Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΕΜΟΣ



Ο Σάμας σύναξε ανέμους δυνατούς
Ενάντια στον Χάμπαμπμα,
Τον Νότιο Άνεμο, τον Βόρειο Άνεμο, τον Άνεμο απ την ανατολή,
Αυτόν που θύελλες σπέρνει
και τον Κακό,
Τον άνεμο του Σιμούρου
Τον Δαιμονισμένο Άνεμο ...



Το έπος του Γκίλγκαμες


Ήρθε στα ΚΤΕΛ και με περίμενε, το είχε κανονίσει, γι αυτό μου είχε τηλεφωνήσει δήθεν αδιάφορα ρωτώντας τι ώρα έφευγα, δε το πίστευα ότι το είχε κάνει για μένα αυτό, θε μου ήταν πολύ ωραίο, τη φίλησα, ΄΄ Πρώτη φορά με φιλάς μπροστά σε κόσμο! ΄΄ είπε, της έπιασα τη γυμνή πλάτη κάτω απ το μπλουζάκι, όπως έφευγε το πούλμαν κοίταζα πίσω ψάχνοντας να τη βρω…

Όταν γύρισα πήγα στο σπίτι της, μιλούσαμε για ώρες , τι ήταν κι αυτό ρε φίλε, όλο ανακαλύπταμε ένα σωρό πράγματα που άρεσαν και στους δυο, της έλεγα τα όνειρα μου, είχα δει ξηρούς καρπούς στον ύπνο μου, μπανάνες τηγανητές κι ανανάδες αποξηραμένους ΄΄Ά αυτό είναι καλό όνειρο !΄΄ μου λεγε ξεφυλλίζοντας τον ονειροκρίτη και μου διηγούνταν τα δικά της, μια εποχή που δεν ήταν καλά για πολύ καιρό και κάτι τη βάραινε καταλάβαινε όλους τους κραδασμούς, τους σεισμούς και τις καταστροφές προτού συμβούν, η φίλη της είχε τρελαθεί, την έλεγε μάγισσα, μια νύχτα είχε δει έναν άνεμο καταστροφικό να φυσά μανιασμένα λυσσασμένα όπως κατέβαινε από ένα βουνό ψηλό ισοπεδώνοντας στο διάβα του χωριά και πόλεις, κάτι κακό είχε καταλάβει ότι θα συνέβαινε, όταν πέθανε κάποιος αγαπημένος της ήταν σχεδόν προετοιμασμένη...

΄΄ Κανείς δε μ έχει χαϊδέψει εδώ και χρόνια όποτε πονούσα! ΄΄ μου είπε ρίχνοντας το κεφάλι στα χέρια μου ενώ εγώ της χάιδευα τα μαλλιά, μια λωρίδα ασημιού ήταν τυλιγμένη το δάχτυλο της, Όποτε την έπιαναν πονοκέφαλοι ένιωθε ημικρανίες τρομερές σα να βυθίζονταν σπαθιά στα μηλίγγια της, είχε δοκιμάσει ένα κάρο χάπια, απ' τα πιο ήπια μέχρι τα πιο δυνατά σε δόσεις διπλές, φοβόταν ότι στο τέλος θα τα συνήθιζε κι αυτά, η λύση που είχε βρει ήταν να κάθεται στη μέση του κρεβατιού σε μια στάση γιόγκα κινούμενη μπρος πίσω σαν εκκρεμές μουρμουρίζοντας ασυνάρτητα, ήταν ο μόνος τρόπος ν ανακουφιστεί, όταν έφευγε ο πόνος σιγά σιγά ένιωθε τέτοια λύτρωση σα να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη!

Όταν πλαγιάσαμε μια μουσική ακούγονταν απ τα ηχεία του στερεοφωνικού που ήταν τοποθετημένα κάπου ψηλά, ήμουν χαμένος ανάμεσα σε μουσικές και τον ήχο του ψυγείου που βούιζε στα σκοτεινά, πάντα εγώ κοιμόμουν πρώτος, αυτή έμενε μέχρι αργά στο μπαλκόνι καπνίζοντας, μετά ερχόταν και μ άκουγε να ροχαλίζω και ν αναστενάζω, ποιος ξέρει τι έβλεπα, μου τά λεγε την άλλη μέρα ή μου άφηνε μηνύματα που τα ανακάλυπτα στο λεωφορείο όταν άνοιγα το κινητό...

Κι ύστερα έρχονταν τα σπασίματα, μ άφηνε μόνο στο σπίτι γιατί ήθελε να βγει με τις φίλες της, της άρεσε να μ αφήνει μόνο και να ξέρει ότι τη ζητώ, εγώ σκεφτόμουν ΄΄Δε πας όπου να ναι να χουμε το κεφάλι μας ήσυχο, άμα αυτό θες θα περιμένω, δε θα πάθω και τίποτα!’’ έμενα εκεί να περπατώ στις άδειες κάμαρες, είχα υποσχεθεί να μη πειράξω τίποτα όμως αργούσε κι όσο περνούσε η ώρα βαριόμουνα, δεν ήξερα τι να κάνω και μετά, όπως η ώρα ήταν περασμένη, σκέφτηκα ΄΄ Συγνώμη κούκλα, έπρεπε να ρθεις πιο νωρίς !΄΄ κι άρχισα να ψάχνω συρτάρια και ντουλάπες, όλο κούτες με παπούτσια υπήρχανε εκεί μέσα στοιβαγμένες, φορέματα συσκευασμένα σε σελοφάν κι ένα σωρό τσάντες, μα πόσες είχε, άκου να δεις τι κάνουν οι γυναίκες και που ξοδεύουν τα λεφτά τους, ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δε τα είχε χρησιμοποιήσει όλα αυτά, είδα λίγο και τα βιβλία της όταν χτύπησε το κουδούνι, έκλεισα το ντουλάπι, μπήκε γρήγορα - γρήγορα μέσα και πήγε κατευθείαν στη βιβλιοθήκη, ΄΄Τι έψαχνες στα βιβλία μου!΄΄ με κάρφωσε, ΄΄ Γιατί άνοιξες τις ντουλάπες!΄΄ σιγά μη της ξέφευγε με τέτοιο μάτι μπάτσου που είχε αμέσως όμως το γύρισε στη πλάκα, δε την πείραζε, το ήξερα, ήμουν σίγουρος ΄΄ Πως σου φάνηκαν τα ρούχα μου, είδες πόσα έχω μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια, καλά δε τα είδες όλα !΄΄

Κατόπι είχαμε κατήχηση, έπρεπε να μάθω ολόκληρο τελετουργικό για το πώς πλενόμαστε χωρίς να πιτσιλάμε το πάτωμα, πως βγάζουμε τα παπούτσια μας, πως χρησιμοποιούμε δυο σακούλες για τα σκουπίδια, μια κανονική και μια για την ανακύκλωση, αυτό κι αν με μπέρδευε, δεν ήξερα που να πετάξω τα τσαλακωμένα χαρτιά μου, όλο σε λάθος σακούλα τα πετούσα, είχα ζαλιστεί, δεν ήξερα τι μου γίνονταν! Άρχισα να καταλαβαίνω πως δουλεύει το γυναικείο μυαλό, με δυισμό, αλλιώς φέρονται στη δουλειά κι αλλιώς στη σχέση, όλα τα κάνουν περίπλοκα, κινούνται τεθλασμένα ποτέ σε γραμμή ευθεία, ποτέ με τρόπο πιο απλό ! Έπρεπε να μας σπάσει τα νεύρα, να θυμώνει, να στενοχωριέται, ν απελπίζεται, κι ύστερα σιγά σιγά ν' ανεβαίνει ξανά και να χαίρεται - δώσε συναίσθημα στις γυναίκες και πάρε τους τη ψυχή! Σκαρφίζονταν ένα σωρό κόλπα, ένα σωρό εντάσεις τεχνητές για να το πετύχει, την εξιτάριζε αυτό το παιχνίδι, να νιώθει ότι με χάνει, ν απογοητεύεται και μετά να με ξαναβρίσκει απ την αρχή ξανά. Έπρεπε να χεις όλη την ώρα το νου σου, αν την άφηνες ανεξέλεγκτη θα το τραβούσε μέχρι όσο πήγαινε, μ αυτό τον τρόπο ένιωθε ότι δεν έρχονταν η ρουτίνα, ότι η σχέση διατηρούνταν ζωντανή, τώρα αν εσύ ταξίδευες όλη την ώρα απ το παράδεισο στη κόλαση δικό σου πρόβλημα!

Οι μέρες περνούσαν, το Φθινοπωρο προχωρούσε, νεροποντές ξέσπαγαν στην ανατολική μεριά της πόλης, οι καταρράκτες τ' ουρανού είχαν ανοίξει, οι δρόμοι μπλόκαραν, τ' αμάξια που πήγαιναν να περάσουν από μια στοά υπόγεια βυθίζονταν μες τα νερά σαν υποβρύχια, γύρω βροντούσε κι άστραφτε, η θάλασσα φαίνονταν πράσινη στο βάθος, με το που έβρισκε μια χαραμάδα ανοιχτή ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του σα χαλί χρυσαφένιο...

Στη δουλειά γίνονταν χαμός, κόσμος έρχονταν κι έρχονταν κι έρχονταν συνέχεια, με τρέχανε, πολύ ταλαιπωρία μιλάμε, δεν ευκαιρούσα να δω τον εαυτό μου, να χαρώ λιγάκι, να γράψω ένα κομμάτι όπου θα τη στόλιζα καλά, όλες τις βλακείες που είχε κάνει θα τις έγραφα, όλα θα τα βγαζα στη φόρα, θα τη τιμωρούσα με το τρόπο μου για όσα μου είχε κάνει όμως όλο μου μενε ατελείωτο εκείνο το κομμάτι! Καθυστερούσε, όπως ήμουν μες τα νεύρα σε μια πολυκατοικία με στείλανε κάτι χαρτιά ν αφήσω σ ένα δικηγόρο, το ασανσέρ δε δούλευε, πήρα τις σκάλες, κάποιος με κράνος μοτοσικλετιστή στη μασχάλη κατέβαινε απ τους πάνω ορόφους, δεν υπήρχαν φώτα στο διάδρομο κι άνοιξα το κινητό σα φακό, βρήκα το γραφείο, χτύπησα όμως κανείς δεν άνοιξε, κατέβηκα κάτω στον ημιώροφο, κάτι ήχοι ακούγονταν απ το βάθος, ένα κυλικείο υπήρχε εκεί, ένας γέρος άκουγε μουσική από ένα ραδιόφωνο ΄΄Τι ψάχνεις;΄΄ με ρώτησε..

Βγαίνοντας προς την εξώπορτα έσβηνα μηνύματα σπαστικά που μου είχε στείλλει κατά καιρούς, δεν ήθελα να κουβαλώ οτιδήποτε αρνητικό πάνω μου, όπως έσβηνα τα παλιά ένα καινούριο εμφανίστηκε και τότε -ορκίζομαι ότι έτσι έγινε - είδα γραμμένα στο κινητό αυτά που σκεφτόμουν, αυτά που ήθελα, να γράψω, όλες τις κατηγορίες που ετοιμαζόμουν να σημειώσω, όλα υπήρχαν εκεί πέρα ! Δε μπορούσα να το δεχτώ, που το χε βρει, δε μπορούσα να καταλάβω πως έμπαινε στο μυαλό μου, πως το είχε κάνει, τι διάβολο συνέβαινε, τι είδους παιχνίδι ήταν αυτό, τι μαγικά έκανε, αφού δεν το είχα δημοσιεύσει και κανείς δεν το είχε δει, μου γύρισαν τα μυαλά, καλά ήταν πολύ τρελό!

Ύστερα συνήλθα κάπως, θα έπρεπε να υπήρχε μια εξήγηση λογική, με είχε κάνει άνω κάτω, μου την είχε δώσει, έβρεχε, περπατούσα και βρεχόμουν αλλά ούτε που μ ένοιαζε, πίστευα ότι δε θα την ξανάβλεπα, πόσες φορές δε μου το είχε κάνει αλλά δεκάρα δεν έδινε, μ έκανε να νιώθω και τύψεις στο τέλος, υποτίθεται ότι αντέχω γενικά αλλά οι γυναίκες πάντα με ζόριζαν, δε ξέρω πως το κάνουν και τι παθαίνω, βέβαια αν δε μπορείς να το υποφέρεις κάθεσαι σπίτι σου!

Όπως ήμουν χάλια τηλεφώνησα στη φίλη μου, πάντα την έψαχνα στα δύσκολα να πάρω λίγη ενέργεια θετική, κανονίσαμε να βρεθούμε, είχα λίγο πυρετό, ένιωθα πρησμένο το λαιμό μου οπότε με παίρνει τηλέφωνο η δικιά μου και τι μου λέει ΄΄Δε πιστεύω να είσαι μες τη βροχή, εσύ είσαι ικανός να μου κρυώσεις, ν' αρπάξεις κάνα πυρετό και να σ' έχω στη μπανιέρα κάτω απ το παγωμένο νερό να σε στρώσω !’’ καλά μου ρθε να βάλω τα κλάματα, πάλι μου κανε το ίδιο πράγμα και πάλι έπιανε, δε μπορούσα να το ξεπεράσω΄΄ Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε;΄΄ - ''Εντάξει, όπως θέλεις !΄΄ μου είπε και μου το κλεισε αλλά βέβαια ο στόχος της είχε επιτευχθεί, ήξερε ότι είχε περάσει πια στο πετσί μου, κυλούσε κάτω απ το δέρμα μου οπότε παίρνω τη φίλη μου ν ακυρώσω το ραντεβού ΄΄Σε πειράζει ρε…΄΄ της λέω ΄΄Με πήρε η δικιά μου και πρέπει να τη δω !’’ φυσικά και με πειράζει!'' μου είπε η φίλη μου, ΄΄Θα δω τι θα κάνω!’’ είπα και παίρνω τη δικιά μου ΄΄Ρε θα βρεθούμε;’’ τη ρωτάω ΄΄Και βέβαια θα βρεθούμε, επειδή εσύ είσαι βλάκας και κάνεις χαζομάρας δε σημαίνει ότι δε θα βλεπόμαστε!’’

Τελικά πήγα να δω τη φίλη, δε μπορούσα να τη στήσω πάλι αλλά εμένα το μυαλό μου ήταν αλλού, η φίλη έδειξε κατανόηση, ΄΄ Πήγαινε, δε τρέχει τίποτα !΄΄ μου είπε κι εγώ σκεφτόμουν ότι θα χρειαζόμουν δυο ζωές να της ξεπληρώσω όλα όσα είχε κάνει για μένα, έξω απ την πολυκατοικία πάλι ο ίδιος φόβος που με πιάνει έξω απ τα σπίτια των γυναικών, μου ανοίγει και πέφτω στην αγκαλιά της, με κοίταζε μες τα μάτια κι εγώ δεν έλεγα να ξεκολλήσω από πάνω της ΄΄Τό σωσες, ήμουν έτοιμη να σε σουτάρω αλλά τα μάτια σου ήταν έτοιμα να βουρκώσουν, η καρδιά σου χτυπούσε στην αγκαλιά μου, η πλάτη σου ήταν ιδρωμένη!''

