Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

ΠΟΡΦΥΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΩ ΔΙΗΝΘΙΣΜΕΝΗ

Η εικόνα έδειχνε τον αυτοκράτορα τον ίδιο ντυμένο με χλαμύδα χρυσοκέντητη γεμάτη πετράδια κόκκινα και πράσινα ΄΄πορφύρα και χρυσώ διηνθισμένη’’ κατά πως λέει κι ο βυζαντινός ιστορικός, ενώ στα χέρια του βαστούσε ένα αντίγραφο, μια μινιατούρα του μοναστηριού κι ήταν σα να έλεγε: ΄΄ Εγώ το έχτισα!’’

Η ζωγραφιά ήταν τόσο καθαρή, σα φωτογραφία, ο γέρο- βασιλιάς έδειχνε ταλαιπωρημένος, ανήκε λέει σ’ εκείνη την περίοδο της παρακμής της αυτοκρατορίας όταν βάρβαροι από κάθε μεριά πολιορκούσαν την Πόλη, ο τόπος είχε γεμίσει Σέρβους, Βουλγάρους και Σλάβους όλων των ειδών, Τούρκους και μουσουλμάνους από τις εσχατιές της Ασίας αγριεμένους και τρελαμένους, που κρατούσαν όλων των ειδών τα φονικά εργαλεία, δεν ήξερες από που να φυλαχτείς, είχε καταφύγει λοιπόν ο γηραιός βασιλιάς σ’ αυτό το μοναστήρι κι εκεί είχε γίνει καλόγερος κατά πως το συνήθιζαν τότε. Αργότερα λένε τα βιβλία οι επιδρομείς που λυμαίνονταν την περιοχή για αιώνες λήστεψαν όλα τα πολύτιμα του μοναστηριού, ευαγγέλια και βιβλία παλιά, εικονοστάσια κι αφιερώματα, τάματα χρυσά κι ασημένια, όλο τον πλούτο που υπήρχε τον πήραν μαζί τους στις πατρίδες τους μακριά, μα τι κλεφταράδες !

Δεν το περίμενα τόσο μεγαλόπρεπο το μοναστήρι, είχα διαβάσει κάπου για τη μονή ότι είναι απ’ τις πιο περίφημες κι είχα ρίξει την ιδέα να πάμε κάποια μέρα. Η διαδρομή δεν ήταν τόσο φοβερή στην αρχή όμως όσο προχωρούσαμε πιο ψηλά στρίβοντας όλη την ώρα τις απότομες καμπές του βουνού, τόσο και πιο πανοραμικό γινόταν το τοπίο μέχρι που φτάσαμε σε μια αχανή κοιλάδα γεμάτη ομίχλη στο βάθος της οποίας φαίνονταν το κτίσμα, οι καλόγεροι κι οι ερημίτες εκείνης της εποχής ήξεραν σίγουρα να διαλέγουν τα καλύτερα μέρη για να φτιάχνουν τα μοναστήρια τους ! Σε μια ανοιχτωσιά σταματήσαμε ν’ ατενίσουμε λίγο τη θέα, αυτοκίνητα ένα σωρό παρκάριζαν εκείνη την ώρα στον προαύλιο χώρο κι από μέσα κατέβαιναν γυναίκες και ζευγάρια με τα μωρά τους που ήθελαν να κοινωνήσουν στην κυριακάτικη λειτουργία.

Η πύλη της μονής ήταν τεράστια, καμωμένη από σανίδες πελώριες καρφωμένες μ’ εκείνα τα καρφιά τα παλιά, τα μαυριδερά που δε βγαίνουν με τίποτα. Στην είσοδο ένα καθοδικό μονοπάτι, απότομο, στρωμένο με πέτρες χοντροκομμένες άσπρες και γκρίζες, για να πας στην εκκλησία έπρεπε να το διασχίσεις κι αν δεν πρόσεχες μπορούσες να διαλύσεις τον αστράγαλο σου εκεί πέρα. Έξω απ’ το νάρθηκα δε μπορούσες να μη σταθείς μπροστά στις επιβλητικές εικόνες του βασιλιά και δίπλα σ’ αυτόν μια άλλη εικόνα υπήρχε, κάποιου πατριάρχη που σαν αποσύρθηκε από το θρόνο του λέει, ήρθε εκεί πέρα στα βουνά και στα λαγκάδια να ζήσει τα τελευταία του χρόνια και να εξομολογηθεί τις άπειρες αμαρτίες του μπας και τον συγχωρέσει ο θεός…



Μπήκαμε στο ναό κι ο Φώτης που μας είχε φέρει με το αυτοκίνητο του προχώρησε στα ενδότερα, ήξερε αυτός, είχε ξαναέρθει. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί στον διάδρομο και δε μπορούσες να μετακινηθείς εύκολα, μια καλογριά σκεπασμένη με μαύρη κουκούλα κάτι ευχές ψυθίριζε, περπάτησα μερικά βήματα ανάμεσα σε μαμάδες με τα μωρά στην αγκαλιά που περίμεναν να κοινωνήσουν και είδα τον Φώτη στο βάθος μιας κόγχης δίπλα στο δεσποτικό κάθισμα, είχε βρει ήδη στασίδι-σιγά μη του ξέφευγε, καθόταν εκεί άνετος κι άκουγε τις καλόγριες που ψέλνανε όμορφα . Ψηλά στους θόλους πάνω απ’ τα κεφάλια μας μορφές ωραίες αγγέλων κι αγίων, στο καπνισμένο τέμπλο εικόνες του Χριστού και της Παναγίας με φωτοστέφανα χρυσά που έλαμπαν, οι ζωγραφιές έμοιαζαν δουλειά κάποιου τεχνίτη σπουδαίου, αφιερώματα χρυσά κι ασημένια κρέμονταν μπροστά στα τζάμια, πόδια, χέρια κι άλλα μέλη τραυματισμένα που οι πονεμένοι κάτοχοι τους ήθελαν να γιάνουν στο διάβα των αιώνων κι έρχονταν εκεί πέρα ζητώντας γιατριά. Κάπου στη μέση της εκκλησιάς υπήρχε ο τάφος του πατριάρχη αυτού που είχα δει στην είσοδο δίπλα στον γέρο αυτοκράτορα, μια επιγραφή κάλυπτε το μνήμα του πάλαι ποτέ αρχηγού της εκκλησίας που είχε έρθει λέει εκεί πέρα να τελειώσει ήσυχα τη ζωή του, προσπάθησα να τη διαβάσω, τα γράμματα έβγαιναν οι αριθμοί όμως με μπέρδευαν, δε μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς λέγανε, παιδευόμουν εκεί πέρα με το μυαλό μου όταν βγήκε στην ωραία πύλη ο παπάς να κοινωνήσει τον κόσμο που δε σπρώχνονταν και μούκανε εντύπωση, προχωρούσαν ήρεμα και ήσυχα ενώ τα μωρά δεν έκλαιγαν, δε φώναζαν σα να είχαν γαληνέψει κι αυτά απ’ το ειρηνικό περιβάλλον γύρω τους.

Ο Φώτης έδειχνε να ρεμβάζει αμέριμνος τους αγίους και τους μάρτυρες εγώ όμως βαριόμουν, ήθελα να δω το μοναστήρι σ’ όλη του την έκταση, με είχε φάει η περιέργεια, έτσι βγήκα στο προαύλιο σπρώχνοντας όσο γίνονταν πιο ελαφρά το ήσυχο πλήθος και πέρασα πάνω από ένα μικρό φράχτη που είχαν βάλει εκεί πέρα για να εμποδίζουν τους περιέργους ξένους που ήθελαν όλα να τα μαθαίνουν οι αθεόφοβοι! Καθώς προχωρούσα ανάμεσα σε χαλάσματα χάζευα τα ερείπια από κάτι τοίχους ξεχαρβαλωμένους που έπνεαν τα λοίσθια, όπως ήμουν απρόσεχτος ένιωσα ξαφνικά το σαθρό έδαφος να υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια κι έπεσα ολόκληρος σε μια λακκούβα βαθιά. Κατατρόμαξα όχι τόσο για μένα όσο για τον κόσμο που ήταν μαζεμένος έξω από την εκκλησία και μπορεί να είχε ακούσει τον θόρυβο. Ο φράχτης βρισκόταν εκεί πέρα για να εμποδίζει κάθε ηλίθιο που θα μπορούσε να πάθει καμιά ζημιά, δεν ήθελε πολύ μυαλό για να το καταλάβεις, αν έτρεχαν όλοι να δουν τι είχε συμβεί ήταν σίγουρο ότι θα γινόμουν ρεζίλι. Ευτυχώς τίποτα δεν συνέβη, όλα συνέχισαν να είναι το ίδιο ήσυχα μόνο κάτι πουλάκια με πορτοκαλιά τραχηλιά φτεροκόπησαν από ένα δέντρο και χάθηκαν μακριά φοβισμένα. Βγήκα απ’ την λακκούβα, πέρασα πάλι το φράχτη κακήν κακώς κι απομακρύνθηκα με το πόδι μου να πονάει λίγο, δε με πείραζε ιδιαίτερα κατάλαβα όμως ότι έπρεπε να προσέχω εκεί πέρα γιατί το χώμα ήτα σάπιο κι όλα έμοιαζαν λίγο επικίνδυνα ειδικά μετά την φωτιά που είχε πιάσει πρόσφατα καίγοντας ένα σωρό χώρους, τα μαγειρεία, την τραπεζαρία, τους στάβλους, όλο το συγκρότημα είχε καεί κι έβλεπες παντού μαυρισμένα δοκάρια και τοίχους μισογκρεμισμένους, ένα κάρο λεφτά θα χρειαζόταν για να τα συντηρήσουν και να τα να στυλώσουν όλα εκείνα τα γκρεμίδια.


Πέρασα την πύλη με τις πελώριες σανίδες και βγήκα δεξιά του μοναστηριού όπου κυλούσε ένα ποταμάκι, νερά διάφανα περνούσαν πάνω από μια πλάκα αρχαία, τετράγωνη, και χύνονταν με θόρυβο σ’ ένα μικρό καταρράχτη. Ήθελα να δω το κτίσμα σ’ όλη την έκταση του κι έτσι προχώρησα δίπλα στο ρέμα, σ’ ένα μονοπάτι ανηφορικό ακολουθώντας το χοντρό καλώδιο που έφερνε ρεύμα στο μοναστήρι, έφτασα σ’ ένα σημείο από κει όμως δεν μπορούσα να δω ολόκληρο το κτίσμα, μόνο ένα αρχαίο γεφυράκι με καμάρες καλυμμένο από κλαδιά κισσού, οπότε γύρισα πίσω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κατέβηκα ένα δρομάκι τυλιγμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση και βρέθηκα σε μια λίμνη τεχνητή, βαθιά, όπου μαζεύονταν τα νερά, πλατάνια θεόρατα με ρίζες γιγάντιες είχαν φυτρώσει μες το ρέμα, ένα κράσπεδο ψηλό είχαν χτίσει για να μη πλησιάζει πολύ κοντά στον γκρεμό ο κόσμος, το βουνό από πάνω δασωμένο γεμάτο δέντρα, μια ομίχλη το σκέπαζε.

Ανέβηκα μια βαθμίδα φτιαγμένη από πέτρες τετράγωνες, ελιές αρχαίες που είχαν φυτευτεί εκεί κάποτε, πιο πέρα ένα εκκλησάκι μέσα στο οποίο ανάβλυζε άγιασμα όπως έλεγε μια επιγραφή, άνοιξα μια πορτούλα κι αντίκρισα τον εσωτερικό χώρο και μια πικρή πηγή με νερό που άχνιζε στη μέση του, πλησίασα και είδα ότι ήταν ζεστό σαν αυτό που βγαίνει από τα λουτρά, έβαλα το χέρι μου να το δοκιμάσω, η αίσθηση ήταν εξαιρετικά ευχάριστη. Σκαρφάλωσα ακόμα μια βαθμίδα πέτρινη και βρέθηκα σ’ ένα πλάτωμα με μια στρογγυλή μυλόπετρα στο κέντρο του, εκεί ήταν αυτό που έψαχνα!

Από κει μπορούσες ν’ ατενίσεις μ’ όλη σου την άνεση όλο το μοναστηριακό συγκρότημα, πραγματικά ήταν πολύ ωραίο, εντυπωσιακό, κυπαρίσσια αιωνόβια το πλαισίωναν, οι τοίχοι, το κάστρο, οι ξενώνες, το καμπαναριό, έμοιαζαν όλα μεγαλόπρεπα. Στάθηκα λίγο να θαυμάσω το εξαίσιο θέαμα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου όταν απ’ το πουθενά εμφανίστηκε ένας καλόγερος γερασμένος και χωρίς να με κοιτάξει, σα να μην υπήρχα καθόλου, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο κάποιου κομμένου δέντρου, έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα κομποσκοίνι κι άρχισε να μετρά τις χάντρες του μουρμουρίζοντας λόγια ακατάληπτα. Γύρω δεν υπήρχε κανένας και κανονικά θα έπρεπε να φοβάμαι όμως για κάποιον λόγο παράξενο ένιωθα άνετα στη μέση του πουθενά μ’ εκείνο τον μυστήριο καλόγερο. Με το που σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατά τη μεριά μου μια ανατριχίλα πέρασε από τη ραχοκοκαλιά μου , θε μου ήταν ολόιδιος με τον γέρο αυτοκράτορα που είχα δει στην είσοδο ζωγραφισμένο, μόνο που αυτός εδώ πέρα δεν ήταν ντυμένος με κανένα μανδύα γεμάτο πέτρες πολύτιμες, ούτε είχε στο κεφάλι κανένα στέμμα, ένα ράσο μόνο φορούσε τόσο παλιό που θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον εκατό χρονών!

