύονταν τα νερά, πλατάνια θεόρατα με ρίζες γιγάντιες είχαν φυτρώσει μες το ρέμα, ένα κράσπεδο ψηλό είχαν χτίσει για να μη πλησιάζει πολύ κοντά στον γκρεμό ο κόσμος, το βουνό από πάνω δασωμένο γεμάτο δέντρα, μια ομίχλη το σκέπαζε.

Ανέβηκα μια βαθμίδα φτιαγμένη από πέτρες τετράγωνες, ελιές αρχαίες που είχαν φυτευτεί εκεί κάποτε, πιο πέρα ένα εκκλησάκι μέσα στο οποίο ανάβλυζε άγιασμα όπως έλεγε μια επιγραφή, άνοιξα μια πορτούλα κι αντίκρισα τον εσωτερικό χώρο και μια πικρή πηγή με νερό που άχνιζε στη μέση του, πλησίασα και είδα ότι ήταν ζεστό σαν αυτό που βγαίνει από τα λουτρά, έβαλα το χέρι μου να το δοκιμάσω, η αίσθηση ήταν εξαιρετικά ευχάριστη. Σκαρφάλωσα ακόμα μια βαθμίδα πέτρινη και βρέθηκα σ’ ένα πλάτωμα με μια στρογγυλή μυλόπετρα στο κέντρο του, εκεί ήταν αυτό που έψαχνα!

Από κει μπορούσες ν’ ατενίσεις μ’ όλη σου την άνεση όλο το μοναστηριακό συγκρότημα, πραγματικά ήταν πολύ ωραίο, εντυπωσιακό, κυπαρίσσια αιωνόβια το πλαισίωναν, οι τοίχοι, το κάστρο, οι ξενώνες, το καμπαναριό, έμοιαζαν όλα μεγαλόπρεπα. Στάθηκα λίγο να θαυμάσω το εξαίσιο θέαμα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου όταν απ’ το πουθενά εμφανίστηκε ένας καλόγερος γερασμένος και χωρίς να με κοιτάξει, σα να μην υπήρχα καθόλου, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο κάποιου κομμένου δέντρου, έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα κομποσκοίνι κι άρχισε να μετρά τις χάντρες του μουρμουρίζοντας λόγια ακατάληπτα. Γύρω δεν υπήρχε κανένας και κανονικά θα έπρεπε να φοβάμαι όμως για κάποιον λόγο παράξενο ένιωθα άνετα στη μέση του πουθενά μ’ εκείνο τον μυστήριο καλόγερο. Με το που σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατά τη μεριά μου μια ανατριχίλα πέρασε από τη ραχοκοκαλιά μου , θε μου ήταν ολόιδιος με τον γέρο αυτοκράτορα που είχα δει στην είσοδο ζωγραφισμένο, μόνο που αυτός εδώ πέρα δεν ήταν ντυμένος με κανένα μανδύα γεμάτο πέτρες πολύτιμες, ούτε είχε στο κεφάλι κανένα στέμμα, ένα ράσο μόνο φορούσε τόσο παλιό που θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον εκατό χρονών!

Όταν άνοιξε το στόμα του ήμουν σίγουρος ότι θα άκουγα καμιά γλώσσα ακαταλαβίστικη, χαμένη στα βάθη του χρόνου με ήχους και λέξεις περίεργες, άγνωστες, μυστήριες, όμως τελικά μιλούσε κανονικά :
‘’Τέτοιο μοναστήρι δεν υπήρχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο…’’ είπε με μια φωνή που ήταν σα να ερχόταν από καμιά σπηλιά βαθιά ‘’…τόσο ωραίο ήτανε! Εδώ ζούσαν μοναχοί αμέτρητοι, δούλευαν όλη μέρα στα περιβόλια και στους μπαξέδες, επίσκοποι, δεσποτάδες κι άρχοντες ερχόταν εδώ κι άφηναν πλήθος νομίσματα χρυσά, τα κελάρια ήταν γεμάτα κρασί και λάδι , τα τέμπλα όλο στολίδια από τους καλύτερους μαστόρους φτιαγμένα, στην αγία τράπεζα δισκοπότηρα μαλαματένια κι υφάσματα χρυσοποίκιλτα. Κι ύστερα ήρθαν εκείνα τα κτήνη και δε σεβάστηκαν τίποτα, έβαλαν το χέρι τους το άτιμο πάνω στο ιερά σκεύη και στο άγιο βήμα και τ’ άρπαξαν, καταλήστεψαν τον τόπο, τα πήραν από δω όπου ανήκουν και τα πήγαν ένας θεός ξέρει σε ποιες τρύπες όπου είναι καταχωνιασμένα…’’


