Δευτέρα 23 Απριλίου 2018
ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΡΑΝΙΤΕΣ
Παρασκευή 6 Απριλίου 2018
ΑΒΥΣΣΟΣ ΩΣ ΙΜΑΤΙΟΝ
Την άνοιξη τοποθετούσε στο τρακτέρ εκείνο το όρθιο μηχάνημα με τα
σιδερένια ψαλίδια κι ετοιμάζονταν να
θερίσει το χορτάρι που φύτρωνε παντού και γέμιζε τον τόπο. Με τόσες βροχές
που έπεφταν τέτοια εποχή δεν υπήρχε γωνιά που να μη πρασινίσει,
όλη η φύση βρίσκονταν σε οργασμό, λουλούδια, θάμνοι, χόρτα, όλα
φούντωναν, ψήλωναν κι αναπτύσσονταν στο χώμα, ένα χαλί από
παπαρούνες κόκκινες και μαργαρίτες κίτρινες, αγριολούλουδα ροζ και
γαλάζια φύτρωναν σ’ όλες τις μεριές, αχλαδιές με λουλούδια άσπρα,
κυδωνιές με άνθη μεγάλα, αγριοτριανταφυλλιές, κερασιές ολάνθιστες ακόμα
και το βουνό πίσω άλλαζε σα να ζωντάνευε ξαφνικά καθώς προχωρούσε η
εποχή, και τα χρώματα έμοιαζαν να περπατούν προς τα πάνω και
να απλώνονται στις πλαγιές σαν ταπετσαρία που σκεπάζει την επιφάνεια.
Όταν έφτανε στα λιβάδια με το τριφύλλι, πλάγιαζε στο χώμα το μηχάνημα με τα
ψαλίδια κι εκείνα άρχιζαν να πηγαινοέρχονται σαν δαιμονισμένα κόβοντας απ’ τη
ρίζα ότι έβρισκαν μπροστά τους. Μια γλυκιά μυρουδιά απλώνονταν στον αέρα τότε, και τύχαινε πολλές φορές
να πετάγονται μέσα από τα βάτα που είχαν φυτρώσει στο κέντρο του χωραφιού,
λαγοί, ασβοί, αλεπούδες κατατρομαγμένες, πουλιά πανικόβλητα, όλα
έφευγαν απορώντας τι συνέβαινε και ποιος ήταν εκείνος ο
διαβολικός καταστροφέας που διατάρασσε την ηρεμία τους.
Τελειώνοντας τη δουλειά του έκλεβε και λίγο χόρτο, το
θεωρούσε νόμιμο δικαίωμα του, το έβαζε κάτω από τη θέση του προτού
ξεκινήσει, ύστερα τίναζε την τραγιάσκα του να φύγει η σκόνη και ξεκινούσε
γκαζώνοντας για το σπίτι.
Τον έβλεπα κάθε φορά που περνούσε από το δρόμο, ήταν καλός
οδηγός, λίγο παλαβός βέβαια, και πάντα προσπερνούσε
τα αργοκίνητα τρακτεράκια καθώς σεργιανούσε στους
σκονισμένους χωματόδρομους.Κείνη την ώρα που εμείς παίζαμε μπάλα σ’
ένα χωράφι πράσινο, δίπλα στην άσφαλτο κοντά σ’ ένα ασβεστοκαμίνι παλιό,
δυο πέτρες αρχαίες που βρέθηκαν εκεί είχαμε για εστίες, τα
αυτοκίνητα που διέσχιζαν το δρόμο μας χάζευαν αλλά εμείς δεν δίναμε
σημασία. Το χειμώνα σταματούσαμε το παιχνίδι και πηγαίναμε εκεί κοντά
σε μια στέρνα που είχε παγώσει απ’ το νερό, ρίχναμε κοτρόνες για να
σπάσουμε το χοντρό στρώμα του πάγου, άλλοτε πάλι αφήναμε την μπάλα
και στήναμε αυτί ν’ αφουγκραστούμε έναν ήχο σαν
κανονιά που αντιλαλούσε κάπου προς το βουνό όπου υπήρχε ένα πεδίο
βολής. Όταν έδυε ο ήλιος πίσω μας έμοιαζε να βάζει
φωτιά στα σύννεφα που έπνιγαν το ηλιοβασίλεμα σ’ ένα τρελό
μείγμα από πορτοκαλιά και κοκκινωπά χρώματα, αεροπλάνα
χάραζαν γραμμές στον ουρανό προς όλες τις κατευθύνσεις, όλα έμοιαζαν μαγικά.
Όπως κατέβαινε το δρόμο με σβηστή τη μηχανή ο μπαμπάς μου,
σήκωνε το κεφάλι του ψηλά να δει το μοναστήρι κατά το βουνό, εκεί που
είχε αντικρίσει κάποτε μια φωτιά να το καίει και γύρω κοράκια να
πετούν, τότε που ο Βούλγαροι το είχαν ρημάξει. Ένας καλόγερος είχε
απομείνει μοναχά μετά από κείνη τη σφαγή, όλους τους άλλους τους είχαν
αφανίσει, αυτός μονάχα είχε ξεφύγει και κρυβόταν στα λαγκάδια για μέρες
μέχρι να φύγει το κακό. Δεν ήταν τυχαίο που γλύτωσε, πάντα τα κατάφερνε,
ήταν πονηρός και τεμπέλης, δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, πάντα
στον αφρό την έβγαζε κι όταν μια φορά θέλησε να πιάσει την κόσα
και να θερίσει τα χορτάρια που φύτρωναν στην αυλή του μοναστηριού, την
έπιασε τόσο άγαρμπα, τόσο άτσαλα λες και τό κανε επίτηδες, με το
πρώτο χτύπημα βρήκε κάποια πέτρα κι έκανε κομμάτια το μαχαίρι του δρεπανιού.
Μετά τον εμπρησμό του μοναστηριού είχε πάει με τους αντάρτες κι όλοι λέγανε ότι
είχε καταφέρει να μαζέψει ένα σωρό λίρες και χρυσά έχοντας
διαπράξει σημεία και τέρατα, ύστερα από τον πόλεμο είχε γίνει παπάς
κι επέστρεψε στο μοναστήρι…
Mε το που χτυπούσε η καμπάνα έπρεπε να τα παρατήσω όλα και να τρέξω στην
εκκλησία όπου ο ήλιος του απογεύματος έμπαινε από τα χρωματιστά
τζαμάκια φωτίζοντας τα ασημένια μανουάλια. Μου άρεσε πολύ να
ανεβαίνω στο αναλόγιο και να διαβάζω ή να ψέλνω βλέποντας από κάτω τον
κόσμο. Οι γριές που ερχόταν στον εσπερινό περνούσαν το χέρι τους πάνω απ’
τις εικόνες σαν να αποσπούσαν απ’ αυτές κάποια υπερφυσική ουσία,
καθόταν ύστερα στα σκοτεινά, έγραφαν σ’ ένα χαρτάκι τα
ονόματα των πεθαμένων και το άφηναν σ’ ένα πάγκο μαζί με τα πρόσφορα.
Το βράδυ που γύριζα στο σπίτι έβρισκα τον πατέρα μου κουρασμένο να τρώει
το κολατσιό του, δεν αγαπούσε και πολύ τη δουλειά στον κάμπο, πιο πολύ του
άρεσε να καταπιάνεται με τα μηχανήματα να τα ζεύει, να τα
διορθώνει, να τα δοκιμάζει. Μια χρονιά ένα χωράφι του σχεδόν το
είχε ξεχάσει, έσπειρε το καλαμπόκι και το άφησε στο έλεος του θεού, όταν
πήγε να το δει μετά από κάνα δυο μήνες το βρήκε πνιγμένο μέσα στα
βλίτα, βλαστήμησε ότι του ήρθε και μετά έβαλε την δισκοσβάρνα και τα ξερίζωσε όλα, δεν άφησε τίποτα,
μα πόση λύσσα τον είχε πιάσει με κείνο το καταραμένο χωράφι! Το χειμώνα
πολλές φορές βολόδερνε μοναχός του μέσα στην ερημιά ρίχνοντας καμιά
ματιά στα χωράφια του να δει σε τι κατάσταση βρίσκονταν, γύρω δεν
κυκλοφορούσε ούτε αγρίμι, τόσο κρύο έκανε και τόση ερημιά επικρατούσε που
έλεγες ότι από καμιά γωνιά θα πετάγονταν κανένα φάντασμα αλλόκοτο,
μόνο τέτοια πλάσματα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί πέρα.
Από τότε που παράτησε το τραγούδι στους γάμους με το φιλντισένιο
ακορντεόν του, είχε αρχίσει κι αυτός να ψάλλει, είχε μια φωνή
διαπεραστική, πολύ δυνατή και κάπως άγαρμπη αλλά γεμάτη πάθος και
ένταση. Καθώς δεν ήξερε να διαβάζει καλά, παιδεύονταν όλη
νύχτα να βγάλει τι στο καλό λέγανε εκείνα τα καταραμένα γραμματάκια σε κάποιον
συνέκδημο χοντρό που είχε, μιλάμε για μεγάλη τυραννία. Πολλές φορές
μου ζητούσε να του τα διαβάσω κι εγώ καθόμουν δίπλα στο τζάκι και του
εξηγούσα, σε μένα όλα φαινόταν πολύ φυσικά, είχα μια
εξοικείωση μ’ εκείνη τη γλώσσα την παράξενη και τις λέξεις τις
ακατάληπτες, ‘’Ο τιθείς νέφη την επίβασην αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων
ανέμων...έθου σκότος και εγένετο νυξ...Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού
πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα.. Άβυσσος ως
ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού...’’
