Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

ΤΥΦΩΝΑΣ

 

Είχαν γνωριστεί στο γνωριστεί στο αστυνομικό τμήμα, εκεί  τους είχαν κουβαλήσει για αναγνωρίσεις σχετικές με τον θάνατο ενός παιδιού. Το παιδί  είχε σκοτωθεί στη διάρκεια  ενός  πάρτι όπου είχαν πάει κι αυτοί, είχε γκρεμιστεί  από τα σκαλιά της πολυκατοικίας όπου γινόταν το πάρτι και χτύπησε άσχημα. Όλη νύχτα φερόταν αλλοπρόσαλλα, κλωτσούσε αντικείμενα, φώναζε και σε κάποια  φάση είχε μπλεχτεί  σ’ έναν καυγά  με κάτι μουσάτους τύπους που κανείς δεν ήξερε πως είχαν βρεθεί εκεί πέρα,  λέγανε ότι ήταν βαλτοί κι ότι διακινούσαν ναρκωτικά,  κάτι βρώμικο είχε παιχτεί κι αυτοί δεν είχαν ιδέα. 

 Εκείνη είχε έρθει από τη Γερμανία με τους δικούς της για  διακοπές κι αντί για διασκέδαση έτρεχε στις αστυνομίες,  εκεί όμως είχαν έρθει κοντά.Όταν την είχε πρωτοδεί  του θύμιζε Αμερικανίδα ηθοποιό, η φωνή, το χαμόγελο, η καλοσχηματισμένη οδοντοστοιχία, του είχε αρέσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του.Όλη νύχτα τους τραβολογούσαν για αποτυπώματα και  ανακρίσεις, είχαν περάσει μεγάλη ταλαιπωρία.

 Ήταν μια νύχτα εφιαλτική, οι αστυνομικοί κουβαλούσαν δεμένους με χειροπέδες  εκείνους τους μουσάτους που φορούσαν κάτι πουκάμισα χρωματιστά, πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά,  όλοι σωματώδεις και φώναζαν,  έκαναν  φασαρία,  δεν μπορούσαν να τους κάνουν κουμάντο κι η νύχτα έμοιαζε ατέλειωτη,  δεν έλεγε να ξημερώσει.  Οι αστυνομικοί επέμεναν «Πως βρεθήκατε εκεί,  τι κάνατε, τι πήρατε, από πού το ξέρατε το παιδί, μαλώσατε μαζί του;» ένας ειδικά ήταν πολύ επίμονος και τον είχε βάλει στο μάτι προσπαθώντας να του πάρει λόγια «Μήπως του είχες δώσει τίποτα;» τον ρωτούσε «Μας είπαν  ότι πριν σκοτωθεί μιλούσε μαζί σου, είσαι σίγουρος γι αυτά που λες,  εμείς θέλουμε να σε βοηθήσουμε, κάντο για τη μνήμη του παιδιού,  για τους γονείς του!» τον είχα πιέσει τόσο πολύ που σε μια στιγμή του ήρθε να φωνάξει «Εντάξει, τι στο διάβολο θέλετε να σας πως πείτε μου να τελειώνουμε!» όμως κρατήθηκε.  Μ’  εκείνη την κατάθεση τον είχαν πάει στο δικαστήριο, είδε κι έπαθε μέχρι να ξεμπλέξει,  από τότε μισούσε την αστυνομία όποτε έβλεπε περιπολικό ήθελε να ορμήσει με το αμάξι του και  να το τσαλακώσει, να το κάνει σμπαράλια.

Όλοι τους είχαν γίνει κομμάτια εκείνη τη νύχτα, η γυναίκα του είχε καταρρακωθεί περιμένοντας  στον βρώμικο διάδρομο του τμήματος δίπλα στους μουσάτους με τα παρδαλά πουκάμισα  και μια γριά που ήθελε να καταγγείλει κάποιον.  Η γριά ήταν νευρωτική κι είχε μια όψη που σε τρόμαζε, το ένα  μάτι της ήταν βουλωμένο  με κάτι σαν μαύρο μπάλωμα και σκιαζόσουν να τη βλέπεις. Φώναζε και χαλούσε τον κόσμο ενώ οι μουσάτοι γελούσαν διασκεδάζοντας με το άθλιο θέαμα κι οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να επιβάλουν τάξη. Το ανακριτικό δωμάτιο βρωμούσε τσιγάρο, τότε δεν απαγορεύονταν, και όλη η διαδικασία έμοιαζε να κρατά αιώνες. Η κοπέλα έκλαιγε, όλα αυτά της φαινόταν  τερατώδη, καθόταν εκεί και την παρηγορούσε ώσπου ξημέρωσε, μιλήσανε λίγο, τον ευχαρίστησε κι αντάλλαξαν τηλέφωνα.

 Αργότερα γνωρίστηκαν καλύτερα,  στα δικαστήρια όπου τον έσερναν ερχόταν κι αυτή για υποστήριξη, δεν τον άφηνε ποτέ μόνο του, όποτε απογοητεύονταν του χαμογελούσε μ’  εκείνο τον τρόπο που θύμιζε αμερικανίδες από τις ταινίες και τον χαλάρωνε. Στην δίκη που είχε γίνει   οι αστυνομικοί κάλυπταν ο ένας το άλλον,  δεν έπαιρναν τίποτε πίσω παρ’ όλο που ήξεραν την αλήθεια.  Εκείνον τον καιρό συμμετείχε σε μια ομάδα πάλης  ήταν τόσο καλός που  τον φώναζαν  Τυφώνα, όπως ήταν νέος είχε μπλεχτεί σε μερικές φασαρίες κι ήταν γνωστός,  τον είχαν βάλει στο μάτι επειδή  δε μασούσε,  του την είχαν στημένη,  ένας αστυνόμος μάλιστα του είχε πει «Εγώ θα σε σβήσω από τη πιάτσα!» ήταν εκείνος που του πήρε την κατάθεση και παραλίγο να τον θάψει.  

Του πήρε καιρό να καθαρίσει το όνομα του  όμως μέσα από αυτό το μπλέξιμο είχαν γνωριστεί καλά με τη γυναίκα του  και στο τέλος παντρεύτηκαν.  Είχαν κάνει κι ένα παιδί ενώ  μαγαζί που είχαν  πήγαινε περίφημα ώσπου   ο  ηλίθιος ο δήμαρχος   ξεκίνησε  κάτι έργα στον δρόμο που περνούσε έξω από την πόρτα   και τους είχε σακατέψει. Κανείς  δεν μπορούσε να σταματήσει, όλοι έφευγαν σφαίρα μόλις έβλεπαν τα μπάζα και τους εργάτες, η περανζάδα είχε καταστραφεί  κι εκείνα τα έργα έμοιαζαν να συνεχίζονται ως την αιωνιότητα,  είχαν περάσει πάνω από ένα χρόνο και συνέχιζαν να σκάβουν σαν να διόρθωναν τον πύργο της Πίζας, τι στο διάβολο έκαναν ;

Η ζημιά ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα, χρειάζονταν ένα κάρο λεφτά για το ιδιωτικό σχολείο του παιδιού,  για τις δόσεις του σπιτιού που είχαν  αγοράσει και για το καινούριο αυτοκίνητο που είχαν πάρει  οπότε η γυναίκα του που ήταν πολύ ξύπνια βρήκε μια αγγελία κι έφυγε πίσω στη Γερμανία   με την ελπίδα να γυρίσει γρήγορα.  Συμφώνησαν το παιδί να μείνει στην Ελλάδα κι εκείνη υπέφερε που δεν το είχε κοντά της,  για μερικούς μήνες αυτός  το πάλευε με τον μικρό  όμως τελικά αναγκάστηκε  να τον  στείλει στους γονείς του κι ήταν όλοι σκόρπιοι.  Το αγόρι  βέβαια ήταν ευχαριστημένο,  μια ζωή περνούσε τα καλοκαίρια με τους παππούδες  και τους είχε συνηθίσει οπότε δεν είχε πρόβλημα,  στη μικρή πόλη της επαρχίας είχε βρει ένα σωρό φίλους και ήταν μια χαρά.  Του έλειπε αλλά τι μπορούσε να κάνει,  όταν το είχε μαζί του δεν προλάβαινε να το δει,  όλη μέρα έτρεχε σαν χαμένος να προλάβει τη δουλειά κι όταν γυρνούσε σπίτι ο μικρός κοιμόταν «Α ήρθες μπαμπά» του έλεγε κι έκλεινε τα μάτια  οπότε σκέφτηκε ότι το παιδί άξιζε μια καλύτερη μοίρα και το έστειλε στους δικούς του όμως με το ένα και το άλλο  είχε βρεθεί εντελώς  μόνος σαν τον κούκο, πως τα είχε φέρει έτσι η ζωή δεν μπορούσε να  καταλάβει…

Από τότε που είχε φύγει η γυναίκα και το παιδί του  έχασε τη μπάλα, όλα γύρω κυλούσαν σ’ έναν δικό  τους ρυθμό σα να ήταν ένας κόσμος διαφορετικός, μια διάσταση άλλη.  Τα μαγαζιά άλλαζαν συνέχεια ωράριο κι έκλειναν ότι ώρα να ναι, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι χρειαζόταν να ψωνίσει,  κάπου τα είχε γραμμένα αλλά δεν έβρισκε το χαρτάκι  κοιτούσε γύρω προσπαθώντας να σκεφτεί τι έπρεπε να πάρει. Οι άνθρωποι στέκονταν  έξω από τα σούπερ μάρκετ σε ουρές περιμένοντας τη σειρά τους κι άλλοι καρτερούσαν υπομονετικά  μπροστά στα αυτόματα μηχανήματα των τραπεζών, τα εμπορικά  έκλειναν  κάποια ώρα αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια, όλη η ζωή γύρω έμοιαζε να κινείται σε μια παράλληλη κατεύθυνση. Είχε μείνει μετέωρος και το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να αντέξει μέχρι να περάσει όλο αυτό, έπρεπε με κάποιο τρόπο να γεμίσει ένα διάστημα κάποιων μηνών μέχρι τα πράγματα να στρώσουν,  μέχρι να σκεφτεί κάποια λύση,  μέχρι με κάποιο τρόπο όλα να μπουν στη θέση τους, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μη χάσει την πίστη του, να συνεχίσει να ελπίζει.