Απότομα σταμάτησε σα να είχε δει κάτι που εγώ δε μπορούσα να δω κι έφυγε αργά κατά το εκκλησάκι με το αγίασμα που ήταν τυλιγμένο στην ομίχλη ενώ εγώ απέμεινα εκεί πέρα να σκέφτομαι τι ήταν αυτό που είχα δει. Ασυναίσθητα χωρίς να σκέφτομαι τι κάνω τον ακολούθησα και μπήκα στο εκκλησάκι με το νερό που κόχλαζε βγάζοντας φυσαλίδες. Όπως ήμουν ζαλισμένος απ’ όσα είχα δει κι όσα είχα ακούσει έψαχνα το γέρο καλόγερο όταν αισθάνθηκα μια κίνηση από μια στοά σε μια μεριά της πηγής και τότε είδα να πετάγεται ξαφνικά μπροστά μου ένας γενειοφόρος με το σπαθί στο χέρι. Τα μάτια του γυάλιζαν και στα πόδια φορούσε κάτι περικνημίδες περίεργες, κατακόκκινες, που έφταναν μέχρι τα γόνατα κι είχαν κεντημένο έναν από έναν αετό χρυσαφένιο απάνω τους, πρόσεξα ότι κηλίδες αίματος διέτρεχαν όλο το μήκος των υποδημάτων του σα να είχε πατήσει μέσα σε αυλάκια γεμάτα αίμα, εκείνος σα να το κατάλαβε σήκωσε το σπαθί του έτοιμος να με κόψει κομματάκια, ύψωσε το γιγάντιο χέρι του για μια στιγμή κι ύστερα προτού το κατεβάσει έσβησε σαν αέρας, όλο αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή, μετά όλα χάθηκαν, έμεινε μόνο η άδεια εκκλησία με το αγίασμα που έβγαζε ατμούς , κι οι ξέθωρες ζωγραφιές στους τοίχους και τα εξαπτέρυγα και τα αναλόγια άδεια κι αυτά.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΚΩΔΩΝΙΣΚΟ

Η πάχνη που είχε πέσει το πρωί πάνω στα παρμπρίζ  του αυτοκινήτου του  έμοιαζε με λεπτό χιόνι, το αεράκι που φυσούσε δεν τον ενοχλούσε καθόλου και το τοπίο γύρω του έφτιαχνε τη διάθεση,  καθώς  έτρεχε ένιωθε τον κρύο αέρα να μπαίνει  στα πνευμόνια του και να καθαρίζει τον οργανισμό και το μυαλό του,  αισθάνονταν  μια φρεσκάδα πρωτόγνωρη  όπως τότε  που ήταν παιδί και  πήγαινε στο  σχολείο το πρωί με τη μητέρα του, προτιμούσε να τρέχει στο μικρό δάσος έξω απ’  την πόλη κάνοντας μια διαδρομή γύρω από ένα παλιό  νταμάρι, η άνοιξη  πλησίαζε πια και   μια αμυγδαλιά  ετοίμαζε  τα άσπρα μπουμπούκια της ενώ είχαν αναδυθεί  μερικοί βολβοί άγριοι  βγάζοντας λουλούδια  μαβιά και κίτρινα.

 Ήταν  Σάββατο, η αγαπημένη του μέρα, τα χαράματα που είχε ξυπνήσει  πολύ νωρίς βγήκε  στο μπαλκόνι να δει τον κεραμιδόγατο που πηδούσε από το διπλανό διαμέρισμα κι ερχόταν στο δικό του, δεν  άντεχε για πολύ  κλεισμένος μες το σπίτι, πιο πολύ με σκύλο έμοιαζε,  μια φορά μάλιστα είχε γκρεμιστεί κάτω,  ευτυχώς που δεν ήταν πολύ ψηλά.  Φόρεσε  τις φόρμες του και πήρε  το αμάξι του  την ώρα που  οι γριές πήγαιναν  στην εκκλησία κουβαλώντας πιατέλες σκεπασμένες μ’  ασημόχαρτο, οδήγησε με κατεύθυνση  την έξοδο από την πόλη  κατά το δάσος,   έτρεξε χαλαρά  για καμιά ώρα κι ύστερα  κατέβηκε όπως ήταν με τις φόρμες  στην πόλη, κάπου  στο κέντρο,  σε μια στοά όπου υπήρχε  ένα μαγειρείο,  ήθελε κάτι να  φάει.  Στην είσοδο της στοάς  άκουσε  καναρίνια να χαλούν τον κόσμο  πίσω από κάποιο παράθυρο,  ένιωθαν σίγουρα κι αυτά την  άνοιξη που πλησίαζε,  το γκαρσόνι τον έβαλε μέσα και κάθισε σε μια γωνιά. Ένα ζευγάρι από δίπλα του  έτρωγε σούπα,  η γυναίκα ήταν όμορφη,  μια μπλούζα κοντομάνικη φορούσε,  άλλοι τύποι μυστήριοι που ήξεραν το μαγειρείο κι ερχόντουσαν τακτικά  παράγγελναν  αν και ήταν  νωρίς  ακόμα,  κεφτεδάκια,  φασόλια, λαχανοντολμάδες και  βέβαια σούπες .  Μια μουσική έπαιζε κι από την  γυάλινη πόρτα μπορούσες να δεις  το απέναντι  εστιατόριο  όπου κάποιος  έριχνε ψάρια και καραβίδες πάνω στον άσπρο πάγο,  πολύ του άρεσε εκείνο το μέρος μέσα στη στοά,  μες το κρύο και  την υγρασία του χειμώνα  είχε μια ζέστη που σε τραβούσε.  Έριξε μια ματιά γύρω κι έπειτα  ζήτησε κι αυτός  μια σούπα όπως αυτή που είδε να τρώει το ζευγάρι, του φάνηκε τόσο νόστιμη που δεν χόρταινε,  μα πόσο πεινούσε! 

