Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

XAOΣ

Χιόνι πυκνό έπεφτε το πρωί που βγήκε απ’ το σπίτι, χοντρές νιφάδες στοιβάζονταν στο τζάμι του αυτοκινήτου του, δεν είχε ξημερώσει ακόμα, σε κάποια στάση μια γυναίκα περίμενε μόνη το αστικό, ο σκούφος της πρέπει να είχε μαζέψει ένα κιλό χιόνι, γύρω οι προβολείς φώτιζαν αλλόκοτα το χώρο και σαν άρχισε να χαράζει όλο το μέρος θύμιζε τοπία που έβλεπε όταν ήταν μικρός, χιόνιζε τότε σχεδόν κάθε χρόνο και το βαστούσε για μέρες, οι άνθρωποι περπατούσαν βουλιάζοντας στο μαλακό άσπρο πράγμα που απλώνονταν παντού φορώντας κάτι κουκούλες, το σκηνικό του θύμισε μια εικόνα ενός παλιού αναγνωστικού που είχε κάποτε στο σχολείο με στέγες σκεπασμένες από χιόνι κι έναν χωρικό με μια κάπα να περπατά σ’ ένα μονοπάτι, ο τίτλος πάνω απ’ την εικόνα έγραφε: ‘’ΧΕΙΜΩΝΑΣ !’’

Μέρες τώρα προτού χιονίσει είχαν παγώσει τα πάντα γι αυτό και ξεκινούσε πιο αργά απ’ το προάστιο πάνω απ’ την πόλη όπου ζούσε περιμένοντας μήπως ζεστάνει λίγο. Με το που έβγαινε απ’ το σπίτι είχε τόσο κρύο που δε μπορούσε ν’ ανασάνει, πονούσε η μύτη του, ένας αέρας τσουχτερός τρυπούσε τα πάντα, εκείνη τη στιγμή δεν το είχε καταλάβει αλλά κατά πως είπανε αργότερα τέτοιο κρύο είχε να κάνει καμιά πενηνταριά χρόνια. Το μόνο κάπως ζεστό μέρος εκεί πάνω στο προάστιο ήταν ένα κοίλωμα σε μια ανηφόρα προς τα βουνά που το χτυπούσε ο ήλιος, εκεί έκοβε λίγο και τα πουλιά πετούσαν το ένα κοντά στο άλλο σα να προσπαθούσαν να ζεσταθούν, κοράκια στέκονταν πάνω στα δέντρα υπομένοντας καρτερικά το ψύχος , ένα σμήνος από γλάρους είχε ανακαλύψει κάτι σκουπίδια κι έκρωζε κάνοντας βόλτες κυκλικές, κοτσύφια πετάριζαν ανάμεσα στα χαμόκλαδα ενός δέντρου που έμοιαζε να κοκκινίζει στον ήλιο που ανέτειλε εκείνη την ώρα, κοιτούσε τα πουλιά κι αναρωτιόταν πως είχαν καταφέρει να επιβιώσουν όλες αυτές τις μέρες εκεί έξω…

Φτάνοντας στην πόλη πάρκαρε το αμάξι του μακριά απ’ το κέντρo, πιο κάτω δεν θα έβρισκε ούτε πεζοδρόμιο άδειο, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει κι έδειχνε ότι δεν θα σταματούσε εύκολα, στο μαγαζί του πάντως δεν υπήρχε περίπτωση να πατήσει άνθρωπος, άλλο τίποτα δε μπορούσε να κάνει παρά να σκεπάσει με πανιά όλα τα ρολόγια του νερού που ήταν εκτεθειμένα. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να το ρίχνει πιο πυκνό, φόρεσε την κουκούλα από το αδιάβροχο του και κίνησε για το αμάξι του, από μια λαϊκή που πέρασε δυο τύποι τρελαμένοι τόλμησαν μόνο να εμφανιστούν κι εκείνοι βιάστηκαν να φύγουν καθώς δε μπορούσες να δεις ούτε δίπλα σου, όπως περπατούσε μέσα απ’ την πόλη οι δρόμοι όλοι είχαν ασπρίσει, ψυχή δεν κινούνταν μόνο κάτι μικρά πουλάκια φτεροκοπούσαν ρίχνοντας τις νιφάδες από πάνω τους, όλα πάντως είχαν γίνει ξαφνικά πολύ όμορφα...

Και τις μέρες προτού να χιονίσει βέβαια το κέντρο ήταν έρημο, σχεδόν όλα τα μανάβικα σφραγισμένα, κάνα δυο χασάπηδες τουρτουρίζανε και ξεροστάλιαζαν μοναχοί, φοιτητές έτρεχαν στα μαγαζιά ν’ αγοράσουν σώματα ηλεκτρικά καθώς τα σπίτια τους είχαν γίνει ψυγεία, τα πανεπιστήμια, οι βιβλιοθήκες όλα κλειστά, έμοιαζε σα να έπεσε ξαφνικά βόμβα. Οι άκρες των δρόμων ήταν γεμάτες πάγο από σωλήνες του αερίου που έσπασαν με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, σε μια κατηφόρα όπου είχαν φύγει νερά και κανείς δεν νοιάστηκε να ρίξει αλάτι ένας δύστυχος ντελιβεράς σωριάστηκε στην άσφαλτο με το μηχανάκι του να γλιστρά μόνο του, έτυχε να δει τη σκηνή κι έτρεξε να τον βοηθήσει, ο ντελιβεράς σηκώθηκε αμέσως, τινάχτηκε μια στιγμή κι έφυγε ξανά σα δαίμονας για να χωθεί σε κάποιο στενό. Το πιο εντυπωσιακό πάντως είχε σχηματιστεί από μια διαρροή ενός γραφείου σε κάποιον όροφο ψηλά, το νερό είχε πέσει σ’ ένα δέντρο κι όταν πάγωσε το είχε κάνει σαν παραμυθένιο με κλαδιά κρυστάλλινα, εξωπραγματικά, ένα κομμάτι πάγου συμπαγές και γυαλιστερό που είχε πέσει στο χώμα στραφτάλιζε σα διαμάντι τεράστιο…

Με το που τό στρωσε για τα καλά στην πόλη έγινε χαμός, τα αμάξια δεν ήξεραν που να πάνε και πώς να στρίψουν, ντεραπάριζαν και πάλευαν να κρατηθούν στο οδόστρωμα, στον κεντρικό δρόμο είχε σχηματιστεί μια στρατιά αυτοκινήτων με τζάμια βρώμικα και τα φωτάκια τους αναμμένα σε μια σειρά ατέλειωτη, το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό. Περπατούσε πατώντας στο μαλακό χιόνι που δεν γλιστρούσε κι έτσι μπορούσε να πάρει λίγη ώθηση παραπάνω αλλιώς έπρεπε να κάνει διπλή προσπάθεια για να κρατηθεί στο γλιστερό οδόστρωμα, σε μια διασταύρωση επικρατούσε κόλαση, περνούσε όποιος ήθελε, στριμώχνονταν και μπλόκαραν ο ένας τον άλλον, οι τροχονόμοι είχαν εξαφανιστεί , όλοι κορνάριζαν, έβριζαν, ένα χάος απίστευτο! Το χιόνι που είχε λιώσει από τα αμέτρητα λάστιχα είχε γίνει πολύ επικίνδυνο, όπως πήγε να περάσει ανάμεσα από τα οχήματα γλίστρησε κι έπεσε με τον γοφό, κάποιος έτρεξε και τον ρώτησε ‘’Χτύπησες;’’ ’’ Ευχαριστώ!’’, φώναξε ‘’ Είμαι εντάξει!’’

Συνέχισε να περπατά, το σώμα του είχε ζεσταθεί κι όλο και πιο πολύ του άρεσε αυτό που γινόταν, όλοι οι δρόμοι είχαν γίνει τόσο άσπροι σα να καθάρισαν ξαφνικά και να έγιναν με τρόπο μαγικό διάφανοι, ένα κορίτσι πέρασε δίπλα του και χαμογέλασε καθώς περνούσε ένα ζευγάρι γάντια στα δάχτυλα της. Έφτασε στο αμάξι και ξεκίνησε σιγά σιγά, στην αρχή πήγαινε καλά όμως καθώς ο άσπρος όγκος σωρεύονταν τον δυσκόλευε, γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολο, το όχημα έφευγε όπου να ναι και σε μια φάση ένιωσε ότι οι τροχοί δεν υπάκουαν. Έστριψε σε κάτι στενά κι εκεί έπεσε πάνω σ’ ένα κάρο οδηγούς που είχαν εγκλωβιστεί και δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ στο σπίτι του αν συνέχιζε έτσι και στο πρώτο κενό που βρήκε έβαλε το αυτοκίνητο σημειώνοντας την οδό, κλείδωσε την πόρτα και σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει.

Είχε φτάσει κοντά στην έξοδο της πόλης, μπορούσε να περιμένει μήπως περάσει κάποιο λεωφορείο, είχε δει ότι κυκλοφορούσαν ακόμα, η στάση πρέπει να βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά, προχώρησε προς μια κατεύθυνση όμως όλο εκείνο το άσπρο τον μπέρδευε, δε μπορούσε να προσανατολιστεί, χανόταν, δεν έβρισκε ένα σημείο σταθερό, τι στο καλό συνέβαινε; Είχε αρχίσει να κουράζεται, πρέπει να είχε κάνει κάποιο λάθος, η στάση δε βρίσκονταν πουθενά μόνο κάτι μικρά σπιτάκια στη σειρά φαίνονταν, όλα σκοτεινά εκτός από ένα όπου ένα φως θαμπό έκαιγε, αποφάσισε να τραβήξει κατά κει.

‘’Κάπως έτσι πρέπει να ναι στο βορρά...’’ σκεφτόταν προχωρώντας αργά προς το φωτάκι ‘’...κι όμως δεν έχουν πρόβλημα, γιατί λοιπόν εγώ να ζορίζομαι;’’ Στο κάτω κάτω ο χειμώνας ήταν το στοιχείο του, το καλοκαίρι δεν το άντεχε, μια χρονιά που είχε ρίξει ένα γόνατο στο προάστιο κι είχε κλειστεί τρεις μέρες στο σπίτι, ένιωθε πολύ όμορφα. Εκείνες τις μέρες είχε δει στη τηλεόραση μια ταινία μ’ έναν άνθρωπο που κλείστηκε χωρίς να το καταλάβει σ’ ένα πιθάρι και δεν μπορούσαν να τον βγάλουν έξω με τίποτα, πρέπει να ήταν το ΧΑΟΣ των Ταβιάνι βασισμένο σε τρία διηγήματα του Πιραντέλο, όποτε χιόνιζε πάντα έρχονταν στο μυαλό του εκείνη η ταινία.

Δεν είχε πρόβλημα με το κρύο, στο στρατό ήταν λοκατζής, έπεφτε από το αεροπλάνο στη θάλασσα κι έπρεπε μετά να κολυμπήσει έξι μίλια μες το παγωμένο νερό, όταν έβγαινε έξω τα δόντια του κροτάλιζαν, δεν μπορούσε να βρει τα χέρια και τα πόδια του, όμως ευχαρίστως το ξανάκανε. Τον γοήτευαν οι ιστορίες ανθρώπων που επιβίωναν σε συνθήκες απίστευτα δύσκολες και θερμοκρασίες πολικές, μια φορά βέβαια που ταξίδεψε στη Ρωσία είχε πάθει πλάκα με το πόσο άνετοι ήταν εκεί οι άνθρωποι στους μείον τριάντα, πίστευε όμως ότι όλα συνηθίζονται. Κάποιος μάλιστα του είχε μιλήσει ότι πιο πέρα απ’ τη Ρωσία, μετά τα Ουράλια, στη Σιβηρία, στην Τάϊγκα, εκεί πέρα μόνο τα δέντρα μπορούσαν να επιβιώσουν, κι αν πήγαινες προς τον Ειρηνικό, κατά την Κορέα μεριά, η υγρασία που ερχόταν απ’ τον ωκεανό μπορούσε να σε σκοτώσει για να μη μιλήσουμε για κάτι χωριά στο Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό όπου η επιβίωση είναι σχεδόν αδύνατη.

Είχε φτάσει πια στο φωτάκι όμως εκεί δεν υπήρχε σπίτι αλλά μια εκκλησίτσα μικρή, κάποιος είχε αφήσει αναμμένη μια λάμπα μπροστά στον νάρθηκα, ‘’Αν είναι ανοιχτά θα μπω μέσα...’’ σκέφτηκε ‘’...να πάρω μια ανάσα και βλέπουμε. ’’ Για να μπει στην εκκλησίτσα έπρεπε να διασχίσει ένα μικρό γεφυράκι δίχως κάγκελα κι εκεί παραλίγο να γλιστρήσει στο ρέμα που υπήρχε από κάτω, έφτασε τελικά, έσπρωξε τη πόρτα που άνοιξε εύκολα και πέρασε μέσα. Το εκκλησάκι φωτίζονταν μόνο από ένα μικρό καντήλι όμως και μόνο που δεν φυσούσε ούτε χιόνιζε ήταν πολύ καλύτερα, έβγαλε τα παπούτσια του που είχαν πάρει ένα σωρό υγρασία, κάθισε σ’ ένα στασίδι και τότε μόνο διαπίστωσε ότι το πόδι του ήταν μούσκεμα από τη στιγμή που είχε πέσει, ένιωθε κουρασμένος, χρειαζόταν λίγη ξεκούραση, λίγο ύπνο,εδώ και μέρες έτρεχε συνέχεια δεξιά κι αριστερά, έσφιξε πάνω του το μπουφάν και χωρίς να το καταλάβει τον πήρε ο ύπνος.