 

Ένα βράδυ που  μισοκοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα άκουσε κάποιον θόρυβο και του κόπηκαν τα πόδια.  Ο γείτονας του είχε πει την προηγούμενη μέρα ότι είχε βρει παραβιασμένη  την εξώπορτα του κι αμέσως έκανε τη σκέψη ότι οι κλέφτες είχαν μπει  στο σπίτι  όμως   δεν μπορούσε  να καταλάβει από που προέρχονταν ο θόρυβος.  Άναψε  το φως κι ανέβηκε τις σκάλες προς τον πάνω όροφο όπου  είδε κάτι να κουνιέται σε μια γωνιά, του ήρθε να βάλει τα γέλια,  ήταν ένα από τα παπαγαλάκια  που είχε,  τον κοιτούσε απορημένο, πρέπει να είχε αφήσει ανοιχτή την πορτούλα  και ήρθε κοντά του οδηγημένο από  το φως της τηλεόρασης «Έλα δω ρε μπαγάσα!»  φώναξε ανακουφισμένος και το άρπαξε για να το πάει πήγε πίσω στο κλουβί.  

Γέμισε με καινούριο  νερό το μπολ των παπαγάλων  κι όπως τους έβαζε τροφή  έμεινε να κοιτά τη φωτογραφία της γυναίκας του που υπήρχε εκεί  κρεμασμένη  στον τοίχο. Άνοιξε το κινητό και τη σύγκρινε με μια πρόσφατη φωτογραφία που του είχε στείλει,  ήταν αλλαγμένη σίγουρα όμως τα μάτια της γυάλιζαν όμως και τότε κάτω από τη φωτογραφία του έγραφε  : «Θυμάσαι τότε στο τμήμα όταν γνωριστήκαμε που μου έπιασες το χέρι;» αυτό δεν το θυμόταν καθόλου, το είχε ξεχάσει εντελώς «Θυμάσαι που πήγες και είπες τη γιαγιά με το ένα μάτι να μη μ’  ενοχλεί επειδή  μου φώναζε  σα να έφταιγα εγώ . Θυμάσαι που μου είπες ‘’ρε μη στενοχωριέσαι εγώ δε σ’ αφήνω’’ κι ύστερα που φύγαμε μου αγόρασες ένα σάντουιτς και μια πορτοκαλάδα;»  δεν τα θυμόταν έτσι ακριβώς  όμως τώρα που του τα έλεγε η γυναίκα του επανέρχονταν στη μνήμη του σα να τα ξαναζούσε νοερά,  τον διάδρομο με το δωμάτιο που είχε κάγκελα όπου είχαν κάποιον κρατούμενο,  το μωσαϊκό γεμάτο καφέδες που κανείς δε σφουγγάριζε, τις σκάλες που στριφογύριζαν ανεβαίνοντας,  τα ξενυχτισμένα παιδιά,  τους γονείς του παλληκαριού που είχε σκοτωθεί και είχαν έρθει εκεί αλαφιασμένοι, τον καταραμένο εκείνο αστυνομικό που τον κοιτούσε περίεργα όλη την ώρα.

Καθόταν εκεί στα σκοτεινά και σκεφτόταν όλα τα περιστατικά που τα είχε διώξει από τη μνήμη του γιατί τον χαλούσαν και τώρα ξεχύνονταν σα να είχε ανοίξει κάποιος ένα  σφραγισμένο κιβώτιο. Πως είχε ξεφύγει ρε φίλε από κείνο το λούκι, αν έλεγε μια κουβέντα ακόμα  θα τον είχαν χώσει μέσα κι άντε  να βρεις άκρη μετά,  τότε  δεν ήξερε ότι τα καθάρματα δεν είχαν  δικαίωμα να τον κρατούν τόσες ώρες,  ούτε ήξερε ότι μπορούσε να μη μιλήσει και να φέρει δικηγόρο. Δεν του είχε μιλήσει κανείς για όλα αυτά  θυμόταν όμως ότι σε μια  στιγμή που συνέχιζαν να τον πιέζουν είχε γίνει έξαλλος,   σηκώθηκε επάνω και τους φώναξε  « Άμα έχετε κάτι εναντίον μου πέστε το  αλλιώς   πάτε όλοι στο διάβολο!» οι φωνές του ήταν τόσο δυνατές που ο ίδιος ο διοικητής   ήρθε εκεί πέρα και κάτι είπε στους αστυνόμους που άλλαξαν στάση και το γύρισαν στο πιο μαλακό τάχα μου.

Καθόταν εκεί  στα σκοτεινά κι όλες εκείνες οι σκηνές περνούσαν σαν ταινία μπροστά του, ο παλιός  θυμός του δεν είχε περάσει μετά από τόσα χρόνια κι ίσως δεν ήταν καλό να  σκαλίζει τα περασμένα.  Έπιασε το τηλέφωνο  να γράψει ένα μήνυμα στη γυναίκα του και το χέρι του έτρεμε,  στο δωμάτιο επικρατούσε ηρεμία απόλυτη που ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση μ’  αυτό που ένιωθε, μόνο   το παπαγαλάκι έβγαζε κάτι  φωνές πνιχτές  όμως ύστερα από λίγο  ύστερα έπαψε και δεν ακούγονταν πια  τίποτα.  

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

ΚΑΡΔΙΟΓΡΑΦΗΜΑ


Δεν τους χώνευε τους γιατρούς όμως πάντα άκουγε τη γνώμη τους όταν μιλούσαν καλά, μια φορά όταν ήταν στο σχολείο κάποιος τους είχε πει ότι έπρεπε να κάθονται σωστά στις καρέκλες τους με την πλάτη ακουμπισμένη πίσω κι αυτό του είχε μένει. Μια άλλη φορά όταν δούλευε σ’ ένα συνεργείο του δήμου, παρακολουθούσαν κάποια σεμινάρια ασφάλειας και μια νεαρή κοπέλα, όμορφη του έκανε μια παρατήρηση ότι δεν καθόταν ωραία κι ότι δεν ήταν σωστό, ένιωσε ότι έπρεπε να την σεβαστεί, την άκουσε και συμμαζεύτηκε. Όταν έφτιαχνε τα δόντια του σ’ ένα κέντρο υγείας έβλεπε κάτι κοπέλες πολύ χαλαρές που τραγουδούσαν, κι ήταν καλοκαίρι, το παράθυρο ανοιχτό κι ήταν ωραίο να σε προσέχουν. Μια άλλη φορά όταν τον πονούσε το στομάχι του, είχε πετύχει σε κάποιο νοσοκομείο έναν γιατρό χαμογελαστό που ήξερε από κάποια παρέα κι ήθελε μόνο εκείνος να τον εξετάσει, μόνο εκείνον εμπιστεύονταν. Ήταν φοιτητής τότε κι έμενε σε κάποια εστία που ήταν κάποτε ξενοδοχείο, σ’ ένα διαμέρισμα στενό, στον 7ο όροφο. Εκεί τον έπιασε ένας πόνος οξύς στην κοιλιά κι έτρεχε στα διανυκτερεύοντα να τον εξετάσουν, είχε βρει ένα σωρό κόσμο να περιμένει μες τη νύχτα, τι στο διάβολο έκαναν, όλοι είχαν κάποιο πρόβλημα, κάτι παιδιά που πονούσε κι εκείνων η κοιλιά, τα κρατούσαν στην αγκαλιά οι μανάδες τους. Του είχαν δώσει τότε ένα υγρό σα γάλα και μετά του έκαναν μια ένεση, τότε επιτέλους σταμάτησαν οι πόνοι. Γυρνώντας είχε σταματήσει σ’ ένα πατσατζίδικο κι είχε φάει μια σούπα να στρώσει, ένιωσε καλύτερα μετά από αυτό και πήγε στη γιαγιά του όπου κοιμήθηκε καθώς ξημέρωνε, πάντα όποτε έβρισκε τα δύσκολα πήγαινε στη γιαγιά του…

Ανέκαθεν του φαίνονταν μυστήριοι χώροι τα νοσοκομεία, οι βελόνες που σου χώνουν μέσα στο δέρμα, τα ηλεκτρικά καλώδια και οι ακτινογραφίες μ’ εκείνα τα περίεργα ραδιενεργά μηχανήματα που ψάχνουν το σώμα σου μέχρι πολύ βαθιά, κι αν έπεφτες σε κανένα ψυχρό τύπο ή σε καμιά κρύα νοσοκόμα ήταν ότι χειρότερο. Πάντα ήταν της γνώμης ότι ο οργανισμός θεραπεύεται από μόνος του και το πιο σημαντικό είναι να μη πέφτει η ψυχολογία σου, να νιώθεις καλά κι όσο μπορείς να χρησιμοποιείς τη φύση, αυτή είναι ο καλύτερος γιατρός. Δόξα τω θεώ δεν είχε νοσηλευτεί ποτέ, μονάχα πήγαινε να δει φίλους ή συγγενείς που αρρώσταιναν κατά καιρούς κι έφευγε γρήγορα, τα μέρη εκείνα τον άγχωναν, τα νοσοκομεία και τα δικαστήρια του έβγαζαν ένα αίσθημα περίεργο, ήταν χώροι που καλά θα ήταν να τους απέφευγες. Μια άλλη φορά πάλι που είχε σπάσει ένα αγγείο στο μάτι του μια όμορφη γιατρός τον είχε εξετάσει με κάτι σα μικροσκόπιο και του είχε χαμογελάσει, «Όλα καλά!» του είχε πει, αυτές ήταν ωραίες περιπτώσεις ρε φίλε, τέτοιους ανθρώπους μπορείς να τους εμπιστευτείς, αυτούς που δε μπορούσε ήταν κάτι άσχετοι, κάτι κρύοι κι αντιπαθητικοί, με το που τους έβλεπε έλεγε μέσα του «Πάμε να φύγουμε από δω γιατί θα μας σακατέψουν».