Είχα ηρεμήσει, έβγαλε να φάμε, δεν είχα όρεξη, δοκίμασα μια πιρουνιά, η τηλεόραση έπαιζε, κάτι χαρτιά τσαλακωμένα υπήρχαν πεταμένα στο τραπέζι , ''Τι είναι αυτά;'' ρώτησα ''Τα είχες πετάξει στην ανακύκλωση, για μια φορά τα πέταξες στη σωστή σακούλα, τα είχες πάνω πάνω!''

Και τότε κατάλαβα ρε φίλε, δε γίνονται αυτά, είχε ψάξει στα σκουπίδια κι είχε διαβάσει όλες τις σημειώσεις που κρατούσα, το είχα ξεχάσει, έτσι λοιπόν εξηγούνταν, έτσι με είχε κάνει άνω κάτω, ήθελα να τη φάω, να τη βαρέσω, να της κάνω κάτι κακό όμως σκέφτηκα ''Άστην, όταν θα είναι κατάλληλη η στιγμή θα τα πούμε!''

Η ώρα είχε περάσει, πλαγιάσαμε, όπως μ αγκάλιαζε η μουσική έπαιζε απ' τα ηχεία ψηλά που βούιζαν υπόκωφα, δε θα της έκανα τη χάρη, δεν είχα όρεξη για φιλιά, ήθελα να της πω πρώτα ένα εκατομμύριο πράγματα όμως δε μπορούσα, δεν άντεχα, το σώμα μου με πρόδινε, τα μάτια έκλειναν μόνα τους, μισοξύπνιος - μισοκοιμισμένος έβλεπα ήδη έναν αέρα να φυσά κατεβαίνοντας με μανία απ τα βουνά, σαρώνοντας στο διάβα του ότι έβρισκε, δέντρα λύγιζαν, στέγες ξεκολλούσαν, σπίτια κατέρρεαν, άνθρωποι έτρεχαν να κρυφτούν, ο αέρας συνέχιζε να λυσσομανά...




Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑΣΟΣ

''Αυτό είναι το πολωνέζικο αεροπλάνο που καρφώθηκε στο κτίριο της ΠΑΣΕΓΕΣ!'' είπε ο Θωμάς, ''Ο πιλότος πρέπει να κοιμόταν, νόμιζε ότι η λεωφόρος του αεροδρομίου με τα φανάρια απ τις κολόνες ήταν ο διάδρομος προσγείωσης και το κατέβασε κατά κει, πρέπει να ήταν φοβερό θέαμα ένα αεροπλάνο τεράστιο να σέρνεται στον αυτοκινητόδρομο στριγγλίζοντς κι εξαπολύοντας σπινθήρες προς όλες τις κατευθύνσεις, τη τελευταία στιγμή πριν στουκάρει στα τσιμέντα πήγε να το γυρίσει αλλά ήταν αργά, τα γκρέμισε όλα εκεί πέρα σα τέρας μανιασμένο, όταν πήγαν να το δουν ανακάλυψαν ότι ήταν γεμάτο όπλα και πυρομαχικά για την αραπιά κάτω για κάποιον πόλεμο, είχε πάθει μια βλάβη κι έπρεπε αναγκαστικά να προσγειωθεί, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν εκραγεί τα πυρομαχικά ν' ανατινάξουν το σύμπαν!

Το αεροπλάνο ήταν σαραβαλιασμένο, ένα σωρός από λαμαρίνες σκουριασμένες, μετά από κείνο το ατύχημα είχαν βάλει στον αεροδιάδρομο καινούριες λάμπες πιο δυνατές για τις νυχτερινές πτήσεις , περπατούσαμε κάτω απ τον πύργο έλεγχου και τις βλέπαμε, ο Θωμάς μου δειχνε κάτι σκληρά καλύμματα πλαστικά που σκέπαζαν τις λάμπες, τα είχαν φέρει απ την Ισπανία, απ το Μπιλμπάο, πολύ γερά, άντεχαν τόνους πίεσης καθώς δέχονταν τ αερόπλανα όταν κατέβαζαν τη μπροστινή ρόδα κεντράροντας στη μεσαία λωρίδα ενώ τα πτερύγια ευθυγραμμίζονταν με τις ακριανές φωτεινές γραμμές, ''Θα σου βγάλω άδεια απ τον πύργο έλεγχου να περνάς, τι νομίζεις ότι είναι παίξε γέλασε, δε περνά όποιος να ναι, το νου σου, ο προηγούμενος είχε κάνει τη βλακεία να σταματήσει στη μέση του διαδρόμου βγάζοντας φωτογραφίες, τον είδε από ψηλά ο πιλότος ενός αεροπλάνου που κατέβαινε κι ενημέρωσε, μας ήρθε μια κλίση που μας πετάχτηκαν τα μάτια, τη κόλλησα στα μούτρα του βλάκα, τον σούταρα όπως ήτανε!

''Θα δουλέψεις εδώ πέρα!'' μου είπε ''Θα σε βάλω αποθηκάριο στο εργοτάξιο, θα βλέπεις τι μπαίνει, τι βγαίνει, πρόσεχε χαμένε, να χεις το νου σου, υπάρχουν λαμόγια που δε ξέρεις από που θα στη φέρουν, θα σε κλέψουν μπροστά στα μάτια σου , δέκα φορές θα τσεκάρεις τα τιμολόγια'' -- ''Ωχ!'' σκέφτηκα, καλά δεν υπήρχε περίπτωση να μη με κοροϊδέψουν όταν θα βαριόμουν και δε θα καταλάβαινα τη τύφλα μου από χαρτιά και τιμολόγια, απ την άλλη τη χρειαζόμουν οπωσδήποτε εκείνη τη δουλειά και του χα εμπιστοσύνη του Θωμά, ήταν έξυπνος κι εργολάβος πρώτης τάξης, πάντα το λεγα ότι με τους έξυπνους μπορείς να συνεννοηθείς, ότι και να γίνει, και να μη ξέρεις τα στραβά σου θα βρεις την άκρη, με τους βλάκες θα καείς ότι και να κάνεις !

Σίγουρα θα κανα καμιά χαζομάρα όσο και να πρόσεχα, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, εκείνη έφταιγε σίγουρα, μου απορροφούσε ένα κάρο ενέργεια, με στράγγιζε, κάθε μέρα άλλαζε, δεν ήξερα από που να τη πιάσω, όλο μπροστά μου νόμιζα ότι την έβλεπα,στις στάσεις είχα την εντύπωση ότι με περίμενε φορώντας τα μαύρα γυαλιά τα ψαρωτικά που ήξερε ότι με κομπλάριζαν...

Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, το πρωί το λεωφορείο εμφανίζονταν στη κατηφόρα της Καλλιθέας ανάμεσα στα σφενδάμια, ο ήλιος με τύφλωνε, ένα σάντουιτς έβλεπα τον οδηγό να μασάει, μια γυναίκα με χείλη σαρκώδη σα φρούτο έτοιμο να δαγκωθεί, ένα σημάδι σκούρο στο άσπρο μπράτσο της, πως μελανιάζουν έτσι εύκολα τα σώματα των γυναικών, κάτι είχα πάθει, όλο τις γυναίκες πρόσεχα, τα σώματα τους, τα πόδια τους, ήταν σα να τις ήθελα περισσότερο από πριν, όχι πλατωνικά πλέον σα να είχε ξυπνήσει κάτι μέσα μου... ...

Στη ΔΕΗ πήγα να πληρώσω έναν λογαριασμό ληγμένο, ένα χαρτονόμισμα μου έπεσε στο μάρμαρο, κάποιος φώναξε ''Κάτι σας έπεσε!'', στο διάδρομο ενός σούπερ μάρκετ ούτε που ήξερα τι ζητούσα, κόσμος έσπρωχνε καροτσάκια ανάμεσα σε ντάνες απορρυπαντικών και τροφίμων, μια μουσική από κάπου έπαιζε, στο λιμάνι καράβια πελώρια έμπαιναν, περιστέρια απλώνονταν στα γρασίδια της Αριστοτέλους, στη παραλία της Καλαμαριάς μια κόκα κόλα έπινα, παγάκια λευκά κολυμπούσαν μέσα της, μπροστά στα μάτια όλα ανακατεύονταν, βάρκες, βράχια, κύματα, φιγούρες ανθρώπινες διαλύονταν στο φως...

Το φθινόπωρο είχε μπει για καλά, τη νύχτα άστραφτε και βροντούσε πολύ δυνατά μετά τις ξερες και τους καύσωνες τους Σεπτεμβριανούς, από δω και πέρα είναι η αγαπημένη μου εποχή, η μέρα μίκρυνε κι η νύχτα πέφτει νωρίτερα επιτέλους, με το που πήγαινα σπίτι έπεφτα ξερός σα να λιποθυμούσα, δεν ανέπνεα έτσι μου έλεγε αυτή τουλάχιστον, όταν ξυπνούσα τα χαράματα το πτερύγιο από ένα σκουλαρίκι ασημένιο γυάλιζε στα σκοτεινά πάνω στο κομοδίνο...

''Έχετε άγχος;'' με ρώτησε η γυναίκα με την άσπρη ποδιά, ''Πάρτε μια βαθιά ανάσα!'' είπε χαμηλόφωνα και μου έχωσε τη βελόνα στο σφιγμένο μπράτσο, ''Έχετε ιστορικό'' - ''Όχι!'' είδατε πρόσφατα κάποιον γιατρό, παίρνετε χάπια, κάνετε σεξ συχνά;'' - ''Ναι πολύ συχνά, έχω χάσει το μπούσουλα!'', χαμογέλασε. Δεν είχα καμιά όρεξη να τη κάνω την εξέταση, εκείνη μου το χε ζητήσει κι άντε να πεις όχι στις γυναίκες όταν θέλουν κάτι, θα σε πρήξουν, θα σε κυνηγήσουν, α είναι πολύ επίμονες , είχα αρχίσει ν' αγχώνομαι πραγματικά, κι αν τ' αποτελέσματα ήταν αρνητικά, αν μου βρίσκανε κάτι τι θα έκανα, αν είχα καμιά αρρώστια, καμιά ένδειξη κακή, ένα σωρό τρελές ιδέες περνούσαν απ το μυαλό, οι μέρες μου ήταν μετρημένες, καλύτερα να μη ρωτάς φίλε, μη το ψάχνεις με τους γιατρούς, κάτι θα σου βρουν ότι και να γίνει, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις το μπελά σου, κάτσε καλύτερα στ' αυγά σου, άμα είναι να ρθει θα το καταλάβεις!

Έπρεπε να σκεφτώ τη πρόταση του Θωμά, τουλάχιστον έπρεπε να το δω, με πήγαινε άλλωστε, ήταν λίγο μυστήριος δε μπορούσες να τον ψυχολογήσεις, καλός μεν όμως διαισθανόσουν ότι είχε μια πλευρά λίγο θαμπή, λίγο τρομαχτική, μια φορά είχα πάει σ ένα απ τα σπίτια που είχε , όταν το μαθαν οι γνωστοί απόρησαν, δεν το χα καταλάβει τότε '' Σ έβαλε σπίτι του, δε βάζει ποτέ κανέναν εκεί μέσα, κανείς δεν έχει μπει εδώ και καιρό, πρέπει να αισθάνεσαι τυχερός!''

Κάπου ανατολικά ήτανε, κοντά στο αεροδρόμιο, τον βόλευε, ταξίδευε συχνά κατά το βορρά όπου είχε τις περισσότερες δουλειές του, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Σερβία, του άρεσαν κι οι γυναίκες εκεί πέρα, σουγιάδες τις έλεγε, λεπτές, ελαστικές, αθλητικές, ακούραστες, μια Κροάτισσα φοβερή με πόδια πολύ μακριά είχε γνωρίσει τελευταία και του χε φάει ένα σωρό λεφτά, έκανε τέλειο έρωτα, δεν τις αγαπούσε πραγματικά τις γυναίκες, δεν τις ήθελε ν ανακατεύονται στα πόδια του, δε τις εμπιστεύονταν, τους φέρονταν σκληρά, τις έκανε να κλαίνε κι ούτε που τον ένοιαζε.

Τον ρωτούσα συνέχεια για τις δουλειές και τα ταξίδια του, σ ένα ορυχείο κάπου στην Ευρώπη είχε δουλέψει στερεώνοντας χαλύβδινες κολόνες και υποστηρίγματα, οι ντόπιοι λέγανε ότι ένας δαίμονας κατοικούσε μες τις στοές και σκότωνε τους εργάτες, ο πραγματικός λόγος ήταν βέβαια οι δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που έβγαιναν από κει μέσα, πιο πέρα υπήρχε μια παραλία κι οι εργάτες τα σαββατοκύριακα έψαχναν για κομμάτια κίτρινου κεχριμπαριού που ξέβραζε η θάλασσα, κάποτε λέει εκεί πέρα υπήρχαν δάση απέραντα και το ρετσίνι των δέντρων τους είχε αποκρυσταλλωθεί φτιάχνοντας υπέροχα γυαλιστερά πετράδια, μια φορά είχε βρει κι ο Θωμάς ένα, το είχα δει, κάπως καφετί λαμπερό ήτανε...
Σκοτεινό μου είχε φανεί το διαμέρισμα του, στη κουζίνα είχαμε καθίσει, ένα πάρκο υπήρχε απέναντι, ένα κοπάδι πουλιών με τραχηλιές γεμάτες στίγματα μαζεύονταν στη κορφή κάποιου δέντρου κράζοντας, ένα χυμό με κέρασε ο εργολάβος, έφτιαχνε σχέδια για ένα κτίριο πολυμορφικό, μου τα δειξε, δε καταλάβαινα, γραμμές κάθετες κι οριζόντιες, σκιάσεις, τον είχε ζορίσει, του είχε πάρει ώρες να τα τελειώσει, πρώτα έπρεπε να σκιτσάρει και κατόπι να δουλέψει στο πρόγραμμα του υπολογιστή, τον ζόριζε πολύ, ίδρωνε, το μέτωπο του ήταν νοτισμένο, στο τέλος βρήκε τη λύση.

Μου έδειχνε τα δωμάτια, σε μια καμαρούλα στο πάτωμα, είχε στη γωνιά κάτι σαν εικονοστάσι, μια καντήλα μεγάλη έκαιγε, με το που μπήκαμε πήρε από ένα μπουκάλι λάδι και το άδειασε στη καντήλα, δίπλα στις εικόνες μια φωτογραφία, ο πατέρας του, ένας γκριζομάλλης όμορφος με μουστάκι κομμένο στις άκρες κι ένα σαγόνι κάπως ορθογώνιο, πιο δίπλα μια φωτογραφία τον έδειχνε νεαρό, γραβατωμένο, μαζί μ ένα άλλο παιδί καστανόξανθο, ''Μπορώ να δω τη φωτογραφία;'' - '' Όχι, είναι κολλημένη εκεί πέρα!''

