Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

’’Θα ρίξεις αυτόν το φάκελο κάτω απ’ την πόρτα και θα φύγεις !’’ μου είχαν πει, ψάχνοντας την διεύθυνση αναρωτιόμουν τι στον εξαποδό είχε μέσα εκείνος ο φάκελος, όπως διέσχιζα μια διασταύρωση η άσφαλτος έκαιγε, δυο μελαχρινοί πουλούσαν τσιγάρα λαθραία ψαρεύοντας τους περαστικούς με βλέμμα σκοτεινό, μια σκηνή άγρια είχα δει, ένας γέρος γρονθοκοπούσε κάποιον ξένο που είχε χώσει το χέρι στην τσέπη του, οι περαστικοί είχαν σταματήσει και κοίταζαν…

Όλο αγγαρείες μου ανέθεταν, το καλοκαίρι έφευγε κι εγώ έτρεχα εξυπηρετήσω το αφεντικό, μια μέρα μου είχε παραγγείλει ν’ αδειάσω μια αποθήκη, κουβαλούσα καθίσματα, βιβλιοθήκες, φακέλους, συρτάρια και τα τοποθετούσα σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, τα πόδια και τα μπράτσα μου πονούσαν, είχα σακατευτεί, όπως κατέβαζα ένα έπιπλο μεταλλικό μου διαλύθηκε στα χέρια, κατρακύλησε στις σκάλες προκαλώντας ένα θόρυβο τρομακτικό μες το καταμεσήμερο, τώρα σκεφτόμουν θα με βρίσουν άσχημα, θα τ’ ακούσω για τα καλά, θα φωνάξουν την αστυνομία, θα με σκίσουν, περίμενα να ανοίξει καμιά πόρτα και να βγει κάνας γίγαντας αγριεμένος έτοιμος να με τσαλαπατήσει, όλως παραδόξως καμιά αντίδραση, καμιά πόρτα δεν άνοιξε, ησυχία απόλυτη, σα να μην ζούσε κανένας σ εκείνο το κτήριο...

Γυρνώντας στο σπίτι μετά απ’ την ταλαιπωρία της μέρας μια πείνα απερίγραπτη μ’ έπιανε, ειδικά για κάτι φρούτα γυαλιστερά με είχε πιάσει μια λαχτάρα τρομερή, απερίγραπτη, ήθελα να τα καταβροχθίσω όλα, να φάω άφθονα, να πιω νερά, χυμούς, αναψυκτικά, τι ήταν εκείνο το πράγμα, έτρωγα άγαρμπα ότι έβρισκα, τελικά το στομάχι μου έγινε χάλια, το βράδυ δε μ έπιανε ο ύπνος.

Δεν ήμουνα καλά, έπρεπε να είχα φύγει διακοπές να μην παιδεύομαι στην άχαρη πόλη σα χαμένος, και μου το είχε πει ο Λάζαρος ‘’Θες να έρθεις μαζί μας με το καράβι, όλα πληρωμένα, διαμονή, φαγητό, μόνο κάτι ψιλά θα δίνεις για τις βενζίνες… ’’ ρε φίλε ήταν πολύ καλή πρόταση!

Αυτός περνούσε καλά, πριν μια βδομάδα είχε πάει μ έναν φίλο περιοδεία στις Σποράδες, πέρασαν νύχτα αντίκρυ απ’ τον Βόλο κοιτάζοντας τα φώτα του, η Σκόπελος τους άρεσε πολύ, φαίνονταν το πιο ωραίο νησί, το πιο πράσινο, σταμάτησαν στη Σκιάθο όπου ο Λάζαρος είχε μια φίλη με διαμέρισμα κοντά στο σπίτι του Παπαδιαμάντη, έμειναν εκεί ένα βράδυ κι από κει τράβηξαν κατά το νοτιά, ένα νησί εντελώς απομονωμένο είδανε, η Σκύρος, εκεί που έκρυψαν τον Αχιλλέα για να μη τον πάρουν στην Τροία όπου θα σκοτώνονταν. Περνούσαν καλά στο καράβι, φυσούσε όμορφα, έπλεαν δίπλα από βραχονησίδες γεμάτες γλάρους και ψαροπούλια, απ’ την Σκύρο βγήκαν στην Εύβοια, το βόρειο κομμάτι πνιγμένο στη βλάστηση, εντυπωσιακό, έφτασαν μέχρι τη Χαλκίδα, εκεί τους είπαν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν γιατί τα νερά τραβιούνταν εκείνη την ώρα, είχε πανσέληνο και τα νερά λέει γίνονται τότε ακόμα πιο περίεργα…