Τη Μεγάλη Βδομάδα η μάνα μου μας τάραζε στη νηστεία, δεν επέτρεπε ούτε
μια παρασπονδία, ήταν πολύ αυστηρή ,
κάτι φακές νερόβραστες κάτι τουρσιά κάτι χαλβάδες, ελιές, ψωμί, κάνα
λουκούμι, τέτοια πράγματα μόνο επιτρέπονταν. Αυτή η Μεγάλη Βδομάδα πάντα μας
σακάτευε, δεν ήταν μόνο η νηστεία ήταν και τα λαρύγγια μας που πονούσαν
από τις ατέλειωτες ψαλμωδίες , έπρεπε να έχεις λαιμό
από σίδερο για να τα βγάλεις πέρα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαν
βάλει αυτοί που φτιάξανε τις λειτουργίες τόσο δύσκολα πράγματα μέσα σε λίγες
μέρες, θα μου πεις βέβαια άλλες εποχές, άλλες αντοχές, οι
παπάδες κι οι τρελαμένοι καλόγεροι που είχαν ζήσει τα παλιά χρόνια
ίσως να θεωρούσαν φυσιολογική όλη αυτή την
ταλαιπωρία.
Με τον πατέρα μου ανεβαίναμε στο τρακτέρ και πηγαίναμε στο μοναστήρι. Ο
παπάς, εκείνος ο παλιός αντάρτης που είχε γυρίσει στα παλιά
του τα λημέρια, φορούσε τις μέρες του Πάσχα μαβιά, γυαλιστερά
ρούχα που συμβόλιζαν το πένθος αλλά ποτέ δεν είχε αφήσει
κανένα παιδί να φορέσει τις στολές εκείνες τις κόκκινες που έμοιαζαν με
άμφια, και να φανταστείς ότι πεθαίναμε να τις δοκιμάσουμε αλλά ο
παπάς ήταν ανένδοτος, μα τι κόλλημα, πόση εμπάθεια, πόσο κακός ήταν! Μέσα στο ιερό διάβαζε ένα σωρό βιβλία
για τον εμφύλιο που δεν μπορούσα να καταλάβω, πάντως λέγανε για
μάχες κι εκτελέσεις ανθρώπων που τότε σκοτώνονταν χωρίς λόγο σοβαρό,
ποιος ξέρει τι είχε κάνει εκείνη την εποχή και πόσους είχε αποτελειώσει,
ο πατέρας μου πάντως που τον ήξερε από παλιά δεν μασούσε τα λόγια του: ‘’Εσύ δεν έπρεπε να γίνεις παπάς
!’’ του έλεγε.
Τη Μεγάλη Πέμπτη έβγαινε μ’ ένα σφυράκι μες το σκοτάδι του ναού όπου
έφεγγαν μοναχά τα καντήλια, καθώς ακούγονταν οι καμπάνες που σήμαιναν
αργά, αυτός κάρφωνε τα πόδια του Χριστού ενώ γύρω οι γυναίκες
κλαίγανε γοερά. Στον επιτάφιο με ζάλιζαν οι μυρουδιές από τις
πασχαλιές, τους λευκούς κρίνους και τα κόκκινα γαρύφαλλα που
στόλιζαν όλη νύχτα τα κορίτσια χρησιμοποιώντας τις βιόλες και τους
μενεξέδες, τα τριαντάφυλλα και τα ζουμπούλια που έφερναν από τους
μπαξέδες τους. Στην περιφορά κρατούσαμε κάτι λάβαρα με μορφές
κεντημένες πάνω στο βελούδο και γυρνούσαμε γύρω απ’ το μοναστήρι μες τα
σκοτεινά, εκτός απ’ τις καμπάνες ακούγονταν στην σιωπή και
κανένας λύκος που ούρλιαζε από ψηλά απ’ τις κορφές, ήταν λίγο
αλλόκοτο σκηνικό.
Μια χρονιά που δεν πρόκειται να ξεχάσω, όπως πραγματοποιούνταν η γνωστή
ιεροτελεστία και τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα των γριών που
έφεγγαν στα σκοτεινά με τα κεράκια, έγινε κάτι πολύ παράξενο. Καθώς
ο παπάς κάρφωνε τα πόδια του Χριστού με μανία σαν να τον είχαν πληρώσει ένα
εκατομμύριο, μια γυναίκα νεαρή, πολύ όμορφη, σωριάστηκε
κάτω στα μάρμαρα βγάζοντας αφρούς από το στόμα. Όλοι την γνώριζαν
την κοπέλα, ήταν λίγο βλαμμένη αλλά κούκλα, πολλές
φορές παραμιλούσε κι οι γριές τη μάζευαν σε κάποια σκοτεινή γωνιά
και τη νουθετούσαν, αυτή πάλι, υπάκουη σταματούσε και μετά
από λίγο άρχιζε ξανά το μουρμουρητό, τώρα όμως έμοιαζε εντελώς
παραδομένη, δεν το είχα ξαναδεί αυτό το πράγμα, ήταν εκτός εαυτού σαν
να είχε παραλύσει από μια αόρατη δύναμη.
Ο παπάς έτρεξε τότε στο ιερό, σ’ ένα καμαράκι σαν παράθυρο που υπήρχε στον τοίχο, και πήρε από κει τη λόγχη, εκείνο το σκεύος που έμοιαζε με βέλος μεταλλικό και το χρησιμοποιούσε στο ιερό για να φτιάξει την θεία κοινωνία. Με το που άγγιξε τα χείλη της με το μεταλλικό βέλος η κοπέλλα συνήλθε και σηκώθηκε αργά σιάχνοντας το φουστάνι της, τα μάτια της έδειχναν να γυαλίζουν σαν να είχε συμβεί κάποιο θαύμα, όλοι γύρω σταυροκοπούνταν και ψιθύριζαν γι’ αυτό που είχε γίνει, οι γριές μουρμούριζαν κάτω απ’ τα τσεμπέρια τους κι όλο σήκωναν τα κεφάλια τους να δουν το παράξενο γεγονός. Ο μόνος που δεν είχε πειστεί ήταν ο πατέρας μου που με τίποτα δεν θεωρούσε ικανό τον παπά για κάτι υπερφυσικό κι εκείνος όμως σαν να είχε υπνωτιστεί απ΄ το θέαμα δε μιλούσε, μόνο έλεγε χαμηλόφωνα από μέσα του κάτι λόγια που τα ήξερα μα δεν μπορούσα να νιώσω τι σήμαιναν ακριβώς, ''Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού''
Τρίτη 13 Μαρτίου 2018
ΒΑΝΙΛΙΑ ΠΑΓΩΜΕΝΗ
Σήκωσε το κεφάλι κι αυτός και είδε το σκάφος να ίπταται στο διάστημα μέσα σ’ ένα πανόραμα που ανοίγονταν μπροστά στα μάτια του, ξεκινώντας κάθε πρωί για τη δουλειά έβλεπε από το σπίτι του βουνά χιονισμένα, τη θάλασσα, τα σύννεφα, τον ήλιο, το άσπρο φεγγάρι που σεργιάνιζε ακόμα ξεχασμένο εκεί πάνω, γι’ αυτό είχε διαλέξει το σπίτι του όταν το αγόρασε, το είχε δει κάτω απ’ την παραλία να χτίζεται και το στάμπαρε, ανέβηκε με τα πόδια στο λόφο όπου έφτιαχναν την πολυκατοικία κι έδειξε στον εργολάβο το ρετιρέ: ‘’Αυτό θέλω !’’του είπε.
Το αεροπλάνο σιγά - σιγά χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα κατά τα βουνά που ήταν στεφανωμένα από χιόνια σα να φώναζαν: ‘’Ο χειμώνας είναι ακόμα εδώ !’’ αν και παντού έβλεπες την άνοιξη να μπαίνει ορμητικά. Στα στενά απ’ όπου περνούσε κατεβαίνοντας για την πόλη, δεντράκια μπουμπούκιαζαν ανάμεσα στα χαλάσματα, στα παρτέρια υάκινθοι κόκκινοι κι άσπροι , οι γυναίκες οι πιο θερμόαιμες τα πετούσαν όλα έξω καθώς είχαν ανάψει από τώρα, στα πάρκα δεντράκια πλημμυρισμένα από άνθη μικρούτσικα έφτιαχναν ένα τοπίο που θύμιζε κήπο γιαπωνέζικο, τόσο όμορφα ήτανε, σκύλοι έτρεχαν στο χορτάρι μπροστά από τα αφεντικά τους ενθουσιασμένοι σα να πανηγύριζαν.
Κάθε πρωί άνοιγε το μαγαζί και ξεκινούσε, έπειτα από τόσα χρόνια είχε τη ρέγουλα του, έπρεπε ν’ ανάψει πρώτα τα κάρβουνα ψάχνοντας στη στάχτη για όσα είχαν μείνει ζωντανά και να τα βάλει να πυρώσουν, τη Δευτέρα ειδικά τα κάρβουνα είχαν σβήσει μετά από την αργία κι έπρεπε να βάλει μπρος απ’ την αρχή, ετοίμαζε έπειτα τις σούβλες και τις σχάρες, μετά έπρεπε να ετοιμάσει τους κιμάδες, τα κοτόπουλα, τα χοιρινά, να τα μαρινάρει, να τα κόψει μ’ κείνο το τεράστιο μαχαίρι, το κοφτερό, που έμοιαζε με σπαθί, να τα στερεώσει, να τα ταιριάξει, να τα ανεβάσει και να είναι έτοιμος κατά τις έντεκα που ερχόταν οι πρώτοι πεινασμένοι.
Κάποτε ήθελε να μπαρκάρει αλλά τελικά το μετάνιωσε, στο στρατό τον φώναζαν νωχελή, δε χωρούσε σε καμιά νόρμα, όλο καμπάνες έτρωγε από τον λοχαγό που ούτε να τον δει δεν ήθελε, αυτός ήταν χαμένος πάντα, κάτι τραγούδια περίεργα άκουγε συνέχεια που κανένας δεν τα ήξερε, ήταν κάπως ονειροπόλος, κάπως φευγάτος όμως του άρεσε η δουλειά που έκανε.