''Ποιος είναι ;'' ρώτησα '' O Αναστάσης! Το καλύτερο παιδί που βγήκε ποτέ, πολύ καλύτερος από μένα, το καταλαβαίνεις, το καλύτερο παιδί, όλα τα προλάβαινε τη πρώτη δουλειά τη δεύτερη δουλειά τη γυναίκα του τους φίλους κι όλη νύχτα ήμασταν έξω, όταν σηκώνονταν να χορέψει ζεϊμπέκικο έμοιαζε με θεό, έστελνε φιλιά στη κοπέλα του που τον κοίταζε μαγεμένη κι όλοι έκαναν στη μπάντα, τέτοιο παλικάρι ήταν ο κολλητός μου, κάθε βράδυ γυρνούσαμε στα μαγαζιά μαζί με τη κοπέλα του που την υπεραγαπούσε, πέθαινε για κείνη κι αυτή ένιωθε το ίδιο, δεν υπήρχε τέτοιο ζευγάρι σου λέω!''

''Κι ύστερα ξέρεις τι έγινε'' συνέχισε ο εργολάβος σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ το μέτωπο του, ''Άρχισα να τον ζηλεύω που ήταν ευτυχισμένος με κείνη τη γυναίκα, εγώ δε το χα ζήσει ποτέ, δε το πίστευα ότι θα έφτανα να τον ζηλέψω, ήταν ανεξέλεγκτο, με τυραννούσε, τα βράδια δε κοιμόμουνα, έσπαζα το κεφάλι μου να βρω μια λύση, να ξεφύγω, ήταν ο κολλητός μου ρε φίλε, ο αδερφός μου κι εγώ τον φθονούσα, μια φορά είχαμε πάει σ ένα ξενυχτάδικο εδώ γύρω, βγαίνοντας τα ξημερώματα άρχισα να κοροϊδεύω άσχημα τη κοπέλα του που είχε βουρκώσει, το κανα συχνά, ο Τάσσος μου είπε ''Αν το ξανακάνεις αυτό μαλάκα δε θέλω να σε ξαναδώ!'' ήταν απίστευτο, πιο δυνατό από μένα, τον έβλεπα που βασανίζονταν και υπέφερε ένιωθε και κάτι πόνους σα μαχαιριές πίσω στη πλάτη στο αριστερό μα δε μπορούσα αν σταματήσω και μια μέρα ένας φίλος μου είπε ότι πέθανε από καρδιακή ανακοπή όλος ο κόσμος μου γκρεμίστηκε δε το χωρούσε το μυαλό μου ο Τάσσος να πεθάνει έτσι δεν το ξεπέρασα ποτέ θα με κυνηγάει για πάντα!''

Τον κοιτούσα κι έμοιαζε παραιτημένος, τον λυπόμουν, υποτίθεται ότι ήταν σκληρός αλλά σε τι του χρησίμευσε τελικά, αν ήταν πιο ευαίσθητος ίσως να μην κατέληγε έτσι το πράγμα, τι ιστορία κι αυτή σκεφτόμουν, έξω ψιλόβρεχε, μετά τη Περαία ο αεροδιάδρομος ξεχώριζε καθαρά φωτισμένος, ένα ιπτάμενο θηρίο με σβηστές τις μηχανές κατέβαινε μουγκρίζοντας μες τη βροχή, μπορούσα να δω την άσπρη κοιλιά του και τα σχέδια στα πλευρά του καθώς ευθυγραμμίζονταν, τα φανάρια του του ήταν αναμμένα, κι εκείνο το παιδί που χόρευε σα θεός τι κρίμα να πάει έτσι, γιατί όμως ο Θωμάς να το πει σε μένα, και πως γίνεται ένας άνθρωπος να είναι τόσο καλός σε κάτι και τόσο άθλιος σε κάτι άλλο, και γιατί δε μπορούμε να κάνουμε το σωστό όσο είναι καιρός, ποιος τα φτιαξε έτσι όλα τόσο μπερδεμένα, ποιον μπορείς να εμπιστευτείς και ποιος είναι ο αληθινός φίλος τελικά αναρωτιόμουν όπως το αεροπλάνο κατέβαινε όλο και περισσότερο δείχνοντας την άσπρη κοιλιά του , θυμήθηκα το άλλο το πολωνικό με τα πυρομαχικά που δεν ανατινάχτηκαν όταν καρφώθηκε στο κτίριο της ΠΑΣΕΓΕΣ, θα μπορούσε κι αυτό να γείρει πάνω στη λεωφόρο και να σύρει τη κοιλιά του πάνω στο οδόστρωμα όπως στις ταινίες κουτρουβαλώντας, γυρίζοντας δεξιά αριστερά, παρασέρνοντας ότι υπήρχε μπροστά του με την τρομακτική δύναμη που κουβαλούσε απ την ταχύτητα του μέχρι να ξεθυμάνει σε κάνα χωράφι ή σε κάνα υπόστεγο ή στην είσοδο κάποιου απ τα νυχτερινά μαγαζιά του αεροδρομίου .. ....


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΩΝ ΚΕΔΡΩΝ

Στη κηδεία δε πήγε, ας λέγανε ότι θέλανε, αυτός ήθελε να θυμάται το παιδί όπως ήταν, όμορφο, ζωντανό, τα μνήματα όμως δε τα ξεχνούσε, πήγαινε πάντα με τη γυναίκα και τη κόρη του όμως ήθελε να είναι μόνος, τον άφηναν κι αυτός στέκονταν πάνω στο μάρμαρο, άφηνε ένα αυγουλάκι κίντερ σοκολατένιο που άρεσε στο μικρο κι ύστερα έκλαιγε βουβά ώρα πολύ μέχρι να ξαλαφρώσει...

Είχε δεθεί πολύ με το παιδί, με το που διαγνώσθηκε η ασθένεια κι ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά, πολύ σοβαρά, το είχε υιοθετήσει κυριολεκτικά, δε τ άφηνε απ τα μάτια του, ήθελε το παιδί να δει όσα περισσότερα πράγματα γίνονταν όσο θα ζούσε ακόμα, κοιμόταν αγκαλιά μαζί, ξυπνούσαν νωρίς να δουν την ανατολή, πήγαιναν παντού, όταν έβρεχε βλέπανε το νερό που κυλούσε μπροστά στα τζάμια και στους υαλοκαθαριστήρες, μετά έβγαινε πάλι ο ήλιος αντανακλώντας τις ακτίνες του στη βρεγμένη άσφαλτο...

Το καλύτερό ήταν τότε που το πήγε σ ένα μοναστήρι χτισμένο σ ένα γκρεμό με θέα κάποιο ποτάμι, στην αυλή υπήρχε κάτι σα πισίνα και στον πάτο της είχαν φτιάξει ένα ψηφιδωτό με δελφίνια, ψάρια, κύματα, πουλιά, βάρκες, ένα πράγμα τέλειο, λέγανε ότι ο τεχνίτης που το φιλοτέχνησε είχε έρθει απ τα Ιεροσόλυμα κι ήταν ξακουστός. Το μικρό κάθε φορά που το έβλεπε έλαμπε ολόκληρο, όταν ήταν άδεια η γούρνα κατέβαινε μερικά σκαλάκια στο πλάι, ξάπλωνε μπρούμυτα στο μάρμαρο κι έσερνε τα δαχτυλάκια του πάνω στις ψηφίδες σα να καταλάβαινε με την αφή τα χρώματα , όλα ήθελε να τ αγγίζει, να τα νιώθει στα χέρια του, κοίταζε μια μια τις κουκκίδες και μετά το σύνολο, μετά σήκωνε τα μάτια κατά τον παππού που βούρκωνε σα να έλεγε ''Τι θαύμα!

Οι γιατροί ήταν απόλυτοι, στην ουσία είχαν πει ότι υπήρχε ημερομηνία λήξης σύντομη μάλιστα, με το που το άκουσε ο παππούς το πήρε υπό τη προστασία του, αυτή ήταν δική του υπόθεση, δε θα το άφηνε έτσι, δε μπορούσε να το διανοηθεί ότι τα παιδιά χωρίζονταν σε καλά και κακά, όμορφα κι άσχημα, υγιή κι άρρωστα, ορφανά και κανονικά, όλα άξιζαν προσοχής, όλα τα παιδιά έχουν τα ίδια δικαιώματα εφόσον γεννήθηκαν κάτω απ τον ίδιο ήλιο, έτσι το βλεπε αυτός. Το παιρνε λοιπόν και βολτάριζαν, το πήγαινε σ εκκλησιές κι εκκλησάκια που αγαπούσε, το είχε μελετήσει το θέμα, παρκάριζε έξω στο προαύλιο και μετά έμπαινε μέσα να χαζέψουν τοιχογραφίες, αγιογραφίες μωσαϊκά, πολλές φόρες καθόταν ο παππούς στο στασίδι αφήνοντας το μικρό να τρέχει στους διαδρόμους και να σταματά στο φως που έμπαινε απ τα παράθυρα τα χρωματιστά, το μικρό έμοιαζε να χει ψύχωση μ' ότι είχε σχέση με το φως, τρελαίνονταν, εστίαζε εκεί πέρα, ώρες ολόκληρες κοιτάζοντας τις λαμπρές δεσμίδες ν΄ αναλύονται σε ακτίνες που τρυπούσαν σα σπαθιά το τζάμι για να καρφωθούν τελικά στο πάτωμα!

Ήταν μαγικό αλλά είχαν ανακαλύψει ότι κάτι δε πήγαινε καλά, το στόμα του παιδιού έδειχνε να στραβώνει προς τα κάτω μέρα με τη μέρα , δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, δεν άκουγε τι του λέγανε, χανόταν, απομονώνονταν, αποσύρονταν όλο και περισσότερο στο δικό του κόσμο, η μάνα του το είχε καταλάβει πρώτη, δασκάλα ήταν άλλωστε....

Στην αρχή δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε, ύστερα άρχισε το ζόρι, έπρεπε να οργώσουν όλα τα νοσοκομεία, να κάνουν εξετάσεις άπειρες, η κόρη του έτρεχε στη δουλειά όλη μέρα και κατόπι γυρνούσε στο παιδί το άρρωστο έχοντας ακόμα ένα μωρό μωρό στην αγκαλιά. Και μες σ όλα αυτά ο άντρας της είπε ότι δεν άντεχε, δε γίνονταν, χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό του λέει. Ναι ρε φίλε, σε καταλαβαίνω, αν μπλέξεις με μια γυναίκα που θέλει να τα δώσει όλα για το παιδί της δε θα μένει τίποτα για σένα αλλά αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, ας πρόσεχες, ποιος σου είπε ότι ο γάμος θα σου δινε μόνο χαρές, πως μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής, κι αν δεν αντέχεις και τα παίζεις τόσο εύκολα τι να σε κάνω, μείνε μόνος, μη κάνεις παιδιά, κάτσε στ΄ αυγά σου, έτσι είναι, έτσι ήταν πάντοτε. Τέλος πάντων την άφησε μόνη της, του φαίνονταν πολύ βαρύ όλο αυτό,αργότερα είχε τύψεις, τι να το κάνεις, πάλι καλά θα μου πεις, δεν του το συγχώρεσε, βέβαια αν ήξερε τι επρόκειτο να της κάνει στο μέλλον θα τον είχε σουτάρει από τότε αλλά που χρόνος να σκεφτείς λογικά όταν σε κυνηγούν θεοί και δαίμονες...
Αυτή δε μπορούσε να σκεφτεί έτσι αλλά ο πατέρας της καταλάβαινε πολύ καλά που πήγαινε το πράγμα, και να σκεφτείς ότι εκείνος τον είχε κάνει άνθρωπο το γαμπρό του, πόσο δεν τον είχε βοηθήσει με χίλιους δυο τρόπους, μη πούμε λεπτομέρειες τώρα, δε κάνει, δεν είναι το θέμα μας ...

Τι δεν είχαν τραβήξει το χειρότερο ήταν μ εκείνο τον ταξιτζή καθώς αργούσαν να επιβιβαστούν κι από πίσω κορνάριζαν όλοι σα δαιμονισμένοι, έπρεπε να κατεβάσουν το παιδί στο κέντρο για μια απ τις τακτικές του εξετάσεις κι ήταν μες το άγχος,''Κουνήσου εσύ και το βλαμμένο σου!'' είχε γρυλίσει ο ταξιτζής, η μάνα του ταράχτηκε αλλά αυτουνού του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, είχε λυσσάξει, ήθελε να τον σφάξει επί τόπου, αν ήταν κοντά στο αμάξι όπου φύλαγε ένα μαχαίρι στο ντουλαπάκι μπορεί και να το είχε κάνει!

Ευτυχώς υπήρχαν και μερικές καλές στιγμές, ειδικά στο μοναστήρι με το ψηφιδωτό, πήγαιναν εκεί συχνά, όταν φεύγανε σταματούσαν πάντα στην ακροποταμιά σε μια καντίνα να πιει δυο τρία ποτήρια τσίπουρο με νερό που το έκανε άσπρο.

Σταματούσε από παλιά σε κείνη τη καντίνα, του άρεσαν τα μπριζολάκι που έφτιαχνε ο τύπος εκεί πέρα, ένας στιβαρός, νευρικός γέρος. Κόσμος πολύς μαζεύονταν πάντα εκεί πέρα να φάνε τα περίφημα μπριζολάκια του γέρου, τα συνόδευε με μια φοβερή σάλτσα δικιάς του έμπνευσης τόσο νόστιμη που σου τρέχανε τα σάλια προτού τη βάλεις στο στόμα, έδινε και καμιά καυτερή πιπεριά σ όσους το ζητούσαν. Όλοι θέλανε να μάθουν το μυστικό της σάλτσας και του κρέατος, πως το κανε τόσο νόστιμο ο άτιμος ο γέρος, κάποιοι λέγανε ότι ήταν το κρέας, άλλοι το πουρνάρι με το οποίο έφτιαχνε τα κάρβουνα, άλλοι μιλούσαν για ένα συστατικό που ήξερε απ τον παππού του και το χρησιμοποιούσε στο μαρινάρισμα. Πριν πολλά χρόνια τον είχε ρωτήσει ΄΄Πως τα φτιάχνεις ρε μπαγλαμά τόσο νόστιμα τα μπριζολάκια;''- - ''Α, δεν είναι τίποτα!'' είπε ο άλλος χαμογελώντας ''Κοίτα να μαθαίνεις!΄΄ συνέχισε παίρνοντας ένα κομμάτι κρέας, το απέθεσε προσεχτικά πάνω στη σχάρα, ανακάτεψε λίγο τα κάρβουνα, περίμενε, μετά το γύρισε απ την άλλη με μια τσιμπίδα, το τσέκαρε καλά κι απ τις δυο μεριές σα να το ζύγιζε, ήταν εντάξει, αυτός είχε πάθει πλάκα, αυτό ήταν όλο λοιπόν!

