Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

 Έπιασε τον ώμο του και είδε ότι το κόκαλο είχε βγει από τη θέση,  από ένα δοχείο που κουβαλούσε μαζί του πήρε λίγο λίπος κι έτριψε το σημείο πολλή  ώρα μέχρι που το ζέστανε όσο ήθελε, ψηλάφισε την περιοχή σαν να έψαχνε κάτι που υπήρχε κάτω  από το δέρμα και ξαφνικά έκανε μια απότομη κίνηση.  Ένας ήχος σαν κρακ δυνατό ακούστηκε κι ο Καστροφύλακας   σχεδόν τινάχτηκε από τον πόνο ευθύς αμέσως όμως άρχισε να χαμογελά καθώς ένιωσε ότι  μπορούσε να κουνήσει ξανά το χέρι του. Ο θεραπευτής δεν είπε τίποτα μοναχά κάθισε σε μια πέτρα ανασαίνοντας βαριά, είχε γιατρέψει ένα σωρό κόσμο εκείνη τη μέρα,  φαινόταν ιδρωμένος και κουρασμένος.  Εκτός από τον ώμο του Καστροφύλακα  είχε βάλει στη θέση τους και τα πλευρά,  τα δάχτυλα και τον αστράγαλο του καθώς είχε πέσει άσχημα από το άλογο του και είχε τραυματιστεί σε όλο του το σώμα. Όλοι γύρω έσπευσαν να  τον συγχαρούν  που τους είχε περιποιηθεί ενώ του έδιναν  ότι είχαν στα σακίδια τους, φρούτα, τρόφιμα και μερικά νομίσματα. Ο θεραπευτής τα πήρε αμίλητος και τα έβαλε σ’ ένα πουγκί που είχε  ραμμένο στο ζωστήρα του. Ύστερα σηκώθηκε αργά, καβάλησε το  άλογο του  και κίνησε να φύγει κατά  τη δύση, «  Έ  θεραπευτή!» του φώναξε ο Καστροφύλακας,  «  κι εγώ  δυτικά πηγαίνω, κατά τη λίμνη,  περίμενε !»

Ήταν μια μέρα εκεί κοντά στις αρχές του καλοκαιριού, τότε που ο καιρός είναι ακόμα δροσερός τα πρωινά και τ’  απογεύματα.  Στο δάσος  οι φλαμουριές  μοσχομύριζαν κι ένα κοράκι έμοιαζε  να τους ακολουθεί από δέντρο σε δέντρο κράζοντας σα να τους φώναζε «που πάτε, που πάτε ;»  Ο θεραπευτής δε μιλούσε κατά πως το συνήθιζε ενώ   η πελώρια  φιγούρα του ανεβοκατέβαινε στη ράχη του αλόγου. Είχε μεγάλη  φήμη σ’  όλη την περιοχή κι έλεγαν ότι δεν θεράπευε μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ζώα τους.  Μια φορά μάλιστα είχε γιατρέψει  και την αρκούδα κάποιου πλανόδιου διασκεδαστή που γυρνούσε  στα χωριά με το κακόμοιρο το ζώο, από τότε η φήμη του χειροπράκτη είχε απλωθεί κι όλοι μιλούσαν για κείνον. Ήταν τεράστιος, πάνω από δυο μέτρα,  μ’ ένα πρόσωπο σκοτεινό  και κάτι χέρια σαν φτυάρια.  Όποτε έμπαινε σε κάποια πόλη, αμέσως μαζεύονταν γύρω του όλοι οι σακάτηδες του τόπου παρακαλώντας τον  να τους διορθώσει κάποιο  τραυματισμένο μέλος του σώματος τους. Εκείνος τους χάζευε λίγο  κι  έπειτα διάλεγε όσους  πίστευε ότι είχαν ελπίδες.  Έφτιαχνε  τις πληγές, τα κόκαλα και τις αρθρώσεις τους κι αυτοί από ευγνωμοσύνη του έδιναν ότι είχαν, έτσι ζούσε και περιπλανιούνταν σ’  όλη τη χώρα…

Βράδιαζε όταν έφτασαν στη λίμνη. Ξεπέζεψαν  κοντά στην καλύβα ενός ψαρά και κάθισαν να τον χαζέψουν καθώς έριχνε τα δίχτυα του.  Ύστερα από λίγο τα μάζεψε και είδαν ότι ήταν γεμάτα ψάρια. Πεινούσαν κι οι δυο τους και του ζήτησαν να τους δώσει μερικά για να φάνε. Ο ψαράς τους  κοίταξε για λίγο  κι αμέσως γνώρισε τον θεραπευτή,  «η γυναίκα μου έχει  σπάσει το πόδι της πέφτοντας από τη βάρκα, μπορείς να κάνεις κάτι ;»   τον ρώτησε,  «πάμε να τη δούμε» είπε ο θεραπευτής συνοφρυωμένος . Μπήκαν όλοι μαζί στην καλύβα που φωτίζονταν από ένα κερί και είδαν μια  νεαρή γυναίκα να κλαίει από τον πόνο ξαπλωμένη σ’ ένα λεπτό  στρώμα από άχυρα. Μόλις είδε τον θεραπευτή τα μάτια της φωτίστηκαν, « πονάω  πολύ!»  του είπε,  « κάτσε  να σε δω»  απάντησε  ο θεραπευτής προσπαθώντας να την ηρεμήσει ενώ τη ζύγιζε με το βλέμμα του. Το τραύμα της  πρέπει να ήταν τρομερό γιατί αμέσως  η όψη του σκοτείνιασε, το κόκαλο από τον αστράγαλο της είχε βγει έξω από το δέρμα κι έχασκε άσχημα, ήταν μια περίπτωση πολύ δύσκολη. Ο θεραπευτής αναστέναξε και ζήτησε να του φέρουν λίγη λάσπη από τις όχθες του ποταμού, έπειτα έπιασε το πόδι της γυναίκας πολύ προσεκτικά,  έβγαλε   από τη ζώνη του ένα μαχαίρι κι έκοψε ένα κομματάκι  από το κόκαλο που προεξείχε,  ο ψαράς μόλις είδε τη σκηνή λιποθύμησε. Ο  Καστροφύλακας  έφερε λίγο νερό στον ψαρά και προσπάθησε να τον ησυχάσει,  είχε δει τόσους τραυματισμούς και τόσους   σκοτωμούς , στην ένταση της μάχης δεν πρόσεχε τέτοια πράγματα όμως  στη θέα του τραύματος της νέας  γυναίκας  δεν άντεξε κι απόστρεψε το βλέμμα του. Ο  θεραπευτής  δεν πρόσεχε τίποτα, σκεφτόταν μόνο  τι έπρεπε  να κάνει σ’ αυτήν τη δύσκολη περίπτωση,  «θέλω λίγο να ξεκουραστώ»  τους είπε, «νυχτώνει και θέλω  να έχω καθαρό το μυαλό μου όταν δουλεύω, το πρωί με το φως τη μέρας θα το πιάσω ξανά να δω τι μπορώ να κάνω».

Έβαλαν τη γυναίκα να ξαπλώσει όσο πιο αναπαυτικά γινόταν  και  πήγαν να βοηθήσουν τον ψαρά που καθάριζε στο φως ενός μεγάλου λυχναριού κάτι μεγάλα γριβάδια. Ύστερα τα έβαλε σ' ένα καλάθι πλεχτό, άναψε  έναν φούρνο  πήλινο που είχε έξω από την καλύβα του  και τα έριξε μέσα να ψηθούν.  Έβγαλε από την καλύβα  ένα δοχείο με κρασί κι ύστερα από λίγο, όταν ετοιμάστηκαν τα ψάρια, άρχισαν να τρώνε και να πίνουν σιγανά χαζεύοντας τη λίμνη που ζωντάνευε το βράδυ. Ο θεραπευτής με τον ψαρά πλάγιασαν στο πάτωμα της καλύβας ενώ  ο Καστροφύλακας  έβγαλε το σπαθί το Μαύρου Όλαφ και δοκίμασε μερικές κινήσεις  για να δει πως ήταν το χέρι και το σώμα του. Φαινόταν μια χαρά μόνο τα πλευρά του πονούσαν λίγο,  ήθελε χρόνο κι  εξάσκηση πολύ μέχρι να βρει την παλιά του δύναμη όμως ο θεραπευτής είχε κάνει το θαύμα του . Κοντά στα μεσάνυχτα  ξύπνησε  νιώθοντας  κάποια κίνηση έξω από την καλύβα,  πήγε σ’ ένα μικρό παραθυράκι  και είδε τον θεραπευτή να κάθεται σταυροπόδι στο χώμα με  τα μάτια κλειστά ενώ με τα δάχτυλα έκανε  κάτι κινήσεις στον αέρα σαν να ψηλαφούσε  το πόδι της γυναίκας. Κατάλαβε ότι ο χειροπράκτης προσπαθούσε να φανταστεί νοερά  το πρόβλημα  και ποια  μέθοδο θα ακολουθούσε, ήταν σα να έκανε μια πρόβα πριν την επέμβαση, όλη η σκηνή του έκανε μεγάλη εντύπωση  .

Με το που ξημέρωσε ο θεραπευτής ήπιε λίγο κρασί κι ύστερα έσκυψε πάνω από τη γυναίκα που φαίνονταν πολύ χλωμή, στο φως της μέρας έβλεπες ότι δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών. «Θα  πονέσεις»  της είπε μαλακά « αλλά ύστερα όλα θα περάσουν» - «εντάξει μη φοβάσαι»  του είπε αυτή που έδειχνε πολύ θαρραλέα, «κάνε τη δουλειά σου, εγώ αντέχω!» Ο  θεραπευτής χαμογέλασε, ύστερα έπιασε το κορίτσι με τα τεράστια χέρια του και το έβαλε  να καθίσει σε μια στάση άνετη. Έπιασε γερά το πόδι της με το δεξί του χέρι ενώ με τα δάχτυλα του αριστερού πίεζε τα κόκαλα σα να προσπαθούσε να τα βάλει στη σωστή τους θέση « ένα λάθος να κάνω τώρα θα μείνει  ανάπηρη για όλη της τη ζωή»  είπε ψιθυριστά στον Καστροφύλακα που κοιτούσε από πάνω του γεμάτος περιέργεια.  «Φέρτε μου λάσπη…»  τους φώναξε « και δυο βέργες όσο γίνεται πιο ίσιες!»  Ο  ψαράς  είχε κάποια ξύλα, διάλεξε  τα πιο κατάλληλα κι ύστερα πήγε στην όχθη της λίμνης. Γέμισε ένα πιάτο ξύλινο με λάσπη πηχτή και το άφησε δίπλα στον χειροπράκτη .  Ο Θεραπευτής τοποθέτησε τη λάσπη γύρω από το πόδι, το τύλιξε με μερικά πανιά που είχε μαζί του και μετά έφτιαξε έναν  νάρθηκα αυτοσχέδιο με τα σανίδια  που  τα έδεσε πολύ σφιχτά με τις τζίβες που χρησιμοποιούσε ο ψαράς για να πλέξει τα καλάθια του ,  « δεν θα κουνήσει το πόδι της για ένα μήνα ούτε θα σηκωθεί όρθια μέχρι που να θρέψει,  σε τριάντα μέρες  θα περάσω πάλι να δω πως πάει»  είπε .  Ο  ψαράς τον ευχαρίστησε,  γέμισε ένα φλασκί με κρασί και τους το έδωσε μαζί με μερικά ψάρια και δυο μεταλίκια,  ό,τι είχε ο φτωχός άνθρωπος.