Εκεί είδε ένα όνειρο, πίσω από το εκκλησάκι λέει βρισκόταν ένα πορτάκι που έβγαζε σ ένα ξέφωτο σα μικρό λιβάδι κρυμμένο με λίγα χιόνια πάνω στο πράσινο γρασίδι που απλώνονταν κι ένα πιθάρι τεράστιο θαμμένο στο χώμα. Από μια ραγισματιά του πιθαριού κελαρυστό νερό έτρεχε κυλώντας σ ένα αυλάκι και στις όχθες της νεροσυρμής μια τούφα από λουλούδια μαβιά και κίτρινα φύτρωνε ανάμεσα σε ψηλό χορτάρι ξεραμένο. Τα λουλούδια δίπλα στο λευκό χιόνι, το πράσινο γρασίδι, το νερό που έτρεχε, εκείνο το μυστήριο το πιθάρι που κάποιος είχε καρφώσει στη γη, όλα ήταν τόσο όμορφα που δεν μπορούσες να μην θαυμάσεις εκείνο το μέρος κι όταν φυσούσε ο άνεμος περνώντας πάνω απ’ τα ξερά χόρτα το θρόισμα του ακούγονταν σαν τραγούδι της άνοιξης.

Όταν ξύπνησε ένιωθε μια φρεσκάδα σα να είχε κοιμηθεί για ώρες, βγήκε έξω απ την εκκλησία για ν’ αντικρίσει ένα άσπρο απέραντο που απλώνονταν μπροστά του σκεπάζοντας τα πάντα παρθένο κι απάτητο, στάθηκε για μια στιγμή δίχως να μπορεί ν αποφασίσει τι θα κάνει κι ύστερα άρχισε να περπατά κατά κει που νόμιζε ότι έπρεπε να πάει, τα πόδια του βούλιαζαν μερικά εκατοστά αφήνοντας πίσω μικρές λακκούβες, όταν έκλεινε τα μάτια μαβιά και κίτρινα λουλούδια σαν κρόκοι εμφανίζονταν.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

ΛΕΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

Κάποιος είχε πει ότι φέτος θα χει πολύ κρύο κι είχε πέσει μέσα ο άτιμος, η παγωνιά τραβούσε κάνα μήνα, μες τις γιορτές είχαμε ξυλιάσει, τα χέρια μου είχαν σκληρύνει σα να έβγαλαν φολίδες, όλοι έμοιαζαν να χουν τρελαθεί, σκυλιά σχημάτιζαν κοπάδια και περιφέρονταν αγριεμένα στην πόλη ψάχνοντας για κάνα κόκαλο, γάτες αναμαλλιασμένες έτρεχαν να κρυφτούν μέσα σε τρύπες νιαουρίζοντας γκρινιάρικα, στην Αριστοτέλους ένα τρελός που τουρτούριζε είχε σταματήσει μπροστά στο φυλάκιο του αστυνομικού τμήματος και μιλούσε ασυνάρτητα στον φύλακα για πόση ώρα δεν ξέρω, ο χωροφύλακας δεν ήξερε τι να κάνει, ένας άλλος τύπος είχε διπλώσει το σώμα του στο χείλος ενός κάδου κι ήταν έτοιμος να χωθεί μέσα για να πιάσει κάτι, το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε...

Ένα πρωινό καθώς έβγαινα απ’ το σπίτι είδα χιόνι ψιλό να έχει στρωθεί στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ψηλά εκεί στις Συκιές έξω από μια εκκλησιά άστεγοι ελεεινοί περίμεναν να φάνε, μυρουδιές έβγαιναν απ’ το υπόγειο καθώς οι γυναίκες ετοίμαζαν το συσσίτιο, πάνω απ’ το γήπεδο του ΒΑΟ σ’ ένα σημείο με θέα φοβερή ναρκομανείς ρωσοπόντιοι είχαν φτιάξει ένα στέκι, οι μάγκες είχαν διαλέξει το κατάλληλο μέρος, φοβόσουν να περάσεις από κει, εμένα βέβαια όσες φορές πέρασα δε μούπανε τίποτα μόνο με κοίταζαν κάπως και κάτι έτρεχαν να κρύψουν, είχαν κουβαλήσει κάνα δυο καρέκλες και καθόντουσαν να χαζέψουν την πόλη, το λιμάνι, τα καράβια και τον ορίζοντα μέχρις εκεί που έφτανε το μάτι. Όποτε κατέβαινα με τα πόδια για να πάω στην εκκλησία αγριευόμουν λίγο αλλά πότε δεν έτυχε τίποτα, περπατούσα δίπλα στα κάστρα και περνούσα έξω από την αγία Αικατερίνη, έναν παλιό ναό με τούβλα κόκκινα χαμένο μες την δόμηση, τα παραθύρια άνοιγαν εκείνη την ώρα, τα αυτιά μου πονούσαν από τον βοριά, στην εκκλησία πάντως έκανε ζέστη…

Το σπίτι ήταν ψυγείο, τα καλοριφέρ δεν δούλευαν, ο θερμοστάτης στο υπόγειο είχε μπλοκάρει, κατέβηκα να δω τι γίνεται, ο διάδρομος μύριζε πετρέλαιο, το παραθυράκι στα σκαλιά ήταν κλειστό, το άνοιξα να μπει αέρας καθαρός στο υπόγειο μια σειρά από τετράγωνα μηχανήματα που επικοινωνούσαν με σωλήνες μαυρισμένους, πάντως έκανε ζέστη, όλα τα μοτόρια γουργούριζαν συνέχεια μόνο το δικό μας είχε βουβαθεί, έψαξα το κουμπί να το βάλω μπρος, δεν μπορούσα να το βρω, δεν είχα και το κινητό μαζί να φέξει λίγο, τελικά ψηλαφίζοντας το βρήκα και το πάτησα, αμέσως πήρε μπρος κι άρχισε ν’ αγκομαχάει. Με το που άναψαν τα σώματα παίξαμε μια παρτίδα χαρτιά με τη γυναίκα μου, αμέσως άπλωσε τις καρτούλες της στο τραπέζι και τις χάζευε τόσο τέλειες που ήτανε ενώ εγώ δεν μπορούσα να κατεβάσω ούτε μία, ρε φίλε με είχε σκίσει, δε μ’ άφηνε σε χλωρό κλαρί, μου την έδωσε, λύσσαξα, άφρισα, δεν μπορούσα να κρατηθώ και τα σκόρπισα όλα, διέλυσα την τράπουλα, με κοίταζε και δεν το πίστευε, παρεξηγήθηκε, ζήτησα συγνώμη, ‘’Δεν την θέλω!’’ μου είπε.

Σε μια τράπεζα που πήγα κόσμος ατέλειωτος περίμενε να κλείσει τις υποθέσεις του, ο χρόνος έκλεινε και κανείς δεν ήθελε ν’ αφήσει εκκρεμότητες πίσω του, στη δουλειά το αφεντικό μου είχε σπάσει τα νεύρα, μα τι άχρηστος, πάγωνε και παραπονιόταν σπαστικά όλη την ώρα ‘’Τα πόδια μου, η μέση μου, το κεφάλι μου ’’ πολύ ψοφίμι ρε φίλε, σκεφτόμουν να σηκωθώ να φύγω από κει να μη τον ακούω που μας είχε πρήξει! Εγώ πάλι ήμουν μια χαρά, όλη την ώρα στη γύρα κρατιόμουν ζεστός, αυτός όμως είχε το χαβά του, πλακώθηκε δίχως λόγο με τον Βασίλη που ήταν ο καλύτερος μας πελάτης, αρπάχτηκαν, σκοτώθηκαν, μόνο που δεν πιαστήκαν στα χέρια, ο Βασίλης τον ήξερε και τον αγνοούσε, μ’ έψαχνε, κάθε χρόνο περνά να με δει κοντά στην πρωτοχρονιά, ‘’Που είναι ο Αποστόλης¨’’ ρωτούσε.

Πουλούσε σύκα ξερά απ’ την Εύβοια, δαμάσκηνα απ’ την Σκόπελο, κρασιά απ’ τα Μεσόγεια που βγάζουν λέει το καλύτερο σταφύλι, λάδι εκλεκτό από κάπου απ’ τη Λαμία, το χωριό του ήταν σ’ ένα νησί κι από κει τη νύχτα μπορούσε να δει τα φώτα μιας πολιτείας αντίκρυ, εκείνο το στενό ανάμεσα στο νησί και την πολιτεία ήταν λέει παλιά πέρασμα των καραβιών κι εκεί υπάρχουν ναυάγια πολλά στο βυθό...
Αφού σκοτώθηκε με το βλαμμένο το αφεντικό ξαναβρήκε το κέφι του, πρέπει να είχε πουλήσει πολύ πράγμα στα μαγαζιά, έβγαλε από τ’ αμάξι του και μας κέρασε μερικά πακετάκια σύκα τυλιγμένα με μια κορδελίτσα πράσινη, μας έλεγε για τ’ αμπέλια που έχει στο νησί φυτεμένα σε βαθμίδες στις πλαγιές, για τα λιόδεντρα που κάνουν καρπό μια φορά στα τρία χρόνια, μαζεύονται λέει τότε όλα τα ξαδέρφια για να τρυγήσουν τα δέντρα που φύτεψε ο παππούς τους, μένουν λέει τότε όλοι σ ένα καλύβι πέτρινο που είχε χτίσει ο παππούς και είναι πολύ γερό ακόμα, καλά εκείνος ο παππούς πρέπει να ήταν πολύ προκομμένος ! Με την δουλειά του ταξίδευε συνέχεια ‘’Έχετε πάει ποτέ κατά την νοτιοδυτική Ελλάδα; ‘’ μας ρώτησε, Καρπενήσι, Αράχωβα, Δελφοί, Ιτέα, Γαλαξίδι, Μεσολόγγι, Αμφιλοχία, Άγραφα, Αστακός, κι ακόμα Ιόνιο, νησιά, θάλασσα πράσινη μέχρι απάνω, Άρτα Ηγουμενίτσα, εγώ τρελαίνομαι για κείνα τα μέρη, πρέπει να πάτε, παιδιά καμιά σχέση με ότι έχετε δει!’’

Σαν σχόλασα πήγαμε με τον Βασίλη για καφέ σ’ ένα μαγαζί με μια τζαμαρία που κοίταζε κατά τη θάλασσα, πήγαινα συχνά κατά κει, ήταν ζεστά, τρεις τύποι που είχαν έρθει από νωρίς είχαν πιάσει το καλύτερο μέρος και δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν με τίποτα, κάποια στιγμή πέρασε κι εκείνος ο ξένος που είχαμε πάει μαζί κάποτε στην Κοζάνη σ’ ένα δικαστήριο, είχε χιονίσει πολύ εκείνη τη χρονιά. Δεν τον είχα ξαναδεί, άκουγα ότι έδερνε τη γυναίκα του, τη Τζούλια κι όταν αυτή τον κατήγγειλε την είχε κοπανήσει για το εξωτερικό, μόλις τον είδα τον γνώρισα, ‘’Είσαι ο Γκ έτσι;’’ του πέταξα κι αυτός αστραπιαία θυμήθηκε τ’ όνομα μου, βιάστηκε να τελειώσει το ποτό του και να φύγει...

Βγήκαμε μια βόλτα στην αγορά να ξεμουδιάσουμε, κόσμος πολύς στα μαγαζιά, ζητιάνοι παντού, έχει γεμίσει η πόλη από δαύτους, στον παραλιακό δρόμο μια θάλασσα από φώτα χρωματιστά, ένα αστέρι γυάλιζε ανάμεσα σε δυο κτίρια που έφτιαχναν ένα φαράγγι από τσιμέντο, σε μια γωνιά μπροστά σε μια βιτρίνα ένα φλιτζάνι του καφέ κι ένα ποτήρι, κάποιος τα είχε παρατήσει για να τα μαζέψουν, ο αέρας που φυσούσε έσερνε στην άσφαλτο ένα ζευγάρι γάντια μοτοσικλετιστή και μια τσάντα μεγάλη αεροδρομίου, νομίζαμε ότι είχε φύγει από κάποιο μαγαζί κι ανοίξαμε την πόρτα από ένα κατάστημα να ρωτήσω, ‘’Δεν είναι από μας!’’ μου είπε ένα παιδί που δούλευε εκεί πέρα ‘’Είδατε αν έχει τίποτα μέσα;’’, την ανοίξαμε , ήταν άδεια, τελικά την πετάξαμε σ’ έναν κάδο…

Όταν γυρίσαμε πίσω στο μαγαζί οι τρεις τύποι ήταν ακόμα εκεί, μου φάνηκε απίστευτο που δεν είχαν φύγει, αν έχεις το θεό σου πρέπει να είχαν χτυπήσει οχτάωρο, μα πως μου την είχαν δώσει, ‘’Καλά δεν έχετε σπίτι;’’ ήθελα να τους πω. Ο Βασίλης κατάλαβε τι σκεφτόμουν ‘’’Άστους να κάτσουν όσο θέλουν!’’ είπε ‘’Κάποτε δεν άντεχα κι εγώ να μένω μόνος τις γιορτές, ένα βάρος στο στήθος με πλάκωνε, ένας φόβος, νόμιζα ότι θα πεθάνω από μελαγχολία, πήγαινα τότε στον παππού μου, αυτόν που φύτεψε τ’ αμπέλια κι έφτιαξε εκείνο το υποστατικό το πέτρινο, μ’ αγαπούσε, περνούσα εκεί τις γιορτές, πολύ μ άρεσε, είχε χτίσει ένα διώροφο έξω απ το χωριό και περνούσε την ώρα του σ’ έναν μπαξέ τεράστιο. Όποτε ήμουν εκεί μ’ έβαζε να ποτίζω τα χειμωνιάτικα που έβαζε ο παππούς, κρεμμυδάκια, σπανάκια, λάχανα, παντζάρια, κουνουπίδια, η γη ήταν ξερή απ’ τις παγωνιές και μόλις έβρεχα το χώμα με το λάστιχο ένα πουλάκι μικρούτσικο σαν κοκκινολαίμης ερχόταν κάθε φορά σα να με θυμόταν χωρίς να φοβάται και με κοίταζε, είχε καιρό να δει βροχή και πρέπει να του είχε λείψει, καθόταν μέχρι αργά σ’ ένα κλαδάκι κι έβγαζε μια φωνούλα σιγανή ώσπου βράδιαζε...’’