Τον πήγαινε το γέρο με τα μπριζολάκια, γνωρίζονταν χρόνια, είχαν γίνει φιλαράκια, μιλούσαν, ανακάλυψαν ότι σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο, κάνα δυο φορές του είχε δώσει και κάτι συμβουλές, '' Πως αφήνεις αυτούς τους τύπους να σου μιλούν έτσι μες το μαγαζί σου !'' του είχε πει κάποτε όταν ένας ψηλός με κόκκινα μάγουλα έκανε μια σκηνή γιατί είχε καθυστερήσει να πληρωθεί. Ο γέρος, που δεν ήταν τόσο γέρος τότε, τον περίμενε στη γωνία και την επόμενη φορά που ο ψηλός με τα κοκκινα μάγουλα πήγε να κάνει τα ίδια του έβαλε κάτι φωνές, τον πήρε τόσο παραμάζωμα τον διέλυσε, τον ισοπέδωσε, τον έστειλε στα θυμαράκια, τον αποτελείωσε, ήταν μια βιβλική σκηνή, ο δικός μας ήταν ευχαριστημένος!

Το παιδί καρφώνονταν στο άδειο διάφανο ποτήρι του ούζου που λειτουργούσε σα πρίσμα αναλύοντας το φως, το κοίταζε απ όλες τις μεριές, ποιος ξέρει τι σκέφτονταν μες το μυαλουδάκι του....

Ανασήκωνε λίγο τα χοντρά γυαλιά του να δει το μικρο που έπαιζε αμέριμνο, μπορούσε να κάθεται βλέποντας το παιδί εκεί όλη μέρα κι όλη νύχτα, τόσο πολύ του άρεσε! Δυο κύκνοι κολυμπούσαν κουνώντας δεξιά αριστερά τους κυρτούς τους λαιμούς, μια γραμμή άφηναν πίσω τους στην επιφάνειά του νερού όπως απομακρύνονταν, ο μικρός χαμογελούσε ευτυχισμένος, χαρούμενος όπως όλα τα παιδιά του κόσμου όταν παίζουν ...

Στην ακροποταμιά είχε ησυχία, ο μικρός έπαιζε μ ένα κλαδί, το βύθιζε στο νερό κοιτάζοντας σα μαγεμένος τους κύκλους που σχηματίζονταν, σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν να τρέχουν, φύλλα σκόρπια υπήρχαν στο χώμα σ όλα τα χρώματα, καφετιά, κίτρινα, κόκκινα κι άλλα εντελώς ξερά στο χρώμα του εδάφους ....

Δυο γυφτάκια ήρθαν να ζητήσουν ένα σάντουιτς κραδαίνοντας μερικά κέρματα, το ένα ζήτησε λίγο λεμόνι στο κρέας του, το άλλο μια κουταλιά τζατζίκι, ένα κορίτσι με άσπρο φόρεμα γεμάτο λουλούδια τριγυρνούσε, ένα μαργαριτάρι σα δάκρυ, σα στάλα ιδρώτα έμοιαζε να τρέχει στο στήθος του, ο αέρας φυσούσε στα κλαδιά των δέντρων, μια σουσουράδα έτρεχε ανάμεσα στους θάμνους κουνώντας την ουρά της, πήρε το παιδί να περπατήσουν λίγο, σ ένα μονοπάτι που διχάζονταν έφτασαν, άφησε το μικρό ν αποφασίσει κατά που θα πήγαιναν.

O παππούς απομάκρυνε κάτι θάμνους που έφραζαν το δρομάκι και βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο σκεπασμένο με χορτάρι τόσο πράσινο σα να ήταν άνοιξη, βρέθηκαν μπροστά σ έναν άντρα που έκανε κάμψεις στο χώμα βαριανασαίνοντας, το παιδί κι ο γερός στάθηκαν, ο άντρας σήκωσε το κορμί του από χάμω.

Ο παππούς τον ήξερε, ήταν ο φύλακας του δάσους των κέδρων, χρόνια πολλά πριν κάποιος είχε φυτέψει εκεί ένα δάσος από κέδρους του Λιβάνου σαν αυτούς που είχε διαλέξει ο βασιλιάς Σολομώντας για να χτίσει τον ξακουστό ναό του, κανείς δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει και πως είχαν πιάσει εκείνα τα δέντρα, πάντως το δάσος ήταν υπέροχο, οι κορμοί άμα τους σκάλιζες ανέδυαν ένα άρωμα υπέροχο, τα βαθυπράσινα κλαδιά τους έριχναν έναν ίσκιο βαρύ, το καλοκαίρι ήταν ο ιδανικός τόπος για τους οδοιπόρους, το είχαν ανακηρύξει εθνικό πάρκο εκείνο το μέρος κι ο φύλακας, ένας ξερακιανός τύπος με ρυτίδες σα μαχαιριές κοιμόταν σε μια ξύλινη καλύβα εκεί κοντά.

'' Ετοιμάζομαι να πάρω μέρος σ έναν αγώνα...'' είπε χωρίς να τον ρωτήσουν ο φύλακας'' Γι αυτό γυμνάζομαι, θ ανεβούμε εκείνο το βουνό που βλέπεις....'' συνέχισε δείχνοντας έναν βράχο χιονισμένο στο βάθος ψηλά ''... μετά πρέπει να κατηφορίσουμε μέχρι τη θάλασσα, ο αγώνας γίνεται νύχτα, λίγοι αντέχουν, η διαδρομή θα είναι φωτισμένη, θα έρθουν γιατροί ειδικοί, εθελοντές, διαιτολόγοι, η τηλεόραση, ελπίζω να τερματίσω, πέρσι τα είχα παρατήσει λίγο πριν το τέρμα, είχα σκάσει, λίγο ακόμα ήθελα, πονούσα πολύ, η καρδιά μου χτυπούσε σα τύμπανο, νόμιζα ότι δε θα ζήσω, ένα ελικόπτερο είχαν φέρει να με μαζέψει, ήμουν σα πεθαμένος, πάντως η θέα απ το ελικόπτερο ήταν απίθανη!''

Το μικρό κοίταζε αφηρημένο κατά την άσπρη κορφή που τους είπε ο φύλακας , δε καταλάβαινε πολλά αλλά του φαίνονταν κάτι πολύ μεγάλο αυτό που ήθελε να κάνει ο άντρας , θα θελε κι αυτό να σκαρφαλώσει κάποτε μέχρι εκείνη την άσπρη κορφή και να δει τον κόσμο από κει πάνω, πρέπει να ήταν πολύ ωραίο! Ο παππούς ζήτησε απ το φύλακα να του γράψει ένα τηλέφωνο, του είχε φανεί παράξενο αυτό το άθλημα που γίνονταν νύχτα κι ήθελε να μάθει πιο πολλά, ο μυώδης ξερακιανός με τις μαχαιριές στο πρόσωπο έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί κι άρχισε να γράφει, ''Αριστερόχειρας!'' είπε από μέσα του ο παππούς....

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΚΡΟΤΑΛΟ ΑΠΟ ΝΥΧΙ ΕΛΑΦΙΟΥ

Με το που είδε την τούρτα έτσι άσπρη με την απαλή της επίστρωση, κάτι την έπιασε, αισθάνθηκε να τρέχουν τα μάτια της, βούρκωσε, πνίγονταν, το κάτω χείλος της έτρεμε, ‘’ Δε τη θέλω , δε τη θέλω !’’ φώναζε χαμηλόφωνα ‘’ ο ζαχαροπλάστης είχε πάθει πλάκα, δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, ''Καλά βρε κορίτσι μου, μη στεναχωριέσαι, θα σου φτιάξουμε άλλη, ότι θες, μη κλαις!'' αυτή έτρεμε ολόκληρη, ‘’ Θα ξαναπεράσω !’’ είπε κι έφυγε τρέχοντας.

Ο ζαχαροπλάστης την αγαπούσε, ήταν ερωτευμένος μαζί της, ήθελε να της δώσει ότι είχε και δεν είχε! Όποτε έρχονταν να πάρει κάνα γλυκό, κάνα ψωμί, καμιά τυρόπιτα φορώντας εκείνο το μπουφάν το κίτρινο, το φωσφοριζέ με το φερμουάρ στο πλάι κι άλλοτε όταν φορούσε μια φούστα στενή κι ένα πουκάμισο από ύφασμα σα καραβόπανο, απαλό και σκληρό μαζί με μια υφή υπέροχη, ή όποτε φορούσε εκείνες τις γόβες με το τακούνι το μικροσκοπικό που δε μπορούσες να καταλάβεις πως ισορροπούσε πάνω τους δεν άντεχε '' Τι κουκλάρα είσαι συ !'' αναστέναζε.

Τη γούσταρε πολύ, όλοι στη γειτονιά τη γούσταραν, εντάξει όχι όλοι, ήταν ονειροπόλα, της άρεσε να γυρνά με το αστικό στη πόλη ψάχνοντας εκείνη τη διαφημιστική αφίσα με τον γαλανομάτη που είχαν κρεμάσει σ ένα κτήριο, όλο περνούσε απ το ίδιο σημείο ξανά και ξανά μόνο για να βλέπει έναν άντρα με μάτια σ ένα χρώμα που δε το πετυχαίνεις, που δεν υπάρχει, όχι εκείνο το ξέθωρο, το γαλαζωπό, το ξεπλυμένο που δε το πήγαινε με τίποτα, αλλά ένα άλλο, ένα βαθύ πολύ που ταίριαζε φοβερά με τα μαύρα μαλλιά του...

Δεν ήταν εύκολη γκόμενα, έπρεπε να έχεις υπομονή απέραντη μαζί της, να τη διαβάσεις σωστά, να καταλάβεις τι έλεγε, τι εννοούσε, τι ήθελε κάθε φορά, να είσαι πάντα σ επιφυλακή, σ ετοιμότητα, να τη πείθεις κάθε φορά ότι τη θες πραγματικά,δε χάριζε κάστανα, άμα δε σ άρεσε χαιρετίσματα, όταν δε γούσταρε κάποιον τον διέγραφε με τη μία και πήγαινε παρακάτω, δεν είχε καμιά όρεξη ν' αλλάξει για πάρτη σου, έπρεπε εσύ να κόψεις το κεφάλι σου και να προσαρμοστείς πάνω της αλλιώς σε σούταρε , ήταν επικίνδυνη, δε μπορούσες να παίζεις μαζί της, δε προσφέρονταν για καρδιακούς, έμοιαζε με χειροβομβίδα που μπορούσε να σκάσει στα χέρια σου ανά πάσα στιγμή!

Είχε ένα βλέμμα που σ έκοβε με τη μία, έχοντας δουλέψει χρόνια σε χρυσοχοείο ήξερε τη πιάτσα και τον καθένα που κυκλοφορούσε, της άρεσε η δουλειά πολύ, όλη η διαδικασία, να παίρνεις τις χρυσές λίρες να τις λιώνεις στο χυτήριο, να παίρνεις τον χρυσό κι έπειτα να φτιάχνεις κοσμήματα σφυρηλατώντας το κίτρινο μέταλλο, με τα χρόνια είχε αποκτήσει κι αυτή μερικά χρυσά κομμάτια καλά, ένα απ αυτά το φορούσε πάντοτε ήταν ένα κρόταλο από νύχι ελαφιού επενδυμένο με χρυσά κι ασημένια ελάσματα, της το χε χε φέρει κάποιος ξένος και το φορούσε πάντα λέγανε ότι δεν το βγαζε ποτέ κι ασκούσε μια γοητεία στους άντρες....

Ήταν λίγο απόμακρη, λίγο κλειστή, δεν ανοίγονταν εύκολα, δε μπορούσε να την κουμαντάρει ο πάσα ένας, δε θα παραδίνονταν έτσι εύκολα στο πρώτο τυχόντα όσο κι αν τον χρειάζονταν, και τον χρειάζονταν πίστεψε με όμως δεν ήταν δα τόσο βλαμμένη! Έπρεπε να χεις νεύρα γερά, να τη μαζεύεις κάθε φορά που ξαμολιούνταν, το ένιωθε κι αυτή ότι χρειαζόταν κάποιον να της κρατά το χαλινάρι, κάποιον που να την περιορίζει δίχως να τη καταπιέζει, να το κάνει με τρόπο που να δείχνει σεβασμό στη θηλυκότητα της αν με καταλαβαίνεις! Δεν έπρεπε να τη φοβηθείς, μερικοί που βγήκαν μαζί της είχαν κομπλάρει, ένας απ αυτούς φοβόταν να καθίσει δίπλα της έτσι που την είχε δει εντυπωσιακή, αεράτη, άνετη μ ένα φόρεμα βραδινό, ο τύπος τα είχε παίξει, ένιωθε δέος, καθόταν όλο το βράδυ από μακριά και τη χάζευε...

Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο η ζέστη συνέχιζε αποπνικτική, ευτυχώς οι νύχτα έπεφτε όλο και νωρίτερα, τα βράδια ο ήλιος που έδυε έβαφε κοκκινωπές τις στέγες των πολυκατοικιών, στα γυράδικα έκοβαν φέτες κρέατος με μεγάλα μαχαίρια κοφτερά. Αυτή ήταν εντάξει όμως πάντα όταν όλα σου πάνε καλά φοβάσαι ότι το πράγμα θα γυρίσει ανάποδα, είναι κανόνας, πρέπει να φυλάγεσαι, έτσι σκέφτονταν πηγαίνοντας στα γενέθλια ενός φίλου, ήθελε να του κάνει έκπληξη, να του φέρει μια τούρτα υπέροχη, να τον αιφνιδιάσει.

Πήγε στο σπίτι έβαλε ένα ποτηράκι βότκα και κάθισε στο καναπέ, όπως ηρεμούσε τη ήρθε σιγά σιγά η εικόνα μιας άσπρης πιατέλας με κόλλυβα απ το μνημόσυνο του θείου της, αυτό ήταν λοιπόν, έτσι εξηγούνταν, με το που αντίκρισε τη τούρτα άνοιξε το καπάκι, της ήρθαν στο νου τα κλάματα των γυναικών, η φωτογραφία που είχαν βάλει πάνω απ το κεφάλι του θείου της, η μάνα της που έδειχνε γερασμένη ξαφνικά , το καλοκαίρι, η ζέστη, το μπαλκόνι όπου είχαν μαζευτεί κάτι γριές μαυροφορεμένες...

Τα θυμήθηκε όλα, το θείο της τον Αρχιμήδη, ένα παλικάρι που όλοι το αγαπούσαν, εντάξει όχι όλοι, καλοντυμένος πάντα με τα κοστούμια και τα πουκάμισα του, νευρικός, ζωηρός ανήσυχος λίγο παλαβός, λίγο τρελός, όλο σε φασαρίες έμπλεκε. Δε καταλάβαινε τίποτα, μια φορά είχε πλακώσει κάποιον σωματέμπορα που είχε ανοίξει ένα μαγαζί με μπιλιάρδα στη γειτονιά, μια φορά πάλι είχε σακατέψει έναν τάταρο που απειλούσε μια κοπέλα, καλά είχε πάθει αμόκ , δε μπορούσε να το χωνέψει πως όλοι κάθονταν και κοίταζαν εκείνο το ζώο που απειλούσε το κορίτσι στριμώχνοντας το σε μια γωνιά, του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι ''Σταμάτα ρε μ... μη σου σπάσω το χοντροκέφαλο!'' του είπε κι ο άλλος ψάρωσε, κόλλησε, κώλωσε, ήταν τόσο σαλταρισμένος ο Αρχιμήδης, τι όνομα κι αυτό, τόσο τρελαμένος που ο τάταρος σκιάχτηκε!