Κοιτάζοντας τη σκηνή ο Καστροφύλακας σκεφτόταν το μεγαλείο εκείνου του απλού ταξιδευτή  που γύριζε στα χωριά και γιάτρευε τον κόσμο.  Αυτός και το σινάφι του πολεμούσαν και σκοτώνονταν σπέρνοντας την καταστροφή ενώ  τούτος εδώ έφερνε μόνο καλό στους ανθρώπους προσπαθώντας να τους απαλλάξει από τα  βάσανα τους. «  Βέβαια κι ο πόλεμος είναι αναγκαίο κακό»  είπε μέσα του «δεν μπορείς να παραδοθείς σε όποιον έρθει να σε σκοτώσει»  όμως πόσο καλύτερα θα ήταν να είχε περάσει τη ζωή του βοηθώντας τους ανθρώπους αντί να σκοτώνει.  Από την άλλη μεριά όμως αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πολύ καλά,  κάποιος έπρεπε να το κάνει κι αυτό κι εκείνος ήταν  από τους καλύτερους του είδους,  σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορείς να είσαι μαλακός και λιγόψυχος οπότε δεν υπήρχε χώρος για περισσότερη σκέψη πάνω στο ζήτημα…

Κοντά στο  μεσημέρι είχαν φτάσει πια σ’ ένα δάσος πολύ σκοτεινό,  πλησίαζαν στο σημείο  όπου έπρεπε να χωριστούν όμως πρώτα έπρεπε να περάσουν μέσα από ένα φαράγγι με κάτι δέντρα πανύψηλα που έκρυβαν τον ήλιο.  Είχε  ακουστά για κείνο το δάσος,  λέγανε ότι ήταν κατοικία ληστών οπότε είχε  το νου του κι όλες του οι αισθήσεις ήταν σε επιφυλακή . Ξαφνικά μέσα στην ησυχία ακούστηκε ένα κοράκι να κρώζει,  πάντα πρόσεχε τα πουλιά, οι φωνές τους  ήταν  ένα είδος προειδοποίησης κι εκείνο το δάσος ήταν το καλύτερο μέρος για να τους στήσουν ενέδρα.  Σταμάτησε μια στιγμή το άλογο του ν’  αφουγκραστεί κι έκανε νεύμα στον θεραπευτή να σταματήσει κι εκείνος.  Με την άκρη του ματιού του  διέκρινε μια κίνηση μέσα στα  κλαδιά κι αμέσως σπιρούνισε το άλογο του ενώ  την ίδια στιγμή πετάχτηκαν από μια πλαγιά   πέντε καβαλάρηδες με φωνές και κραυγές που αντιλαλούσαν στο φαράγγι.  Ο Καστροφύλακας χωρίς να διστάσει  έβγαλε το σπαθί  του και χτύπησε τον πρώτο καβαλάρη κατευθείαν στο πρόσωπο τόσο δυνατά  που του έκοψε ένα μέρος από το κεφάλι.  Ύστερα στράφηκε στους άλλους που είχαν λυσσάξει βλέποντας το σύντροφο τους να γκρεμίζεται κάτω στο χώμα,  δεν ένιωθε ακόμα καλά το δεξί του χέρι οπότε έφερε το σπαθί στο αριστερό κι όπως ο δεύτερος καβαλάρης ερχόταν κατά  πάνω του κραδαίνοντας  ένα ακόντιο,  προτού ακόμα τον πλησιάσει, του πέταξε το σπαθί σαν να ήταν   στιλέτο τεράστιο και τον κάρφωσε στην κοιλιά. Ο  ληστής γκρεμίστηκε καταγής κι ο Καστροφύλακας έτρεξε να πάρει το όπλο του και να  σταθεί πάλι σε θέση μάχης όμως οι άλλοι ληστές είδαν ότι είχαν να κάνουν με σκληρό αντίπαλο και σπιρούνισαν τα λόγια τους για να χαθούν μέσα στο πυκνό μαύρο δάσος.

«Αυτό το άλογο θα το πάρω μαζί μου!»  φώναξε ο θεραπευτής  κρατώντας το χαλινάρι από το ζώο ενός  ληστή, « το δικό μου γέρασε πια. Δεν ήξερα ότι πολεμάς τόσο καλά, ελπίζω ν’  ανταμώσουμε κάποια άλλη φορά».   «Πρόσεχε μέχρι να βγεις από το  φαράγγι»  απάντησε  ο Καστροφύλακας και τον πλησίασε πεζός, « πάρε κι αυτό εδώ!»  του είπε βγάζοντας από το ταγάρι του ένα κύπελλο ασημένιο,  « Το νερό  γίνεται πιο δροσερό όταν πίνεις μ’  αυτό»  « ευχαριστώ !»  είπε ο θεραπευτής και συνέχισε την πορεία του δίχως να κοιτάξει πίσω.  

 

  

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΕ ΤΑ 21 ΠΡΟΣΩΠΑ

Το φυλάκιο ήταν ακριβώς δίπλα στα σύνορα, από το μπαλκόνι του έβλεπες  τις πεδιάδες και τα χωριά της άλλης χώρας κάπου στο βάθος, εκεί είχαν συμβεί οι τελευταίες μάχες του εμφυλίου πολέμου πριν οι αντάρτες το σκάσουν απέναντι όπως ήταν το σχέδιο τους σε περίπτωση που όλα χάνονταν. Εκεί κοντά  υπήρχε και μια  σπηλιά που οι αντάρτες είχαν κάνει ιατρείο, μια φορά είχαν πάει και είχαν δει κάτι επιγραφές και κάτι εγκαταστάσεις πρόχειρες. Στους φωριαμούς του φυλακίου είχαν  βρει μερικές  χλαίνες που φορούσαν τότε  και παντού  μπορούσες να δεις κομμάτια από βλήματα κι οβίδες  που κάποτε έπεφταν σα βροχή εκεί  γύρω . Οι ντόπιοι από ένα χωριό εκεί κοντά έκαναν λαθρεμπόριο, όλοι το έλεγαν, κοντά στο Πάσχα  άκουγαν όλη νύχτα φασαρίες κι έβλεπαν φώτα ν’ αναβοσβήνουν  όμως δεν είχαν   καμιά εντολή να ελέγξουν τι γίνεται, δεν ήταν δουλειά τους και τις επόμενες μέρες εμφανίστηκαν χιλιάδες αρνιά στο χωριό από το πουθενά, που τα είχαν κρυμμένα οι τσομπάνηδες, φυσικά όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί.  

Για να ανεβείς εκεί πάνω περνούσες έναν δρόμο ανηφορικό, γεμάτο στροφές,  κι έβλεπες  σπίτια εγκαταλειμμένα όπου και να γύριζες το μάτι σου. Στο φυλάκιο που βρίσκονταν στο ψηλότερο σημείο, ήταν όλοι κι όλοι  τέσσερα άτομα, ένας δόκιμος αξιωματικός  που ήταν αρχιφύλακας,  ο Π,  ο Χ,  κι ένας Φιλιπινέζος που ήθελε να πάρει την ελληνική ιθαγένεια  γι αυτό και υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα. Ο  Φιλιππινέζος ήταν καταπληκτικός μάγειρας κι όλο τον καιρό τρώγανε τα καλύτερα φαγητά, μια φορά τους είχε κάνει και κάτι από την πατρίδα του,  ένα εξωτικό πιάτο  γλυκόξινο με κρέας και μια γέμιση περίεργη,  τους  άρεσε πολύ, εκεί πάνω στην ερημιά τρώγανε σαν κοσμοπολίτες. Οι υπηρεσίες τους δεν ήταν πολλές, λίγο σκοπιά και κανένα περίπολο, έτσι είχαν άφθονο χρόνο κι ο Π τελείωνε την πτυχιακή του,  το ιντερνέτ εκεί πάνω ήταν το καλύτερο που υπήρχε  κι όπως είχε φέρει τον υπολογιστή του περνούσε ώρες πολλές γράφοντας και ψάχνοντας πληροφορίες. Καθώς ο χρόνος έμοιαζε μερικές φορές να έχει σταματήσει έπρεπε  να  τον γεμίσει με κάτι, έτσι διάβαζε ένα σωρό πράγματα για τον εμφύλιο που είχε τελειώσει  σ’ εκείνη την τοποθεσία,  του άρεσε να ψάχνει  κάθε ερώτημα που προέκυπτε,  τι είχε συμβεί, τι κρυβόταν πίσω, είχε μια μανία να μαθαίνει πράγματα. Δεν είχε ιδέα για τον πόλεμο μεταξύ των Ελλήνων,  κάτι τους είχαν  πει στο σχολείο, κάτι γενικά, σκοτώνονταν πολύς κόσμος τότε, οι κομουνιστές αντάρτες είχαν φαγωθεί, ενώ είχαν χάσει στην Αθήνα συνέχιζαν στα βουνά  αρπάζοντας παιδιά  από τις οικογένειες για να τα κάνουν  στρατιωτάκια,  έβαζαν φωτιές,  σκότωναν και βίαζαν,  γινόταν φοβερά πράγματα τότε που δεν τα ήξερε.

 Ο Χ ήταν άλλου είδους χαρακτήρας, από τις πρώτες μέρες είχε δείξει μια τάση περίεργη κι ο Π τον πρόσεχε συνέχεια, τον έβλεπε να καπνίζει όλη την ώρα  και να πίνει από κάτι μπουκάλια που είχαν βρει σ’ ένα μαγαζί στο μικρό χωριό που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά,  φαίνεται ότι είχε γνωρίσει και μερικούς ντόπιους με τους οποίους μιλούσε χαμηλόφωνα. Μερικές φορές δοκίμαζε και κάτι χαπάκια άσπρα κι ο Π φοβόταν ότι θα είχαν πρόβλημα αν γινόταν κανένας έλεγχος,  ο άλλος έμοιαζε να παίρνει την κάτω βόλτα κι έπρεπε να έχει το νου του μη συμβεί κάτι κακό. Τις νύχτες ο Χ  είχε  ανήσυχο ύπνο, συχνά πετάγονταν  επάνω κι ο Π έτρεχε να δει τι είχε συμβεί,  τότε ο άλλος του έλεγε τα όνειρα του,  το πιο συχνό ήταν  ότι είχε χάσει το όπλο του και δεν μπορούσε να το βρει πουθενά,  «εντάξει εδώ είναι ρε, στον οπλοβαστό, να δες  !» του έλεγε ο Π,  τότε ο άλλος ξεφυσούσε προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ήταν κι οι δυο από την ίδια πόλη, γνωριζόντουσαν από παιδιά, είχαν χαθεί για  πολλά  χρόνια   κι έπειτα βρέθηκαν ξανά στο στρατό,  στο ίδιο κέντρο εκπαίδευσης, στην αρχή  αντάλλαζαν καμιά  κουβέντα μόνο  αλλά από τότε που είχαν βρεθεί εκεί πάνω δέθηκαν πολύ και περνούσαν  ώρες μιλώντας για τα σχέδια που ετοίμαζαν όταν  θα απολύονταν, ο Π   είχε υπό την επίβλεψη του τον πατριώτη του,  απορούσε με τον χαρακτήρα του, τον έβλεπε να κάθεται μόνος ώρες ατέλειωτες, και το μόνο που διάβαζε ήταν ένα παλιό βιβλίο, χαρτόδετο  σαν εκείνα τα παλιά αστυνομικά. Μια φορά που ο Χ είχε κατεβεί στο χωριό πήγε στο φωριαμό του κι έβγαλε το βιβλίο  με τις τσαλακωμένες σελίδες. Απ'  έξω έγραφε  ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΕ ΤΑ 21 ΠΡΟΣΩΠΑ  κι αναφερόταν - απ’ ότι κατάλαβε- σε μια ιστορία γιαπωνέζικη, για κάποιον τύπο που έκανε σαμποτάζ στα προϊόντα ενός επιχειρηματία που μισούσε  βάζοντας δηλητήριο στις συσκευασίες στα σούπερ μάρκετ ...  

Ένα βράδυ με ομίχλη θα έβγαιναν μαζί περίπολο, πάντα οι δυο τους πήγαιναν, ο  Φιλιππινέζος σπάνια ερχόταν μαζί τους,  δεν του άρεσε καθόλου η νυχτερινή ομίχλη, φοβόταν πολύ όταν είχε τέτοιον καιρό.  Συνήθως δεν κάλυπταν ολόκληρη την απόσταση που χρειαζόταν τουλάχιστον δυο ώρες,  έκαναν μια μικρή βόλτα περνώντας κοντά από τη σπηλιά, καθόταν λίγο σε κάτι βράχια που έμοιαζαν να είχαν τοποθετηθεί σ’  ένα μεγάλο κύκλο,  κι έπειτα επέστρεφαν στο φυλάκιο όπου τους περίμενε ο αρχιφύλακας για να γράψει την αναφορά του. Η  νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή, θα πρέπει να υπήρχε συννεφιά στον ουρανό κι ούτε ένα άστρο δεν έλαμπε ενώ το φεγγάρι ήταν χαμένο εντελώς σα να μην είχε βγει ποτέ. Μαζί τους είχαν κι έναν σκύλο, ένα τσομπανόσκυλο που είχαν υιοθετήσει και τάιζαν με τα αποφάγια τους. Το σκοτάδι ήταν πυκνό κι έπρεπε να ανάβουν το φακό για να βλέπουν που πάνε όμως  ξαφνικά το φεγγάρι βγήκε σε μια γωνιά του στερεώματος κι  ο σκύλος  ζωήρεψε, άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της παλιάς σπηλιάς,  τον ακολούθησαν,  φαινόταν έρημη αλλά  από την αντίθετη κατεύθυνση  άκουσαν τους ήχους ενός αυτοκινήτου που πήγαινε πολύ σιγά,  τέντωσαν τα αυτιά τους να καταλάβουν τι συνέβαινε, κάποια  αγοραπωλησία, κάποιο νταραβέρι πραγματοποιούνταν εκείνη την ώρα σίγουρα.