Η καλύτερη περίπτωση πάντως ήταν εκείνη η γιατρέσα που του είχε πει μια άλλη φορά «Άμα έχεις κάποιο πρόβλημα φαίνεται » τότε έτρεχε να εξεταστεί επειδή του το είχε ζητήσει μια παλαβή με την οποία ήταν ερωτευμένος. Πολύ τον είχε παιδέψει εκείνο το τα κορίτσι το οποίο στην τελική αποδείχτηκε εντελώς μούφα, μια μέτρια κοπέλα όμως όταν είσαι τσιμπημένος τα βλέπεις εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Του είχε βάλει όρο για οτιδήποτε να κάνει πρώτα όλων των ειδών τις εξετάσεις σα να τον δοκίμαζε, έπρεπε να περάσει από όλους τους γιατρούς κι εκείνος που ποτέ του δεν είχε επισκεφτεί τόσα ιατρεία κι είχε ανέγγιχτο το βιβλιάριο του τα πήρε σβάρνα. Η τύπισσα που κυνηγούσε δούλευε σε διαγνωστικό κέντρο και ίσως το είχε βίτσιο να δοκιμάζει μ’ αυτόν τον τρόπο όλους τους υποψήφιους, ένας από τους γιατρούς πάντως που τον είδε του είπε «Σήκω φύγε όπως είσαι, ακόμα έχεις χρόνια για να κάνεις τέτοιες εξετάσεις!»

Μ’ εκείνη τη γυναίκα είχε βρει το μπελά του, η τύπισσα ήταν για δέσιμο όμως είχε τον τρόπο της, είχε ένα ταπεραμέντο που σε τραβούσε και τελικά έμπλεξε και τη μάνα της κι ανακατεύτηκε και κείνη, άκου θράσος τώρα, και τότε του την έδωσε και τις διαολόστειλε και τις δυο όμως του είχε μείνει το συναίσθημα, η όλη φάση, σε εκείνη τη περίοδο το χρειαζόταν κι έχοντας πάρει φόρα από αυτό που ένιωθε έκανε μια σειρά από κινήσεις, είχε βρει μια πολύ καλή δουλειά κι όταν την ξεφορτώθηκε την άλλη την παλαβή είχε ταχτοποιηθεί επαγγελματικά οπότε σε κάθε περίπτωση ήταν ευχαριστημένος. Περνούσε μια παράξενη φάση στη ζωή του τότε, ήταν λίγο χαμένος, δεν ήξερε τι να κάνει, προς τα που να πάει, ένιωθε μια ανασφάλεια, όλα του φταίγανε, ήθελε να φύγει για κάπου αλλού όμως δεν ήξερε που και ξαφνικά σα να είδε φως, σα να απόκτησε η ζωή του νόημα. Εκείνη η ιστορία του άνοιξε τα μάτια, κατάλαβε ένα σωρό πράγματα, έκανε μια καινούρια αρχή οπότε αν εξαιρέσεις κάτι μικρές στενοχώριες όταν έφαγε την αναπόφευκτη χυλόπιτα μόνο κερδισμένος ήταν, με το που ξεμπέρδεψε με την τύπισσα όλα του φαίνονταν εντάξει, είχε αλλάξει κι η πόλη που νόμιζε ότι είχε βαρεθεί του φαινόταν πάλι ωραία.

Ήταν μια εμπειρία αξιόλογη μπορείς να πεις κι αυτό που θυμόταν πιο πολύ ήταν η επίσκεψη η τελευταία στην παθολόγο, εκείνη που του είχε πει « Άμα είσαι καλά φαίνεται» του είχε αρέσει πολύ εκείνη η φράση. «Αν σου πει εντάξει κι αυτή θα βγούμε μαζί ένα βράδυ» του είχε πει η άλλη που κυνηγούσε κι αυτός δε κρατιόταν. Για να βρει το ιατρείο έπρεπε να πάει σε μια περιοχή ψηλά, πάνω από την πόλη που δεν ήξερε. Ήταν η περίοδος μετά τις γιορτές και καθώς περπατούσε χάζευε τα ετοιμόρροπα κτήρια που βρισκόταν εκεί πέρα, μερικά ήταν φωτισμένα κι άλλα έμοιαζαν πολύ όμορφα χαμένα μες την ομίχλη που σκέπαζε τα πάντα. Κάτι πιτσιρικάδες και κάτι ζευγαράκια καθόταν σ’ ένα πάρκο μιλώντας κι ατενίζοντας την θέα που διακρίνονταν κάτω στο βάθος. Όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά για κάποιο λόγο, οι ταβέρνες έχασκαν αδειανές δίχως κανέναν πελάτη, οι έρημες καρέκλες έμοιαζαν να αντικρίζουν μόνες τους τη θέα κάτω στη θάλασσα με το λιμάνι και τα καράβια τα φωτισμένα, δυο τύποι έξω από ένα μαγαζί ξεστόλιζαν ένα πλατάνι από τα λαμπάκια του, το δέντρο είχε μένει χωρίς τα στολίδια του όμως τα κλαδιά που ήταν γεμάτα σταγόνες από την υγρασία έμοιαζαν στολισμένα με στρογγυλά λαμπάκια που γυάλιζαν καθώς νύχτωνε αντανακλώντας το φως από τις κολώνες του δρόμου.

Δεν μπορούσε να το βρει στη διεύθυνση που του είχαν πει, ρώτησε κάτι παιδιά που ήταν μαζεμένα εκεί πέρα και κάπνιζαν συζητώντας, του έδειξαν το σημείο όπου βρισκόταν το ιατρείο και το βρήκε εύκολα. Ήταν στην είσοδο μια πολυκατοικίας με κάτι κολώνες πολύ ψηλές, μια κατασκευή περίεργη, κι όταν έφτασε διαπίστωσε ότι ήταν πολύ νωρίς, το ραντεβού του αργούσε λίγο. Μπαίνοντας είδε μερικοί ανθρώπους που περίμεναν εκεί πέρα για να δώσουν αίμα, ένας πολύ ψηλός μάλωνε μ’ ένα γέρο για τη σειρά προτεραιότητας κι όσο κι αν προσπαθούσαν οι άλλοι να τους κατευνάσουν εκείνοι συνέχιζαν την κόντρα. Κάθισε σε μια καρέκλα κοιτάζοντας μια αφίσα, στην αρχή δεν την πρόσεξε καλά έπειτα όμως βλέποντας προσεχτικά διαπίστωσε ότι ήταν μια φοβερή φωτογραφία με τα θαλάσσια τείχη της πόλης, πρώτη φορά τα έβλεπε, δεν ήξερε ότι υπήρχαν κάστρα στην παραλία πάνω στα οποία το κύμα έσκαγε, ήταν πολύ εντυπωσιακά. Την φωτογραφία που ήταν εκατόν πενήντα χρονών, άκου τώρα, την είχαν βρει λέει στα αρχεία κάποιας βιβλιοθήκης της Ουγγαρίας, την κοιτούσε και δεν μπορούσε να το πιστέψει, ώστε έτσι λοιπόν ήταν η πόλη πριν ενάμιση αιώνα, όχι πολύ παλιά άμα το σκεφτείς, έμοιαζε με κάτι μοναστήρια στο Άγιο Όρος που είχε δει κάποτε που ήταν σαν παραμυθένια. Κυκλωμένη υπέροχα από τείχη με την θάλασσα να χτυπά πάνω στα βράχια που βρισκόταν στα θεμέλια των πύργων φάνταζε εντελώς διαφορετική ενώ κάτω στο βάθος της εικόνας φαινόταν το μικρό λιμάνι και κάτι βάρκες, «Κάποτε πρέπει να ήταν πολύ ωραία αυτή η πόλη τελικά» σκέφτηκε μέσα του.

Όταν ήρθε η ώρα του η γιατρός αφού τον ρώτησε γιατί έκανε τις εξετάσεις χαμογέλασε όταν της είπε ότι όλα γινόταν επειδή του το είχε ζητήσει η άλλη. Του ζήτησε να βγάλει τη μπλούζα και να περιμένει ενώ εκείνη σημείωνε κάτι στα χαρτιά της, ύστερα του έβαλε δυο καλώδια σα βύσματα πάνω στο σώμα για να μετρήσει τους παλμούς του και να κάνει το καρδιογράφημα. Αυτός εκτελούσε μηχανικά ότι του ζητούσε ενώ στο μυαλό του γυρνούσε η αφίσα που είχε δε και η τύπισσα που του είχε υποσχεθεί ότι θα έβγαιναν την άλλη μέρα. Η γιατρός τον κοίταζε κάπως παράξενα όλη την ώρα, αναρωτιόταν μήπως υπήρχε κάποιο πρόβλημα, μήπως είχε εντοπίσει κάτι έμοιαζε πολύ σοβαρή κα σε μια στιγμή εκεί που δεν το περίμενε έσκυψε πάνω του και τον φίλησε στο στόμα κολλώντας τα χείλη της, αυτό ήταν εντελώς ξαφνικό, δεν το περίμενε, προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, εκείνη όμως αμέσως είπε «Συγγνώμη δεν το ήθελα» και συνέχισε σα να μην είχε συμβεί τίποτα «Η καρδιά σου είναι εντάξει» συμπλήρωσε μόνο χωρίς να τον κοιτάξει .

Ήταν μια πολύ περίεργη εμπειρία και βγαίνοντας ένιωθε ζαλισμένος, όλα αυτά που συνέβαιναν δεν ήταν φυσιολογικά και το μυαλό του είχε πάρει φωτιά, γύρω όλα είχαν σκοτεινιάσει και τα φώτα ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου τον τύφλωναν, περνώντας δίπλα από το αμάξι προσπάθησε να δει ποιος ήταν μέσα όμως δε μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα μόνο κάτι σιλουέτες σκούρες, όταν τελικά προσπέρασε το όχημα διέκρινε μέσα του ένα μικρό παιδί δεμένο στο κάθισμα και δίπλα του δυο σκυλιά που γαύγιζαν όποιον περνούσε από κει σα να το φύλαγαν, το παιδί ατάραχο τον κοίταζε κατάματα.