Είχε κι ωραία γυναίκα ο Αρχιμήδης, μια κουκλάρα πόντια που άφησε το σχολειό στα δεκάξι της και τον βοηθούσε να χτίσουν το σπίτι τους κουβαλώντας τσιμεντόλιθους δίχως να γκρινιάζει ούτε μια στιγμή, τέσσερα παιδιά του κανε που έμειναν ορφανά, δε ξαναπαντρεύτηκε, τα μικρά τα ανέλαβε η πεθερά που λάτρευε τη νύφη της, κάθε πρωί σηκώνονταν πρώτη να της φτιάξει πρωινό με αυγόφετες που άρεσαν στο κορίτσι, δεν ήθελε να κουράζεται το παιδί, όλες τις δουλειές του σπιτιού έκανε η γριά, το μέρος έλαμπε, μιλάμε τέτοια νοικοκυρά δεν υπήρχε, η πεθερά μεγάλωσε και τα μικρά που γίνονταν όλο και πιο όμορφα...

Ένα βυτιοφόρο είχε ο Αρχιμήδης μαζί με κάτι άλλα παιδιά και πότιζαν μ αυτό χωράφια ξερικά σ ένα κάμπο πιο στεγνό κι απ την έρημο Ατακάμα, τι κάψα είχαν φάει ρε φίλε, τι ιδρώτα είχαν ρίξει, μια φορά πήγαν το βυτίο για συντήρηση, θέλησαν ν αλείψουν με πίσσα το εσωτερικό του κι άναψαν τη λάμπα μέσα κοίλωμα, ξαφνικά όλο το μέρος πήρε φωτιά, έγινε κόλαση κανείς δεν τους είχε πει πως όταν ανάβεις φως σε κλειστό χώρο με αναθυμιάσεις πετρελαίου υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης ακαριαίας, όλο το βυτίο πήρε φωτιά σα λαμπάδα, πορτοκαλιές φλόγες ανέβαιναν, ο Αρχιμήδης που ήταν απ έξω ρίχτηκε μες τις φλόγες κι έβγαλε έξω τους δυο κακομοίρηδες που ήταν εγκλωβισμένοι και ούρλιαζαν, τους έσυρε όπως- όπως και μετά έπρεπε να τρέξει δυο χιλιόμετρα μέχρι το κέντρο υγείας να φωνάξει βοήθεια, όταν να έφτασε εκεί συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν σε χειρότερη κατάσταση, όλο το σώμα του ήταν γεμάτο εγκαύματα, είχε καεί σα λουκάνικο, μπορούσε να νιώσει και τη μυρουδιά του ψημένου κρέατος, τον έστειλαν άρον άρον στο νοσοκομείο, δυο μέρες χαροπάλευε, μετά τέλος...

Οι άλλοι δυο επέζησαν, άλλος με κομμένα δάχτυλα, άλλος με στίγματα που δε φεύγουν ποτέ, πάντως επέζησαν, αυτός όχι....

Στη κηδεία του έγινε χαμός, μαζεύτηκε κόσμος απ' όλα τα διπλανά χωριά, όλοι ήξεραν τον Αρχιμήδη και την οικογένεια του, μες τον ορυμαγδό, το κλάμα και τη βαριά ατμόσφαιρα ένα κοριτσάκι παρακολουθούσε περίεργο όλα αυτά. Όλα φαίνονταν περίεργα στο κοριτσάκι, του έκαναν τρομερή εντύπωση τα κεριά, οι παπάδες, οι τύποι με τα μαύρα σακάκια που κάπνιζαν και μιλούσαν σιγανά, η οχλοβοή μες τον καύσωνα του καλοκαιριού, ήταν σα ταινία, σα θέατρο, είχε πάει μέχρι τα νεκροταφεία, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί του, ήτα σα να μην υπήρχε. Τις επόμενες μέρες όλα αυτά γυρνούσαν συνέχεια μες το μυαλουδάκι όπου και να πήγαινε, τον αγαπούσε το θείο, ήταν μικρή αυτή αλλά καταλάβαινε ότι ήταν κάτι ασυνήθιστο εκείνος ο άνθρωπος, είχε κάτι διαφορετικό απ τους αλλού, ήταν πιο δυνατός, πιο καλός, πιο όμορφος, πιο τρελός,πιο παθιασμένος σ ότι έκανε κι ήταν και γλυκός έτσι που έρχονταν επιβλητικός κι αγέρωχος κάθε φορά να της δώσει καμιά σοκολάτα με τρούφα καφετιά γύρω γύρω και να τη φιλήσει.

Τον αγαπούσε, όποτε έρχονταν στο σπίτι της έτρεχε να τον αγκαλιάσει, αγαπούσε και τη γυναίκα του κι εκείνα τα μικρά που είχαν γεννήσει, δεν ξεκολλούσε από κοντά τους . Κι ύστερα πήγε και πέθανε, τέλειωσε, έσβησε, τον έχωσαν σ εκείνο το κοφίνι και δε κουνιόταν, καταλαβαίνεις; Ήταν μες τα νεύρα, όλα μαύρα της φαίνονταν γύρω, όλα καταθλιπτικά σα να είχε πέσει ο ουρανός και τα αστέρια κι ο ήλιος κι όλο το καταπέτασμα και να τη πλάκωσε! Γιατί να της το κάνει αυτό, δεν ήταν δίκαιο ποιος το είχε επιτρέψει, γιατί να πεθάνει αυτός και να ζήσουν οι άλλοι, μα πόσο ηλίθιος ήταν να μη το σκεφτεί, να μπει μες τη κόλαση και να βγάλει τους άλλους!

Τη Κυριακή που ακολούθησε τη κηδεία η μάνα της την έστειλε στο διπλανό μεγάλο χωριό να πάρει τη πιατέλα με τα κόλλυβα, καλά η μάνα της ήταν λίγο τρελή, το εμπιστεύονταν εντελώς αυτό μια σταλιά κοριτσάκι, πήγε όπως της είπε η μαμά και πήρε τη πιατέλα την άσπρη, τη στολισμένη με ρύζια με την ασημένια επικάλυψη, κι όλους εκείνους τους σταυρούς και τα παράξενα σχέδια, το μυαλό της της ήταν τόσο μπερδεμένο σα να είχε μπει στο μπλέντερ, σ όλη τη διαδρομή χάζευε μια έξω τα δέντρα και τα χωράφια, μια το απαλό στρώμα της πιατέλας που σκέπαζε το στάρι το ανακατεμένο με τις σταφίδες, τα καρύδια, την κανέλα, την άχνη ....

Πέρασαν χρόνια, το κοριτσάκι μεγάλωσε, τα ξέχασε όλα, έγινε γυναίκα, έφτιαξε ένα σώμα σφιχτό και δεμένο σα της γαζέλας, όλο μύες και νεύρο! Είχε μια επιδερμίδα απαλή, τρυφερή, άσπρη το χειμώνα, ηλιοκαμένη το καλοκαίρι, όλοι την αγαπούσαν, εντάξει είπαμε όχι όλοι, μερικοί δεν τη χώνευαν, τη θεωρούσαν μεγάλη ψωνάρα, ο ζαχαροπλάστης όμως πέθαινε!

Κι ύστερα ήρθε εκείνη η τούρτα να την αναστατώσει, να τη χαλάσει, είχε γίνει άνω κάτω, πήρε ένα αστικό να κάνει μια βόλτα, αμάξια διπλοπαρκαρισμένα μπλόκαραν τους δρόμους, ένας γέρος προσπαθούσε ν ανοίξει μια πόρτα σιδερόφραχτη σ ένα κτίριο μεταλλικό, δυο ροντβάιλερ καθισμένα στη πίσω μεριά ενός αυτοκινήτου έβγαζαν έξω απ το παράθυρο τις γλώσσες τους να δροσιστούν, δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα κι αυτός που ήταν μαζί της κάποια στιγμή κοιμόταν τόσο ήσυχα που νόμιζε ότι ήταν πεθαμένος, τον άγγιξε απαλά, τον ξύπνησε κι αυτός της χάιδευε το πρόσωπο γύρω γύρω ώρα πολύ. ...

Έμοιαζε καλός αυτός ο τελευταίος ''Ίσως γίνει κάτι αυτή τη φορά!'' είπε από μέσα της, όπως σήκωσε το κεφάλι είδε μπροστά της εκείνη τη αφίσα με τον γαλανομάτη, στάθηκε μια στιγμή να το χαζέψει εκείνο το θέαμα που την ηρεμούσε πάντοτε, τα μαλλιά του είχαν το το βαθύ μαύρο χρώμα των φτερών του κόρακα, τα μάτια του ήταν τόσο γαλάζια σα να είχαν αδειάσει εκεί μέσα όλες οι θάλασσες, όλοι οι ωκεανοί, όλα τ αρμυρά νερά της υφηλίου, δεν υπήρχε τέτοια απόχρωση, κάτι είχαν κάνει, θα πρέπει να φορούσε φακούς ο άντρας εκείνος, δεν εξηγούταν αλλιώς, ένιωσε καλύτερα, χαλάρωσε, ασυναίσθητα έσυρε τα δάχτυλα στο λαιμό χαϊδεύοντας εκείνο το παράξενο κρόταλο...


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ο ΠΙΟ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΒΑΖΑΡ

‘’Πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε!’’ είχα σκεφτεί μόλις την είδα, για μένα είχε έρθει εκεί πέρα, το ήξερα, με είχε προσέξει, μου το είπε άλλωστε τότε που με κρατούσε μπροστά σ ένα τζάμι όπου έβλεπες παγωτά με σύκο, πορτοκάλι, φράουλα, κομμάτια γκοφρέτας, κομμάτια σοκολάτας, ένα φόρεμα κοκκινωπό στο χρώμα του δέρματος φορούσε, εγώ κοιτούσα κατά τη θάλασσα που χρύσιζε…

Της άρεσε η φωνή μου ‘’Απ αυτήν άρχισα να σ ερωτεύομαι!’’ μου είπε, δε μου το χαν ξαναπεί, εγώ δεν αντέχω ν μ ακούω όταν μας ηχογραφεί ο Άρης, μου φαίνεται πολύ χάλια. Ανάμεσα στα σώματα μας υπήρχε μια χημεία καταπληκτική, ήταν καλή μαζί μου, φιλότιμη έτοιμη να δώσει και τη καρδιά της δίχως να ζητήσει αντάλλαγμα, μου έδειχνε φωτογραφίες από νησιά, ακτές, βράχια, παραλίες, εκδρομές στο εξωτερικό, βόλτες σε πλατείες με συντριβάνια κι αγάλματα όπου γίνονταν γιορτές, κόσμος στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλον, βεγγαλικά απαστράπτοντα έσκαγαν ψηλά, στον αέρα αιωρούνταν πιάνα, κλόουν, ακροβάτες, μάγοι, το πρωί είναι όλοι μούσκεμα απ το κρασί… Μου έδειξε τα κοσμήματα που είχε μέσα σε κουτάκια μικρούτσικα χρωματιστά, τα μονόπετρα τεράστια, βραχιόλια ασημένια σκαλιστά με σχέδια όμορφα περίπλοκα που έσπασαν και θέλουν κόλλημα και κάτι άλλα δαχτυλίδια και δώρα και κόλπα διαφορά, ρε φίλε τι μαζεύουν οι γυναίκες… Μου είπε και για κείνο το κόσμημα που το είδε σε μια βιτρίνα και το ήθελε οπωσδήποτε, όμως τα μαγαζιά είχαν κλείσει αλλά αυτή επέμενε ότι θα της το έπαιρναν, το πρωί της δευτέρας έτρεξε να το πάρει, όμορφο ήτανε …

Μου έλεγε ιστορίες για τη Δωδώνη, το παλιό ζαχαροπλαστείο με τις μπουγάτσες που είχαν ένα φύλο χοντρό και νόστιμο, δεν το βρίσκεις πια, και για τη γυναίκα που σερβίριζε εκεί πέρα μια μεσόκοπη με κρεπαρισμένα μαλλιά χειμώνα καλοκαίρι, κάτι πάστες άσπρες με ινδοκάρυδο μου είχε ζητήσει να τις πάρω, πολύ φρέσκες, πολύ απαλές ήτανε, είχαν κάτι στρώσεις μαλακές, θύμιζαν τις πάστες που έτρωγες όταν ήσουν παιδί , ήθελε να τις φάει όλες επί τόπου…


Όταν ξυπνούσα έβρισκα την οδοντόβουρτσα και το ξυραφάκι μου στο ποτήρι, τη πετσέτα διπλωμένη πάνω στο πλυντήριο, ζητούσα το σώμα της, άκουγα την ανάσα της στ αυτιά μου συνέχεια, ήθελα να της μιλώ, το πρωί ήταν όμορφη, τα μάτια της θύμιζαν χάντρες μικρούτσικες, οι μαύροι κύκλοι κατά τρόπο παράξενο τις πήγαιναν…


‘’Γιατί ρωτάς τόσα πολλά;’’ μου έλεγε, ‘’Γιατί σκέφτεσαι συνέχεια; ’’ όμως εγώ ήθελα να μάθω τι γίνεται σ αυτόν το κόσμο τον εσωτερικό, τον μυστήριο, τι συμβαίνει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που μένουν στο ίδιο σπίτι, που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, πως γίνεται να συνυπάρχουν, το είχα ξεχάσει…

Είχα ακουμπήσει πάνω της, ήμασταν τόσο καλά, την είχα ήταν δικιά μου εκείνη τη στιγμή, της είπα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της, δε με πίστεψε, έτσι είναι οι γυναίκες, αμφιβάλουν ότι κι αν κάνεις, όλο παρερμηνείες και παρεξηγήσεις συμβαίνουν καθώς είσαι στη τσίτα, θέλει πολύ προσοχή, πολύ ψυχραιμία, πολύ υπομονή, οι γέφυρες δε στήνονται εύκολα, κι ούτε ξέρεις κατά που θα κινηθεί το πράγμα, κάθε στιγμή μπορεί ν αλλάξει κατεύθυνση, να σε πάει προς τα πίσω και άιντε ξανά πάλι απ την αρχή, δεν είναι διατεθειμένες να κουνηθούν ούτε εκατοστό απ τη θέση τους, σέρνουν αμαρτίες κι εμπειρίες που πονάνε σαν πληγές ανοιχτές, φοβούνται ότι καμιά κατραπακιά τις περιμένει πάλι τη γωνία.