‘’Μια χρονιά...’’ συνέχισε Βασίλης πιάνοντας μια καρέκλα ‘’...ο παππούς μου ήταν στα τελευταία του και με φώναξε να τον ξυρίσω, τα γένια του είχαν γίνει σα σκοινιά, μέχρι να τα καθαρίσω έφαγα κάνα δυο ώρες, έπρεπε να προσέχω μη τον κόψω με καμιά άγαρμπη κίνηση και γεμίσει αίματα, στο τέλος τον έπλυνα καλά καλά, ευχαριστήθηκε και μου είπε, ‘’Έχεις ακουστά για τα ναυάγια στ’ ανοιχτά, μια φορά προτού πενήντα χρόνια είχα βουτήξει για χταπόδια, βλέπω σε μια καταβόθρα ένα πράγμα σα πλώρη καραβιού, πλησιάζω και βλέπω το ακρόπρωρο τυλιγμένο στα φύκια, τραβώ τις πρασινάδες και βλέπω ένα πράγμα περίεργο σα λιοντάρι σκαλιστό, σαν δράκο φαγωμένο απ το νερό αλλά πάλι ήταν τόσο όμορφο που ήθελα να το ξηλώσω και να το φέρω στο σπίτι, όπως δοκίμαζα να δω αν ξεκολλά με την άκρη του ματιού βλέπω κάτι να γυαλίζει, βουτώ πιο βαθιά και βγάζω έναν τενεκέ μικρό γεμάτο νομίσματα, τα έχω θαμμένα κάτω από ένα δέντρο, θα σου πω που, πήγαινε και παρ τα !’’

‘’ Το βράδυ ο παππούς έπεσε σε λήθαργο, την άλλη μέρα πέθανε, μαζεύτηκε όλο το σόι να κάνουμε την κηδεία, εγώ τώρα να έχω τρελαθεί, το μυαλό μου ήταν συνέχεια σ εκείνο το τενεκεδάκι, περιμένω και μόλις φεύγουν όλοι πάω κατευθείαν και πιάνω να σκάβω μ’ έναν κασμά εκεί που μου είπε, κάτω από μια φλαμουριά, όλη την ώρα να κοιτάζω γύρω μήπως με βλέπει κανένας, τίποτα, ερημιά μόνο και κρύο, είχα σκάψει κάμποσο όταν βλέπω να έρχεται εκείνος ο κοκκινολαίμης, να κάθεται σ’ ένα κλαδάκι και να με κοιτά σα να ήξερε τι κάνω. Είχα σκάψει σχεδόν κάνα μέτρο βαθιά και δεν είχα βρει τίποτα ‘’Πάει με κορόιδεψε ο παππούς!’’ σκεφτόμουν και τότε χτυπώ σε μια πέτρα μεγάλη, άσπρη, ίσια σα μάρμαρο, άρχισα να ιδρώνω την καθαρίζω και βλέπω απάνω ένα σημάδι σαν άστρο, αυτό ακριβώς μου είχε πει ο παππούς. Σκάβω γύρω γύρω απ την πέτρα, την σηκώνω με τα χίλια ζόρια και βρίσκω ένα τενεκεδάκι σκουριασμένο, το βγάζω, το κουνάω κι ακούω να κουδουνίζει, ήταν γεμάτο κέρματα σα σκουριασμένα, τα πιάνω στα χέρια μου ήταν γεμάτα χώματα, τα καθαρίζω λίγο με τα δάχτυλα, άρχισαν να γυαλίζουν, πάω στη βρύση και τα πλένω, ήταν καμιά εκατοστή, όχι πολύ χοντρά όμως όσο τα γυάλιζες τόσο λαμποκοπούσαν, τ’ αράδιασα στο τοιχάκι της βρύσης και τα χάζευα, εκείνη τη στιγμή ο κοκκινολαίμης έρχεται, κάθεται στη βρύση τόσο κοντά που μπορούσα να τον πιάσω κι αρχίζει να τραγουδάει, μόλις τέλειωσε ένα άλλο πουλί από κάπου άρχισε κι εκείνο και μετά ακόμα ένα, οι τρίλιες τους γέμιζαν τον αέρα σα να πανηγύριζαν για κάτι, χωρίς να το καταλάβω άρχισα να γελώ μοναχός μου, ήταν η πιο ωραία στιγμή της ζωής μου’’.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Η νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων ήταν σπουδαία έλεγε ο πατέρας μου κι εγώ κοιτούσα το βράδυ κατά τον ουρανό μήπως δω κανένα άστρο να γκρεμίζεται και να κατρακυλά στο κενό. Με το που χτυπούσαν οι καμπάνες μέσα μες τ’ άγρια χαράματα η μάνα μου ερχόταν στην κρύα κάμαρα όπου κοιμόμουν και με ξυπνούσε για να πάω στην εκκλησία και να βοηθήσω τον παπά και τον ψάλτη διαβάζοντας καμιά προφητεία, κανέναν Απόστολο ή ψάλλοντας κανένα κανόνα απ’ τον όρθρο. Θυμάμαι μια χρονιά που χιόνιζε και περπατούσαμε με τη μάνα μου να με σκεπάζει μ’ ένα παλτό ενώ εγώ παρατηρούσα τις πατημασιές των ανθρώπων που είχαν προηγηθεί πάνω στο χιόνι.
Την προηγούμενη μέρα βγαίναμε με τον μικρό αδερφό μου για να πούμε τα κάλαντα παίρνοντας σβάρνα τα σπίτια του χωριού για να γεμίσουμε τις τσέπες με κέρματα περιμένοντας καμιά γλυκιά γυναίκα να μας δώσει κάτι περισσότερο, ύστερα γυρνούσαμε σπίτι για να τα σκορπίσουμε στο πάτωμα και να τα μετρήσουμε. Η αδερφή μου που ήταν πιο περπατημένη, τη χρονιά που μετακομίσαμε στο άλλο χωριό, το μικρό, το ξεμπέρδεψε νωρίς και καθώς ήταν μαθημένη από το άλλο χωριό το μεγάλο με τα ατέλειωτα σπίτια της κακοφάνηκε, έτσι την επόμενη φορά κοιμήθηκε στη γιαγιά μου σ’ εκείνο το παλιό σπίτι με τα μεγάλα περβάζια και το αρχαίο τζάκι κι έβγαλε το άχτι της.

Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι μετά την λειτουργία των Χριστουγέννων κι όπως η μάνα μου μας είχε ταράξει στη νηστεία για σαράντα μέρες, πέφταμε σαν λυσσασμένοι στο λάχανο με το χοιρινό απ’ το ζώο που είχαμε σφάξει και το είχαμε κρεμασμένο στην αποθήκη για να σιτέψει. Η Πρωτοχρονιά δεν ήταν και τόσο σπουδαία. Η Πρωτοχρονιά για μας δεν ήταν και τόσο σημαντική, είχαμε πια χορτάσει και μας είχε φύγει η μανία για φαγητό, μαζευόμασταν όλοι στο κουζινάκι μας αποβραδίς, ο πατέρας μου έκοβε μια αυτοσχέδια πίτα με το χέρι του, μας την μοίραζε, ύστερα περνούσε από μπροστά μας ένα θυμιατό κι εμείς έπρεπε να κουνήσουμε κυκλικά το χέρι πάνω απ’ τους καπνούς και να πούμε «Καλώς ήρθε ο Άγιος Βασίλης και του χρόνου με υγεία». Έπειτα πήγαινε να θυμιάσει τα ζώα στο στάβλο ο οποίος ανέδυε ζέστη απ’ τους ατμούς που έβγαζαν οι αγελάδες απ’ τα ρουθούνια τους. Εμείς τρώγαμε το κανταΐφι που έφτιαχνε η μάνα μου με κάτι άσπρες λεπτές ίνες ζύμης που έψηνε στο φούρνο κι από πάνω έριχνε σιρόπι και καρύδια απ’ την καρυδιά μας που τα φυλάγαμε στο ταβάνι. Το κανταΐφι θύμιζε λίγο σούπα αλλά χρόνια αργότερα μια γυναίκα μου έδωσε να δοκιμάσω κάτι παρόμοιο και κατάλαβα ότι είχα υποτιμήσει το δικό μας. Αφού θυμιαζόμασταν ο πατέρας μου έφευγε για να πάει να παίξει χαρτιά ή ακορντεόν στις παρέες όπου τον καλούσαν. Δεν τον είχα δει ποτέ να παίζει ακορντεόν, μια φορά μόνο πολύ παλιά, αλλά τον έβλεπα στις φωτογραφίες με κάτι μουστακοφόρους να χαμογελούν και να γλεντούν σε πανηγύρια και γάμους, εκεί που οι γυναίκες ετοίμαζαν μεζέδες και σαρμαδάκια και κεφτεδάκια και κομμάτια κοτόπουλου και μεις τα μικρά κοιτούσαμε και μας τρέχαν τα σάλια…

Μια Πρωτοχρονιά ο πατέρας μου ήταν μες τα νεύρα, δεν μπορούσε να παει να χαρτοπαίξει γιατί έπρεπε να φυλάξει όλη τη νύχτα έξω απ’ το μέρος όπου είχαμε τα γουρούνια, οι θηλυκοί χοίροι έχουν τη φήμη ότι τρώνε τα μικρά τους. Κάπνιζε όλο το βράδυ και το πρωινό είχε αρρωστήσει και πονούσε το στομάχι του τόσο πολύ ώστε δεν ξανακάπνισε. Τα γουρούνια κανείς δεν πήγαινε να τα καθαρίσει εκτός από μένα κι όποτε έμπαινα μες το σπιτάκι τους με κοιτούσαν παραξενευμένα κάτω απ’ τα μεγάλα αυτιά τους γρυλίζοντας. Με το που τέλειωνε η νηστεία πάντα είχαμε ένα απόθεμα χοιρινού και κάθε φορά που πεινούσαμε μ’ έστελνε η μάνα μου στην αποθήκη να κόψουμε ένα κομμάτι κρέας που το τηγανίζαμε και χορταίναμε τρώγοντας το με λίγο ψωμί, ήταν πολύ νόστιμο. Τρελαινόμασταν ακόμα για το γεμιστό έντερο του γουρουνιού με ρύζι και μπαχαρικά που το κάνει ακόμα η μάνα μου. Τρελαινόμασταν επίσης για πίτες με παπαρούνες χειμωνιάτικες πριν βγάλουν κοτσάνι και λουλούδι. Με τον αδερφό μου ψάχναμε για παπαρούνες κι άλλα χόρτα κρατώντας ένα μαχαιράκι και μια σακούλα στα χωράφια που είχαν οργωθεί, και κουβαλούσαμε τα χόρτα στο σπίτι. Η μάνα μου έπειτα άνοιγε φύλλο με τον πλάστη πάνω στο τραπέζι ρίχνοντας αλεύρι μπόλικο και στη συνέχεια έψηνε την πίτα πάνω στη σόμπα σ’ ένα ταψί μπακιρένιο αναποδογυρίζοντας την σ’ ένα καπάκι ξύλινο που είχαμε για να σκεπάζουμε τα διπλωμένα ξερά καπνόφυλλα. Ζύμωνε και ψωμί η μάνα μου σε μια μεγάλη σκάφη σαν βάρκα όπου άφηνε το ζυμάρι όλη νύχτα να φουσκώνει με τη μαγιά και κατόπι δούλευε για ώρα το μίγμα με τις γροθιές της πράγμα που πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο και χρειαζόταν δύναμη. Μετά έπαιρνε μεγάλα κομμάτια ζύμης τα τοποθετούσε μέσα σε μικρά ταψιά και τα έβαζε στο φούρνο που είχε στο μεταξύ πυρωθεί από φρύγανα που καίγαμε, είχαμε στοίβες ολάκερες από πουρνάρια ειδικά από ένα είδος που είχε μαλακά φύλλα και το προτιμούσαν οι κατσίκες. Όταν ψήνονταν τα ψωμιά, τα βγάζαμε μ’ ένα φτυάρι μακρύ και μετά τρώγαμε αυτό το ψωμί με τη σφιχτή ψίχα το οποίο είχε μια γεύση και μια αίσθηση που δεν έχω ξαναβρεί από τότε…

Για κάποιο λόγο έχω συνδυάσει τις γιορτές με τα φαγητά που τρώγαμε, αυτό μου χει μείνει περισσότερο είναι οι γεύσεις ειδικά αυτή του κρέατος. Ο πατέρας μου κρατούσε πάντα κάνα δυο γουρούνια σ’ ένα κουμάσι που βρίσκονταν σε μια γωνιά του οικοπέδου μας δίπλα σ’ ένα σάπιο αμπάρι όπου αποθήκευε τη μακρόκοκη σίκαλη. Τα ζώα γρύλιζαν και μεις τους πετούσαμε βλίτα και τραύλα, γλιστρίδες, αυτά που φύτρωναν στα σημεία όπου είχε σπάσει κάποιος σωλήνας του νερού. Εκτός από γουρούνια είχαμε πάντα και κότες κι εγώ έπρεπε κάθε πρωί να ανοίξω την πόρτα τους για να βγουν έξω σα δαιμονισμένες και ν’ αρχίσουν να κακαρίζουν, να πεταρίζουν και να τσιμπολογούν τα αποφάγια που τους ρίχναμε. Είχαμε ένα «αγγείο» όπως το λέγαμε, ένα μπακιρένιο βαθύ δοχείο με πράσινο πυθμένα απ’ όπου έπιναν νερό σηκώνοντας το κεφάλι. Το βράδυ έπρεπε να σφραγίσω την ξύλινη πόρτα του κοτετσιού τοποθετώντας κάτι πέτρες πάνω της γιατί αν τυχόν τρύπωνε καμιά νυφίτσα θα έπνιγε κάθε κοτόπουλο που έβρισκε μπροστά της με δολοφονική μανία.

Αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο πάντως είναι μια παραμονή Χριστουγέννων που ο αδελφός μου κι ο πατέρας μου συζητούσαν κι αποφάσισαν να πάμε την επόμενη μέρα για να κόψουν στον «λάκκο», όπως λέγαμε το ρέμα που διέσχιζε το χωριό και χύνονταν στο ποτάμι. Υπολόγιζαν ότι κανείς δεν θα μας έβλεπε- γιατί απαγορεύονταν αυστηρά- χρονιάρα μέρα να κόβουν πουρνάρια με το σκληρό τους ξύλο και πλατάνια και κέδρους αγκαθωτούς με το αλυσοπρίονο που φυλάγαμε στην αποθήκη, εκεί όπου βάζαμε τον καβουρμά με το πράσο και το χοιρινό, τα σταφύλια που δεν είχαν παγώσει απ’ την κληματαριά μας και τις ντομάτες που τις κάναμε τουρσί .

Καθώς τ’ αστέρια γκρεμίζονταν και κατρακυλούσαν στο σκοτεινό στερέωμα μιλούσαν οι δυο τους ώρα πολλή κι εγώ τους άκουγα κάτω απ’ τα σκεπάσματα όπου υποτίθεται ότι κοιμόμουν. Εκείνο το δωμάτιο ήταν το πιο ζεστό σόλο το σπίτι, εκεί είχαμε και μια τηλεόραση παλιά όπου είχα δει μια σειρά κινούμενων σχεδίων με ιστορίες για θεούς και δαίμονες που πάλευαν με τους ανέμους και τα στοιχεία της φύσης, μια ιστορία τη θυμάμαι καθαρά, ο νότιος άνεμος είχε ανατρέψει το σκάφος κάποιου δαίμονα κι εκείνος για να εκδικηθεί έσπασε το φτερό του ανέμου κι έτσι για εφτά μέρες δεν φυσούσε καθόλου, όλα τα καράβια στις θάλασσες και στους ωκεανούς και στις λίμνες όλου του κόσμου είχαν ακινητοποιηθεί, μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει εκείνη η ιστορία, λέγονταν Κορόνα Μπορεάλις, Το στέμμα του Βορά!

Την μέρα των Χριστουγέννων μόλις σχόλασε η εκκλησία κινήσαμε παρά τις γκρίνιες της μάνας μου που το θεωρούσε μεγάλη αμαρτία, έκανε πολύ κρύο, ησυχία επικρατούσε παντού τριγύρω, νέκρα, ένα λεπτό στρώμα πάχνης σαν χιόνι σκέπαζε τα χορτάρια, στο ρέμα μέσα τα νερά κυλούσαν κάτω από ένα στρώμα γυαλιστερού πάγου, ο ήλιος που έβγαινε εκείνη την ώρα πίσω απ’ τα βουνά έμοιαζε κατακόκκινος κι όταν σηκώθηκε λίγο έριξε τις ακτίνες του σε μια ευθεία ακριβώς στην γραμμή του ρέματος, το θέαμα όλο ήταν θαυμάσιο, μια στιγμή σταθήκαμε όλοι να το δούμε. Ο μεγάλος μου αδερφός ήταν μες τα νεύρα που τον είχαν σηκώσει τόσο νωρίς, ποτέ δεν του άρεσε να ξυπνά το πρωί, οι δυο τους διάλεξαν ένα πλατάνι ξερό και δοκίμασαν να βάλουν μπρος το αλυσοπρίονο όμως αυτό λόγω ίσως του κρύου, της παλαιότητας, της γκαντεμιάς λόγω της μέρας, ή δεν ξέρω τι, δεν έπαιρνε μπρος με τίποτα! Ο πατέρας μου άρχισε να φωνάζει και να βρίζει κι ο αντίλαλος απ’ τις φωνές του πήγαινε κι έρχονταν μες το ρέμα ξανά και ξανά…

Με τα πολλά το μηχάνημα πήρε μπρος, κόψαμε μερικά κούτσουρα, τα κομματιάσαμε γρήγορα γρήγορα και βιαστήκαμε να τελειώσουμε μη μας πάρει χαμπάρι κανένας και μας καρφώσει στο δασαρχείο. Ο πατέρας μου πήγε στο τρακτέρ και κατέβασε τα υδραυλικά για να χαμηλώσει το μικρό πατάρι που είχαμε σαν τρέιλερ, ο αδερφός μου κουβαλούσε τα κομμένα κομμάτια του γεροπλάτανου βρίζοντας κι εγώ πιο πέρα χάζευα ένα πουλί μικρούτσικο, μαύρο με μια τραχηλιά σταχτιά που έπινε νερό από μια λακκούβα, δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Σε μια στιγμή ακούω το αδερφό μου να φωνάζει και να χτυπιέται, ‘’Τι στο διάβολο έγινε!’’ σκέφτηκα κι έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Ο πατέρας μου αφού φόρτωσε τα ξύλα άφησε τα υδραυλικά ν’ ανεβαίνουν σιγά σιγά και γύρισε πίσω να ξεκολλήσει ένα κομμάτι λάσπης που είχε σφηνώσει ανάμεσα στα λάστιχα και στους βραχίονες των υδραυλικών, όπως δεν πρόσεχε, χωρίς να το καταλάβει, το σώμα του στριμώχτηκε στην μέγγενη που σχηματίζονταν και δεν μπορούσε ούτε να φωνάξει ούτε να κάνει τίποτα καθώς οι πανίσχυροι βραχίονες τον συνέθλιβαν αργά, την τελευταία στιγμή ο αδερφός μου πήρε χαμπάρι κι έτρεξε πανικόβλητος να κατεβάσει του μοχλούς για να τον ελευθερώσει. Ο πατέρας μου ήταν σε κακό χάλι, εντελώς μελανιασμένος, πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι, με δυσκολία ανέπνεε, τον πήγαμε σπίτι, φωνάξαμε αμέσως τον Θόδωρο τον ταξιτζή και τον τρέξαμε στο νοσοκομείο σχεδόν ετοιμοθάνατο, φτηνά τη γλύτωσε με κάτι μώλωπες που τον πονούσαν για πολύ καιρό.

Από τότε τα Χριστούγεννα ήταν για μας αυστηρή αργία.

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΙΕΖΕΚΙΗΛ

’’Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό τό ΄φτιαχνε ο Αργυρόπουλος!’’ είπε η Αφροδίτη ‘’ πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να διαλέξεις με φουντούκι, με αμύγδαλο, με σταφίδα, και κάτι άλλα γλυκά έπαιρνα από κει σα τρούφες που δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα τους, τέλεια μιλάμε όταν δούλευα εκεί κοντά αγόραζα συνέχεια, το μαγαζί του ήταν κάπου στην αρχή της Βενιζέλου, πάντα όταν πήγαινα στην ξαδέλφη μου από κείνα τα γλυκά σαν τρούφες έπαιρνα. Μια φορά τα γλυκά μου έσωσαν τη ζωή...’’ συνέχισε ‘’Χτίζανε μια οικοδομή κι ανέβαζαν ένα φορτίο από τούβλα πάνω απ’ το δρόμο, είχαν βάλει μια κορδέλα κι εγώ πήγα να περάσω από κάτω, σιγά μην έδινα σημασία, την στιγμή όμως που την σήκωνα είδα το ζαχαροπλαστείο απέναντι και σκέφτηκα ‘’Δε πάω να πάρω κάνα γλυκό για την ξαδέρφη;’’ και γύρισα πίσω, ακριβώς εκείνη τη στιγμή οι ιμάντες του φορτίου που ανέβαινε σπάσανε και τα τούβλα γκρεμίστηκαν με πάταγο στο πεζοδρόμιο που γέμισε σκόνη, μιλάμε κατατρόμαξα, μια γυναίκα που δουλεύαμε μαζί με είχε δει να σηκώνω την κορδέλα, νόμιζε ότι καταπλακώθηκα κι έτρεξε να δει αν σώθηκα, όταν πήγα στην ξαδέλφη μου της είπα ‘’Μη μ’ ευχαριστείς, σ’ αυτά τα γλυκά οφείλω τη ζωή μου!’’

‘’Αυτόν τον Αργυρόπουλο δεν τον ξέρω, πάντως τα γλυκά μ αρέσουν πολύ…’’ μουρμούρισε ο Ηλίας, ένας Αλβανός ψηλός με ωραίο παρουσιαστικό αλλά με τα μισά δόντια χαλασμένα που ήταν μαζί μας ’’ …τρελαίνομαι γι’ αυτά τα τούρκικα, ξέρεις, καζάν ντιπί, ταούκ κι οξού, σουτζούκ λουκούμ, σεκέρ παρέ, οι Τούρκοι ξέρουν να κάνουν ωραία γλυκά, εγώ δεν παίρνω γλυκό από Τούρκο, δεν τους γουστάρω, αλλά φίλε μου είναι μάστορες!’’ - ‘’Οι ακανέδες των Σερρών είναι πολλοί καλύτεροι από τα σουτζούκ λουκούμια !’’ φώναξε η Αφροδίτη, ‘’Οι Τούρκοι μόνο ωραίες τυρόπιτες ξέρουν να φτιάχνουν !’’

Συζητούσαμε ώρα πολλή για γλυκά εκείνο το πρωί, έξω είχε κρύο, απ’ το ξημέρωμα χιόνιζε, στις στέγες των σπιτιών της Άνω Πόλης το είχε πιάσει για τα καλά, στο λιμάνι τα καράβια φωτισμένα μες την ομίχλη, ένα αεροπλάνο κατέβαινε να προσγειωθεί με τα φώτα αναμμένα δονώντας την ατμόσφαιρα. Στο μαγαζί που καθόμασταν μπήκε βγάζοντας το καπέλο του ο Πέτρος ο ψηλός που πουλούσε λαχεία, εκείνη την ώρα πάντα περνούσε αλλά ποτέ δεν τον είχαμε δει να παραγγέλνει τίποτα, δεν ξόδευε δεκάρα, πολύ γύφτος ρε φίλε, όλοι λέγανε ότι είχε πολλά λεφτά αλλά κανείς δεν τον είχε δει να βγάζει φράγκο απ’ την τσέπη και σου λέω ότι δούλευε για χρόνια μέρα νύχτα, χειμώνα μες τα κρύα, καλοκαίρι μες την κάψα γυρνούσε στα στενά σα διάβολος να πουλήσει τα καταραμένα λαχεία του...
‘’Εγώ δεν παίρνω γλυκό από Τούρκο!’’ ξανακούστηκε ο Ηλίας ο Αλβανός, ‘’ Αλλά όταν πήγα στην Τουρκία μ’ ένα γκρουπ όλοι είχαν λυσσάξει να πάρουν από σουτζούκ λουκούμ και κουραμπιέδες μέχρι ελιές και ρίγανη, άκου να δεις φίλε, λες και δεν υπάρχει εδώ πέρα ρίγανη, μια βόλτα να κάνεις έξω απ’ την πόλη τη μαζεύεις με το τσουβάλι, δεν την αγαπάτε τη χώρα σας, δεν την ξέρετε, εγώ φίλε έχω γυρίσει την μισή Ελλάδα με τα πόδια, έχω έρθει πεζός από Κορυτσά δεκατρείς φορές, το ακούς, και ξέρεις πόσο ήμουν την πρώτη φορά που ήρθα, δεκατεσσάρων χρονών, μέχρι να βγάλω άδεια παραμονής είχα ξεποδαριαστεί, ξέρω κάθε βουνό, κάθε κάμπο, κάθε πέτρα, εμείς την πονάμε την Ελλάδα, έχουμε δουλέψει εδώ πέρα όπου θες, οικοδομή, χωράφια, τσομπάνηδες, πλακατζήδες υδραυλικοί!’’