 

 


 



Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

ΟΜΙΧΛΗ

Στην εκπαίδευση τους είχαν πει ότι αν ερχόταν αντιμέτωποι με κάποιον άγνωστο  δεν έπρεπε να κάνουν βλακείες, ο νεαρός που είχε βρει μπροστά της στο δωμάτιο των φυλάκων ήταν  κάπου εικοσιπέντε -τριάντα χρονών, κάπως αδύνατος με λίγα γένια, τον ζύγισε γρήγορα και σκέφτηκε ότι δεν είχε πιθανότητες,  εκείνος την κοίταξε λίγο σαστισμένος όμως γρήγορα φάνηκε να βρίσκει την ψυχραιμία του νιώθοντας ότι δεν απειλείται, την πλησίασε κι κείνη έκανε πίσω,  «Είσαι  φύλακας εδώ έτσι δεν είναι;» της είπε κι εκείνη έγνεψε με το κεφάλι υποχωρώντας,  «Σ’  έχω δει κι άλλη φορά στο πάρκο, μια φορά ήμουν έτοιμος σ’ αρπάξω αλλά τελικά το μετάνιωσα».  

Ένιωσε ένα μυρμήγκιασμα  να περπατά πάνω της,  είχε αισθανθεί  ότι κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί στο παρκάκι με τα πεύκα  απ’ όπου περνούσε κάθε μέρα  σα να ήξερε ότι κάτι υπήρχε,  «Έχω καλέσει την αστυνομία» του είπε κι εκείνος χαμογέλασε «Μέχρι να έρθουν  θα έχω φύγει» της απάντησε και με δυο κινήσεις βρέθηκε δίπλα της, την άρπαξε από τη μέση και της έστριψε το χέρι,  δεν πρόβαλε αντίσταση,  όσο  δυνατή κι αν είσαι ξέρεις ότι κατά βάθος ο άντρας είναι το αρπακτικό, αυτός έχει το πάνω  χέρι,  σε μια βίαιη  σύγκρουση θα σε βάλει κάτω οπωσδήποτε, σε τέτοιες περιπτώσεις υπερισχύει η ωμή βία, έτσι είναι η φύση. Όλα αυτά πέρασαν από τη σκέψη της σε εκατοστά του δευτερολέπτου όπως το μυαλό της καιγόταν, όχι δεν έπρεπε να δείξει ότι αντιστέκεται, αν ήταν να κάνει κάποια κίνηση έπρεπε  να την κάνει όταν ο άλλος δεν θα το περίμενε, έπρεπε να τον αφήσει να πιστεύει ότι ήταν δειλή κι  εύκολη να την χειριστεί, χαλάρωσε και προσπάθησε να ηρεμήσει.    

Κι όμως είχε ξυπνήσει με την καλύτερη διάθεση, το ξυπνητήρι είχε χτυπήσει  στις τέσσερις, καθώς το σπίτι της δεν ήταν μακριά  από τη δουλειά προτιμούσε να πηγαίνει με τα πόδια,  ήταν η καλύτερη άσκηση κι έπειτα η διαδρομή ήταν πολύ ωραία.  Εκείνες τις μέρες έβρεχε συνέχεια,  το λιμάνι έμοιαζε χαμένο στην ομίχλη και τα  φωτισμένα καράβια μόλις που διακρίνονταν μέσα στη θάλασσα. Ομίχλη σκέπαζε τα πάντα γύρω μονάχα τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια διακρίνονταν στα μπαλκόνια και πίσω από τα τζάμια. Κοιτάζοντας ψηλά πάνω απ’  την πόλη έβλεπες  τις   φωτισμένες  κολώνες  που έφτιαχναν ένα τοπίο σα να υπήρχε εκεί πέρα μονάχα ένα χωριουδάκι με αραιά σπίτια. Κείνη την  ώρα  έβλεπε τους ίδιους ανθρώπους που ξεκινούσαν μαζί της  σα να είχαν συγχρονιστεί,  ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που κρατούσαν ο ένας τον άλλον,  δυο  γυναίκες που πρέπει να ήταν αδερφές γιατί είχαν το ίδιο ύψος,  ένας τύπος ψηλός, αντιπαθητικός,  με μια φόρμα κόκκινη.  Όποτε έβρεχε έτσι η πόλη ντύνονταν την καλύτερη στολή της,  σκεπάζονταν από ένα σύννεφο ομίχλης που έκρυβε όλα τα άσχημα σημεία της, αυτή η εποχή προτού πιάσουν τα κρύα,  όπου στην ατμόσφαιρα υπήρχε  υγρασία  και  ομίχλη,  ήταν η αγαπημένη της  αν και προκαλούσε πόνο στα κόκαλα όσων είχαν χρόνια προβλήματα για να μη πούμε  για τις γρίπες και τα κρυώματα.  Η  θάλασσα τέτοια εποχή ήταν όμορφη και μπορούσες ν’ ακούσεις τον ήχο του κύματος που έσκαγε στην προβλήτα, μια φορά, προτού μεγαλώσουν οι νύχτες, είχε δει   ένα ψάρι τεράστιο να κυνηγά ένα άλλο πιο μικρό κολυμπώντας απίστευτα γρήγορα κι ένα βουτηχτάρι  που χανόταν κάτω από το νερό για να εμφανιστεί σε άλλο σημείο πολύ μακριά . Καθώς είχαν χαθεί οι ψαράδες και κανείς δεν κατέβαινε στο λιμάνι λόγω της επιδημίας,  ο τόπος είχε γεμίσει από κοπάδια μικρών και μεγάλων ψαριών που σουλατσάριζαν αμέριμνα…

Όλα αυτά έμοιαζαν τώρα  μακρινά σα να συνέβαιναν σε κάποιον άλλο κόσμο,  σε μια άλλη πραγματικότητα , το χέρι που της έστριβε την πονούσε κι έβγαλε έναν στεναγμό σα να υπέφερε ενώ δεν ήταν και κάτι  τρομερό,  εκείνος γέλασε σα να χαίρονταν που την έκανε να υποφέρει, «Όλες είστε ίδιες» της πέταξε και την στρίμωξε στον τοίχο,  αισθάνονταν την ανάσα του που μύριζε άγχος,  τσιγάρο και καφέ ανακατεμένα, της ερχόταν μια αναγούλα όμως εκείνος φαίνονταν ψυχρός  κοιτούσε μόνο κάπου- κάπου έξω να δει μήπως ερχόταν κανείς,  «Δεν είσαι άσχημη»  είπε πιάνοντας το στήθος της κι  εκείνη παραλίγο να φωνάξει «Που είναι οι ηλίθιοι αστυνομικοί, πόση ώρα θα κάνουν ώσπου να έρθουν ;»

Αν ήταν εκεί ο νυχτοφύλακας δεν θα συνέβαινε αυτό  όμως εκείνη τη μέρα είχε ρεπό κι όλη νύχτα ο χώρος ήταν στο έλεος του θεού,  αυτό συνέβαινε μια φορά το μήνα  κι κείνο το τσογλάνι  λες και το ήξερε, ήταν εντελώς μόνη κι έπρεπε  να επιβλέπει  το τεράστιο συγκρότημα των σχολείων  που έπιανε ένα ολόκληρο τετράγωνο. Ο νυχτοφύλακας ο Πέτρος, ένας τύπος με λίγα μαλλιά που κάποτε είχε μαγαζί  όμως του είχε  φάει τα λεφτά ο συνεταίρος του, την περίμενε κάθε πρωί στην είσοδο,  η μόνιμη κουβέντα του ήταν κάθε φορά ήταν : «Δε κοιμήθηκα καθόλου απόψε»  όμως εκείνη τον έβλεπε φρέσκο να παίρνει από το ψυγείο το γάλα που τους έφερναν και να φεύγει κεφάτος, δεν υπήρχε περίπτωση να μη κοιμόταν το βράδυ βλέποντας τηλεόραση. Το σχολείο ήταν σκοτεινό εκείνη την ώρα μέχρι να έρθει ο διευθυντής που άναβε όλα τα φώτα, στον πάνω όροφο οι τάξεις ήταν αδειανές  και  κάπως απόκοσμες, σ’ έπιανε ένα σύγκρυο όπως περπατούσες εκεί μέσα στους βουβούς  διαδρόμους. Αυτή πήγαινε αμέσως  στο δωμάτιο των φυλάκων, άναβε τα καλοριφέρ και  ταχτοποιούσε  τα πράγματα που είχε κάνει άνω κάτω ο νυχτοφύλακας,  άδειαζε  το τασάκι με τα τσιγάρα μουρμουρίζοντας  «Μα τι άχρηστος, ούτε τα τσιγάρα του πετά,  ούτε σκουπίζει λίγο,  τι στο καλό κάνει όλη  νύχτα !». Μετά τις εφτάμιση  ερχόταν ο διευθυντής, έπειτα  οι καθαρίστριες , τα παιδιά λείπανε επειδή  τα  μαθήματα είχαν σταματήσει κι όλοι ήταν μαζεμένοι  τα σπίτια τους από το φόβο της επιδημίας.

