Πέμπτη 12 Μαΐου 2016


.

ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Στον Φώτη Β.

‘’Έλα μαζί μου, θα πάμε κάπου!’’ μου είπε ο Φώτης, μεσάνυχτα περασμένα ήτανε, τον είχαν ειδοποιήσει απ’ την Αθήνα, απ’ τα κεντρικά του συστήματος ασφάλειας, υπήρχε σήμα για εισβολή στο κατάστημα του συνεταιρισμού.

Ο Φώτης φοβόταν μήπως ήταν πάλι η συμμορία που είχε ρημάξει την επαρχία ολόκληρη, πριν από κάτι μήνες είχε εισβάλει στον συνεταιρισμό μ’ ένα φορτηγάκι γκρεμίζοντας και διαλύοντας την πύλη του αυλόγυρου, είχαν κλέψει τότε κάτι καραμπίνες κυνηγετικές κι ένα κάρο φυσίγγια σα να ετοίμαζαν πόλεμο, όταν πήγε η αστυνομία τα σημάδια τους υπήρχαν πάνω στην εσωτερική πόρτα που την είχαν γκρεμίσει κλοτσώντας και χτυπώντας την, θα πρέπει να ήταν γομάρια, θηρία αν έκρινες από τα αποτυπώματα που είχαν αφήσει.

Δεν ήθελε να είναι μόνος του, εκείνη τη βραδιά που τον είχαν ειδοποιήσει κατά τις τρεις τα ξημερώματα η συμμορία είχε μπουκάρει στο κτήριο του συνεταιρισμού, δεν είχε κανέναν μαζί του τότε , απ’ τα κεντρικά τον ειδοποιούσαν συνέχεια καθώς παρακολουθούσαν τις κινήσεις μέσα απ’ το κύκλωμα ασφαλείας ‘’ Κινούνται, τους βλέπουμε, έχουν μπει μέσα, κάντε γρήγορα !’’, ευτυχώς δεν είχαν βρει τα χρήματα και να σκεφτείς ότι τα είχε σ’ ένα απλό συρτάρι, ήταν τυχερός ! Τη νύχτα εκείνη η αστυνομικοί της περιοχής βρίσκονταν σ ένα πανηγύρι κάποιου χωριού εκεί κοντά και τρωγόπιναν, μέχρι να έρθουν είχε τελειώσει η υπόθεση, οι ληστές είχαν κάνει τη δουλειά του, ο Φώτης εκείνη τη νύχτα καθόταν σ ένα κλειστό βενζινάδικο που υπήρχε εκεί κοντά και περίμενε τους αστυνομικούς μυρίζοντας τις φλαμουριές που σκορπούσαν το άρωμα των ανθών τους στην ατμόσφαιρα, κοίταζε όλη την ώρα προς τις σκιές του αρχαίου κάστρου που δέσποζε στην περιοχή ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα αρχαία …

Το χωριό του ήταν κάποτε χτισμένο γύρω απ το κάστρο, κοντά σε μια λίμνη που αργότερα αποξηράνθηκε, ο τόπος γεμάτος καραβίδες ήταν τότε, τις έβλεπες να περπατούν τεράστιες κάτω απ’ τα καθαρά νερά στο βυθό κουνώντας τις κεραίες στο κεφάλι τους, τις βράζανε μέσα σε κατσαρόλες και σε καζάνια και τρώγανε το ψαχνό από μέσα τους, τα χέλια πάλι που υπήρχαν τα έψηναν στο φούρνο, πιτσιρικάς τότε ο Φώτης και πάντα λήξουρος, περίμενε τη γιαγιά του να τα βγάλει για να τα χλαπακιάσει, υπήρχε και δάσος παραδίπλα γεμάτο κυνήγι, ο πατέρας του κυνηγούσε τότε, ζαρκάδια, ελάφια, ενυδρίδες, αγριογούρουνα, απ’ όλα μπορούσες να χτυπήσεις, δεν είχαν πεινάσει ποτέ σ εκείνο το χωριό.

Όσο ζούσε η μάνα του ο Φώτης πήγαινε να την δει στο παλιό ετοιμόρροπο πατρικό του, περνούσε με το αμάξι μέσα από χωριά χτισμένα δίπλα σ΄ ένα ποτάμι με νερό που άφριζε, γραμμές σιδηροδρομικές διέσχιζαν την πεδιάδα, σταθμοί τρένων εγκαταλειμμένοι. Σαν ήταν παιδί έκανε αυτήν τη διαδρομή με τα πόδια, του άρεσε, είχε βάλει για ορόσημα μια πέτρα, ένα δέντρο ξεραμένο, ένα αυλάκι, δε φοβόταν καθόλου, μόνο σ ένα σημείο γεμάτο βάτα πυκνά και λεύκες θεόρατες τυλιγμένες από κισσό βαθυπράσινο, εκεί σφίγγονταν λιγάκι και βιάζονταν να προσπεράσει. Τον παλιό οικισμό όπου έμενε η μάνα του τον είχαν εγκαταλείψει για κάποιον λόγο όλοι οι κάτοικοι, στην είσοδο του χωριού δέσποζε το παλιό γκρεμισμένο κάστρο και κάτι χαλάσματα, μια φορά με είχε πάρει και μένα μαζί να το δούμε. Φαίνονταν εντυπωσιακό, ήθελα αμέσως να μάθω την ιστορία του, ποιος ξέρει πότε χτίστηκε, τι να γίνονταν τότε κατά κει, τι καβαλάρηδες είχαν περάσει από κει πέρα, ποιοι το είχαν πολιορκήσει, ποιοι το φρουρούσαν, πως ένοιωθαν κλεισμένοι εκεί μέσα με τους άλλους τους παλαβούς να αλαλάζουν όπως έκαναν επίθεση ! Στα χαλάσματα του κάστρου είχαμε πετύχει με το Φώτη κάποτε κι έναν λαγό μεγάλο σαν αρνί, πετάχτηκε απότομα μπροστά μας σα δαίμονας και μας κατατρόμαξε, ωραίο ήταν το μέρος εκείνο, δε μπορούσα να καταλάβω γιατί το είχαν αφήσει οι παλιοί και μετακινήθηκαν, ίσως γιατί έκανε πολλή ζέστη καθώς το χωριό ήταν χτισμένο σε μια κοιλάδα που έμοιαζε με χοάνη όπου εγκλωβίζονταν η θερμότητα απ’ τους καύσωνες του καλοκαιριού .


Το αμάξι μας γλιστρούσε στην σκοτεινή άσφαλτο, ο αέρας γύρω φυσούσε ευχάριστα, μου άρεσε όλη η φάση, πρόσεχα το Φώτη δίπλα μου το νευρικό του σώμα τραντάζονταν στις λακκούβες του επαρχιακοί δρόμου, κροτάλιζε συνέχεια τα δάχτυλα του ανήσυχος ενώ ατένιζε πέρα μακριά κατά το βουνό που υψώνονταν κατά κει, στο μυαλό του γυρνούσε όλη την ώρα εκείνη τη συμμορία που καταζητούνταν εδώ και καιρό, λέγανε ότι αποτελούνταν από περίπου δέκα άτομα, όλοι τους Έλληνες, είχαν το ορμητήριο τους κάπου στα ανατολικά της του νομού, στα χωριά κατά κει. Είχαν ανοίξει μπαρ, μαγαζιά, χρυσοχοεία, είχαν χτυπήσει χρηματαποστολές, αστυνομικά οχήματα, ότι μπορείς να φανταστείς, σε μια απόπειρα να ληστέψουν την τράπεζα μιας κωμόπολης είχαν πέσει και πυροβολισμοί, παραλίγο να τους τσακώσουν αλλά οι τύποι την είχαν κοπανήσει τη τελευταία στιγμή μ ένα αγροτικό, κάποιοι λέγανε ότι μπορεί να είχαν αλλάξει την έδρα τους κι εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της περιοχής όπου είχε μαζευτεί όλη η αφρόκρεμα κι όλα τα μούτρα του υποκόσμου εξαιτίας των νυχτερινών μαγαζιών που ανθούσαν εκεί τη δεκαετία του ογδόντα …
Είχα αρχίσει ν’ ανατριχιάζω μ αυτά που άκουγα, έκανε και κρύο, δε μου είχε ξανατύχει κάτι τέτοιο, ο Φώτης με καθησύχασε λέγοντας ότι αυτό ήταν συνηθισμένο, πολλές φορές ο συναγερμός ενεργοποιούνταν από κάτι παραμικρό, έναν σκύλο, κάποιο ζώο, έναν αέρα δυνατό, στην Αθήνα όπου υπήρχαν τα κεντρικά της παρακολούθησης δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι, απλά ενημέρωναν.