 «Πάμε να φύγουμε από δω !» φώναξε ο Χ που έμοιαζε να πανικοβάλλεται «έλα ρε, δεν είναι τίποτα!»  τον καθησύχασε ο Π όμως βαθιά μέσα του ανησυχούσε,  Ο Χ έδειχνε δύσθυμος  από την ώρα  που  ξεκίνησαν, τελευταία  χανόταν όλο και πιο πολύ, μιλούσε  πολύ στο κινητό που είχε φέρει μαζί του και δεν έλεγε σε κανένα για τον συνομιλητή του, μερικές φορές τον είχαν άκουσε να μιλά και σε μια άλλη γλώσσα που δεν καταλάβαιναν σα να προσπαθούσε να κρύψει κάτι.  Πλησίαζαν στο μέρος με τα βράχια όπου έκαναν συνήθως το διάλειμμα τους κι ο Χ  είπε χαμηλόφωνα  «ένα  πετραδάκι έχει μπει στην αρβύλα μου,  προχώρα εσύ κι έρχομαι σε λίγο»,  Ο Π συνέχισε να περπατά κι όταν έφτασε στις πέτρες κάθισε κι άναψε τσιγάρο κοιτάζοντας κατά τα φώτα πέρα από τα σύνορα. Τα μάτια του είχαν συνηθίσει πλέον  το σκοτάδι και μπορούσε  να διακρίνει τις σιλουέτες   των βουνών. Κανένας ήχος δεν ακούγονταν πια σα να είχε σιωπήσει το σύμπαν ολόκληρο, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, το φεγγάρι είχε χαθεί πάλι, άναψε το φακό  να δει γύρω μια βόλτα και το βλέμμα του κόλλησε σ’ ένα σημείο του κύκλου με τις πέτρες. Του  φάνηκε ότι ένας βράχος είχε μετακινηθεί,  δεν ήταν στη θέση του σα να είχε βγει από  μια νοερή καμπύλη  γραμμή, φώτισε πάλι το σημείο δεν μπορεί να έκανε λάθος,  είχε δει τα βράχια τόσες φορές, σκεφτόταν μάλιστα να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ τους για να δει αν είχαν κάποια πραγματική συμμετρία να όμως που τώρα  μια πέτρα έμοιαζε να έχει μετακινηθεί όμως δεν  υπήρχε κανένα ίχνος στα χόρτα, ο βράχος  ήταν ριζωμένος  όπως όλοι  οι άλλοι,  μπορεί να έκανε λάθος αλλά μόνο η σκέψη ότι κάτι είχε συμβεί εκεί πέρα τον έκανε να ανατριχιάσει.  

Τέλειωσε βιαστικά το τσιγάρο και φώναξε, «που είσαι ρε,  αργείς;» όμως  δεν πήρε απάντηση,  φώναξε πιο δυνατά όμως πάλι τίποτα δεν ακούστηκε,  ο Χ δεν φαινόταν πουθενά κάτι άσχημο συνέβαινε. Τον κάλεσε στο τηλέφωνο όμως το κινητό του άλλου  έμοιαζε να μη δουλεύει. Τηλεφώνησε αμέσως στον αρχιφύλακα μήπως  είχε γυρίσει στο φυλάκιο όμως  ο Χ δεν είχε φανεί, έμοιαζε  σα να τον είχε καταπιεί μια μαύρη, σκοτεινή τρύπα. Ο  αρχιφύλακας τα χρειάστηκε, «έχε το νου σου!» είπε  στον Φιλιππινέζο που δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί, «αν  γυρίσει πάρε τηλέφωνο αμέσως!» Μαζί με τον Χ άρχισαν να ψάχνουν κάθε σημείο, είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα κι η νύχτα φαινόταν ότι δεν θα τελείωνε εύκολα, οι δυο τους έψαξαν τα πιο  απίθανα μέρη, πήγαν στη σπήλια που ήταν όπως πάντα έρημη αλλά τη νύχτα σα να ζωντάνευε παράξενα, έψαξαν κάθε σημείο του περιπόλου και κατέληξαν στη γραμμή των συνόρων που τη χώριζε μια λωρίδα οργωμένης γης και κάτι κολωνάκια τετράγωνα. «Λες να πέρασε αντίκρυ ο παλαβός;»  είπε  ο αρχιφύλακας,  «τι μπορεί να κάνει εκεί πέρα, όλοι οι παράνομοι και τα λαμόγια έχουν μαζευτεί κατά κει,  που θα πάει,  ποιον θα βρει,  τι έχει σχεδιάσει ο βλάκας ;»  φώναξε ο Χ θυμωμένα όμως μέσα του σκεφτόταν ότι δεν ήξερε και πολλά για το φίλο του, είχε να τον δει  χρόνια,  τι έκανε εν τω μεταξύ ο άλλος, είχε πλησιάσει τα τριάντα, δεν ήταν  μικρός κι όλες εκείνες οι ουσίες που δοκίμαζε δεν ήταν και οι  πιο αθώες, τι ρόλο έπαιζε  τελικά ο Χ, ποιος ήταν στην πραγματικότητα;  

Ετοιμάζονταν να γυρίσουν στο φυλάκιο όταν  ακούστηκε ένας πυροβολισμός σαν ριπή  και πάγωσαν, τότε  ένα αμάξι με αναμμένα τα φώτα που κινούνταν ανάποδα  ήρθε με μεγάλη ταχύτητα και στάθηκε ακριβώς δίπλα στον Π, το παράθυρο του αυτοκινήτου άνοιξε και μέσα του υπήρχε ένας άντρας με κουκούλα όμως το πρόσωπο του δεν φαίνονταν, «Εσύ είσαι ρε βλάκα ;» φώναξε ο Π όμως ο άλλος δεν αποκρινόταν  μοναχά στέκονταν εκεί στα σκοτεινά χωρίς να δείχνει το πρόσωπο του.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

ΩΣΕΙ ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

«Ο οδηγός κλείνει τα μάτια όλη την ώρα !» του ψιθύρισε σκύβοντας η γυναίκα που καθόταν στο απέναντι κάθισμα, - « σοβαρά;»  είπε  αυτός και κοίταξε στον καθρέφτη   του λεωφορείου αλλά  δεν είδε κάτι ύποπτο , ο οδηγός   έδειχνε σίγουρος και σταθερός , όπως και να είχε όμως μέσα του σφίχτηκε,  ήταν λίγο τρομαχτικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο  καθώς βρίσκονταν σε εθνική οδό κι από δίπλα τους τα αμάξια έφευγαν σα σφαίρες .

Η γυναίκα από δίπλα του ήταν πολύ μυστήρια,  είχε ανέβει με δυο μελαχρινές φίλες της και μιλούσαν,  εκτός από ελληνικά, μια γλώσσα που δεν μπορούσε να καταλάβει, έσπαγε το  κεφάλι του,  από πού να κατάγονταν,  δε μιλούσαν  τουρκικά, ούτε αραβικά που θα πήγαιναν με τη σκούρα  εμφάνιση τους,  ήταν μια άλλη γλώσσα παράξενη. Είχαν πιάσει τρεις θέσεις μπροστά κι όταν εκείνος πήγε να καθίσει στην τέταρτη αυτές  άρχισαν να φωνάζουν  «όχι δεν είναι σωστό,  εμείς έχουμε κλείσει» -«μα πόσες θέσεις έχετε πιάσει;»  τις ρώτησε,  «όχι δεν είναι σωστό» έλεγαν και  τελικά τον άφησαν να διαλέξει  την  καλύτερη μεριά,  εκείνη που έβλεπε κατά τη θάλασσα, ύστερα τον χάζευαν που όλη την ώρα ήταν καρφωμένος στα κύματα και στον ορίζοντα, «δεν πάτε να πνιγείτε !»έλεγε αυτός  μέσα του . Πέρα μακριά, στο βάθος,  μπορούσε να δει τα νησιά μέχρι τη Σαμοθράκη,  ήταν τόσο καθαρή η ατμόσφαιρα, και βέβαια το Άγιο  Όρος  και την κορυφή του Άθωνα, τα τούβλα,  εκείνες οι ξένες,  δεν είχαν ιδέα τι ήταν όλα εκείνα, κι ούτε που είχε όρεξη να τις εξηγήσει , μόνο  ύστερα  από λίγο άρχισαν να κοιτούν περίεργα  κι αυτές  βγάζοντας  όλη την ώρα φωτογραφίες με τα κινητά τους.

Όποτε ταξίδευε με το ΚΤΕΛ  καθόταν σχεδόν πάντα στην πρώτη θέση του λεωφορείου,  από κει είχε την αίσθηση ότι συμμετέχει σε  κάθε κίνηση του οχήματος, ήταν σα να οδηγούσε ο ίδιος.  Αυτές οι θέσεις ήταν   διαθέσιμες για όσους είχαν  πρόβλημα υποτίθεται και ζαλίζονταν  όμως συνήθως κανείς δεν τις ζητούσε,  έτσι εκείνος περίμενε ν’  ανέβουν όλοι και μετά  πήγαινε και καθόταν.  Το καλύτερο σημείο  ήταν όχι πίσω από τον οδηγό αλλά στην άλλη σειρά των καθισμάτων,  από κει είχες μπροστά σου το δρόμο κι όλη τη θέα του τοπίου .  Όταν  έβρεχε έβλεπες τις στάλες να χάνονται κάτω από το όχημα,  τα σύννεφα να κατεβαίνουν από τα βουνά,  τη θάλασσα ν’  αλλάζει χρώματα όλη την ώρα,  ήταν υπέροχο ! Πόσα ταξίδια δεν είχε κάνει με το λεωφορείο,  ήταν ο καλύτερος τρόπος να καθαρίσει το  μυαλό , να βρει λύσεις στα προβλήματα του, να ξεχαστεί .  Η  εναλλαγή των τοπίων και η διαδρομή δίχως στάσεις βοηθούσε τη σκέψη  να ταξιδέψει και να αναλύσει κάθε  δύσκολο θέμα,  να ζυγίσει τις καταστάσεις , να πάρει μια ζόρικη απόφαση. Στον πηγαιμό μπορούσε να δει μέχρι ψηλά στα σύνορα κι ακόμα πιο πέρα,  κατά κει που φαινόταν ένα χιονοδρομικό κέντρο σκεπασμένο με χιόνια. Στις οροσειρές ψηλά είχαν εγκαταστήσει ανεμογεννήτριες κι ήταν μια ενδιαφέρουσα αλλαγή που δεν τον ενοχλούσε καθόλου.  Κάποιοι φίλοι του έλεγαν ότι χαλούσαν το τοπίο  όμως εκείνος  χάζευε τις τεράστιες  ρόδες που γύριζαν αργά στον αέρα σαν τα χέρια κάποιου γίγαντα.  Εκεί έξω στην ύπαιθρο ένιωθες την αλλαγή των εποχών,  καταλάβαινες ότι δεν ήταν αλήθεια αυτό που λένε στο μικρόκοσμο της πόλης, ότι δηλαδή από χειμώνα πάμε κατευθείαν στο καλοκαίρι,  η φύση δε βιαζόταν,  οι αλλαγές ερχόταν σιγά -σιγά κι εκεί που έβλεπες γυμνά τα χωράφια και τα βουνά  τη μια φορά, την επόμενη άρχιζαν να φυλλώνουν και να πρασινίζουν  καθώς όλη η πλάση γύρω αναγεννιούνταν με  την άνοιξη. Έβλεπε εκεί τα χωράφια με τα αμπέλια που τα είχαν σκεπασμένα με κάτι δίχτυα για  το χαλάζι, τις ελιές που είχαν γεμίσει τον τόπο καθώς το κλίμα άλλαζε και πλέον  δεν έκανε  κρύα όπως παλιά , ούτε έριχνε χιόνια  που ‘’έκαιγαν’’ τα   δέντρα κι ότι άλλο φύτρωνε. Δίπλα στο δρόμο έβλεπες  πράσινο άφθονο  και κάτι θάμνους αγκαθωτούς,  γεμάτους από κίτρινα λουλούδια,  πανέμορφα που σου έφτιαχναν τη διάθεση, στο νου του ερχόταν οι βιβλικοί στίχοι « άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει», ά ήταν ωραίο αν ταξιδεύεις την άνοιξη !

 Η γυναίκα από  δίπλα του  συνέχισε να  παρατηρεί τον οδηγό και να μιλά ασταμάτητα  με τις φιλενάδες της στη γλώσσα τους.   Ήταν νέα και  καλοντυμένη όμως όταν έσκυψε και του μίλησε το πρόσωπο της του φάνηκε πολύ αντιπαθητικό,  πρέπει να είχε κάνει κάποιο μπότοξ κι είχε πρηστεί κάπως άσχημα . Κοίταξε μια φορά ακόμα τον οδηγό στον καθρέφτη,  τώρα έψαχνε κάτι στο κινητό του  κρατώντας το τιμόνι με τους αγκώνες,   ήταν  λίγο επικίνδυνο αλλά στην Ελλάδα είσαι, όχι στην Ιαπωνία, αυτό είναι κάτι συνηθισμένο. Είχε  ακούσει βέβαια ιστορίες για  οδηγούς που κοιμήθηκαν στο τιμόνι ,  ιδίως στη διάρκεια της νύχτας ,  ένας φίλος του που είχε φορτηγό  έλεγε ότι το καλύτερο είναι  να πηγαίνεις δίπλα στη λευκή γραμμή  που βρίσκεται στη μέση του δρόμου για να μη χάνεσαι,  όταν είσαι στο τιμόνι  για πολλές ώρες από μια στιγμή και μετά δεν έχεις την αίσθηση που βρίσκεσαι, μπορεί ξαφνικά να δεις τις μπάρες δίπλα σου χωρίς να το καταλάβεις. Θυμόταν μια ιστορία ενός ταξιτζή που τους έπαιρνε κάποτε από το στρατόπεδο κάπου ψηλά στον Έβρο,  κάποιοι φαντάροι τότε πλήρωναν όσο - όσο  για να τους πάει  μέχρι την Αλεξανδρούπολη κυνηγώντας το τρένο που  είχαν χάσει,  ο ταξιτζής εκείνος έλεγε ότι όταν κουραζόταν ήθελε πέντε λεπτά   να κοιμηθεί για να του φύγει η νύστα,  μετά ήταν εντάξει και μπορούσε να οδηγήσει για ώρες ...