Όταν άνοιξε το στόμα του ήμουν σίγουρος ότι θα άκουγα καμιά γλώσσα ακαταλαβίστικη, χαμένη στα βάθη του χρόνου με ήχους και λέξεις περίεργες, άγνωστες, μυστήριες, όμως τελικά μιλούσε κανονικά :
‘’Τέτοιο μοναστήρι δεν υπήρχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο…’’ είπε με μια φωνή που ήταν σα να ερχόταν από καμιά σπηλιά βαθιά ‘’…τόσο ωραίο ήτανε! Εδώ ζούσαν μοναχοί αμέτρητοι, δούλευαν όλη μέρα στα περιβόλια και στους μπαξέδες, επίσκοποι, δεσποτάδες κι άρχοντες ερχόταν εδώ κι άφηναν πλήθος νομίσματα χρυσά, τα κελάρια ήταν γεμάτα κρασί και λάδι , τα τέμπλα όλο στολίδια από τους καλύτερους μαστόρους φτιαγμένα, στην αγία τράπεζα δισκοπότηρα μαλαματένια κι υφάσματα χρυσοποίκιλτα. Κι ύστερα ήρθαν εκείνα τα κτήνη και δε σεβάστηκαν τίποτα, έβαλαν το χέρι τους το άτιμο πάνω στο ιερά σκεύη και στο άγιο βήμα και τ’ άρπαξαν, καταλήστεψαν τον τόπο, τα πήραν από δω όπου ανήκουν και τα πήγαν ένας θεός ξέρει σε ποιες τρύπες όπου είναι καταχωνιασμένα…’’


Απότομα σταμάτησε σα να είχε δει κάτι που εγώ δε μπορούσα να δω κι έφυγε αργά κατά το εκκλησάκι με το αγίασμα που ήταν τυλιγμένο στην ομίχλη ενώ εγώ απέμεινα εκεί πέρα να σκέφτομαι τι ήταν αυτό που είχα δει. Ασυναίσθητα χωρίς να σκέφτομαι τι κάνω τον ακολούθησα και μπήκα στο εκκλησάκι με το νερό που κόχλαζε βγάζοντας φυσαλίδες. Όπως ήμουν ζαλισμένος απ’ όσα είχα δει κι όσα είχα ακούσει έψαχνα το γέρο καλόγερο όταν αισθάνθηκα μια κίνηση από μια στοά σε μια μεριά της πηγής και τότε είδα να πετάγεται ξαφνικά μπροστά μου ένας γενειοφόρος με το σπαθί στο χέρι. Τα μάτια του γυάλιζαν και στα πόδια φορούσε κάτι περικνημίδες περίεργες, κατακόκκινες, που έφταναν μέχρι τα γόνατα κι είχαν κεντημένο έναν από έναν αετό χρυσαφένιο απάνω τους, πρόσεξα ότι κηλίδες αίματος διέτρεχαν όλο το μήκος των υποδημάτων του σα να είχε πατήσει μέσα σε αυλάκια γεμάτα αίμα, εκείνος σα να το κατάλαβε σήκωσε το σπαθί του έτοιμος να με κόψει κομματάκια, ύψωσε το γιγάντιο χέρι του για μια στιγμή κι ύστερα προτού το κατεβάσει έσβησε σαν αέρας, όλο αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή, μετά όλα χάθηκαν, έμεινε μόνο η άδεια εκκλησία με το αγίασμα που έβγαζε ατμούς , κι οι ξέθωρες ζωγραφιές στους τοίχους και τα εξαπτέρυγα και τα αναλόγια άδεια κι αυτά.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΚΩΔΩΝΙΣΚΟ

Η πάχνη που είχε πέσει το πρωί πάνω στα παρμπρίζ  του αυτοκινήτου του  έμοιαζε με λεπτό χιόνι, το αεράκι που φυσούσε δεν τον ενοχλούσε καθόλου και το τοπίο γύρω του έφτιαχνε τη διάθεση,  καθώς  έτρεχε ένιωθε τον κρύο αέρα να μπαίνει  στα πνευμόνια του και να καθαρίζει τον οργανισμό και το μυαλό του,  αισθάνονταν  μια φρεσκάδα πρωτόγνωρη  όπως τότε  που ήταν παιδί και  πήγαινε στο  σχολείο το πρωί με τη μητέρα του, προτιμούσε να τρέχει στο μικρό δάσος έξω απ’  την πόλη κάνοντας μια διαδρομή γύρω από ένα παλιό  νταμάρι, η άνοιξη  πλησίαζε πια και   μια αμυγδαλιά  ετοίμαζε  τα άσπρα μπουμπούκια της ενώ είχαν αναδυθεί  μερικοί βολβοί άγριοι  βγάζοντας λουλούδια  μαβιά και κίτρινα.

 Ήταν  Σάββατο, η αγαπημένη του μέρα, τα χαράματα που είχε ξυπνήσει  πολύ νωρίς βγήκε  στο μπαλκόνι να δει τον κεραμιδόγατο που πηδούσε από το διπλανό διαμέρισμα κι ερχόταν στο δικό του, δεν  άντεχε για πολύ  κλεισμένος μες το σπίτι, πιο πολύ με σκύλο έμοιαζε,  μια φορά μάλιστα είχε γκρεμιστεί κάτω,  ευτυχώς που δεν ήταν πολύ ψηλά.  Φόρεσε  τις φόρμες του και πήρε  το αμάξι του  την ώρα που  οι γριές πήγαιναν  στην εκκλησία κουβαλώντας πιατέλες σκεπασμένες μ’  ασημόχαρτο, οδήγησε με κατεύθυνση  την έξοδο από την πόλη  κατά το δάσος,   έτρεξε χαλαρά  για καμιά ώρα κι ύστερα  κατέβηκε όπως ήταν με τις φόρμες  στην πόλη, κάπου  στο κέντρο,  σε μια στοά όπου υπήρχε  ένα μαγειρείο,  ήθελε κάτι να  φάει.  Στην είσοδο της στοάς  άκουσε  καναρίνια να χαλούν τον κόσμο  πίσω από κάποιο παράθυρο,  ένιωθαν σίγουρα κι αυτά την  άνοιξη που πλησίαζε,  το γκαρσόνι τον έβαλε μέσα και κάθισε σε μια γωνιά. Ένα ζευγάρι από δίπλα του  έτρωγε σούπα,  η γυναίκα ήταν όμορφη,  μια μπλούζα κοντομάνικη φορούσε,  άλλοι τύποι μυστήριοι που ήξεραν το μαγειρείο κι ερχόντουσαν τακτικά  παράγγελναν  αν και ήταν  νωρίς  ακόμα,  κεφτεδάκια,  φασόλια, λαχανοντολμάδες και  βέβαια σούπες .  Μια μουσική έπαιζε κι από την  γυάλινη πόρτα μπορούσες να δεις  το απέναντι  εστιατόριο  όπου κάποιος  έριχνε ψάρια και καραβίδες πάνω στον άσπρο πάγο,  πολύ του άρεσε εκείνο το μέρος μέσα στη στοά,  μες το κρύο και  την υγρασία του χειμώνα  είχε μια ζέστη που σε τραβούσε.  Έριξε μια ματιά γύρω κι έπειτα  ζήτησε κι αυτός  μια σούπα όπως αυτή που είδε να τρώει το ζευγάρι, του φάνηκε τόσο νόστιμη που δεν χόρταινε,  μα πόσο πεινούσε! 

 Όπως έτρωγε  παρακολουθούσε όλη την ώρα   την γυναίκα με την κοντομάνικη μπλούζα,  ξένη σίγουρα,  έμοιαζε κάπως με  τη δικιά του γυναίκα που δε την έβλεπε πια κάτι που  δεν τον πείραζε και πολύ,  αυτό που  δεν μπορούσε ν’ αντέξει ήταν  να μη μπορεί να δει το παιδί του,  ευτυχώς είχε φτάσει το σαββατοκύριακο και θα το είχε  κοντά του. Το αγαπούσε πολύ,  όλη του η ζωή ήταν το μικρό του  κοριτσάκι,  μπορούσε να πεθάνει γι’ αυτό, του φαινόταν τόσο όμορφο,  τόσο καθαρό. Ήξερε βέβαια ότι είχε χάσει την αθωότητα του όπως συμβαίνει στα κορίτσια από μικρή ηλικία καθώς καταλαβαίνουν τον κόσμο πολύ γρηγορότερα απ’  ότι τ’ αγόρια, όμως όποτε έπαιζε μαζί του κι όποτε  του γελούσε ένιωθε ότι άξιζε που ζούσε, έβρισκε νόημα σ’ ότι έκανε, για αυτό το παιδί θα μπορούσε ν’  αντέξει οτιδήποτε,   ήθελε εκείνες οι ώρες να μη τελείωναν ποτέ. Είχε αλλάξει βέβαια,  είχε μεγαλώσει, άρχιζε να σκέφτεται σα γυναίκα, αυτή είναι η φύση των κοριτσιών και ήταν  τετραπέρατο ρε φίλε,  δε μπορούσες να το κοροϊδέψεις, αν του έλεγες ψέματα  αμέσως το καταλάβαινε και γυάλιζε το μάτι του,  τα έπιανε όλα στον αέρα με τη μία,  μιλάμε το μικρό ήταν έξυπνο σα διάβολος !

Όσο και να είχε ξεψαρώσει πάντως  οι άσπρες μπούκλες του ήταν πάντα ίδιες όπως τότε που είχανε πάει εκδρομή σε κάποιο  βουνό κι ανακάλυψαν ένα μικρό ελαφάκι  άκου τώρα  ιστορία: ένας θεός ήξερε που στο καλό είχε βρεθεί εκεί το ζωάκι και γιατί το είχαν αφήσει  οι γονείς του,  ήταν μικρούτσικο,  πανέμορφο με τις άσπρες βούλες   στην άκρη της ράχης του  αλλά  αγρίμι.  Κανείς δε μπορούσε  να το πλησιάσει,  έφευγε κάθε φορά  σα δαιμονισμένο τρεκλίζοντας  με τα λιγνά ποδαράκια του, δεν άφηνε κανέναν  να το αγγίξει  εκτός από τη μικρή βέβαια,  αυτή δεν είχε  πρόβλημα.  Μόνο αυτή δεχόταν το ελαφάκι σαν η οσμή της να του ήταν οικεία,  την άφηνε να το χαϊδεύει κι αυτή πάλι σα να το καταλάβαινε το καλούσε με τα δαχτυλάκια της να την ακολουθήσει καθώς περπατούσε γελώντας  κι έτρεχε πάνω στα ξερά φύλλα που είχαν πέσει στο χώμα, όλη η σκηνή ήταν  μαγική, ήταν  σα να έβλεπες  ζωντανό ένα παραμύθι να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του,  εκείνη την εικόνα δεν θα την ξεχνούσε  …

 Μετά το μαγειρείο πέρασε απ’  το  προποτζίδικο να παίξει ένα παιχνίδι, καμιά φορά έβρισκε εκεί πέρα  κανέναν  γνωστό να πουν καμιά κουβέντα,  μπαίνοντας  το πρώτο που αντίκρισε  ήταν  ένα πράσινο χαρτονόμισμα κάτω από ένα τραπέζι,  ένα εκατοστάευρο διπλωμένο στα δύο,  δεν κυκλοφορούσαν πολλά τέτοια στην πιάτσα πλέον  αλλά  ήταν σίγουρος χίλια τα εκατό  ότι δεν ήταν κανένα  απλό χαρτί.  Κι άλλη φορά είχε βρει χρήματα στο προποτζίδικο  και είχε το νου του πάντα,   τα τελευταία βράδια  όλο χρήματα έβλεπε στον ύπνο του κι αυτό λένε δεν είναι καλό σημάδι, άλλωστε δεν ήταν τυχαίο,  συνέχεια γύρω απ’  τα λεφτά γυρνούσε το μυαλό του.   Μπορεί να μη πίστευε σ’  αυτά   όμως  δε μπορούσες  να κάνεις τίποτα άμα  δεν τα είχες,   και δεν ήταν  μόνο η μικρή που του ζητούσε όλο  και κάτι διαφορετικό όποτε τον έβλεπε, όπως και νάχει τα λεφτά σου  δίνουν  άλλη αίσθηση,  άλλον αέρα,  δεν χρειάζεται να παρακαλάς  κανένα ηλίθιο, έχεις  την ησυχία σου, κάνεις ότι θέλεις, δε δίνεις λόγο σε κανέναν, είσαι άνετος ρε φίλε πως  να το κάνουμε τώρα, το γεγονός  μάλιστα ότι   έλειπε ένα χαρτονόμισμα απ’ το πορτοφόλι του και δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί που το είχε ξοδέψει  του είχε φανεί  μεγάλη  γρουσουζιά,  έτσι όταν  βρήκε εκείνο το κατοστάευρο  δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει, θα το έπαιρνε  ακόμα κι αν χρειαζόταν να το καταπιεί!

Έκανε ένα βήμα μπρος  και το πάτησε με το αθλητικό του παπούτσι   ενώ ταυτόχρονα έσκυβε τάχα να δέσει το κορδόνι  του και με μια γρήγορη κίνηση το έβαλε στην τσέπη της φόρμας του ‘’Μ’  αυτό και τ’ άλλα που έχω παίρνω το κινητό για τη μικρή!’’  έκανε τη σκέψη,  τον είχε φάει τον τελευταίο καιρό  κι άντε να της  πεις όχι. Δεν είχε προλάβει  να σηκωθεί όταν ένας άντρας μπήκε στο προποτζίδικο και ρώτησε  τον τύπο πίσω από τον πάγκο αν είχε βρει τίποτα χρήματα εκεί μέσα,  ο υπάλληλος  κούνησε τους ώμους εξηγώντας ότι δεν είχε  πάρει τίποτα το μάτι του όμως καθώς ο άνθρωπος που είχε  χάσει τα λεφτά, ένας  μεσήλικας  με μαλλί περίεργο,   ετοιμάζονταν να  φύγει  μια   ξανθιά  που βρίσκονταν κι αυτή πίσω απ’  τον πάγκο πετάχτηκε και φώναξε ‘’Ο Δ ήταν σκυμμένος πριν από λίγο στο πάτωμα,  μήπως είδε τίποτα;’’  Εκείνη τη στιγμή ήθελε να την πνίξει, να την βαρέσει στον τοίχο,  τι κάθαρμα ρε φίλε,   έκρυψε την ταραχή του και είπε οργισμένος  ‘’Είσαι καλά  κοπέλα μου,  το κορδόνι μου έδεσα μη μου λες βλακείες!’’ ενώ από μέσα του σκεφτόταν  ότι αν την πετύχαινε μοναχή κάπου  θα της  έδινε ένα χαστούκι να τον θυμάται.

Ευτυχώς αυτός με το περίεργο μαλλί,  φορούσε περουκίνι σίγουρα,  φαινόταν ήσυχος άνθρωπος και δεν επέμενε,φορούσε μια καμπαρντίανα μακριά,  έμοιαζε  καλοστεκούμενος οπότε δεν είχε και τύψεις  γιατί κανονικά η αντίδραση του τον είχε προδώσει ; Πήρε κάνα δυο δελτία κι έφυγε συγχυσμένος όμως όσο περνούσε η ώρα ένιωθε ευχαριστημένος, το πολύ -πολύ να μην ξαναπατούσε σ’ εκείνο το μαγαζί,  δόξα το θεό προποτζίδικα άνοιγαν κάθε μέρα λες κι όλος ο κόσμος κάτι είχε πάθει κι έτρεχε σαν παλαβός ν’  αγοράσει λαχεία κι άλλα χαρτάκι περίεργα. 

Με τα χρήματα που είχε στην τσέπη  του και το κατοστάευρο αγόρασε ένα κινητό σούπερ, γυαλιστερό κι απαστράπτον, μ’ ένα κάρο εφαρμογές και κόλπα περίεργα,  κάμερες, μεγκαπίξελ,  αισθητήρες, η μικρή θα το τσάκιζε αν κι έπρεπε νάχει το νου του γιατί τα παιδιά αποβλακώνονται εντελώς μ’ αυτές τις αηδίες. Κοντά στο σπίτι του που βρισκόταν ψηλά πάνω απ’  την πόλη,  υπήρχε ένα  μαγαζί με  ξηρούς  καρπούς,  αγόρασε φρούτα αποξηραμένα,  παπάγια κόκκινη από την Ταϊλάνδη,  ανανά κίτρινο από  την Κόστα Ρίκα,  μάνγκο,  πεπόνι και χουρμάδες  από χώρες εξωτικές, το κοριτσάκι  τρελαίνονταν για δαύτα. Την ώρα που έβγαινε από το κατάστημα  με τις χαρτοσακούλες στο χέρι  ο ήλιος  πέρα  μακριά  έδυε βγάζοντας  μια λάμψη σα να υπήρχε ένας προβολέας ή  σα να είχε  ανάψει μια φωτιά  πίσω απ’  τα βουνά που φώτιζε όλη την περιοχή απέναντι. Το σούρουπο έπεφτε αργά κι  ένα  κοπάδι από πουλιά που έκανε φασαρία είχε μαζευτεί  πάνω στις κορυφές των κλαδιών.