Πλησιάζαμε στο κτίριο της ένωσης,ένα κτίριο τσιμεντένιο ήταν με μεγάλη αυλή, έβρισκες εκεί πέρα εφόδια αγροτικά , λιπάσματα ζωοτροφές, λάδια, τέτοια πράγματα, ο Φώτης σήκωσε το δάχτυλο και μου έδειξε ένα αρχαίο μοναστήρι που ήταν χτισμένο ψηλά στο βουνό, όταν ήταν μικρός πήγαιναν στο μοναστήρι με το κάρο όταν είχε το πανηγύρι στην καρδιά του θέρους, άφηναν τα ζώα και τα κάρα στους πρόποδες του βουνού, κι από κει συνέχιζαν με τα πόδια, αργότερα η ΜΟΜΑ είχε φτιάξει δρόμο με άσφαλτο. Μια φορά, όταν ο αδερφός του ήταν μωρό, είχαν πάει στο μοναστήρι αργά το απόγευμα με τη μάνα του περπατώντας μέσα από μια χαράδρα όπου υπήρχε ένας κατσικόδρομος λιθόστρωτος στρωμένος με πέτρες που είχαν γίνει γυαλιστερές ύστερα από τόσες χιλιάδες πέλματα που πέρασαν από πάνω τους, καστανιές φορτωμένες αχινούς πράσινους φύτρωναν στα πλαϊνά του μονοπατιού, έφτασαν αργά στο μοναστήρι, ο καλόγερος που φύλαγε την είσοδο είχε κλείσει τις πύλες, τον παρακάλεσαν ν’ ανοίξει είχαν και μικρό παιδί μαζί τους, η μάνα του έβαλε τις φωνές που αντήχησαν μέσα στα λαγκάδια, ο καλόγερος είδε κι απόειδε, τελικά τους δέχτηκε, κοιμήθηκαν εκεί για το βράδυ ...

Η μάνα του δε καταλάβαινε τίποτα, πάντα έτσι ήτανε εκείνη, μπορούσε να τσαπίζει στα χωράφια ώρες ατελείωτες μοναχή της, ο άντρας της δούλευε σ άλλα χωράφια κι εκείνος μοναχός του, πολλές φορές κοιμόταν στο χώμα η μάνα του και το πρωί συνέχιζε, όταν ξεκινούσε μια δουλειά έπρεπε να την τελειώσει, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει στη μέση! Της άρεσε η ερημιά, μπορούσε να δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ στην ερημιά, στη μέση του πουθενά, δε την πείραζε, καμιά φορά έπαιρνε και τη μικρή της παιδιά έτσι για παρέα, το μόνο που φοβόταν ήταν τα φίδια που εμφανίζονταν σερνάμενα κατά καιρούς μέσα απ’ τους θάμνους και την έκαναν ν’ ανατριχιάζει. Είχε πεθάνει πια η μάνα του και το πατρικό του Φώτη ρήμαζε καθώς δεν τα είχαν βρει στη μοιρασιά τ αδέρφια, συχνά πήγαινε να δει την ξαδέλφη του τη Σ περνώντας από ένα γεφυράκι απ’ όπου είχε σαβουρντηχτεί όταν ήταν μικρός και μάθαινε ποδήλατο. Σ’ ένα σπίτι μονώροφο έμενε η Σ με τον συνταξιούχο άντρα της, το είχαν επισκευάσει, το είχαν καημό εκείνο το σπιτάκι, όταν έφτιαχναν τη στέγη είχε πιάσει ένα χαλάζι που ρήμαξε τα σπαρτά σε μια ζώνη μερικών χιλιομέτρων, ξαφνικά είχε γκρεμιστεί όλη η οροφή της κουζίνας σκάζοντας με πάταγο στο πάτωμα, μόλις την τελευταία στιγμή είχε προλάβει να βγει η ξαδέρφη του από το δωμάτιο. Κάτι έπιπλα παλιά είχαν σκαλίσει, πολύ όμορφο το είχαν φτιάξει διορθώνοντας την καλαμοσκεπή που την έφτιαχναν κάποτε με λάσπη και καλάμια κι ήταν λέει πολύ γερή. Στο προαύλιο είχαν φυτέψει γκαζόν κι έναν φράχτη από δεντρολίβανα, ήταν μερακλής πολύ ο άντρας της ξαδέρφης του, κάτι κεντήματα παλιά με κλωστή χοντρή στους τοίχους κορνιζαρισμένα είχανε βάλει, όποτε πήγαινε τον κερνούσαν γλυκό του κουταλιού, λικέρ από κράνα κι ένα άλλο γλυκό που δεν θυμόταν τ όνομα του, καθόταν στην αυλή χαζεύοντας τις γριές που είχαν απομείνει απ το χωριό, η ξαδέρφη τους έκανε τις ενέσεις, έδινε τα φάρμακα, τις φρόντιζε, έτσι περνούσε την ώρα της...

Όταν φτάσαμε στον συνεταιρισμό η πύλη της εισόδου φαίνονταν παραβιασμένη, ο Φώτης μου έκανε νόημα να μη μιλώ, γενικά φαίνονταν τύπος χαλαρός κι άνετος όμως εκείνη τη στιγμή έβγαζε ένα άλλον εαυτό, απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που έκανε σαν αρπακτικό που εντοπίζει τη λεία του, δεν έμοιαζε να φοβάται, τον εξίταρε όλο και περισσότερο αυτό το παιχνίδι. Περπατήσαμε λίγο, μου έκανε νόημα να περιμένω, άνοιξε μαλακά την εξώπορτα και μπήκε μέσα στην αποθήκη, δε μου είπε τι να κάνω κι εγώ θα έσκαγα αν δεν έμπαινα μέσα να δω τι γίνεται, παρακολουθούσα τη σκιά του να προχωρά σιγά σίγα και να πλησιάζει έναν άλλον ίσκιο, ξαφνικά τον άρπαξε απ’ το λαιμό, τον έσυρε και και τον χτύπησε στον τοίχο κρατώντας σφιχτά το κεφάλι του, ο άλλος τά ‘ χασε, άρχισε να φωνάζει σε μια γλώσσα άγνωστη, ο Φώτης τον κρατούσε σαν αγρίμι, σκεφτόμουν ότι έκανε βλακεία που δεν περίμενε την αστυνομία, τον άκουγα που βαριανάσαινε αλλά έμοιαζε ότι δεν θα άφηνε με τίποτα να του ξεφύγει ο άλλος ‘’Πάρε την αστυνομία!’’ γρύλισε.

Τηλεφώνησα, περιμέναμε, ο άλλος τα είχε παίξει, είχε παραδοθεί, δε φαίνονταν και πολύ γενναίος, ήρθαν οι αστυνόμοι, ‘’Τι έγινε ρε Φώτη, πάλι κάποιον έπιασες!’’ χαχάνισαν και πέρασαν χειροπέδες στον ξένο, βγήκαμε έξω, τον έσυραν στο περιπολικό σπρώχνοντας το κεφάλι του καθώς τον έχωναν στο όχημα, ο Φώτης έμοιαζε ικανοποιημένος, ένα αεράκι δροσερό φυσούσε κάνοντας τις φλαμουριές να σείονται, ψηλά στον παλιό οικισμό το κάστρο δέσποζε περήφανα σ όλο το χώρο προτείνοντας τις χαλασμένες πολεμίστρες του σα να διαλαλούσε ότι θα συνέχιζε να υπάρχει για άλλα χίλια τόσα χρόνια, αστραπές ξεθυμασμένες αυλάκωναν τον ουρανό κατά το μοναστήρι, προς την ανατολή έμοιαζε να χαράζει...