Καθώς περνούσαν τα χρόνια ήθελε να ταξιδεύει όλο και περισσότερο. Ήθελε να φεύγει όλο και πιο συχνά από την πόλη όμως δεν ήταν ακόμα έτοιμος να ζήσει στην επαρχία  που την ήξερε καλά αν και φαίνεται ότι κι εκεί πέρα τα πράγματα είχαν αλλάξει.  Οι χωρικοί είχαν αποκτήσει τηλεοράσεις, κινητά,  αυτοκίνητα,  δε χρειαζόταν πλέον το γείτονα όπως κάποτε  κι είχαν κλειστεί  στο καβούκι τους.  Μια φορά που περπάτησε στο χωριό του μετά από χρόνια  κανείς δε βγήκε να του πει «καλημέρα, ποιος είσαι εσύ , που πας;» μόνο τον κοιτούσαν κάπως απόμακρα ,  αυτό του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση .  Σ’ ένα φούρνο που πήγε ν’ αγοράσει ψωμί μια νεαρή του μίλησε λίγο απότομα ενώ   το μάτι της γυάλιζε καθώς κοίταζε τα λεφτά του, κι εδώ  οι άνθρωποι δεν ήταν άγιοι  λοιπόν,  αυτό το ήξερε από πάντα βέβαια. ‘Όπως κι αν είχε όμως κάποια πράγματα είχαν μείνει όπως  τα θυμόταν, εκεί έβλεπες τα γεγονότα  από μια απόσταση,  ούτε γκρίνιες στις ειδήσεις,  ούτε λιμοί,  σεισμοί και καταποντισμοί που σε τρελαίνουν, στην πόλη δημιουργείται  μια κατάσταση που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις ότι πλησιάζει  η δευτέρα παρουσία,  οι ποταμοί θα στερέψουν όπου να ναι ,  η ζέστη θα μας κάψει, ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε ήδη.  Δεν έμενε πολύ στο χωριό, ένα βράδυ  του ήταν αρκετό,  μερικές φορές πετύχαινε τους ίδιους οδηγούς λεωφορείων αποβραδίς και το πρωί,   τον κοιτούσαν απορημένοι «φεύγεις κιόλας ;" τον ρωτούσαν,   εκείνος  όμως είχε κάνει τη δουλειά του, δε χρειαζόταν κάτι περισσότερο, πάντα βολεύονταν με λίγα, αυτό τον είχε σώσει. Ταξίδευε όλο το χρόνο παρατηρώντας τις αλλαγές της φύσης και των εποχών, το καλοκαίρι  ήταν το πιο ζόρικο,  οι μπροστινές θέσεις που προτιμούσε πάντα ήταν λίγο άβολες,  ο ήλιος σε χτυπούσε κατευθείαν στα μάτια και σε τύφλωνε, όλοι είχαν νεύρα,  η ζέστη ήταν κουραστική παρά τον κλιματισμό που δεν  ήταν πάντα κι ο καλύτερος, έτσι προτιμούσε να κάθεται στις πίσω θέσεις που ήταν πιο δροσερές.

Έγειρε πίσω το κεφάλι κι αποκοιμήθηκε για λίγο, όταν ξύπνησε  είχε  πιάσει μια από κείνες τις βροχές τις ανοιξιάτικες που ξεκινούν απ’  το πουθενά και πλημυρίζουν το σύμπαν,  οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν μπροστά στο τζάμι  συνεχώς ενώ  ο οδηγός είχε ανοίξει το παράθυρο φέρνοντας  αέρα και σταγόνες ακριβώς στο πρόσωπο του, ένιωσε μια δυσφορία  κι άρχισε να βήχει.  Οι ξένες  γυναίκες από δίπλα του είχαν υψώσει πάλι τη φωνή τους κι ούτε που έδιναν σημασία στη βροχή , δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί  διάβολο μάλωναν πάλι , δεν είχαν σταματήσει,  ήταν ανυπόφορες.   Χωρίς να το σκεφτεί σηκώθηκε και   πήρε τη τσάντα του να πάει πίσω   όμως τότε  το λεωφορείο έκανε έναν ελιγμό   και παραλίγο να χτυπήσει την ξένη  με το λίφτινγκ που καθόταν δίπλα του,  «πρόσεχε άνθρωπε μου !» του φώναξε,  «δεν πας στο διάβολο!» ήθελε να της πει, όμως από το στόμα του βγήκε μόνο ένα «συγγνώμη»  και τσακίστηκε να φύγει από κει πέρα. Βρήκε ένα άδειο διπλό κάθισμα κάπου στο βάθος και κουλουριάστηκε,  εκεί πίσω δεν ήταν το ίδιο  ωραία αλλά η θερμοκρασία ήταν κάπως καλύτερη, ένιωθε ήσυχος και πιο ασφαλής.  

 Είχαν φτάσει πια σ’ ένα σημείο με μια λίμνη πελώρια που κάποτε λέει ήταν ενωμένη με τη θάλασσα κι από κάτω της υπήρχε ένα  τεκτονικό ρήγμα, τρομαχτικό, που προκαλούσε σεισμούς  φοβερούς   σε μια απόσταση τεράστια γύρω του, έκλεισε τα μάτια και  γρήγορα τον  πήρε ο ύπνος. Δεν είχε κοιμηθεί ούτε πέντε λεπτά  όταν αισθάνθηκε μια παρουσία σα σκιά δίπλα του να  λέει,  «ξύπνα !». Πετάχτηκε τρομαγμένος καθώς το λεωφορείο φρενάριζε απότομα.  Σήκωσε το κεφάλι πάνω από τα καθίσματα και είδε  την γυναίκα που καθόταν στην πρώτη θέση, εκείνη την αντιπαθητική με το μπότοξ , να απογειώνεται και να κολλά στο  μεγάλο παρμπρίζ  σα χαλκομανία κόκκινη  ενώ ο οδηγός έκανε κινήσεις πανικόβλητες.  Το λεωφορείο ντεραπάρισε για κάμποσα μέτρα και σύρθηκε  πάνω στις μπάρες για κάποια απόσταση, έπειτα  γρατζούνισε το στηθαίο στην άκρη του δρόμου  κι ένιωσε δίπλα του την πέτρα κάποιου βράχου.  Αισθάνθηκε παγιδευμένος εκεί  πέρα και δοκίμασε να βγει κλωτσώντας  το  γυαλί που έγινε χιλιάδες κομματάκια.  Πέρασε το σώμα του έξω από το τζάμι και σηκώνοντας τα μάτια είδε τον  ουρανό απ’  όπου έπεφταν εκατομμύρια σταγόνες χοντρές.  Δεν πονούσε πουθενά κι αυτό ήταν το πιο παράξενο.   Φωνές και  ουρλιαχτά ακούγονταν μέσα από το όχημα,   «πρέπει να τηλεφωνήσω στην αστυνομία»  σκέφτηκε όμως πρώτα ήθελε να σκεπάσει το κεφάλι του με κάτι για να προστατευτεί από τη βροχή,  πάντα μισούσε να βρέχεται.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ


Στην είσοδο του ασανσέρ υπήρχε κάτι που  δεν άφηνε την πόρτα να κλείσει,  η γάτα έτρεξε  κατά κει και σταμάτησε  απότομα μπροστά σ’ ένα σώμα πεσμένο μπρούμυτα,  ήταν ο γέρος  που έμενε στο ρετιρέ, ένας  ψηλός με γκρίζα μαλλιά. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο σε μια μεριά και μπορούσες να δεις  τα μάτια του που έμοιαζαν να ψάχνουν  κάτι. Τον ήξερε το γέρο,  είχαν μιλήσει πολλές φορές και του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που τον τελευταίο καιρό είχε αδυνατίσει τόσο πολύ,  πρέπει να είχε χάσει πάνω από τριάντα κιλά  και το πρόσωπο του είχε τραβηχτεί. Πήρε στα χέρια του τη γάτα που κοιτούσε απορημένη τον πεσμένο σα να έλεγε «κρίμα τον άνθρωπο». Καθώς έλειπαν οι δικοί του έτρεξε αμέσως  να φωνάξει τον παππού του,  εκείνος  κατέβηκε γρήγορα, έσκυψε προσεκτικά, έβαλε το δάχτυλο στο λαιμό του πεσμένου κι έκανε μια κίνηση  σα να έλεγε «πάει αυτός».   Κάλεσαν την αστυνομία και σε λίγο ήρθαν  κάτι τύποι με στολές  και γάντια,  πήραν το σώμα του ανθρώπου και το απέθεσαν σ’ ένα  ασθενοφόρο που περίμενε έξω.  Ο παππούς του έπρεπε  να φύγει κι εκείνος  απόμεινε μόνος του  με  το γατί  να σκεφτεί αυτό που είχε συμβεί, η όψη του νεκρού  τον είχε αναστατώσει, πήγε στο διαμέρισμα του κι έπιασε το κινητό. Οι δικοί του έλειπαν διακοπές,  τους είχε πει  ότι δεν θα ερχόταν μαζί τους,  προτιμούσε να μείνει μόνος στο σπίτι παρέα με τη γάτα του που της είχε μεγάλη αδυναμία,  ήταν  μια πολύ όμορφη,  κόκκινη και μαύρη  μ’ ένα τρίχωμα χνουδωτό που ξάπλωνε ανάσκελα όλη την ώρα στη μέση του δωματίου. Τις μέρες εκείνες είχε έρθει απ’  το εξωτερικό κι ο παππούς του που αγαπούσε κι όλο ήθελε να  του λέει ιστορίες , θα έμενε στο διαμέρισμα από πάνω τους μαζί με το θείο του. Ά εκείνες οι μέρες ήταν ό,τι καλύτερο, είχε όλο το σπίτι δικό του, μαγείρευε τα καλύτερα φαγητά, κυρίως κρέας και ψάρι, πάντα ήταν σαρκοφάγος, περνούσε καλά μοναχός του μέχρι που είδε εκείνον τον πεθαμένο κι αναστατώθηκε. 

Κατά το μεσημεράκι τηλεφώνησε ο πατέρας του αλλά  δεν του είπε τίποτα.  Στο μυαλό του γύριζε όλη την ώρα η σκηνή στο ασανσέρ,  είχε δει τόσα σίριαλ με τέτοιες ιστορίες όμως είναι διαφορετικό  να το βλέπεις στην πραγματικότητα, πολύ πιο ωμό, πολύ πιο άγριο .  Εδώ και καιρό άκουγε   φασαρίες από τον πάνω  όροφο,  τα παιδιά του γέρου μάλωναν  για κάτι κληρονομικά κι όταν τσακώνονταν  οι φωνές τους αντηχούσαν σε όλο το τετράγωνο,  αυτοί θα ήξεραν σίγουρα  περισσότερα.  Το βράδυ που έπεσε για ύπνο μετά τα μεσάνυχτα,  άκουγε κάτι τριξίματα από τον πάνω όροφο σαν κάποιος  να άνοιγε ντουλάπια ή συρτάρια ψάχνοντας,   άκουσε βήματα στις σκάλες κι έτρεξε στο ματάκι της πόρτας που είχε διπλοκλειδώσει βάζοντας από  πίσω και μια καρέκλα, η  γάτα που κοιμόταν στον καναπέ έτρεξε μαζί του πηδώντας με τα μαλακά ποδαράκια της, δεν μπορούσε να δει τίποτα στο διάδρομο ούτε στις σκάλες . Ευτυχώς είχε τον παππού του και δεν ανησυχούσε, αν χρειαζόταν θα πήγαινε να κοιμηθεί μαζί του,  τον θαύμαζε πάντα κι η πιο ωραία εμπειρία της ζωής του ήταν όταν πήγαν να τον συναντήσουν  σε μια χώρα του βορρά όπου  ζούσε μαζί με τ’  άλογα του που κάλπαζαν όλη την ώρα στην ανοιχτή στέπα και το βράδυ έρχονταν μόνα τους να κοιμηθούν στο στάβλο .  Είχαν ταξιδέψει με αυτοκίνητο και  πέρασαν από ένα σωρό μέρη, σταματούσαν  σε χωριά και πολιτείες για να φάνε κάτι κι ένα βράδυ κοιμήθηκαν σ’ ένα ξενοδοχείο δίπλα στο δρόμο. Όλη η διαδρομή του είχε φανεί απίθανη,  δε χόρταινε να βλέπει έξω το τοπίο, τα βουνά και τις λίμνες , ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει στη ζωή του. Κάποια στιγμή είχαν φτάσει σε μια οροσειρά τόσο ψηλή  που έπρεπε να σηκώσει το κεφάλι του για να δει την κορυφή της,  από δω του είχε ο πατέρας του ξεκινούσε κάποτε ο δρόμος του μεταξιού που έφτανε μέχρι την Κίνα, αυτή η φράση του είχε μείνει. Όταν συνάντησαν τον παππού του εκείνος του μίλησε για  έναν φαντάρο που υπηρετούσε μαζί του στο  στρατό και  κατάγονταν από τα παράλια του Ειρηνικού,  άκου τώρα,  τον είχαν φέρει από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά να υπηρετήσει,  από το χωριό εκείνου του στρατιώτη  η Ιαπωνία δεν απείχε πολύ. Όταν επέστρεψαν από το ταξίδι κάθισε κι έψαξε οτιδήποτε υπήρχε για τις παραλίες του Ειρηνικού και για την Ιαπωνία, έψαξε οτιδήποτε υπήρχε  για κείνη τη μακρινή χώρα,  πιο πολύ διάβασε  γιαπωνέζικα κόμικς ,  στο ιντερνέτ υπήρχαν ένα σωρό τέτοια ...