 Όπως έτρωγε  παρακολουθούσε όλη την ώρα   την γυναίκα με την κοντομάνικη μπλούζα,  ξένη σίγουρα,  έμοιαζε κάπως με  τη δικιά του γυναίκα που δε την έβλεπε πια κάτι που  δεν τον πείραζε και πολύ,  αυτό που  δεν μπορούσε ν’ αντέξει ήταν  να μη μπορεί να δει το παιδί του,  ευτυχώς είχε φτάσει το σαββατοκύριακο και θα το είχε  κοντά του. Το αγαπούσε πολύ,  όλη του η ζωή ήταν το μικρό του  κοριτσάκι,  μπορούσε να πεθάνει γι’ αυτό, του φαινόταν τόσο όμορφο,  τόσο καθαρό. Ήξερε βέβαια ότι είχε χάσει την αθωότητα του όπως συμβαίνει στα κορίτσια από μικρή ηλικία καθώς καταλαβαίνουν τον κόσμο πολύ γρηγορότερα απ’  ότι τ’ αγόρια, όμως όποτε έπαιζε μαζί του κι όποτε  του γελούσε ένιωθε ότι άξιζε που ζούσε, έβρισκε νόημα σ’ ότι έκανε, για αυτό το παιδί θα μπορούσε ν’  αντέξει οτιδήποτε,   ήθελε εκείνες οι ώρες να μη τελείωναν ποτέ. Είχε αλλάξει βέβαια,  είχε μεγαλώσει, άρχιζε να σκέφτεται σα γυναίκα, αυτή είναι η φύση των κοριτσιών και ήταν  τετραπέρατο ρε φίλε,  δε μπορούσες να το κοροϊδέψεις, αν του έλεγες ψέματα  αμέσως το καταλάβαινε και γυάλιζε το μάτι του,  τα έπιανε όλα στον αέρα με τη μία,  μιλάμε το μικρό ήταν έξυπνο σα διάβολος !

Όσο και να είχε ξεψαρώσει πάντως  οι άσπρες μπούκλες του ήταν πάντα ίδιες όπως τότε που είχανε πάει εκδρομή σε κάποιο  βουνό κι ανακάλυψαν ένα μικρό ελαφάκι  άκου τώρα  ιστορία: ένας θεός ήξερε που στο καλό είχε βρεθεί εκεί το ζωάκι και γιατί το είχαν αφήσει  οι γονείς του,  ήταν μικρούτσικο,  πανέμορφο με τις άσπρες βούλες   στην άκρη της ράχης του  αλλά  αγρίμι.  Κανείς δε μπορούσε  να το πλησιάσει,  έφευγε κάθε φορά  σα δαιμονισμένο τρεκλίζοντας  με τα λιγνά ποδαράκια του, δεν άφηνε κανέναν  να το αγγίξει  εκτός από τη μικρή βέβαια,  αυτή δεν είχε  πρόβλημα.  Μόνο αυτή δεχόταν το ελαφάκι σαν η οσμή της να του ήταν οικεία,  την άφηνε να το χαϊδεύει κι αυτή πάλι σα να το καταλάβαινε το καλούσε με τα δαχτυλάκια της να την ακολουθήσει καθώς περπατούσε γελώντας  κι έτρεχε πάνω στα ξερά φύλλα που είχαν πέσει στο χώμα, όλη η σκηνή ήταν  μαγική, ήταν  σα να έβλεπες  ζωντανό ένα παραμύθι να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του,  εκείνη την εικόνα δεν θα την ξεχνούσε  …

 Μετά το μαγειρείο πέρασε απ’  το  προποτζίδικο να παίξει ένα παιχνίδι, καμιά φορά έβρισκε εκεί πέρα  κανέναν  γνωστό να πουν καμιά κουβέντα,  μπαίνοντας  το πρώτο που αντίκρισε  ήταν  ένα πράσινο χαρτονόμισμα κάτω από ένα τραπέζι,  ένα εκατοστάευρο διπλωμένο στα δύο,  δεν κυκλοφορούσαν πολλά τέτοια στην πιάτσα πλέον  αλλά  ήταν σίγουρος χίλια τα εκατό  ότι δεν ήταν κανένα  απλό χαρτί.  Κι άλλη φορά είχε βρει χρήματα στο προποτζίδικο  και είχε το νου του πάντα,   τα τελευταία βράδια  όλο χρήματα έβλεπε στον ύπνο του κι αυτό λένε δεν είναι καλό σημάδι, άλλωστε δεν ήταν τυχαίο,  συνέχεια γύρω απ’  τα λεφτά γυρνούσε το μυαλό του.   Μπορεί να μη πίστευε σ’  αυτά   όμως  δε μπορούσες  να κάνεις τίποτα άμα  δεν τα είχες,   και δεν ήταν  μόνο η μικρή που του ζητούσε όλο  και κάτι διαφορετικό όποτε τον έβλεπε, όπως και νάχει τα λεφτά σου  δίνουν  άλλη αίσθηση,  άλλον αέρα,  δεν χρειάζεται να παρακαλάς  κανένα ηλίθιο, έχεις  την ησυχία σου, κάνεις ότι θέλεις, δε δίνεις λόγο σε κανέναν, είσαι άνετος ρε φίλε πως  να το κάνουμε τώρα, το γεγονός  μάλιστα ότι   έλειπε ένα χαρτονόμισμα απ’ το πορτοφόλι του και δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί που το είχε ξοδέψει  του είχε φανεί  μεγάλη  γρουσουζιά,  έτσι όταν  βρήκε εκείνο το κατοστάευρο  δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει, θα το έπαιρνε  ακόμα κι αν χρειαζόταν να το καταπιεί!