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ

Καθώς μπαίνει η άνοιξη η γύρη που πλανιέται παντού στον αέρα κάνει τα μάτια να δακρύζουν ασταμάτητα, οι γυναίκες έχουν νεύρα όπως ανεβοκατεβαίνουν τα ορμονικά τους, όλοι μια ανάσα επειγόντως χρειάζονται, Η Χρύσα λέει ότι θα πάει στη Χαβάη, πέντε ώρες με το αεροπλάνο απ’ την Καλιφόρνια όπου βρίσκεται είναι, μέχρι να φτάσεις στη μέση του Ειρηνικού πρέπει να διασχίσεις μια απόσταση απίστευτη πάνω από νερό ατελείωτο που σκεπάζει την υδρόγειο !

Δεν ήθελε να πάει στη Χαβάη, μανία την έχει πιάσει να πάει στη Κούβα, γιατί όλοι έχουν σαλτάρει να πάνε εκεί πέρα δε καταλαβαίνω, ο Αργύρης πήγε στην Κέρκυρα, πιο κοντά προτίμησε αυτός, αλλά σακατεύτηκε, όταν τον είδα ήταν ψόφιος απ την κούραση, ένας φίλος μου λέει ότι πέρσι που πήγε στη Σκύρο ήταν πολύ ωραία, πράσινο νησί, εξοχή υπέροχη, εκκλησιές ασβεστωμένες, αγριολούλουδα του Αιγαίου παντού, πολύ θα ήθελε να πάει και φέτος! Ο Γιάννης πάλι που πήγε στη Χίο τη περασμένη χρονιά τρελάθηκε με τα πυροτεχνήματα και τον πόλεμο που γίνεται εκεί πέρα, καθόταν με την κόρη του σ ένα ύψωμα και τα χάζευε όπως γάζωναν μεγαλόπρεπα τον ουρανό απ όλες τις μεριές, το βράδυ είχαν κοιμηθεί σ ένα σπίτι σα κάστρο παλιό, με πύργο δικό του, πολεμίστρες, περάσματα υπόγεια, κελάρια, σκάλες και μια τάφρο παρακαλώ, η μικρή είχε τρελαθεί ! Ο Γιώργος θα πάει λέει στην Αγία Τριάδα, στο εξοχικό, με τα εγγόνια του και τον μπατζανάκη του να ψήσουν, μια χρονιά λέει τους πήρε ο ύπνος, αφαιρέθηκαν, μιλούσαν, βλακείες έκαναν και το κάψανε το αρνί , έτρεχαν ύστερα στη Μηχανιώνα ν’ αγοράσουν ψάρια να τα ψήσουν γιατί είχαν σαλτάρει απ τη πείνα χρονιάρα μέρα που ήτανε! O κυρ Γιάννης θα την κάνει κατά Νάουσα μεριά, στο κτήμα του το τεράστιο όπου τα νερά ξεχειλίζουν αφρίζοντας τώρα με την άνοιξη κι η βλάστηση είναι οργιώδης, οι μηλιές είναι έτοιμες να μπουμπουκιάσουν, όλα είναι χαρά θεού, πεθαίνει για κείνο το μέρος ! Α ναι, είναι κι ο Λάκης, αυτός θα πάει κατά τη Δράμα, σ ένα χωριό κοντά στο φράγμα του Θησαυρού απ’ όπου περνά ο Νέστος, είναι τέλεια λέει εκεί πέρα, μπορείς να βγεις και να μαζέψεις φράουλες άγριες μικρούτσικες που είναι γλυκές πολύ και μοσχοβολούν τέτοια εποχή, αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις και καμιά αρκούδα απ’ αυτές που έχουν ξυπνήσει ύστερα απ’ τον χειμωνιάτικο ύπνο τους. Όλοι θέλουν να φύγουν, η Γ λέει ότι βαρέθηκε κάθε Πάσχα να μαγειρεύει, να ετοιμάζει τραπέζια και φαγιά για τους δικούς της κι ύστερα να ξεσκίζεται στο πλύσιμο και στο καθάρισμα, φέτος δε θέλει να κάνει τίποτα απ αυτά, θα τους στείλει όλους στο διάβολο! Ο Φ πάλι δε ξέρει που να πάει τέτοιες μέρες, η αδερφή του δεν τον θέλει, η γκόμενα του τον έδιωξε, θα έρθει το παιδί της να το φιλοξενήσει, τον έχουν παρατήσει όλοι, δε ξέρει τι να κάνει, τέτοιος ανάποδος που είναι βέβαια τι περίμενε!

‘’Δε διαβάζουμε εφημερίδα όταν δουλεύουμε!’’ γρύλλισε το αφεντικό αλλά εγώ ήθελα λίγο ακόμα να τελειώσω, κάτι μ’ είχε πιάσει και μένα με το που ένιωσα την άνοιξη, μια εφημερίδα έπρεπε να διαβάσω, ένα άρθρο, κάνα βιβλίο ζόρικο να χαθώ μέσα του, να εστιάσω, να ξεστραβωθώ, να χαθώ! Ήθελα να το δω εκείνο το άρθρο, να το σκανάρω, να το ρουφήξω, το τελείωνα ρε φίλε, λίγο ακόμα ήθελα, δε θα χαλούσε ο κόσμος!

Ήμουνα κουρασμένος, είχα αρχίσει να βαριέμαι, δε θα άντεχα, ήθελα κι εγώ να φύγω για κάπου, όπου να ναι, να βγω έξω απ τη πόλη λίγο, να δω τι γίνεται πιο πέρα, να χαλαρώσω, ή έστω να καθίσω ένα πρωινό σπίτι, να μη χρειαστεί να σηκωθώ τρέχοντας σα τρελός απ τα χαράματα στον ΟΑΕΔ, στον ΟΑΕΕ, στον λογιστή! Είχα βαρεθεί αλλά δε γίνονταν, έτρεχα σα τρελός, όλοι νομίζουν ότι έχεις ενέργεια άφθονη, η ψυχή σου μονάχα το ξέρει πως έχεις στραγγίσει σχεδόν, ευτυχώς οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν, όμως δίχως να το αντιληφθείς έρχεται καλοκαίρι και θα βαράμε μύγες, δεν θα υπάρχει σάλιο, δε μπορείς να καθίσεις τώρα! Δε μπορούσα να καθίσω, έτρεχα στις υπηρεσίες, στα σκαλοπάτια του ΙΚΑ μια γυναίκα κοιμόταν πεθαμένη απ’ την κούραση, πιτσιρικάδες αναμαλλιασμένοι και γκόμενες με τακούνια ψηλά έβγαιναν απ’ τα στενά γύρω απ τη Βαλαωρίτου. Τον Γιάννη είχα δει μια στιγμή μοναχό του σε μια πλατεία, περιοδικά του δρόμου πουλούσε φορώντας ένα γιλέκο κόκκινο, μια φιγούρα μοναχική στη μέση του πουθενά, έχει γίνει ροδαλός από τότε που έκοψε το πιοτό, ο Τάσος περίμενε το λεωφορείο στην άδεια Εγνατία, ένα λουκούμι με ινδοκάρυδο έβγαλε από μια χαρτοσακούλα και με κέρασε ...