Το χειμώνα δεν είχε και τόσο κόσμο, με το που έφτιαχνε ο καιρός καλυτέρευαν τα πράγματα, οι άνθρωποι καθόταν έξω κι απολάμβαναν τη λιακάδα τσιμπολογώντας. Η άνοιξη ερχόταν πια όμως παντού όπου πήγαινες ένα πράγμα παράξενο διαχέονταν στον αέρα, όλοι ανησυχούσαν, όλοι έμοιαζαν τρομαγμένοι, το παραμικρό προκαλούσε την αγωνία τους, με το ελάχιστο πανικοβάλλονταν. Στο δρόμο οι αστυνομικοί είχαν χαθεί, πρεζόνια και τύποι μαυριδεροί κυκλοφορούσαν ύποπτα λοξοκοιτώντας τους περαστικούς, μιλούσαν γλώσσες ξένες και δεν μπορούσες να καταλάβεις τι στο διάβολο λέγανε. Γέροι διέσχιζαν τις διαβάσεις με κόκκινο, αμάξια παρκάριζαν στη μέση των δρόμων, τα αστικά αργούσαν απελπιστικά και δε μπορούσες να πας πουθενά στην ώρα σου, όταν ερχόντουσαν ήταν φουλαρισμένα τόσο που μπορούσες να σκάσεις εκεί μέσα! Λακκούβες τεράστιες είχαν ανοιχτεί στην άσφαλτο και κανείς δε νοιάζονταν να τις σκεπάσει, οι οδηγοί φοβούνταν, οι άνθρωποι φώναζαν, γκρίνιαζαν, αναστέναζαν, οι αναρχικοί κι όλοι οι τρελαμένοι είχαν ξεσαλώσει, όλη την ώρα έκλειναν τους δρόμους κι έσπαζαν ότι έβρισκαν, κάποιοι έλεγαν ότι ετοιμάζονταν πόλεμος, κάτι δεν πήγαινε καλά, οι μόνοι που έδειχναν ατάραχοι ήταν οι Ιεχωβάδες, καθισμένοι στην άκρη του δρόμου μοίραζαν τα βιβλιαράκια τους σα να μην έτρεχε τίποτα περιμένοντας την έλευση της αιώνιας βασιλείας τους , καλά αυτοί ήταν περιπτώσεις! Ένας τους τον είχε πλησιάσει και είχαν μιλήσει μια φορά, καλά μεγάλος πρήχτης, φανατικός όπως όλοι τους, στο τέλος δεν τον άντεξε και ήθελε να τον ξεφορτωθεί, ο άλλος φεύγοντας του έδωσε ένα φυλλάδιο όπου έγραφε με κάτι γράμματα αλλόκοτα το όνομα του θεού στα εβραϊκά, ΓΙΑΧΒΕ! ‘’Πάρτο για να με θυμάσαι’’ του είχε πει…
Μες τη θολούρα και τον αναβρασμό το μόνο καλό ήταν ο καιρός που έφτιαχνε σε πείσμα όλων των ανάποδων καταστάσεων, τα παιδιά στα σχολεία ετοιμάζονταν για τις ανοιξιάτικες εκδρομές τους, τα πουλιά κουβαλούσαν ξερόκλαδα στις φωλιές τους, ο ήλιος που έβγαινε λαμπρός δε σ’ άφηνε να χαλαστείς , το καλοκαιράκι δε φαινόταν μακριά κι αυτό έφτιαχνε τη διάθεση.
Το καλοκαίρι περίμενε κι αυτός , α το καλοκαιράκι ρε φίλε, αυτή ήταν η αγαπημένη του εποχή. Δεν του άρεσε ο χειμώνας όσο ήπιος κι αν ήτανε , νοσταλγούσε τον Αύγουστο που πήγαινε σ’ ένα μέρος με κάτι υψώματα απ’ τα οποία μπορούσες να βλέπεις τη θάλασσα σα τον Ξέρξη που παρακολουθούσε το στρατό του από ψηλά. Εκεί πήγαινε κάθε καλοκαίρι όταν έκλεινε το μαγαζί αλλά πολλές φορές προτιμούσε και την Ήπειρο, την Πάργα. Οδηγούσε μέχρι εκεί με το παλιό του αυτοκίνητο και περνούσε καλά, δε του άρεσε η θάλασσα, δε κολυμπούσε αλλά ο χρόνος των διακοπών ήταν ότι καλύτερο συνέβαινε στη ζωή του, χαλάρωνε, έπινε τα ουζάκια του, δε τον ένοιαζε τίποτα, μια φορά δοκίμασε και τη Σαμοθράκη μαζί με κάποιο φίλο, είχαν βουτήξει στις βάθρες οι οποίες ήταν τόσο κρύες που δεν ένιωθες το δέρμα σου μες το κατακαλόκαιρο, σ’ ένα καφενείο είχαν φάει κι ένα παγωτό βανίλια μαστιχωτό που δεν κόβονταν σε κομμάτια, φοβερά γευστικό, εκείνη ήταν η καλύτερη ανάμνηση που μπορούσε να θυμηθεί σ’ ολόκληρη τη ζωή του …
Ωραίο ήταν το καλοκαίρι αλλά αργούσε ακόμα κι αυτός δεν αισθάνονταν και πολύ καλά τον τελευταίο καιρό, μια Κυριακή με το που ξύπνησε ένιωσε ένα βάρος στο στήθος, δε μπορούσε ν’ ανασάνει, έπρεπε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια, για να τραβήξει αέρα στα πνευμόνια του, αγκομαχούσε, ζορίζονταν, αισθάνονταν ότι θα πνιγεί, τι στο διάβολο συνέβαινε ! Οι γιατροί που τον είδαν του είπαν ότι όλα προέρχονταν από τη καρδιά, του συνέστησαν να κόψει το κάπνισμα, να μη πίνει, να μη κουράζεται, να μη στενοχωριέται. Όταν επέστρεψε στη δουλειά μετά τη νοσηλεία, ήταν σα φάντασμα, αξύριστος, χλωμός, δε μπορούσαν να τον γνωρίσουν. Χρειαζόταν μια σφραγίδα από το αφεντικό του για να πάρει κάποια χρήματα από την ασφάλεια κι εκείνο το ζώο του μίλησε άσχημα σα να μην είχε σηκωθεί πριν από λίγο από το κρεβάτι, κάποιος που ήταν εκεί τα πήρε στο κρανίο ‘’Μη του μιλάς έτσι ρε ηλίθιε !’’ του φώναξε κι ο άλλος το βούλωσε σα να κατάλαβε τη βλακεία του ...
Θα έκανε υπομονή, δεν είχε άλλη λύση άλλωστε του έμενε ένα μικρό διάστημα μέχρι να βγει στη σύνταξη ύστερα θα έστελνε στον αγύριστο το αφεντικό του κι όλους όσους τον έπρηζαν τόσα χρόνια! Εκείνη τη μέρα έμεινε πολλές ώρες στο μαγαζί και ήπιε λίγο παραπάνω ξεκίνησε να φύγει καθώς βράδιαζε και είχε πια σκοτεινιάσει. Το πάρκο με τις δαμασκηνιές που έμοιαζε με κήπο γιαπωνέζικο το πρωί τώρα φάνταζε απειλητικό και σκοτεινό, ‘’Μα πόσο άχρηστος είναι ο χαμένος ο δήμαρχος !’’ σκέφτηκε φωναχτά. Ούτε ένα φωτάκι δεν υπήρχε εκεί πέρα, να μπορείς να δεις τι σου γίνεται, μ’ όλους εκείνους τους μυστήριους που κυκλοφορούσαν δε μπορούσες να είσαι ήσυχος αν θα πεταχτεί κανένας μαχαιροβγάλτης από κει μέσα για να σε κόψει φέτες, παρ’ όλα αυτά δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει τον κύκλο, βιαζόταν να πάει σπίτι του και προχώρησε στην ευθεία περνώντας δίπλα από κάτι θάμνους που έφτιαχναν έναν φράχτη.
Μια πόρτα μεταλλική άνοιξε σκούζοντας όπως το σκυλί που του πατούν την ουρά του, γύρισε κατά κει και είδε σκιές να γλιστρούν πίσω από το φράχτη σα να έσκυβαν, σα να ήταν μικρά παιδιά που φαινόταν μοναχά τα κεφάλια τους. Δε μπορούσε να καταλάβει τι στο δαίμονα συνέβαινε, τα κεφάλια μια εμφανίζονταν μια χάνονταν πίσω από τα δέντρα και τους θάμνους σα να έπαιζαν μαζί του, τα χρειάστηκε. Αυτό που γύριζε εκείνη την ώρα στο μυαλό του ήταν κάτι αναρχικοί αγριεμένοι , κάτι τσογλάνια που είχαν καταλάβει ένα κτήριο παλιό κι όλοι τους έτρεμαν εκεί κοντά, λέγανε ότι έμπαιναν στα σπίτια, ότι έκαναν μέσα στο κτίριο σημεία και τέρατα, στο συνοικιακό σούπερ μάρκετ οι κοπέλες φοβόταν τις πορείες τους που δεν έλεγαν να σταματήσουν, αν αμολούσαν καμιά μολότοφ ανάμεσα στα ράφια θα γίνονταν παρανάλωμα όλα εκεί μέσα, έτσι κάθε φορά έκλειναν το κατάστημα και καθόταν απέξω παρακολουθώντας εκείνα τα παράξενα ξωτικά που κρατούσαν σημαίες κόκκινες και μαύρες…
Αφού δίστασε μια στιγμή αποφάσισε να προχωρήσει να δει τι συνέβαινε πίσω από τους θάμνους, τον έτρωγε η περιέργεια, είχε σκάσει. Βγαίνοντας σ’ ένα ξέφωτο στη μέση του πάρκου είδε στο μισοσκόταδο δύο τύπους τετράγωνους να έχουν πιαστεί και να παλεύουν χωρίς να μιλούν, μόνο κάτι κραυγές έβγαζαν όπως τα ζώα που χιμούν το ένα πάνω στον άλλο, τη μία απομακρύνονταν παίρνοντας θέση και την άλλη συμπλέκονταν και χτυπιούνταν αλύπητα, του έκανε εντύπωση ο ένας από τους δύο που επεδίωκε να βαρέσει τον άλλον στο κεφάλι, τα χτυπήματα του έμοιαζαν δολοφονικά, επαγγελματικά, δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι και γιατί πάλευαν έτσι μέσα στο σκοτάδι;
Μετά από λίγο σα να ήταν συνεννοημένοι ή σα να ένιωσαν ότι κάποιος τους παρακολουθεί έφυγαν τρέχοντας και χάθηκαν σαν ίσκιοι, πλησίασε στο σημείο όπου τους είχε δει να παλεύουν γιατί του φάνηκε ότι κάτι είχε πέσει από τον έναν, αυτόν που έμοιαζε επαγγελματίας πυγμάχος. Με τον αναπτήρα του φώτισε τα πλακάκια και είδε ένα χαρτάκι τσαλακωμένο, το σήκωσε προσεχτικά και το άνοιξε, πάνω του υπήρχαν γράμματα σαν αραβικά, σαν εκείνα που του είχε σχεδιάσει ο πρήχτης ο γιεχωβάς, δίπλα με κεφαλαία ήταν σημειωμένο:
Στον Πύργο του Δαβίδ : Σαράντα ασημένια κηροπήγια
εκατόν πενήντα ασημένια κηροπήγια
ασημένια λάμπα – 44 κιλά
ακόμα 20 χρυσά κηροπήγια
Τι σόι κηροπήγια ήταν εκείνα και που βρίσκονταν, ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που σκοτώνονταν στα σκοτεινά, σίγουρα το κλειδί ήταν τα αραβικά γράμματα που υπήρχαν στο χαρτάκι αλλά ποιος διάβολος θα μπορούσε να τα διαβάσει, αστραπιαία θυμήθηκε τον ιεχωβά που του είχε γράψει την εβραϊκή λέξη, αυτός ο άτιμος θα ήξερε τι έλεγε εκεί στο χαρτί όμως που να τον βρει; Xάλασε τον κόσμο τις επόμενες μέρες, ρωτούσε σ’ όλα τα σημεία όπου στέκονταν εκείνοι οι αλλόκοτοι τύποι, πήγε ακόμα και σε μια σύναξη τους όπου μαζεύονταν όλοι κουστουμαρισμένοι σ’ ένα υπόγειο αλλά τίποτα, ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Για μέρες πολλές σκέφτονταν το περιστατικό, μια βραδιά είδε στον ύπνο του τον ιεχωβά να κάθεται μαζί του και να του εξηγεί εκείνο το σημείωμα, βρίσκονταν μαζί σ’ ένα μέρος κοντά στη θάλασσα κι έτρωγαν βανίλια παγωτό γλυκό, πολύ γλυκό, πολύ νόστιμο...
Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018
ΠΟΡΦΥΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΩ ΔΙΗΝΘΙΣΜΕΝΗ
Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018
Ο ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΚΩΔΩΝΙΣΚΟ
Ήταν Σάββατο, η αγαπημένη του μέρα, τα χαράματα που είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς βγήκε στο μπαλκόνι να δει τον κεραμιδόγατο που πηδούσε από το διπλανό διαμέρισμα κι ερχόταν στο δικό του, δεν άντεχε για πολύ κλεισμένος μες το σπίτι, πιο πολύ με σκύλο έμοιαζε, μια φορά μάλιστα είχε γκρεμιστεί κάτω, ευτυχώς που δεν ήταν πολύ ψηλά. Φόρεσε τις φόρμες του και πήρε το αμάξι του την ώρα που οι γριές πήγαιναν στην εκκλησία κουβαλώντας πιατέλες σκεπασμένες μ’ ασημόχαρτο, οδήγησε με κατεύθυνση την έξοδο από την πόλη κατά το δάσος, έτρεξε χαλαρά για καμιά ώρα κι ύστερα κατέβηκε όπως ήταν με τις φόρμες στην πόλη, κάπου στο κέντρο, σε μια στοά όπου υπήρχε ένα μαγειρείο, ήθελε κάτι να φάει. Στην είσοδο της στοάς άκουσε καναρίνια να χαλούν τον κόσμο πίσω από κάποιο παράθυρο, ένιωθαν σίγουρα κι αυτά την άνοιξη που πλησίαζε, το γκαρσόνι τον έβαλε μέσα και κάθισε σε μια γωνιά. Ένα ζευγάρι από δίπλα του έτρωγε σούπα, η γυναίκα ήταν όμορφη, μια μπλούζα κοντομάνικη φορούσε, άλλοι τύποι μυστήριοι που ήξεραν το μαγειρείο κι ερχόντουσαν τακτικά παράγγελναν αν και ήταν νωρίς ακόμα, κεφτεδάκια, φασόλια, λαχανοντολμάδες και βέβαια σούπες . Μια μουσική έπαιζε κι από την γυάλινη πόρτα μπορούσες να δεις το απέναντι εστιατόριο όπου κάποιος έριχνε ψάρια και καραβίδες πάνω στον άσπρο πάγο, πολύ του άρεσε εκείνο το μέρος μέσα στη στοά, μες το κρύο και την υγρασία του χειμώνα είχε μια ζέστη που σε τραβούσε. Έριξε μια ματιά γύρω κι έπειτα ζήτησε κι αυτός μια σούπα όπως αυτή που είδε να τρώει το ζευγάρι, του φάνηκε τόσο νόστιμη που δεν χόρταινε, μα πόσο πεινούσε!
Όπως έτρωγε παρακολουθούσε όλη την ώρα την γυναίκα με την κοντομάνικη μπλούζα, ξένη σίγουρα, έμοιαζε κάπως με τη δικιά του γυναίκα που δε την έβλεπε πια κάτι που δεν τον πείραζε και πολύ, αυτό που δεν μπορούσε ν’ αντέξει ήταν να μη μπορεί να δει το παιδί του, ευτυχώς είχε φτάσει το σαββατοκύριακο και θα το είχε κοντά του. Το αγαπούσε πολύ, όλη του η ζωή ήταν το μικρό του κοριτσάκι, μπορούσε να πεθάνει γι’ αυτό, του φαινόταν τόσο όμορφο, τόσο καθαρό. Ήξερε βέβαια ότι είχε χάσει την αθωότητα του όπως συμβαίνει στα κορίτσια από μικρή ηλικία καθώς καταλαβαίνουν τον κόσμο πολύ γρηγορότερα απ’ ότι τ’ αγόρια, όμως όποτε έπαιζε μαζί του κι όποτε του γελούσε ένιωθε ότι άξιζε που ζούσε, έβρισκε νόημα σ’ ότι έκανε, για αυτό το παιδί θα μπορούσε ν’ αντέξει οτιδήποτε, ήθελε εκείνες οι ώρες να μη τελείωναν ποτέ. Είχε αλλάξει βέβαια, είχε μεγαλώσει, άρχιζε να σκέφτεται σα γυναίκα, αυτή είναι η φύση των κοριτσιών και ήταν τετραπέρατο ρε φίλε, δε μπορούσες να το κοροϊδέψεις, αν του έλεγες ψέματα αμέσως το καταλάβαινε και γυάλιζε το μάτι του, τα έπιανε όλα στον αέρα με τη μία, μιλάμε το μικρό ήταν έξυπνο σα διάβολος !
Όσο και να είχε ξεψαρώσει πάντως οι άσπρες μπούκλες του ήταν πάντα ίδιες όπως τότε που είχανε πάει εκδρομή σε κάποιο βουνό κι ανακάλυψαν ένα μικρό ελαφάκι άκου τώρα ιστορία: ένας θεός ήξερε που στο καλό είχε βρεθεί εκεί το ζωάκι και γιατί το είχαν αφήσει οι γονείς του, ήταν μικρούτσικο, πανέμορφο με τις άσπρες βούλες στην άκρη της ράχης του αλλά αγρίμι. Κανείς δε μπορούσε να το πλησιάσει, έφευγε κάθε φορά σα δαιμονισμένο τρεκλίζοντας με τα λιγνά ποδαράκια του, δεν άφηνε κανέναν να το αγγίξει εκτός από τη μικρή βέβαια, αυτή δεν είχε πρόβλημα. Μόνο αυτή δεχόταν το ελαφάκι σαν η οσμή της να του ήταν οικεία, την άφηνε να το χαϊδεύει κι αυτή πάλι σα να το καταλάβαινε το καλούσε με τα δαχτυλάκια της να την ακολουθήσει καθώς περπατούσε γελώντας κι έτρεχε πάνω στα ξερά φύλλα που είχαν πέσει στο χώμα, όλη η σκηνή ήταν μαγική, ήταν σα να έβλεπες ζωντανό ένα παραμύθι να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, εκείνη την εικόνα δεν θα την ξεχνούσε …
Μετά το μαγειρείο πέρασε απ’ το προποτζίδικο να παίξει ένα παιχνίδι, καμιά φορά έβρισκε εκεί πέρα κανέναν γνωστό να πουν καμιά κουβέντα, μπαίνοντας το πρώτο που αντίκρισε ήταν ένα πράσινο χαρτονόμισμα κάτω από ένα τραπέζι, ένα εκατοστάευρο διπλωμένο στα δύο, δεν κυκλοφορούσαν πολλά τέτοια στην πιάτσα πλέον αλλά ήταν σίγουρος χίλια τα εκατό ότι δεν ήταν κανένα απλό χαρτί. Κι άλλη φορά είχε βρει χρήματα στο προποτζίδικο και είχε το νου του πάντα, τα τελευταία βράδια όλο χρήματα έβλεπε στον ύπνο του κι αυτό λένε δεν είναι καλό σημάδι, άλλωστε δεν ήταν τυχαίο, συνέχεια γύρω απ’ τα λεφτά γυρνούσε το μυαλό του. Μπορεί να μη πίστευε σ’ αυτά όμως δε μπορούσες να κάνεις τίποτα άμα δεν τα είχες, και δεν ήταν μόνο η μικρή που του ζητούσε όλο και κάτι διαφορετικό όποτε τον έβλεπε, όπως και νάχει τα λεφτά σου δίνουν άλλη αίσθηση, άλλον αέρα, δεν χρειάζεται να παρακαλάς κανένα ηλίθιο, έχεις την ησυχία σου, κάνεις ότι θέλεις, δε δίνεις λόγο σε κανέναν, είσαι άνετος ρε φίλε πως να το κάνουμε τώρα, το γεγονός μάλιστα ότι έλειπε ένα χαρτονόμισμα απ’ το πορτοφόλι του και δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί που το είχε ξοδέψει του είχε φανεί μεγάλη γρουσουζιά, έτσι όταν βρήκε εκείνο το κατοστάευρο δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει, θα το έπαιρνε ακόμα κι αν χρειαζόταν να το καταπιεί!