Τελικά είχαν καταλήξει σ’ ένα χωριό κάποιου νησιού, μου είπε τ’ όνομα του αλλά το ξεχνώ τώρα, φαίνονταν πολύ όμορφο, χτισμένο αμφιθεατρικά, περιβάλλονταν από λόφους δασωμένους, παλιά λέει υπήρχαν ξυλοκόποι που δούλευαν εκεί πέρα κι έβγαζαν πολύ ξυλεία για να φτιάξουν καράβια, ένα τσιμεντένιο ρέμα τεράστιο περνούσε απ’ τη μέση του οικισμού για να μαζεύει τα νερά των βροχών. Ψηλά σ’ έναν λόφο ένας φοίνικας μοναχικός δέσποζε και πιο πίσω είχαν βρει κάτι αρχαίες κολώνες, λέγανε ότι ήταν ένας ναός προς τιμήν του Δία, κάποιος ντόπιος τον είχε αμφισβητήσει, τον είχε βρίσει, τον είχε κοροϊδέψει κάτι τέτοιο τέλος πάντων, θα σε γελάσω τώρα, κι ο θεός είχε ρίξει αστροπελέκι που κατέκαψε εκείνον τον βλαμμένο μαζί με τ άλογα και τον ηνίοχο, κι ότι βρίσκονταν εκεί πέρα είχε γίνει στάχτη! Όλο το μέρος με τ’ αρχαία γκρεμίσματα απέπνεε μια γαλήνη που σε ηρεμούσε, μια εκκλησία πέτρινη, παλιά, ήταν χτισμένη κοντά στη θάλασσα, παραδίπλα υπήρχε μια προβλήτα απ’ όπου βουτούσαν πιτσιρικάδες κάνοντας μακροβούτια…

Περνούσε καλά ο τύπος, αλώνιζε τις θάλασσες, την είχε βρει την άκρη αυτός και τώρα μου πρότεινε να πάω μαζί του, έπρεπε να είχα φύγει με το κότερο όμως καθόμουν σα βλάκας στην πόλη ψάχνοντας λίγη δροσιά, χαζεύοντας τους φοιτητές να σέρνουν βαλίτσες τεράστιες, τι μαρτύριο κι αυτό ρε φίλε, το βράδυ οι γριές έβγαιναν στα μπαλκόνια να πάρουν μια ανάσα, ένα πρωί σ’ ένα ιντερνέτ καφέ είχα δει ένα ζευγάρι παράξενο, έναν τυφλό και μια κοπέλα, κάτι άκουγαν στον υπολογιστή και μετά φιλιόντουσαν, όταν έφυγαν πέρασαν από μπροστά μου, της κρατούσε το χέρι, αυτή έβλεπε και τον καθοδηγούσε, ήταν ψηλή, ωραία, εντυπωσιακή θα έλεγα, γιατί να είναι μ’ έναν τυφλό, τι του έβρισκε, μου φάνηκε πολύ περίεργο θέαμα…