Όταν επιτέλους ήρθε το παιδί ήταν σαν ο χρόνος να σταμάτησε και δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο εκτός  απ’  την κόρη του,  όλη τη βδομάδα αυτό περίμενε,  της έδειξε πρώτα το κινητό κι η μικρή άρχισε να ξεφωνίζει και να χορεύει,  έπειτα της έδειξε τα αποξηραμένα,  πολύχρωμα φρούτα που είχε αγοράσει κι αυτή τα αράδιασε στο τραπέζι σα να ήταν χάντρες από κάποιο κόσμημα. Την πήρε στο μπαλκόνι να δουν την απόκοσμη λάμψη που έβγαζε ο ήλιος στη δύση του, ’Πάει τώρα  να κρυφτεί στη σπηλιά του…’’ της είπε ‘’…εκεί πίσω  έχει μια σπηλιά τεράστια όπου τον περιμένει η μάνα του να τον  πλύνει και να τον ταΐσει γιατί έχει διασχίσει όλη τη γη!’’ Έφτιαξαν ύστερα  μαζί ένα κέικ στην κουζίνα και κάθισαν μπροστά στο τζάμι του  φούρνου να δουν πως φουσκώνει, το παιδί πάντα ήθελε να βλέπει αυτή τη διαδικασία καθώς μεγάλωνε ο όγκος της ζύμης κι έπαιρνε ένα χρώμα καφετί γλυκό,  του φαινόταν κάτι εξωπραγματικό κι απίθανο, Έβγαλαν το κέικ που είχε γίνει πολύ νόστιμο  κι ετοίμασαν μια σοκολάτα να πιούν  ’’ Το ξέρεις…’’  της είπε καθώς της έδινε τη ζεστή φλιτζάνα  ‘’…ότι εκεί που βρήκαν πρώτη φορά  τη σοκολάτα   την έπιναν  παγωμένη,  ο βασιλιάς μάλιστα έστελνε έναν άντρα που  φορούσε έναν  σιδερένιο κωδωνίσκο,  κουδουνάκι δηλαδή,  και είχε αυτό το καθήκον και μόνο,  να φέρνει χιόνι παγωμένο  από την κορυφή του βουνού  μέσα σ’ ένα  δοχείο μεταλλικό  που δεν το άφηνε  να λιώσει.  Διέσχιζε  κοιλάδες και κάμπους ατέλειωτους μέχρι να φτάσει  ψηλά στις οροσειρές,  ταξίδευε  μέρα νύχτα δίχως σταματημό κι ο ήχος από το κουδουνάκι του ειδοποιούσε τον ‘’προστάτη των νυχτερινών οδοιπόρων’’ ένα πνεύμα καλό με τη μορφή του μαύρου πάνθηρα που τον φύλαγε από κάθε κακοτοπιά . Όταν γυρνούσε  πίσω στο παλάτι  έβαζε μια χούφτα χιόνι  στο κύπελο του βασιλιά που μόνο τότε  απολάμβανε τη σοκολάτα του όπως ήθελε…’’ η μικρή τον κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα...

Αργά το βράδυ την πήγε στο δωματιάκι της να κοιμηθεί, δεν τον άφηνε να φύγει αν δεν του έλεγε ώρα πολύ μέχρι να κουραστεί,  ιστορίες  για τον ήλιο και για κείνον τον  βασιλιά με την παγωμένη σοκολάτα έβαζε χιόνι μέσα στην κούπα του, το μικρό έκλεισε επιτέλους  τα μάτια του τη στιγμή ακριβώς που το  φεγγάρι έβγαινε  τεράστιο  και γυαλιστερό  μέσα από το δάσος των κεραιών που άπλωναν  τα πλοκάμια τους  πάνω από  τις πολυκατοικίες.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Ο ΒΟΡΙΝΟΣ ΠΕΡΠΑΤΗΤΗΣ

Σαν την ουρά κάποιου τεράστιου  κατακόκκινου δράκοντα έμοιαζε η γραμμή που άφηνε πίσω του το αεροπλάνο  καθώς υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στο στερέωμα,  θύμιζε τέρας από  παραμύθι κινέζικο που ίπταται,  αναδιπλώνεται κι ορμά με βία  στον αντίπαλο για  να τον καταπιεί μες το  πελώριο στόμα του. Το ανάπηρο παιδί  είχε μείνει αποσβωλομένο,  στη ζωή του δεν πρέπει να είχε ξαναδεί τέτοιο  θέαμα, η εικόνα ήταν φαντασμαγορική, δυο  άλλα αεροπλάνα  πετούσαν  οριζόντια γράφοντας μακριές πορτοκαλιές γραμμές στον  ορίζοντα ενώ  στο βάθος ο ήλιος κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από το ολοήμερο ταξίδι του έγερνε κατά τη δύση βάφοντας τις οροσειρές και τη θάλασσα μ’ ένα χρώμα μενεξελί. Ο αέρας μύριζε χόρτο καμένο από τις  καλαμιές που  είχαν βάλει φωτιά οι χωρικοί  πέρα μακριά κι απ’  την ανατολή  εμφανίστηκε  ένα σμήνος από μαυροπούλια που στροβιλίζονταν  αλλάζοντας  σχήμα σα να ήταν ένα κύμα ρευστό από μια ουσία μαγική.

 Ένιωσε μια αγαλλίαση να γεμίζει την ψυχή του επειδή είχε κάνει  χαρούμενο το παιδί με τα κομμένα χέρια.  Το είχε φέρει εκεί πέρα να δει το ηλιοβασίλεμα,  κανείς  δε νοιάζονταν γι’  αυτό και νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να διασκεδάσει  ο μικρός. Εδώ και καιρό τον είχαν στη δουλειά,  κοιμόταν στην αποθήκη,  σ’ ένα πατάρι κι έκανε το φύλακα.  Όταν ήταν  μωρό κάπου στη Ρουμανία η μητέρα του   το  είχε δώσει σ’ ένα ίδρυμα  σαν το είδε έτσι ανάπηρο και κατάλαβε ότι θα της ήτανε βάρος μια ζωή.  Κανείς δεν ήξερε πως είχε βρεθεί κατά κει πάντως  δε φαινόταν καλά τις τελευταίες μέρες, μια θλίψη είχε απλωθεί στο πρόσωπο του, το είδε έτσι, το λυπήθηκε και το πήρε μια βόλτα με το αμάξι, δε μπορούσε να καταλάβει πόσο βλαμμένη ήταν  η μάνα του που το παράτησε,  βέβαια οι χώρες εκεί πάνω στα βαλκάνια είναι  μυστήριες και καθυστερημένες, είχε ακούσει άλλωστε  ότι μερικές γυναίκες τις πιάνει ένα αίσθημα αποστροφής όταν γεννούν το δεύτερο ή το τρίτο παιδί τους και δεν θέλουν να το βλέπουν μπροστά τους…

 Από τότε που το είχε δει λυπημένο σκεφτόταν  τι θα μπορούσε να κάνει γι’  αυτό,  ήταν κι οι γιορτές που κάνουν πιο ευάλωτους τους ανθρώπους οπότε μπορούσε να νιώσει πως  αισθάνονταν ο μικρός .  Αυτός  πάλι δεν ένιωθε τίποτα, τα συναισθηματικά κι  αυτά του ήταν άγνωστα, κανείς δεν τον είχε δει ποτέ να κλαίει,  ήταν σα να είχε ένα επίστρωμα σκληρό πάνω από τα αισθήματα του που δεν το διαπερνούσε ούτε μελαγχολία,  ούτε στεναχώρια, ούτε θλίψη, ούτε τίποτα.  Βέβαια λυπόταν το ανάπηρο παιδί αλλά  από την άλλη με την τετράγωνη λογική του δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες,  τι της έπιανε ρε φίλε κι έδιωχναν έτσι τα παιδιά τους, είναι λέει κάτι κόλπα ψυχοσωματικά που έχουν να κάνουν με τις ορμόνες τους  όμως υποτίθεται ότι από τη  φύση τους  πρέπει να είναι στοργικές.  να αγαπούν τα παιδιά τους,  να θυσιάζονταν για αυτά. Ο Βασίλης -έτσι τον λέγανε - πάντως φαίνεται ότι είχε ατυχήσει, η μάνα του δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη στον κόσμο γι’ αυτό και είχε αναλάβει κατά κάποιο  τρόπο να το προστατέψει, του  έδινε συμβουλές μερικές φορές  να μη στενοχωριέται,  τον πότιζε και λίγο κρασί καμιά φορά για να ξεχνάει και το παιδί άρχιζε να γελά,  ένιωθε ότι έκανε κάποιο ψυχικό όποτε συνέβαινε  αυτό…

 Εκείνο το πρωινό καθώς είχε ξενυχτήσει  πήγε κάπως αργά στην αποθήκη,  το περασμένο  βράδυ  είχε βγει μια βόλτα με την γυναίκα του  στο κέντρο καθώς οι γιορτές δεν είχαν τελειώσει ακόμα, είχαν μείνει μέχρι αργά κι έφριξε όταν συνειδητοποίησε πόσο είχε αλλάξει η κατάσταση,  παντού τριγύρω  υπήρχαν ξένοι που χόρευαν κάτι χορούς αλλόκοτους ακούγοντας μουσική από ένα ανοιχτό αυτοκίνητο, τι είχε συμβεί ρε φίλε,  από πού είχαν μαζευτεί όλοι αυτοί που κατέκλυζαν  τη μεγάλη πλατεία, έμοιαζε σα να είχε μεταφερθεί εκεί πέρα ολόκληρη κάποια αραβική πρωτεύουσα.

 Με το που ξύπνησε νωρίς το πρωί άνοιξε τη μπαλκονόπορτα να δει τι καιρό κάνει, έξω  επικρατούσε μια αποπνικτική μυρουδιά, είχε ακούσει ότι στην άκρη της πόλης, κάπου κοντά στο δάσος, ένας ρωσοπόντιος έκαιγε όλη τη νύχτα  λάστιχα  σ’ ένα βαρέλι για να ζεσταθεί, μια  βαριά  οσμή  είχε απλωθεί παντού,  έκλεισε βιαστικά την πόρτα και τη σφράγισε καλά. Πήγε στο μπάνιο και φόρεσε τις βαριές μπότες του, αυτές που  είχε βρει μια μέρα να κείτονται  δίπλα σ ένα κάδο. Τις είχε  δοκιμάσει στα πόδια του  και του φάνηκαν πολύ γερές έτσι  αποφάσισε να τις κρατήσει,  αργότερα του είπανε ότι τέτοιες  φορούν τα ΜΑΤ,  ήταν πολύ ενισχυμένες,  πολύ χοντρές,  μιλάμε δεν τις  περνούσε  τίποτα,  ούτε νερό, ούτε υγρασία  ούτε κρύο.  Ήταν λίγο παλιές  βέβαια αλλά έκαναν τη δουλειά τους, ήταν πολύ ευχαριστημένος μ’  αυτές ειδικά όποτε έβρεχε πλατσούριζε επίτηδες  μες τα νερά όλη την ώρα  για να τις δοκιμάσει ενώ  αναρωτιόταν  ποιος άραγε  τις είχε αφήσει δίπλα στον κάδο,  κανένας αστυνομικός σίγουρα…

 Βγαίνοντας έξω ένιωσε τον αέρα δροσερό στα πνευμόνια του, μάλλον θα είχε φυσήξει καθαρίζοντας την ατμόσφαιρα. Ο καιρός  έμοιαζε παγωμένος  βέβαια  ούτε που συγκρίνονταν με το κρύο που έκανε παλιά όπως είχε ακούσει απ’ τον  πατέρα  του,  ‘’Τέτοια εποχή γύρω στα Φώτα παντού υπήρχαν πάγοι και χιόνια όλο το διάστημα !’’ έλεγε συχνά  ο γέρος του ‘’Περπατούσαμε το πρωί κι ακούγαμε τα κρυσταλλάκια να σπάνε κάτω απ’ τα πόδια μας,  έριχνε και χιόνια πολλά τότε, ένα,  μέχρι και δυο μέτρα, τα σκέπαζε όλα!’ ’Όπως καβαλούσε το μηχανάκι του για να βγει στο δρόμο   είδε ένα νόμισμα κολλημένο βαθιά στην άσφαλτο που γυάλιζε κάτω απ’  το φως της κολώνας, εκείνη την ώρα πέρασε μια γυναίκα  που περπατούσε στα σκοτεινά με   τα τακούνια της να χτυπούν ρυθμικά στην άσφαλτο,  ασυναίσθητα γύρισε να δει κατά  το μέρος της  αλλά η γυναίκα  απομακρύνονταν βιαστικά σα να είχε καθυστερήσει, πρόλαβε να δει ότι κρατούσε στα χέρια της μια πιατέλα σκεπασμένη μ’ ασημόχαρτο,  όπως κοιτούσε την ράχη της διέκρινε  μια ρίγα από σίδερο που  κύκλωνε σα σπιρούνι  το  τακούνι απ’  τα μποτάκια της.