Ο ύπνος του ήταν ανήσυχος, συχνά ξυπνούσε κι έτρεχε να δει στο ματάκι  αν κάποιος βρισκόταν έξω από την πόρτα του,  έπειτα ξάπλωνε ξανά και στη διάρκεια  της  νύχτας  είδε  δυο εφιάλτες στη σειρά.   Τη μια φορά δίπλα στο κρεβάτι του υπήρχε ένα μαύρος τύπος που τον κοιτούσε τυλιγμένος σε μια κουβέρτα, ξύπνησε ιδρωμένος και πήγε στην κουζίνα να πιεί λίγο νερό.  Στο δεύτερο όνειρο  κάποιος  του έχωνε ένα μαχαίρι στην πλάτη κι αυτό ήταν το πιο τρομακτικό , μοναχά κατά το πρωί είδε ότι βρισκόταν σ’  ένα μέρος σαν τσουλήθρα όπου έτρεχε νερό διάφανο  κι έπεφτε σε μια λίμνη γεμάτη φυτά υδρόβια, καταπράσινα, γυαλιστερά,  το νερό ήταν βαθύ αλλά δε φοβόταν  καθόλου, ένιωθε  πολύ ωραία. Το πρωί που ξύπνησε  ρώτησε στο τηλέφωνο τη μητέρα του για το όνειρο,  δεν της είπε τίποτα για το νεκρό κι εκείνη τον ρώτησε πως ήταν τα νερά που είδε «Αν ήταν καθαρά  είναι καλό το όνειρο…» του είπε « …αύριο γυρνάμε να προσέχεις!»,  ο νους της ήταν σ’ εκείνον,   ανησυχούσε για το παιδί της  επειδή  δεν είχε πολλούς φίλους κι ήταν λίγο μονοκόμματο.  

«Δεν πρέπει να κοιτάς ποτέ τον νεκρό στα μάτια» του είπε ο παππούς του όταν πέρασε κάποια στιγμή να τον δει, «ο πατέρας μου που είχε πολεμήσει τους γερμανούς   έλεγε ότι άμα δεις κατά πρόσωπο αυτόν που σκοτώνεις το φάντασμα του μπορεί να σε στοιχειώσει». Θυμήθηκε το μαύρο που είδε στο όνειρο του,  το βλέμμα του ήταν  ολόιδιο με αυτό του πεθαμένου που είχε δει στο ασανσέρ γι αυτό και είχε τρομάξει . Ο παππούς του δεν είχε πολεμήσει ποτέ του όμως είχε δει στη ζωή του απίστευτα πράγματα,  πολλές φορές του μιλούσε για τα άλογα του και  για τη θητεία του στις εσχατιές του κόσμου όπου κοιμόταν σ’  ένα φυλάκιο μέσα στο δάσος,  έκανε τόσο κρύο  εκεί πέρα που άκουγες κρότους κάθε βράδυ,  ήταν  τα δέντρα που έσπαγαν από την παγωνιά . Ο παππούς του   έλεγε ιστορίες από τον πατέρα του, τον προπάππο του  δηλαδή, που είχε πολεμήσει  στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέσα σε λασπωμένα χαρακώματα,  νηστικός για μέρες ενώ οι γερμανοί  πλησίαζαν στο αμπρί  του κάθε βράδυ,  εκείνη η εποχή του φαίνονταν  εντελώς  μυθική. Από τις ιστορίες του παππού του είχε αποκτήσει κι εκείνος ενδιαφέρον για τον πόλεμο και   διάβαζε οτιδήποτε σχετικό.  Μια φορά στο δρόμο τα ΜΑΤ έτρεχαν να προλάβουν κάτι μαλλιαρούς  πριν τα σπάσουν όλα,  καθόταν  στο πεζοδρόμιο και παρατηρούσε τους ψηλούς   αστυνομικούς με τις πανοπλίες τους  να παρατάσσονται τρέχοντας, κρατούσαν γκλομπς  αντί για σπαθιά και προφύλασσαν το στήθος τους με  κάτι   ασπίδες διάφανες.  «Κάπως έτσι πρέπει να ήταν οι αρχαίοι ρωμαίοι πολεμιστές στη μάχη» σκεφτόταν καθώς τους έβλεπαν να προχωρούν γρήγορα  χωρίς να χαλούν το σχηματισμό τους ενώ ο επικεφαλής  έδινε συνθήματα κοφτά για το που να πάνε και που να σταθούν.  Συχνά  κλείνονταν  στο δωμάτιο του κι έπαιζε με τις ώρες κάτι παιχνίδια ηλεκτρονικά  ανάμεσα σε στρατούς, είχε γίνει πολύ καλός και  είχε κερδίσει χιλιάδες πόντους, έπαιζε πια και με παιδιά  από άλλες χώρες. Τελείωνε  το σχολείο κι ετοιμάζονταν να πάει φαντάρος  για να δει  πώς ήταν ο πραγματικός  στρατός,   στους φίλους του έλεγε «ο πατέρας μου κι ο παππούς μου δεν είχαν κανένα πρόβλημα όταν υπηρέτησαν,   εγώ γιατί να έχω; »Προσπαθούσε  να φανταστεί πως  ήταν  εκείνος ο πόλεμος,  γιατί  πολεμούσαν  τότε οι άνθρωποι,  πως ένιωθαν , ήξερε ένα κάρο λεπτομέρειες για τα άρματα και τα αεροπλάνα  που χρησιμοποιούσαν, είχε ψάξει όλες τις λεπτομέρειες , πάντα έτσι   μονοκόμματος ήτανε,  αν ξεκινούσε  κάτι έπρεπε να το πάει μέχρι το τέρμα, να το μάθει καλά, τέλεια ,αλλιώς δεν το παρατούσε με  τίποτα…

«Τι θέλεις Κιάρα;» ρώτησε τη γάτα  που δεν σταματούσε να νιαουρίζει,  πρώτη φορά την έβλεπε  έτσι.  Της είχε  γεμίσει το μπολ με τροφή,  της είχε αλλάξει το νερό,  είχε παίξει μαζί της τόση ώρα κι όμως εκείνη δε σταματούσε να γκρινιάζει κοιτάζοντας κατά την πόρτα.  Δεν μπορούσε να καταλάβει  αλλά ήθελε να πάει στο φίλο του για να δουν μια καινούρια πολεμική ταινία στο σινεμά.  Η γάτα τυλίγονταν στα πόδια του νιαουρίζοντας μέχρι που κλείδωσε την πόρτα, δεν πήρε το ασανσέρ μόνο κατέβηκε από τις σκάλες,  το τηλέφωνο του χτύπησε και πήγε να το σηκώσει  όταν διέκρινε  με την άκρη του ματιού του  μια σκιά να κινείται  στο βάθος  της εισόδου,  γύρισε κατά κει και είδε έναν  άντρα να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη που υπήρχε κρεμασμένος, τα δάχτυλα του λύθηκαν και  το κινητό του έπεσε από τα χέρια,  ήταν ο πεθαμένος γέρος που τον κοίταζε μέσα από τον καθρέφτη.  Μια ανατριχίλα διαπέρασε  όλο το σώμα του,  πως γινόταν να βρίσκεται εκεί αφού  την προηγούμενη τον είχε δει ξαπλωμένο νεκρό, «δεν μπορεί να είναι αλήθεια»  ψιθύρισε όμως ο γέρος ήταν εκεί και τον κοιτούσε επίμονα, «μη βλέπεις τα μάτια του!»  σκέφτηκε, «μη βλέπεις τα μάτια του!» . 

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

ΣΤΟ ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

 Όπως  έδινε  ρέστα τον είδε  μπροστά του, «Ρε  Άγγελε τι  κάνεις εδώ πέρα,  το ξέρεις  ότι το μαγαζί αυτό ήταν  του πατέρα μου;»  αυτό κι αν ήταν από τα άγραφα,  θυμόταν  ότι κάποτε του είχε πει  πως είχαν   ψητοπωλείο αλλά δεν  περίμενε  ποτέ ότι θα ήταν εκείνο που δούλευε,  αυτά δεν γίνονται.  Ήταν  στα χρόνια της κρίσης, τότε που έκλειναν όλα τα μαγαζιά, είδε  ότι άρχιζε  να  χάνει τη μπάλα, οι πελάτες του εξαφανίζονταν,  και το γύρισε,  άφησε  τη δουλειά που έκανε και μπήκε στο σαντουιτσάδικο, το φαγητό πουλά σ’ όλες τις εποχές, σ’  όλες τις καταστάσεις, ήταν σιγουράκι. Εκεί λοιπόν τον πέτυχε  τον παλιόφιλο, πολύ χάρηκε  που τον είδε, ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό αλλά ο Κώστας   πάντα τον  καταλάβαινε. Μίλησαν   λιγάκι,  θυμήθηκαν την ταβέρνα  όπου συναντιούνταν κι άκουγαν το «ένα λάθος η ζωή μου, και σα λάθος θα τελειώσει, μα το ξέρω κατά βάθος, ένα λάθος  θα με σώσει»,  ή  τη φάση  τότε που είχαν   πάει να δουν   μια ταινία του Άλαν Πάρκερ, στο Φαργκάνη πρέπει να ήτανε, πολύ  τους είχε αρέσει.

Τον αγαπούσε  πολύ τον Κώστα,  τον είχε μες την καρδιά του, ήταν καλλιτεχνική φυσιογνωμία,  ένα παιδί ευγενικό, γλυκό, που έπαιζε μουσική απίστευτη, ήταν   σίγουρος ότι θα γίνονταν κάτι σπουδαίο. Ο Κώστας   άκουγε τα πάντα,  από κλασική μουσική  μέχρι συγκροτήματα του δρόμου, κι  έπαιζε πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα,  φυσαρμόνικα, τύμπανα, μπάσο  και τα μαλλιοκέφαλα του. Αν πήγαιναν καμιά φορά βόλτα με το αμάξι άκουγε ηχογραφήσεις που έκανε κλεισμένος για ώρες  στο γκαράζ  του σπιτιού του,  «πως γίνεται να μη βαριέσαι;»  τον είχε ρωτήσει κάποτε.  Και τραγουδούσε βέβαια με μια φωνή ζεστή, δυνατή, τελείως ιδιαίτερη. Μια φορά  είχαν βρεθεί  σ’ ένα υπόγειο όπου ο Άγγελος   έκανε πρόβες με μια σκηνοθέτη θεάτρου- είχαν  μανία με το θέατρο τότε-  εντελώς  βλαμμένη. Η σκηνοθέτης είχε μαλώσει με τον Άγγελο, τον   θεωρούσε μαλακό και εύπλαστο, πάντα αυτή την εντύπωση έδινε.  Μια φορά που του μίλησε άσχημα όμως εκείνη η βλαμμένη, την είχε πάρει παραμάζωμα, ούτε κατάλαβε από πού της ήρθε, τον  κοιτούσε σα χαμένη,  δεν το περίμενε, έτσι γινόταν πάντα με  όσους δεν τον ήξεραν. Είχε  ξεκινήσει τότε να μελετά  το  πως βάζεις τον  άλλον στη θέση του, οι φίλοι  του  δούλευαν, έβγαζαν λεφτά, ετοίμαζαν οικογένειες  κι αυτός  ψαχνόταν   με συμπεριφορές και θέατρα,  καθένας έχει τις προτεραιότητες του σε τούτη τη ζωή.  Είχε διαβάσει και βιβλία του Πιντέρη  για το  πως υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα σου, τον  ενδιέφερε  πολύ, μπορούσες να πεις ότι είχε  κάνει το μεταπτυχιακό του  πάνω σ’  αυτό. Κάποια στιγμή  στο Φωκά, εκεί  στην Τσιμισκή,  περίμενε  στο ταμείο για ν’  αγοράσει ένα πουκάμισο,  μια κοπέλα μπροστά του μάλωνε με την ταμία, επέμενε ότι της είχε δώσει ένα πεντάευρο όμως η ταμίας  ήταν σίγουρη   ότι δεν είχε πάρει τίποτα.  Κι ενώ  διαπληκτίζονταν η ουρά πίσω μεγάλωνε, είχε φτάσει μέχρι την είσοδο «τι θα γίνει κοπελιά;»  φώναξε,  «να περιμένεις τη σειρά σου!» - « να σου δώσουμε ένα πεντάευρο να τελειώνουμε!» -«σιγά ρε πλούσιε !» φώναξε εκείνη θιγμένη,  πολύ του είχε αρέσει η σκηνή. Εκεί στο Φωκά που ήταν μεγάλος και τρανός τότε, έβλεπε κάτι συμπεριφορές απίστευτες, ερχόταν όλοι οι νεόπλουτοι και μιλούσαν πολύ άσχημα στις πωλήτριες, κάτι κοπέλες ψηλές, πανέμορφες.  Τις μεταχειρίζονταν σα σκουπίδια, τις έβριζαν,  τις μάλωναν, μια συμπεριφορά ανήκουστη, του την είχε δώσει άγρια, δεν πίστευε  στα μάτια του. Υποτίθεται ότι εκείνοι οι άνθρωποι είχαν τα μέσα και τους πόρους  για να ταξιδέψουν, να καλλιεργηθούν, να μορφωθούν κι όμως  συμπεριφέρονταν σα ζώα, δεν μπορούσε   να το καταλάβει...  