Κι ύστερα είναι το τελείως διαφορετικό του χαρακτήρα που είναι ελκυστικό απίστευτα αλλά πρέπει να το συνηθίσεις, να το προσαρμόσεις στα μέτρα σου. Σου λένε και ιστορίες τόσο τρομερές που δε λέγονται, μερικά πράγματα δε μπορείς να τα γράψεις, δε γίνεται, δεν είναι δυνατό, θυμώνουν με το παραμικρό, σου λένε ότι αν αδιαφορούσαν δε θα έκαναν τίποτα οπότε πρέπει να χαίρεσαι για τα βασανιστήρια που σε υποβάλουν, πολύ ωραία, ψάχνουν να βρουν αδυναμίες, ελλείψεις και ψεγάδια πάνω σου, γίνονται σκληρές, τόσο σκληρές που σε κάνουν να βάζεις τα κλάματα κι όλα αυτά ενώ υποτίθεται ότι σ αγαπούν, δε καταλαβαίνουν τίποτα, αδύναμο φύλο σου λέει, ναι καλά, όλο αυτό είναι λίγο σαδιστικό βέβαια, που να μη μας αγαπούσαν κιόλας…

Τη νύχτα ήχοι περίεργοι με ξυπνούσαν, αυτή τινάζονταν τρομαγμένη σα να έβλεπε εφιάλτες, ένα ρίγος με διαπερνούσε, πονούσαν τα λαιμά μου, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, δε μ έπιανε ύπνος ένα θρίλερ είχα δει κάποιο που του είχαν κόψει τα δάχτυλα πάλευε μ ένα παλαβό σ ένα νησί οι κόρες των ματιών του παλαβού είχαν διασταλεί τόσο πολύ που γέμισαν ολόκληρο το μάτι του, στη ζαλάδα μου ένα μπλουζάκι άφησα δίπλα στη λεκάνη με τη χλωρίνη, το πρωί το μαύρο χρώμα του είχε γίνει μια κηλίδα πορτοκαλιά.



Ήταν τόσο πολλά που έπρεπε ν αφομοιώσω να καταλάβω να χωνέψω υπήρχαν στιγμές που το μυαλό ήταν έτοιμο να καταρρεύσει τα συνεχή μπρος πίσω μπορούν να σε τρελάνουν οι μέρες περνούσαν γρήγορα κι το καλοκαίρι τελείωνε και τα βράδια έπιαναν βροχές κι ορίζοντας φωτίζονταν από αστραπές. ''Όταν με δεις να βάφω τα νύχια μου να ξέρεις ότι δεν είμαι καλά!'' μου είπε κι εγώ σκέφτηκα ότι αυτό θα έπρεπε να το θυμάμαι, όταν μαλώναμε κι έφευγα απ τις σκάλες μου άναβε το φως, εκεί που νόμιζα ότι όλα τελείωναν ελπίδες τυφλές αναδύονταν κάθε φορά έπρεπε να καταλάβω τι εννοούσε μ αυτά που έλεγε και τι κρύβονταν κάτω απ τα λόγια της.


Μια τρυφερότητα για όλους ένιωθα, όλους ήθελα να τους αγγίζω, κάτι πρέπει ν ανέδυε το σώμα μου, οι γυναίκες πρέπει να το καταλάβαιναν, στο αστικό ένα κορίτσι ήρθε να καθίσει δίπλα μου, ένα στεφάνι μεταλλικό είχε τυλιγμένο γύρω απ το μέτωπο, ''Πολλές τρελές μπαίνουν μες τα λεωφορεία...'' είπε '' και με κοίταξε περίεργα με τα γαλανά μάτια της, ένα άρωμα βαρύ φορούσε, έπαψε για λίγο , μετά συνέχισε '' Τη Κυριακή είναι τα εννιάμερα της Παναγίας, γιορτάζουν στη Μηχανιώνα !’’


Τα πρωινά έβγαινα ζαλισμένος, στο δρόμο, μια εκκλησία έψαχνα, γυναίκες κατέβαζαν σακούλες στους κάδους, κάποιος ανέβαζε ένα στόρι, γάτες με ρίγες πιτσιλωτές που θύμιζαν πάνθηρες διέσχιζαν αργά το οδόστρωμα , ένα μηχανάκι με μια σημαία πελώρια καρφωμένη στη πίσω μεριά του πέρασε, ένα παιδί είχα πετύχει σε μια ανηφόρα, έμοιαζε ξέπνοο, ένα μπλουζάκια μ ένα κορδόνι που έδενε στο στήθος φορούσε, το ρώτησα κατά που έπεφτε η εκκλησία’’ Μια ανάσα να πάρω !’’ μου είπε ‘’Έρχομαι από ποτό! ‘’ κοντοστάθηκε και μου έδειξε. Κουράστηκα μέχρι να φτάσω, σ ένα σκαλί σκόνταψα, παλιό κτίσμα, κάτι θόλοι ψηλοί, τοιχογραφίες παλιές, ένα παιδί έψελνε, ωραία φωνή είχε, ακουστική θαυμάσια είχε ο χώρος, ο Χρήστος που ανέβηκε κάποτε στον τρούλο μου είχε πει ότι έχουν βάλει εκεί πάνω πιθάρια αρχαία που αναπαράγουν τον ήχο και τον σκορπίζουν τριγύρω, αυτός ανέβηκε κάποτε από μια σκάλα μυστική μαζί μ ένα νεωκόρο και τα είδανε, δε χρειαζόταν μικρόφωνο, ο ήχος απλώνονταν όμορφα, ένα κορίτσι ψηλό με πρόσωπο άσπρο μας κοίταζε...


‘’Μετά την εκκλησία τα λέγαμε με το Χρήστο, ‘’Κάνεις καθόλου τη προσευχή σου;’’ με ρώτησε ‘’Όχι!'' είπα ''Ψέλνεις όμως στο αναλόγιο, κι αυτό είναι καλό, πολύ καλό!’’ είπε σχεδόν από μέσα του, τι παιδί κι αυτό, τελευταία διάβαζε πολύ αστρονομία, μου ζητούσε να του βρω βιβλία για τους γαλαξίες, είχε κόλλημα, ψώνιο δε ξέρω πως σκέφτονταν αυτό το παιδί, ποτέ δε μπορούσες να καταλάβεις τι είχε στο μυαλό του. Μιλούσε για τα φάσματα των γαλαξιών, τον τρέλαινε η ιδέα ότι φως που φτάνει από κει πάνω χρειάζεται να ταξιδέψει απίστευτα διαστήματα, ήταν καλός στα μαθηματικά, του άρεσαν οι υπολογισμοί μεγάλων αριθμών που περιλάμβαναν δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια, τον τρέλαινε κι ότι σχετίζονταν με το φως, μου εξηγούσε τις θεωρίες για τις μαύρες και τις λευκές τρύπες οι οποίες καταναλώνουν τέτοιες ποσότητες ενεργείας που το μυαλό δε μπορεί να συλλάβει! Καλά πολύ κουφά μου φαίνονταν όλα αυτά, είχα και τα δικά μου αλλά όπως τα έλεγε εξέπεμπαν μια γοητεία, πίστευε ότι εκεί ψηλά υπήρχε ένα πράγμα φωτεινό, ένας κβάζαρ που ήταν το λαμπρότερο αντικείμενο σ όλο το σύμπαν, ένα πράγμα που έμοιαζε με το υπέρτατο θεϊκό δημιούργημα και που δεν είχε μελετήσει κανείς ποτέ! Ήταν φανερό ότι αυτό ήταν το πάθος του,  δε μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν είχε σπουδάσει, μια φορά μου είπε ότι είχε κερδίσει μια υποτροφία για ένα πανεπιστήμιο κάπου στην Αμερική μα δεν πήγε επειδή δε καταλάβαινε τη γλώσσα, του φαίνονταν εμπόδιο αξεπέραστο, ανυπέρβλητο, για κάποιο λόγο δεν ήθελε να κάνει κάτι για να το ξεπεράσει, έμεινε εδώ πέρα ....

Στο κέντρο είχε δροσιά , τουρίστες με ρούχα καθαρά, σιδερωμένα, πέδιλα άνετα, καπέλα πλατύγυρα, νερό από μπουκαλάκια έπιναν, κοπέλες με γάμπες γυμνές αραδιασμένες στα καθίσματα, άνθρωποι έτρωγαν μπροστά σε τραπέζια με τραπεζομάντιλα καρό, ένας ζητιάνος είχε σωριαστεί στο κάθισμα του με το χέρι απλωμένο , αθλητικά ακούγονταν απ το ανοιχτό ραδιόφωνο που είχε κρεμάσει στη ράχη της καρέκλας του, κτίρια ψηλά τριγύρω με κλιματιστικά σφηνωμένα ανάμεσα σε τζάμια καφετιά, σταγόνες έπεφταν απ’ τα καπάκια του εξαερισμού…

Στο μαγαζί που πήγαμε γίνονταν χαμός, παρέες, όργανα ακούγονταν από κάπου, όλοι ήταν χαρούμενοι, μερικοί χόρευαν κάτι τραγούδια παλιά, γύρω τύποι περίεργοι που βρέθηκαν εκεί πέρα ένας μ ένα μουστάκι βαυαρικό που κρέμονταν μέχρι το λαιμό ένας άλλος με δυο δαχτυλίδια ένα κόκκινο κι ένα γαλάζιο μ είχε πιάσει μια εφορία, μιλούσα ασταμάτητα χειρονομούσα, αντικείμενα έπεφταν απ τα χέρια μου , ‘’ Μήπως είσαι ερωτευμένος; ‘’ με ρώτησε μια κοπέλα …

Καθόμασταν με το Χρήστο στο μαγαζί που ήταν στέκι όλων των αποτυχημένων κι όλων των σμπαραλιασμένων κι όλων των καμένων, τι μέρος κι εκείνο ρε φίλε, χαζεύαμε εκείνο το τύπο που δε μπορούσες να καταλάβεις την ηλικία του που κατάφερνε κάθε φορά να τον κερνούν όλες οι παρέες, πως το 'κανε ρε φίλε δε μπορούσαμε να καταλάβουμε, ήταν περίπτωση, μιλούσε όποτε ήθελε αυτός κι όταν άνοιγε το στόμα του μπορούσε να γίνει πολύ ωμός, σου έλεγε κάτι απίστευτα βαρύ με τη μεγαλύτερη άνεση κι εσύ ψαχνόσουν να βρεις από που σου ρθε, ποτέ δεν ανοίγονταν, λέγανε ότι κάποτε ήταν νονός της νύχτας, έδινε εκατοντάδες χιλιάδες γαρύφαλλα στα νυχτερινά μαγαζιά όλης της πόλης, έβγαζε ένα κάρο λεφτά που τα παιζε το καζίνο. Ήταν επικίνδυνο αλλά άρχισα να τον ρωτώ για τη ζωή του με κοίταξε μ ένα βλέμμα θολωμένο είπε ''Γιατί με ρωτάς;''- ''Αν θες απαντάς!'' του απάντησα όπως λέω πάντοτε, πήγαινα γυρεύοντας, δε ξέρω γιατί μ εμπιστεύονται πάντως έτσι γίνεται αν και είναι παιχνίδι με τη φωτιά, αυτός άρχισε να μιλά σιγά, κάποιος άσχετος πλησίασε ν ακούσει κι ο ''νονός'' στράφηκε μουρμουρίζοντας άγρια ''Μας αφήνεις μόνους!'' τον ρώτησα και για το γιο του κι εκεί με κοίταξε λίγο τρομαχτικά όποτε άλλαξα θέμα αμέσως γιατί το πράγμα άρχιζε να ξεφεύγει...

Νόμιζα ότι θα περνούσα το βράδυ μόνος μου όταν μου τηλεφώνησε'' Άμα θες πέρνα!'', στα ραντάρ νούμερα λεωφορείων ανεβοκατέβαιναν, δεν ήξερα ποιο ήταν το δικό μου, που θα κατέβαινα, φοβόμουν αν θα με δουν οι γείτονες που παρακολουθούσαν απ τα παράθυρα κι απ τα μπαλκόνια, σ ένα μέρος όπως καθόμουν και τη περίμενα κοίταζα τον ουρανό ψηλά ψάχνοντας εκείνο το λαμπερό αντικείμενο που βρίσκεται τόσο μακριά όταν απ το πουθενά εμφανίστηκε ένας γίγαντας τριχωτός με χέρια σαν κλαριά και γενειάδα που θύμιζε το μεγαλοπόδαρο ''Μήπως έχεις αναπτήρα;'' με ρώτησε...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

ΒΟΜΒΕΣ ΣΧΑΣΗΣ

Στο σπίτι της κάπου στην Άνω Πόλη ηρεμούσε, πουθενά αλλού, εκεί μονάχα, αναζητούσε ενστικτωδώς την ευεργετική της αύρα, τον χαλάρωνε, έβαζε μουσική να παίζει και ξάπλωνε κοιτάζοντας μια καρυδιά με παχιά φύλλα που έφτανε μέχρι το μπαλκόνι, θα πρέπει να υπήρχαν μπαξέδες εκεί κάποτε συλλογίζονταν, μια μαύρη γάτα σκαρφάλωνε συχνά στο δέντρο και τον κοίταζε με τα γυαλιστερά της μάτια...

Αισθάνονταν ασφάλεια μαζί του, φοβόταν λιγότερο, μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα τις νύχτες δίχως να τρομάζει απ τα τα τριξίματα της πόρτας κι απ τους περίεργους ήχους όταν νόμιζε ότι κάποιος ψηλαφούσε απ έξω το πόμολο, όταν όλα της φαίνονταν αλλόκοτα ακόμα και τα απορριμματοφόρα του δήμου που έβγαιναν ν αδειάσουν τους κάδους στα στενά μες τ άγρια μεσάνυχτα. Η αλήθεια είναι ότι ήταν λίγο φοβιτσιάρα, όταν ξεχνούσε ένα αντικείμενο στο κρεβάτι της, μια πετσέτα ή ένα ρούχο, αν το άγγιζε στα σκοτεινά όπως πήγαινε να πλαγιάσει μπορούσε να πεταχτεί μέχρι το ταβάνι! Κι ήταν και τα όνειρα με τον μαυροφορεμένο τύπο που στέκονταν στο ανοιχτό ντουλάπι της κουζίνας και κάρφωνε πάνω της το βλέμμα του ενώ αυτή είχε παραλύσει στο κρεβάτι και δε μπορούσε να κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι της!

Η κοπέλα είχε θεματάκια όχι μόνο τη νύχτα μα και μέρα μεσημέρι, στο εργαστήρι που δούλευε έβλεπε, μόνο αυτή, κάποιον να μπαίνει και να της χαμογελά, τον παρακολουθούσε με το βλέμμα μέχρι να φύγει, του χαμογελούσε κιόλας, όλοι είχαν πάθε πλάκα ''Είσαι στα καλά σου κορίτσι μου !'' της λέγανε.

Αυτός της παρείχε σιγουριά όπως κάθε σωστό αρσενικό από γενέσεως κόσμου έως σήμερα, λειτουργούσε σταθεροποιητικά, την παρηγορούσε, την καθησύχαζε ειδικά τις δύσκολες ζεστές μέρες του καλοκαιριού όταν οι θερμοκρασίες γίνονταν αφόρητες,μαζί του δε φοβόταν, της έδινε την εντύπωση ότι αυτός θα τα κατάφερνε ότι και να γίνονταν, θα επιβίωνε κάθε δοκιμασίας, θα έβγαινε ζωντανός, θα πάλευε με θεούς και δαίμονες κι οτιδήποτε τρομαχτικό υπήρχε εκεί έξω !