 Την είχε ξαναδεί εκείνη τη γυναίκα και προσπαθούσε να μαντέψει που πήγαινε τέτοια ώρα κάθε πρωί, κατηφορίζοντας με τη μηχανή του συλλογίζονταν μια τη γυναίκα,  μια τις παραγγελίες που είχε να δώσει. Κάθε μέρα επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα, έπαιρνε από την αποθήκη αναλώσιμα όπως αλουμινόχαρτα,  λαδόκολλες,  χαρτιά κουζίνας, ξυλαράκια  για σουβλάκια, ποτήρια πλαστικά κι αλλά τέτοια και τα μοίραζε στα φαγάδικα όλης σχεδόν της πόλης. Χειμώνα καλοκαίρι, με βροχές και καύσωνες  επαναλάμβανε την ίδια ρουτίνα  που για άλλους θα ήταν  απίστευτα βαρετή αλλά αυτουνού του άρεσε. Ήξερε όλη την  πιάτσα,  όλους τους ανθρώπους της αγοράς, όλα τα καλά  και τα κακά υποκείμενα   και δεν καταλάβαινε τίποτα γιατί  ήταν  δυνατός  πολύ,  είχε ένα χέρι τόσο  βαρύ που αν σε χτυπούσε στην πλάτη έτσι για πλάκα μπορούσε  να σε  σακατέψει! Στο στρατό δεν υπήρχε κανείς να τον νικήσει στο μπραντ ντε φερ,  μόνο ένας τύπος με μπράτσα γίγαντα τον κοντράριζε αλλά κι αυτός φοβόταν να βάλει χέρι μαζί του,  μερικές φορές παρέα  με κάτι άλλους παλαβούς  συναγωνίζονταν ποιος θα τρυπήσει με τη γροθιά του την γυψοσανίδα από κάτι παλιά ΤΟΛ,  τα είχαν διαλύσει τα καημένα τα σπιτάκια με τις γροθιές τους. Ένα φεγγάρι τον είχαν στείλει και σ’ ένα φυλάκιο κάπου στα βόρεια σύνορα,  σε μια κορυφογραμμή χιονισμένη που κοίταζε προς μια ξένη χώρα,  εκεί πάνω  είχε αφήσει φαβορίτες μακριές σα Βαυαρός καθώς ποτέ δεν ανέβαινε κανείς εκεί πέρα  να  τον  ελέγξει, πολύ του άρεσε εκεί πάνω παρέα με τα ζαρκάδια και τ’ αγριογούρουνα,  όταν κατέβηκε ξυρισμένος στο στρατόπεδο όλοι τον φωνάζανε  ‘’Ο Βορινός Περπατητής’’ κι αυτό το προσωνύμιο του είχε μείνει έκτοτε…

Σήκωσε τα στόρια και χαιρέτησε το Βασίλη, έστειλε το ανάπηρο παιδί  να του φέρει καφέ που τον κουβαλούσε σφηνώνοντας μια σακούλα ανάμεσα στο κεφάλι και στον ώμο του, παρήγγειλε καφέ  και για  το αφεντικό του, έναν τύπο φαλακρό εντελώς που φορούσε κάτι δαχτυλίδια με πέτρες χρωματιστές,  κόκκινες και πρασινωπές. Η ώρα είχε περάσει, κόσμος άρχισε να πηγαινοέρχεται στην αγορά, έπρεπε να βιαστεί, κατέβηκε αμέσως  στο υπόγειο με το μικρό ασανσέρ που είχαν στην πίσω  πλευρά του μαγαζιού,  να ετοιμάσει τις πρωινές παραγγελίες. Το συρματόσκοινο του ανελκυστήρα  έτριζε και πάντα το φοβόταν, όταν  κατέβαινε δε είχε θέμα αλλά όταν ανέβαινε τον έπιανε ένας μικρός πανικός κάθε φορά που το μηχάνημα  μπλοκάριζε και κατέβαινε απότομα  κάμποσα εκατοστά  μέχρι να τεντωθεί το σύρμα που είχε λασκάρει.

 Γυρίζοντας από την αποθήκη είδε ότι το αφεντικό του  με τα χρωματιστά δαχτυλίδια είχε έρθει και είχε και παρέα,  έναν  χοντρό,  εύσωμο τύπο  γκριζομάλλη που δεν τον είχε ξαναδεί,  οι δυο τους μιλούσαν καπνίζοντας ενώ μπροστά τους βρισκόταν ένα μπουκάλι ουίσκι σε χρώμα καφετί και δυο ποτήρια.  Σε μια φάση φώναξαν  τον ανάπηρο να πιει  μαζί τους κι άρχισαν να τον δουλεύουν έτσι για να διασκεδάσουν,  τους είχε φανεί  αστείο το θέαμα του παιδιού που προσπαθούσε να πιει σκύβοντας πάνω απ’  το ποτήρι και πιάνοντας το με το στόμα ενώ το ποτό ξεχείλιζε  δίπλα απ’  τα χείλη του λερώνοντας τα ρούχα του. Ο χοντρός που φαινόταν κάπως γλοιώδης, πέταξε και μια βρισιά για τη μάνα του,  το παιδί κατάλαβε κάτι αλλά δε μίλησε όμως ο χοντρός είχε πάρει φόρα,  είχε ανοίξει το στόμα του και πετούσε ότι νάναι ενώ ο άλλος με τα χρωματιστά δαχτυλίδια χαχάνιζε και το παιδί που είχε ζαλιστεί κι αυτό από το δυνατό  πιοτό χαμογελούσε αμήχανα,  ‘’Μη του βάζετε να πιει,  δεν το αντέχει!’’ τους φώναξε αλλά αυτοί απάντησαν κάτι σαν: ‘’Άσε μας από δω ρε χαμένε!’’ κι ο χοντρός πέταξε και κάτι του στυλ:’’ Τι σε νοιάζει εσένα  ρε φίλε,  κοίτα τη δουλειά σου!’’ Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του, ασυναίσθητα πλησίασε τον χοντρό που τον κοιτούσε ειρωνικά και προκλητικά,  τον έπιασε απ’  το γιακά  και τον ταρακούνησε τόσο δυνατά που ο άλλος άρχισε να βήχει σπαστικά σα να του κόπηκε η ανάσα,  παρόλο που πρέπει να ζύγιζε πάνω από εκατό κιλά  τον σήκωσε απ’  την καρέκλα με βία και τον έριξε στον τοίχο σα να ήταν πούπουλο ‘’Μη ξαναπειράξεις το μικρό!’’ του είπε μες τα μούτρα .

 Με το που σχόλασε πήρε το παιδί με το αυτοκίνητο και το πήγε κατά τη θάλασσα, σ’ ένα μέρος κοντά στις εκβολές κάποιου ποταμού όπου μαζεύονταν οι ψαράδες να πιάσουν καβούρια  και γοφάρια που  αφθονούσαν εκεί πέρα. Αεροπλάνα εμφανίζονταν απ’  όλες τις κατευθύνσεις και χαμήλωναν κατά το κοντινό αεροδρόμιο να προσγειωθούν,  μπορούσες να δεις τα γράμματα και τα σήματα που ήταν ζωγραφισμένα στο σώμα τους,  το ανάπηρο παιδί δε χόρταινε το θέαμα. Οι ψαράδες έβγαζαν μες τους κουβάδες τους κάτι καβούρια μεγάλα με ράχες πράσινες και κοιλιές άσπρες,  πιο κει σε μια λιμνοθάλασσα που σχηματίζονταν,  ερωδιοί και φλαμίνγο με τις ροζ φτερούγες τους έχωναν τους μακριούς λαιμούς τους στην άμμο σκαλίζοντας το βυθό,  το παιδί χάζευε μια τα πουλιά που τσαλαβουτούσαν, μια τους ψαράδες, μια το σμήνος που άλλαζε σχήματα,  μια τα αεροπλάνα που κατέβαιναν,  πιο πολύ  όμως καρφώνονταν σ’  εκείνες τις ουρές του δράκοντα πίσω απ’ τα αεροπλάνα που σκαρφάλωναν στον ουρανό σα να ήθελαν να φτάσουν μέχρι το θεό ψηλά,  να βγουν σε κόσμους άγνωστους πέρα από τα γήινα,  να χαθούν μακριά …  

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΣΜΑΡΑΓΔΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΤΣΙΑ

‘’ Δε μου παίρνεις  τίποτα, ούτε ένα δώρο, Ο Κ  πήρε στην Α ένα δαχτυλίδι κι  έριξε το κουτάκι  μες τη σακούλα με το ρύζι,  όλο τέτοιες εκπλήξεις  της κάνει,  και τι δεν της έχει πάρει  ενώ  εσένα δε σε κόβει καθόλου, τίποτα, ούτε ένα ταξίδι, μα πόσο άχρηστος είσαι, η Α με τον Κ όλη την ώρα πάνε στο Λονδίνο,  στη Ρώμη, στο Παρίσι, εμείς  κολλημένοι εδώ πέρα  !’’ του είπε  μες τα νεύρα κι εκείνος δεν ήξερε τι ν’  απαντήσει.

Δεν είχε ελπίδες, ότι και  να έλεγε θα λειτουργούσε εις βάρος του, όταν  στράβωνε  γίνονταν απίστευτα επιθετική και η αντιμετώπιση της  ήταν η υπέρτατη άσκηση υπομονής, ότι και να έλεγες έβρισκες το μπελά σου, σε περνούσε γενεές δεκατέσσερις κι αυτό  μπορεί να πήγαινε για μέρες, τα νεύρα σου γινόταν κόμπος,  μετά βέβαια τα ξεχνούσε όλα σα να μην έτρεχε τίποτα  και γελούσε αλλά μέχρι να  περάσει όλο αυτό σούβγαινε πραγματικά η πίστη !

 Το καλύτερο που μπορούσε να  κάνει ήταν να περιμένει μέχρι να ηρεμήσει, συνήθως δεν της έπαιρνε και πολύ αλλιώς θα ήταν αδύνατο  να την  αντέξει, εκείνο το βράδυ λοιπόν πλάγιασε νωρίς, ευτυχώς ήταν αργά κι έτσι μπορούσε να κοιμηθεί για να μην ανοίξει πάλι καμιά κουβέντα που μπορούσε να καταλήξει άσχημα. Άντε τώρα  να της εξηγήσει ξανά  ότι μισούσε τα ταξίδια, τέτοιες μέρες ειδικά δεν είχε καμιά όρεξη να τραβιέται  σε καμιά πόλη ευρωπαϊκή γεμάτη φώτα και μουσεία όπου σούρχεται να κοπανήσεις το κεφάλι στον τοίχο  από τη βαρεμάρα.  Δεν άντεχε να φύγει από  τη χώρα του και να γυρίζει σα δαίμονας σε  κάθε ηλίθιο μέρος  όπου δεν έδιναν δυάρα γι’  αυτόν.  Θα μου πεις μήπως τα καλοκαίρια δεν είχαν το ίδιο πρόβλημα, αυτή μπορούσε να πάει διακοπές σε κάνα νησί και να στρωθεί άνετη και χαλαρή   εκεί πέρα για κάνα εξάμηνο ενώ αυτός μετά το πρώτο  διήμερο  έκοβε φλέβες, χτυπιόταν όλη την ώρα, τον έπιανε μια μανία να σηκωθεί να φύγει από κει και να μη γυρίσει  ποτέ ξανά! Κι ύστερα ήταν κι  η θάλασσα που αυτός δεν την  άντεχε, δεν καταλάβαινε γιατί  έπρεπε να υποστεί όλη εκείνη την καταραμένη ταλαιπωρία μες την κάψα,  καθόταν στην αμμουδιά σα βλάκας  ενώ αυτήν κολυμπούσε με τις ώρες σα δελφίνι ξεχνώντας  να βγει,  σου μιλάω για πλήρη ασυμφωνία!

 Όταν πάλι πήγαιναν ψωνίσουν αυτή μπορούσε να σηκώσει το μαγαζί,  δεν άντεχε να βλέπει όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που υπήρχαν ενώ  αυτός έπαιρνε μοναχά αυτό που είχε  στο μυαλό του,  τίποτα  παραπάνω,  όλες εκείνες οι  βλακείες που υπήρχαν στα ράφια και στα κρεμαστάρια δεν του έλεγαν τίποτα,  μα τίποτα σου λέω! Στα γενέθλια της  έπρεπε να λέει εκείνο το ηλίθιο τραγουδάκι που το μισούσε,  θε μου τι μαρτύριο,  αλλά άντε να εξηγήσεις στις γυναίκες.  Αυτή πέθαινε για εκπλήξεις, αναπάντεχα δωράκια και τέτοια,  ξέρεις τώρα, κι αυτός  έβρισκε όλη  αυτή τη σκηνοθεσία μια χαζομάρα σκέτη.  Αυτή χρειαζόταν όπως το οξυγόνο την παρέα, τα τηλέφωνα,  τους καφέδες και το ατελείωτο μπλα -μπλα με τις φιλενάδες και το σόι της  ενώ αυτός  ο μούχλας-  μα πολύ μούχλας ρε φίλε-  δεν πήγαινε σχεδόν πουθενά,  κοιμόταν νωρίς,  δεν κάπνιζε,  δεν έπινε,  δεν  έκανε καταχρήσεις, του άρεσε η ρουτίνα, η επανάληψη, η σταθερότητα και η ηρεμία,  ποιο νορμάλ πεθαίνεις!

 Όταν έπιανε να γκρινιάζει προτιμούσε  να φεύγει απ’  το σπίτι, ήταν πολύ καλύτερα έξω κι ας είχε  κρύο, κι ας έβρεχε, κι ας χιόνιζε! Μπορούσες ν’  ανασάνεις καθαρό αέρα,  χειμωνιάτικο, οι δρόμοι πια είχαν στολιστεί με φώτα γιορταστικά τα βράδια και στα μαγαζιά οι κοπέλες γελούσαν πίσω απ’  τα ταμεία και τους πάγκους.. Οι γιορτές είχαν φτάσει κι όλοι έτρεχαν ν’  αγοράσουν κάτι, να κανονίσουν που θα πάνε και  πως θα περάσουν αυτές τις μέρες.  Στις λαϊκές πουλούσαν λουλούδια αλεξανδρινά με φύλλα κόκκινα και μανταρίνια, οι  αγρότες έφερναν απ’  τα χωριά  κρασιά της  καινούριας  σοδειάς τους,   οι γυναίκες γέμιζαν τα κομμωτήρια να φτιάξουν τα μαλλιά και τα νύχια τους ενώ οι παρέες καθόταν και μιλούσαν γύρω απ’  τις στήλες του γκαζιού που έβγαζαν φλόγες έξω απ’  τις καφετερίες. Παντού επικρατούσε μια  διάθεση παράξενη καθώς  ο ήλιος λέει την περίοδο κοντά στα  Χριστούγεννα  εισέρχεται στον Αιγόκερο και ξεκινά ο χειμώνας…

 Γιορτές ερχόταν έπρεπε κι αυτοί να τα βρούνε, να συνάψουν ειρήνη δεν μπορούσαν να είναι έτσι,  θα της αγόραζε ότι ήθελε,  θα την πήγαινε όπου του ζητούσε μόνο να μη τον έπρηζε. Έπρεπε  κάτι να γίνει και να συμφιλιωθούν  με το τέλος της χρονιάς,  και να πεις ότι δεν περνούσαν καλά, είχαν μια χημεία εκπληκτική,  όταν αγκαλιάζονταν τα σώματα τους γίνονταν ένα σα να έλκονταν από μια δύναμη ακατανίκητη. Μαζί της είχε στρώσει η ζωή του, είχε συμμαζευτεί, είχε λύσει ένα κάρο προβλήματα που τον βασάνιζαν,  σου μιλάω για μανίκια,  θέματα που του φαινόταν κόλαση, τόσο δύσκολα,   είχαν γίνει ένα δίδυμο φοβερό και μαζί μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όλους τους εχθρούς του σύμπαντος ! Πάντα φρόντιζε να βρίσκει χρόνο γι’  αυτήν,  να μη της λείπει τίποτα, να μην αγχώνεται, να μη κουράζεται,  αυτουνού του άρεσε η ταλαιπωρία,  να τρέχει από δω κι από κει σα διάβολος,   να διορθώνει τα χαλασμένα στο σπίτι τέτοια πράγματα δεν τον κούραζαν ποτέ. Κι  όταν  έπαιζαν το βράδυ χαρτιά οι δύο τους η ώρα περνούσε πολύ ωραία,  ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να παίξει  μαζί του χωρίς  να σκοτωθεί, χωρίς  να λυσσάξει απ’  το κακό του,  μαζί της δε θύμωνε ακόμα κι αν έχανε,  ακόμα κι αν αυτή τον έσκιζε - το οποίο ήταν το πιο συνηθισμένο-  εντάξει μερικές φορές του την έδινε λίγο.