‘’Ρε Αλβανέ!’’ αρπάχτηκε ο Γιώργος που τον άκουγε τόση ώρα ’’Τι θες και μου κολλάς, σας έχουμε κάνει ανθρώπους που ψωμολυσούσατε όταν ήρθατε και τώρα πουλάτε μαγκιές, τι να μου πεις ρε Αλβανέ για δουλειά εμένα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δουλεύω, στα δεκάξι μου σήκωνα στον ώμο εξήντα κιλά κοφίνια , στην Καρδίτσα, στα Τρίκαλα, στη Λάρισα κάθε καλοκαίρι ντομάτες κουβαλούσαμε με τον ξάδερφο μου στα χωράφια, αλλά ήμουν γομαράκι, διπλάσιος απ’ αυτό που βλέπεις, δεν καταλάβαινα τίποτα, το φθινόπωρο μαζεύαμε σταφύλια στην Αγχίαλο, έβγαζα πεντακόσια χιλιάρικα, εκείνη την εποχή ήταν πολλά λεφτά, έφταναν να βγάλω όλο το χειμώνα στο Μεσολόγγι όταν πήγα να σπουδάσω...’’
Ο Ηλίας δε μιλούσε, είχε πιάσει κουβέντα χαμηλόφωνη με την Αφροδίτη και κανείς δεν μπορούσε ν’ ακούσει τι λέγανε, ο Γιώργος είχε σκάσει ‘’Τι στο διάβολο συζητάτε εκεί πέρα!’’ φώναξε, ‘’Σε σένα μιλάω ρε Αλβανέ, τι να μου πεις για δουλειά !’’ συνέχισε τσατισμένος ‘’Το ξέρεις ότι έχω σκάψει μόνος μου τα θεμέλια στο σπίτι μας, το μέρος ήταν γεμάτο πέτρα, έβγαλα μοναχός σχέδιο για την οικοδομή, το καταλαβαίνεις, ήμουν δεκάξι χρονών κι έβγαζα σχέδιο μόνος μου, μετά το σιδέρωσα, ξέρεις τι σημαίνει σιδερώνω, ετοίμασα τα καλούπια με τις σιδεριές, ακούς Αλβανέ, έριξα τα μπετά, έφτιαξα τα μπαλκόνια, τις πόρτες, όλα, ο θείος μου που ήταν εργολάβος είχε πάθει πλάκα, δεν υπήρχε περίπτωση να δει σπίτι και να μη βρει κάποιο ελάττωμα αλλά όταν είδε το δικό μας δεν το πίστευε, δεν είπε τίποτα, δεν βρήκε κάτι μονάχα με ρώτησε ‘’Εσύ το έκανες αυτό; Εντάξει είστε σκυλιά αλλά ο πατέρας μου φίλε έβοσκε τα ζώα μες το χιόνι, μες τη βροχή φορώντας μόνο την κάπα του, ένα κούτσουρο έκαιγε στην καλύβα του όλο το χειμώνα, έτσι την έβγαζε, είχαμε κατσίκια, το κατσίκι δεν αντέχει στο κρύο, το ξέρεις, το πρόβατο έχει το μαλλί, μες τα ζώα έχω μεγαλώσει φίλε, τι να μου πεις, δώδεκα χρονών ήμουνα όταν αρρώστησε ο πατέρας μου και πρόσεχα τα πρόβατα μας εξήντα αρνιά είχαμε βγάλει εκείνη τη χρονιά ότι θες έκανα έβοσκα άρμεγα τάιζα έσφαζα, ξυπνούσα απ’ τα χαράματα και τον αδερφό μου κι η μάνα μου με φώναζε να τον αφήνω να κοιμάται γιατί ήταν πολύ μικρός. Κι αν δεν έχω φάει κρύο, κι αν δεν έχω ξεγεννήσει μες το χειμώνα, μια φορά παραμονή Χριστούγεννα, είχα χάσει ένα νεαρό, το έχει σκάσει απ’ το κοπάδι κι όλο τον χειμώνα ξεχειμώνιασε στο βουνό, σε μια σπηλιά, έτρωγε βρύα κι ότι έβρισκε, τα κατσίκια δεν χρειάζονται νερό, παίρνουν υγρασία απ’ το χορτάρι κι απ’ τα φύλλα, ξεχειμώνιασε εκεί απάνω, και να φανταστείς το μέρος είναι γεμάτο λύκους, πως τη γλύτωσε κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει, όταν κατέβηκε την άνοιξη είχε γίνει βετούλι, ξέρεις τι είναι βετούλι, τραγί κανονικό, ο πατέρας μου γελούσε όταν το είδε...’

Ο Ηλίας κοιτούσε έξω απ’ το τζάμι σ’ ένα σημείο σα να έβλεπε κι αυτός μπροστά του εκείνο το κατσίκι που είχε ξεχειμωνιάσει πάνω στα βουνά, κατά διαστήματα σήκωνε το ποτήρι με το ρακί που έπινε, φαίνονταν κάπως βαρύς, την άλλη μέρα θα ταξίδευε για Γερμανία, είχε βρει μια δουλειά μάγειρα σ ένα εστιατόριο ελληνικό, σε μια στιγμή έβγαλε μια φωτογραφία απ το πορτοφόλι του, ‘’Ποιο είναι το παιδί;’’ ρώτησε η Αφροδίτη σφίγγοντας πάνω της ένα χοντρό μαύρο παλτό με κόκκινη φόδρα ‘’Ο γιος μου!’’ είπε ο Αλβανός και της έδωσε τη φωτογραφία’’’ Τον βλέπεις, έτσι έμοιαζα όταν είχα έρθει πρώτη φορά στην Ελλάδα απ’ την Κορυτσά, ήμουν δεκαέξι χρονών, δεν ήξερα τι μου γίνονταν μ’ έβαζαν να δουλέψω και δεν καταλάβαινα τι μου γίνονταν, δούλευα σερβιτόρος και δεν μπορούσα να καταλάβω μια παραγγελία, μέχρι να μάθω να διαβάζω μου βγήκε η πίστη! Κάθε καλοκαίρι με τον ξάδερφο μου περνούσαμε νύχτα τα σύνορα από την Κρυσταλοπηγή κατεβαίναμε Καστοριά, παρακάμπταμε την Κοζάνη γιατί μας περίμεναν τα μπλόκα, βγαίναμε στην Πτολεμαΐδα και μετά καβαλούσαμε τα Πιέρια, τη νύχτα κοιμόμασταν σε καλύβες βοσκών, σε χωριά εγκαταλειμμένα, ανοίγαμε τις πόρτες απ’ τις καλύβες και μπαίναμε μέσα να ζεσταθούμε λίγο, σ ένα χωριό που το λένε Φτέρη και το χειμώνα δεν ζει κανένας μας έπιασε ένα χιόνι που μας σκέπασε, δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε, μείναμε μια βδομάδα εκεί πάνω, είχαμε γίνει άγριοι, σπάζαμε τις κλειδαριές να βρούμε κάτι φαγώσιμο.

Σταμάτησε για λίγο να μιλά και χάιδεψε με το παπούτσι του μια γάτα που είχε κουλουριαστεί στα πόδια του κι αρνούνταν πεισματικά να βγει στο κρύο παρά τη φασαρία, ‘’Είμαστε που λες μια βδομάδα εκεί πάνω και το χιόνι δε λέει να λιώσει, έχουμε τρελαθεί, έχουμε ανοίξει δυο σπίτια και δε βρίσκουμε τίποτα, απελπιστήκαμε, και πως γίνεται στο τρίτο που μπήκαμε ανοίγω ένα ντουλάπι και βρίσκω ένα κουτί με μέλι, τρελάθηκα, είχα να φάω γλυκό ένα μήνα, καθίσαμε εκεί και το φάγαμε όπως ήτανε! Ο ξάδερφος μου κοιμήθηκε εγώ κοίταζα το χιόνι έξω πως κάνω να δω γύρω, βλέπω ένα βιβλίο σαν ευαγγέλιο σ’ ένα ράφι και το ανοίγω. Στην αρχή δεν έβγαζα νόημα, τι στο καλό γλώσσα ήτανε, μετά άρχισα να καταλαβαίνω, μιλούσε για μια εκκλησία σαν παλάτι όπου κάποιος άρχοντας έμπαινε από μια στοά ανατολική και καθόταν σ’ ένα θρόνο στολισμένο, δεν καταλάβαινα και πολλά αλλά ήταν ωραία εκείνη η ιστορία, έλεγε για μια πύλη λαμπερή, κλειδωμένη, σφραγισμένη, απ’ όπου κανένας δεν μπορούσε να περάσει μέχρι να γεννηθεί μετά από χρόνια ο εκλεκτός, αυτός μόνο θα άνοιγε εκείνη την πύλη, μόνο εκείνος είχε το δικαίωμα! Μ’ εκείνες τις ιστορίες και το μέλι που είχα φάει μου φάνηκε σ ότι ήμουν σε άλλον κόσμο, όπως ήταν όλα άσπρα και δεν ακούγονταν τίποτα ήταν πολύ περίεργα, δεν ξέρω πως ήταν η φάτσα μου αλλά όταν ξύπνησε ο ξάδερφος μου και με είδε τρόμαξε ‘’Τι έπαθες εσύ;’’ με ρώτησε ...


Έξω απ’ τα τζάμια η καταχνιά σκέπαζε την πόλη και της έδινε ένα χρώμα γλυκό, κόσμος κυκλοφορούσε στα μαγαζιά που είχαν μπει σε κλίμα γιορταστικό ‘’Άντε γεια μας!’’ είπε ο Ηλίας τείνοντας το ποτήρι ‘’ Το βράδυ πετάω για Μόναχο, έχει ένα μέτρο χιόνι εκεί, θα σας δω το καλοκαίρι τώρα !’’ - ‘’Σιγά μη φύγεις!’’ πέταξε ο Γιώργος που έμοιαζε ερεθισμένος με τον ξένο, ‘’Στοίχημα ότι θες πως κι αύριο θα είσαι εδώ και θα πίνεις μαζί μας !’’ - ‘’Θα το δούμε!’’ απάντησε ο άλλος ‘’ Ότι στοίχημα θες , κι αύριο εδώ θα είσαι και θα πίνεις μαζί μας!’’ επανέλαβε ο Γιώργος.    

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

ΟΣΜΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

Μπορούσε να λέει ότι ήθελε αλλά ρε φίλε ο λόγος που τον χώρισε ήταν απλός, της έτρωγε λεφτά, την άρμεγε κανονικά, την χρησιμοποιούσε, καλά όταν έμαθα λεπτομέρειες, τι απαιτήσεις είχε, τι κόλπα έκανε, τι παζάρια, τι τεχνάσματα, τι προλόγους είχε πουλήσει, τι είχε τραβήξει μαζί του, έφριξα. Της είχε φορτωθεί κανονικά ο τύπος, είχε κουβαληθεί κι αυτή έπρεπε να τον ανεχτεί, φέρονταν σα νοικοκύρης κανονικός σε ξένο σπίτι, δεν έκανε ούτε μια δουλειά ο δικός σου εκεί πέρα, δεν πρόσφερε τίποτα, καθόταν σαν το Βούδα αραχτός και χλαπάκιαζε ο τεμπέλαρος, όταν αυτή είδε κι αποείδε και του ζήτησε να φύγει δεν μπορούσε να το πιστέψει, να τον βγάλουν από κει που είχε βολευτεί, δε γίνονταν, δε μπορούσε, εξεμάνη, άρχισε να βαρά τα έπιπλα, ότι έβρισκε μπροστά του, μια σόμπα την πλήρωσε πιο πολύ, και μετά στράφηκε εναντίον της, την κυνήγησε στις σκάλες, η κοπέλα είχε τρομάξει, δεν της είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο, για μια στιγμή είχε μπλοκάρει, σαλτάρισε, κόμπλαρε, ύστερα συνήλθε.

Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι τα είχε φτιάξει μαζί του, είχα απογοητευτεί εντελώς, μα δεν έβλεπε που πήγαινε, και της το είπα, με τρόπο βέβαια αλλά ρε φίλε ήταν πολύ κουφό, δεν ταίριαζαν σε τίποτα, μιλάμε καμιά σχέση, είχα θυμώσει όσο δεν λέγεται, την συναντούσα και δεν ήξερα τι να της πω, ήταν πολύ χάλια, εγώ που σκάω από περιέργεια σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είχα όρεξη να μάθω τίποτα, δε μ΄ ενδιέφερε, θα μπορούσα να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτό. Για ένα διάστημα είχα χάσει επαφή μαζί της, όλως παραδόξως έβλεπα αυτόν κυρίως, με τη φίλη μου είχαμε χαθεί, όποτε βρισκόμασταν απέφευγα ν’ αναφερθώ, δεν είχα καμιά όρεξη, από δω κι από κει μάθαινα τι γίνονταν, τι της έκανε, πως της φέρονταν, μια φορά μπροστά στα μάτια μου αν έχεις το θεό σου της μίλησε στο τηλέφωνο τόσο άσχημα που ήθελα να του χώσω μπουνιά, ήταν θέμα χρόνου να τον σουτάρει και ξαφνικά μαθαίνω ότι το διαλύουν, εντάξει, μπορούσα να πανηγυρίσω.

Όταν άκουσα ότι χωρίζει με πιάσανε κάτι γέλια, δε μπορούσα να κρατηθώ, δεν είπα τίποτα στη φίλη μου ‘’Στά λεγα εγώ!’’ και τέτοια, μοναχά γελούσα, μου φάνηκε πολύ αστείο, ήμουν σίγουρος ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, βασικά έχω σιχαθεί να μου λένε εκ των υστέρων ‘’Είχες δίκιο!’’ Βέβαια η φίλη μου είχε γίνει κομμάτια, ήταν απαρηγόρητη αλλά εγώ το ήξερα, και ρε φίλε δεν είχα καρφώσει τίποτα όλο αυτό το διάστημα, το σιχαίνομαι , έβλεπα τι έκανε ο άλλος ο βλάκας, το χαμένο κορμί αλλά δεν κάρφωσα τίποτα, όποτε τον έβλεπα με ρωτούσε να μάθει τι γίνεται, να του μεταφέρω πληροφορίες, ήθελε να με κάνει και καρφί το φελέκι μου, όμως εγώ δε γούσταρα, δε μ’ άρεσε, μου φαίνονταν αηδιαστικό, χαμερπές. Απ’ την άλλη μ’ αυτά που έβλεπα είχα φρίξει αλλά σκεφτόμουν ‘’Κορίτσι μου εσύ τα ήθελες, εγώ σε προειδοποίησα τώρα όπως τα έκανες να τα λουστείς μήπως βάλεις μυαλό!’’

Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό συνειδητοποίησε ότι της είχε φάει ένα διαμέρισμα, το καταλαβαίνεις, τόσο της είχε στοιχίσει, ένα ολόκληρο διαμέρισμα σ’ ένα χρόνο είχε πάει στράφι! Γιατί ο δικός σου το έπαιζε ειδήμων στα τεχνικά κι οι γυναίκες πάντα έχουν αδυναμία σε τέτοιους, πήγαινε κάθε μέρα σ’ εκείνο το σπίτι που έμενε γιαπί για μήνες και υποτίθεται ότι θα το ανακαίνιζε, όλη την ώρα βέβαια ζητούσε υλικά για να χτίσει, να σοβαντίσει, να βάψει, να κολλήσει, να διορθώσει, να επισκευάσει, να βγάλει τα μάτια του κι ο λογαριασμός ολοένα ανέβαινε, ένα καλοκαίρι είχαν φάει κι εκείνο το σπίτι έμενε ατελείωτο, δεν φτιάχνονταν με τίποτα! Και γιατί να φτιαχτεί, ο τύπος είχε βρει το κόλπο, όλο του έφταιγαν οι άλλοι, δεν υπήρχε μάστορας που να μην είχε πλακωθεί μαζί του, ο ηλεκτρολόγος, ο υδραυλικός, ο σοβατζής, ο αλουμινάς, ο σιδεράς, όλοι ήταν άχρηστοι, ανίκανοι, όλο ζητούσε περισσότερα γιατί όλο και κάτι καινούριο προέκυπτε και στο τέλος τα έριχνε φυσικά σ αυτήν, αυτή τα άκουγε απ’ όλους...