Έφερνε μαζί του ένα καφέ μαύρο και πηχτό σα λάδι αυτοκινήτου, δεν έδινε δυάρα για κάτι τέτοια κι ούτε πρόσεχε στο ελάχιστο τη διατροφή του, σιγά μη κάθονταν ν' ασχολείται, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ρίξει κάτι μες το στομάχι του και να μην ασχολείται μ αυτή τη βλακεία! Καμιά φορά λαχταρούσε λίγο φρούτο και τότε αυτή του έκοβε κάνα πεπονάκι μοσχομυριστό, έπαιρνε τη φέτα και τη δάγκωνε απολαυστικά γλείφοντας τα χείλη του, κάποτε ζητούσε και μια δεύτερη, όποτε του έρχονταν φλασιά τρελή γύρευε καμιά ντομάτα και τη δάγκωνε όπως ήταν, δίχως αλάτι ή λάδι κι άλλοτε πάλι είχε όρεξη για καμιά κονσέρβα ψαριού πνιγμένη στο λεμόνι....

Έτρωγε κάτι κι έπειτα ξάπλωνε στον καναπέ ώρες ολόκληρες, τα βράδια του καλοκαιριού του άρεσε να βλέπει ντοκιμαντέρ, μπορούσε να κάθεται και να τα βλέπει μέχρι το ξημέρωμα αλλάζοντας νευρικά κανάλια όλη την ώρα. Του άρεσαν οι εκπομπές για τα μέρη εκείνα που είναι λέει τόσο καυτά ώστε οι σόλες των παπουτσιών σου λιώνουν σε μερικά λεπτά ενώ το σώμα χάνει με ρυθμούς διαβολικούς τους ηλεκτρολύτες που ρυθμίζουν την κατανομή του νερού μέσα του. Του άρεσαν προγράμματα σχετικά με τη χημεία, το κάλιο, το νάτριο, τα ιχνοστοιχεία, το βόριο, το μαγνήσιο, το σελήνιο...

Η δουλειά του δε πήγαινε καλά μα ούτε που ασχολούνταν, έδειχνε αποτραβηγμένος,έμοιαζε σα να ήθελε να παραιτηθεί απ όλα, για πολλά χρόνια είχε δουλέψει σα σκύλος, είχε μαζέψει κάμποσα λεφτά, πήρε κι ένα δάνειο για ν' αγοράσει μια βίλα τρίπατη. Εκείνο το διάστημα ήταν ενθουσιασμένος, την έφερνε με τ αυτοκίνητο να δει τη βίλα, της εξηγούσε ότι εκεί κοντά ήταν το σχολείο όπου θα πήγαινε τα παιδιά του, στο υπόγειο θα έβαζε τη μάνα του που ήταν μονάχη της κι είχε αρχίσει να το χάνει, δε την έβλεπε συχνά κι είχε τύψεις γι αυτό. Όποτε πήγαινε τα καλοκαίρια να τη δει τα χορτάρια κι οι αγριοσυκιές στο προαύλιο είχαν θεριέψει, έπρεπε να τις ξεριζώσει γιατί αλλιώτικα τη γρια θα την έτρωγαν τα φίδια, τα μαμούνια κι οι αράχνες, μια φορά όπως είχε πέσει με τα μούτρα να τα καθαρίσει κάτι πετάχτηκε μες απ τα χόρτα και τον τσίμπησε, έβγαλε σημάδια παντού στα πόδια του, είχε τρομάξει, έτρεχε στα φαρμακεία να πάρει αλοιφές...

Έπρεπε να τη πάρει τη μάνα του απ το χωριό, η γρια δε πήγαινε καλά, την είχε πιάσει μια μελαγχολία, μια κατάθλιψη, μια στενοχώρια κι οι γιατροί τη εγραψαν κάτι φάρμακα που την έκαναν να κοιμάται και να σέρνεται όλη μέρα!

Την αγαπούσε τη μάνα του, όλο ιστορίες παλιές του έλεγε τελευταία, ιστορίες που δε τις είχε πει ποτέ σα να καταλάβαινε ότι το καντήλι της έσβηνε. Του μιλούσε για τον πατέρα του, για τότε που γνωρίστηκαν έξω από μια εκκλησιά, κάτω από ένα δέντρο, αυτή ήταν πιο ψηλή κι εκείνος είχε κομπλάρει, όμως η μητέρα του τον γούσταρε, ήταν όμορφος, οι δικοί της δεν τον ήθελαν γιατί είχε μείνει λίγο ανάπηρος από ένα φάρμακο που έδιναν τότε στα παιδιά και σακάτευαν τα ποδαράκια τους, ένας γιατρός τον έσωσε, τον είχε δει μια φορά να κουτσαίνει και του πρότεινε μια σειρά από εγχειρίσεις, του έσπαγαν το πόδι, μετά το ίσιωναν, το έσπαζαν πάλι και ξανά απ την αρχή, ήταν μια διαδικασία οδυνηρή, νόμιζε ότι θα πέθαινε απ τον πόνο αλλά τελικά έστρωσε κάπως το πόδι του και περπατούσε σαν άνθρωπος!

Όσο της πήγαιναν κόντρα αυτή τρελαίνονταν σκύλιαζε, δε θα της λεγε κανείς τι να κάνει, αυτή τον αγαπούσε γιατί ήταν όμορφος και δε την ένοιαζε τίποτα, να πήγαιναν να πνιγούν όλοι, τελικά παντρεύτηκαν, μιλάμε στις φωτογραφίες η μάνα του ήταν μια κούκλα απίστευτη δεν υπήρχε στη γη πιο όμορφο πλάσμα !

Είχε προγραμματίσει να τους έχει τους γονείς του στο σπίτι του μα δεν του ήρθαν όπως τα ήθελε, τα έχασε όλα, του τα πήραν οι τράπεζες, τώρα του είχε μείνει αυτή μόνο. Γνωρίζονταν από παλιά όμως για κάποιον λόγο είχαν έρθει κοντά τελευταία, περνούσαν μαζί πολλές ώρες, τα καλοκαίρια έπρεπε οπωσδήποτε να πάνε στη θάλασσα, αυτή δίχως κολύμπι αρρώσταινε, ήταν το καλύτερο αγχολυτικό του κόσμου, με το που έμπαινε στο νερό τα ξεχνούσε όλα, ηρεμούσε, δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο!

Αυτός δε τη γούσταρε καθόλου την απέραντη υδάτινη έκταση, προέρχονταν απ τα ορεινά, ούτε που έβρεχε τα πόδια του, καθόταν μονάχα σε μια καρέκλα κοιτάζοντας τις μικροσκοπικές φυσαλίδες που ανέβαιναν στο ποτήρι της μπίρας καθώς τα κύματα της ηλιακής ακτινοβολίας απλώνονταν σαν ομίχλη που σκόρπιζε στον ορίζοντα. Την περίμενε να βγει για να τη σκουπίσει κι ύστερα της εξηγούσε όλα τα βουνά και τα ακρωτήρια που φαίνονταν στον ορίζοντα, αυτή άκουγε το μάθημα γεωγραφίας εντελώς χαμένη, ποτέ δε μπορούσε να βρει τον προσανατολισμό, την ανατολή, τη δύση, το νοτιά, τίποτα! Τα βράδια έβγαιναν με φίλους, όλοι ήξεραν ότι θα σωριάζονταν στο κάθισμα του μέχρι τις δυόμιση τα ξημερώματα, ακριβώς εκείνη τη στιγμή θα πετάγονταν πάνω φωνάζοντας ''Έλα παιδιά, δε βλέπω κέφι, δεν είμαστε ζωηροί !'' Όταν οι άλλοι έφευγαν αυτοί καθόταν μέχρι την αυγή, τα γκαρσόνια ήθελαν να κλείσουν, χασμουριόταν, τραβούσαν τις τζαμαρίες, έσβηναν τα φώτα, αυτοί δε λέγανε να ξεκουμπιστούν!

Το ξημέρωμα πάντα ήθελαν να βλέπουν την ανατολή καθώς ο ήλιος έβαζε φωτιά στα σύννεφα που έμοιαζαν να καίγονται και να πυρπολούνται μέχρι μακριά πέρα, νερά υπήρχαν στο δρόμο από κάποια νεροποντή νυχτερινή ή από καμιά διαρροή, τη φιλούσε κάτω από τ' αυτί αγγίζοντας ένα σκουλαρίκι χρυσό, πολύ λεπτό, μ ένα πετράδι γαλάζιο σε σχήμα ρόμβου καρφωμένο πάνω του, το δέρμα της ήταν υπέροχο, απαλό, σε καλούσε να το χαϊδέψεις, μια ρίγα άσπρη έτρεχε στη μέση της πλάτης της απ' το μαγιό που φορούσε, τα σανδάλια με τα χρυσά λουράκια που τύλιγαν τα πόδια της την έκαναν να μοιάζει με βασίλισσα της Αιγύπτου...

Τον αγαπούσε μα δε μπορούσε ν αφεθεί μαζί του, ήταν κι εκείνο το βλέμμα του το λοξό, ποτε δεν τη κοίταζε κατάματα, δεν τον εμπιστεύονταν καθόλου. Της είχε συμπαρασταθεί βέβαια τότε που περνούσε τα δικά της κι ο άνδρας της την κακομεταχειρίζονταν, την έκλεινε στο σπίτι, της έκανε τη ζωή δύσκολη, τη χτυπούσε, είχε λυσσάξει, μια φορά της είχε στραμπουλίσει άσχημα τον καρπό, τρέχανε στα νοσοκομεία, την παρακαλούσε μαζί μ όλο του το σόι να κρύψει τις μελανιές και να μη του κάνει μήνυση! Αυτός της είχε συμπαρασταθεί τότε, τη στήριζε, ''Πρέπει να χωρίσεις!'' της έλεγε ''Δε θα βγεις ζωντανή απ αυτό !'' δε μπορούσε να το ξεχάσει, όμως ήταν απρόβλεπτος, απ το πουθενά μπορούσε να θυμώσει, ν αγριέψει, να ξεσπάσει σε εκρήξεις ζήλιας έτσι, δίχως λόγο σοβαρό, μια φορά την είχε κάνει να κλάψει κιόλας, ..

Δε τον εμπιστεύονταν, δε μπορούσε να αφεθεί, όλο με κάτι τύπους παρακμιακούς έκανε παρέα ένιωθε μια γοητεία γι αυτούς, άνθρωποι της νύχτας, τελειωμένοι, καμένοι, σωματέμποροι που ταξίδευαν στη Ρωσία για να φέρουν κοπέλες στα μαγαζιά τους, με κάτι τέτοιους ήταν όλη την ώρα, δένονταν μαζί τους, σε μερικούς που είχαν μπει φυλακή έστελνε λεφτά, τους επισκέπτονταν, τους κουβαλούσε φαΐ...

Όμως ήταν αστείος, γελούσε ασταμάτητα με τα καμώματα του, όλο πατέντες έβρισκε για να γλυτώνει λεφτά, πέθαινε για κάτι τέτοια, όταν κατάφερνε να μη καίει πολύ βενζίνη τρέχοντας με μια στάνταρ ταχύτητα ένιωθε ότι έκανε κάτι φοβερό, στα διόδια συνειδητοποίησε ότι αν πήγαινε απ την ακριανή μπάρα και την ακουμπούσε με τον προφυλακτήρα αυτή άνοιγε μόνη της, κανείς δε τον ρωτούσε τίποτα, κανένα περιπολικό δεν αμολιούνταν ουρλιάζοντας ξοπίσω του...

Όπως και να είχε αυτή τον χρειάζονταν περισσότερο, αισθάνονταν ευάλωτη, ο κόσμος είναι κακός, άγριος, έτοιμος να σου μιλήσει άσχημα, να σε προσβάλει, να σε πληγώσει, να σε κομματιάσει, να σε πιάσει απ το λαιμό και να σου χτυπήσει το κεφάλι στο τοίχο, μόνο που είχε έναν άντρα στο σπίτι ήταν καλύτερα, τον έβαζε στον καναπέ κι αυτός δε ζητούσε τίποτα, όταν δε τον έπαινε ο ύπνος έβαζε το κλιματιστικό που δρόσιζε τον αέρα και καθάριζε το μυαλό του που έμοιαζε να περιπλανιέται συνέχεια, της μιλούσε, άκουγε μουσική και ταυτόχρονα έβλεπε ντοκιμαντέρ σα να ήθελε περισσότερα από ένα ερεθίσματα ν απασχολήσει τη σκέψη του ταυτόχρονα, ν αναλύει αέναα κάνοντας συνδυασμούς ασυνήθιστους...

Καθόταν και παρακολουθούσε σειρές διάφορες για τους πάγους και τους κρύους βοριάδες που φυσούν ξεκινώντας από θύλακες χαμηλής ατμοσφαιρικής πίεσης στα σημεία του πλανήτη τα ξεχασμένα απ το θεό, για ωκεανούς γαλανούς γεμάτους κοπάδια ψαριών με ράχες αστραφτερές, για μεταναστεύσεις πληθυσμών από αντιλόπες, ζέβρες, πεταλούδες, για αναβάτες που σκαρφαλώνουν σε κάθετους όγκους γρανίτη. Του άρεσαν και τα σήριαλ με γυναίκες τόσο τρομαχτικές που φοβάσαι να τις δεις κατάματα, αυτές που τεμαχίζουν σε κομματάκια τους συζύγους και τους κρύβουν στα ντουλάπια και στα υπόγεια, πιο πολύ όμως του είχε κάνει εντύπωση ένα έργο μ ένα επιστήμονα παλαβό που έχε ανακαλύψει το κόλπο για να φτιάξει μια βόμβα τόσο δυνατή που μπορούσε να ανατινάξει το σύμπαν ολόκληρο! Εκείνος ο παλαβός επιστήμονας βομβάρδιζε πυρήνες προκαλώντας θερμοκρασίες εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου που ενεργοποιούσαν ακόμα και τα πιο αδρανή υλικά προκαλώντας ένα χάος καταστροφικό που εξαερώνει τα πάντα στο διάβα του. Σαν κοιμόταν συνέχιζε να βλέπει στον ύπνο του σκηνές απ όλα αυτά που γίνονταν ένα μείγμα, ένα ανακάτεμα, ένα συνονθύλευμα τρελό, όταν τύχαινε ν ανοίξει μια στιγμή τα μάτια του η γάτα ήταν πάντα εκεί στο δέντρο, τα μάτια της γυάλιζαν ...


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

TΟ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ ΤΟΥ ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΟΥ ΒΟΥΝΟΥ



Κεραυνοί πέρα απ τη μεριά του μενεξεδένιου βουνού αυλάκωναν τον ουρανό με εκκενώσεις ηλεκτρικές, οι βροντές και τα μπουμπουνητά θύμιζαν βρυχηθμούς λεοπάρδαλης, στο δρόμο οι οδηγοί είχαν σταματήσει, κατέβαιναν από τ αμάξια να δουν τη φαντασμαγορία που διαγράφονταν στον ορίζοντα αν κι ήταν επικίνδυνο, όταν έπιανε καταιγίδα κατά κει δεν ήταν να βρίσκεσαι εκτεθειμένος, ένα σωρό άνθρωποι είχαν χτυπηθεί!