 Αλλά ρε φίλε ήταν τρομερά δύσκολο να συνηθίσει όλες εκείνες  τις λεπτομέρειες, να μάθει δηλαδή   να πλένει καλά κι  όλη την ώρα τα χέρια του,  να μην πίνει απ’  το ποτήρι της,  να μην παίρνει το μαξιλάρι της,  να βγάζει τα παπούτσια μόλις μπαίνει στο σπίτι,  να σκουπίζει καλά με την ηλεκτρική,  να μην ξεχνά την πετσέτα όταν μπαίνει στο μπάνιο,  να μην τρώει απ’  την κατσαρόλα, να μην κάθεται με το παντελόνι στον καναπέ, να μη βγαίνει με τις κάλτσες στο μπαλκόνι, να μη ρίχνει ψίχουλα στο πάτωμα, καλά  όλα αυτά για να τα συνηθίσει  χρειαζόταν πέντε ζωές, δεν υπήρχε περίπτωση!

 Έπρεπε να βρει κάποιο κόλπο να την πλησιάσει,  κάτι έξυπνο, κάτι πρωτότυπο, έπρεπε να της πάρει κάτι για τις γιορτές  όμως τι στο καλό θα της  άρεσε;  Δε μπορούσε  και  τη ρωτήσει γιατί εκείνη αμέσως φούντωνε και τον παραμάζευε.  Ρώτησε δεξιά – αριστερά,  έψαξε στις βιβλιοθήκες, γύρεψε πληροφορίες παντού για να πάρει  ιδέες   κι έμαθε ένα κάρο πράγματα για κοσμήματα και τέτοια,  στο τέλος  είχε διαβάσει τόσα πολλά που ζαλίστηκε,  πονούσε το κεφάλι του.  Πιο πολύ εντύπωση του είχαν  κάνει μερικά  σπάνια κομμάτια  με  κλεισμένες μέσα τους  κάτι σαν ταινίες ή ρίγες,  που έκαναν τα πετράδια να μοιάζουν με πραγματικά αστέρια όπως  και κάτι άλλες  πέτρες πολύτιμες, εξάγωνες,  οκτάγωνες και δωδεκάγωνες που είχαν εγκλωβισμένα μέσα τους ψήγματα  χαλαζία  τα οποία  τους έδιναν μια όψη αλλόκοτη λαμπυρίζοντας  από τις αμέτρητες γωνίες τους.  Είχε τόσο πορωθεί που στον ύπνο του έβλεπε όλη την ώρα  ένα πετράδι  που το λέγανε ‘’το σμαράγδι της Πατρίτσια’’, ένα τεράστιο,  πρασινωπό,  ηλικίας εκατομμυρίων ετών  κομμάτι που σαν αυτό δεν υπήρχε   πουθενά αλλού στον κόσμο…

Εκείνη τη μέρα έφυγε χαράματα απ’  το σπίτι, δεν ήθελε να την ξυπνήσει έτσι που κοιμόταν ήσυχη κι έδειχνε τόσο  ήρεμη,  ήθελε  να τη φιλήσει αλλά καλύτερα να μη το διακινδύνευε.  Στο  λεωφορείο βρήκε μια θέση   δίπλα σ’ έναν  γέρο που παραμιλούσε όλη την ώρα και σε κάποια στιγμή μπήκε στο αστικό ο ζητιάνος που έβλεπε χρόνια τώρα  να σέρνεται χωρίς  να λέει να πεθάνει  με τίποτα ρε φίλε, επέμενε εκεί πέρα  την ώρα που παιδιά σαν το κρύο το νερό έφευγαν αδιάβαστα, ότι νάναι!

 Θα πήγαινε λίγο νωρίτερα στη δουλειά αφού περνούσε πρώτα απ’  το χρυσοχοείο που βρισκόταν μέσα σε μια στοά απ’ όπου συχνά περνούσε. Στην αρχή της   υπήρχε ένα χασάπικο όπου άνθρωποι με μεγάλα  μαχαίρια  έκοβαν κρέατα πάνω  σ’  έναν ξύλινο πάγκο,  τεράστιο,  καθόταν καμιά φορά και τους χάζευε να σκίζουν και να  τεμαχίζουν το μαλακό κρέας. Εκεί πέρα ερχόταν συχνά  κι ένα σωρό ζητιάνοι κι άλλοι περίεργοι και ψαχούλευαν ανάμεσα στα πεταμένα κομμάτια να βρουν κάτι που να  τρώγεται γι’  αυτούς ή τα  ζώα τους. Μόλις άνοιγε το κοσμηματοπωλείο θα πήγαινε να πάρει ένα  δαχτυλίδι,  υποτίθεται ότι μετά από τόσον καιρό  έπρεπε  να ξέρει το γούστο της,  θα της έπαιρνε κανένα ασημένιο καλύτερα,  τα άλλα  έδειχναν λίγο φτηνιάρικα και θα του πετούσε καμιά μπηχτή αν της έφερνε κανένα τέτοιο. ‘’Τα ασημένια ήταν  πάντα τα αγαπημένα της…’’ σκεφτόταν κι  όπως ήταν αφηρημένος έπεσε πάνω σε  κάποιον με ματωμένη ποδιά ‘’Σιγά ρε φίλε…’’ του φώναξε ο άλλος’’… κατακόπηκα!’’ - ‘’Συγνώμη!’’ είπε χαμηλόφωνα και βιάστηκε να εξαφανιστεί.

Κρατώντας  τις φωτοτυπίες παραμάσχαλα τράβηξε για το χρυσοχοείο. Την ώρα εκείνη τα μαγαζιά σήκωναν τα στόρια τους, έπρεπε να πατήσει ένα κουδούνι για να τον αφήσουν να μπει μέσα, ένας κύριος καλοντυμένος του έδειξε εκεί πέρα τοποθετημένα σε κουτάκια όμορφα, σκουλαρίκια,  βραχιόλια και κάτι άλλα  στολισμένα  με πέτρες χρωματιστές που άστραφταν, δεν ήταν σαν αυτά που είχε δει στα βιβλία αλλά κι αυτά ήταν όμορφα,  πήρε ένα ασημένιο με μια χρυσή ρίγα που διέτρεχε το ημικύκλιο  κι ένα πετραδάκι λαμπερό σφηνωμένο στην κορυφή του.

 Το απόγευμα που σχόλασε δεν κρατιόταν να πάει σπίτι για να της το δείξει ‘’Θε μου…’’ συλλογίζονταν καθώς πλησίαζε  στη γειτονιά του  ‘’…ας της αρέσει, πως θα κάνω Χριστούγεννα;  ’’ Με το που κατέβηκε απ’  το αστικό ένιωσε να βρέχεται το πρόσωπο του, από το πουθενά είχε πιάσει μια βροχή χωρίς προειδοποίηση κι όλοι έτρεχαν να προφυλαχθούν κάτω απ’  τα μπαλκόνια και τις μαρκίζες των πολυκατοικιών. Στο διπλανό πάρκο μια σουσουράδα με τραχηλιά στο χρώμα του λεμονιού περπατούσε νευρικά μέσα στα βρεγμένα χορτάρια σα να μη συνέβαινε τίποτα  ‘’Καλά  μερικά πουλιά είναι εντελώς παλαβά!’’ μουρμούρισε  όταν άκουσε έναν κρότο  σαν κάτι να κυλιόταν βίαια  στην άσφαλτο. Μια μοτοσικλέτα είχε πέσει  ακριβώς στη μέση της διασταύρωσης μες τη βροχή,   όλοι είχαν σταματήσει και κοιτούσαν όμως κανείς δεν έβγαινε από το αμάξι του να  βοηθήσει τον άνθρωπο που κυλιόταν  στα νερά, ‘’Μα τι ζώα !’’ σκέφτηκε και πλησίασε πλατσουρίζοντας, ο πεσμένος που ανακάθισε στην άσφαλτο  του έκανε νόημα να σηκώσουν τη μηχανή κ έπιασε το τιμόνι αλλά με το που  προσπάθησε να την πιάσει  ένιωσε ότι   ήταν  πολύ βαριά,  θα του σακάτευε τη μέση σίγουρα.   ‘’Κράτα  απ’  αυτή τη μεριά!’’ φώναξε ο χτυπημένος που φορούσε σ’ όλο του το σώμα ένα πράσινο αδιάβροχο, έπιασαν μαζί και επανέφεραν τη μοτοσικλέτα με το κεφάλι του να έχει γίνει μούσκεμα,  βοήθησε τον άνθρωπο να καβαλήσει κοιτάζοντας του άχρηστους  οδηγούς που αδημονούσαν πότε θ’  ανοίξει ο δρόμος για να φύγουν όμως καθώς τίναζε το σακάκι του είδε ότι το κουτάκι με το δαχτυλίδι δεν ήταν εκεί μέσα, μα που στο διάβολο είχε  πέσει !

 Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του χωρίς  να έχει τίποτα πάνω του ήταν σίγουρος ότι θ’  άκουγε τον αναβαλλόμενο,  προετοιμάστηκε όσο καλύτερα  μπορούσε ξεχνώντας ότι  όλα τα  ρούχα είχαν  μουλιάσει, με το που μπήκε η γυναίκα του φώναξε ‘’Αγόρι μου τι έπαθες;’’ κι αυτός ένιωθε ότι την είχε απογοητεύσει κι ότι είχε χάσει το παιχνίδι   αλλά τη στιγμή εκείνη χτύπησε  επίμονα το κουδούνι της εξώπορτας και βγήκαν στο μπαλκόνι να δουν ποιος ήτανε, σκύβοντας από κάτω αντίκρισαν τον  μοτοσικλετιστή με το πράσινο αδιάβροχο να κραδαίνει  κάτι στο χέρι ‘’Φίλε κάτι σου έπεσε!’’  του φώναξε. 



 

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

ΘΕΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Από την μισάνοιχτη πόρτα τον είδε να κάνει  περίεργες χειρονομίες καθώς άνοιγε το χρηματοκιβώτιο, έμοιαζε σα να μιλά με κάποιον αόρατο που δεν φαινόταν πουθενά ενώ ταυτόχρονα έκανε  κάτι κινήσεις ασυνάρτητες με τα δάχτυλα του στον αέρα σα να ήθελε να δώσει σχήμα  στις σκέψεις του, όλη η σκηνή ήταν πολύ παράξενη. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο,  ο άλλος έκλεισε απότομα το χρηματοκιβώτιο και στράφηκε προς το μέρος του,  έμοιαζε  κάπως αναψοκοκκινισμένος  σα να είχε πει ένα λίτρο ουίσκι.

Το αφεντικό του ήταν ένας αδύνατος τύπος,  ξερακιανός,  με μια γενειάδα μακριά  που θύμιζε αρχιμανδρίτη, όλοι έλεγαν ότι ήταν πολύ πλούσιος απ’  τον πατέρα και τον παππού του και μια εποχή έβγαζε χρήμα με τη σέσουλα και με το φτυάρι, όλη τη μέρα καθόταν  κλεισμένος στο γραφείο του κι ακούγονταν ότι μετρούσε τα χρήματα που είχε μαζέψει όμως κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει περισσότερα. Αυτός δούλευε στην επιχείρηση καμιά τριανταριά  χρόνια τώρα, είχαν δει πολλά τα μάτια του   και ποτέ δεν είχε σκεφτεί τη ζωή του μακριά  από κει πέρα.   Με το που μπήκε μέσα ο ‘’αρχιμανδρίτης’’’ έβγαλε από το συρτάρι του ένα λουκέτο γυαλιστερό,  του είπε μια διεύθυνση και τον έστειλε   να βγάλει ένα αντικλείδι, του έδωσε  και το λουκέτο μαζί για να το τσεκάρει αν ταιριάζει.

‘’Τι στο καλό το ήθελε το αντικλείδι,  σε ποιον θα το έδινε,  και τι να έκρυβε άραγε στο καταραμένο το χρηματοκιβώτιο;’’ Σκεφτόταν όπως περπατούσε στα σκοτεινά κρατώντας την γυαλιστερή κλειδαριά . Είχε περάσει η ώρα πια κι οι υπάλληλοι σε όλα τα εμπορικά καθάριζαν τους πάγκους, έριχναν νερά στα πεζοδρόμια, ανέβαζαν στόρια, μάζευαν τα εμπορεύματα, κινούνταν πυρετωδώς σα να βιαζόταν να πάνε σπίτι τους μια ώρα αρχύτερα ύστερα από μια μέρα κουραστική. Οι γιορτές πλησίαζαν, τα καταστήματα είχαν αρχίσει να στολίζονται χριστουγεννιάτικα, γιορταστικά, κι οι βιτρίνες βάφονταν με ζωγραφιές δέντρων και βουνών χιονισμένων. Εκείνη την μέρα επειδή τα μαγαζιά είχαν κάτι παλαβές προσφορές πολύς κόσμος πολύς κατέβαινε στο κέντρο σε μπουλούκια όπως τις παραμονές των Χριστουγέννων, τότε που γίνεται χαμός και δε μπορείς να περπατήσεις ούτε βήμα καθώς τα πεζοδρόμια κατακλύζονται και τα αμάξια δημιουργούν στους δρόμους το αδιαχώρητο. Όλη η ατμόσφαιρα με τους πλανόδιους να  παίζουν μουσικές και τους πωλητές να φωνάζουν και να ξελαρυγγιάζονται ήταν ευχάριστη μέχρις ενός σημείου βέβαια, από κει και πέρα το πλήθος μετατρέπονταν σε μια μάζα επιθετική που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σου επιτεθεί αγριεμένο και να σε ποδοπατήσει. Από νωρίς τα λεωφορεία κατέβαζαν πλήθη από πιτσιρικάδες μέχρι γέρους που ήθελαν όλοι να πάρουν μέρος στο πανηγύρι, ένας πανικός επικρατούσε.

 ‘’Τέτοιες μέρες είναι καλύτερα να μη κατεβαίνεις καθόλου στο κέντρο’’ σκεφτόταν βαδίζοντας,  ι αυτοί είχαν κατακλυστεί από πελατεία τη μέρα εκείνη, πελατεία που δεν μπορούσαν να δουν ούτε με τα κιάλια το προηγούμενο διάστημα, όλη μέρα έτρεχε στην αγορά να παραδώσει παραγγελίες. Όπως άφηνε τα τιμολόγια  μιλούσε λίγο με τους ανθρώπους εκεί πέρα κι όλοι, μα όλο,  υπέφεραν από κάτι, άλλος είχε τη μέση του,  άλλος είχε κάνει τόσα μπαλονάκια που θα έπρεπε οι φλέβες του να θύμιζαν παιδικό σταθμό,  άλλος το είχε ρίξει στο κάπνισμα,  άλλος στο ποτό,  όλοι έμοιαζαν να παλεύουν με κάποιον αντίπαλο άγνωστο στην προσπάθεια να επιβιώσουν σ’ ένα πόλεμο που μαίνονταν κάθε μέρα με στόχο να γεμίσει το ταμείο και να πληρωθούν οι υποχρεώσεις . Όπως το γύριζε στο μυαλό του κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί έξω,  κάθε γνωστός του που ρωτούσε τον τελευταίο καιρό  είχε κι από ένα θέμα στο σπίτι του, άλλος  άρρωστο  παιδί,  αλλουνού η μάνα τραβολογιούνταν στα νοσοκομεία,  άλλος είχε τα ψυχολογικά του,  όλοι έμοιαζαν να βολοδέρνουν μέσα σε  μια δίνη που τους τραβούσε σε κατευθύνσεις άγνωστες. Όλα έδειχναν λίγο παράξενα τον τελευταίο καιρό, ίσως έφταιγε η υγρασία μαζί με την ομίχλη που επικρατούσαν και σ’ έκαναν να νιώθεις ότι πλέεις σε μια λίμνη με ζεστό νερό που βγάζει υδρατμούς.