Έκανε ένα βήμα μπρος και το πάτησε με το αθλητικό του παπούτσι ενώ ταυτόχρονα έσκυβε τάχα να δέσει το κορδόνι του και με μια γρήγορη κίνηση το έβαλε στην τσέπη της φόρμας του ‘’Μ’ αυτό και τ’ άλλα που έχω παίρνω το κινητό για τη μικρή!’’ έκανε τη σκέψη, τον είχε φάει τον τελευταίο καιρό κι άντε να της πεις όχι. Δεν είχε προλάβει να σηκωθεί όταν ένας άντρας μπήκε στο προποτζίδικο και ρώτησε τον τύπο πίσω από τον πάγκο αν είχε βρει τίποτα χρήματα εκεί μέσα, ο υπάλληλος κούνησε τους ώμους εξηγώντας ότι δεν είχε πάρει τίποτα το μάτι του όμως καθώς ο άνθρωπος που είχε χάσει τα λεφτά, ένας μεσήλικας με μαλλί περίεργο, ετοιμάζονταν να φύγει μια ξανθιά που βρίσκονταν κι αυτή πίσω απ’ τον πάγκο πετάχτηκε και φώναξε ‘’Ο Δ ήταν σκυμμένος πριν από λίγο στο πάτωμα, μήπως είδε τίποτα;’’ Εκείνη τη στιγμή ήθελε να την πνίξει, να την βαρέσει στον τοίχο, τι κάθαρμα ρε φίλε, έκρυψε την ταραχή του και είπε οργισμένος ‘’Είσαι καλά κοπέλα μου, το κορδόνι μου έδεσα μη μου λες βλακείες!’’ ενώ από μέσα του σκεφτόταν ότι αν την πετύχαινε μοναχή κάπου θα της έδινε ένα χαστούκι να τον θυμάται.
Ευτυχώς αυτός με το περίεργο μαλλί, φορούσε περουκίνι σίγουρα, φαινόταν ήσυχος άνθρωπος και δεν επέμενε,φορούσε μια καμπαρντίανα μακριά, έμοιαζε καλοστεκούμενος οπότε δεν είχε και τύψεις γιατί κανονικά η αντίδραση του τον είχε προδώσει ; Πήρε κάνα δυο δελτία κι έφυγε συγχυσμένος όμως όσο περνούσε η ώρα ένιωθε ευχαριστημένος, το πολύ -πολύ να μην ξαναπατούσε σ’ εκείνο το μαγαζί, δόξα το θεό προποτζίδικα άνοιγαν κάθε μέρα λες κι όλος ο κόσμος κάτι είχε πάθει κι έτρεχε σαν παλαβός ν’ αγοράσει λαχεία κι άλλα χαρτάκι περίεργα.
Με τα χρήματα που είχε στην τσέπη του και το κατοστάευρο αγόρασε ένα κινητό σούπερ, γυαλιστερό κι απαστράπτον, μ’ ένα κάρο εφαρμογές και κόλπα περίεργα, κάμερες, μεγκαπίξελ, αισθητήρες, η μικρή θα το τσάκιζε αν κι έπρεπε νάχει το νου του γιατί τα παιδιά αποβλακώνονται εντελώς μ’ αυτές τις αηδίες. Κοντά στο σπίτι του που βρισκόταν ψηλά πάνω απ’ την πόλη, υπήρχε ένα μαγαζί με ξηρούς καρπούς, αγόρασε φρούτα αποξηραμένα, παπάγια κόκκινη από την Ταϊλάνδη, ανανά κίτρινο από την Κόστα Ρίκα, μάνγκο, πεπόνι και χουρμάδες από χώρες εξωτικές, το κοριτσάκι τρελαίνονταν για δαύτα. Την ώρα που έβγαινε από το κατάστημα με τις χαρτοσακούλες στο χέρι ο ήλιος πέρα μακριά έδυε βγάζοντας μια λάμψη σα να υπήρχε ένας προβολέας ή σα να είχε ανάψει μια φωτιά πίσω απ’ τα βουνά που φώτιζε όλη την περιοχή απέναντι. Το σούρουπο έπεφτε αργά κι ένα κοπάδι από πουλιά που έκανε φασαρία είχε μαζευτεί πάνω στις κορυφές των κλαδιών.
Όταν επιτέλους ήρθε το παιδί ήταν σαν ο χρόνος να σταμάτησε και δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο εκτός απ’ την κόρη του, όλη τη βδομάδα αυτό περίμενε, της έδειξε πρώτα το κινητό κι η μικρή άρχισε να ξεφωνίζει και να χορεύει, έπειτα της έδειξε τα αποξηραμένα, πολύχρωμα φρούτα που είχε αγοράσει κι αυτή τα αράδιασε στο τραπέζι σα να ήταν χάντρες από κάποιο κόσμημα. Την πήρε στο μπαλκόνι να δουν την απόκοσμη λάμψη που έβγαζε ο ήλιος στη δύση του, ’Πάει τώρα να κρυφτεί στη σπηλιά του…’’ της είπε ‘’…εκεί πίσω έχει μια σπηλιά τεράστια όπου τον περιμένει η μάνα του να τον πλύνει και να τον ταΐσει γιατί έχει διασχίσει όλη τη γη!’’ Έφτιαξαν ύστερα μαζί ένα κέικ στην κουζίνα και κάθισαν μπροστά στο τζάμι του φούρνου να δουν πως φουσκώνει, το παιδί πάντα ήθελε να βλέπει αυτή τη διαδικασία καθώς μεγάλωνε ο όγκος της ζύμης κι έπαιρνε ένα χρώμα καφετί γλυκό, του φαινόταν κάτι εξωπραγματικό κι απίθανο, Έβγαλαν το κέικ που είχε γίνει πολύ νόστιμο κι ετοίμασαν μια σοκολάτα να πιούν ’’ Το ξέρεις…’’ της είπε καθώς της έδινε τη ζεστή φλιτζάνα ‘’…ότι εκεί που βρήκαν πρώτη φορά τη σοκολάτα την έπιναν παγωμένη, ο βασιλιάς μάλιστα έστελνε έναν άντρα που φορούσε έναν σιδερένιο κωδωνίσκο, κουδουνάκι δηλαδή, και είχε αυτό το καθήκον και μόνο, να φέρνει χιόνι παγωμένο από την κορυφή του βουνού μέσα σ’ ένα δοχείο μεταλλικό που δεν το άφηνε να λιώσει. Διέσχιζε κοιλάδες και κάμπους ατέλειωτους μέχρι να φτάσει ψηλά στις οροσειρές, ταξίδευε μέρα νύχτα δίχως σταματημό κι ο ήχος από το κουδουνάκι του ειδοποιούσε τον ‘’προστάτη των νυχτερινών οδοιπόρων’’ ένα πνεύμα καλό με τη μορφή του μαύρου πάνθηρα που τον φύλαγε από κάθε κακοτοπιά . Όταν γυρνούσε πίσω στο παλάτι έβαζε μια χούφτα χιόνι στο κύπελο του βασιλιά που μόνο τότε απολάμβανε τη σοκολάτα του όπως ήθελε…’’ η μικρή τον κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα...
Αργά το βράδυ την πήγε στο δωματιάκι της να κοιμηθεί, δεν τον άφηνε να φύγει αν δεν του έλεγε ώρα πολύ μέχρι να κουραστεί, ιστορίες για τον ήλιο και για κείνον τον βασιλιά με την παγωμένη σοκολάτα έβαζε χιόνι μέσα στην κούπα του, το μικρό έκλεισε επιτέλους τα μάτια του τη στιγμή ακριβώς που το φεγγάρι έβγαινε τεράστιο και γυαλιστερό μέσα από το δάσος των κεραιών που άπλωναν τα πλοκάμια τους πάνω από τις πολυκατοικίες.
Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018
Ο ΒΟΡΙΝΟΣ ΠΕΡΠΑΤΗΤΗΣ
Ένιωσε μια αγαλλίαση να γεμίζει την ψυχή του επειδή είχε κάνει χαρούμενο το παιδί με τα κομμένα χέρια. Το είχε φέρει εκεί πέρα να δει το ηλιοβασίλεμα, κανείς δε νοιάζονταν γι’ αυτό και νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να διασκεδάσει ο μικρός. Εδώ και καιρό τον είχαν στη δουλειά, κοιμόταν στην αποθήκη, σ’ ένα πατάρι κι έκανε το φύλακα. Όταν ήταν μωρό κάπου στη Ρουμανία η μητέρα του το είχε δώσει σ’ ένα ίδρυμα σαν το είδε έτσι ανάπηρο και κατάλαβε ότι θα της ήτανε βάρος μια ζωή. Κανείς δεν ήξερε πως είχε βρεθεί κατά κει πάντως δε φαινόταν καλά τις τελευταίες μέρες, μια θλίψη είχε απλωθεί στο πρόσωπο του, το είδε έτσι, το λυπήθηκε και το πήρε μια βόλτα με το αμάξι, δε μπορούσε να καταλάβει πόσο βλαμμένη ήταν η μάνα του που το παράτησε, βέβαια οι χώρες εκεί πάνω στα βαλκάνια είναι μυστήριες και καθυστερημένες, είχε ακούσει άλλωστε ότι μερικές γυναίκες τις πιάνει ένα αίσθημα αποστροφής όταν γεννούν το δεύτερο ή το τρίτο παιδί τους και δεν θέλουν να το βλέπουν μπροστά τους…
Από τότε που το είχε δει λυπημένο σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει γι’ αυτό, ήταν κι οι γιορτές που κάνουν πιο ευάλωτους τους ανθρώπους οπότε μπορούσε να νιώσει πως αισθάνονταν ο μικρός . Αυτός πάλι δεν ένιωθε τίποτα, τα συναισθηματικά κι αυτά του ήταν άγνωστα, κανείς δεν τον είχε δει ποτέ να κλαίει, ήταν σα να είχε ένα επίστρωμα σκληρό πάνω από τα αισθήματα του που δεν το διαπερνούσε ούτε μελαγχολία, ούτε στεναχώρια, ούτε θλίψη, ούτε τίποτα. Βέβαια λυπόταν το ανάπηρο παιδί αλλά από την άλλη με την τετράγωνη λογική του δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες, τι της έπιανε ρε φίλε κι έδιωχναν έτσι τα παιδιά τους, είναι λέει κάτι κόλπα ψυχοσωματικά που έχουν να κάνουν με τις ορμόνες τους όμως υποτίθεται ότι από τη φύση τους πρέπει να είναι στοργικές. να αγαπούν τα παιδιά τους, να θυσιάζονταν για αυτά. Ο Βασίλης -έτσι τον λέγανε - πάντως φαίνεται ότι είχε ατυχήσει, η μάνα του δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη στον κόσμο γι’ αυτό και είχε αναλάβει κατά κάποιο τρόπο να το προστατέψει, του έδινε συμβουλές μερικές φορές να μη στενοχωριέται, τον πότιζε και λίγο κρασί καμιά φορά για να ξεχνάει και το παιδί άρχιζε να γελά, ένιωθε ότι έκανε κάποιο ψυχικό όποτε συνέβαινε αυτό…
Εκείνο το πρωινό καθώς είχε ξενυχτήσει πήγε κάπως αργά στην αποθήκη, το περασμένο βράδυ είχε βγει μια βόλτα με την γυναίκα του στο κέντρο καθώς οι γιορτές δεν είχαν τελειώσει ακόμα, είχαν μείνει μέχρι αργά κι έφριξε όταν συνειδητοποίησε πόσο είχε αλλάξει η κατάσταση, παντού τριγύρω υπήρχαν ξένοι που χόρευαν κάτι χορούς αλλόκοτους ακούγοντας μουσική από ένα ανοιχτό αυτοκίνητο, τι είχε συμβεί ρε φίλε, από πού είχαν μαζευτεί όλοι αυτοί που κατέκλυζαν τη μεγάλη πλατεία, έμοιαζε σα να είχε μεταφερθεί εκεί πέρα ολόκληρη κάποια αραβική πρωτεύουσα.