Μετά απ αυτές τις εξελίξεις ήθελα ν’ ακούσω την δική του εκδοχή γι αυτό κατέβηκα σ’ εκείνο το καταραμένο πάρτι( ο θεός να το πει έτσι), στην πραγματικότητα όλοι οι τζαμπατζήδες( Γιάννη δε μιλάω για σένα) είχαν μαζευτεί εκεί πέρα να περάσουν την ώρα τους τρώγοντας και πίνοντας χωρίς να δίνουν φράγκο, από μια τούρτα μασούσαν, κρασί πίνανε, κάτι φωτάκια, κορδέλες, χαρτιά παντού πεταμένα κάτω, μια μουσική βλαμμένη, δε μπορούσα να μείνω ούτε λεπτό εκεί, σηκώθηκα κι έφυγα. Αργά το βράδυ όταν όλοι φύγανε πέρασα μια βόλτα να δω τι γίνεται, η Β μου τηλεφώνησε ότι θα ρθει να φύγουμε μαζί , μετά από λίγο ήρθε κι αυτός, καθόταν μέσα από τον πάγκο, εμείς απ’ έξω, είχαμε σφραγίσει τις πόρτες να μην μπάζει, μαζί μας ήταν κι εκείνος ο βλάκας που πετούσε κοτσάνες και χαζά όλη την ώρα, τι ανόητος θεέ μου!

Καθόμουν εκεί πέρα και τον παρατηρούσα που έψαχνε ένα φίλτρο για το τσιγάρο του ενώ μιλούσε και χειρονομούσε σα διάβολος προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα χαζά του, έτσι ήταν πάντα, έκανε τις μεγαλύτερες βλακείες, τους μάζευε όλους εναντίον του κι ύστερα απορούσε γιατί έπεφτε ο ουρανός να τον πλακώσει. Καλά μιλάμε για πολύ βλάκα, θεωρούσε τον εαυτό του κάτι σπουδαίο, κάτι φοβερό κι όλοι οι άλλοι ήταν κατώτεροι του, όταν του είχα πει ότι τα έφτιαξα με την Β,- που για να τα λέμε όλα απ αυτόν την είχα γνωρίσει- δεν μπορούσε να το πιστέψει, χτυπιόταν, βλέπεις η Β δεν ήταν όποια να ναι, ‘’ Εσύ με την Β, δεν γίνονται αυτά, δεν μπορεί, ψέματα λες, ορκίσου, πες μου που μένει, πως είναι το σπίτι της, πως είναι η γειτονιά της, εσύ με την Β, αποκλείεται, πλάκα κάνεις!’’ Δεν μπορούσε να το χωνέψει, την πήρε κατευθείαν τηλέφωνο και ρωτούσε λεπτομέρειες, εγώ δεν είχα πρόβλημα, άστον να ρωτά, η έκπληξη του ήταν η μεγαλύτερη μου ικανοποίηση, με είχε υποτιμήσει, ‘’Άστον τον ηλίθιο να χτυπιέται!’’ σκεφτόμουνα, εγώ βέβαια ήξερα πως θ αντιδρούσε και γι’ αυτό δεν του τό λεγα για καιρό μέχρι να σιγουρευτώ, ήξερα ότι θα έσκαγε απ’ την ζήλεια του...

Είχα ακουμπήσει σ’ ένα σκαμπό με την πλάτη σε κάποιο ψυγείο, ήμουν πολύ ήρεμος, άκουγα χωρίς να μιλώ, το γεγονός ότι ήταν εκεί η Β που τον ήξερε πριν από μένα και τον συμπαθούσε με βοηθούσε, είχαν περάσει τόσα μαζί άλλωστε πριν τους γνωρίσω, ήταν φιλαράκια, κατά διαστήματα έκανα κάτι ερωτήσεις, κι εκεί απάνω πάθαινε πλάκα, του πετάγονταν τα μάτια, καλά σ’ αυτό είμαι καλός, μπορώ να πω ‘’ Ποιος ήταν ο λόγος , όχι η αφορμή ο λόγος, ποιος το ξεκίνησε, αν ξεκινούσες τώρα τι διαφορετικό θα έκανες, και μια ακόμα ερώτηση του είχα κάνει νομίζω για τις φίλες και τι ρόλο έπαιξαν, καλά αυτές ήθελε να τις φάει, να τις γδάρει, να τις σκοτώσει, ήταν σίγουρος ότι αυτές του είχαν χαλάσει τη δουλειά, ότι είχαν συνωμοτήσει, τις μισούσε πραγματικά εκείνη την ώρα. Ο τύπος μας αφηγούνταν το τι έγινε, το τραβούσε πολύ, έλεγε κι έλεγε, κι έλεγε, ήθελε να το βγάλει από μέσα του, να το μοιραστεί, αυτή ήταν η δική του εκδοχή βέβαια, μπορούσε να πει ότι ήθελε. Η Β κάπνιζε νευρικά, κάτι την έτρωγε, έβλεπε το πράγμα από τη σκοπιά της γυναίκας και την πονούσε, στριφογύριζε στο κάθισμα της κάτι σκεφτόταν και στο τέλος τον περιέλαβε για τα καλά, όταν θυμώνει αυτή καλύτερα να είσαι μακριά, όμως το άτομο ήταν σάικο, τρελαμένος εντελώς, δεν μπορούσες να μιλήσεις σοβαρά μαζί του, δεν άκουγε, άρχισε να ωρύεται, να χτυπιέται, πιο πολύ τον πείραζε η υπόθεση με το σπίτι που έλεγε ότι το είχε φτιάξει με τις πλάτες του, σιγά ρε φίλε, θεωρούσε ότι είχε αποκτήσει δικαιώματα, ότι του ανήκε ‘’Εκείνο το σπίτι έπρεπε να είναι δικό μου! ‘’ ούρλιαξε σε μια φάση.

Όπως γυρίζαμε σπίτι η Β ήταν έξαλλη,‘’’Έπρεπε να μου το είχε κάνει εμένα!’’ είπε ‘’Θα έβρισκα δυο νταγλαράδες να του σπάσουν κάνα χέρι, κάνα πόδι, θα έβαζα κι έναν σκύλαρο έξω απ την πόρτα μου κι άστον τον χαμένο να χτυπιέται!’’ Ήταν μες τα νεύρα ‘’Πως τους επιτρέπουν; ‘’ αναρωτιόταν. Το αστικό που πήραμε αναπηδούσε περνώντας πάνω απ’ τα μεταλλικά φρεάτια που προεξείχαν, δεξιά κι αριστερά αμάξια παρκαρισμένα εμποδίζονταν τις διόδους, δημιουργώντας ασφυξία, παντού ένα δάσος από λαμαρίνα και σίδερο, πως τα είχαν φτιάξει έτσι τα στενά της συνοικίας ώστε να μην περνά τίποτα. Ομίχλη σκέπαζε τις λάμπες στην ανηφόρα της Νεάπολης, χειμώνας είχε μπει πια, κάπου είχε χιονίσει κι έκανε κρύο, στα βενζινάδικα τα βυτία ξεφόρτωναν φορτία βενζίνης, το φεγγάρι ξεπρόβαλε πίσω από μια πολυκατοικία πελώριο φωτίζοντας το δάσος των κεραιών. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο και προχωρήσαμε μπροστά , ένα παιδί στέκονταν κοντά στο τιμόνι του οδηγού και μιλούσε μαζί του, προσπάθησα ν’ ακούσω , λέγανε για αποστακτήρια και καζάνια, ο οδηγός θα πήγαινε το σαββατοκύριακο σ ‘ ένα μέρος όπου βγάζουν τσίπουρο, φαινόταν ότι ήξερε απ’ αυτά, μιλούσε για τεχνικά πράγματα, άμβυκες, θαλάμους βρασμού και λέβητες, για το σημείο ζέσεως του μίγματος, για οσμές πικραμύγδαλου και για την διάταξη απόσταξης, μου άρεσαν όλα εκείνα χωρίς να τα καταλαβαίνω η κουβέντα απέπνεε μια αίσθηση υγρασίας και ομίχλης ανακατεμένης με αλκοόλ.

Με το που ακούμπησα το μαξιλάρι ξεράθηκα, στον ύπνο μου έβλεπα καζάνια, ατμούς και λέβητες, σε μια στιγμή άνοιξα τα μάτια καθώς ένιωσα μια μυρουδιά στο δωμάτιο που μπορεί να ήταν κι απ’ τα όνειρα που έβλεπα,είχα την αίσθηση ότι η κάμαρα είχε πλημμυρίσει από υγρασία, καθώς αναρωτιόμουν τι συμβαίνει οι τοίχοι έτριξαν, οι τζαμαρίες ταρακουνήθηκαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας ακούστηκε καθαρά το υπόγειο τράνταγμα που ανακίνησε συθέμελα το κτήριο, κάπου μακριά ένας ήχος μακρόσυρτος ακούστηκε σαν ένα γιγάντιο σκοινί που κόβεται, η Β σφίχτηκε πάνω μου, εγώ δε φοβήθηκα καθόλου ...

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΜΕΓΑ ΝΕΦΕΛΩΜΑ ΤΟΥ ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΥ

 Ένας  πυροβολισμός ακούστηκε στο φαράγγι, ο αντίλαλος του αντήχησε μέχρι ψηλά στα  βουνά όπου η βλάστηση απλώνονταν σα χαλί παρδαλό σ’  όλα τα χρώματα, κόκκινο, πράσινο, καφετί, κίτρινο, εμείς είχαμε βγει να μαζέψουμε κάστανα, τριγυρνούσαμε κάτω απ’ τα δέντρα σε κάτι μονοπάτια μες τις σκιές, ρε φίλε δεν είχε ούτε για δείγμα, μόνο στοίβες κούτσουρα που  είχαν αφήσει οι ξυλοκόποι, με πολύ κόπο ανακαλύψαμε μερικά μικρούτσικα τυλιγμένα στ’ αγκάθια τους, είχαμε βαρεθεί, ψάχναμε  μονοπάτι να βγούμε από το πυκνό δάσος όταν εμφανίστηκε  ο  κυνηγός, φόρμες στρατιωτικές φορούσε, το κεφάλι του  ξυρισμένο σύρριζα, έναν ασύρματο βαστούσε στο ένα χέρι,  στο άλλο την καραμπίνα, ‘’Μη ψάχνετε άδικα!’’ φώναξε, ‘’  Τα μάζεψαν όλα!’’
 

Της  Βαϊας ιδέα  ήταν να πάμε για κάστανα,  όλο ιδέες φαεινές είχε, αποβραδίς είδε  ένα πολύ ωραίο όνειρο, δεν θυμόταν ακριβώς μόνο έλεγε ότι όταν ξύπνησε είχε στα μάτια της ένα φως σαν εκείνο που βλέπεις να βγαίνει από τον τρούλο των εκκλησιών το πρωί όταν οι αχτίνες του ήλιου  φτάνουν μέχρι το πάτωμα,  όταν έβλεπε τέτοιο όνειρο η μέρα της θα πήγαινε καλά, ήταν σίγουρη, είχε  πείσει   κι έναν ντόπιο γνωστό της   να έρθει μαζί μας για  να μας δείξει το δρόμο.  Αυτός ήξερε καλά τα μονοπάτια, σ ένα ρέμα είχαμε χωθεί με δέντρα τόσο ψηλά που έκρυβαν τον ήλιο όμως ο οδηγός  μας ήταν τόσο καλός που δεν ανησυχούσαμε, μας φιλοξενούσε  για ένα τριήμερο  στο εξοχικό του και περνούσαμε τζάμι,  το είχε φτιάξει τόσο ωραίο που δεν έβρισκες τέτοιο σ’ ολόκληρη την περιοχή, όσοι έρχονταν κατά κει τρελαίνονταν  ήθελαν να το φωτογραφίσουν τόσο όμορφο ήτανε! 