Έκανε ένα βήμα μπρος  και το πάτησε με το αθλητικό του παπούτσι   ενώ ταυτόχρονα έσκυβε τάχα να δέσει το κορδόνι  του και με μια γρήγορη κίνηση το έβαλε στην τσέπη της φόρμας του ‘’Μ’  αυτό και τ’ άλλα που έχω παίρνω το κινητό για τη μικρή!’’  έκανε τη σκέψη,  τον είχε φάει τον τελευταίο καιρό  κι άντε να της  πεις όχι. Δεν είχε προλάβει  να σηκωθεί όταν ένας άντρας μπήκε στο προποτζίδικο και ρώτησε  τον τύπο πίσω από τον πάγκο αν είχε βρει τίποτα χρήματα εκεί μέσα,  ο υπάλληλος  κούνησε τους ώμους εξηγώντας ότι δεν είχε  πάρει τίποτα το μάτι του όμως καθώς ο άνθρωπος που είχε  χάσει τα λεφτά, ένας  μεσήλικας  με μαλλί περίεργο,   ετοιμάζονταν να  φύγει  μια   ξανθιά  που βρίσκονταν κι αυτή πίσω απ’  τον πάγκο πετάχτηκε και φώναξε ‘’Ο Δ ήταν σκυμμένος πριν από λίγο στο πάτωμα,  μήπως είδε τίποτα;’’  Εκείνη τη στιγμή ήθελε να την πνίξει, να την βαρέσει στον τοίχο,  τι κάθαρμα ρε φίλε,   έκρυψε την ταραχή του και είπε οργισμένος  ‘’Είσαι καλά  κοπέλα μου,  το κορδόνι μου έδεσα μη μου λες βλακείες!’’ ενώ από μέσα του σκεφτόταν  ότι αν την πετύχαινε μοναχή κάπου  θα της  έδινε ένα χαστούκι να τον θυμάται.

Ευτυχώς αυτός με το περίεργο μαλλί,  φορούσε περουκίνι σίγουρα,  φαινόταν ήσυχος άνθρωπος και δεν επέμενε,φορούσε μια καμπαρντίανα μακριά,  έμοιαζε  καλοστεκούμενος οπότε δεν είχε και τύψεις  γιατί κανονικά η αντίδραση του τον είχε προδώσει ; Πήρε κάνα δυο δελτία κι έφυγε συγχυσμένος όμως όσο περνούσε η ώρα ένιωθε ευχαριστημένος, το πολύ -πολύ να μην ξαναπατούσε σ’ εκείνο το μαγαζί,  δόξα το θεό προποτζίδικα άνοιγαν κάθε μέρα λες κι όλος ο κόσμος κάτι είχε πάθει κι έτρεχε σαν παλαβός ν’  αγοράσει λαχεία κι άλλα χαρτάκι περίεργα. 

Με τα χρήματα που είχε στην τσέπη  του και το κατοστάευρο αγόρασε ένα κινητό σούπερ, γυαλιστερό κι απαστράπτον, μ’ ένα κάρο εφαρμογές και κόλπα περίεργα,  κάμερες, μεγκαπίξελ,  αισθητήρες, η μικρή θα το τσάκιζε αν κι έπρεπε νάχει το νου του γιατί τα παιδιά αποβλακώνονται εντελώς μ’ αυτές τις αηδίες. Κοντά στο σπίτι του που βρισκόταν ψηλά πάνω απ’  την πόλη,  υπήρχε ένα  μαγαζί με  ξηρούς  καρπούς,  αγόρασε φρούτα αποξηραμένα,  παπάγια κόκκινη από την Ταϊλάνδη,  ανανά κίτρινο από  την Κόστα Ρίκα,  μάνγκο,  πεπόνι και χουρμάδες  από χώρες εξωτικές, το κοριτσάκι  τρελαίνονταν για δαύτα. Την ώρα που έβγαινε από το κατάστημα  με τις χαρτοσακούλες στο χέρι  ο ήλιος  πέρα  μακριά  έδυε βγάζοντας  μια λάμψη σα να υπήρχε ένας προβολέας ή  σα να είχε  ανάψει μια φωτιά  πίσω απ’  τα βουνά που φώτιζε όλη την περιοχή απέναντι. Το σούρουπο έπεφτε αργά κι  ένα  κοπάδι από πουλιά που έκανε φασαρία είχε μαζευτεί  πάνω στις κορυφές των κλαδιών.