Λίγο υπομονή ακόμα έπρεπε να κάνω αλλά και πάλι δεν ήμουν σίγουρος, δεν τη πάλευα, παλιά που ήμουν μοναχός ήταν πιο δύσκολο βέβαια, κι η Β μου λέει ότι το ίδιο ένιωθε όλα αυτά τα χρόνια, άκου να δεις, νόμιζα ότι ήμουν ο μόνος που είχε πρόβλημα, τώρα που είμαστε μαζί ο χρόνος περνά πιο εύκολα τις μέρες γύρω απ το Πάσχα, δεν το είχα σκεφτεί αυτό πρωτύτερα…

Όπως μπαίνει η άνοιξη αναρριχόμενα σε χρώματα μαβιά ελίσσονται ανάμεσα σε πλατάνια εκεί γύρω απ τους δρόμους της Καλαμαριάς, κοπάδια από κοράκια μαζεύονται τα πρωινά στην πλατεία Αριστοτέλους σα να αποχαιρετούν τα λεωφορεία που ετοιμάζονται για εκδρομές, άνθρωποι με σακίδια και ρούχα ελαφρά μαζεύονται, όλοι κάπου θέλουν να πάνε, να φύγουν από δω για λίγο έστω! Όπως μπαίνει η άνοιξη και πλησιάζει το Πάσχα όλοι κοντομάνικα έχουν αρχίσει να φορούν, ο αέρας ανεμίζει τα σκισμένα παντελόνια των πιτσιρικάδων, λαμπάδες κόκκινες και ροζ πουλούν στα μαγαζιά, ντάλιες κι έρωτες αγοράζουν στ’ ανθοπωλεία, φορτηγά με καρότσες ανοιχτές πουλούν πορτοκάλια και λεμόνια απ’ την Άρτα, στις ταβέρνες οι γυναίκες κόβουν ροδέλες από καλαμάρια, γέροι μετρούν τα ψιλά τους προτού πληρώσουν… Στις στάσεις άνθρωποι χαζεύουν τα κρεμασμένα πρωτοσέλιδα, μπουγάτσες και τυρόπιττες πουλούν στη γωνία της Αντιγονιδών, στα βενζινάδικα Πακιστανοί σέρνουν αντλίες, γυαλίζουν τζάμια, γυναίκες βάφουν τα χείλια τους μπροστά στα καθρεφτάκια. Στον άγιο Δημήτριο μάρμαρα λευκά, καντήλες ασημένιες, αγρυπνίες, τουρίστες βγάζουν φωτογραφίες, χάνονται στις κατακόμβες , ένας παππάς με άμφια άσπρα γεμάτα από ανάγλυφα σταφύλια και κλήματα, οι γριές έρχονται το πρωί κρατώντας κεριά, η Ε πήγε μια μέρα να εξομολογηθεί, κόσμος γεμάτος αμαρτίες, πνιγμένος στη μεταμέλειες είχε μαζευτεί, η Ε περίμενε ώρα στο σκοτεινά πίσω από ένα στασίδι ξύλινο χαζεύοντας τις χρωματιστές δέσμες φωτός που έμπαιναν απ ΄ τα πράσινα και τα πορτοκαλιά τζαμάκια,...

Τι Πασχαλιές έχω περάσει κι εγώ, τι ζόρικη γιορτή ρε φίλε, άμα με δεις σε κάτι φωτογραφίες είμαι μες τα νεύρα, οι άλλοι τρώνε αρνιά και κατσίκια κι εγώ μοιάζω τσατισμένος, σκασμένος, χαμένος στον κόσμο μου, δε θέλω να τα θυμάμαι, πολύ ζόρικες τούτες οι μέρες, ζόρικη γιορτή το Πάσχα όπως και να χει…

Πιο παλιά βέβαια που θυμάμαι ήταν ωραία, ένας επιτάφιος περνούσε απ’ το στενό που υπήρχε πίσω απ το σπίτι μας, νύχτα ήτανε, όλη τη μεγάλη βδομάδα πηγαίναμε επίσκεψη σε μια θεία μου που είχε σπίτι μέσα σ ένα ρέμα, απ το μπαλκόνι έβλεπες δέντρα τεράστια, βλάστηση πυκνή, σα ζούγκλα ήτανε! Στην κουζίνα τη μικρή καθόμασταν, ένα πιάτο φαΐ μου έφερνε η θεία μου, για κάποιο λόγο μου άρεσε πολύ εκεί πέρα, την αγαπούσα εκείνη τη θεία, πάει τώρα, πέθανε. Μια φορά με είχε πάρει στο χωράφι της να τσαπίσουμε κάτι μπαμπάκια, έναν δρόμο πλακόστρωτο είχαμε περάσει περπατώντας πάνω σε πέτρες σκαμμένες από πέταλα αλόγων και πέλματα ανθρώπινα, γύρω οι θάμνοι φύλλωναν, αηδόνια κι άλλα πουλιά έμοιαζαν να ξελαρυγγιάζονται, φώναζαν, τραγουδούσαν, τα έδιναν όλα! Οι μπαξέδες γέμιζαν μαρουλάκια, κρεμμύδια, χορτάρια που ψήλωναν σα παλαβά κάθε μέρα, μέλισσες βούιζαν πάνω από λουλούδια κίτρινα, μαργαρίτες, παπαρούνες, χαμομήλια παντού τριγύρω, πασχαλιές λευκές κι αχλαδιές με μεγάλα άσπρα άνθη, στις πλαγιές του βουνού πλατώματα γεμάτα γρασίδι και κρόκους χρωματιστούς, ο αέρας μύριζε τριφύλλι φρεσκοκομμένο όλα έμοιαζαν να προαναγγέλλουν το καλοκαίρι που έρχονταν ….

Κι ύστερα έπρεπε να πάω στο σχολείο να υψώσω τη σημαία που μου είχε δώσει ο δάσκαλος να κρατώ στο σπίτι, είχα και κλειδί, άνοιγα τη πόρτα και πήγαινα κατευθείαν στο χημικό εργαστήριο με τους γυάλινους δοκιμαστικούς σωλήνες και τ’ άλλα αντικείμενα που μου φαίνονταν μαγικά , καθόμουν εκεί μέσα και χάζευα τους κρυστάλλινους ρόμβους, τις σφαίρες, τους κώνους, τις πυραμίδες, τα παραλληλόγραμμα, τους κυλίνδρους κι όλα τ’ άλλα τρισδιάστατα σχήματα που υπήρχαν σε μια βιτρίνα, το φως που έμπαινε απ το παράθυρο έμοιαζε να διαλύει τους όγκους και τα περιγράμματα, να τα αποσυνθέτει, να τα εξαϋλώνει, να αλλάζει τα σχήματα, να τα μεταμορφώνει, λεπτές ακτίνες έμπαιναν απ’ όλες τις γωνιές και διαθλούνταν λυγίζοντας καθώς περνούσαν μέσα απ’ τα πρίσματα κι ήταν σα να λύγιζαν, σα να κάμπτονταν και να κυρτώνονταν, σα να έσπαγαν, έξω η σημαία ανέμιζε, πράσινα σφεντάμια φαίνονταν απ το παράθυρο, νερό έτρεχε σ ένα αυλάκι…

Το βράδυ της Ανάστασης Πηγαίναμε στην εκκλησία μαζί μ εκείνη τη θεία μου, καμπάνες χτυπούσαν, εικόνες βυζαντινές πάνω σε προσκυνητάρια, στην οροφή ζωγραφισμένος ο αρχάγγελος Μιχαήλ με τη σπάθα του, ο δίκαιος Μελχισεδέκ με την άσπρη γενειάδα του κάτι περγαμηνές με γράμματα παράξενα άπλωνε. Τα μεσάνυχτα στην αυλή της εκκλησίας, κάτω από ένα σκοτεινό κυπαρίσσι άρχιζαν να πετούν πυροτεχνήματα που έσκαγαν με πάταγο και με τρόμαζαν, μια χρονιά κάποιος είχε πετάξει δυο φωτοβολίδες κανονικές, όλοι σήκωσαν τα κεφάλια να δουν τα φλεγόμενα βέλη που διέγραψαν ένα ζευγάρι από κυκλικές τροχιές ψηλά στο στερέωμα κ ύστερα έσκασαν στον ουρανό σκορπίζοντας γύρω έναν ωκεανό από σπίθες.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

TO BOYNO TOY ΧΛΩΜΟΥ ΣΜΑΡΑΓΔΙΟΥ

Θα είσαι το μάτι μου εδώ μέσα,  γι αυτό σε πληρώνω,  κατάλαβες, θα παρακολουθείς τι γίνεται και θα μου τα αναφέρεις όλα !’’ μου είπε κι αυτό βέβαια σήμαινε ότι θα γινόμουν απλά το καρφί του, θα του έλεγα χαρτί και καλαμάρι ότι έκανε ο γέρος που δούλευε εκεί μέσα μια ζωή περιμένοντας κάνα δυο χρόνια ώσπου να βγει στη σύνταξη.