Έπρεπε να την είχα κοπανήσει με το κοτεράκι όμως όλο σε αγγαρείες με βάζανε να τρέχω και τώρα έπρεπε να παραδώσω τον ελεεινό εκείνον φάκελο που είχα σιχαθεί να τον κουβαλώ αλλά δεν έβρισκα με τίποτα τη διεύθυνση, όποιον κι αν ρωτούσα δεν ήξερε, όπως στεκόμουν ζαλισμένος στην είσοδο ενός κτιρίου ένας τύπος 60- 70 χρονών μου χαμογέλασε, κρατούσε την πόρτα της εισόδου ανοιχτή, με κάποιο τρόπο δημιουργούνταν ρεύμα αέρα που κυκλοφορούσε από τα παράθυρα κι από τον εξαερισμό κι έβγαινε ακριβώς στην είσοδο, σ εκείνο το σημείο μόνο, πουθενά αλλού, ο τύπος εκείνος το είχε βρει και δεν το άφηνε, ‘’Μπορείς να κρατάς λίγο την πόρτα;’’ μου είπε, στάθηκα κι εγώ εκεί πέρα με τον άγνωστο τύπο κρατώντας το πόμολο, γυρεύοντας το μαγικό αεράκι να με ξανανιώσει...

Καλά το καλοκαίρι είναι ζόρικη φάση, τι να λέμε τώρα, άλλη κατάσταση, άλλος κόσμος, όλα τα παλαβά και τα κακά τότε συμβαίνουν, καταστροφές εθνικές, εισβολές αλλοφύλων, πυρκαγιές, σεισμοί, πόλεμοι, πραξικοπήματα, αιματοχυσίες, τραγωδίες, προσφυγιές, ο κόσμος σα να το προαισθάνεται προσπαθεί να φύγει, όλοι θέλουν να το σκάσουν, κάποιος μου έλεγε ότι θέλει να πάει σε μια παραλία πλατιά με αμμουδιά απαλή σαν σιμιγδάλι, ένα παιδί μιλούσε για κάμπινγκ καλοκαιρινά, βράχια, γυναίκες γυμνές , σκηνές, βράχια, νύχτες ζεστές, στο μυαλό στριφογυρνούν αδιάκοπα εικόνες από νησιά, θάλασσες, καράβια, τουρίστες, σπίτια άσπρα, κύματα, ένα άλλο παιδί θα πήγαινε Πελοπόννησο, οι θείοι του είναι κατά κει, πολύ του αρέσει ο ξερότοπος της Μάνης, μπορεί να πάει και πεζοπορία στον Ταΰγετο, λέει ότι είναι πολύ ωραίο βουνό…

Όλα το καλοκαίρι συμβαίνουν κι έμενα από κάπου θα μού ρχονταν, δεν τα έβλεπα καλά, ευτυχώς που είχα την Β και ξεχνιόμουν, αυτηνής το αυτάκι δεν ίδρωνε, είχε κάνει τα μπανάκια της το μωρό μου και ήταν άνετο, μαζί είχαμε πάει σ ένα υπόγειο όπου ήθελε να δοκιμάσει γυαλιά, έβαζε κάτι τεράστια σαν αυτά που φορούν οι πρωταγωνίστριες στις παλιές ασπρόμαυρες αμερικάνικες ταινίες, και κάτι άλλα φορούσε σε σχήμα καρδιάς, και κάτι άλλα με καθρέφτες χρωματιστούς, και κάτι άλλα όλα της πήγαιναν! Είχε εκείνον τον ιδιαίτερο τύπο προσώπου που ταιριάζει με όλους τους τύπους των φακών, καθόμουν εκεί σε μια καρέκλα και την χάζευα που καμάρωνε και χαμογελούσε, ήταν σωστό φωτομοντέλο φίλε μου, έπαιρνε εκείνο το ύφος το ψαρωτικό φορώντας γυαλιά όπως αυτά των μπάτσων κι όλοι εκεί στο μαγαζί την χαλβάδιαζαν ενώ εγώ ήθελα να τους πω ‘’ Μάγκες μακριά απ’ το μωρό μου!