Όταν επιτέλους ήρθε το παιδί ήταν σαν ο χρόνος να σταμάτησε και δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο εκτός  απ’  την κόρη του,  όλη τη βδομάδα αυτό περίμενε,  της έδειξε πρώτα το κινητό κι η μικρή άρχισε να ξεφωνίζει και να χορεύει,  έπειτα της έδειξε τα αποξηραμένα,  πολύχρωμα φρούτα που είχε αγοράσει κι αυτή τα αράδιασε στο τραπέζι σα να ήταν χάντρες από κάποιο κόσμημα. Την πήρε στο μπαλκόνι να δουν την απόκοσμη λάμψη που έβγαζε ο ήλιος στη δύση του, ’Πάει τώρα  να κρυφτεί στη σπηλιά του…’’ της είπε ‘’…εκεί πίσω  έχει μια σπηλιά τεράστια όπου τον περιμένει η μάνα του να τον  πλύνει και να τον ταΐσει γιατί έχει διασχίσει όλη τη γη!’’ Έφτιαξαν ύστερα  μαζί ένα κέικ στην κουζίνα και κάθισαν μπροστά στο τζάμι του  φούρνου να δουν πως φουσκώνει, το παιδί πάντα ήθελε να βλέπει αυτή τη διαδικασία καθώς μεγάλωνε ο όγκος της ζύμης κι έπαιρνε ένα χρώμα καφετί γλυκό,  του φαινόταν κάτι εξωπραγματικό κι απίθανο, Έβγαλαν το κέικ που είχε γίνει πολύ νόστιμο  κι ετοίμασαν μια σοκολάτα να πιούν  ’’ Το ξέρεις…’’  της είπε καθώς της έδινε τη ζεστή φλιτζάνα  ‘’…ότι εκεί που βρήκαν πρώτη φορά  τη σοκολάτα   την έπιναν  παγωμένη,  ο βασιλιάς μάλιστα έστελνε έναν άντρα που  φορούσε έναν  σιδερένιο κωδωνίσκο,  κουδουνάκι δηλαδή,  και είχε αυτό το καθήκον και μόνο,  να φέρνει χιόνι παγωμένο  από την κορυφή του βουνού  μέσα σ’ ένα  δοχείο μεταλλικό  που δεν το άφηνε  να λιώσει.  Διέσχιζε  κοιλάδες και κάμπους ατέλειωτους μέχρι να φτάσει  ψηλά στις οροσειρές,  ταξίδευε  μέρα νύχτα δίχως σταματημό κι ο ήχος από το κουδουνάκι του ειδοποιούσε τον ‘’προστάτη των νυχτερινών οδοιπόρων’’ ένα πνεύμα καλό με τη μορφή του μαύρου πάνθηρα που τον φύλαγε από κάθε κακοτοπιά . Όταν γυρνούσε  πίσω στο παλάτι  έβαζε μια χούφτα χιόνι  στο κύπελο του βασιλιά που μόνο τότε  απολάμβανε τη σοκολάτα του όπως ήθελε…’’ η μικρή τον κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα...

Αργά το βράδυ την πήγε στο δωματιάκι της να κοιμηθεί, δεν τον άφηνε να φύγει αν δεν του έλεγε ώρα πολύ μέχρι να κουραστεί,  ιστορίες  για τον ήλιο και για κείνον τον  βασιλιά με την παγωμένη σοκολάτα έβαζε χιόνι μέσα στην κούπα του, το μικρό έκλεισε επιτέλους  τα μάτια του τη στιγμή ακριβώς που το  φεγγάρι έβγαινε  τεράστιο  και γυαλιστερό  μέσα από το δάσος των κεραιών που άπλωναν  τα πλοκάμια τους  πάνω από  τις πολυκατοικίες.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Ο ΒΟΡΙΝΟΣ ΠΕΡΠΑΤΗΤΗΣ

Σαν την ουρά κάποιου τεράστιου  κατακόκκινου δράκοντα έμοιαζε η γραμμή που άφηνε πίσω του το αεροπλάνο  καθώς υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στο στερέωμα,  θύμιζε τέρας από  παραμύθι κινέζικο που ίπταται,  αναδιπλώνεται κι ορμά με βία  στον αντίπαλο για  να τον καταπιεί μες το  πελώριο στόμα του. Το ανάπηρο παιδί  είχε μείνει αποσβωλομένο,  στη ζωή του δεν πρέπει να είχε ξαναδεί τέτοιο  θέαμα, η εικόνα ήταν φαντασμαγορική, δυο  άλλα αεροπλάνα  πετούσαν  οριζόντια γράφοντας μακριές πορτοκαλιές γραμμές στον  ορίζοντα ενώ  στο βάθος ο ήλιος κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από το ολοήμερο ταξίδι του έγερνε κατά τη δύση βάφοντας τις οροσειρές και τη θάλασσα μ’ ένα χρώμα μενεξελί. Ο αέρας μύριζε χόρτο καμένο από τις  καλαμιές που  είχαν βάλει φωτιά οι χωρικοί  πέρα μακριά κι απ’  την ανατολή  εμφανίστηκε  ένα σμήνος από μαυροπούλια που στροβιλίζονταν  αλλάζοντας  σχήμα σα να ήταν ένα κύμα ρευστό από μια ουσία μαγική.