Σ’ εκείνο λοιπόν το υπόγειο με τη σκηνοθέτη την κακότροπη  είχε έρθει ο Κώστας, κάθισε στο  πιάνο που είχανε εκεί πέρα κι έπαιξε το Struggle for Pleasure του Vim Mertens. Αμέσως όλοι  σταμάτησαν ό,τι έκαναν και τον κοιτούσαν σα χαζοί, «ποιος είναι ο φίλος σου;» ρώτησε  η σκηνοθέτης τον Άγγελο ενώ Ο Κώστας  αυτοσχεδίαζε χαϊδεύοντας τα πλήκτρα, αυτός ήταν ο φίλος του, ένας μικρός μάγος,  ένας μικρός θεός της μουσικής.  Πολλές φορές πήγαινε   στο σπίτι του  για να του πει ποια κασέτα ή ποιο c d να αγοράσει, από κείνον είχε μάθει τον Μάλαμα, τότε που δεν τον ήξερε κανένας,  και τους Pink Floyd, τον Rene Aubry  κι ένα σωρό άλλους.  Έκαναν  μαζί   πρόβες πάνω στο Τάβλι του Δημήτρη Κεχαΐδη, ένα πολύ ωραίο θεατρικό με δράση πολύ γρήγορη,  δεν νομίζω να υπάρχει αντίστοιχο θεατρικό κείμενο στα ελληνικά. Ο Κώστας  έκανε τότε παρέα μ έναν τύπο μεγάλο σε ηλικία  τον Πατρίκιο,  άκου όνομα τώρα. Ο Πατρίκιος ήταν ένας μεσήλικας  με μούσια άσπρα  που είχαν κιτρινίσει απ’  το τσιγάρο, καλά εκείνον τον τύπο   δεν τον είχε  πάρει ποτέ στα σοβαρά . Ο Πατρίκιος  θεωρούσε τον εαυτό του κάποιου είδους καλλιτέχνη κι  ασχολούνταν με τη φωτογραφία,  επειδή του την είχε δώσει του  του είχε  πετάξει κάποτε  «βγάζεις και φωτογραφίες για ταυτότητες;»  ο Πατρίκιος  είχε παρεξηγηθεί τότε. Ο Κώστας   θεωρούσε το  φίλο του λίγο καβαλημένο καλάμι επειδή ήταν πάντα   πολύ σίγουρος για τον εαυτό του κι όταν είχε κοπεί στις εξετάσεις του Κρατικού Θεάτρου βρήκε την ευκαιρία να του  πει « αυτό ίσως σε συνετίσει λίγο».

Ό,τι και  να έλεγε  όμως Ο Κώστας  ήταν ταλέντο  και παιδί χρυσό, τον πίστευε πολύ, μιλούσαν  για όλα, περίμενε  πολλά από κείνον,  κι έπειτα έτσι στο άσχετο   παράτησε ο χαζός  τη μουσική και το έριξε στο θέατρο όπου ήταν απλά μέτριος, αυτό δεν μπόρεσε  να το καταλάβει ποτέ του. Από τότε είχαν χαθεί,  ο  φίλος του   άλλαξε πορεία, κατέβηκε στην Αθήνα, μπήκε σε κάτι σχήματα, είχε γίνει  αρκετά γνωστός όπως είδε στα social όπου τον έψαξε μετά  από χρόνια, είχε χιλιάδες φίλους, ήταν διάσημος. Τον είδε  και σε κάτι βιντεάκια στο You tube όπου διάβαζε κάτι κουλτουριάρικα κείμενα μ’ εκείνη την ωραία φωνή του, αργότερα είχε δει και μια τεράστια διαφήμιση στην Καθημερινή για κάποια παραγωγή που ετοίμαζε. Ό Άγγελος τελικά αποφάσισε  να γίνει συγγραφέας κι όταν  έβγαλε το πρώτο του βιβλίο μπήκε κι εκείνος  στο παιχνίδι με το Facebook.  Κάποια στιγμή τον  βρήκε το φιλαράκι του ο Κώστας  και του είπε μάλιστα ότι έγραφε πολύ καλά,  κάποιοι γνωστοί του στην Αθήνα τον  είχαν διαβάσει  και τους άρεσε, αυτό ήταν  πολύ ωραίο. Μίλησαν   λίγο και του είπε ότι θα ερχόταν στη Θεσσαλονίκη για μια παράσταση .  Πήγε να τον βρει  και να δει  την παράσταση, μίλησαν  λίγο στα καμαρίνια,  του έχει δώσει και  μια πρόσκληση μ’  εκείνο το ευγενικό του ύφος, ήταν μια ωραία στιγμή. Κάθισε   πίσω στις τελευταίες σειρές , πάντα έτσι έκανε για να μπορεί  να την κοπανήσει  αν  δεν του άρεσε το θέαμα.  Το έργο ήταν  παλιό,  από την κρητική λογοτεχνία,  η Ερωφίλη του Χορτάτζη μάλλον, 15ος αιώνας δηλαδή, κι αν έχεις το θεό  σου ο Λ χρησιμοποιούσε την αρχαία γλώσσα,  δεν καταλάβαινες γρυ, όλα λάθος ήταν σ’  εκείνη ήταν παράσταση, «Ρε φίλε!»  ήθελε να του φωνάξει  «τι κάνεις  εδώ πέρα, ποιος θα σε καταλάβει, για ποιον παίζεις, τι νόημα έχει όλο αυτό;» αλλά  δεν είπε  τίποτα,  απλά κάθισε στα σκοτεινά  όσο μπορούσε ν’  αντέξει  και μετά έφυγε κατρακυλώντας τις σκάλες του παλιού θεάτρου.   Στο βιβλίο  του  μιλούσε για τον φίλο του σε κάποιο κείμενο , έλεγε μερικά πράγματα για κείνον, για το ταλέντο του,  για τις λάθος επιλογές του, για τις βλακείες του. Κι εκεί στην ΙΚΕΑ, στο εστιατόριο, συναντά μια μέρα   τους δικούς του και τους δίνει  το βιβλίο του, ούτε που το σκέφτηκε, μετά συνειδητοποίησε  ότι  έθαβε  το παιδί τους, ντράπηκε απίστευτα . Ευτυχώς τον λύτρωσε ο αδερφός  του Κώστα, ο Τάκης,  ένα παιδί πολύ ήσυχο που ζούσε κάπως στη σκιά του  αλλά είχε αποδειχτεί κρυφό ταλέντο, είχε κάνει καριέρα στο εξωτερικό, στην Ελβετία. Του έδωσε λοιπόν κι εκείνου το βιβλίο και του είχε πει τη φάση με τον αδερφό του, «δεν ήθελα να τον θίξω» του είπε,  «θα το δω και θα σου πω»  είπε ο Τάκης. Έλαβε  λοιπόν μετά από λίγο καιρό ένα μήνυμα του μικρού  που  του έλεγε «το διάβασα και δεν βρήκα κάτι κακό» αναστέναξε, ένα βάρος έφυγε από μέσα του.

Κι έπειτα τον συνάντησε στο γυράδικο κι έμαθε ότι άλλαζε καριέρα, επιτέλους! Άκουσε κι ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο κι έμαθε ότι ήταν του Κώστα , ήταν φοβερό, σαν εκείνα τα παλιά τα ωραία  του εξήντα και του εβδομήντα, με μουσική δυνατή και λόγια που έδεναν γερά, πόσο καιρό είχε ν’ ακούσει κάτι τόσο ωραίο; Είδε και το βίντεο μια μέρα στην τηλεόραση με τον Κώστα  να κάνει κάτι δεύτερες φωνές ασύλληπτες, η ενορχήστρωση, η αίσθηση του ανέμου που έδιναν οι στίχοι, της ροής  μέσα στο άπειρο, έξω από την πόλη και  τα κτίρια στο άπλετο φως της μέρας,  κι ο φίλος του  εκεί στη σκηνή να παίζει κιθάρα σα μικρός θεός,  να δίνει το ρυθμό,  να ξεσηκώνει τον κόσμο να τα δίνει όλα. Ήθελε να πανηγυρίσει, επιτέλους, τόσα χρόνια το περίμενε φώναζε μόνος του στο δωμάτιο του «ναι ρε φίλε, αυτό είναι, γιατί δε με άκουγες,  μα πόσο βλάκας ήσουνα!» - «τι κάνεις εδώ τρελάθηκες;» τον ρώτησε η γυναίκα του που τον άκουσε , άντε να εξηγήσεις.

 

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

ΔΙΠΛΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ

« Πότε θα κάνεις μια δουλειά κανονική;» του είπε μια θεία του ογδόντα  χρόνων, οι συγγενείς  του έκαναν επίθεση, άντε να τους εξηγήσεις,  είχε απηυδήσει, ένας άλλος , φίλος υποτίθεται από τα παλιά, τον είδε μια μέρα στο δρόμο και η πρώτη του κουβέντα ήταν «πως το ξεκίνησες αυτό,  έχεις πιστοποίηση, να ξέρεις  η εφορία τα κυνηγά τέτοια».  Άλλοι γνωστοί  έλεγαν στη γυναίκα του « δεν κάνει καλά, έχει παιδιά, οικογένεια,  τι προσπαθεί  να πετύχει ;»  όλοι είχαν σκάσει.  Είχε συγχυστεί, δεν μπορούσε να εξηγήσει στον κάθε ηλίθιο,  η γυναίκα του ευτυχώς  τον καταλάβαινε,  έβλεπε ότι έβγαζε λεφτά από την υπόθεση και το σπίτι τους κρατιόταν καλά, έλεγε λοιπόν  στις φίλες της «μη μιλάτε έτσι, δεν ξέρετε, ο άντρας μου δεν είναι τεμπέλης» όμως αυτουνού του την είχε δώσει, πόσο ανόητοι  ήταν όλοι,  και πίσω απ’  το υποτιθέμενο ενδιαφέρον υπήρχε ασφαλώς φθόνος,  δεν θα άφηναν  κάποιον  να ξεχωρίσει έτσι εύκολα, να κάνει κάτι ασυνήθιστο, να ξεφύγει από τα τετριμμένα, που ακούστηκε, γιατί δεν δοκίμαζε να μπει στο δημόσιο, να γίνει υπάλληλος,  γιατί δεν έκανε ότι και όλοι οι άλλοι,  τι συνέβαινε με τούτον επιτέλους ;

 Ο λόγος ήταν ότι είχε βρει μια άκρη κι έκανε μαθήματα σε κινέζους που ήθελαν να έρθουν στην Ευρώπη.  Είχε μπει σε μια πλατφόρμα  που χρησιμοποιούσαν  χιλιάδες άνθρωποι  για να μάθουν αγγλικά, τι τους είχε πιάσει δεν μπορούσε να τα καταλάβει,  όμως είχε ψωμί η δουλειά. Στην αρχή δυσκολεύονταν  να τους καταλάβει αλλά μετά δεν είχε θέμα,  δούλευε ώρες πολλές, ξεκινούσε το μεσημέρι και τέλειωνε το βράδυ αργά. Όταν έκλεινε τον υπολογιστή ,  το κεφάλι του ήταν σαν κόσκινο γεμάτο τρύπες, ήθελε κάνα  δυο ώρες να συνέλθει, κάπνιζε στα σκοτεινά και σκεφτόταν όλα όσα άκουγε στη διάρκεια της ημέρας. Έβλεπε λίγο τις ειδήσεις στα διεθνή κανάλια και προσπαθούσε να καταλάβει κατά που πήγαινε ο κόσμος . Τι  παιζόταν εκεί πέρα κι όλες οι ορδές των κινέζων ήθελαν  να  μετακομίσουν στη δύση,  τους κοίταζε στην οθόνη και σκεφτόταν πως άλλαζε ο κόσμος έτσι μπροστά στα μάτια του,  πως θα γινόταν όλα σε καμιά δεκαετία  άραγε ; Αφού ηρεμούσε κάπως έπεφτε κατάκοπος για ύπνο,  «δόξα τω θεώ»  έλεγε μέσα του, δουλειά υπήρχε  μπόλική,  όπως παγκοσμιοποιούνταν το σύστημα όλοι ήθελαν να επικοινωνήσουν με  όλους και το μέσον ήταν φυσικά η γλώσσα,  έτσι γινόταν πάντοτε κι ο ίδιος   ήταν ο συνδετικός κρίκος στην όλη διαδικασία,  τούτος ο ρόλος του άρεσε κι ούτε που νοιάζονταν για τα σχόλια συγγενών και φίλων,  «άστους να λένε» έλεγε μέσα του .  