Θα μπορούσα να την είχα πάρει μαζί μου στο κότερο, αυτή πέθαινε για τέτοια κι ο Λάζαρος δεν θα είχε αντίρρηση, το αντίθετο μάλλον, στο κατά κάτω θα έδινα κάτι παραπάνω, ήθελα κι εγώ να διασχίσω το Αιγαίο χαζεύοντας τη νύχτα τα φώτα των πόλεων στις απέναντι ακτές, να αντικρίσω νησιά κατάφυτα και βράχια άσπρα γεμάτα θαλασσοπούλια, ήθελα να δω κι εκείνη την αρχαία πόλη με το ναό του Δία και τις κολώνες λουσμένες στο φως του ήλιου...

Μα πιο πολύ ρε φίλε ήθελα να δω ένα θέατρο αρχαίο που υπήρχε σ εκείνη την ερειπωμένη πόλη χτισμένο σε μια πλαγιά αντίκρυ ακριβώς στη θάλασσα, ο Λάζαρος είχε πάθει πλάκα, δεν είχε ξαναδεί πιο ωραίο θέατρο στη ζωή του, ‘’Φαντάσου…’’’ μου έλεγε ‘’…να βλέπεις από κει το απομεσήμερο αγώνες, αθλητές απ’ την Σικελία, τη Λιβύη, την Αίγυπτο, απ’ όλες τις πόλεις της μεσογείου να τρέχουν απέναντι στο ηλιοβασίλεμα και στο κύμα κουβαλώντας το κράνος και την πανοπλία τους, άλογα να γεμίζουν σκόνη τον τόπο καλπάζοντας, σέρνοντας άρματα, στρίβοντας απ’ τον στίβο κάθε φορά με τους αφρούς να τρέχουν απ’ τα ρουθούνια τους, φαντάσου δίσκους μεταλλικούς, σφαίρες πέτρινες, ακόντια να φεύγουν ψηλά και να καρφώνονται στην άμμο, κόσμο και θεατές να επευφημούν και να φωνάζουν όρθιοι, να παραληρούν από ενθουσιασμό όποτε κάποιος δικός τους κέρδιζε στην πάλη , καλά δεν πρέπει να υπήρχε ωραιότερο θέαμα!’’
Ήμουν σα ζαλισμένος, για λίγο ένιωθα ότι ήμουν κι εγώ σ εκείνο το στάδιο το αρχαίο αντίκρυ στο κύμα βλέποντας αθλητές να τρέχουν στην άμμο, ‘’Ποιον ψάχνεις νεαρέ;’’ με ρώτησε ο ασπρομάλλης που κρατούσε την πόρτα για ν τον φυσά το ρεύμα, του έδειξα τη διεύθυνση, ‘’Για μένα είναι, έλα μαζί μου!’’

Ανεβήκαμε με τα πόδια κάνα δυο ορόφους, σχεδόν έτρεχε, δεν τον προλάβαινα, φαινόταν πολύ αθλητικός, σταματήσαμε μπροστά από μια πόρτα μ’ ένα πλέγμα σιδερένιο μπροστά της, ξεκλείδωσε τη σιδεριά πρώτα και μετά την βαριά πόρτα που έτριξε, μπήκαμε στο γραφείο του, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, κάτι μ’ έπιασε τότε και ήθελα να μάθω ποιος ήταν εκείνος ο άνθρωπος, από πού έρχονταν, τι έκανε εκεί πέρα, γιατί δεν πήγαινε σε καμιά παραλία όπως όλος ο κόσμος, κι ακόμα τι στο διάβολο είχε εκείνος ο φάκελος που του έφερνα, σα να κατάλαβε τι σκεφτόμουν άρχισε να μουρμουρίζει πολύ χαμηλά, τόσο σιγά που έπρεπε να προσπαθώ για να καταλάβω τι έλεγε...