Με το που ξύπνησε νωρίς το πρωί άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να δει τι καιρό κάνει, έξω επικρατούσε μια αποπνικτική μυρουδιά, είχε ακούσει ότι στην άκρη της πόλης, κάπου κοντά στο δάσος, ένας ρωσοπόντιος έκαιγε όλη τη νύχτα λάστιχα σ’ ένα βαρέλι για να ζεσταθεί, μια βαριά οσμή είχε απλωθεί παντού, έκλεισε βιαστικά την πόρτα και τη σφράγισε καλά. Πήγε στο μπάνιο και φόρεσε τις βαριές μπότες του, αυτές που είχε βρει μια μέρα να κείτονται δίπλα σ ένα κάδο. Τις είχε δοκιμάσει στα πόδια του και του φάνηκαν πολύ γερές έτσι αποφάσισε να τις κρατήσει, αργότερα του είπανε ότι τέτοιες φορούν τα ΜΑΤ, ήταν πολύ ενισχυμένες, πολύ χοντρές, μιλάμε δεν τις περνούσε τίποτα, ούτε νερό, ούτε υγρασία ούτε κρύο. Ήταν λίγο παλιές βέβαια αλλά έκαναν τη δουλειά τους, ήταν πολύ ευχαριστημένος μ’ αυτές ειδικά όποτε έβρεχε πλατσούριζε επίτηδες μες τα νερά όλη την ώρα για να τις δοκιμάσει ενώ αναρωτιόταν ποιος άραγε τις είχε αφήσει δίπλα στον κάδο, κανένας αστυνομικός σίγουρα…
Βγαίνοντας έξω ένιωσε τον αέρα δροσερό στα πνευμόνια του, μάλλον θα είχε φυσήξει καθαρίζοντας την ατμόσφαιρα. Ο καιρός έμοιαζε παγωμένος βέβαια ούτε που συγκρίνονταν με το κρύο που έκανε παλιά όπως είχε ακούσει απ’ τον πατέρα του, ‘’Τέτοια εποχή γύρω στα Φώτα παντού υπήρχαν πάγοι και χιόνια όλο το διάστημα !’’ έλεγε συχνά ο γέρος του ‘’Περπατούσαμε το πρωί κι ακούγαμε τα κρυσταλλάκια να σπάνε κάτω απ’ τα πόδια μας, έριχνε και χιόνια πολλά τότε, ένα, μέχρι και δυο μέτρα, τα σκέπαζε όλα!’ ’Όπως καβαλούσε το μηχανάκι του για να βγει στο δρόμο είδε ένα νόμισμα κολλημένο βαθιά στην άσφαλτο που γυάλιζε κάτω απ’ το φως της κολώνας, εκείνη την ώρα πέρασε μια γυναίκα που περπατούσε στα σκοτεινά με τα τακούνια της να χτυπούν ρυθμικά στην άσφαλτο, ασυναίσθητα γύρισε να δει κατά το μέρος της αλλά η γυναίκα απομακρύνονταν βιαστικά σα να είχε καθυστερήσει, πρόλαβε να δει ότι κρατούσε στα χέρια της μια πιατέλα σκεπασμένη μ’ ασημόχαρτο, όπως κοιτούσε την ράχη της διέκρινε μια ρίγα από σίδερο που κύκλωνε σα σπιρούνι το τακούνι απ’ τα μποτάκια της.
Την είχε ξαναδεί εκείνη τη γυναίκα και προσπαθούσε να μαντέψει που πήγαινε τέτοια ώρα κάθε πρωί, κατηφορίζοντας με τη μηχανή του συλλογίζονταν μια τη γυναίκα, μια τις παραγγελίες που είχε να δώσει. Κάθε μέρα επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα, έπαιρνε από την αποθήκη αναλώσιμα όπως αλουμινόχαρτα, λαδόκολλες, χαρτιά κουζίνας, ξυλαράκια για σουβλάκια, ποτήρια πλαστικά κι αλλά τέτοια και τα μοίραζε στα φαγάδικα όλης σχεδόν της πόλης. Χειμώνα καλοκαίρι, με βροχές και καύσωνες επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα που για άλλους θα ήταν απίστευτα βαρετή αλλά αυτουνού του άρεσε. Ήξερε όλη την πιάτσα, όλους τους ανθρώπους της αγοράς, όλα τα καλά και τα κακά υποκείμενα και δεν καταλάβαινε τίποτα γιατί ήταν δυνατός πολύ, είχε ένα χέρι τόσο βαρύ που αν σε χτυπούσε στην πλάτη έτσι για πλάκα μπορούσε να σε σακατέψει! Στο στρατό δεν υπήρχε κανείς να τον νικήσει στο μπραντ ντε φερ, μόνο ένας τύπος με μπράτσα γίγαντα τον κοντράριζε αλλά κι αυτός φοβόταν να βάλει χέρι μαζί του, μερικές φορές παρέα με κάτι άλλους παλαβούς συναγωνίζονταν ποιος θα τρυπήσει με τη γροθιά του την γυψοσανίδα από κάτι παλιά ΤΟΛ, τα είχαν διαλύσει τα καημένα τα σπιτάκια με τις γροθιές τους. Ένα φεγγάρι τον είχαν στείλει και σ’ ένα φυλάκιο κάπου στα βόρεια σύνορα, σε μια κορυφογραμμή χιονισμένη που κοίταζε προς μια ξένη χώρα, εκεί πάνω είχε αφήσει φαβορίτες μακριές σα Βαυαρός καθώς ποτέ δεν ανέβαινε κανείς εκεί πέρα να τον ελέγξει, πολύ του άρεσε εκεί πάνω παρέα με τα ζαρκάδια και τ’ αγριογούρουνα, όταν κατέβηκε ξυρισμένος στο στρατόπεδο όλοι τον φωνάζανε ‘’Ο Βορινός Περπατητής’’ κι αυτό το προσωνύμιο του είχε μείνει έκτοτε…
Σήκωσε τα στόρια και χαιρέτησε το Βασίλη, έστειλε το ανάπηρο παιδί να του φέρει καφέ που τον κουβαλούσε σφηνώνοντας μια σακούλα ανάμεσα στο κεφάλι και στον ώμο του, παρήγγειλε καφέ και για το αφεντικό του, έναν τύπο φαλακρό εντελώς που φορούσε κάτι δαχτυλίδια με πέτρες χρωματιστές, κόκκινες και πρασινωπές. Η ώρα είχε περάσει, κόσμος άρχισε να πηγαινοέρχεται στην αγορά, έπρεπε να βιαστεί, κατέβηκε αμέσως στο υπόγειο με το μικρό ασανσέρ που είχαν στην πίσω πλευρά του μαγαζιού, να ετοιμάσει τις πρωινές παραγγελίες. Το συρματόσκοινο του ανελκυστήρα έτριζε και πάντα το φοβόταν, όταν κατέβαινε δε είχε θέμα αλλά όταν ανέβαινε τον έπιανε ένας μικρός πανικός κάθε φορά που το μηχάνημα μπλοκάριζε και κατέβαινε απότομα κάμποσα εκατοστά μέχρι να τεντωθεί το σύρμα που είχε λασκάρει.