Τον είχα δει πολλές φορές να προσβάλει το γέρο μπροστά στο κόσμο, να τον ταπεινώνει, να τον πατά, με απλά λόγια αυτό λέγεται σαδισμός, τον διασκέδαζε, απολάμβανε να σε δαγκώνει όταν ήσουν χαλαρός, του άρεσε να σε πονά τέτοιες στιγμές ανύποπτες, μου το είχε πει άλλωστε μια φορά όταν ήμασταν οι δυο μας ‘’ Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηδονή απ’ αυτή!,  ’’ήταν ένα συναίσθημα σκληρό, κάπως σιχαμερό βέβαια και βρώμικο, αλλά αυτό ακριβώς του άρεσε.

Δε μπορούσες να βρεις άκρη μαζί του, ήταν εντελώς αλλοπρόσαλλος, εμένα πάντως για κάποιο λόγο με κρατούσε παρ όλο που είχαμε σκοτωθεί άπειρες φορές, πάντα βέβαια αναρωτιόμουν τί με ήθελε  εκεί πέρα, ίσως χρειαζόταν κάποιον να του τα λέει, να του τα χώνει, να του υπενθυμίζει ποιος ήταν και τι έκανε, ίσως φοβόταν κι ο ίδιος τον εαυτό του. Του άρεσε να μου αναθέτει δουλειές ασήμαντες, κάπως υποτιμητικές,  πίστευε ότι έτσι δε θα έπαιρνα αέρα όμως εμένα ούτε που μ ένοιαζε, το διασκέδαζα όλο αυτό,'' Άστον το βλάκα να κάνει ότι θέλει!'' σκεφτόμουν.  Δε ξέρω γιατί αλλά σε όλους εκεί μέσα είχε σχηματιστεί η εντύπωση ότι ήμουν το τσιράκι του, όλοι νόμιζαν ότι είχα κάποια σχέση ιδιαίτερη με τον τύπο κι εγώ δεν έκανα τίποτα να τους αλλάξω γνώμη, ‘’Άστους να πιστεύουν ότι θέλουνε!'' έλεγα μέσα μου και προσπαθούσα να περνώ απαρατήρητος όσο γίνονταν. 

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι είχα επιβιώσει σε μια δύσκολη συγκυρία χάρη σ αυτόν, να τα λέμε όλα, απ’ την άλλη βέβαια ήταν πολύ επικίνδυνο όλο αυτό κι έπρεπε να φυλάγεσαι, δεν ήξερες από που θα σού ρθει. Κάθε φορά που ήμασταν μόνοι μαζί ένα άγχος φοβερό μ έπιανε, τα νεύρα μου τεντώνονταν όσο δε πήγαινε, έπρεπε να είμαι έτοιμος για όλα. Χρειαζόταν υπομονή αυτό όμως δεν αρκούσε, κάποιες φορές έπρεπε να του τα χώνεις στα ίσια με κίνδυνο να σε σουτάρει, ποτέ δε μπορούσες να είσαι σίγουρος. Η βασική προϋπόθεση επιβίωσης μαζί του ήταν το χοντρό πετσί, για ν’ αντέξεις έπρεπε να μη σε διαπερνούν τα συναισθήματα, να μην είσαι λεπτεπίλεπτος, μ άλλα λόγια να είσαι λίγο αναίσθητος, έτσι συμβαίνει σ αυτή τη ζωή φίλε μου!

Εκείνη τη μέρα ήταν αργία όμως δεν είχε πρόβλημα να μ’ αγγαρέψει, είχε αρρωστήσει το στομάχι του πονούσε για μέρες και μ’ είχε στείλει ν’ αγοράσω ρόδια που κάνουν λέει καλό σ αυτές τις περιπτώσεις επειδή έχουν ιδιότητες αντιοξειδωτικές, ξινά μου παρήγγειλε ότι έπρεπε να είναι γιατί αυτά λέει έχουν περισσότερες ουσίες,  ''Υπάρχει ένας ρωσοπόντιος που φέρνει τέτοια πράγματα και δε κλείνει ποτέ, ‘’Θα τον βρεις εσύ!’’ μου παρήγγειλε. Ξεκίνησα κι εγώ να τον βρω, βροχή έπεφτε με το τουλούμι, έψαχνα μαγαζιά ανοιχτά στο κέντρο,  στο Βαρδάρη,  στις Συκιές,  στα Κάστρα, εκεί ψηλά,  ανάμεσα στα κατηφορικά σοκάκια, νερό κυλούσε φτιάχνοντας μικρά ποτάμια που έτρεχαν  δίπλα από σπίτια  παλιά, γύρω χαλάσματα, κεραίες δορυφορικές, φυτά αναρριχώμενα γεμάτα λουλούδια κίτρινα, έβρεχε ασταμάτητα, η κουκούλα μου είχε γίνει μούσκεμα, τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μουλιάζουν, ομίχλη πολλή…

Γύρω ένιωθες την άνοιξη που έμπαινε καλπάζοντας, τα δέντρα πρασίνιζαν και φύλλωναν μέρα με τη μέρα, στις αλέες τα μηχανάκια κούρευαν το χορτάρι που ψήλωνε ολοένα απ’ τις βροχές που πέφτουν φέτος ασταμάτητα, κερασιές άνθιζαν στα κράσπεδα των δρόμων γεμίζοντας άσπρα λουλούδια τα πλακάκια, μπουκέτα πουλούσαν στις γωνίες και στα σταυροδρόμια, γαρύφαλλα κόκκινα και μαβιά φύτευαν στα μπαλκόνια, τα κορίτσια φορούσαν μπλούζες βυσσινιές, τιράντες γαλάζιες μπορούσες να διακρίνεις πάνω στο γυμνό τους δέρμα,  οι πασχαλιές είχαν αρχίσει να μπουμπουκιάζουν αν και το Πάσχα αργεί φέτος. Ο δρόμος μ’ έβγαλε σ ένα πύργο στρογγυλό κι από κει έπρεπε να κατέβω κάτι σκαλοπάτια απότομα, ένα τσούρμο από τουρίστες έβγαζε φωτογραφίες της πόλης που απλώνονταν κάτω μες την ομίχλη και τη θολούρα...

Βιαζόμουν, ήθελα να τελειώνω και να πάω σπιτάκι μου, εκείνη η βροχή μ’ είχε σαπίσει, είχε αρχίσει να μου τη δίνει που έτρεχα μια τέτοια μέρα όταν οι άλλοι ήταν αραχτοί, μα τι βλάκας που ήμουνα! Κι όσο δεν ήθελα να τον σκέφτομαι τόσο περισσότερο ξαναγυρνούσε στο μυαλό μου, μα πόσο εγωιστής ήτανε, πόσο φιλοτομαριστής,  πόσο υποκριτής απύθμενος, πόσο νάρκισσος τρομάρα του!Είχε φτιάξει γύρω του ένα είδος αυλής που τον έγλειφε έχοντας μάθει ενστικτωδώς το παιχνιδάκι, δε χρειάζεται πολύ μυαλό γι αυτό, το οσμίζεσαι στον αέρα από που έχεις όφελος! Η αλήθεια βέβαια είναι ότι όλοι δεν ήταν το ίδιο χαμερπείς, υπήρχαν διαβαθμίσεις, μερικοί  είχαν βρεθεί εκεί από τύχη κακιά και δεν έφταιγαν σε τίποτα, άλλοι  τον ακολουθούσαν επειδή δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν απ το να βουλιάζουν μες τη καθημερινή λάσπη της ρουτίνας και της συνάφειας,  άλλοι ήθελαν κάτι περισσότερο,  πιο χειροπιαστό, όλοι πάντως με κάποιο τρόπο συμμετείχαν στο παιχνίδι, του έλεγαν πόσο έξυπνος, πόσο γατόνι, πόσο σούπερ τύπος ήτανε, κι αυτός το απολάμβανε, ήταν το άλας της ζωής του, οι άνθρωποι γεμίζουν την ύπαρξη τους με διάφορους τρόπους περίεργους, στη πραγματικότητα γι αυτό μόνο υπήρχε, αυτό μοναχά τον γέμιζε, είχα αρχίσει πια να το καταλαβαίνω!