‘’ Το γραφείο αυτό τόχω εδώ και πενήντα χρόνια, από τότε που τελείωσα με το στρατό, τώρα το κρατά ο γιος μου, ακριβώς προτού απολυθώ μια νύχτα, ήρθε εντολή να βγούμε με τα άρματα στην πόλη, ήμουν επικεφαλής πληρώματος, όταν έδωσαν σε όλους μας από τρεις γεμιστήρες με σφαίρες άρχισα να φοβάμαι, που πηγαίναμε, τι ήθελαν από μας, στο άρμα μέσα κανείς δε μιλούσε, διασχίσαμε την πόλη που κοιμόταν, οι δρόμοι έρημοι, περάσαμε από μια μεγάλη λεωφόρο και βρεθήκαμε μπροστά σ ένα σιντριβάνι , έλα να δεις!’’ Άνοιξε το παράθυρο ‘’Το βλέπεις, μέχρι εκείνη την ημέρα δεν το είχα προσέξει, καθόμουν στον πυργίσκο και χάζευα το συντριβάνι, ένιωθα όμορφα, ‘’Τελικά δεν ήταν τίποτα!’’ σκεφτόμουν όταν ένα κορίτσι μια σταλιά με μαλλιά μαύρα εμφανίστηκε πίσω απ’ το σιντριβάνι κι άρχισε να με βρίζει, εμένα προσωπικά, που στο διάβολο με ήξερε, τι της είχα κάνει, φώναζε τόσο υστερικά, έβριζε τόσο άσχημα που ήθελα να το σκοτώσω, είχα λυσσάξει, μπορούσα να την πυροβολήσω εκεί επί τόπου και κανείς δε θα μού λεγε τίποτα, πραξικόπημα γίνονταν φίλε, την κοίταξα λίγο καλύτερα και κατάλαβα ότι την ήξερα, το πιστεύεις, την ήξερα, η πόλη αυτή είναι τόσο μικρή, δεν θυμόμουν που αλλά την είχα ξαναδεί, την ήξερα σίγουρα κι όμως ήμουν έτοιμος να τη γαζώσω εκεί επί τόπου, πήρα μια ανάσα βαθιά μέσα μου και διέταξα τον οδηγό να στρίψει και να συνεχίσει, το άρμα βόγκηξε λίγο κι έπειτα ξεκίνησε πάλι να προχωρά στη λεωφόρο γδέρνοντας την άσφαλτο...

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

ΚΟΧΥΛΙΑ ΑΛΙΠΟΡΦΥΡΑ


 Ξαφνικά ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση κι έστρεψε τη φωτιά κατευθείαν πάνω του, όπως ήταν αφηρημένος άργησε πολύ να το καταλάβει μέχρι που αντίκρισε τις φλόγες και το πορτοκαλί ντουμάνι να τρέχει με μανία προς το μέρος του, ευτυχώς είχε τη μηχανή του τρακτέρ αναμμένη, ο πατέρας του έλεγε πάντα να μη σβήνει ποτέ το τρακτέρ όταν ήταν μόνος στο χωράφι, πήδηξε στο τιμόνι κι έβαλε μπρος με κατεύθυνση τη φωτιά, έπρεπε να βγει γρήγορα από κει μέσα, τα χόρτα και οι θάμνοι καίγονταν με απίστευτη ταχύτητα καθώς ήταν ξερά σαν φρύγανα τόσες μέρες με λιοπύρι και θερμοκρασίες Σαχάρας, γκάζωσε τη μηχανή νιώθοντας τις λαμαρίνες να φλέγονται.


Ο ηλίθιος ο γείτονας που είχε βάλει φωτιά στην καλαμιά έφταιγε, εκείνος ο βλάκας ήθελε να κάψει τα κλαδιά που είχαν απομείνει απ’ το κλάδεμα και μετά του ξέφυγε, καλά αν γλύτωνε από κει μέσα θα τον σκότωνε, πόσο χαμένος ήταν να βάζει φωτιά σε τέτοιες θερμοκρασίες, και του τόχε πει να προσέχει όμως εκείνος ότι σκουπίδια μάζευε ήθελε να τα καίει, δεν άφηνε τίποτα, καλά ο τύπος ήταν πυρομανής! Απ’ το διπλανό χωράφι οι φλόγες είχαν περάσει γρήγορα στο δικό του κτήμα κατακαίγοντας ότι έβρισκαν στο δρόμο τους και τώρα κινδύνευε να γίνει ψητό κοτόπουλο, όπως περνούσε με το τρακτέρ μέσα απ’ το πύρινο μέτωπο σκεφτόταν ότι αυτό ήτανε, δεν θα έβγαινε ζωντανός από κείνη τη κόλαση !