Γυρίζοντας από την αποθήκη είδε ότι το αφεντικό του με τα χρωματιστά δαχτυλίδια είχε έρθει και είχε και παρέα, έναν χοντρό, εύσωμο τύπο γκριζομάλλη που δεν τον είχε ξαναδεί, οι δυο τους μιλούσαν καπνίζοντας ενώ μπροστά τους βρισκόταν ένα μπουκάλι ουίσκι σε χρώμα καφετί και δυο ποτήρια. Σε μια φάση φώναξαν τον ανάπηρο να πιει μαζί τους κι άρχισαν να τον δουλεύουν έτσι για να διασκεδάσουν, τους είχε φανεί αστείο το θέαμα του παιδιού που προσπαθούσε να πιει σκύβοντας πάνω απ’ το ποτήρι και πιάνοντας το με το στόμα ενώ το ποτό ξεχείλιζε δίπλα απ’ τα χείλη του λερώνοντας τα ρούχα του. Ο χοντρός που φαινόταν κάπως γλοιώδης, πέταξε και μια βρισιά για τη μάνα του, το παιδί κατάλαβε κάτι αλλά δε μίλησε όμως ο χοντρός είχε πάρει φόρα, είχε ανοίξει το στόμα του και πετούσε ότι νάναι ενώ ο άλλος με τα χρωματιστά δαχτυλίδια χαχάνιζε και το παιδί που είχε ζαλιστεί κι αυτό από το δυνατό πιοτό χαμογελούσε αμήχανα, ‘’Μη του βάζετε να πιει, δεν το αντέχει!’’ τους φώναξε αλλά αυτοί απάντησαν κάτι σαν: ‘’Άσε μας από δω ρε χαμένε!’’ κι ο χοντρός πέταξε και κάτι του στυλ:’’ Τι σε νοιάζει εσένα ρε φίλε, κοίτα τη δουλειά σου!’’ Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του, ασυναίσθητα πλησίασε τον χοντρό που τον κοιτούσε ειρωνικά και προκλητικά, τον έπιασε απ’ το γιακά και τον ταρακούνησε τόσο δυνατά που ο άλλος άρχισε να βήχει σπαστικά σα να του κόπηκε η ανάσα, παρόλο που πρέπει να ζύγιζε πάνω από εκατό κιλά τον σήκωσε απ’ την καρέκλα με βία και τον έριξε στον τοίχο σα να ήταν πούπουλο ‘’Μη ξαναπειράξεις το μικρό!’’ του είπε μες τα μούτρα .
Με το που σχόλασε πήρε το παιδί με το αυτοκίνητο και το πήγε κατά τη θάλασσα, σ’ ένα μέρος κοντά στις εκβολές κάποιου ποταμού όπου μαζεύονταν οι ψαράδες να πιάσουν καβούρια και γοφάρια που αφθονούσαν εκεί πέρα. Αεροπλάνα εμφανίζονταν απ’ όλες τις κατευθύνσεις και χαμήλωναν κατά το κοντινό αεροδρόμιο να προσγειωθούν, μπορούσες να δεις τα γράμματα και τα σήματα που ήταν ζωγραφισμένα στο σώμα τους, το ανάπηρο παιδί δε χόρταινε το θέαμα. Οι ψαράδες έβγαζαν μες τους κουβάδες τους κάτι καβούρια μεγάλα με ράχες πράσινες και κοιλιές άσπρες, πιο κει σε μια λιμνοθάλασσα που σχηματίζονταν, ερωδιοί και φλαμίνγο με τις ροζ φτερούγες τους έχωναν τους μακριούς λαιμούς τους στην άμμο σκαλίζοντας το βυθό, το παιδί χάζευε μια τα πουλιά που τσαλαβουτούσαν, μια τους ψαράδες, μια το σμήνος που άλλαζε σχήματα, μια τα αεροπλάνα που κατέβαιναν, πιο πολύ όμως καρφώνονταν σ’ εκείνες τις ουρές του δράκοντα πίσω απ’ τα αεροπλάνα που σκαρφάλωναν στον ουρανό σα να ήθελαν να φτάσουν μέχρι το θεό ψηλά, να βγουν σε κόσμους άγνωστους πέρα από τα γήινα, να χαθούν μακριά …
Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017
ΤΟ ΣΜΑΡΑΓΔΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ
Δεν είχε ελπίδες, ότι και να έλεγε θα λειτουργούσε εις βάρος του, όταν στράβωνε γίνονταν απίστευτα επιθετική και η αντιμετώπιση της ήταν η υπέρτατη άσκηση υπομονής, ότι και να έλεγες έβρισκες το μπελά σου, σε περνούσε γενεές δεκατέσσερις κι αυτό μπορεί να πήγαινε για μέρες, τα νεύρα σου γινόταν κόμπος, μετά βέβαια τα ξεχνούσε όλα σα να μην έτρεχε τίποτα και γελούσε αλλά μέχρι να περάσει όλο αυτό σούβγαινε πραγματικά η πίστη !
Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει μέχρι να ηρεμήσει, συνήθως δεν της έπαιρνε και πολύ αλλιώς θα ήταν αδύνατο να την αντέξει, εκείνο το βράδυ λοιπόν πλάγιασε νωρίς, ευτυχώς ήταν αργά κι έτσι μπορούσε να κοιμηθεί για να μην ανοίξει πάλι καμιά κουβέντα που μπορούσε να καταλήξει άσχημα. Άντε τώρα να της εξηγήσει ξανά ότι μισούσε τα ταξίδια, τέτοιες μέρες ειδικά δεν είχε καμιά όρεξη να τραβιέται σε καμιά πόλη ευρωπαϊκή γεμάτη φώτα και μουσεία όπου σούρχεται να κοπανήσεις το κεφάλι στον τοίχο από τη βαρεμάρα. Δεν άντεχε να φύγει από τη χώρα του και να γυρίζει σα δαίμονας σε κάθε ηλίθιο μέρος όπου δεν έδιναν δυάρα γι’ αυτόν. Θα μου πεις μήπως τα καλοκαίρια δεν είχαν το ίδιο πρόβλημα, αυτή μπορούσε να πάει διακοπές σε κάνα νησί και να στρωθεί άνετη και χαλαρή εκεί πέρα για κάνα εξάμηνο ενώ αυτός μετά το πρώτο διήμερο έκοβε φλέβες, χτυπιόταν όλη την ώρα, τον έπιανε μια μανία να σηκωθεί να φύγει από κει και να μη γυρίσει ποτέ ξανά! Κι ύστερα ήταν κι η θάλασσα που αυτός δεν την άντεχε, δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να υποστεί όλη εκείνη την καταραμένη ταλαιπωρία μες την κάψα, καθόταν στην αμμουδιά σα βλάκας ενώ αυτήν κολυμπούσε με τις ώρες σα δελφίνι ξεχνώντας να βγει, σου μιλάω για πλήρη ασυμφωνία!
Όταν πάλι πήγαιναν ψωνίσουν αυτή μπορούσε να σηκώσει το μαγαζί, δεν άντεχε να βλέπει όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που υπήρχαν ενώ αυτός έπαιρνε μοναχά αυτό που είχε στο μυαλό του, τίποτα παραπάνω, όλες εκείνες οι βλακείες που υπήρχαν στα ράφια και στα κρεμαστάρια δεν του έλεγαν τίποτα, μα τίποτα σου λέω! Στα γενέθλια της έπρεπε να λέει εκείνο το ηλίθιο τραγουδάκι που το μισούσε, θε μου τι μαρτύριο, αλλά άντε να εξηγήσεις στις γυναίκες. Αυτή πέθαινε για εκπλήξεις, αναπάντεχα δωράκια και τέτοια, ξέρεις τώρα, κι αυτός έβρισκε όλη αυτή τη σκηνοθεσία μια χαζομάρα σκέτη. Αυτή χρειαζόταν όπως το οξυγόνο την παρέα, τα τηλέφωνα, τους καφέδες και το ατελείωτο μπλα -μπλα με τις φιλενάδες και το σόι της ενώ αυτός ο μούχλας- μα πολύ μούχλας ρε φίλε- δεν πήγαινε σχεδόν πουθενά, κοιμόταν νωρίς, δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν έκανε καταχρήσεις, του άρεσε η ρουτίνα, η επανάληψη, η σταθερότητα και η ηρεμία, ποιο νορμάλ πεθαίνεις!
Όταν έπιανε να γκρινιάζει προτιμούσε να φεύγει απ’ το σπίτι, ήταν πολύ καλύτερα έξω κι ας είχε κρύο, κι ας έβρεχε, κι ας χιόνιζε! Μπορούσες ν’ ανασάνεις καθαρό αέρα, χειμωνιάτικο, οι δρόμοι πια είχαν στολιστεί με φώτα γιορταστικά τα βράδια και στα μαγαζιά οι κοπέλες γελούσαν πίσω απ’ τα ταμεία και τους πάγκους.. Οι γιορτές είχαν φτάσει κι όλοι έτρεχαν ν’ αγοράσουν κάτι, να κανονίσουν που θα πάνε και πως θα περάσουν αυτές τις μέρες. Στις λαϊκές πουλούσαν λουλούδια αλεξανδρινά με φύλλα κόκκινα και μανταρίνια, οι αγρότες έφερναν απ’ τα χωριά κρασιά της καινούριας σοδειάς τους, οι γυναίκες γέμιζαν τα κομμωτήρια να φτιάξουν τα μαλλιά και τα νύχια τους ενώ οι παρέες καθόταν και μιλούσαν γύρω απ’ τις στήλες του γκαζιού που έβγαζαν φλόγες έξω απ’ τις καφετερίες. Παντού επικρατούσε μια διάθεση παράξενη καθώς ο ήλιος λέει την περίοδο κοντά στα Χριστούγεννα εισέρχεται στον Αιγόκερο και ξεκινά ο χειμώνας…
Γιορτές ερχόταν έπρεπε κι αυτοί να τα βρούνε, να συνάψουν ειρήνη δεν μπορούσαν να είναι έτσι, θα της αγόραζε ότι ήθελε, θα την πήγαινε όπου του ζητούσε μόνο να μη τον έπρηζε. Έπρεπε κάτι να γίνει και να συμφιλιωθούν με το τέλος της χρονιάς, και να πεις ότι δεν περνούσαν καλά, είχαν μια χημεία εκπληκτική, όταν αγκαλιάζονταν τα σώματα τους γίνονταν ένα σα να έλκονταν από μια δύναμη ακατανίκητη. Μαζί της είχε στρώσει η ζωή του, είχε συμμαζευτεί, είχε λύσει ένα κάρο προβλήματα που τον βασάνιζαν, σου μιλάω για μανίκια, θέματα που του φαινόταν κόλαση, τόσο δύσκολα, είχαν γίνει ένα δίδυμο φοβερό και μαζί μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όλους τους εχθρούς του σύμπαντος ! Πάντα φρόντιζε να βρίσκει χρόνο γι’ αυτήν, να μη της λείπει τίποτα, να μην αγχώνεται, να μη κουράζεται, αυτουνού του άρεσε η ταλαιπωρία, να τρέχει από δω κι από κει σα διάβολος, να διορθώνει τα χαλασμένα στο σπίτι τέτοια πράγματα δεν τον κούραζαν ποτέ. Κι όταν έπαιζαν το βράδυ χαρτιά οι δύο τους η ώρα περνούσε πολύ ωραία, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να παίξει μαζί του χωρίς να σκοτωθεί, χωρίς να λυσσάξει απ’ το κακό του, μαζί της δε θύμωνε ακόμα κι αν έχανε, ακόμα κι αν αυτή τον έσκιζε - το οποίο ήταν το πιο συνηθισμένο- εντάξει μερικές φορές του την έδινε λίγο.