Η βροχή έμοιαζε να κοπάζει, ήλιος έβγαινε σε μια γωνιά του ουρανού όπως συμβαίνει συχνά το Μάρτη, είχα αρχίσει να κουράζομαι. Σε μια φάση νόμιζα ότι χάθηκα όμως ύστερα κατάλαβα ότι είχα βρεθεί έξω από κείνη τη τράπεζα όπου είχαμε πάει με το παππού μου, ήθελε να βάλει ένα ακόμα όνομα στους λογαριασμούς του, μπορούσα να του τα φάω όλα τότε όπως ήταν ανυπεράσπιστος να τελείωνα, να μη βασανίζομαι,  αλλά δε γίνονταν ρε φίλε, δε μπορούσα! 'Ομως πόσο σκοτεινό μου φαίνονταν εκείνη την εποχή το μέλλον, πόσο αβέβαιο, τρομαχτικό,  αν μη τι άλλο κάτι είχα κάνει στη ζωή μου από τότε, είχα ξεκαθαρίσει το τοπίο, ήξερα τι ήθελα, ήταν κάτι κι αυτό...

Καθώς κατηφόριζα τα καλντερίμια βρέθηκα σ ένα ένα μοναστήρι με παγόνια βαριεστημένα στον κήπο του και κάτι πιθάρια αρχαία, σ ένα παρτέρι ο αέρας στέγνωνε τις δροσοσταλίδες που κυλούσαν ανάμεσα στα φύλλα,  σαλιγκάρια γλιστρούσαν στη χλόη, στο βάθος πέρα μακριά ένα βουνό διέκρινα να ξεπροβάλει ανάμεσα στα κτίρια τα χτισμένα δίπλα σ ένα γκρεμό, στην αρχή νόμιζα ότι με γελούσαν τα μάτια μου έτσι όπως το είδα να ξεπροβάλει μες απ την ομίχλη όμως όσο συνέχιζα να κοιτάζω  τόσο εκεί μπροστά μου σχηματίζονταν καθαρά,  που στο δαίμονα είχε βρεθεί αυτός ο όγκος, πως δεν τον είχα προσέξει, από που είχε φυτρώσει,  που τον είχα ξαναδεί, τι μου θύμιζε;

Θα έσκαγα  πραγματικά,  είχα κολλήσει εκεί πέρα,  και μετά  θυμήθηκα, ναι ρε φίλε, στον ύπνο μου το είχα δει εκείνο το βουνό, βέβαια,  ήταν λέει κάπου κοντά στα σύνορα, κάστρα ήταν χτισμένα σ όλο το μήκος του, καβαλάρηδες πολεμιστές έρχονταν από μακριά  σηκώνοντας σύννεφα σκόνης καθώς περνούσαν  μέσα από πύλες τεράστιες φτιαγμένες από νεφρίτη πράσινο, άνθρωποι κάθονταν σταυροπόδι εκεί πάνω στο βουνό πίνοντας ποτά από κούπες ασημένιες, κάτω στο χορτάρι είχαν αποθέσει τα τόξα και τις φαρέτρες τους, ίσως ήταν οι υπερασπιστές εκείνων των κάστρων,  μπορούσες να δεις καθαρά τα βέλη τους πάνω στα οποία είχα στερεώσει φύλλα φτέρης για να τα κάνουν πιο ευθύβολα..

Τι ωραίο που ήταν εκείνο το όνειρο,  θυμόμουν ότι κάπου ανάμεσα  σ αυτούς τους πολεμιστές  ήμουν κι εγώ, δε μπορούσα να θυμηθώ όμως τι ακριβώς έκανα και τι συνέβαινε στο τέλος του ονείρου. Πιο πεζές σκέψεις με βασάνιζαν εκείνη τη στιγμή, αναρωτιόμουν πως τα είχα καταφέρει να τρέχω τις Κυριακές και τις αργίες για κείνον το βλάκα που ταπείνωνε το γέρο κι ήθελε να βλέπει τους κόλακες που σέρνονταν γύρω απ’ τα πόδια του.  Κι ήταν και κείνη η γκόμενα με την οποία σαλιάριζε έτσι που σ’ έπιανε αηδία, καλά με τις γυναίκες αν ήταν και λίγο εμφανίσιμες , ήταν πολύ γλοιώδης, αυτές βέβαια τη δουλειά τους κάνανε όπως συνήθως συμβαίνει. Κι όταν έχεις μια τέτοια αυλή από τύπους  διάφορους  πρέπει να την ταΐζεις συνεχώς, να τις ρίχνεις κάνα ξεροκόμματο κι αυτή  ξέρει από ποια μεριά είναι βουτυρωμένο το ψωμί της! Κι όταν ξοδεύεις τόσα για την αυλή σου παίζοντας αυτό το κάλπικο παιχνίδι τότε κάπου πρέπει να ξεσπάσεις δείχνοντας τον αληθινό του εαυτό και τούτο συνήθως συμβαίνει μ αυτούς που έχεις  κοντά, τους υφισταμένους και τους εξαρτώμενους από σένα, έτσι είναι φίλε μου !
 

Είχα βαρεθεί, δεν υπήρχε περίπτωση να βρω ρόδια, ούτε μήλα, ούτε δαμάσκηνα ούτε τίποτα, δε πήγαινε στον αγύριστο, θα έψαχνα ακόμα λίγο και θα τού λεγα να πάει να πνιγεί αυτός και τα ρόδια του! Όπως έβριζα τη τύχη μου  έπεσα πάνω στο καταραμένο το μαγαζί  δίπλα σε μια μονοκατοικία μ'  ένα κήπο πνιγμένο στη βλάστηση σα ζούγκλα μικρή,  ''Δεν έχουμε ξινά ρόδια, όλα γλυκά είναι !'' μου είπε ένα κορίτσι ξανθό και  μου έβαλε σε μια σακούλα πέντε έξι φρούτα κάπως κοκκινωπά…

Τα είχα βρει επιτέλους,  ίσως κάτι ήξερε ο άλλος που μου ανέθετε όλο δουλειές περίεργες, δε ξέρω πως γίνονταν όμως πάντα τις τελείωνα, ήμουν σε κάτι καλός, ένιωσα όμορφα μετά από κείνη τη ταλαιπωρία, μια ευφορία με πλημμύρισε, όλα μου φαίνονταν  ωραία  και τότε ρε φίλε, ορκίζομαι ότι έτσι έγινε, θυμήθηκα το υπόλοιπο όνειρο!

Ήμουν κι εγώ, ναι μάλιστα, κι εγώ ήμουνα μαζί μ' εκείνους τους  πολεμιστές που είχαν στερεώσει τα φύλλα φτέρης στα βέλη τους κι έπιναν απ τις κούπες τις ασημένιες, πρωί πρωί είχαμε κινήσει απ' την όχθη με τις ορχιδέες και τα κανελόδεντρα για να προλάβουμε να φτάσουμε στο Βουνό του Χλωμού Σμαραγδιού προτού νυχτώσει.  Έναν γέρο ρωτήσαμε στο δρόμο να μας πει κατά που να πάμε κι εκείνος μας έδειξε με το δάχτυλο του μια κατεύθυνση, ένα πέρασμα ψηλά στην οροσειρά που εκτεινόταν μπροστά μας, σήκωσε αργά το κεφάλι του, η μακριά άσπρη γενειάδα του ανέμιζε, η άσπρη φορεσιά του κυμάτιζε  ''Κατά κει πρέπει να πάτε, μέχρι να πέσει ο ήλιος θα χετε φτάσει,  εσύ όμως....'' κι έδειξε εμένα '' ...εσύ σαν θα περάσεις τον αυχένα εκείνου του βουνού, φίλους πια δε θά χεις!


Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

ΥΠΕΡ ΤΑΧΥΣΤΡΟΦΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΑΥΣΗΣ

‘’Είσαι πολύ ηλίθιος !’’ του πέταξα και πέρασα δίπλα του σπρώχνοντας τον, ήθελα να βγω έξω να πάρω λίγο αέρα, σ' εκείνο το στενό το μαγαζί ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλον, έπρεπε να περάσω από μπροστά του κι αυτός δε μετακινούνταν ρε φίλε, στέκονταν αμετακίνητος σα μπάστακας, μα τι βλάκας !



Βγαίνοντας τον είδα φευγαλέα, τα μάτια του ήταν γεμάτα μανία, μα τι εγωιστής ρε φίλε, τι ψώνιο, τι καλάμι καβαλημένο! Ήθελε να φαίνεται ο πιο έξυπνος εκεί μέσα ρίχνοντας σχόλια υποτιμητικά για τους άλλους, εκεί που έκανε πλάκα μπορούσε να αγριέψει και να σου ριχτεί χωρίς να το καταλάβεις, μπορούσε να γίνει επιθετικός απειλώντας ακόμα και να σε χτυπήσει, πόσες φορές δε μου το είχε κάνει, πόσες φορές δεν είχε δοκιμάσει να με προσβάλει, και να φανταστείς ότι τον είχα συστήσει στη καλύτερη μου φίλη, την Α, και τα είχανε φτιάξει, καλά ήμουν πολύ ηλίθιος αλλά τότε δεν είχα καταλάβει ακόμα τι σόι ήτανε, μου φαίνονταν εντάξει τύπος, είχε μια γοητεία, όλοι έμοιαζαν να τον αγαπούν…



Σ’ εκείνο το στενό το μέρος , ένα χάος επικρατούσε, όλοι φώναζαν, ξελαρυγγιάζονταν, τα έδιναν όλα, ποτήρια γέμιζαν κι άδειαζαν, ο γνωστός ύποπτος βέβαια ως συνήθως δεν άφηνε κανέναν να μιλήσει, τους διέκοπτε άγαρμπα όλους, μα τι βλάκας! Και τι δε λέγαμε εκεί μέσα στριμωγμένοι καθώς έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα, ο συνήθης ύποπτος ανέπτυσσε με πάθος κάτι κουφές θεωρίες για τα UFO που κατέβηκαν λέει κάποτε απ το διάστημα κι έφτιαξαν τον πολιτισμό, έλεγε για τις πυραμίδες που βρήκανε στην Αμερική, στη Κίνα, στη Γιουγκοσλαβία κι ήταν κατασκευές των εξωγήινων, κάπου τα είχε διαβάσει, κάτι είχε δει σε τίποτα βιβλία της κακιάς ώρας, ότι βρουν το παίρνουν για αληθινό όσο βλακεία κι αν είναι! Εγώ τις ήξερα τις παλαβές θεωρίες του, πόσες φορές δεν είχαμε σκοτωθεί πιο παλιά σ’ εκείνο το μέρος το στριμωγμένο όπου η θερμοκρασία όσο περνούσε η ώρα κι ανέβαινε και τα πνεύματα άναβαν όλο και περισσότερο. Άλλες φορές βαριόμουν απίστευτα αλλά εκείνη τη βραδιά άκουγα μ' ενδιαφέρον ούτε που ξέρω γιατί, πράγματα σκόρπια που πετούσε ο καθένας, λέγανε τώρα για τον Καρλομάγνο που διέδωσε λέει τον χριστιανισμό στη Δυτική Ευρώπη, λέγανε και για τους βασιλιάδες του μεσαίωνα, η Δώρα ενδιαφερόταν να μάθει για τη Θεοδώρα, τη γυναίκα του Ιουστινιανού, της άρεσε που η συνονόματη της είχε σώσει το βασιλιά στα ζόρικα, ήθελε να μάθει και για την σφαγή στον ιππόδρομο τότε που ο Θεοδόσιος ματοκύλισε τη πόλη, καθώς ρωτούσε χειρονομούσε με τα ταλαιπωρημένα της χέρια, ποιος ξέρει που δούλευε, ο μιχανικός ο Αντρέας, ένας μελαχρινός τύπος μ' ωραίο παράστημα δοκίμασε να συμπληρώσει κάτι στη συζήτηση αλλά η φωνή του παραήταν αδύναμη, ο παθιασμένος που δεν άφηνε κανέναν να μιλήσει πετάχτηκε και τον σκέπασε μ’ ένα ύφος σα να του έλεγε ‘’Δε ξέρεις εσύ, είσαι άσχετος!’’



Κι ύστερα η κουβέντα συνεχίζονταν, άλλοτε έπεφτε κι άλλοτε ανέβαινε, κάποιοι ήταν εκεί για ώρες, ο Αντρέας ο μηχανικός που είχε συνεργείο έμοιαζε να είναι ο μόνος άσχετος σ' όλα αυτά, μιλούσε χαμηλόφωνα με τον διπλανό του, έναν μουσάτο που δεν τον είχαμε ξαναδεί, μονάχα ο Αντρέας ακούγονταν να μιλά σιγανά με τον διπλανό του έναν τύπο με μούσια που κανείς μας δεν τον ήξερε κι ούτε τον είχε ξαναδεί, μάλλον μαζί δουλεύανε. Οι δυο τους ξεφύλλιζαν ένα βιβλιαράκι χρωματιστό σαν εγχειρίδιο και ψιθίριζαν όλη την ώρα κάτι ακαταλαβίστικα για τους θαλάμους καύσης όπου παράγεται ενέργεια και κινεί το αυτοκίνητο, για μηχανές πολύστροφες και υπέρ ταχύστροφες, αερόψυκτες και υδρόψυκτες, αναστρέψιμες και μη αναστρέψιμες, δίχρονες και τετράχρονες, δικύλινδρες και τετρακύλινδρες, εμβολοφόρες και παλινδρομικές.



Τους είχα βαρεθεί, σκεφτόμουν τι θα έκανα το επόμενο τριήμερο, την άλλη μέρα ήταν Ψυχοσάββατο, το πρωί στην εκκλησία μια σειρά ατέλειωτη από πιατέλες με κόλλυβα, ένας παπάς είχε βγει σα φάντασμα απ’ την ωραία πύλη με τα κόκκινα ράσα του να κυματίζουν κι άρχισε να διαβάζει ονόματα πεθαμένων. Μια αίσθηση παράξενη με είχε κυριέψει , σ ένα φαστφουντάδικο είχα κανονίσει να δω τη φίλη μου την Α, πόσο καιρό είχαμε να βρεθούμε! Και της τα είπα όλα ρε φίλε, τα είχα τόσο καιρό μέσα μου μαζεμένα, δε γίνονταν, όλο το ανέβαλα κι όλο το πήγαινα πίσω, προτιμούσα να μη της μιλώ πάρα να τη στενοχωρώ όμως έτσι που πηγαίναμε τελικά θα χανόμασταν, δεν υπήρχε περίπτωση, κι είχε κάνει τόσα για μένα ! Και της τα είπα όλα’’ ‘’Δική σου δουλειά είναι να είσαι μαζί του, εγώ σας σύστησα αλλά ρε Α αλλά δεν τον αντέχω, και πώς να σου το πω αλλά πέφτεις στα μάτια μου όταν συνεχίζεις μαζί του, δε μπορώ να σε δω όπως πριν, δε σου αξίζει, είναι βλάκας , δε το βλέπεις, κάνε ότι νομίζεις αλλά εγώ πρέπει να σου το πω!’’ Την είδα που στενοχωρήθηκε, είχε πραγματικά τόσα κάνει τόσα για μένα όταν δεν είχα κανέναν, κι όταν είχα χωρίσει μου είχε σταθεί μόνη αυτή, αλλά δε γίνονταν αλλιώς, έπρεπε να της τα πω να φύγουν από μέσα μου, καμιά φορά γίνεσαι δυσάρεστος σ αυτούς που αγαπάς περισσότερο...