Είχε ακούσει για ένα πρεζόνι που ορμούσε στις γυναίκες. Η Πελαγία η κόρη του Πέτρου  που την είχε βάλει να δουλεύει εκεί πέρα σαν καθαρίστρια, της το είχε πει  κι από τότε  την είχε πιάσει ο φόβος.   Όποτε έπρεπε να περάσει από το σκοτεινό πάρκο της κόβονταν τα πόδια,  τώρα τον χειμώνα δεν είχε καθόλου  φώτα, μια λάμπα μόνο χαλασμένη που κανείς δε νοιάζονταν να την αλλάξει,  εκείνο το σημείο πάντα την τρόμαζε  από τότε που είχε ακούσει για τον τοξικομανή, όποτε ήταν  να το  διασχίσει έψαχνε μήπως δει καμιά σκιά ανάμεσα στα ψηλά πεύκα, δεν έπαιρνε πάνω από δυο τρία λεπτά όμως το πέρασμα μέσα τους  ήταν λίγο τρομαχτικό. Το καλοκαίρι που ξημέρωνε νωρίς  ήταν ότι καλύτερο βέβαια,  ένα αεράκι φυσούσε πάντα εκεί και δε βιαζόταν  αλλά το χειμώνα επιτάχυνε το βήμα στήνοντας αυτί για  οποιονδήποτε περίεργο ήχο. Προτού φτάσει στα σχολεία   περνούσε από ένα υπόστεγο όπου άμα μιλούσες ακούγονταν ένας αντίλαλος  παράξενος και σκιαζόσουνα, όταν έφτανε επιτέλους  στο συγκρότημα  ένιωθε καλύτερα, όσο να πεις υπήρχε κάποια ασφάλεια, κλειδαριές, πόρτες, τηλέφωνα, το θέμα  ήταν προτού φτάσει στην οικοδομή.

Και να τώρα που την είχε πατήσει όχι  στο δασάκι αλλά μέσα στην ίδια  την οικοδομή, την είχε αιφνιδιάσει ο τύπος,  πρέπει να είχε μπει εκεί από κάποιο παράθυρο που ξεχνούσαν ανοιχτό οι βλαμμένες οι καθαρίστριες,  δεν υπήρχε και τίποτα να κλέψει όμως μπορεί να είχε κοιμηθεί στο δωμάτιο των φυλάκων  δίπλα στα καλοριφέρ που άναβαν από τη νύχτα  κι αυτή είχε πέσει  πάνω του. «Έχεις ωραίο  σώμα για την ηλικία σου»  είπε  ο ληστής στρίβοντας ξανά το χέρι της και τότε πόνεσε πραγματικά, από τα βάθη του εαυτού της βγήκε ένας θυμός  που ανέβαινε σιγά- σιγά στην επιφάνεια, πόσο θράσος είχε  το κάθαρμα εκείνο να την απειλεί και να την πονά, που το είχε βρει το δικαίωμα, ποιος νόμιζε ότι ήτανε, δε μπορούσε να παραδοθεί χωρίς να κάνει τίποτα, έγειρε πίσω και μετά   τον έσπρωξε ξαφνικά  με όλη της τη δύναμη,  δοκίμασε να τρέξει όμως εκείνος την άρπαξε και της έδωσε ένα χαστούκι που έτσουξε το μάγουλο της, τα χαρακτηριστικά του τώρα είχαν σκληρύνει τώρα κι έμοιαζε με ζώο που το πιάνει μανία, πάλεψαν κάνα δυο λεπτά και την έπιασε από το λαιμό τόσο σφιχτά που της κόπηκε η αναπνοή, «Γιατί  δεν έρχεται κανένας;» έκανε ξανά τη σκέψη κι  αισθάνθηκε να σωριάζεται  στο πάτωμα, ζαλίστηκε  κι όλα γύρω χάθηκαν, αυτό ήταν  λυτρωτικό, επιτέλους !   

Από κείνη τη στιγμή όλα έμοιαζαν να διαδραματίζονται έξω απ’ αυτήν αλλά μπορούσε να τα παρακολουθεί χωρίς να συμμετέχει, στη μικρή κουζίνα που υπήρχε στο δωμάτιο των φυλάκων είδε  ένα ποτήρι να πέφτει  σε αργή κίνηση, να σπάει και  το περιεχόμενο του να χύνεται - αυτή ήταν μια σκηνή που έβλεπε πολλές φορές στα όνειρα της και δε μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο, είδε ακόμα έναν καθρέφτη όπου φαινόταν το πρόσωπο όχι το δικό της μα μιας άλλης γυναίκας που  της έλεγε κάτι ακαθόριστο. Ύστερα   άρχισε να βλέπει  το δασάκι με τα ψηλά πεύκα  που τα φυλλώματα τους ήταν τώρα κόκκινα και μαύρα, κόκκινο ήταν και το πρόσωπο του άντρα που βρισκόταν μπροστά της, μέσα σε μια θολούρα  τον είδε τον  να σκύβει από πάνω της προσπαθώντας  να βγάλει κάτι από τη τσέπη όταν εμφανίστηκε ο νυχτοφύλακας και πάλευε με το πρεζόνι  –«Πως είναι  δυνατόν αφού είχε ρεπό;», σχολίασε βουβά ενώ εκείνη η άλλη γυναίκα μέσα ο τον καθρέφτη της μιλούσε, δε μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε μόνο ξεχώριζε κάτι λέξεις  «Είσαι καλά;» Το κεφάλι της άρχισε να βουίζει και τότε συνειδητοποίησε ότι το είχε χτυπήσει πέφτοντας,  άνοιξε τα μάτια για να δει τον  γαλάζιο αστραφτερός φάρο  ενός  περιπολικού που στριφογύριζε, μια γυναίκα στεκόταν  δίπλα της,  ήταν η Πελαγία η κόρη του Πέτρου, «Ευτυχώς ο μπαμπάς μου ξέχασε τα κλειδιά και πέρασε να τα πάρει. Τον έχουν πιάσει μη φοβάσαι» της είπε σιγανά, « Δεν έχεις κάτι, θα σε πάμε όμως στο νοσοκομείο καλού  κακού»- « Όχι δε χρειάζεται» είπε αυτή που απεχθανόταν τους  γιατρούς και τις κλινικές.

Ο νυχτοφύλακας την είχε σώσει λοιπόν, αν περίμενε τους μπάτσους την είχε βαμμένη, τον κοίταζε τώρα που  στεκόταν δίπλα στο περιπολικό   μαζί με το διευθυντή και κάτι λέγανε, μια φιγούρα διακρίνουν μέσα στο αμάξι, το πρεζόνι σίγουρα, ήθελε να πάει να τον δει,  να του πει τίποτα μετά όμως μετάνιωσε,  «Δε πάει στο διάβολο!» σκέφτηκε. Έπρεπε να ευχαριστήσει το νυχτοφύλακα όμως χρειαζόταν λίγες ακόμα ανάσες για να συνέλθει, είχε ξημερώσει πια κι η ομίχλη ερχόταν πάλι από τα βουνά να σκεπάσει τη πόλη. Έκλεισε τα μάτια για λίγο κι εκείνο το κόκκινο δάσος που είχε δει όταν πάλευε με τον ληστή ήρθε ξανά μπροστά, δεν έφευγε από το μυαλό της σα να ήταν καρφωμένο κάπου μέσα βαθιά.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

ΑΛΠΕΙΣ

 

Όλοι είχαν κλειστεί μέσα στα σπίτια τους εκείνον το καιρό εξαιτίας  της  επιδημίας  αυτόν όμως καθόλου δεν τον πείραζε καθώς    δούλευε  ώρες πολλές  , από το πρωί που ξεκινούσε μέχρι αργά το βράδυ μ’ ένα διάλειμμα το μεσημέρι να ξεκουραστεί λίγο,   τα μαγαζιά έκλειναν   αλλά εκείνος   είχε στήσει καλά το δικό  του και πουλούσε όλη την ώρα παίρνοντας παραγγελίες τηλεφωνικές  από παντού. Είχε εγκατασταθεί   στο υπόγειο και κανείς δεν τον ενοχλούσε, τα παιδιά είχαν τα δωμάτια τους κι η γυναίκα του ήταν στην κουζίνα, στο άλλον όροφο, έτσι είχε την ησυχία του εκεί πέρα.  Έμπαινε το πρωί, έβγαινε το μεσημέρι να ξεμουδιάσει λίγο  κι ύστερα ξανά πίσω για την απογευματινή βάρδια, ήταν λίγο σα φυλακή όλο το σκηνικό  αλλά το είχε συνηθίσει. Η δουλειά τον είχε απορροφήσει τόσο που δεν έβρισκε  ώρα για τίποτα άλλο, είχε τρεις - τέσσερις οδηγούς που έκαναν τις παραδόσεις,  μιλάμε  εκατοντάδες, μπορεί και χιλιάδες δέματα, δεν είχε ταβάνι το πράγμα, μια φορά το μήνα μονάχα  πήγαινε στις αποθήκες να δει τι γίνεται, να έχει μια εικόνα .

 Ο κόσμος τώρα που είχε κλειστεί μέσα  ήθελε να  βγάλει το άχτι του και το είχε ρίξει στα ψώνια, αγόραζαν ότι να ναι χωρίς να προσέχουν και πολύ για ποιότητες και τέτοια, το μόνο που ήθελαν ήταν  να  νιώσουν ότι έκαναν  κάτι, ότι είχαν μια επαφή με τον κόσμο, ότι  έπαιρναν  ένα  αντικείμενο που θα τους έβγαζε από τη ρουτίνα. Φόβος υπήρχε παντού, μπορούσες να τον νιώσεις στον αέρα όταν έβγαινες έξω, όλοι περπατούσαν κοιτάζοντας γύρω,  ήταν  σα να γινόταν πόλεμος , σα να είχε πέσει μια βόμβα κι όλοι έμεναν κλεισμένοι  στα κλουβιά τους όπως  τα ποντίκια όμως από την άλλη δεν ήταν να παίζεις μ’ αυτό το πράγμα,  φαινόταν ύπουλο κι όλοι έλεγαν  για κάποιον γνωστό τους που κόλλησε με κάποιον τρόπο. 