Δεν το περίμενε ποτέ ότι θα έκανε τούτη τη δουλειά, του άρεσε πάντα να επικοινωνεί με ξένους και να διαβάζει κείμενα από  άγνωστες  γλώσσες όμως δεν ήταν τόσο καλός με τη γραμματική και το συντακτικό. Με τον καιρό βέβαια τα έμαθε κι αυτά, είχε καλή επαφή με τους ανθρώπους όλων των ηλικιών,  καταλάβαινε το ποιόν τους,   τι χρειαζόταν,  ήξερε πώς να τους τονώνει ψυχολογικά,  αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Είχε αρχίσει  να εξοικειώνεται μαζί τους, μάθαινε  τα φαγητά , την κουλτούρα τους, τον τρόπο που μιλούσαν, την γραμματική της γλώσσας τους,  τα επιφωνήματα που χρησιμοποιούσαν,  όλες τις ιδιοτροπίες τους , αρχαίος πολιτισμός ήταν κι ο δικός τους άλλωστε.  Είχε βρει κάτι κόλπα εκεί πέρα να τους βάζει να κάνουν  ασκήσεις ενώ  εκείνος σηκώνονταν κι ετοίμαζε κάτι να φάει, κάπνιζε κανένα τσιγάρο, έκανε διάλλειμα. Το καλό ήταν ότι του  έδειχναν  σεβασμό, του άρεσε αυτό,  βέβαια γρήγορα κατάλαβε ότι δεν ήταν και τόσο αγαθοί, όταν είχε ξεκινήσει την πλατφόρμα είχε γνωρίσει ένα ζευγάρι που ήταν ό,τι χειρότερο, η γυναίκα ειδικά του έκανε υποδείξεις όλη την ώρα, «δεν γίνεται έτσι το μάθημα» επέμενε με την τσιριχτή φωνή της, «έχω κάνει και με άλλους καθηγητές δεν έχεις σύστημα».  Ας της κάνω το χατίρι σκέφτηκε και πήγε με τα νερά της,  εκείνη φάνηκε να ικανοποιείται, άλλαξε πρόσωπο. Το ζευγάρι των κινέζων   του πρότεινε μάλιστα  να έρθουν να τον βρουν και να συνεργαστούν σε κάτι εισαγωγές ιατρικών ειδών, του έστειλαν κι ένα βίντεο από το εργοστάσιο τους που έβγαζε σαν παλαβό κατά χιλιάδες μάσκες και γάντια νοσοκομειακά, η εταιρεία τους είχε έναν   τίτλο εξωτικό, Double ring. Για μια στιγμή το σκέφτηκε, δεν ήταν άσχημη ιδέα,  αλλά μετά άλλαξε γνώμη δεν ήθελε να μπλέξει,  δεν του άρεσαν οι φάτσες τους.  Όταν τους είπε ότι δε γίνεται εκείνοι υποτίθεται ότι το δέχτηκαν «όπως θέλεις»  του είπε ο κινέζος ενώ τα λοξά  του μάτια γυάλιζαν.  Και ξαφνικά εξαφανίστηκαν αφήνοντας τον  απλήρωτο, τους τηλεφωνούσε και δεν απαντούσαν  κι ύστερα  τα τηλέφωνα τους έκλεισαν εξαερώθηκαν  κι άντε να τους βρεις στα βάθη της Ασίας,   έχασε ένα  σωρό λεφτά εκεί πέρα,  από τότε ήταν πιο προσεκτικός και ζητούσε τα χρήματα προκαταβολικά αλλιώς δεν ξεκινούσε τίποτα…   

 Ένα βράδυ Σαββάτου που είχε πλαγιάσει από νωρίς  άκουσε το τηλέφωνο του, κάποιος τον καλούσε, ο κανόνας του ήταν να απαντά  οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας,  έτσι είχε βρει τους πιο απίθανους πελάτες όμως εκείνη τη στιγμή βαριόταν αφόρητα,  «ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα;» είπε  φωναχτά. Κοίταξε  το νούμερο,  δεν του έλεγε τίποτα και δεν απάντησε όμως σε λίγη ώρα το τηλέφωνο  χτύπησε  ξανά κι η γυναίκα του  εμφανίστηκε εκνευρισμένη για να το σηκώσει,  κανείς  δεν ακούγονταν  μονάχα μια ανάσα πολύ βαριά σαν ο τύπος  από την άλλη μεριά της γραμμής  να έπασχε από βρογχοπνευμονία,  ήταν πολύ τρομαχτικό και η γυναίκα του το έκλεισε γρήγορα ταραγμένη.  Είχε κοιμηθεί κάνα δίωρο  όταν  το τηλέφωνο κουδούνισε  πάλι, το σήκωσε κι άκουσε μια φωνή να του λέει σε σπαστά αγγλικά , «ξέρουμε τι κάνεις, σε παρακολουθούμε, πρόσεχε, όλο αυτό δεν θα έχει καλό  τέλος »κάπου  την είχε ακούσει αυτή τη φωνή όμως  όπως ήταν ζαλισμένος δεν ασχολήθηκε και συνέχισε τον ύπνο του.  Αυτό συνεχίστηκε για μερικά βράδια,   το τηλέφωνο καλούσε   κι όταν το σήκωνε κανείς δε μιλούσε ή ακουγόταν μόνο «ξέρουμε τι κάνεις».   Τι διάβολο συνέβαινε σκεφτόταν όμως ήταν τόσο  κουρασμένος  που έπεφτε ξερός και δεν χαμπάριαζε τίποτα,  απλά  έβαζε τη συσκευή  στη  σίγαση  και ήταν ήσυχος.  Καμιά φορά όμως την ξεχνούσε κι εκείνη χτυπούσε, κοίταζε την οθόνη που φωτίζονταν  κι  έβλεπε κάτι νούμερα από χώρες  παράξενες κάπου στα βάθη της ανατολής , έψαχνε στον υπολογιστή κι έβρισκε ότι αντιστοιχούσαν σε κάτι έδρες  αλλόκοτες. Όπως συζητούσαν με τη γυναίκα του άρχισε να ανησυχεί πιο πολύ, περισσότερο  τον τρόμαζε εκείνη η κουβέντα ότι θα έχει άσχημο τέλος.

 «Μα τι βλάκας που είμαι!»  φώναξε ένα πρωί  και παραλίγο να πνιγεί από τον καφέ του, «ο κινέζος με τις μάσκες είναι κι έλεγα τι μου θυμίζει η φωνή του !»  αυτός ο μαφιόζος είναι  σίγουρα,  αν καλέσουν πάλι θα πάω στην αστυνομία!» Κι ενώ ήταν έτοιμος να τους καταγγείλει   τα τηλέφωνα σταμάτησαν σα να τους είχε ενημερώσει κάποιοι για τις προθέσεις του  όμως εκείνος είχε αναστατωθεί. Σκεφτόταν όσα του  χαν πει συγγενείς  και φίλοι,  ήταν σίγουρος ότι τον είχαν γρουσουζέψει οι άτιμοι .  Στη διάρκεια ενός  μαθήματος   όπως εξηγούσε μια άσκηση μια ανάμνηση αναδύθηκε ασυναίσθητα  στην επιφάνεια  του μυαλού του,  ήταν ένα περιστατικό  που είχε θαμμένο στον πάτο της μνήμης  του. Πριν από τριάντα τόσα χρόνια    δούλευε σεκιουριτάς σ’ ένα βενζινάδικο κάπου έξω από την πόλη. Η  γυναίκα  που είχε το μαγαζί δεχόταν τηλεφωνήματα  περίεργα, αυτό γινόταν για καιρό.  Κανείς δεν την πίστευε μέχρι που ένα βράδυ, όταν πήγε να της δώσει τα κλειδιά, τη βρήκε μαχαιρωμένη πίσω από τον πάγκο,  στην ταμειακή  μηχανή  υπήρχαν αίματα,  παντού γύρω  όλα είχαν ανακατευτεί, η σκηνή που αντίκρισε τον είχε στοιχειώσει γι αυτό και την είχε θαμμένη όσο πιο βαθιά γινόταν, μονάχα καμιά φορά την έβλεπε  στον ύπνο του. Αμέσως είχε πάει να καλέσει την αστυνομία όμως πριν σηκώσει το ακουστικό το τηλέφωνο χτύπησε και μια  φωνή που έμοιαζε με του κινέζου  είχε ακουστεί να λέει  σε σπαστά ελληνικά  « η συμφωνία δεν ισχύει»  μόνο αυτό.  Όταν έκανε τον συνειρμό ανατρίχιασε, μήπως ήταν ο ίδιος άνθρωπος και στις δυο περιπτώσεις αλλά αυτό δεν γινόταν, είχαν περάσει τόσα χρόνια. «Είστε καλά;»  τον ρώτησε  ο μαθητής στην οθόνη  που κατάλαβε ότι υπήρχε πρόβλημα ,  «θα διακόψουμε για σήμερα,  συγγνώμη»  είπε αυτός  προσπαθώντας  να κρύψει την αναστάτωση του.  Όταν έμεινε μόνος θυμήθηκε όλο το σκηνικό,  είχε ακουστεί τότε ότι η γυναίκα που είχε το βενζινάδικο  έμπλεξε με κάτι λαθρέμπορους,  δεν τα βρήκαν στη μοιρασιά γι αυτό την είχαν σκοτώσει,  αυτό το περιστατικό τον είχε σημαδέψει τότε για μήνες,  δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα,  οι γιατροί είχαν πει ότι η εμπειρία ήταν τραυματική,  έκανε καιρό να το ξεπεράσει και να τώρα άκουγε πάλι εκείνη τη φωνή.  Σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε κάνει λάθος ,  ότι το μυαλό του έπαιζε παιχνίδια,  πως μπορείς να είσαι σίγουρος για κάτι που συνέβη πριν από τρεις δεκαετίες,  καμιά φορά η μνήμη σε προδίνει,   νιώθεις σίγουρος για κάτι και αποδεικνύεται ότι έσφαλες,  ορκίζεσαι ότι ήταν έτσι και μετά βλέπεις  ότι λάθεψες  καθώς όλα μπερδεύονται και τίποτα δε μένει σταθερό,  δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε τον εαυτό σου,  ειδικά αυτόν.

Για να τα ξεχάσει όλα αυτά πήγε κάποιο σαββατοκύριακο  σ’ ένα χιονοδρομικό κι εκεί ατενίζοντας ώρες ατέλειωτες το άσπρο χιόνι σα να καθάρισε η σκέψη του, σα να έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, σα να πήρε την ανάσα που χρειαζόταν.  Ό,τι κι αν ήταν  αυτό που τον απειλούσε θα το αντιμετώπιζε έλεγε μέσα του κι εκείνο ακριβώς το βράδυ το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Κι  ενώ τις άλλες  φορές καθόταν κι άκουγε τον καταραμένο τον κινέζο, άρχισε εκεί πέρα να του φωνάζει,  οι λέξεις έβγαιναν  από το στόμα του χωρίς  να μπορεί να τις ελέγξει, τον  έβρισε πολύ άσχημα,  τον έστειλε στο διάβολο  δεν μπορούσε να καταλάβει που τις είχε βρει τόσες αγγλικές κατάρες  εκεί πέρα ο  άλλος  πήγε κάτι να ψελλίσει όμως του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα,  ήταν πολύ ευχαριστημένος μετά απ’  αυτό.  Το πρωί είδε κάτι  μηνύματα απειλητικά, ούτε που ασχολήθηκε, τους διέγραψε από όλους  τους λογαριασμούς,  δεν τον ξαναενόχλησαν. Όπως  παρακολουθούσε τα διεθνή δελτία μια νύχτα  είδε το ζευγάρι των κινέζων με χειροπέδες,  είχαν συλληφθεί λέει για διακίνηση  λαθραίων ειδών  και θα εκτελούνταν, οι κινέζοι δεν χαμπαριάζουν,  «ο κόσμος εκεί έξω είναι πολύ  άγριος» έκανε τη σκέψη.  

 

  

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΗΣ ΑΦΘΟΝΙΑΣ

 «Μη μου κολλάς » της είπε  μια κοπέλα μέσα στο λεωφορείο κι ακούστηκε να  συμπληρώνει  «κωλόγρια !». Tο κορίτσι που την έβρισε καθόταν στη γαλαρία, στο πίσω μέρος του λεωφορείου, υπήρχαν εκεί πέρα τρεις άδειες θέσεις και το κορίτσι που δεν ήταν και το πιο αδύνατο,  έμοιαζε να τις ήθελε όλες, « μπορώ να καθίσω;» το ρώτησε «αφού έχει εκεί μπροστά θέσεις, γιατί δεν κάθεσαι εκεί πέρα!»- « μα εγώ θέλω να καθίσω εδώ,  πόσες θέσεις νομίζεις ότι μπορείς να πιάσεις!» είπε αυτή,  η παχουλή κοπέλα φάνηκε να θίγεται και  μέσα  από τα  δόντια της την έβρισε έτσι ώστε να ακουστεί.  Καθισμένη σε μια  διπλανή θέση σκεφτόταν τι είχε συμβεί, δεν  είχε θέμα με την ηλικία της, σιγά τώρα,  όμως το θράσος εκείνης της κοπέλας ήταν φοβερό,  ίσως δεν θα  έπρεπε να της είχε  μιλήσει έτσι όμως πολλές φορές ένιωθε τα λόγια να βγαίνουν από το στόμα της χωρίς  να μπορεί  να τα ελέγξει. Τύχαινε συχνά να κάνει   παρατήρηση σε κάποιον κι  αμέσως σκεφτόταν «ωχ τώρα την έβαψα,  θα με ακολουθήσει και θα βρω κανέναν μπελά,  τι θέλω και μιλώ!» αλλά  και πάλι όταν έβλεπε κάτι στραβό δεν άντεχε κι   έκανε το ίδιο. Σε μια στιγμή  η κοπέλα που την έβρισε  σηκώθηκε να κατέβει όμως το αστικό φρέναρε  κάπου κι εκείνη  έπεσε   πάνω στους επιβάτες  «φύγετε από μπροστά  μου!»  φώναξε ξαναμμένη, καλά  το άτομο είχε θέματα,  πρόσεξε ότι φορούσε  κάτι αρβύλες κι ένα τζιν σκισμένο,  δεν θα την έλεγες κι  επιτομή της καλαισθησίας κι αυτό αντανακλούνταν στο ύφος και στους τρόπους της.  Την ακολούθησε με το βλέμμα καθώς απομακρύνονταν φουριόζα και κούνησε το κεφάλι πολλές φορές  σα να έλεγε « πως είσαι έτσι κορίτσι μου».   