Μια βροχή είχε πιάσει, μα ποσό νερό έριχνε, οι δρόμοι κατέβαζαν ποτάμια, η Α σηκώθηκε, τα μάτια της ήταν υγρά, άνοιξε την ομπρελίτσα της και χώθηκε στο γαλάζιο αμαξάκι της που ήταν παρκαρισμένο ακριβώς έξω απ’ τη πόρτα. Έμεινα μόνος στο φαστφουντάδικο χαζεύοντας κάτι φυτά της ζούγκλας με περικοκλάδες πρασινωπές που είχαν βάλει για διακόσμηση, μια τηλεόραση που υπήρχε εκεί ένα ντοκιμαντέρ έδειχνε για κάτι πουλιά τους γεωυδροκόρακες που κρώζουν υπόκωφα μες τη νύχτα βγάζοντας βρυχηθμούς αλλόκοτους κι ακούγονται λέει μέχρι χιλιόμετρα μακριά. Καθόμουν εκεί πέρα κι έβλεπα μια τη βροχή μια τα πουλιά και τα ζώα που ξυπνούν το πρωί, τις πέρδικες και τους φασιανούς με τα πλουμιστά φτερά που πάνε στους νερόλακκους να δροσιστούν, και τους αδηφάγους που γυρνούν στα λαγούμια τους ύστερα απ' το βραδινό κυνήγι καθώς ο ήλιος ανατέλλει βάφοντας πορφυρά τα κλαδιά των θάμνων της σαβάνας...



Όπως σταματούσε η βροχή κι οι ουρανοί άνοιγαν ξανά, απ' τη τζαμαρία του μαγαζιού μπορούσες να δεις στο πάρκο απέναντι δαμασκηνιές με εκατομμύρια ροζ ανθάκια αραδιασμένες, καρακάξες περπατούσαν πάνω στα ξερά φύλλα, πεύκα πανύψηλα υψωνόταν κι ανάμεσα από τα κλαδιά τους μπορούσες να δεις την κοιλιά των αεροπλάνων που κατέβαιναν για να προσγειωθούν πέρα στο αεροδρόμιο. Μια μηχανή σαραβαλιασμένη κείτονταν στο πεζοδρόμιο, γάτες με φρύδια σμιχτά πετάγονταν μέσα από κάδους καθώς μια γριά προσπαθούσε να βγάλει κουρέλια κι αντικείμενα σκαλίζοντας μ' ένα σίδερο, κοπέλες περνούσαν κρατώντας ανθοδέσμες από τριαντάφυλλα κόκκινα τυλιγμένα σε ζελατίνη . Στα μπαλκόνια γλάστρες με βιόλες κι αλόες, ρούχα απλωμένα σε χρώματα πορτοκαλιά και πράσινα, μια γυναίκα λίγο χοντρή κοντοστέκονταν να πάρει ανάσα, είχε ιδρώσει όπως περπατούσε, σε μια στιγμή ακούμπησε σ έναν τοίχο ασθμαίνοντας και σήκωσε το κεφάλι της να δει τριγύρω...



Με το που άνοιξέ ο καιρός κάτω στη παραλία φάνηκαν καθαρά οι προσχώσεις του Αξιού που έφταναν μέχρι βαθιά στη θάλασσα κατά το Καλοχώρι, χιόνι είχε πέσει στον Όλυμπο ομίχλη έβλεπες κατά κει . Σε μια στάση όπου περίμενα το αστικό εφημερίδες ήταν κρεμασμένες στη πλαϊνή μεριά ενός περίπτερου, σταμάτησα να δω λίγο και δίχως να το καταλάβω κόλλησα σε μια είδηση, καρφώθηκα, σαν εκείνη η είδηση να καθόριζε τη ζωή μου κι έπρεπε να τη διαβάσω οπωσδήποτε, δε μπορούσα να μην ανοίξω τη σελίδα , όπως ήμουν χαμένος εμφανίστηκε απ το πουθενά ένα χέρι γυναικείο και μου έκλεισε απότομα τη σελίδα, ''Κύριε δεν μπορείτε να διαβάζετε έτσι την εφημερίδα !'



Και μετά βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω ξανά σ' εκείνο το μέρος το στριμωγμένο όπου όλοι φώναζαν και ξελαρυγγίζονταν, είχα ορκιστεί να μη ξαναπάω μετά από ότι είχε γίνει όμως σιγά μη κρατούσα τον όρκο μου! Όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει, τα ίδια πρόσωπα τα ίδια λόγια, η ίδια οχλοβοή μόνο ο συνήθης ύποπτος έμοιαζε νηφάλιος για κάποιον λόγο, κάτι τον είχε στενοχωρήσει, κάτι του είχε συμβεί, ‘’Ωχ !’’ σκέφτηκα ‘’Τώρα θα τα ακούσεις !’’, βέβαια δεν υπήρχε περίπτωση η Α να του είχε πει τίποτα, δε θα μ’ έδινε , έκοβα τις φλέβες μου γι αυτό, κάτι είχε συμβεί όμως, ξαφνικά ήρθε κοντά μου κι εγώ πήρα αμυντική στάση, αυτός όμως τράβηξε μια ρουφηξιά απ το τσιγάρο του και μου είπε ‘’Να σου πω κάτι…’’ έσκυψε στο αυτί μου’’ Σ αγαπώ ρε, είσαι αδερφός ότι και να γίνει !’’ και μετά έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο.



Και τότε σ ολόκληρο το μαγαζί έγινε ησυχία σα να είχαν όλοι συνεννοηθεί ότι έπρεπε να σωπάσουν, σταμάτησαν όλοι ενώ ο άλλος κάπνιζε βαρύθυμος με το κεφάλι σκυμμένο τραβώντας βαθιές ρουφηξιές, και μέσα σ’ κείνη τη βουβαμάρα ο μόνος που ακούγονταν πάλι ήταν ο Αντρέας που κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μ εκείνον τον μουσάτο που δεν είχαμε ξαναδεί, κάτι του έλεγε τώρα για τη Ρόδο όπου είχε πάει με το γιο του να δουν τα σμήνη από πεταλούδες που βγαίνουν εκεί πέρα σε μια κοιλάδα κι έχουν χρώμα πορτοκαλί με βούλες μαύρες, πολλές απ αυτές φτάνουν λέει μέχρι τα παράθυρα των σπιτιών, άλλες κολλούν στα ρούχα σου κι όταν πετούν όλες μαζί είναι ένα θέαμα χάρμα οφθαλμών να το βλέπεις...



Βγήκα θολωμένος από κει και βρέθηκα στη μεγάλη πλατεία που δέσποζε στο κέντρο της πόλης, το κεφάλι μου βούιζε τι ήταν αυτό πάλι, υποτίθεται ότι είχα κάνει το σωστό, τα είχα πει όλα στην Α κι εκείνη δε με είχε δώσει, έλεγα στον εαυτό μου ‘’Μη τον πιστεύεις, σε λίγο θα είναι πάλι ο παλιός του εαυτός, ο σκοτεινός κι απαίσιος!’’ όμως μ’ έτρωγε ότι μπορεί να είχα κάνει κάτι λάθος, τι δουλειά είχα εγώ ν’ ανακατευτώ και τι μ’ ένοιαζε τι κάνει η Α που δεν ήταν και κανένα μωρό, τα είχα κάνει μαντάρα πάλι!



Στη μεγάλη πλατεία με τις αψίδες που δέσποζε στο κέντρο της πόλης μια αχλαδιά ολάνθιστη έξω από κάτι αρχαία λουτρά, τα φανάρια της πλατείας όπως ήταν όλα μαζί αναμμένα κι αντανακλούσαν στα νερά της βροχής έφτιαχναν ένα φωτεινό μαγικό πλαίσιο μες το οποίο περιφέρονταν άνθρωποι λουσμένοι σε φως κίτρινο, δυο σκιές μου φάνηκαν γνωστές, ήταν ο Αντρέας με τον άλλον το τύπο το μουσάτο, περπατούσαν κουβεντιάζοντας ζωηρά, λέγανε πάλι για τις τουρμπίνες αξονικής ροής, για φυγοκεντρικές δυνάμεις , για συστήματα παλμών, για στροβιλοσυμπιεστές...

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...