Απ το παράθυρο βλέπαμε κι εμείς τους κεραυνούς να εκτοξεύονται απ το βουνό όπου είχαν εγκαταστήσει ένα αστεροσκοπείο, κανείς δεν ήξερε γιατί ονομάζονταν μενεξεδένια η οροσειρά αντίκρυ μας, οι ειδικοί όμως διαβεβαίωναν ότι η τοποθεσία ήταν ιδανική για το παρατηρητήριο, λέγανε μάλιστα ότι οι αστρονόμοι είχαν ανακαλύψει από κει κι έναν κομήτη που δεν είχε δει κανείς άλλος ποτέ πριν !

Οι αστραπές τώρα έσκαγαν με βία στη θάλασσα, η βροχή που είχε πιάσει πάντως έσπασε τον καύσωνα της μέρας, στο σπίτι είχε δροσιά, στα τραπέζια χυμοί με παγάκια άφθονα, μια μουσική ακούγονταν από κάπου, στα ράφια αραδιασμένα βάζα γυάλινα γεμάτα καραμέλες, οι γυναίκες έπαιρναν από ένα καλάθι σαπούνια αρωματικά και τα δοκίμαζαν στη μύτη…

Ένα κορίτσι μπήκε στην κάμαρα αφήνοντας στο τραπέζι μια γλάστρα ορχιδέας μαβιά κι άσπρη, δυο σκουλαρίκια μαργαριταρένια καρφωμένα στο αυτί είχε, όπως καθόταν έφερνε το αριστερό χέρι στο μέρος της κοιλιάς, στο δεξί βαστούσε τώρα ένα κυπελλάκι πλαστικό με καφέ, η επιδερμίδα της πολύ απαλή με κάτι τριχούλες μικροσκοπικές, μια στάλα ιδρώτα έτρεχε απ το λαιμό, τα νύχια της ήταν μικροσκοπικά, το σώμα της έβγαζε μια αύρα που με χαλάρωνε, μπορούσα να κάθομαι εκεί και να με ηρεμεί δίχως να μιλά...

Γύρω μιλούσαν για τους καύσωνες, ο Γιώργος ερχόταν απ το χωριό του όπου είχε πάει να δει τη μάνα του που υπέφερε απ τη ζέστη, οι γέροι κι οι άρρωστοι ζορίζονται περισσότερο τέτοια εποχή, ο Γιώργος έλεγε πως οι παλιοί άντεχαν πιο πολύ, ήταν σκληρότεροι, άλλος πάλι έλεγε ότι παλιά τα καλοκαίρια οι άνθρωποι δούλευαν πιο πολύ, άντεχαν περισσότερο όλη μέρα- μη σου πω κι όλη νύχτα, καλά η ζωή τότε πρέπει να ήταν πολύ χάλια - στα χωράφια, στις οικοδομές, στους φούρνους και στα κάρβουνα όπου έψηναν κρέατα, ήταν πιο δυνατοί, το χειμώνα βέβαια καθόντουσαν αραχτοί για μήνες καρτερώντας το καλοκαίρι πάλι…

Μερικοί συμφωνούσαν, άλλοι όχι, όπως και να χει ο Αύγουστος είναι μια περίοδος περίεργη, διάφορα συμβαίνουν πάντοτε, το πρωί είχαμε χαιρετήσει το Γιάννη, έφυγε για το εξωτερικό να δει τα πεθερικά του, θα κοιμόταν ένα βράδυ σε μια πόλη και κατόπι θα συνέχιζε προς τα βόρεια μέσα από κοιλάδες και ροδώνες ανθισμένους, τελικά μας είχε τηλεφωνήσει ότι στα σύνορα τον γύρισαν πίσω, ένα χαρτί του έλειπε και δε μπορούσε να περάσει...

Η Γιώργος που πίστευε ότι οι παλιοί άντεχαν περισσότερο, διηγούνταν ότι στο βάθος του κόλπου που βλέπαμε υπήρχε ένα σημείο όπου η θάλασσα ήταν άπατη, το σημείο λέγονταν ‘’ο βυθός’’, εκεί είχε πνιγεί κάποτε μια κοπέλα όπως κολυμπούσε, οι ντόπιοι ιστορούσαν ότι την έβλεπαν τις νύχτες με φεγγάρι να περπατά στα νερά, πολλοί την είχαν δει κι ένας παπάς μάλιστα…

Κατά πως έλεγαν οι ντόπιοι εκεί που τελείωνε το ακρωτήρι που κύκλωνε τον κόλπο, κάτω απ τα βράχια, υπήρχε μια σπηλιά πολύ βαθιά, όσοι είχαν μπει μέσα με βάρκα είδαν κάτι καμάρες και μια ρωγμή γαλάζια, λαμπερή σε μια πέτρα, μα φοβήθηκαν, δε μπορούσαν να πάνε πιο βαθιά, ο αέρας εκεί μέσα ήταν αποπνικτικός, αν κατάφερνες βέβαια με κάποιον τρόπο έστω και έρποντας να συνεχίσεις ένα άνοιγμα σχηματίζονταν, ένα κενό, ένα χάσμα από κατακρήμνιση του εδάφους, από ψηλά μπορούσες να δεις τη σπηλιά, ήταν ένα θέαμα έξοχο , εκεί κοντά είχε γίνει ένα φονικό κάποτε και το μέρος το λέγανε ‘’του φονιά το λαγκάδι''...
Οι κεραυνοί και τ’ αστροπελέκια στο μεταξύ είχαν αρχίσει ξανά να πέφτουν και να βρυχώνται απειλητικά, μπουμπούνιζαν, έτριζαν, έσκιζαν τον ορίζοντα, ‘’Θα σας βάλω ένα τραγούδι ν’ ακούσετε’’ είπε κι όλοι γυρίσαμε να δούμε μια γυναίκα που δε μιλούσε τόση ώρα παρά μόνο έκρυβε με μια βεντάλια το στόμα της καθώς τα δόντια της δεν ήταν ότι καλύτερο. Ένα ζευγάρια γυαλιά με φαρδιούς φακούς λίγο παλιομοδίτικα φορούσε, όταν γελούσε έκρυβε με το ριπίδι το μισό της πρόσωπο, έβαλε στο κινητό ένα λαϊκό ωραίο που δεν το είχα προσέξει ποτέ, μιλούσε για κάποιον ετοιμοθάνατο, από κάποια παλιά ελληνική ταινία γυρισμένη στο Αιγαίο ήτανε, που τη θυμήθηκε, πόσα χρόνια είχα να τη δω τη ταινία, ήταν από κείνες τις απαγορευμένες που τώρα προκαλούν μόνο γέλιο, ταινίες που βλέπεις τα καλοκαίρια καθώς κυλιέσαι σε μαξιλάρια και σεντόνια ιδρωμένα όταν δε σε πιάνει ο ύπνος με τίποτα...

Ένας υδραυλικός με μια γενειάδα σα του Διογένη υπήρχε στη παρέα, είχε έρθει για κάποιο μνημόσυνο, μια γυναίκα έπεσε απ την ταράτσα εκεί κοντά που ήμασταν γιατί μάλωσε με τον άντρα της που της μίλησε άσχημα, οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες πάντα, ο υδραυλικός την ήξερε από μια δουλειά που της είχε κάνει...

Τα χρόνια της ανοικοδόμησης είχε κάνει τις εγκαταστήσεις σ όλη τη περιοχή, τα καλοκαίρια έψαχνε διαρροές νερού μες τα ντουβάρια που σάπιζαν, σε μια πολυκατοικία ένας σωλήνας είχε σπάσει πλημυρίζοντας το σύμπαν, έπρεπε ν’ αλλάξει όλο τα σύστημα, στο κήπο είχε σκάψει ένα λάκκο δυο μέτρα γύρω απ τις ρίζες ενός δέντρου τεράστιου που είχε καλύψει εντελώς τον μεταλλικό σωλήνα. Καθώς παιδευόταν και τυραννιούνταν με τις ρίζες ένα παιδί πολύ ζωηρό χτυπιόταν στο μπαλκόνι, ή μάνα του είχε τρελαθεί, δε μπορούσε να το κάνει ζάφτι, ξαφνικά το μικρό καβάλησε το κάγκελο και βούτηξε στο κενό, ο υδραυλικός το πρόσεξε στον αέρα με την άκρη του ματιού κι ενστικτωδώς έστριψε το σώμα του αρπάζοντας το, το μικρό προσγειώθηκε πάνω του και παραλίγο να του διαλύσει το στήθος αλλά σώθηκε, η μάνα του πήγε να τσιρίξει απ την τρομάρα της όμως απ το στόμα της δε βγήκε τίποτα, είχε κολλήσει δίχως να καταλαβαίνει τι γίνεται, από τότε έχασε τη φωνή της, τη πήγαν σ όλους τους γιατρούς του κόσμου, στους καλύτερους θεραπευτές, δε ξαναβρήκε τη μιλιά της ποτέ, το παιδί πάντως μεγάλωσε, έγινε γιατρός παρακαλώ, κατά καιρούς έβρισκε τον υδραυλικό και τον ευχαριστούσε, η γυναίκα εκείνη, η βουβή τελικά δεν άντεξε κι έπεσε απ την ταράτσα...

Ο υδραυλικός που καθόταν αμίλητος ώρα πολύ κι άκουγε μονάχα ξαφνικά άρχισε να μιλά σα ν αποφάσισε μόνος του ότι ήταν η ώρα να το κάνει, είπε ότι μια τέτοια μέρα με κεραυνούς ήταν η χειρότερη στη ζωή του, τότε που φοβήθηκε πιότερο από κάθε άλλη φορά.

Πρέπει να είχε συμβεί καμιά δεκαετία πριν, όπως οδηγούσε το καινούριο Φίατ 500, το sport ψάχνοντας το δρόμο πίσω απ τους βρεγμένους υαλοκαθαριστήρες ένας μεθυσμένος απ την απέναντι μεριά καβάλησε τη νησίδα και τον κάρφωσε στη μέση, το αυτοκίνητο δίπλωσε κι αυτός βρέθηκε εγκλωβισμένος στις λαμαρίνες που τον πίεζαν σα λαβίδες στο δεξιό γοφό. Η βροχή έμπαινε από παντού ανελέητη και τον μούσκευε ως το κόκαλο, δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα, νόμιζε ότι έβλεπε ένα έργο από κάπου μακριά, μια μεσόκοπη τον πλησίασε κι έριξε πάνω του μια κουβέρτα κι ένα αδιάβροχο κίτρινο, πρέπει να ήξερε αυτή, ανθρώπινα κεφάλια είχαν μαζευτεί γύρω του και κάτι έλεγαν, ήθελε να τους ευχαριστήσει μα δε μπορούσε, η βροχή συνέχιζε, οι κεραυνοί, οι αστραπές δεν έλεγαν να σταματήσουν, το οδόστρωμα είχε μεταβληθεί σε ποτάμι, όλα ήταν θολά, στο πρόσωπο ένιωθε να τον τσούζει κάτι, πρέπει να ήταν τα γυαλιά που είχαν καρφωθεί παντού, ο πόνος στο δεξί του πόδι ήταν το χειρότερο, ήθελε να κλείσει τα μάτια να τελειώνει μ όλο αυτό το πράγμα, η μεσόκοπη όμως που του είχε ρίξει τη κουβέρτα και το αδιάβροχο δε τον άφηνε, του κρατούσε το κεφάλι, κάτι του ψιθύριζε, δε καταλάβαινε, ‘’Όλα καλά θα πάνε!’’ κάτι τέτοιο, νερό του έδινε να πιει μ ένα μπουκαλάκι…

Όσο περνούσε η ώρα η καταιγίδα ησύχαζε, μια ομάδα από πιτσιρικάδες βγήκε στη προβλήτα κι άρχισε να βουτά από ψηλά στην αφρισμένη θάλασσα, μερικοί ήταν πολύ θεαματικοί, έκαναν ανάποδα φλιπ, έπεφταν σα βόμβες κι άλλοι πηδούσαν διαγράφοντας καμπύλες στον αέρα, δε κουράζονταν με τίποτα, ένας απ αυτούς ήταν πραγματικό δελφίνι, δεν έβγαινε καθόλου και τα δάχτυλα δεν έσκαγαν απ το νερό. Ένα κορίτσι ήταν μαζί τους, ξανθό με μαλλιά κυματιστά σα μικρή γοργόνα, φοβόταν να βουτήξει στην τρικυμία μονάχα τραβούσε με το κινητό τ' αγόρια που είχαν στυλ κι άνεση, τα βοηθούσε να βγουν απ το νερό και να σκαρφαλώσουν στο τσιμέντο, τα κύματα που έσκαγαν στη προβλήτα ανέβαιναν πολλές φορές στο τσιμέντο βρέχοντας τα πόδια της.

Στο τοπικό ΚΤΕΛ οι τουρίστες ξάπλωναν στο πάτωμα έχοντας υπνόσακους για μαξιλάρια, στις αποθήκες με τα δέματα αφίσες κρεμασμένες έδειχναν παραλίες γαλάζιες και πράσινες, κολώνες αρχαίες, κάστρα βυζαντινά, πηγές ρέουσες και καταρράκτες, αμφορείς με ζωγραφιές του μεγαλότοξου Απόλλωνα, του Δόλωνα που ζητά τα υπέροχα άλογα του Αχιλλέα, εικόνες του νεκρού Σαρπηδόνα που τον κουβαλούν ο ύπνος κι ο θάνατος, ''Τελικά το σωσα το πόδι μου!'' είπε ο υδραυλικός που θύμιζε τον Διογένη, ‘’ Πήγα στο Λονδίνο, εννιά ώρες εγχείριση, νόμιζα ότι θα πέθαινα, όλο συννεφιά έβλεπες εκεί πέρα …’’

Το βραδάκι η θάλασσα είχε γαληνέψει ολότελα, οι πιτσιρικάδες συνέχιζαν τα μακροβούτια απτόητοι ακούραστοι, ακάματοι, τούρμπο σκέτα, όταν έβγαιναν έλεγαν ότι δε πήγαν διακοπές φέτος με τους γονείς τους, με το ζόρι τους έφερναν μονάχα τα σαββατοκύριακα, δε πήγαν όπως κάθε χρόνο στην Αμουλιανή όπου κατέβαιναν μέχρι δέκα μέτρα βάθος δίχως μπουκάλες μονάχα με τη μάσκα βγάζοντας γυαλιστερές και κοχύλια, φέτος όλο το καλοκαίρι οι γονείς τους βάφουν τα σπίτια τους, λέγανε ότι θ' ανέβαζαν τις φωτογραφίες στο face book, είχαν βάλει και στοίχημα να τους κάνουν καμιά διακοσαριά σχόλια στις φωτογραφίες. Ένα ψάρι με μια ρίγα κίτρινη που γυάλιζε πέρασε δίπλα στις πέτρες τις στρογγυλεμένες απ το αέναο χτύπημα του νερού, στην αμμουδιά φάνηκαν βότσαλα βρεγμένα, σωροί από φύκια πράσινα, χαλίκια αμμουδερά, πέρα κατά το βουνό ο ήλιος έδυε βάφοντας μενεξελί τον ορίζοντα, κάτι λάμψεις ξεθυμασμένες εξακολουθούσαν ν αναβοσβήνουν …

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...