Στην αυλή του  λωτοί κιτρινωποί, ώριμοι  έγερναν τα κλαδιά τους, μηλιές  γεμάτες φρούτα κατακόκκινα, γλυκά, τραγανά, τα ρόδια είχαν αρχίσει να σκάνε, κρόκοι μαβιοί φύτρωναν μέσα στο χορτάρι που σκέπαζε την αυλή, τριανταφυλλιές άσπρες και ροζ, θάμνοι χαμηλοί σχημάτιζαν φράχτες κάθετους, φυτά αναρριχώμενα με λουλούδια γαλάζια σα χωνάκια απλώνονταν στους τοίχους, τι ωραίο κήπο που είχε φτιάξει  ρε φίλε ο τύπος! Εμείς μαζεύαμε κούμαρα και  καρύδια κουνώντας τα μικρά δέντρα,  ‘’ Τα κούμαρα να τα αφήσετε στο μπαλκόνι μαζί με τα κυδώνια να ωριμάσουν!’’ μας φώναζε ο οικοδεσπότης…
 

Το σπίτι ήταν παλιό, χρόνια πολλά είχε μείνει εγκαταλειμμένο και ρήμαζε, μας έδειξε φωτογραφίες στο κινητό, κάτι μαστόρους Αλβανούς φώναξε που γκρέμισαν την διαλυμένη σκεπή, καθάρισαν τους τοίχους με αμμοβολή, έβγαλαν τις φαγωμένες ξυλοδεσιές στις γωνιές, αρμολόγησαν τα ντουβάρια, έβαλαν δοκάρια περιμετρικά στα ταβάνια, διόρθωσαν το κελάρι  και τις καμάρες στις εισόδους, έστρωσαν πλάκες στην αυλή, μέχρι κι έναν ξυλόφουρνο που κανείς δεν ήξερε ότι υπήρχε κάτω από μια σκάλα ανακάλυψαν και τον ξανάφτιαξαν, όλο το κτίσμα έμοιαζε μεγαλόπρεπο, ωραίο,  τέλει,  μονάχα άμα πήγαινες στην πίσω πλευρά έβλεπες κάτι γκρεμίσματα, κάτι τοίχους σμπαραλιασμένους, μπάζα παντού, ένα χάλι, απορούσαμε γιατί δεν το είχε φτιάξει κι εκείνο το σημείο μοναχά το άφησε έτσι ρημάδι…
 

Όλα τα λεφτά που έιχε μαζέψει όλα τα χρόνια  δουλεέυοντας στα καράβια τα είχε ρίξει ο νοικοκύρης σ’ εκείνο το σπίτι, του άρεσε η ησυχία εκεί πάνω, μπορούσε να μείνει μόνος για μέρες, βδομάδες, μήνες,  έιχε συνηθίσει απ'  τα βαπόρια,  δεν είχε πρόβλημα, όταν ήταν μικρός ο πατέρας του τον έστελνε σ ένα μαντρί με πρόβατα που είχε ένας θείος του, το σόι του όλοι βοσκοί ήτανε, έπρεπε να διανύσει μια μεγάλη απόσταση με τα πόδια περνώντας από ένα  νταμάρι απ’ όπου κουβαλούσαν πέτρες για τα σπίτια τους, δεν έβγαζαν πλέον πέτρες από το λατομείο κι είχε απομείνει μια τεράστια τρύπα, κάποτε απ’  την κοινότητα πήγαν να φυτέψουν ένα δάσος για να καλύψουν λίγο την ασχήμια, τη μέρα φύτευαν τα δεντράκια  τη νύχτα οι βοσκοί  τα ξερίζωναν να μη χαθούν τα βοσκοτόπια τους κι έτσι έμεινε το νταμάρι να χάσκει μες την ερημιά γυμνό, με τον καιρό βέβαια είχε γίνει κι εκείνο μέρος του τοπίου κι οι ντόπιοι ερχόντουσαν τις Πρωτομαγιές κατά κει να ψήσουν σε  κάτι ψησταριές τσιμεντένιες που είχε στήσει κάποιος κοινοτάρχης…
 

Φθινόπωρο ήτανε, καιρός καλός, μαλακός, τα βράδια  στην κουζίνα του παλιού αρχοντικού o άντρας  που έιχε εκείνο το σπίτι καθόταν με το εγγόνι του ένα μελαχρινό κορίτσι κάπου δεκαπέντε - δεκάξι χρονών και του μιλουσε για  τα ταξίδια του τότε που γύριζε στις νότιες θάλασσες και τις νύχτες μπορούσε να δει αστερισμους που δεν υπάρχουν στο βόρειο ιμισφαίριο σαν τον Χαμελαίοντα, την Οκταδα, τον Ιπτάμενο ιχθύ και κυρίως το πιο λαμπρό σχηματισμό,  αυτόν που βλέπανε οι θαλσσοπόροι σαν διέσχιζαν τις ακτες της Νότιας Αμερικής  το περίφημο  Μέγα Νεφέλωμα του Μαγγελάνου που έιναι γεμάτο από γιγάντιους  κυανούς αστέρες...  
 

Καθώς έμπαινε ο χειμώνας η γυναίκα του έβγαζε απ’ τις ντουλάπες τις κουβέρτες και τα χαλιά   για το μεγάλο δωμάτιο των καλεσμένων, σε μια μεριά του δωματίου  υπήρχε ένα τζάκι τεράστιο μπροστά στο οποίο   τα βράδια καθόμασταν και μιλούσαμε, ο οικοδεσπότης δεν έλεγε τίποτα φαίνονταν όμως ευχαριστημένος που μας άρεσε εκεί πάνω, ‘’Τι ωραίο σπίτι που έχετε!’’ του είπε ένα βράδυ  η Βάϊα ‘’Μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το πίσω μέρος είναι τόσο χάλια, φαίνεται πολύ άσχημο έτσι,  γιατί δεν κάνετε τίποτα !’’ –‘’ Δεν είναι δικό μας!’’ πετάχτηκε η γυναίκα του οικοδεσπότη ‘’Είναι του κουνιάδου μου, ξέρετε τι έχουμε τραβήξει, τι προβλήματα μας έχει δημιουργήσει, τι μηνύσεις μας έχει κάνει ο κουνιάδος μου που είναι κι αστυνόμος’’- Σταμάτα πια!’’ πετάχτηκε ο άντρας της κάπως αγριεμένος σαν κάτι να είχε πάθει κι  άρχισε να μιλά με τόσο μένος για τον αδερφό του  που σε κάποια στιγμή φοβηθήκαμε, μάλιστα χρησιμοποίησε και κάτι κουβέντες βαριές, κάτι βρισιές που δεν περιμέναμε ποτέ ότι θα εκστόμιζε εκείνος ο άνθρωπος.

Η βραδιά είχε χαλάσει,  η Βαϊα έφταιγε που είχε φαγωθεί να ρωτά,  τι την ένοιαζε για τα μπάζα, πολύ μυστήρια ήταν φίλε μου, όλα να τα ξέρει ήθελε, μας είχαν  φερθεί τόσο καλά κι εμείς  τα είχαμε  κάνει μαντάρα,   σκεφτόμασταν ότι την  άλλη μέρα θα μαζεύαμε τα μπογαλάκια μας και πάνε τα τζάκια κι οι κιτρινωποί λωτοί και τα λουκάνικα που ψήναμε, όλα έμοιαζαν χαμένα όμως μετά κάτι του είπε η φίλη μας κάτι κουβέντιασαν στα κρυφά- καλά σ αυτά δεν παίζονταν-  και προτού κοιμηθούμε ο οικοδεσπότης μας ρώτησε αν θα θέλαμε την άλλη μέρα να πάμε μια βόλτα στο μοναστήρι που υπήρχε εκεί κοντά σ ένα οροπέδιο. Άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς, αυτό έμοιαζε λίγο με περιπέτεια, πρωί πρωί ξεκινήσαμε  ακολουθώντας έναν χείμαρρο  ξερό, με τόσο  ποδαρόδρομο είχαμε λυσσάξει απ' την πείνα, ευτυχώς κουβαλούσαμε μαζί μας σαλάμια, ψωμιά, κασέρια, τυριά ότι θες, η Βαϊα κρατούσε ένα θερμός με καφέ ασημένιο τυλίγοντας όλη την ώρα τα δάχτυλα της γύρω του, χωρίς αυτό δεν πήγαινε πουθενά. Όπως είχαμε ξεθεωθεί στο περπάτημα τα μπουκάλια μας άδειασαν από νερό οπότε τραβήξαμε κατά το μοναστήρι,  ευτυχώς δεν ήταν μακριά,  απ’ έξω δεν φαίνονταν  εντυπωσιακό, ένα τείχος το περικύκλωνε κι από ψηλά ένας πύργος απ΄ όπου μπορούσες να κατοπτεύσεις το οροπέδιο.  Διαβήκαμε την παλιά μαρμάρινη πύλη, στην αυλή  μια γυναίκα σκούπιζε το λιθόστρωτο, σε μια πλευρά περιφραγμένη  ζαρκάδια έτρεχαν στις πέτρες μιας πλαγιάς, πλησιάσαμε να τα ταΐσουμε βελανίδια που υπήρχαν άφθονα στο χώμα,  ήσυχα ήτανε,  κάπως χαζά, μεγάλα μάτια και μια σειρά από βούλες σαν στίγματα στη ράχη τους, τα ελάφια λέει γίνονται πιο ψηλά, σαν άλογα, αυτά εδώ ήταν σα κατσίκια αλλά πιο όμορφα, κάποια στιγμή λέει οι καλόγριες τα αμολούσαν στα κορφοβούνια κι αυτά μάθαιναν  να επιβιώνουν μόνα τους, έψαχναν  για νερό που  ήταν το πιο  δύσκολο, τροφή υπήρχε άφθονη, συνήθως κατέληγαν  σε μια περιοχή με πηγές, αν προλαβαίναμε θα πηγαίναμε…
 

Αφήσαμε τα χαζά ζαρκάδια και τραβήξαμε προς την εκκλησιά, στην είσοδο αγιογραφίες με τον παράδεισο και την κόλαση, στο ιερό μπροστά   ένα τέμπλο βαρυφορτωμένο γεμάτο κόλπα και σχέδια, περιστέρια, λιοντάρια, ρόδακες, παγόνια,  ότι ήθελες, σε κάμποσα σημεία του η χρυσή μπογιά είχε ξεβάψει,  φαίνονταν το ξύλο, στην οροφή θόλοι ψηλοί γεμάτοι ζωγραφιές, στο αναλόγιο βιβλία παλιά, γεμάτα κεριά που στάξανε , μια καλόγρια ξερακιανή  πηγαινοέρχονταν φουριόζα, ‘’Οι γυναίκες να φορέσουν φούστες !’’γρύλισε σε μια στιγμή κι όλοι τρομάξαμε, ύστερα άλλαξε τροπάρι ‘’Μπορείτε να μας βοηθήσετε να ξεφορτώσουμε κάτι άχυρα;’’  Ρώτησε.  Τι να κάναμε, την ακολουθήσαμε, ανεβήκαμε οι άντρες σ ένα μικρό φορτηγό γεμάτο χόρτο, φορτωνόμασταν στην πλάτη τις μπάλες  και τις αδειάζαμε σ’  έναν μύλο παλιό που τον είχαν κάνει αποθήκη, δεν ήταν και πολύ κουραστικό, στο τέλος εκείνη η καλογριά η σπαστική μας ευχαρίστησε κι αυτό μας φάνηκε πολύ περίεργο, περιμέναμε ότι θα μας έριχνε καμιά κατάρα…
 

Και μετά η Βάϊα πρότεινε να πάμε για κάστανα και μούρα,  κατάλαβες φίλε μου, εμείς θέλαμε να πάμε για  κάνα ντουζάκι  και να την πέσουμε κι αυτή ήθελε να μαζέψει φρούτα του δάσους, τι να κάναμε, μπήκε μπροστά ο οικοδεσπότης κι εμείς  ακολουθήσαμε, αφήσαμε το οροπέδιο και μπήκαμε στο δάσος όπου δεν έβλεπες τη μύτη σου  τόσο σκοτεινά ήταν,  περπατούσαμε πάνω σε αχινούς άδειους,  πριν από μας πρέπει να είχε περάσει από κει ένα κάρο κόσμος και δεν είχαν αφήσει τίποτα  παρά μόνον αγκάθια,  τι γκαντεμιά ρε φίλε , όπως ήμασταν απελπισμένοι ακούσαμε εκείνη τη ντουφεκιά και πεταχτήκαμε εκεί μέσα στα σκοτεινά,  θα μπορούσαμε να φάμε καμιά αδέσποτη και να πάμε αδιάβαστοι, ο οδηγός μας ανησύχησε και βιάστηκε να βρει κάποια έξοδο σε μέρος ανοιχτό όπου μπορούσες να δεις  τι γινότανε. 
 

Με το που βγήκαμε σ’ ένα ξέφωτο πέσαμε  σ’  εκείνον τον κυνηγό με τα στρατιωτικά και τον ασύρματο,  όταν τον είδε ο οικοδεσπότης μας άλλαξε χρώμα ενώ ο άλλος φάνηκε να μαζεύεται κι έσφιξε στα χέρια του το όπλο, στεκόμασταν εκεί και τους κοιτάζαμε, δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε  την αιτία της  έντασης,  ήταν μια στιγμή δύσκολη, χρειαζόταν  κάποιος να προσέξει ότι μοιάζανε  και τότε καταλάβαμε τι συνέβαινε. Για ένα διάστημα που μας φάνηκε ατελείωτο παρακολουθήσαμε μια φιλονικία  εκεί πάνω στα βουνά με τα καφετιά,  τα κόκκινα  και τα κίτρινα χρώματα, εμείς φυσικά ήμασταν με τον οικοδεσπότη όμως ο άλλος βαστούσε το όπλο και δεν ήταν για να παίζεις,  η Βάϊα έτριβε τα δάχτυλα της στο θερμός,  μια κοπέλα που ήταν  μαζί μας άρχισε να κλαίει ενώ οι δυο άντρες έβγαζαν την επιφάνεια λεπτομέρειες και ιστορίες που διαφορετικά  δεν θα έβλεπαν το φως και δεν έπρεπε να ακουστούν,  όλο το σκηνικό γύρω ήταν σα θέατρο τεράστιο και δεν ξέραμε πως θα τέλειωνε όλο αυτό  όταν τελικά μέσα απ’ το δάσος βγήκαν δυο ακόμα κυνηγοί,  πλησίασαν σιγά- σιγά εκείνον  με τον ασύρματο,  του πήραν ήρεμα το όπλο κι όλα ησύχασαν πάλι…
 

Όλοι ξεφυσήσαμε ανακουφισμένοι και καθίσαμε σε κάτι πέτρες να ηρεμήσουμε λίγο,  ‘’Πηγαίνετε μόνοι σας,  ξέρετε το δρόμο,  εγώ θα καθίσω λίγο μόνος μου!’’ είπε ο άντρας που μας φιλοξενούσε κι εμείς βιαστήκαμε να φύγουμε από κει,   όπως περπατούσαμε δίπλα στον ξερό  χείμαρρο γυρίζαμε πίσω να δούμε αν έρχεται, για ώρα πολλή δεν φαίνονταν,  τελικά είδαμε τη φιγούρα του να μας ακολουθεί από μακριά,  στο βουνό πάνω απ’  τα κεφάλια μας  ντουφεκιές ακούγονταν μέχρι ψηλά πάνω στις πλαγιές…

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

SALVA NOS DOMINE VIGILANTES

Μια φιγούρα στο παράθυρο κάποιου ξενοδοχείου έμοιαζε να παρακολουθεί στα σκοτεινά  πίσω απ’  τις κουρτίνες,  το ξημέρωμα αργούσε ακόμα, το φως σε μια κολόνα χόρευε αναβοσβήνοντας,   σ’ ένα γραφείο τελετών ένας γέρος λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα,  οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αυτοκίνητα, ούτε αστικά ούτε ταξί κυκλοφορούσαν εκείνες τις μέρες, όλοι απεργούσαν, ένας χαμός γίνονταν κι ο κόσμος στριμώχνονταν στα λιγοστά λεωφορεία που κυκλοφορούσαν  με προσωπικό ασφαλείας. Στο πλάι των δρόμων είχαν συσσωρευτεί σωροί σκουπιδιών με ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, έπιπλα, πολύφωτα, ρούχα, τα αμάξια περνούσαν πάνω απ’ τις σακούλες, οι γάτες σκαρφάλωναν στους κάδους, ένα βράδυ είχα δει σε μια ερημιά δυο τρία μικρά σκυλάκια να σκάβουν μες τα σκοτεινά για να βρουν τίποτα φαγώσιμο.