Κι αυτόν  τον είχε επηρεάσει ο καιρός, τις μέρες που έβρεχε καθόταν στο κρεβάτι του τη νύχτα ώρα πολλή κι άκουγε τις στάλες που χτυπούσαν στο δρόμο και στα κεραμίδια, ο ήχος αυτός τον ηρεμούσε και τον ταξίδευε. Κάθε χρόνο το αισθανόταν αυτό  ιδίως την εποχή που η ομίχλη σκέπαζε τις πολυκατοικίες και τα στενά κι όλα χάνονταν μέσα στο θολό φως των προβολέων, πραγματικά ήταν μια περίεργη αίσθηση…

Κρατώντας το λουκέτο μπήκε στο ασανσέρ όπου  έπαιζε μια μουσική χριστουγεννιάτικη και  τον έκανε να σκέφτεται τις γιορτές που ερχόταν. Ο χρόνος πλησίαζε στο κλείσιμο του κι αυτός  από το καλοκαίρι και μετά δεν προλάβαινε να σηκώσει  κεφάλι, είχε αρχίσει πια να κουράζεται. ‘’Σίγουρα δεν ήταν τυχαίο ότι αυτή την εποχή ερχόταν οι γιορτές κάθε χρόνο. Αυτοί που είχαν φτιάξει το ημερολόγιο ήξεραν ότι οι άνθρωποι χρειάζονται μια αλλαγή, μια παύση τούτη την  εποχή για να μπορέσουν να συνεχίσουν και να αντέξουν ’’’συλλογίζονταν μέσα του. Στο εργαστήρι που βρισκόταν στον τελευταίο όροφο ενός ψηλού κτηρίου, ο κλειδαράς ένας  τετράγωνος  μελαχρινός μ’ ένα σκουλαρίκι που κρέμονταν στο αυτί,  κράτησε μια στιγμή το λουκέτο στην παλάμη του, έβαλε κι έβγαλε κάνα δυο φορές το έμβολο που το σφράγιζε και είπε δυνατά: ‘’Ωραίος μηχανισμός ρε φίλε, χρόνια έχω να δω κάτι τέτοιο, που το βρήκες ; ‘’ Δεν είχε ιδέα από λουκέτα όμως ο τύπος με το σκουλαρίκι τον φώναξε κοντά του  ‘’Το βλέπεις αυτό το ανθρωπάκι το χαραγμένο στο πλάι,   ξέρεις ποιος είναι,  ο Οντίν ο μονόφθαλμος,  θεός  των Σκανδιναβών, αυτός  που κρεμάστηκε οχτώ νύχτες από το δέντρο της γνώσης μέχρι να διαβάσει τους ρούνους, τα μαγικά γράμματα  που είχαν  σκαλιστεί στο ραβδί του  κι  έτσι απόκτησε τεράστια σοφία,  μπορούσε πια να  διδάξει στους ανθρώπους  την κατασκευή των εργαλείων και της πυξίδας, μ’ αυτήν οι Βίκινγκ έφτασαν μέχρι την Αμερική κι όταν άραξαν στις παραλίες του νέου κόσμου  θυσίασαν στους θεούς της θάλασσας επειδή τους είχαν βοηθήσει... τα ξέρεις  αυτά  φιλαράκο; ‘’ ρώτησε ο κλειδαράς χαμογελώντας μυστήρια.. .  

 Δεν είχε ιδέα πραγματικά,  καθόταν μ όνο εκεί κοιτάζοντας τον μάστορα που  δοκίμαζε μια σειρά από κλειδιά ώσπου   βρήκε αυτό που ήθελε,  το έβαλε στον μικρό τόρνο, το τρόχισε μια  στιγμή,  το δοκίμασε να δει αν ταιριάζει  και του τόδωσε. Έξω ο καιρός  είχε γύρισει  σε βοριά σε νοτιά,  αυθόρμητα του ήρθε στο μυαλό εκείνη η ιστορία με τους θεούς  της θάλασσας  που διαφέντευαν τους ωκεανούς στο βορρά,  αυτοί πρέπει  να έφερναν  κι εκείνο το κύμα με τις ομίχλες και τις  υγρασίες που κατέκλυζαν κάθε χρόνο την πόλη . Επιστρέφοντας στο μαγαζί διαπίστωσε  ότι  όλοι οι άλλοι υπάλληλοι είχαν φύγει,  έψαξε το αφεντικό του κι όταν δεν τον βρήκε  πήγε στο γραφείο του, χτύπησε την πόρτα περίμενε λίγο όπως  έκανε κάθε φορά αλλά δεν του άνοιξε κανείς, νέκρα επικρατούσε στους διαδρόμους  και  το μόνο που μπορούσε ν’  ακούσει ήταν  ένας  ανεπαίσθητος  ήχος  σα μουρμούρισμα μικρού παιδιού .  Προχώρησε σπρώχνοντας   την πόρτα κι αυτό που αντίκρισε τον έκανε να βγάλει ένα επιφώνημα ‘’Ωχ θε μου !’’ Το αφεντικό του ήταν πεσμένο στο πάτωμα ακίνητο κι έμοιαζε να βαριανασαίνει, μια τηλεόραση ανοιχτή έπαιζε δυνατά κι έσπευσε να την κλείσει γιατί τον ζάλιζε, όπως πλησίασε είδε  ανέπνεε κι έβγαζε μια φωνή βαθιά σα να βογκούσε, τον σήκωσε πάνω κι όταν ο άλλος άνοιξε τα μάτια , είδε ότι δεν είχε κάτι σοβαρό, μοναχά ένα καρούμπαλο στο μέτωπο δεξιά, τον σήκωσε σιγά –σιγά,  τον πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του και  τον σκούπισε με μια πετσέτα. Πρώτη φορά τον έβλεπε από τόσο κοντά κι αυτό που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα μάτια του ‘’αρχιμανδρίτη’’ δεν τα είχε προσέξει ποτέ ως τότε, ήταν γαλάζια, θολά,  σα δυο λίμνες πνιγμένες στην ομίχλη.

Το αφεντικό  συνήλθε μετά από  λίγο κι άρχισε να του λέει πως είχε γίνει όλο το πράγμα, στα είκοσι χρόνια που δούλευε εκεί πέρα πρώτη φορά του είχε μιλήσει έτσι ανθρώπινα,  πάντα ήταν άγριος κι αιμοβόρος σαν θηρίο,  ιδίως όταν ήταν να πληρώσει μισθούς κι επιδόματα μια κακία τον έπιανε  σα να του έκοβαν ένα κομμάτι από πάνω του  κι όλοι τον μισούσαν. Τώρα όμως έμοιαζε σαν αρνάκι κι άρχισε να εξηγεί  ότι  κάτι πρέπει να στραβοκατάπιε έτσι όπως καθόταν πίσω στην πολυθρόνα γυρτός τρώγοντας ένα παξιμάδι, αμέσως ήπιε λίγο νερό για να κατέβει ο κόμπος από τον οισοφάγο στο στομάχι όμως όπως το έκανε άγαρμπα κάτι πήγε στραβά, ένας σπασμός πρέπει να προκλήθηκε εσωτερικά κι ένιωσε έναν πόνο οξύ στο στήθος. Αυτό ήτανε όλο, ύστερα βρέθηκε όρθιος και το κεφάλι του πονούσε σα να τον είχαν βαρέσει με σφυρί, όλα γύριζαν στο δωμάτιο κι ένιωθε έναν πόνο στη γωνία του μετώπου.

Πραγματικά τον συμπονούσε εκείνη τη στιγμή,  μέρες χρονιάρες ερχόταν, όλος ο κόσμος χαίρονταν κι εκείνος καθόταν κλεισμένος εκεί μέσα  και μετρούσε λεφτά,  έμοιαζε απίστευτα μίζερος,  ήταν για λύπηση!  Του έφερε ένα ποτήρι νερό κι ενώ έδειχνε να συνέρχεται   ξαφνικά  άρχισε να βαριανασαίνει κι εντελώς απροειδοποίητα τον έπιασαν κάτι σπασμοί σα να είχε ρίγος πολύ δυνατό.   Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα μόνο τον άκουσε να ψιθυρίζει κάτι , στη αρχή δε μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε ύστερα όμως διέκρινε μια φράση ‘’Το χρηματοκιβώτιο, κλείσε το χρηματοκιβώτιο,  πάρε ότι θες κι ύστερα κλείδωσε το!’’

Σ’ όλα τα γραφεία της εταιρείας δεν υπήρχε ψυχή  εκείνη την ώρα,  κάλεσε το ασθενοφόρο και περίμενε να έρθουν να τον πάρουν, το αφεντικό του είχε ηρεμήσει κάπως αλλά έμοιαζε εντελώς αδύναμος σαν παράλυτος, έριξε μια ματιά γύρω στο δωμάτιο όπου δεν είχε μείνει ποτέ παραπάνω από λίγα λεπτά, τίποτα δεν του έκανε εντύπωση ιδιαίτερη όμως   μετά το βλέμμα του καρφώθηκε στο χρηματοκιβώτιο που ήταν ανοιχτό.  Τι  στο διάβολο υπήρχε εκεί μέσα, και γιατί του είχε πει να πάρει ότι θέλει,  τι τον είχε πιάσει τώρα πάντως έπρεπε  να το κλειδώσει .  Δοκίμασε την πόρτα που ήταν πολύ βαριά σα να είχε κατασκευαστεί εκείνο το πράγμα από τσιμέντο, άνοιξε λίγο το ντουλαπάκι, και είδε  στοίβες από χαρτονομίσματα  κάθε είδους αραδιασμένα με τάξη και σφραγισμένα με ταινίες χάρτινες,  τι στο δαίμονα  έπρεπε να κάνει τώρα αφού του είχε πει  να πάρει ότι ήθελε,  πόσες τρύπες θα μπορούσε  να κλείσει, πόσους εφιάλτες να ταχτοποιήσει, πόσα θέματα που τον βασάνιζαν χρόνια ολόκληρα να λύσει,  κι αν τα ζητούσαν αργότερα,  κι αν τον κατηγορούσαν, θα έβρισκε το μπελά του σίγουρα,  απ’  ότι ήξερε το αφεντικό του δεν είχε παιδιά,  μόνο κάτι ανίψια που έλειπαν στην Αμερική, μέχρι να πάρουν χαμπάρι τι είχε συμβεί, αν καταλάβαιναν δηλαδή,  θα ήταν πολύ αργά.

Αποφάσισε να το ρισκάρει,  πήρε δυο μεγάλα μάτσα με πορτοκαλιά χαρτονομίσματα και τα έριξε στην τσάντα του, όταν ήρθαν οι τραυματιοφορείς δεν είπε τίποτα μόνο πέρασε το λουκέτο στο χρηματοκιβώτιο και τους ακολούθησε στο νοσοκομείο,  εκεί βάλανε τον ασθενή σ ένα θάλαμο παρακολούθησης, του εξήγησαν έπειτα  ότι δεν χρειαζόταν πλέον κι ότι θα τον ειδοποιούσαν.   Βγήκε έξω στο δρόμο και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει,  ο  νοτιάς  φυσούσε  στα στενά όπως τον έσπρωχναν οι θεοί της  θάλασσας ,  έξω από μια τράπεζα  σωροί από χαρτάκια που είχαν μαζευτεί μπροστά στα μηχανήματα ανάληψης  παρασέρνονταν στις ριπές του αέρα, μες το σκοτάδι κι απ’  το πουθενά   ένας σκύλος εμφανίστηκε κι ερχόταν  κατευθείαν απάνω του,  τρόμαξε, ήταν σίγουρος ότι θα ορμούσε  να τον κάνει κομμάτια όμως όταν τον είδε από πιο κοντά αντιλήφθηκε ότι   στο στόμα του κρατούσε πολύ σφιχτά σα να φοβόταν μη του φύγει, ένα πλαστικό μπουκάλι πλαστικό,  πέρασε δίπλα του κι εξαφανίστηκε στο σκοτάδι μαζί με τον άνθρωπο που  κρατούσε το λουρί του.  Όπως περνούσαν από μπροστά του γύρισε να  δει τον άνθρωπο που κρατούσε το σκύλο και τότε στο φως κάποιου προβολέα είδε καθαρά  ότι είχε το ένα μάτι κλειστό και χαλασμένο  σαν  εκείνον  τον θεό του βορρά …

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΟΡΧΙΔΕΕΣ

Τον αδερφό μου να γελά είδα στον ύπνο μου το βράδυ της Παρασκευής, πόσο καιρό είχα να τον δω, από την εποχή που είχε πεθάνει ο πατέρας μου, όλοι ξέραμε ότι ο μικρός που του είχε αδυναμία ο συγχωρεμένος, θα έπαιρνε το σπίτι, όμως όταν άρχισε να ψάχνει παντού σ’ όλα τα ντουλάπια και τις γωνιές,  διαθήκη δε βρέθηκε πουθενά, χάλασε τον κόσμο, σήκωσε κάθε πέτρα και κάθε ντουλάπα αλλά μάταια, η κληρονομιά είχε κάνει φτερά!