Κάθε μέρα μιλούσε πολλές ώρες στο τηλέφωνο κι έστελνε όλη την ώρα μηνύματα μέχρι αργά το βράδυ, ώρες -ώρες αντιλαμβάνονταν ότι  η κατάσταση είχε ξεφύγει λίγο, όλος ο κόσμος γύρω έμοιαζε να έχει αποσυντονιστεί, είχε χάσει τη ρέγουλα του, την καθημερινότητα του,  τα παιδιά δεν πήγαιναν   στο σχολείο,  οι γονείς δεν κατέβαιναν  στη  δουλειά, όλα  έμοιαζαν  να έχουν  εκτροχιαστεί. Πνιγμένος  κι εκείνος  μες  τις παραγγελίες και τα τιμολόγια  είχε χάσει τη μπάλα,  πολλές φορές δεν ήξερε τι μέρα είναι,  αν τελείωνε ή αν άρχιζε η βδομάδα, όλα έμοιαζαν σα μια ρόδα που έτρεχε στην κατηφόρα αδιάκοπα, συχνά  έβγαινε από το υπόγειο κι έβλεπε ότι είχε βραδιάσει,  πότε είχε περάσει η ώρα,  πως κυλούσε ο χρόνος ;

 Μια νύχτα ήταν τόσο κουρασμένος που τον πήρε ο ύπνος πάνω στο ακουστικό,  ο άλλος περίμενε να του απαντήσει κι εκείνος ροχάλιζε. Από την κούραση και τα νεύρα έχανε πολλούς πελάτες όμως κι αυτό ήταν   μέρος της δουλειάς. Αργά το βράδυ, όταν τελείωνε πια, περνούσε από τις κρεβατοκάμαρες να δει τα παιδιά του που κοιμόταν, καμιά φορά προλάβαινε να τους πει καμιά κουβέντα, να τα ρωτήσει τι κάνουν, να τα χαϊδέψει λίγο,  πάντα ήθελε να έχει επαφή μαζί τους, αν δεν ήταν εκείνα δεν θα δούλευε  τόσο πολύ και κάθε Κυριακή  δεν άφηνε κανέναν να τον ενοχλήσει, το μόνο που ήθελε ήταν να καθίσει με τα μικρά , αν δεν έκανε το διάλειμμα μια μέρα τη βδομάδα ήταν τελειωμένος.

Περνώντας πολλές ώρες στο υπόγειο γραφείο μπορούσες να πεις ότι ήταν κάτι σα φυλακισμένος όμως από την άλλη ήταν κοντά στην οικογένεια κι αυτό μετρούσε.  Χρόνια τους είχε στερηθεί δουλεύοντας στην αγορά, στο κέντρο, σ’ ένα μαγαζί πολύ γνωστό, είχε πιαστεί βέβαια τότε κι έχτισε το σπίτι,  ο κόσμος είχε λεφτά και κάθε μέρα έφευγε από  με την τσέπη γεμάτη χρήματα, δεν είχε παράπονο όμως είχε σιχαθεί τους ανθρώπους γύρω του, δεν ήθελε να τους βλέπει,  ήταν όλοι άπληστοι, είχαν πάθει κάτι και το μάτι τους γυάλιζε,  όταν τον απέλυσαν  ένιωσε τόσο χάλια που ορκίστηκε να μην ξαναπεράσει από κει, δεν μπορούσε να ξαναβλέπει  το στενό όπου πήγαινε τόσον καιρό κάθε μέρα, ήθελε να το βγάλει απ’  το μυαλό του σα να μην είχε υπάρξει ποτέ εκείνο το διάστημα.

Κάθε πρωί σηκώνονταν πολύ νωρίς προτού χαράξει, φορούσε τις  φόρμες κι έβγαινε για τρέξιμο,  περνούσε μέσα απ’ την πόλη προσέχοντας να αποφύγει τα στενά όπου δούλευε κάποτε, το είχε για κακό να περνά από κει,  κάνοντας ένα κύκλο  κατέληγε στην θάλασσα. Αυτό το πρωινό τρέξιμο  ήταν πραγματικά αναζωογονητικό, τον είχε σώσει, του άρεσε η αίσθηση ότι εκείνος ήταν ζωντανός και δραστήριος την ώρα που οι άλλοι κοιμόταν, αισθάνονταν σα να κέρδιζε κάποιον χαμένο χρόνο.  Έβλεπε εκεί πέρα κάτι τύπους  σαν κι αυτόν που ίδρωναν κι αγκομαχούσαν,   χάζευε τα ψαράκια που ερχόταν μέχρι έξω στα βράχια, παρατηρούσε τον καιρό που κάθε φορά  άλλαζε, γίνονταν  νοτιάς και υγρός,  δροσερός και ζεστός, παγωμένος και στεγνός. Με το ξημέρωμα, όταν έσβηναν τα φώτα στους δρόμους, γύριζε στο σπίτι ιδρωμένος, έκανε ένα ντους  κι έπειτα καθόταν να πιει τον καφέ του και να δει τα νέα της μέρας, αυτή ήταν η καλύτερη ώρα του…

«Έ Ηλία !» του  φώναξε μια φωνή κάποιο χάραμα και γύρισε να δει ποιος  ήταν, δεν είχε ξημερώσει  ακόμα κι ελάχιστοι είχαν ξυπνήσει, εκείνη τη μέρα χωρίς να το καταλάβει παρέβη τον κανόνα του και πέρασε από τον δρόμο όπου βρίσκονταν η παλιά  δουλειά του, η γυναίκα του τον είχε παρακαλέσει να ενημερώσει την κάρτα της στο αυτόματο μηχάνημα κι είχε βρεθεί αναγκαστικά κατά κει,  γύρισε το κεφάλι και  είδε εκείνον που του φώναζε,  ήταν  ο γιος του αφεντικού του, ένα ρεμάλι που δεν τον πήγαινε με τίποτα,  από παλιά, τότε που γύριζε στα μπουζούκια και στα ξενυχτάδικα  δεν κοιμόταν  προτού φέξει,   «Έλα δω ρε μια στιγμή!» του φώναξε «Ας πάω να δω τι διάβολο κάνουν» σκέφτηκε.   

Μπήκε στη πολυκατοικία, ανέβηκε στον δεύτερο όροφο και μπήκε στα γραφεία της εταιρείας, έριξε μια ματιά γύρω, πόσος καιρός είχε περάσει όμως όλα είχαν μείνει όπως τα είχε αφήσει, η πολυθρόνα  όπου καθόταν πάντα ο γέρος σκαλίζοντας τα χαρτιά του, οι κορνίζες  στους τοίχους,  το έπιπλο κάτω απ’  το οποίο  είχε βρει κάποτε έναν πάκο χαρτονομίσματα και τα είχε βάλει στην τσέπη του- παραδόξως κανείς δεν του ζήτησε ποτέ λογαριασμό αν και  πάντα πίστευε ότι ο γέρος τον είχε καταλάβει.  Όλοι τον έτρεμαν τον παππού, ήταν πολύ σκληρός,  πέρα απ’  το χρήμα δεν υπολόγιζε τίποτα,  στις γυναίκες υπαλλήλους μιλούσε με τον χειρότερο τρόπο, όλες τον φοβόντουσαν, μια μέρα είχε δει μια κοπέλα να τρώει ένα σάντουιτς  την ώρα της δουλειάς και της φώναξε κάτι εκείνη όμως του είπε « Κύριε Δημήτρη πως ν’ αντέξουμε τόσες ώρες που μας έχετε εδώ πέρα;»  ο γέρος δεν της το συγχώρεσε «Έχεις μεγάλη γλώσσα,  έλα πάνω να πάρεις τα μεροκάματα σου» της φώναξε και την έδιωξε. Πάντα ήταν τραχύς και δύσκολος,  έμοιαζε με  ζώο που το είχαν κατεβάσει απ’ το βουνό, κανείς δεν τον χώνευε, στη κηδεία του λέγανε ότι είχαν πάει μονάχα τα παιδιά του κανένας άλλος, πάλι καλά δηλαδή.  

 «Τι γίνεται ρε» τον ρώτησε ο κληρονόμος, μένοντας  σε απόσταση « Δε μπορώ να σου δώσω το  χέρι…» του πέταξε «καταλαβαίνεις μπορεί να σε κολλήσω» συμπλήρωσε χαμογελώντας και φάνηκε ένα κενό στα δόντια του «Άσε έχουμε πρόβλημα, ο γέρος μ’ άφησε ένα κάρο χρέη,  πήγε ο βλάκας κι αγόρασε το  ξενοδοχείο κάτω στο λιμάνι,  πέταξε  πολλά  εκατομμύρια κι αυτοί αποδείχτηκαν λαμόγια,  μας έχουν φάει ένα σκασμό λεφτά έχουν πέσει κι οι δουλειές, πάμε για φαλιμέντο!»  Ώστε έτσι λοιπόν, ο γέρος τα είχε κάνει λαμπόγυαλο κι όλοι τον έπαιρναν για μεγάλο μυαλό που ήξερε από επιχειρήσεις κι από λεφτά  όμως  έτσι γίνεται, όσο πιο έξυπνος  νομίζεις ότι είσαι τόσο πιο εύκολα την πατάς.   

«Θυμάσαι ρε τότε που  θέλαμε να σε στείλουμε Ελβετία μ’  εκείνη τη τσάντα τα λεφτά κι ήσουν έτοιμος να δεχτείς,  τελικά πήγα  εγώ στη θέση σου και μ’ έπιασαν  οι μπάτσοι όπως πηγαίναμε να περάσουμε ένα τούνελ στις Άλπεις, άμα περνούσαμε την καταραμένη σήραγγα  τελείωνε η υπόθεση,  έκανε ένα κρύο που σε τρυπούσε κι εγώ καθόμουν σα βλάκας και κοίταζα το χιόνι πάνω στο βουνό,  έφτυσα αίμα μέχρι να φύγω !»  Πραγματικά έτσι είχε γίνει, έβγαζαν παράνομα μ’ αυτόν το τρόπο λεφτά για να μη φορολογηθούν.  Ήταν έτοιμος   να δεχτεί τότε,  ήταν όλα κανονισμένα,  σκεφτόταν ότι ήταν καλή ευκαιρία για ένα ταξιδάκι,  θα πήγαιναν μ’ ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός  ήξερε τα κόλπα,  είχε λίγο ρίσκο η υπόθεση  όμως  ο γέρος  τον είχε διαβεβαιώσει ότι όλα ήταν κανονισμένα και κανείς δεν θα έψαχνε την μικρή τσάντα που κουβαλούσαν, το είχαν κάνει ένα κάρο φορές προηγουμένως. Μετά από δισταγμούς τελικά είχε αρνηθεί και  διάβασε στις εφημερίδες ότι  τους είχαν πιάσει στα σύνορα κρατώντας τους  κάμποσο διάστημα,  ο γέρος τελικά έβαλε το χέρι του και καθάρισε .