 Όλο το πρωινό ήμουν κάπως θολωμένος, τα καναρίνια που είχα  στο δωμάτιο  ξύπνησαν κι αυτά κι άρχισαν να τεντώνουν τις φτερούγες τους,  κάποιο φταρνίστηκε κιόλας μερικές φορές, όπως ήταν νύχτα ακόμα ύστερα από λίγο ξανάχωσαν το κεφάλι του μες τα φτερά τους και συνέχισαν τον ύπνο τους.  Βγαίνοντας απ’ το σπίτι κοίταξα τις εφημερίδες που έβγαζε εκείνη την ώρα ο κουτσός περιπτεράς, αργούσε ακόμα το ξημέρωμα, έπρεπε να πάω στο αεροδρόμιο, κάποιος φίλος έφευγε κι ήθελα να τον αποχαιρετήσω.  

Το αστικό που πήρα ήταν κατάφορτο, όλοι ήταν στριμωγμένοι, οι γυναίκες συζητούσαν για τους τσαντάκηδες, κάτι τύποι ύποπτοι που η ανάσα τους μύριζε αλκοόλ φτηνό, οι κοπέλες απέστρεφαν τα πρόσωπά τους όταν τις πλησίαζαν, ένας με μαύρα γυαλιά μόλις είχε βγει από το αστικό και λέγανε ότι αυτός μ’ έναν συνεργό του βουτούσαν τις τσάντες, σε μια στροφή ένα παλιό το αυτοκίνητο είχε κλατάρει, κάποιος το έσπρωχνε κρατώντας το τιμόνι, πίσω οι οδηγοί κορνάριζαν βρίζοντας σαν κολασμένοι…

Δεν πήγαινα καλά, είχα χωρίσει πρόσφατα και κινδύνευε να με πάρει από κάτω αν δεν με είχε πάρει ήδη, όταν με άφησε πήρε ένα σωρό πράγματα που ήταν και δικά μου, δε μ' ένοιαζαν τα άλλα,  το μόνο που ήθελα ήταν να μου δώσει ένα αντίγραφο από κείνο το αρχείο με τα βιντεάκια όπου μου μιλούσε κι εγώ κοιμόμουν και μ’ έκανε να παραμιλώ, κι ένα άλλο σε μια παραλία όπου τρώγαμε σε μια ταβέρνα κι ήταν σα να έβλεπα  τον εαυτό μου να παίζει σε κάποια ταινία ακούγοντας τη φωνή μου όπως την ακούν οι άλλοι , κι ένα άλλο όπου έτρεχα κοντά σε μια γούρνα, δίπλα σ ένα τεράστιο λιοντάρι που κείτονταν για αιώνες στις λάσπες ενός ποταμού, οι αρχαιολόγοι το είχαν ξεθάψει απ τη λάσπη και το στήσανε σ’ ένα βάθρο μαρμάρινο όπου περιμένει τα μαγικά λόγια για να ξυπνήσει και να πεταχτεί αγριεμένο…

Ήταν κι οι φωτογραφίες που μου είχε πάρει από εκδρομές που πηγαίναμε τις Κυριακές σ ένα μέρος γεμάτο νερά και πράσινο και πλατάνια, κάτι άνθρωποι χόρευαν δίπλα στο ρέμα, φωτογραφίες που είχαμε βγει έξω από μια μια ντισκοτέκ σαραβαλιασμένη πια, εκεί όπου  μου είχε πει ότι ένα αγόρι της κρατούσε τη γυμνή πλάτη κάτω απ’ το μπλουζάκι κάποτε ενώ ακούγανε ένα τραγούδι λίγο ξενέρωτο, όλα εκείνα τα είχα χάσει...

Στο αεροδρόμιο ήθελα κάτι να φάω αλλά δεν μπορούσα να βρω τίποτα, παντού ουρές περίμεναν για καφέ. Έναν καφέ έπρεπε να πιω κι εγώ, κοιμόμουν όρθιος, όλη νύχτα δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, μια υπερένταση με είχε καταλάβει, είχα ανοιχτό το ραδιόφωνο κι άλλαζα σταθμούς όλη την ώρα μέχρι που σταμάτησα σ έναν που είχε ψαλμωδίες, κάτι λόγια ξεχώριζαν  : «Και το έλεος σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου» και  κάτι  άλλα  ‘’Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ου φοβηθήσομαι …’’ Αναρωτιόμουν που τα είχα ακούσει εκείνα τα λόγια, μετά θυμήθηκα, ένας καλόγερος κάποτε τα είχε αναφέρει σε μια κουβέντα, είχε περάσει πολύς καιρός , δε πήγαινα σ’ εκείνο το μοναστήρι μες την πόλη που είχε ξενώνες για όσους μοναχούς έρχονταν από μακριά να διανυκτερεύσουν, τους ξενώνες τους έβλεπα μόνο από ένα μαγαζί με δίσκους όπου έβαζα τα ακουστικά να ακούσω τραγούδια ενώ από ψηλά διακρίνονταν  τα καμαρωτά παράθυρα και τα μαγειρεία της μονής όπου μια μαγείρισσα  με είχε  βάλει να φάω κάποτε...

Ήξερε πολλά εκείνος ο καλόγερος, που συναντούσα,  έλεγε για την Παναγία ότι δεν άφησε κάποιο κείμενο δικό της αλλά μίλησε στον Λουκά και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, μιλούσε και για κάποιον Ανδρέα σαλό (τρελό) που είδε την Θεοτόκο στις Βλαχερνές, στο παρεκκλήσι, σε κάποια αγρυπνία βαθιά μες τη νύχτα να έρχεται κατά πάνω του με συνοδεία,  διηγήθηκε το όραμά του σ’ έναν άνθρωπο δικό του που αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος στην Κωνσταντινούπολη και διέσωσε την ιστορία. Εκείνος ο καλόγερος ο ονειροπόλος  που ήταν λίγο τρελός, λίγο ονειροπόλος είχε αναφέρει και τα λόγια από  τους ψαλμούς που είχα ακούσει τη νύχτα, σηκώθηκα μες τη νύχτα κι έψαξα τα βιβλία μου, ήταν από τους ψαλμούς θαρρώ  εικοστός δεύτερος, γι αυτόν τον στίχο λέει ο Καντ ο φιλόσοφος είπε ότι δεν  διάβασε   κάτι ωραιότερο στη ζωή του...

Κατά τις τρεις το πρωί καθώς η υπερένταση δεν έλεγε να μ αφήσει  έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για κάποιον μουσικό που είχε καταδικαστεί σε μια φυλακή κάποιας χώρας της Λατινικής Αμερικής – μάλλον της Κολομβίας – για ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Εκεί λέει δεν αστειεύονται, από κείνα τα κελιά δύσκολα βγαίνεις, το πιο φοβερό ήταν ότι η φυλακή όπου τον είχαν κλείσει τον μουσικό ήταν χτισμένη σ’ ένα μέρος ομορφιάς ασύλληπτης κοντά σε ένα καταρράκτη θεόρατο, οι φυλακές  λέει ήταν παλιά κοιτώνες μοναχών μιας ιεραποστολής, καλά  εκείνο το μέρος δε παίζονταν, οι τουρίστες ερχόταν να το  φωτογραφίσουν ,  στην έισοδο των φυλακών υπήρχε  μια επιγραφή από των καιρό των φραγκισκανών που  έλεγε στα λατινικά  ''salva nos domine vigilantes''  όμως οι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, άκουγαν μόνο το αδιάκοπο βουητό του νερού,  μόνο μερικοί που έκαναν κάποιου είδους καταναγκαστική εργασία έβγαιναν κατά καιρούς να σκάψουν για ένα είδος ασβέστη που υπήρχε στο γειτονικό βουνό κι αντίκριζαν εκείνο το απίστευτο θέαμα. Τον μουσικό όπως έλεγε το ντοκιμαντέρ τον είχε σώσει η κιθάρα που έπαιξε στους κρατουμένους, τα βράδια κοιμόταν δίπλα σε κάτι ψυγεία,  ο ήχος των μηχανών που συνδυάζονταν παράξενα με το βουητό από το νερό των καταρρακτών τον ηρεμούσε βοηθώντας τον να τραγουδά. Μετά από κείνο το πρόγραμμα είχα ηρεμήσει κι εγώ και κοιμήθηκα λίγο βλέποντας όνειρα με φυλακές, φοβόμουν πολύ τις χώρες της Λατινικής Αμερικής εκείνο το διάστημα,  η γυναίκα μου είχε φύγει κατά κει κι εγώ αγωνιούσα μη την απαγάγουν, μη την σκοτώσουν,  μήπως χρειαστεί να ταξιδέψω κι εγώ  μέχρι την άλλη άκρη της γης...

Στο αεροδρόμιο κάθισα σ έναν πάγκο χαζεύοντας τα αεροπλάνα που σηκώνονταν μες το σκοτάδι, σε λίγο ήρθε ο φίλος που θα έφευγε αμέσως, είχε αργήσει, αποχαιρετιστήκαμε κι εγώ σκεφτόμουν ότι θ’ αργούσα να τον ξαναδώ, επειδή τα λεωφορεία αργούσαν πολύ είπα να περπατήσω λίγο, τελικά σταμάτησα σε μια στάση που είχε διαλυθεί όταν μια γυναίκα  είχε καρφωθεί  με το αυτοκίνητο πάνω της και σκότωσε κάποιον που περίμενε, το είχε δείξει κι η τηλεόραση.  Τα διαλυμένα κάγκελα από ένα διπλανό φράχτη και τα σμπαραλιασμένα σίδερα της κατασκευής φαίνονταν ακόμα, όποτε περίμενα σ’ εκείνη τη στάση κοιτούσα τα αυτοκίνητα με τα φώτα τους αναμμένα να περνούν σα δαιμονισμένα και  σκεφτόμουν,  ''Δεν μπορεί,  κάποιο θα ξεστρατίσει και θα καρφωθεί πάνω μου...''

Όλη μέρα στη δουλειά σερνόμουν, προσπαθούσα να ξεκλέψω λίγο χρόνο να ξεκουραστώ,  είχε αρχίσει να χειμωνιάζει  και βράδιαζε γρήγορα, σχολώντας δεν υπήρχε περίπτωση να βρω κάτι να με πάρει οπότε κίνησα με τα πόδια. Η εταιρία που δούλευα βρίσκονταν κάπου στα προάστια σ’ ένα ύψωμα κοντά σ’ ένα παλιό νταμάρι, για να κόψω δρόμο πέρασα μέσα από κάτι σκοτεινά μονοπάτια κι έπεσα πάνω σ’ έναν  γέρικο σκύλο που κοιμόταν αμέριμνος και τρόμαξε πιο πολύ από μένα ενώ κάτι άλλοι ελεεινοί  που είχαν κατά κει το γιατάκι τους γαύγιζαν δείχνοντας τα δόντια τους.  Αλλά φίλε μου αυτοί δεν ήταν σκύλοι σωστοί, σκύλοι κανονικοί ήταν αυτοί στα μαντριά στο χωριό μου που κάποτε σκότωσαν έναν δύστυχο γιατί πέρασε από κει πηγαίνοντας στα χωράφια με το κάρο του, τα τσοπανόσκυλα τρόμαξαν το άλογό του που πανικοβλήθηκε κι άρχισε να τρέχει μες τη νύχτα ρίχνοντας κάτω τον οδηγό του κοντά σε μια γέφυρα όπου λένε κάποιοι ότι τον έχουν δει τα βράδια να περνά με το κάρο του καθισμένος στη θέση του οδηγού, φαίνεται απαράλλαχτος  μοναχά που του λείπει το κεφάλι του…

Είχα βαρεθεί  να περπατώ μετά από ώρα επιτέλους έφτασα στο κέντρο,  οι  ταξιτζήδες είχαν σταματήσει την απεργία  και είχαν βγει προς  άγραν πελατών,  πολλοί απ’  αυτούς  αραδιάζονταν κάτω από μια αρχαία πύλη με  σκαλισμένους  καβαλάρηδες και άλογα  φαγωμένα απ’ τους καπνούς και την  μόλυνση, πιο κάτω στο μουσείο,  τα φυλαγμένα πέτρινα αγάλματα πρέπει να περνούν καλύτερα, τις νύχτες που όλοι κοιμούνται μπορούν να βολτάρουν στους σκοτεινούς διαδρόμους.  Αποφάσισα να πάρω ταξί, σταμάτησα ένα,  άνοιξα την πίσω πόρτα και μπήκα μέσα,  μια γυναίκα καθισμένη δίπλα  μου κρατούσε μια τσάντα κάπως βαριά, όπως κοίταξα μια στιγμή μου φάνηκε σαν να είχε μέσα κάτι χέρια κι ένα κεφάλι ξανθό που σάλευε, αυθόρμητα μου ήρθε στο νου εκείνη η επιγραφή στην είσοδο της φυλακής που είχα δει στο  ντοκιμαντέρ ''Salva nos domine vigilantes!''

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...