Μα πόση ζέστη έκανε εκείνες τις μέρες ρε φίλε, βασικά ολόκληρο το καλοκαίρι ήταν καυτό, κουραστικό, ατελείωτο, έτσι του είχε φανεί, από νωρίς είχαν πιάσει οι ζέστες και δε λέγανε να ησυχάσουν ούτε μια μέρα, τα δελτία ειδήσεων μιλούσαν για φωτιές σ όλη τη χώρα αλλά κι αλλού, σε διάφορες μεριές του πλανήτη, δάση και σαβάνες καίγονταν σα λαμπάδες, φαίνεται ότι είχαν καλοκαίρι και κατά κει και φλέγονταν. Η ζέστη είχε επηρεάσει τους ανθρώπους, τις προάλλες που είχε κατεβεί στην πόλη του έκανε εντύπωση που όλοι μες τα αστικά είχαν νεύρα, όλοι ήθελαν να πλακωθούν μεταξύ τους, οι σκύλοι κοιμούνταν ξεροί στην άσφαλτο μετά την ζέστη της νύχτας, αμάξια τρακάριζαν στα σταυροδρόμια γεμίζοντας τον τόπο γυαλιά και θρύψαλα, ‘’Ο κόσμος στην πόλη σαλτάρει το καλοκαίρι!’’ σκεφτόταν. Το μόνο πράγμα που του είχε αρέσει στην πόλη ήταν μια καφετερία σ ένα κτίριο ψηλό με κάτι σημαίες που ανέμιζαν και πλατάγιζαν αδιάκοπα, ενώ παντού γύρω καίγονταν το σύμπαν εκεί πάνω είχε δροσιά, σχεδόν κρύο, στα μαρμάρινα τραπέζια παραδίπλα υπήρχαν φλιτζανάκια του καφέ και κάτι λουκούμια χρωματιστά πορτοκαλιά και κίτρινα, από κάτω απλώνονταν η θάλασσα με κάτι καράβια φορτηγά κι ένιωθες ότι ήσουν στην κορυφή κάποιου κρουαζιερόπλοιου κάνοντας περιοδεία ανάμεσα σε νησιά, καλά ήταν φοβερή φάση! Το βράδυ είχε μείνει σ ένα ξενοδοχείο, δε μπορούσε να δροσιστεί, κυλιόταν στο κρεβάτι σέρνοντας σεντόνια και μαξιλάρια, αργά τη νύχτα βγήκε στο διάδρομο κι άνοιξε ένα παράθυρο να καπνίσει, ένας νεαρός εμφανίστηκε απ’ το βάθος του διαδρόμου κουβαλώντας μια τεράστια φιάλη νερού, με το που την προσάρμοσε στον ψύκτη χιλιάδες φυσαλίδες άρχισαν ν ανεβαίνουν σαν πεταλούδες μικρούτσικες που πετούν όλες μαζί προς τα πάνω.. 

Και στο χωριό έκανε ζέστη τρομακτική εδώ και μέρες κι ήταν επόμενο όλα να είναι έτοιμα για μπουρλότο, όπως έτρεχε να ξεφύγει τη φωτιά σκεφτόταν ότι αν δεν προλάβαινε να τη σβήσει θα μπορούσε να κάψει όλον το στάβλο και τα ζώα μαζί που ήταν δεμένα εκεί μέσα και ήδη μουγκάνιζαν διαισθανόμενα το κακό, όσο για τον αχυρώνα, καλά αυτός αν έπαιρνε φωτιά θα γίνονταν το σώσε, τα δεμάτια του σανού άναβαν απ’ τη ζέστη και το μέρος όταν έμπαινες μέσα σε πλάκωνε με κείνη την αποπνικτική βαριά μυρουδιά του χορταριού που είναι φρέσκο ακόμα, εκεί μάζευαν όλο το τριφύλλι , το άχυρο και κάτι άλλα χόρτα άγρια που του είχε δείξει ο πατέρας του, μέσα σε μεγάλα βαρέλια είχαν τους γιαρμάδες όπως τους λέγανε, τα αλεσμένα καλαμπόκια δηλαδή όλα αυτά θα γίνονταν στάχτη!