 Ένιωσε μια αγαλλίαση να γεμίζει την ψυχή του επειδή είχε κάνει  χαρούμενο το παιδί με τα κομμένα χέρια.  Το είχε φέρει εκεί πέρα να δει το ηλιοβασίλεμα,  κανείς  δε νοιάζονταν γι’  αυτό και νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να διασκεδάσει  ο μικρός. Εδώ και καιρό τον είχαν στη δουλειά,  κοιμόταν στην αποθήκη,  σ’ ένα πατάρι κι έκανε το φύλακα.  Όταν ήταν  μωρό κάπου στη Ρουμανία η μητέρα του   το  είχε δώσει σ’ ένα ίδρυμα  σαν το είδε έτσι ανάπηρο και κατάλαβε ότι θα της ήτανε βάρος μια ζωή.  Κανείς δεν ήξερε πως είχε βρεθεί κατά κει πάντως  δε φαινόταν καλά τις τελευταίες μέρες, μια θλίψη είχε απλωθεί στο πρόσωπο του, το είδε έτσι, το λυπήθηκε και το πήρε μια βόλτα με το αμάξι, δε μπορούσε να καταλάβει πόσο βλαμμένη ήταν  η μάνα του που το παράτησε,  βέβαια οι χώρες εκεί πάνω στα βαλκάνια είναι  μυστήριες και καθυστερημένες, είχε ακούσει άλλωστε  ότι μερικές γυναίκες τις πιάνει ένα αίσθημα αποστροφής όταν γεννούν το δεύτερο ή το τρίτο παιδί τους και δεν θέλουν να το βλέπουν μπροστά τους…

 Από τότε που το είχε δει λυπημένο σκεφτόταν  τι θα μπορούσε να κάνει γι’  αυτό,  ήταν κι οι γιορτές που κάνουν πιο ευάλωτους τους ανθρώπους οπότε μπορούσε να νιώσει πως  αισθάνονταν ο μικρός .  Αυτός  πάλι δεν ένιωθε τίποτα, τα συναισθηματικά κι  αυτά του ήταν άγνωστα, κανείς δεν τον είχε δει ποτέ να κλαίει,  ήταν σα να είχε ένα επίστρωμα σκληρό πάνω από τα αισθήματα του που δεν το διαπερνούσε ούτε μελαγχολία,  ούτε στεναχώρια, ούτε θλίψη, ούτε τίποτα.  Βέβαια λυπόταν το ανάπηρο παιδί αλλά  από την άλλη με την τετράγωνη λογική του δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες,  τι της έπιανε ρε φίλε κι έδιωχναν έτσι τα παιδιά τους, είναι λέει κάτι κόλπα ψυχοσωματικά που έχουν να κάνουν με τις ορμόνες τους  όμως υποτίθεται ότι από τη  φύση τους  πρέπει να είναι στοργικές.  να αγαπούν τα παιδιά τους,  να θυσιάζονταν για αυτά. Ο Βασίλης -έτσι τον λέγανε - πάντως φαίνεται ότι είχε ατυχήσει, η μάνα του δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη στον κόσμο γι’ αυτό και είχε αναλάβει κατά κάποιο  τρόπο να το προστατέψει, του  έδινε συμβουλές μερικές φορές  να μη στενοχωριέται,  τον πότιζε και λίγο κρασί καμιά φορά για να ξεχνάει και το παιδί άρχιζε να γελά,  ένιωθε ότι έκανε κάποιο ψυχικό όποτε συνέβαινε  αυτό…

 Εκείνο το πρωινό καθώς είχε ξενυχτήσει  πήγε κάπως αργά στην αποθήκη,  το περασμένο  βράδυ  είχε βγει μια βόλτα με την γυναίκα του  στο κέντρο καθώς οι γιορτές δεν είχαν τελειώσει ακόμα, είχαν μείνει μέχρι αργά κι έφριξε όταν συνειδητοποίησε πόσο είχε αλλάξει η κατάσταση,  παντού τριγύρω  υπήρχαν ξένοι που χόρευαν κάτι χορούς αλλόκοτους ακούγοντας μουσική από ένα ανοιχτό αυτοκίνητο, τι είχε συμβεί ρε φίλε,  από πού είχαν μαζευτεί όλοι αυτοί που κατέκλυζαν  τη μεγάλη πλατεία, έμοιαζε σα να είχε μεταφερθεί εκεί πέρα ολόκληρη κάποια αραβική πρωτεύουσα.

 Με το που ξύπνησε νωρίς το πρωί άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να δει τι καιρό κάνει, έξω  επικρατούσε μια αποπνικτική μυρουδιά, είχε ακούσει ότι στην άκρη της πόλης, κάπου κοντά στο δάσος, ένας ρωσοπόντιος έκαιγε όλη τη νύχτα  λάστιχα  σ’ ένα βαρέλι για να ζεσταθεί, μια  βαριά  οσμή  είχε απλωθεί παντού,  έκλεισε βιαστικά την πόρτα και τη σφράγισε καλά. Πήγε στο μπάνιο και φόρεσε τις βαριές μπότες του, αυτές που  είχε βρει μια μέρα να κείτονται  δίπλα σ ένα κάδο. Τις είχε  δοκιμάσει στα πόδια του  και του φάνηκαν πολύ γερές έτσι  αποφάσισε να τις κρατήσει,  αργότερα του είπανε ότι τέτοιες  φορούν τα ΜΑΤ,  ήταν πολύ ενισχυμένες,  πολύ χοντρές,  μιλάμε δεν τις  περνούσε  τίποτα,  ούτε νερό, ούτε υγρασία  ούτε κρύο.  Ήταν λίγο παλιές  βέβαια αλλά έκαναν τη δουλειά τους, ήταν πολύ ευχαριστημένος μ’  αυτές ειδικά όποτε έβρεχε πλατσούριζε επίτηδες  μες τα νερά όλη την ώρα  για να τις δοκιμάσει ενώ  αναρωτιόταν  ποιος άραγε  τις είχε αφήσει δίπλα στον κάδο,  κανένας αστυνομικός σίγουρα…