«Έ λοιπόν ξέρεις γιατί μ’  έπιασαν;» συνέχισε ο άλλος, « Με κάρφωσαν και ξέρεις ποιος, η μικρή που έδιωξε ο γέρος μου, την είχα γκόμενα ένα φεγγάρι κι όταν τη σούταρα σκύλιασε, μου το κρατούσε, έτυχε τότε να την απολύσουμε και βρήκε έναν θειο της που είχε στην αστυνομία, εκείνος μου την έστησε, τηλεφώνησε στο εξωτερικό, παντού, ήταν κέρατο,  είχα  κάνει τη βλακεία και της το είχα πει,  σκόπευα να την πάρω μαζί μου για παρέα στην Ελβετία,  δεν το ήξερα τότε αλλά ο πατέρας  είχε άκρες στην αστυνομία και μου είπε τι έγινε,  όταν το έμαθα   ήμουν έξαλλος αλλά μετά σκέφτηκα «δε πάει στο διάβολο!»  

Ώστε έτσι είχε γίνει λοιπόν, «Τι μαθαίνεις φίλε μου άμα ξυπνάς πρωί» σκέφτηκε, κοίταξε τον τύπο μπροστά του που κάπνιζε σκαλίζοντας τα χαρτιά όπως ο πατέρας του,  δεν τον έπειθε, δε μπορούσε να κρατήσει αυτός τόσο μεγάλη εταιρεία, δεν ήταν για τέτοια, σίγουρα θα τα πουλούσε όλα όπως είχε μάθει να κάνει μια ζωή,  δεν θα άφηνε τίποτα.  Κοίταξε τα αραιά του μαλλιά,  κάποτε ήταν όμορφος κι όλες  οι γυναίκες έτρεχαν πίσω του, πως είχε γίνει έτσι τώρα ρε φίλε, πως τ’  αλλάζει όλα ο καιρός,  τελικά ίσως δεν είχε κάνει άσχημα που πήγε εκεί πέρα να δει πως ήτανε.  Φεύγοντας σκεφτόταν την ιστορία με τα λεφτά και το τούνελ στις Άλπεις, φτηνά την είχε γλυτώσει, θα μπορούσε να περνά που και που από κει να μαθαίνει κανένα νέο.  Όπως έτρεχε δίπλα στη θάλασσα θυμόταν  την παλιά δουλειά του κι όλα όσα ήθελε να ξεχάσει, δεν ήταν τόσο χάλια τελικά όμως  κάτι δεν του άρεσε και λίγο -λίγο η προηγούμενη  απέχθεια για ότι όσα συνέβαιναν στην εταιρεία του γέρου   επέστεφε και του χαλούσε την διάθεση, το ήξερε πάντα ότι εκείνο το μέρος  εξέπεμπε μια τοξικότητα.

Ξημέρωνε σχεδόν κι όλα γύρω φανέρωναν την πραγματική τους γκρίζα εικόνα, ναι ασφαλώς,  ήταν λάθος του που πήγε από κει, θα του χαλούσε όλη τη μέρα,  καθώς διέσχιζε το δρόμο τα φώτα από τις κολώνες έσβησαν ξαφνικά και δεν μπορούσε να δει γύρω ,  ένα αμάξι ερχόταν με φόρα από το βάθος και το ένιωσε την τελευταία στιγμή  να περνά ξυστά από διπλά του,  φρενάρισε παρακάτω κι ένας χοντρός έβγαλε το πελώριο κεφάλι του,  «Πρόσεχε ρε ηλίθιε!» του φώναξε.  

 

 

 

 

 

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

HALLOWEEN

 Έπρεπε πλέον  να δουλεύει από το σπίτι έτσι του είχαν πει από την εταιρία  κι αυτό ήταν δώρο θεού,  δεν είχε καμιά όρεξη να τρέχει λαχανιασμένος όπως έκανε τόσα χρόνια προσπαθώντας  κάθε πρωί να προλάβει το ωράριο,  το είχε επιθυμήσει  να μείνει στο σπίτι ώρες ατέλειωτες  μέχρι να σαπίσει και να βαρεθεί φορώντας τις παντόφλες του,  σιγά μη του έλειπε το γραφείο, καθόταν εκεί πέρα κάθε μέρα μέχρι αργά  διαβάζοντας  τους φακέλους και  τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία,  έπαιρνε τηλέφωνα δεξιά αριστερά σε πελάτες, έκλεινε δουλειές, διαπραγματεύονταν τιμές, μια χαρά  ήταν,  πως δε το είχαν σκεφτεί τόσον καιρό να δουλεύουν  από το σπίτι ρε φίλε, σε άλλες χώρες λέει το εφάρμοζαν από χρόνια, αυτό ήταν το μέλλον,  όλων η δουλειά γινόταν καλύτερα!

Καθώς οι θερμοκρασίες έξω έπεφταν ήταν πολύ ευχάριστο να κάθεσαι στο σπίτι ανάβοντας το καλοριφέρ, ο καιρός του θύμιζε την εποχή που ήταν φαντάρος  σε κάποιο στρατόπεδο έρημο κάπου στα σύνορα ένα φθινόπωρο πριν από πολλά χρόνια, τα φύλλα άλλαζαν χρώμα και γίνονταν καφετιά και κόκκινα,  τα άρματα έφευγαν για ασκήσεις κι όπως περνούσαν πάνω  από μια γέφυρα για να βγουν από την πύλη ο ήλιος χτυπούσε με τις ακτίνες  το πρόσωπο του σα να τον πυροβολούσε με φωτεινές ριπές, τέτοιες αναμνήσεις περνούσαν από τη σκέψη του.

Κάθε πρωί που ξυπνούσε για να κατεβάσει τα σκουπίδια αντίκριζε έναν γάτο παχουλό που ξάπλωνε πάνω στον  σωρό ξερών φύλλων έξω από την πολυκατοικία,  τον χάιδευε στην κεφάλα κι εκείνος άρχιζε να γουργουρίζει ευχαριστημένος. Ύστερα,  έφτιαχνε καφέ και καθόταν  στο γραφείο του,  απ’  το παράθυρο του μπαλκονιού παρακολουθούσε τα πουλιά που μαζεύονταν στο δέντρο μπροστά από το σπίτι του, ήταν  μια καρυδιά που ποιος ξέρει πως είχε σωθεί από τον οικοδομικό ορυμαγδό,  τα καρύδια είχαν αρχίσει να μαυρίζουν και να πέφτουν και τα πουλιά που τα είχαν πάρει χαμπάρι τα έκοβαν με το μάτι και μετά σκαρφάλωναν στα τελευταία κλαδιά,  άρπαζαν με το ράμφος τους ένα κάθε φορά κι εξαφανίζονταν κατά τις στέγες των πολυκατοικιών.  Πιο ικανές ήταν οι καρακάξες με τα ασπρόμαυρα γυαλιστερά τους φτερά, ήταν πολύ σβέλτες κι έβρισκαν αμέσως το στόχο τους,  οι δεκοχτούρες πάλι πρέπει να ήταν  χαζοπούλια, ήταν ήμερες όμως και όμορφες καθώς ζυγιάζονταν στα κλωνάρια  χωρίς να μπορούν  να τον δουν όπως  τις παρακολουθούσε πίσω από το τζάμι ακίνητος. Τα πουλιά τον ξυπνούσαν κάθε πρωί,  μόλις ξημέρωνε άρχιζαν να κράζουν και να μαζεύονται σε κοπάδι σα να πανηγύριζαν  που τελείωσε η νύχτα και τώρα ο ήλιος θα ζέσταινε επιτέλους τα ταλαιπωρημένα σώματα τους, τα παρακολουθούσε σα να ήταν στο ύπαιθρο,  ήταν μια εμπειρία πολύ ευχάριστη.

Ένα βράδυ εκεί που καθόταν αφηρημένος χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσε χωρίς να σκεφτεί κι άκουσε  μια φωνή γυναικεία να λέει:  « Στο  διπλανό   διαμέρισμα   μένει ένας γέρος,  έχει κάτι που θέλω, μια από αυτές τις μέρες θα σου πω  πως  θα το πάρεις » - « Ποια είσαι;» ρώτησε «Που με ξέρεις , που βρήκες τον αριθμό μου;» -  « Θα σου ξανατηλεφωνήσω, γεια» είπε η άγνωστη φωνή κι έκλεισε το τηλέφωνο βιαστικά. Πρώτη φορά δέχονταν τέτοιο περίεργο τηλεφώνημα, κοίταξε για το νούμερο όμως δεν φαινόταν τίποτα, είχε γίνει με απόκρυψη η  φωνή του θύμιζε κάτι αλλά δεν μπορούσε να βρει τι,  κάπου την ήξερε ειδικά ο τρόπος που είχε πει το ‘’γεια’’ ήταν πολύ γνωστός όμως τι ήθελε δεν μπορούσε να καταλάβει.  Στο διπλανό διαμέρισμα  έμενε πράγματι ένας γέρος, ένας  τύπος μοναχικός,  κανείς δε φαινόταν να τον επισκέπτεται και δεν ήξερε τίποτα για κείνον  μονάχα ότι ήταν συνταξιούχος αστυνομικός, καμιά φόρα  του  ζητούσε καφέ που τον έφτιαχνε και   του τον έδινε από το μπαλκόνι,  ο γέρος τον έπινε κι επέστρεφε το  φλιτζάνι  με το πιατάκι  χωρίς να μιλά μόνο τον κοιτούσε  μ’ ένα έναν βλέμμα που έλεγε ‘’ευχαριστώ’’, αυτό ήταν όλο.