Ο αχυρώνας θα καίγονταν ο στάβλος όμως πιθανόν να τη γλύτωνε, αυτός ήταν άλλο πράγμα, ήταν χτισμένος από πέτρα και τα ζώα κοιμούνταν ήσυχα το βράδυ στη δροσιά του βγάζοντας αναστεναγμούς βαθιούς χορτάτα από φαΐ και νερό. Ο γέρος του είχε φέρει έναν μάστορα κι έφτιαξε το στάβλο γερό, σταθερό, στην αρχή σκόπευε να κάνει τον στάβλο σπίτι κατοικήσιμο, μετά άλλαξε γνώμη όμως οι χοντροί πέτρινοι τοίχοι είχαν απομείνει από τότε, πολλές βραδιές όταν είχε ζέστη ανυπόφορη στο σπίτι τους ο γέρος έρχονταν και κοιμόταν στο στάβλο κουβαλώντας το ντιβάνι και τα σεντόνια του. Ο πατέρας του βέβαια δεν καταλάβαινε τίποτα όταν επρόκειτο για τον ύπνο του, δεν τον έχανε με τίποτα, αφού κάποτε που δεν έβρισκε δροσιά πουθενά είχε πάρει το τρακτέρ και πήγε σ ένα ξωκλήσι χτισμένο σ ένα ύψωμα γεμάτο βράχια όπου έμενε μόνο ένα καλόγερος παράξενος, ένας ονειροπόλος, κοιμήθηκε εκεί πάνω τη νύχτα και το φχαριστήθηκε, στο ξωκλήσι φυσούσε αέναα όλο το χρόνο ότι και να γίνονταν...


Ο γέρος του ήταν μυστήριος, έβλεπε μπροστά, το είχε φτιάξει ωραίο το κτήμα, δούλευε μέρα νύχτα εκεί πέρα, που τον έβρισκες που τον έχανες το γερο του πάντα στο κτήμα ήτανε σκάβοντας , κλαδεύοντας, χτίζοντας αποθηκούλες και κοτέτσια, μέχρι και μια δεξαμενή νερού στην άκρη του χωραφιού είχε φτιάξει όπου μάζευε νερό της βροχής για το πότισμα των δέντρων που είχε φυτέψει. Στην πραγματικότητα βέβαια εκείνη την δεξαμενή την είχε φτιάξει ο παππούς του, άλλη περίπτωση κι εκείνος, από κάποιο νησί είχε έρθει και ήξερε από λειψυδρία και ξέρα, ο παππούς είχε κατασκευάσει στο κτήμα και πατητήρι για τα σταφύλια με εσωτερική επίστρωση από ένα μίγμα που περιείχε κεραμίδι σε σκόνη με μια υφή σα γυαλί, αυτή ήταν η μόνωση του και δεν έχανε σταγόνα από κείνο το κρασί στο χρώμα του ήλιου που έφτιαχνε. Τον θυμόταν τον παππού να του μιλά για τις παλιές στέρνες και τις υδατοδεξαμενές στα νησιά που βρίσκονταν εκεί από τα αρχαία χρόνια μέσα στα κάστρα για τις περιόδους πολιορκίας από πειρατές κι άλλους δαιμόνους, τις έχτιζαν λέει εκείνες τις δεξαμενές χρησιμοποιώντας τέφρα που υπήρχε άφθονη στο νησί και λειτουργούσε σαν τσιμέντο δένοντας τις πέτρες, όλα τα σπίτια στο νησί τα φτιάχνανε χρησιμοποιώντας αυτήν την τέφρα. Όταν κάποτε είχε τύχει να πάει στο νησί του παππού του είχε δει ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα πολύ παλιά τέτοιες στέρνες ακριβώς με τοιχώματα κοκκινωπά, ένας αρχαιολόγος του είχε εξηγήσει ότι οι νησιώτες καμιά φορά έβαζαν στο μίγμα της μόνωσης σκόνη από κοχύλια που χρησιμοποιούσαν για να βάψουν τα υφάσματα, στο νησί λέει κάποτε φτιάχνονταν υφάσματα περίφημα που πουλιούνταν σ ολόκληρη τη Μεσόγειο, εκείνα τα κοχύλια έδιναν στην επίστρωση ένα χρώμα αλιπόρφυρο. Και τη δικιά τους στέρνα έτσι την είχε φτιάξει ο παππούς του, μ εκείνο το αργιλώδες κονίαμα από άμμο και μια σκόνη παράξενη που έδινε στα τοιχώματα υφή στιλπνή, υπέροχη, όταν ήταν μικρός καθόταν στο χείλος της στέρνας και χάζευε εκείνη την επίστρωση με τα εκατομμύρια κόκκων που άστραφταν στον ήλιο ...