Χρόνια τώρα πηγαινοερχόταν με τα αστικά, δεν είχε μάθει ποτέ να οδηγεί, πάντα είχε κάποιον να την πηγαίνει στα μαγαζιά ή στη δουλειά, παλιά ήταν ο άντρας της, όταν χώρισε οι φίλοι της πάντα έβρισκαν τρόπο  να την εξυπηρετούν κι όταν δεν  υπήρχαν κι αυτοί έπαιρνε ταξί αλλά πια όλα είχαν γίνει πολύ ακριβά κι αναγκαζόταν να μπει στα λεωφορεία που κάποτε δεν ήθελε  ούτε να τα δει. Όμως εκεί μέσα αδερφέ μου  έπρεπε  να κρατήσεις την αναπνοή σου μέχρι να σκάσεις,  μερικά ειδικά είχαν μια αποπνικτική μυρουδιά  που σου ερχόταν αναγούλα,  ήταν  τα αστικά που πήγαιναν  σ’ ένα νοσοκομείο και τα χρησιμοποιούσαν κάτι πρεζόνια τα οποία δεν πλένονταν  ποτέ,  αυτά τα απόφευγε όσο μπορούσε. Όταν έβρισκε καμιά καλή θέση  χάζευε τους δρόμους που ανεβοκατέβαιναν εκεί όπου  κάποτε υπήρχαν πλαγιές και λόφοι, πιο πολύ της άρεσαν  τα στενά που οδηγούσαν σε κάτι μέρη που έμοιαζαν με πίστες απογείωσης για το άπειρο,  αυτά τα μέρη ήταν τα αγαπημένα της, με τη φαντασία  ένιωθε  ότι η πορεία του αστικού συνεχίζονταν νοερά   και χανόταν  πέρα μακριά στον ορίζοντα που φλέγονταν όταν ο ήλιος έδυε. Από τα παράθυρα του λεωφορείου μπορούσε να παρακολουθήσει ότι συνέβαινε στην  πόλη σα να έβλεπε ταινία, στα πάρκα  τεμπέληδες  ρωσοπόντιοι έπαιζαν ντάμα πάνω σε κάτι τραπέζια αυτοσχέδια, εκεί κάτω  προς τη θάλασσα οι πολυκατοικίες έφτιαχναν  ένα τείχος τεράστιο που έκοβε τον αέρα  άφηνε  όμως όλη την υγρασία να διαπεράσει τα κτήρια και τους ανθρώπους,  τα βράδια του Σαββάτου τα  συνοικιακά  μαγαζιά πουλούσαν κοτόπουλα και πίτσες στον κόσμο που περίμενε έξω από τις εισόδους τους,  αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα μέσα στην εβδομάδα.

Τους τελευταίους μήνες χρησιμοποιούσε πολύ τα λεωφορεία, είχε μπει στο ταμείο ανεργίας  και είχε χρόνο μπόλικο, έτσι πήγαινε να δει τη μάνα της που δεν μπορούσε πια να αυτοεξυπηρετηθεί  και χρειαζόταν άνθρωπο όμως δεν εμπιστευόταν κανέναν,  ήταν  πολύ καχύποπτη κι έτσι την  είχε  αναλάβει θέλοντας και μη. Πηγαίνοντας στο προάστιο της μητέρας της χάζευε σημεία τη πόλης που τα  θυμόταν από παλιά και η ανοικοδόμηση τα είχε αλλάξει εντελώς,  ένα εστιατόριο που υπήρχε κάποτε εδώ,  ένας φούρνος απ’ όπου έπαιρνε  ένα  τσουρέκι τη γεύση του οποίου δεν μπορούσες πια να  βρεις πουθενά,  ένα πεζόδρομο εκεί έξω από τα πανεπιστήμια όπου έβλεπε κάποτε  ένα κορίτσι να απλώνει εφημερίδες τότε που δεν υπήρχε διαδίκτυο ούτε τηλεόραση, οι φοιτητές έσκυβαν  να δουν  τα νέα και τους τίτλους πηγαίνοντας στις σχολές τους αγουροξυπνημένοι. Την είχε συναντήσει εκείνη τη κοπέλα με τις εφημερίδες κάποιο καλοκαίρι σ’ ένα νησί, κολυμπούσαν  μαζί σ’ έναν κολπίσκο  που τον έλεγαν  ‘’Όρμο της αφθονίας’’,  το παράξενο ήταν ότι και η κοπέλα τη θυμόταν « είχες μακριά μαύρα  μαλλιά  τότε»  της είχε πει…  

Πως είχαν γίνει έτσι ανάγωγα τα παιδιά σκεφτόταν όλη την ώρα καθώς τάιζε τη μητέρα της,  δεν καταλάβαιναν  τίποτα, δημιουργούσαν φασαρίες, επιτίθονταν στον κόσμο, είχαν χτυπήσει άσχημα  έναν οδηγό λεωφορείου  την ώρα που σχολούσε, το πράγμα είχε ξεφύγει. Ήταν επόμενο βέβαια,  κανείς δε νοιάζονταν γι αυτά, κανείς  δεν τους έλεγε  τίποτα κι κείνα ήταν  ανεξέλεγκτα, έβριζαν, φώναζαν, χαλούσαν τον κόσμο, έμοιαζαν με θηρία. Ήθελε να τους χώσει δυο μπάτσες όπως έκανε η μάνα της όταν ήθελε να τη συνετίσει,  σιγά μη χαράμιζε τα λόγια της,  όμως τώρα που να τ’  αγγίξεις,  είχαν γίνει μη μου άπτου όλα, δεν  σήκωναν τίποτα και ήξερε ότι θα έβρισκε το μπελά της. Πάντα είχε πρόβλημα όχι μόνο με τα παιδιά αλλά και με οτιδήποτε που νόμιζε πως ήταν λάθος, όταν έβλεπε κάτι στραβό και γύρω κανείς δεν μιλούσε αυτή δεν άντεχε,  μια φορά είχε δει έναν τύπο φαλακρό να φωτογραφίζει  κορίτσια με το κινητό του και του είχε κάνει παρατήρηση,  «τι κάνεις εκεί πέρα φίλε;»  εκείνος έκανε τον αδιάφορο αλλά ένα παιδί με γένια κάπου εικοσιπέντε χρονών,   πετάχτηκε και την υποστήριξε «δώσε το κινητό να δούμε τι φωτογραφίζεις!» ο άλλος έσπευσε να κατέβει  κατρακυλώντας πανικόβλητος  στα σκαλιά   και παραλίγο να σκοτωθεί όπως προσπαθούσε  να κρύψει το τηλέφωνο. Ευχαρίστησε το νεαρό κι αντάλλαξαν δυο κουβέντες, «κυρία μου δεν μπορείτε να φανταστείτε τι γίνεται κάθε μέρα »- «αυτό το παιδί μάλιστα» , σκέφτηκε.  

Μια άλλη φορά είχε δει μια κοπέλα να απλώνει  τα πόδια της  στο αντικρινό κάθισμα,  αυτό την τρέλαινε, δεν μπορούσε να το δεχτεί, «κατέβασε σε παρακαλώ τα πόδια σου!»  της είπε κι εκείνη τα κατέβασε όμως μετά από λίγο τα έβαλε πάλι πάνω στις καρέκλες,  «σου είπα να μη βάζεις τα πόδια στου στο κάθισμα!»  επανέλαβε « θα έρθουν να καθίσουν άνθρωποι!»  όμως το κορίτσι της πέταξε  κάτι του τύπου « άσε μας από δω ρε θεία !».   Καθώς ήταν η ώρα να κατέβει την πλησίασε, έπιασε  τα πόδια της και με μια κίνηση τα κατέβασε κάτω, δεν το περίμενε ούτε και  η ίδια ότι θα το έκανε,  ήταν σα να είχε συμβεί αυτοματοποιημένα,  το κορίτσι είχε μείνει άναυδο,  δεν το περίμενε ούτε αυτή  όμως εκείνη ήταν χαρούμενη,  «σε προειδοποίησα!»  της φώναξε  κι έσπευσε  να κατέβει τα σκαλιά προτού η άλλη της πετάξει τίποτα,  ήταν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της.  

Πάντα πίστευε  στη νεολαία κι όταν την κατηγορούσαν  απαντούσε « είναι παιδιά, δεν ξέρουν, κι εμείς έτσι ήμασταν στην ηλικία τους»  όμως  όταν της επιτέθηκε και την έβρισε  εκείνη η κοπέλα  με τα άρβυλα τα έχασε, θυμόταν για καιρό το πρόσωπο της,  μια φορά την είχε δει και στον ύπνο της. Ένα βράδυ του Σαββάτου που πήγαινε στη μάνα της αναρωτιόταν τι θα συναντούσε  πάλι,  οι ειδήσεις λέγανε για έναν  φίλαθλο που είχαν μαχαιρώσει  έξω από κάποιο γήπεδο κι όλοι είχαν ξεσηκωθεί.  Εκείνη τη μέρα είχε αγώνα ποδοσφαίρου πάλι  οπότε το λεωφορείο θα γέμιζε από  τραμπούκους και μεθυσμένους που τρόμαζαν τον κόσμο κι απειλούσαν τους πάντες. «Είκοσι λεπτά είναι»  σκέφτηκε «ας κάνω υπομονή», δεν ήθελε να πάρει ταξί  όμως με το που μπήκε στο αστικό το μετάνιωσε. Στην επόμενη  στάση ανέβηκαν καμιά εικοσαριά άτομα,  νεαροί ως επί το πλείστον,  κι άρχισαν να φωνασκούν,  τους άκουγε εκεί πέρα  που φώναζαν συνθήματα κι έβριζαν τις μάνες όλων, ήταν μια μάζα, ένας όχλος γεμάτος μίσος, μια αγέλη όπου επικρατούσαν τα χειρότερα ένστικτα καθώς τους έδινε την αίσθηση της ασφάλειας και της δύναμης, μια αίσθηση ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις δίχως καμιά συνέπεια, σε μια τέτοια αγέλη μπορούν να ευδοκιμήσουν τα πιο χαμερπή ορμέμφυτα, να διαπραχτούν οι πιο αισχρές πράξεις.

Οι νεαροί έμοιαζαν να το χαίρονται εκεί πέρα που μπορούσαν να τρομοκρατούν τον κόσμο και συνέχιζαν να βρίζουν και να απειλούν το σύμπαν.  Δεν άντεξε,  σηκώθηκε και τους είπε «δεν ντρέπεστε να μιλάτε έτσι,  εσείς  φάγατε εκείνο το παιδί!»  κανείς  από την αγέλη δε μίλησε,  έγινε ησυχία για λίγο σα να είχαν  αιφνιδιαστεί που κάποιος αντέδρασε στην επέλαση τους.   Ύστερα όμως όλο εκείνο το πλήθος που είχε ανεβεί στο αστικό και δρούσε σαν συμμορία άρχισε να φωνάζει πιο δυνατά χρησιμοποιώντας  συνθήματα ακόμα πιο ρυπαρά ενώ κοίταζε προς το μέρος της με βλέμμα άγριο και μια κακία στα μάτια ανάμεικτη μ’ έναν κρυφό ενθουσιασμό, εκεί  είχε φοβηθεί πραγματικά « αυτοί εδώ θα με φάνε!»  σκέφτηκε «τι πας να κάνεις κοριτσάκι μου;» . Ευτυχώς σε λίγο ήταν η στάση της, όταν κατέβηκε από το αστικό ήταν σίγουρη  ότι κάτι θα καρφώνονταν στη πλάτη  της,  ότι  κάποιος θα την άρπαζε απ’ τα μαλλιά  και  θα της φώναζε «έλα  δω εσύ!» ,  κοίταζε γύρω γεμάτη φόβο όμως όλος εκείνος ο συρφετός ούτε που ασχολήθηκε μαζί της μονάχα ξεχύθηκε από το όχημα κραυγάζοντας κι έτρεξε   για το γήπεδο κουνώντας κασκόλ και σημαίες.  Όλο αυτό όμως ήταν πολύ τρομακτικό, είναι από κείνα τα πράγματα που δεν ξεχνάς εύκολα, της είχε χαλάσει εντελώς τη διάθεση. Το βράδυ που επέστρεφε από τη μάνα της  όλο κοιτούσε πίσω της κι ούτε που είχε όρεξη να ονειρευτεί πως απογειώνεται με το αστικό εκεί στις ανηφόρες και τις κατηφόρες της πόλης  που σε βγάζουν στο άπειρο την  ώρα που το δειλινό φλέγεται κατά τη δύση.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...