 Βγαίνοντας έξω ένιωσε τον αέρα δροσερό στα πνευμόνια του, μάλλον θα είχε φυσήξει καθαρίζοντας την ατμόσφαιρα. Ο καιρός  έμοιαζε παγωμένος  βέβαια  ούτε που συγκρίνονταν με το κρύο που έκανε παλιά όπως είχε ακούσει απ’ τον  πατέρα  του,  ‘’Τέτοια εποχή γύρω στα Φώτα παντού υπήρχαν πάγοι και χιόνια όλο το διάστημα !’’ έλεγε συχνά  ο γέρος του ‘’Περπατούσαμε το πρωί κι ακούγαμε τα κρυσταλλάκια να σπάνε κάτω απ’ τα πόδια μας,  έριχνε και χιόνια πολλά τότε, ένα,  μέχρι και δυο μέτρα, τα σκέπαζε όλα!’ ’Όπως καβαλούσε το μηχανάκι του για να βγει στο δρόμο   είδε ένα νόμισμα κολλημένο βαθιά στην άσφαλτο που γυάλιζε κάτω απ’  το φως της κολώνας, εκείνη την ώρα πέρασε μια γυναίκα  που περπατούσε στα σκοτεινά με   τα τακούνια της να χτυπούν ρυθμικά στην άσφαλτο,  ασυναίσθητα γύρισε να δει κατά  το μέρος της  αλλά η γυναίκα  απομακρύνονταν βιαστικά σα να είχε καθυστερήσει, πρόλαβε να δει ότι κρατούσε στα χέρια της μια πιατέλα σκεπασμένη μ’ ασημόχαρτο,  όπως κοιτούσε την ράχη της διέκρινε  μια ρίγα από σίδερο που  κύκλωνε σα σπιρούνι  το  τακούνι απ’  τα μποτάκια της.

 Την είχε ξαναδεί εκείνη τη γυναίκα και προσπαθούσε να μαντέψει που πήγαινε τέτοια ώρα κάθε πρωί, κατηφορίζοντας με τη μηχανή του συλλογίζονταν μια τη γυναίκα,  μια τις παραγγελίες που είχε να δώσει. Κάθε μέρα επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα, έπαιρνε από την αποθήκη αναλώσιμα όπως αλουμινόχαρτα,  λαδόκολλες,  χαρτιά κουζίνας, ξυλαράκια  για σουβλάκια, ποτήρια πλαστικά κι αλλά τέτοια και τα μοίραζε στα φαγάδικα όλης σχεδόν της πόλης. Χειμώνα καλοκαίρι, με βροχές και καύσωνες  επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα  που για άλλους θα ήταν  απίστευτα βαρετή αλλά αυτουνού του άρεσε. Ήξερε όλη την  πιάτσα,  όλους τους ανθρώπους της αγοράς, όλα τα καλά  και τα κακά υποκείμενα   και δεν καταλάβαινε τίποτα γιατί  ήταν  δυνατός  πολύ,  είχε ένα χέρι τόσο  βαρύ που αν σε χτυπούσε στην πλάτη έτσι για πλάκα μπορούσε  να σε  σακατέψει! Στο στρατό δεν υπήρχε κανείς να τον νικήσει στο μπραντ ντε φερ,  μόνο ένας τύπος με μπράτσα γίγαντα τον κοντράριζε αλλά κι αυτός φοβόταν να βάλει χέρι μαζί του,  μερικές φορές παρέα  με κάτι άλλους παλαβούς  συναγωνίζονταν ποιος θα τρυπήσει με τη γροθιά του την γυψοσανίδα από κάτι παλιά ΤΟΛ,  τα είχαν διαλύσει τα καημένα τα σπιτάκια με τις γροθιές τους. Ένα φεγγάρι τον είχαν στείλει και σ’ ένα φυλάκιο κάπου στα βόρεια σύνορα,  σε μια κορυφογραμμή χιονισμένη που κοίταζε προς μια ξένη χώρα,  εκεί πάνω  είχε αφήσει φαβορίτες μακριές σα Βαυαρός καθώς ποτέ δεν ανέβαινε κανείς εκεί πέρα  να  τον  ελέγξει, πολύ του άρεσε εκεί πάνω παρέα με τα ζαρκάδια και τ’ αγριογούρουνα,  όταν κατέβηκε ξυρισμένος στο στρατόπεδο όλοι τον φωνάζανε  ‘’Ο Βορινός Περπατητής’’ κι αυτό το προσωνύμιο του είχε μείνει έκτοτε…