Τι στο καλό είχε πάει στραβά, αφού ήταν βέβαιο ότι το σπίτι θα το κληρονομούσε ο μικρός, κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί, κι ενώ όσο ήταν άρρωστος ο πατέρας αυτός είχε εξαφανιστεί με το που άρχισαν τα ζητήματα της διαθήκης νάτος ο δικός σου να χαλάει τον τόπο για να την βρει, ρώτησε στο υποθηκοφυλακείο, πλήρωσε δικηγόρους, μας έκανε άνω κάτω, αλλά φίλε μου ατύχησες, καλά πρέπει να έπαθε μεγάλο κάζο ο μικρός! Αφού δεν είχε βρεθεί κανένα χαρτί το σπίτι πήγαινε σε όλους εξίσου κι όταν αποφασίσαμε να το πουλήσουμε εγώ που δεν είχα δουλειά εκείνη την εποχή ανέλαβα όλες τις διαδικασίες και τα τρεχάματα της πώλησης. Όμως πρώτα έπρεπε ν’ αδειάσει και να πεταχτούν ένα κάρο έπιπλα και σαβούρες που κανείς δεν ήθελε, φωτογραφίες, κρύσταλλα παλιομοδίτικα, πιάτα, ρούχα κουβέρτες κι άλλα αντικείμενα που δεν μπορείς να φανταστείς και για τα οποία κανείς δεν ενδιαφέρονταν.  Εξαίρεση αποτελούσε  ένας  πίνακας παλιομοδίτικος που δεν έμοιαζε με  τίποτα απ ότι έχω   δει,  έδειχνε την καταπράσινη  όχθη ενός  ποταμού γεμάτη από   ορχιδέες μαβιές και άσπρες σε  χρώματα τόσο ζωντανά που δεν πίστευες ότι ήταν ζωγραφισμένα,    δεν ξέρω που τον είχε ξετρυπώσει ο πατέρας μου πάντως ήταν  καλό κομμάτι ,  δέσποζε εκεί στο σαλόνι κι όποτε   ξάπλωνα ε μπροστά στην τηλεόραση η εικόνα αυτή  μ’  αποκοίμιζε βράδια  ατελείωτα, σε πόσες ταινίες   δεν είχα κοιμηθεί στη μέση κι  όταν ξυπνούσα έψαχνα  τα λουλούδια του ποταμού που  με ησύχαζαν,  εκείνον τον πίνακα δεν υπήρχε περίπτωση να τον να αφήσω σε κανέναν !

Κανείς σχεδόν δε με βοηθούσε να ξεφορτωθώ όλη τη σαβούρα, το τι σακατεμό είχα πάθει δε λέγεται, αφού πέταξα και μοίρασα δεξιά κι αριστερά ότι μπορείς να φανταστείς, έπρεπε τώρα να μαζέψω ένα σωρό έντυπα και χαρτιά, άρχισα λοιπόν το τρέξιμο, τηλέφωνα, εφορίες, γραφεία, ερωτήσεις, ουρές, ταλαιπωρία, ούτε που θυμάμαι πόσον καιρό έφαγα μ’ όλα αυτά, μήνες σίγουρα. Και στο τέλος όταν πίστευα ότι τα μάζεψα όλα η συμβολαιογράφος που είχαμε μου είπε ‘’Εδώ υπάρχει κι άλλο πρόσωπο!’’ ένας θείος του πατέρα που ανακατεύονταν στο ζήτημα της ιδιοκτησίας είχε όμως πεθάνει προ αμνημονεύτων χρόνων και σύμφωνα με το νόμο χρειαζόταν η ληξιαρχική πράξη θανάτου του για να είναι νόμιμα τα συμβόλαια, αυτό  με ξεπερνούσε...

Τα είχα ξεχάσει όλα αυτά από που στο καλό ήρθαν πάλι στο μυαλό μου είχα κοιμηθεί σα κούτσουρο κι όλη νύχτα έβλεπα όνειρα ατελείωτα όμως αυτό που θυμόμουν περισσότερο ήταν τον αδερφό μου να γελά, πόσον καιρό είχαμε να μιλήσουμε. Το πρωί του Σαββάτου καθώς ετοιμαζόμουν για τη δουλειά προσπαθούσα να θυμηθώ λεπτομέρειες απ’ το όνειρο, ήταν πολύ ζωντανό, σαν αληθινό, τον είχα δει να στέκεται γελώντας στην πόρτα του σπιτιού μας που ήταν τεράστια, σαν τις πύλες που δείχνει στις ταινίες με κάστρα και ιππότες, ‘’Πολύ περίεργο όνειρο!’’ έλεγα από μέσα μου. Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα κι είδα ότι έξω έβρεχε καρεκλοπόδαρα σα να είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι έριχναν το καταπέτασμα. Δεν πρόλαβα πάλι το καταραμένο λεωφορείο και ξεκίνησα με τα πόδια, στα καλντερίμια αυλάκια νερού σχηματίζονταν και κατηφόριζαν κατά τη θάλασσα, δε μπορούσα να πατήσω σε μέρος στεγνό, το δεξί μου χέρι που κρατούσε την ομπρέλα είχε μουσκέψει εντελώς, καθώς κατέβαινα τα σκαλοπάτια κάτω απ’ την εκκλησία των Aγίων Θεοδώρων εκεί ψηλά στις Συκιές, σκεφτόμουν ότι θα έφτανα στο μαγαζί μούσκεμα ως το κόκαλο. Αποφάσισα να τρέξω λίγο για να είμαι τουλάχιστον ζεστός, σήκωσα μια στιγμή το κεφάλι και είδα πίσω απ’ τα κίτρινα φθινοπωρινά φύλλα ενός δέντρου ολόκληρη την πόλη από κάτω σκεπασμένη στην ομίχλη, τα καράβια στο λιμάνι ανοιχτά στέκονταν αραγμένα, ομίχλη τύλιγε το τοπίο, το θέαμα ήταν πολύ ωραίο αν μπορούσες να το χαζέψεις αλλά έτσι όπως ήμουν δε γινόταν να σταθώ ούτε στιγμή.

Όταν έφτασα στα πιο πυκνοκατοικημένα στενά μπορούσα να προφυλαχτώ κάτω απ’ τα μπαλκόνια, χτύπησα τα πόδια μου στα πλακάκια να φύγει το νερό απ’ τα παπούτσια κι έφερα στο νου ξανά το όνειρο και την ιστορία με την διαθήκη. Όταν προέκυψε κι ο θείος ο πεθαμένος σήκωσα τα χέρια ψηλά, πήγα στο δήμο, στο χωριό καταγωγής, ρώτησα εδώ, ρώτησα εκεί, είχα αρχίσει ν’ απογοητεύομαι, θα τα παρατούσα σίγουρα όταν κάποιος μου είπε ότι ο θείος είχε νοσηλευτεί σ’ ένα ίδρυμα κάποιο φεγγάρι, έτσι πήγα να ρωτήσω κι εκεί σ’ ένα δημαρχείο που έμοιαζε με σπίτι παλιό, αρχοντικό, σκεπασμένο με κεραμίδια κόκκινα. Μια υπάλληλος  με ρώτησε πότε πέθανε, είπα περίπου την ημερομηνία, πριν σαράντα χρόνια, κάπου τόσο υπολόγιζα, δεν πίστευα ότι μπορούσε να βρει τίποτα αλλά ρε φίλε η γυναίκα έψαξε λίγο στον πάτο ενός συρταριού και μετά έβγαλε μια σελίδα άσπρη, αυτή ήταν, καλά είχα τρελαθεί, ήταν πολύ τρελό…

Μερικά σπουργίτια τσαλαβουτούσαν μέσα σ’ ένα νερόλακκο βρέχοντας και τινάζοντας τις φτερούγες τους, δε νοιάζονταν καθόλου για τη βροχή,  μάλλον το διασκέδαζαν, ο ουρανός έμοιαζε ν’ ανοίγει όμως δεν ήξερες αν από στιγμή σε στιγμή δεν έπιανε ξανά καμιά νεροποντή να σε πνίξει κι εγώ ήλπιζα ότι με τέτοιο καιρό το πιο πιθανό ήταν να μην έχουμε δουλειά εκείνο το Σάββατο. Με τέτοια βροχή ποιος θα κατέβαινε στο κέντρο, ήταν ευκαιρία να ξεκουραστώ λιγάκι και να σου πω δε με χαλούσε καθόλου, όλη η βδομάδα με είχε πάει τρένο χωρίς σταματημό, κάθε βράδυ που σχολούσα απ’ την απογευματινή βάρδια έτρεχα να προλάβω τα νευρωτικά λεωφορεία που πήγαιναν κι έρχονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, κάθε βράδυ η ίδια ρουτίνα, οι ίδιες εικόνες, έξω απ’ τα σούπερ μάρκετ καρότσια εγκαταλειμμένα, έρημα, πίσω απ’ τα τζάμια φρούτα φωτισμένα πάνω στους πάγκους, στη στάση κάτι σεκιουριτάδες χοντροί κατέβαιναν για την νυχτερινή τους βάρδια αγριεμένοι, παλιά λέει κοιμόντουσαν λίγο να περάσει η ώρα, τώρα φοβούνται, ακούγονται τόσα…

Τον μικρό δεν τον ένοιαζαν όλα αυτά, δεκάρα τσακιστή δεν έδινε, αυτός είχε βολευτεί στην Αγγλία σε μια πολιτεία υγρή εκεί πάνω και δε σκεφτόταν να γυρίσει πίσω, αλίμονο σε μένα που έπρεπε να τραβάω κουπί ατελείωτο!  Όταν έφτασα στο μαγαζί έβγαλα το μπουφάν που είχε μουσκέψει κι  άνοιξα  μια σόδα,  το στομάχι μου  με είχε σαπίσει, δεν πρόσεχα καθόλου, έτρωγα ότι νάναι σε όλες τις άσχετες ώρες, έπρεπε να το κοιτάξω . Με το που σταμάτησε η βροχή  ένας αέρας πολύ δυνατός βγήκε απ’  το πουθενά και τραβούσε τις τέντες μέχρι το θεό, ήταν σίγουρο ότι θα τις έσκιζε, βγήκα έξω γρήγορα να τις μαζέψω κι εκείνη τη στιγμή είδα μια εικόνα που την είχα ξαναδεί, όπως όταν βλέπεις ξανά το ίδιο έργο στη τηλεόραση: εγώ με τον μικρό μου αδερφό τρέχουμε να σκεπάσουμε τα καπνά που είχαμε απλωμένα στην αυλή του σπιτιού να ξεραθούν απ΄ τον ήλιο καθώς αέρας φυσούσε απ’ όλες τις μεριές σα να άλλαζε κατεύθυνση όλη την ώρα, η σα να ήμασταν στη μέση κάποιου ανεμοστρόβιλου...

Να λοιπόν ξανά μπροστά μου ο μικρός, ήταν βλέπεις η μέρα του, είχε  γενέθλια και μας είχε πει ότι μπορεί να ερχόταν καμιά βόλτα προς τα νότια   να γιορτάσει εδώ πέρα,  κάθε φορά ταξιδάκια στα Κανάρια νησιά, στη  Βαλτική, στο Ντουμπάι  κι όπου στο δαίμονα πήγαινε σα να μας απέφευγε! Πάντα πίστευε ότι ήταν ο αδικημένος, αυτός  ήταν ο λόγος  όμως σ εκείνη την υπόθεση με το πατρικό εγώ είχα κάνει όλη την βρώμικη δουλειά, εγώ είχα τρέξει παντού, εγώ είχα κοιτάξει τον  γέρο όταν ο άλλος τακτοποιούσε τις δουλειές του στας Ευρώπας κι όταν έγινε η πώληση κι έπεσε το ρευστό ήρθε καμαρωτός - καμαρωτός με το κοστουμάκι να πάρει το μερίδιο του. Εμένα βέβαια τότε έτσι όπως ήμουνα ούτε που μ’ ένοιαζε, πήρα τα λεφτά  και δεν κοίταξα γύρω μου, στο ασανσέρ καθώς έφευγα τα έσφιξα στα χέρια μου, αυτή ήταν μια από τις καλύτερες στιγμές που είχα ζήσει, δε μπορώ να σου περιγράψω τη χαρά που ένιωσα τότε…

Το Σάββατο προμηνύονταν ήσυχο, γύρω επικρατούσε μια ησυχία σα να είχε  πέσει βόμβα στο κέντρο της πόλης,  μετά όμως άρχισε να έρχεται κόσμος  λες και ήταν ειδοποιημένοι από κάπου.  Εκείνη την ώρα ήμασταν δυο άτομα όλα κι όλα στο μαγαζί , υποτίθεται ότι αυτήν την ώρα  θα ξεκουραζόμασταν κάπως αλλά μας είχαν ανακαλύψει που να πάρει  κι έρχονταν ουρές. Ο άλλος μετά από λίγο έμοιαζε  παραιτημένος,  του έβγαινε η κούραση όλης της βδομάδας,  είχε πιει και λίγο,  σ’ αυτή τη δουλειά δε μπορούσες ν’ αντέξεις διαφορετικά, σ’  όλα τα μαγαζιά το ίδιο γινόταν, όταν είσαι τόσες ώρες στο πόδι δεν αντέχεις  οπότε πολλοί έβρισκαν αυτή τη λύση και φυσικά στο τέλος γίνονταν αλκοολικοί.

 Ήμουνα λοιπόν μόνος σχεδόν μ’ όλο  εκείνο το ανθρωπομάνι από πάνω μου,  με το που σερβίριζα τον έναν άλλος εμφανίζονταν στη θέση του κι ύστερα άλλος, κι άλλος, στο τέλος με είχαν σκεπάσει, δε μπορούσα να δω τι γίνονταν. Είχα γίνει ένα ρομπότ που έκανε κινήσεις μηχανικές χωρίς να σκέφτεται, έπαιρνα λεφτά, έδινα ρέστα, έριχνα χρήματα στο ταμείο, όλα γίνονταν πολύ γρήγορα,  το μόνο που μ’  ενδιέφερε ήταν να φύγουν απ’ το κεφάλι μου εκείνοι οι άνθρωποι. Έπειτα άρχισαν τα παράπονα, όλοι ήθελαν να εξυπηρετηθούν αμέσως  αλλά έπειτα έβρισκαν κάποια ατέλεια σ’ αυτό που είχαν παραγγείλει, δεν ήταν όπως το είχαν ζητήσει, κάτι έλειπε, κάτι δεν είχε γίνει σωστά, κάποιοι μάλιστα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι, τι στο καλό τους είχα δώσει! Όσο σερβίριζα ένιωθα στο μυαλό μου μια μουσική κοροϊδευτική να επαναλαμβάνεται σαν κάποιος να διασκέδαζε μ’  αυτά που περνούσα, έξω ο αέρας είχε  λυσσάξει κι όλοι για να φυλαχτούν χωνόταν στο μαγαζί που έχε γεμίσει ασφυκτικά,  ούτε που ήξερα πως θα τελείωνε εκείνο το πράγμα, ο άλλος είχε αποσυρθεί σε μια γωνιά και κάτι έκανε που δεν μπορούσα να δω, μέσα σ εκείνο το χάος και  την  θολούρα που επικρατούσε,  κάποιος,  ο μοναδικός ανάμεσα στο πλήθος,   μου χαμογελούσε,  αυτός πρέπει να ήταν καλός, σταμάτησα  μια στιγμή ότι έκανα να τον δω λίγο καλύτερα, ήταν ο αδερφός  μου!

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

ΣΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Μια οσμή από μύρο ένιωσε να έρχεται ξαφνικά στο πρόσωπο της όπως δοκίμαζε να μπει στο πιο σκοτεινό μέρος του υπογείου, τον ‘’τάφο’’ όπως το λέγανε εκείνο το μέρος οι υπάλληλοι επειδή για να πας εκεί έπρεπε να διασχίσεις ένα πανύψηλο διάδρομο γεμάτο διακλαδώσεις που θύμιζαν   κατακόμβη. Το κτήριο όπου στεγαζόταν το σούπερ μάρκετ ανήκε σε μια εκκλησία πολύ παλιά και διόλου παράξενο να υπήρχε καμιά κρύπτη εκεί πέρα από τότε που κυνηγούσαν τους χριστιανούς. Όπως ήτανε μόνη εκείνη τη μέρα, οι πιο πολλοί είχαν πάρει άδεια, φοβήθηκε, δε μπορούσε να καταλάβει από που έρχονταν η μυρουδιά που ήταν βέβαια ευχάριστη, έμοιαζε μ’ αυτήν που απέπνεε ο επιτάφιος με τα λουλούδια της άνοιξης, τα λιβάνια και τ’ αρώματα όμως εκεί κάτω στο σκοτεινό υπόγειο έμοιαζε κάπως απειλητική, ασυναίσθητα έκανε το σταυρό της, σταμάτησε εκεί που βρίσκονταν και κοίταξε πίσω της νιώθοντας ότι κάποιος την ακολουθούσε, ήταν σίγουρη ότι από καμιά γωνιά θα εμφανίζονταν κανένα φάντασμα καλόγερου η γέρου προσκυνητή για να την κατατρομάξει.