Δεν μπορούσε  να εξηγήσει τι σήμαινε  το τηλέφωνο της γυναίκας  όμως το σκεφτόταν πολύ τις επόμενες μέρες και πρόσεχε περισσότερο τον γέρο που έμενε δίπλα του. Δεν του ήταν  αντιπαθητικός και  θα του μιλούσε περισσότερο  αν δεν τον είχε δει ένα μεσημέρι να  κυνηγά τον παχουλό γάτο στην ταράτσα και με μια σκούπα να τον ρίχνει κάτω στο κενό, το σώμα του γάτου αφού κύλησε πάνω σε μια τέντα που έκοψε την πτώση του προσγειώθηκε άγαρμπα στο τσιμέντο αλλά ο γάτος ήταν βέβαια εφτάψυχος κι εξαφανίστηκε τρέχοντας χωρίς να πάθει τίποτα, έκτοτε ερχόταν επιφυλακτικά μόνο σ’ εκείνον, αν και λένε ότι οι αρσενικοί είναι μπούφοι  ετούτος  ήταν έξυπνος,  περίμενε κάποιος ν’  ανοίξει την πόρτα της πολυκατοικίας κι αμέσως χωνότανε, πολλές  φορές αν αργούσε να του δώσει τις κροκέτες του  γρατζουνούσε την πόρτα κι εκείνος καταλάβαινε ότι ζητούσε το πιατάκι του…

Βρισκόταν στο μέσον μιας βδομάδας που του είχε φανεί ατελείωτη, είχε μπλέξει μ’ έναν πελάτη αμερικάνο που δεν ήθελε να κάνει δουλειά αλλά επιθυμούσε κουβέντα για να περάσει την ώρα του,  τον είχε ζαλίσει για το πώς περνούν εκεί στην Αμερική και για τις γιορτές τους,  τώρα λέει είχαν το Halloween κι όλοι ήταν στενοχωρημένοι επειδή τα παιδιά δεν μπορούσαν να  γυρίσουν από σπίτι σε σπίτι μιας κι όλοι ήταν αμπαρωμένοι από τον φόβο της επιδημίας. Όταν επιτέλους ο άλλος τον καληνύχτισε   τα νεύρα του ήταν τεντωμένα, την ώρα που νύχτωνε έξω η περίεργη γυναίκα του ξανατηλεφώνησε πάντα με απόκρυψη, «Ο παππούς δίπλα είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα,  δίπλα του υπάρχει ένας χαρτοφύλακας,  πάρτον και άφησε τον κάτω στην είσοδο πίσω από την κολώνα δεξιά» του είπε μ’ έναν τόνο προστακτικό που έμοιαζε να μη δέχεται αντιρρήσεις. Χωρίς  να σκεφτεί τι κάνει φόρεσε  μια ζακέτα και βγήκε να δει τι συμβαίνει, πράγματι η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος ήταν  ανοιχτή, μπήκε μέσα και βρήκε τον γέροντα  στο πάτωμα της κουζίνας, ήταν  πεσμένος ανάσκελα, ανέπνεε ελαφρά σα να κοιμόταν,  δίπλα του υπήρχε ένας δερμάτινος χαρτοφύλακας ανοιγμένος όπως είχε πει η γυναίκα στο τηλέφωνο, ο γέρος δεν φαινόταν να έχει πάθει τίποτα αν και ήταν παράξενο που είχε βρεθεί ξαπλωμένος εκεί πέρα  πάντως ήταν ζωντανός «Έ παππού» του φώναξε σπρώχνοντας τον μαλακά ο γέρος όμως δεν άνοιγε τα μάτια του σα να κοιμόταν βαθιά, άρχισε να φοβάται, τι ζητούσε στο ξένο σπίτι, ποια ήταν η γυναίκα που του είχε τηλεφωνήσει, πως ήξερε τι συνέβαινε, τι συνέβαινε εκεί πέρα,  το καλύτερο που είχε ένα κάνει ήταν να φύγει  και να τηλεφωνήσει στην αστυνομία ή στα επείγοντα. 

 

Πήρε το 166,  τους είπε τι συμβαίνει κι όσο περίμενε να έρθουν   έριξε μια ματιά στον χαρτοφύλακα,  κάτι χαρτιά υπήρχαν εκεί μέσα, αποκόμματα από εφημερίδες, μια ταυτότητα παλιά,  κάτι βιβλιάρια κι άλλα έγγραφα ανάμεσα τους μερικές σελίδες λευκές όπου  ο γέρος φαίνεται ότι σημείωνε ημερομηνίες και περιστατικά που είχαν συμβεί κάποια περίοδο, ξεχώρισε μια σελίδα και διάβασε,  “Πήγαμε στο  καφενείο ‘’Οι δυο μουριές’’, ο ψηλός  με την καμπαρντίνα μας παρακολουθεί, λένε ότι όλα τα έκανε αυτός, δεν ξέρουν το όνομα του μόνο ότι  τον φωνάζουν  ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ, αυτός  έστηνε καρτέρι στο μεγάλο δρόμο που βγάζει  έξω απ’ την πόλη, εκεί έφαγε δυο γυναίκες που  έφευγαν από τα μαγαζιά μετά τα μεσάνυχτα ».  Στάθηκε εκεί μερικές στιγμές βλέποντας τα γράμματα του παλιού αστυνόμου, ποιος ξέρει τι υποθέσεις είχαν περάσει από τα χέρια του και τι είχαν δει τα μάτια του όμως   γιατί  τα σημείωνε όλα τούτα,  ποιος ήταν  εκείνος ο τύπος που τον αποκαλούσαν ‘’το φάντασμα’’, τι είδους  εγκλήματα είχε διαπράξει ; Χωρίς  να το καταλάβει συνέχισε να διαβάζει  τις γκρίζες  σελίδες, όλες οι σημειώσεις έμοιαζαν παλιές όμως μια τελευταία είχε προστεθεί κι ήταν  πολύ περίεργη, το μελάνι ήταν πολύ πιο φρέσκο λες και είχε προστεθεί από κάποιον περισσότερο μορφωμένο που χρησιμοποιούσε άλλο λεξιλόγιο, άλλες εκφράσεις,  η καταγραφή έλεγε « Από τότε δεν τον ξαναείδαμε και κανείς δεν άκουσε ποτέ  γι αυτόν, ήταν σα να πέρασε από κάποια τρύπα της πραγματικότητας κι εξαφανίστηκε στο άπειρο».

Η φράση αυτή για κάποιο λόγο τυπώθηκε βαθιά στο μυαλό του με τη μία, ήθελε να την αντιγράψει εκείνη τη στιγμή για να μη την ξεχάσει,  τι ωραία θα ήταν να μπορούσε  να  γίνει κάτι τέτοιο,  αν ήταν δυνατό να περάσεις από κάποια σχισμή μέσα στο χρόνο και να χαθείς, να φύγεις από τη μιζέρια του παρόντος και  να ταξιδέψεις,  να βρεθείς σε μια άλλη διάσταση, αν και αφορούσε κάποιον ύποπτο για εγκλήματα   η ιδέα του φάνηκε πολύ ωραία. Τακτοποίησε τα χαρτιά και τα έχωσε πάλι στον χαρτοφύλακα, όπου να ναι θα ερχόταν οι τραυματιοφορείς και δεν έπρεπε να τον δουν με τα χαρτιά έκλεισε το  φερμουάρ της τσάντας κι έριξε μια ματιά στο χώρο γύρω τη στιγμή που το κουδούνι χτυπούσε, ήταν οι νοσοκόμοι τους άνοιξε κι ακριβώς τότε  το τηλέφωνο του κουδούνισε  πάλι σαν κάποιος να παρακολουθούσε τη σκηνή, «Πάρε τον χαρτοφύλακα και θα μου τον παραδώσεις στις 12» είπε η ίδια  φωνή όμως αυτή τη φορά ήταν έξαλλος που μια γυναίκα τον διέταζε,   «Πήγαινε στο  διάβολο !’’ της φώναξε χρησιμοποιώντας κάτι βρισιές πολύ άσχημες   κι έκλεισε απότομα το τηλέφωνο.  Δεν είχε προλάβει να τη διαoλοστείλει όταν εμφανίστηκαν   δυο τραυματιοφορείς που τον κοίταξαν απορημένοι έχοντας ακούσει τις φωνές,  «Κάτι άσχετο» δικαιολογήθηκε, εκείνοι αφουγκράστηκαν τον γέρο,  κι έπειτα   σήκωσαν  με κόπο τον παππού  και τον έβαλαν στο ασθενοφόρο, «Αν χρειαστούμε κάτι έχουμε το τηλέφωνο σου»  φώναξε ο πιο σωματώδης   όπως κατέβαινε αγκομαχώντας τις σκάλες.

Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα και  ήταν πάρα πολλά  για το μυαλό του,  δεν μπορούσε να τα αναλύσει,  να τα σκεφτεί, να τα εξηγήσει, πιο πολύ τον είχε θυμώσει το θράσος της γυναίκας όμως δεν ήταν  μόνο θυμός,  ήταν και φόβος γιατί ήταν σα  να τον παρακολουθούσε  με κάποια κάμερα κρυφή Ξαφνικά  ένιωσε πολύ κουρασμένος, οι ζόρικοι πελάτες τον είχαν σακατέψει όλη μέρα και τώρα το βράδυ  είχε γίνει κι αυτό, κλείδωσε,  φόρεσε τις πυτζάμες του κι έπεσε  για ύπνο. Κατά τις τρεις το πρωί ξύπνησε ακούγοντας έναν θόρυβο, κάποιος γρατζουνούσε τη πόρτα, ο ήχος έμοιαζε μ’  αυτόν που έκανε ο γάτος  όταν ήθελε φαϊ  αλλά το γατί ποτέ δεν το έκανε αυτό μέσα στη νύχτα, κοίταξε από το ματάκι κι εκείνη τη στιγμή ένα μάτι πελώριο εμφανίστηκε από την άλλη μεριά και τον κοίταξε, τινάχτηκε πίσω τρομαγμένος περιμένοντας κάτι να συμβεί όμως τίποτα δεν έγινε, μόνο μια σιωπή απέραντη απλώθηκε σα να είχε ερημώσει ο κόσμος όλος.   

 

  

 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...