Σήκωσε τα στόρια και χαιρέτησε το Βασίλη, έστειλε το ανάπηρο παιδί  να του φέρει καφέ που τον κουβαλούσε σφηνώνοντας μια σακούλα ανάμεσα στο κεφάλι και στον ώμο του, παρήγγειλε καφέ  και για  το αφεντικό του, έναν τύπο φαλακρό εντελώς που φορούσε κάτι δαχτυλίδια με πέτρες χρωματιστές,  κόκκινες και πρασινωπές. Η ώρα είχε περάσει, κόσμος άρχισε να πηγαινοέρχεται στην αγορά, έπρεπε να βιαστεί, κατέβηκε αμέσως  στο υπόγειο με το μικρό ασανσέρ που είχαν στην πίσω  πλευρά του μαγαζιού,  να ετοιμάσει τις πρωινές παραγγελίες. Το συρματόσκοινο του ανελκυστήρα  έτριζε και πάντα το φοβόταν, όταν  κατέβαινε δε είχε θέμα αλλά όταν ανέβαινε τον έπιανε ένας μικρός πανικός κάθε φορά που το μηχάνημα  μπλοκάριζε και κατέβαινε απότομα  κάμποσα εκατοστά  μέχρι να τεντωθεί το σύρμα που είχε λασκάρει.

 Γυρίζοντας από την αποθήκη είδε ότι το αφεντικό του  με τα χρωματιστά δαχτυλίδια είχε έρθει και είχε και παρέα,  έναν  χοντρό,  εύσωμο τύπο  γκριζομάλλη που δεν τον είχε ξαναδεί,  οι δυο τους μιλούσαν καπνίζοντας ενώ μπροστά τους βρισκόταν ένα μπουκάλι ουίσκι σε χρώμα καφετί και δυο ποτήρια.  Σε μια φάση φώναξαν  τον ανάπηρο να πιει  μαζί τους κι άρχισαν να τον δουλεύουν έτσι για να διασκεδάσουν,  τους είχε φανεί  αστείο το θέαμα του παιδιού που προσπαθούσε να πιει σκύβοντας πάνω απ’  το ποτήρι και πιάνοντας το με το στόμα ενώ το ποτό ξεχείλιζε  δίπλα απ’  τα χείλη του λερώνοντας τα ρούχα του. Ο χοντρός που φαινόταν κάπως γλοιώδης, πέταξε και μια βρισιά για τη μάνα του,  το παιδί κατάλαβε κάτι αλλά δε μίλησε όμως ο χοντρός είχε πάρει φόρα,  είχε ανοίξει το στόμα του και πετούσε ότι νάναι ενώ ο άλλος με τα χρωματιστά δαχτυλίδια χαχάνιζε και το παιδί που είχε ζαλιστεί κι αυτό από το δυνατό  πιοτό χαμογελούσε αμήχανα,  ‘’Μη του βάζετε να πιει,  δεν το αντέχει!’’ τους φώναξε αλλά αυτοί απάντησαν κάτι σαν: ‘’Άσε μας από δω ρε χαμένε!’’ κι ο χοντρός πέταξε και κάτι του στυλ:’’ Τι σε νοιάζει εσένα  ρε φίλε,  κοίτα τη δουλειά σου!’’ Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του, ασυναίσθητα πλησίασε τον χοντρό που τον κοιτούσε ειρωνικά και προκλητικά,  τον έπιασε απ’  το γιακά  και τον ταρακούνησε τόσο δυνατά που ο άλλος άρχισε να βήχει σπαστικά σα να του κόπηκε η ανάσα,  παρόλο που πρέπει να ζύγιζε πάνω από εκατό κιλά  τον σήκωσε απ’  την καρέκλα με βία και τον έριξε στον τοίχο σα να ήταν πούπουλο ‘’Μη ξαναπειράξεις το μικρό!’’ του είπε μες τα μούτρα .

 Με το που σχόλασε πήρε το παιδί με το αυτοκίνητο και το πήγε κατά τη θάλασσα, σ’ ένα μέρος κοντά στις εκβολές κάποιου ποταμού όπου μαζεύονταν οι ψαράδες να πιάσουν καβούρια  και γοφάρια που  αφθονούσαν εκεί πέρα. Αεροπλάνα εμφανίζονταν απ’  όλες τις κατευθύνσεις και χαμήλωναν κατά το κοντινό αεροδρόμιο να προσγειωθούν,  μπορούσες να δεις τα γράμματα και τα σήματα που ήταν ζωγραφισμένα στο σώμα τους,  το ανάπηρο παιδί δε χόρταινε το θέαμα. Οι ψαράδες έβγαζαν μες τους κουβάδες τους κάτι καβούρια μεγάλα με ράχες πράσινες και κοιλιές άσπρες,  πιο κει σε μια λιμνοθάλασσα που σχηματίζονταν,  ερωδιοί και φλαμίνγο με τις ροζ φτερούγες τους έχωναν τους μακριούς λαιμούς τους στην άμμο σκαλίζοντας το βυθό,  το παιδί χάζευε μια τα πουλιά που τσαλαβουτούσαν, μια τους ψαράδες, μια το σμήνος που άλλαζε σχήματα,  μια τα αεροπλάνα που κατέβαιναν,  πιο πολύ  όμως καρφώνονταν σ’  εκείνες τις ουρές του δράκοντα πίσω απ’ τα αεροπλάνα που σκαρφάλωναν στον ουρανό σα να ήθελαν να φτάσουν μέχρι το θεό ψηλά,  να βγουν σε κόσμους άγνωστους πέρα από τα γήινα,  να χαθούν μακριά …  

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...