Αλλά ρε φίλε ήταν τρομερά δύσκολο να συνηθίσει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες, να μάθει δηλαδή να πλένει καλά κι όλη την ώρα τα χέρια του, να μην πίνει απ’ το ποτήρι της, να μην παίρνει το μαξιλάρι της, να βγάζει τα παπούτσια μόλις μπαίνει στο σπίτι, να σκουπίζει καλά με την ηλεκτρική, να μην ξεχνά την πετσέτα όταν μπαίνει στο μπάνιο, να μην τρώει απ’ την κατσαρόλα, να μην κάθεται με το παντελόνι στον καναπέ, να μη βγαίνει με τις κάλτσες στο μπαλκόνι, να μη ρίχνει ψίχουλα στο πάτωμα, καλά όλα αυτά για να τα συνηθίσει χρειαζόταν πέντε ζωές, δεν υπήρχε περίπτωση!
Έπρεπε να βρει κάποιο κόλπο να την πλησιάσει, κάτι έξυπνο, κάτι πρωτότυπο, έπρεπε να της πάρει κάτι για τις γιορτές όμως τι στο καλό θα της άρεσε; Δε μπορούσε και τη ρωτήσει γιατί εκείνη αμέσως φούντωνε και τον παραμάζευε. Ρώτησε δεξιά – αριστερά, έψαξε στις βιβλιοθήκες, γύρεψε πληροφορίες παντού για να πάρει ιδέες κι έμαθε ένα κάρο πράγματα για κοσμήματα και τέτοια, στο τέλος είχε διαβάσει τόσα πολλά που ζαλίστηκε, πονούσε το κεφάλι του. Πιο πολύ εντύπωση του είχαν κάνει μερικά σπάνια κομμάτια με κλεισμένες μέσα τους κάτι σαν ταινίες ή ρίγες, που έκαναν τα πετράδια να μοιάζουν με πραγματικά αστέρια όπως και κάτι άλλες πέτρες πολύτιμες, εξάγωνες, οκτάγωνες και δωδεκάγωνες που είχαν εγκλωβισμένα μέσα τους ψήγματα χαλαζία τα οποία τους έδιναν μια όψη αλλόκοτη λαμπυρίζοντας από τις αμέτρητες γωνίες τους. Είχε τόσο πορωθεί που στον ύπνο του έβλεπε όλη την ώρα ένα πετράδι που το λέγανε ‘’το σμαράγδι της Πατρίτσια’’, ένα τεράστιο, πρασινωπό, ηλικίας εκατομμυρίων ετών κομμάτι που σαν αυτό δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο…
Εκείνη τη μέρα έφυγε χαράματα απ’ το σπίτι, δεν ήθελε να την ξυπνήσει έτσι που κοιμόταν ήσυχη κι έδειχνε τόσο ήρεμη, ήθελε να τη φιλήσει αλλά καλύτερα να μη το διακινδύνευε. Στο λεωφορείο βρήκε μια θέση δίπλα σ’ έναν γέρο που παραμιλούσε όλη την ώρα και σε κάποια στιγμή μπήκε στο αστικό ο ζητιάνος που έβλεπε χρόνια τώρα να σέρνεται χωρίς να λέει να πεθάνει με τίποτα ρε φίλε, επέμενε εκεί πέρα την ώρα που παιδιά σαν το κρύο το νερό έφευγαν αδιάβαστα, ότι νάναι!
Θα πήγαινε λίγο νωρίτερα στη δουλειά αφού περνούσε πρώτα απ’ το χρυσοχοείο που βρισκόταν μέσα σε μια στοά απ’ όπου συχνά περνούσε. Στην αρχή της υπήρχε ένα χασάπικο όπου άνθρωποι με μεγάλα μαχαίρια έκοβαν κρέατα πάνω σ’ έναν ξύλινο πάγκο, τεράστιο, καθόταν καμιά φορά και τους χάζευε να σκίζουν και να τεμαχίζουν το μαλακό κρέας. Εκεί πέρα ερχόταν συχνά κι ένα σωρό ζητιάνοι κι άλλοι περίεργοι και ψαχούλευαν ανάμεσα στα πεταμένα κομμάτια να βρουν κάτι που να τρώγεται γι’ αυτούς ή τα ζώα τους. Μόλις άνοιγε το κοσμηματοπωλείο θα πήγαινε να πάρει ένα δαχτυλίδι, υποτίθεται ότι μετά από τόσον καιρό έπρεπε να ξέρει το γούστο της, θα της έπαιρνε κανένα ασημένιο καλύτερα, τα άλλα έδειχναν λίγο φτηνιάρικα και θα του πετούσε καμιά μπηχτή αν της έφερνε κανένα τέτοιο. ‘’Τα ασημένια ήταν πάντα τα αγαπημένα της…’’ σκεφτόταν κι όπως ήταν αφηρημένος έπεσε πάνω σε κάποιον με ματωμένη ποδιά ‘’Σιγά ρε φίλε…’’ του φώναξε ο άλλος’’… κατακόπηκα!’’ - ‘’Συγνώμη!’’ είπε χαμηλόφωνα και βιάστηκε να εξαφανιστεί.
Κρατώντας τις φωτοτυπίες παραμάσχαλα τράβηξε για το χρυσοχοείο. Την ώρα εκείνη τα μαγαζιά σήκωναν τα στόρια τους, έπρεπε να πατήσει ένα κουδούνι για να τον αφήσουν να μπει μέσα, ένας κύριος καλοντυμένος του έδειξε εκεί πέρα τοποθετημένα σε κουτάκια όμορφα, σκουλαρίκια, βραχιόλια και κάτι άλλα στολισμένα με πέτρες χρωματιστές που άστραφταν, δεν ήταν σαν αυτά που είχε δει στα βιβλία αλλά κι αυτά ήταν όμορφα, πήρε ένα ασημένιο με μια χρυσή ρίγα που διέτρεχε το ημικύκλιο κι ένα πετραδάκι λαμπερό σφηνωμένο στην κορυφή του.
Το απόγευμα που σχόλασε δεν κρατιόταν να πάει σπίτι για να της το δείξει ‘’Θε μου…’’ συλλογίζονταν καθώς πλησίαζε στη γειτονιά του ‘’…ας της αρέσει, πως θα κάνω Χριστούγεννα; ’’ Με το που κατέβηκε απ’ το αστικό ένιωσε να βρέχεται το πρόσωπο του, από το πουθενά είχε πιάσει μια βροχή χωρίς προειδοποίηση κι όλοι έτρεχαν να προφυλαχθούν κάτω απ’ τα μπαλκόνια και τις μαρκίζες των πολυκατοικιών. Στο διπλανό πάρκο μια σουσουράδα με τραχηλιά στο χρώμα του λεμονιού περπατούσε νευρικά μέσα στα βρεγμένα χορτάρια σα να μη συνέβαινε τίποτα ‘’Καλά μερικά πουλιά είναι εντελώς παλαβά!’’ μουρμούρισε όταν άκουσε έναν κρότο σαν κάτι να κυλιόταν βίαια στην άσφαλτο. Μια μοτοσικλέτα είχε πέσει ακριβώς στη μέση της διασταύρωσης μες τη βροχή, όλοι είχαν σταματήσει και κοιτούσαν όμως κανείς δεν έβγαινε από το αμάξι του να βοηθήσει τον άνθρωπο που κυλιόταν στα νερά, ‘’Μα τι ζώα !’’ σκέφτηκε και πλησίασε πλατσουρίζοντας, ο πεσμένος που ανακάθισε στην άσφαλτο του έκανε νόημα να σηκώσουν τη μηχανή κ έπιασε το τιμόνι αλλά με το που προσπάθησε να την πιάσει ένιωσε ότι ήταν πολύ βαριά, θα του σακάτευε τη μέση σίγουρα. ‘’Κράτα απ’ αυτή τη μεριά!’’ φώναξε ο χτυπημένος που φορούσε σ’ όλο του το σώμα ένα πράσινο αδιάβροχο, έπιασαν μαζί και επανέφεραν τη μοτοσικλέτα με το κεφάλι του να έχει γίνει μούσκεμα, βοήθησε τον άνθρωπο να καβαλήσει κοιτάζοντας του άχρηστους οδηγούς που αδημονούσαν πότε θ’ ανοίξει ο δρόμος για να φύγουν όμως καθώς τίναζε το σακάκι του είδε ότι το κουτάκι με το δαχτυλίδι δεν ήταν εκεί μέσα, μα που στο διάβολο είχε πέσει !
Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του χωρίς να έχει τίποτα πάνω του ήταν σίγουρος ότι θ’ άκουγε τον αναβαλλόμενο, προετοιμάστηκε όσο καλύτερα μπορούσε ξεχνώντας ότι όλα τα ρούχα είχαν μουλιάσει, με το που μπήκε η γυναίκα του φώναξε ‘’Αγόρι μου τι έπαθες;’’ κι αυτός ένιωθε ότι την είχε απογοητεύσει κι ότι είχε χάσει το παιχνίδι αλλά τη στιγμή εκείνη χτύπησε επίμονα το κουδούνι της εξώπορτας και βγήκαν στο μπαλκόνι να δουν ποιος ήτανε, σκύβοντας από κάτω αντίκρισαν τον μοτοσικλετιστή με το πράσινο αδιάβροχο να κραδαίνει κάτι στο χέρι ‘’Φίλε κάτι σου έπεσε!’’ του φώναξε.
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...