Αν είχε μαζί της το Λυκούργο εκεί κάτω δε θα φοβόταν τίποτα, πάντα τη βοηθούσε κι όταν είχε κάτι βαρύ να κουβαλήσει δεν την άφηνε ποτέ, ο τύπος ήταν θηρίο, ένα παιδί ψηλό, αθλητικό, που δε καταλάβαινε τίποτα, χρόνια στη πιάτσα, πριν έρθει εκεί δούλευε στα κρέατα, ξυπνούσε απ’ τις τέσσερις και σχολούσε αργά το απόγευμα, το πρωί κουβαλούσε στην πλάτη κάτι κομμάτια ζώων τεράστια που έλεγες ότι τα είχανε κόψει από δεινόσαυρο κι έπειτα έκανε χαβαλέ με τους πελάτες και τις κυριούλες πουλώντας όλο το εμπόρευμα. Καλά άμα ήταν εκεί κάτω ο Λυκούργος που κάθε πρωί έκανε μια ώρα γυμναστική προτού έρθει στο σούπερ μάρκετ, θα προχωρούσε μαζί του μέσα στον τάφο να δουν τι στο δαίμονα υπήρχε στο βάθος των διαδρόμων κι από πού ερχόταν εκείνη η απόκοσμη οσμή του μύρου που είχε κατακλύσει το χώρο…

Εκείνες οι βλαμμένες οι κοπελίτσες απ’ τα ταμεία που την έστελναν όλη την ώρα κάτω φταίγανε, όταν δε βρίσκανε κανένα εμπόρευμα που ζητούσαν τίποτα παλαβές γριές ακούγονταν στο μεγάφωνο ‘’Η κυρία Ε να έρθει στη ρεσεψιόν παρακαλώ! ‘’ κάθε φορά της ανέβαινε η πίεση όταν άκουγε να τη φωνάζουν αντί να κουνηθούν και να πάνε μόνες τους, μα τι τεμπέλες θεέ μου, καλά ήταν πολύ άχρηστες! Τα είχε βαρεθεί πραγματικά εκείνα τα κοριτσάκια και περίμενε πότε θα τελείωνε η σύμβαση της να σηκωθεί να φύγει από κει πέρα, ήταν σίγουρη ότι θα θέλανε να την κρατήσουν γιατί τους έβγαζε όλη τη δουλειά την ώρα που πληρώνανε ψίχουλα, δεν είχε καμιά όρεξη να συνεχίσει, εκεί έξω βέβαια τα πράγματα είχαν αγριέψει παρά πολύ κι έπρεπε να σκεφτείς καλά την κάθε σου κίνηση, όπως και να είχε θα το σκεφτόταν πολύ πριν αποφασίσει.

Κι έπειτα ήταν η καθημερινή ρουτίνα που είχε αρχίσει να της αρέσει, αν και τα πρωινά βλαστημούσε κάθε φορά που χτυπούσε το ξυπνητήρι, ειδικά όσο χειμώνιαζε, η νύχτα μεγάλωνε κι έπρεπε να σηκώνεται μες τ’ άγρια χαράματα. Μαζί της είχε πάντα ένα θερμός με ζεστό καφέ που το ακουμπούσε στα χείλη για να ζεσταίνει το πρόσωπο και τα χείλια της καθώς γύρω το κρύο γινόταν όλο και πιο αισθητό. Ο καιρός πήγαινε καλός, δεν είχε βρέξει για καιρό κι υπήρχαν μέρες που ο ήλιος ήταν εξαιρετικά ευχάριστος, δεν έμοιαζε καθόλου με κείνον τον καλοκαιρινό που σου τσουρουφλίζει το δέρμα, άμα έχεις συνηθίσει στη ζέστη αυτός ο ήλιος, ο φθινοπωρινός, δε σε πειράζει καθόλου. Όλα τα μαγαζιά είχαν γεμίσει κόσμο, νεολαία πιο πολύ, κι αφού οι άνθρωποι είχαν ξεμπερδέψει με τα σχολικά και δεν χρειαζόταν ακόμα πετρέλαια και καλοριφέρ, το είχαν ρίξει έξω διασκεδάζοντας, πραγματικά η εποχή έμοιαζε πολύ ωραία…

Κάθε πρωί παρατηρούσε στη στάση τα τελευταία άστρα που είχαν απομείνει στον ουρανό κι όταν έφτανε στο κέντρο της άρεσε να βλέπει τους φωτισμένους φούρνους που έψηναν τσουρέκια απ’ τα χαράματα, τα καφέ που πουλούσαν ντόνατς και καπουτσίνο, τα τυροπιτάδικα που ετοίμαζαν χυμούς και ζεστά σάντουιτς στην τοστιέρα. Πάντα είχε αδυναμία στο κέντρο με τα μαγαζιά του που έσφυζαν από ζωή και χρήμα κάποτε, τότε που υπήρχαν δουλειές και πλήρωναν καλά όμως τα πιο πολλά απ’ αυτά κατέβαζαν ρολά μέρα με τη μέρα κι ήταν μια πίκρα να τα βλέπεις, μόνο γυράδικα και κάτι άλλα φτηνιάρικα καταστήματα άνοιγαν ενώ ο κεντρικοί δρόμοι έμοιαζαν εγκαταλειμμένοι στο έλεος του θεού.
Είχαν αλλάξει σίγουρα τα πράγματα, δεν ήταν πάντοτε έτσι, η πόλη βίωνε μεγάλη παρακμή καθώς ο δήμαρχος είχε αποδειχθεί μεγάλο λαμόγιο κι η αστυνομία έμοιαζε εξαφανισμένη από παντού. Ο τόπος είχε γεμίσει ζητιάνους, πρεζόνια και μετανάστες που σκοτώνονταν κάθε μέρα έξω από τα τυροπιτάδικα πουλώντας τσιγάρα λαθραία κι ο θεός ξέρει τι άλλο εντελώς ξεδιάντροπα αφού δεν υπήρχε κανείς να τους ελέγξει, γύρω παντού σκύλοι αδέσποτοι άρπαζαν τεράστια κόκαλα έξω απ’ τα χασάπικα και πήγαιναν σε καμιά γωνιά να τα ροκανίσουν, το θέαμα ήταν τριτοκοσμικό καθαρά, θύμιζε Ινδία, Πακιστάν κάποια από κείνες τις χώρες εκεί κάτω.

Κάθε πρωί συναντούσε κοντά σε μια στοά και τον Λυκούργο, για να κόψει δρόμο περνούσε από κει μέσα κι έβγαινε κατευθείαν στο σούπερ μάρκετ.  Όταν ήταν ακόμα νύχτα Ο Λυκούργος – τι όνομα κι αυτό θεέ μου- που  είχε δουλέψει ένα φεγγάρι στα καράβια της εξηγούσε  τους αστερισμούς ψηλά στον ουρανό, όσους τουλάχιστον μπορούσαν  να διαπεράσουν τα φώτα της πόλης . Το πρωί η στοά ήταν έρημη αλλά το μεσημέρι που σχολούσαν κι έφευγαν μαζί έβλεπαν εκεί κάτι περιθωριακούς και κάτι άλλους άσχετους που μαζευόντανε στη στοά και τα πίνανε τσιμπολογώντας κανένα μεζέ, λίγο τυράκι, κανένα ψάρι παστό, λίγο σαλαμάκι. Μερικές φορές έτρωγαν και καμιά καυτερή πιπεριά και τότε τους έβλεπες ν’ αναστενάζουν και να ξεφυσούν ενώ στάλες ιδρώτα έτρεχαν στο μέτωπο τους γιατί είχαν καεί τα μέσα τους. Όταν τύχαινε να περνά μόνη της την κοιτούσαν περίεργα και πετούσαν κανένα: ‘’Που πάει το γκομενάκι !’’ αλλά από τότε που τους είχε μιλήσει ο Λυκούργος την σέβονταν, με τον καιρό είχε ξεθαρρέψει κι αυτή, τους πετούσε καμιά κουβέντα κι άλλοτε σταματούσε στη στοά να πάρει κανένα βότανο από έναν πλανόδιο που πουλούσε σπόρους τριανταφυλλιάς και φύλλα δάφνης, σπαθόχορτο και ρίγανη, θυμάρι και στελέχη αλόης, είχε μάθει ότι ο τύπος πήγαινε μόνος του πάνω στα βουνά στις ξερολιθιές και τα μάζευε όλο το χρόνο…

Με τον Λυκούργο ένιωθε ασφάλεια τώρα όμως είχε μείνει μοναχή της στο υπόγειο κι είχε παγώσει απ’ το φόβο, ο άλλος είχε εξαφανιστεί, σίγουρα θα τον είχαν στείλει να ξεφορτώσει εκείνο το πελώριο φορτηγό που έφερνε καταραμένες προμήθειες και παραλαβές. Ήτανε μόνη της και φοβόταν, της ήρθε στη μνήμη εκείνη η σκηνή όταν ήταν μικρή που είχε πάει στην εκκλησία μοναχή της κι άναψε δυο κεράκια βλέποντας μια τοιχογραφία ζωγραφισμένη ψηλά  στην οροφή που έδειχνε τους μάγους να  ακολουθούν το αστέρι για να βρουν το χριστό, ξαφνικά είχε ακούσει τσόκαρα να σέρνονται στο πάτωμα αλλά δε μπορούσε να δει τίποτα, μοναχά ένα θρόισμα αδιόρατο διαπερνούσε τον αέρα σαν κάποιος να διέσχιζε το χώρο δίχως να φαίνεται κι αυτό ήταν τόσο τρομαχτικό που είχε ανατριχιάσει ολόκληρη. Η γιαγιά της  που την αγαπούσε υπερβολικά  και κάθε βράδυ στο μπαλκόνι της έδειχνε όλα τ’ άστρα του ουρανού κι όλους τους αστραφτερούς σχηματισμούς που φτιάχνονταν εκεί πάνω  τη νύχτα, κι όλους του δρόμους  που έπρεπε να διασχίσουν οι μετεωρίτες στο ουράνιο ταξίδι τους,   αυτή η γιαγιά της λοιπόν της είχε πει ότι η αγία σ’ εκείνη την εκκλησία είχε εμφανιστεί σε πολλούς, ιδίως σε μερικούς που δεν ήσαν και τα καλύτερα παιδιά και τους είχε δώσει ένα σκαμπίλι τόσο δυνατό που το ένιωθαν για χρόνια στο μάγουλο επειδή είχαν κάνει κάτι βρώμικο ή είχαν σκεφτεί κάτι πονηρό, μάλιστα υπήρχε και κάποιος στη γειτονιά με στραβωμένη τη μια μεριά του προσώπου που λέγανε ότι το είχε πάθει από ένα τέτοιο σκαμπίλι γιατί είχε βάλει κάποτε χέρι στο παγκάρι, η αγία τον είχε πάρει μάτι και τον τιμώρησε έτσι λέγανε . . .

Αυτό ακριβώς το συναίσθημα την κατέκλυσε ξανά όπως τότε που ήταν πιτσιρίκι κι έβλεπε τον κόσμο μ’ άλλα μάτια σαν όλα γύρω να είχανε μια διάσταση άλλη απ’ την πραγματική. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να σηκωθεί και να φύγει από κει πέρα, όπως όμως έκανε να υποχωρήσει το ένα μετά το άλλο τα φώτα στο ταβάνι έσβησαν, όλος ο χώρος γύρω σκοτείνιασε απότομα όπως συμβαίνει στους δρόμους το πρωί. Έκανε μερικά βήματα στα τυφλά ψηλαφώντας ένα καρότσι που υπήρχε στο διάδρομο, καθώς προσπαθούσε να σκεφτεί γιατί να της συμβαίνει αυτό, τι στο καλό αμαρτίες είχε κάνει, εκτός από κάτι ψιλά δε θυμόταν κανένα σοβαρό παράπτωμα, ήταν σίγουρη ότι από στιγμή σε στιγμή θα έτρωγε ένα μπάτσο τόσο δυνατό που θα της έφευγε καμιά γέφυρα απ’ την οδοντοστοιχία της. Έβαλε το χέρι στο σταυρό που είχε κρεμασμένο στο λαιμό, αυτόν που της είχε χαρίσει η αγαπημένη της γιαγιά  και τον είχε χάσει ένα καλοκαίρι βουτώντας στη θάλασσα σ’ ένα νησί από έναν βράχο. Είχε χαλάσει τότε τον κόσμο να τον βρει, είχε βάλει όλους τους γνωστούς της να βουτήξουν με μάσκες και μπουκάλες, η ίδια κόντεψε να σκάσει κάτω απ’ το νερό ψάχνοντας, δεν θα έφευγε απ’ το νησί αν δεν έβρισκε τον σταυρό, και τελικά τον βρήκε ρε φίλε, σ’ ένα μέρος όχι και τόσο βαθύ, ήταν πεσμένος στην άμμο του βυθού και γυάλιζε ακτινοβολώντας τις αχτίνες του ήλιου που έφταναν μέχρι τον βυθό, καλά όταν τον είχε στερεώσει στο λαιμό της ένιωσε υπέροχα σα να ξαναβρήκε τη χαμένη της δύναμη.

Ένας ήχος σα μακρόσυρτο μουρμουρητό ήρθε τώρα στ’ αυτιά της, αυτό το πράγμα ήταν σίγουρα κάποιο δαιμόνιο, για καλό πνεύμα πάντως δεν έμοιαζε, με το που έσβησαν τα φώτα τα μουρμουρητό εκείνο δυνάμωσε κι απ’ την αντίθετη κατεύθυνση της φάνηκε ότι άκουγε ένα θόρυβο που δυνάμωνε ολοένα σαν κάποιος να κοπανούσε ένα ταμπούρλο προαναγγέλλοντας μια καταστροφή που πλησίαζε ολοένα και πιο κοντά, είχε αρχίσει να ιδρώνει όπως εκείνοι οι τύποι στη στο που έτρωγαν τις καυτερές πιπεριές, της ερχόταν να βάλει καμιά τσιρίδα να ξεσπάσει, χωρίς να το καταλάβει έσυρε την παλάμη της κατά το σταυρουδάκι που είχε στο λαιμό

‘’Ε, τι διάλο γίνεται εκεί κάτω!’’ ακούστηκε η άγρια φωνή του Λυκούργου κι ένα  βάρος απίστευτο  έφυγε απ την καρδιά της .

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...