Τώρα είχαν αλλάξει βέβαια οι εποχές αλλά η σοφία των παλιών ήταν πάντα χρήσιμη κι αυτός κοίταζε τι μπορούσε να κάνει σ εκείνο το κτήμα όπου το νερό κάθε χρόνο λιγόστευε, πόσο δεν είχε ψάξει, τι βιβλία δεν είχε διαβάσει, τι προγράμματα επιδοτούμενα προσπαθούσε να βρει που θα τον βοηθούσαν, πολύ τον είχε βασανίσει αυτό το θέμα, τώρα όμως είχε άλλα προβλήματα, έτρεχε να γλυτώσει απ’ τη φωτιά, ήξερε ότι αν απλώνονταν σ’ όλο το χωράφι και τον κύκλωνε την είχε βαμμένη, παντού γύρω καίγονταν και λαμπάδιαζαν θάμνοι που είχαν φυτρώσει όλον αυτόν τον καιρό, ακακίες, πουρνάρια, φτελιές, ένα σωρό δαίμονες που όλο έλεγε να τους καθαρίσει κι όλο βαριότανε τώρα θα τον έκαιγαν ζωντανό, έπρεπε να βγει γρήγορα από κει μέσα, στο κουβούκλιο του τρακτέρ η ζέστη ήταν τρομερή, ακόμα και το τιμόνι είχε αρχίσει να καίει, το χειρότερο θα ήταν να κολλήσει σε καμιά λακκούβα λασπωμένη και να καεί, καλά αυτό θα ήταν μεγάλη γκαντεμιά !


Έκανε ελιγμούς με το τρακτέρ προσπαθώντας να οδηγεί από σημεία που του φαίνονταν λιγότερο επικίνδυνα, οι καπνοί ήταν πυκνοί πολύ και δεν έβλεπε τη τύφλα του, όλο αυτό το πράγμα είχε κρατήσει μερικά λεπτά όμως του είχε φανεί σα να βρίσκονταν εκεί πέρα διακόσια τόσα χρόνια, είχε αρχίσει να τα παίζει, ευτυχώς το μέτωπο της φωτιάς δεν ήταν μεγάλο, αν είχε λίγο βάθος ακόμα δεν θα άντεχε, με το που βρήκε από κείνο το χαμό πήδηξε απ το τρακτέρ κι έτρεξε κατευθείαν στη στέρνα που υπήρχε στην άκρη του κτήματος, τα ρούχα του έκαιγαν, το σώμα του φλογίζονταν, πήρε φόρα και βούτηξε όπως ήτανε, η στέρνα είχε βάθος κάπου ενάμιση μέτρο και το κεφάλι του άγγιξε τον πάτο, το σώμα του ένιωσε την ευεργετική αίσθηση του υγρού στοιχείου. Όπως έβγαινε απ’ το νερό με την άκρη του ματιού είδε εκείνη την στιλπνή επίστρωση που τόσο του έκανε εντύπωση όταν ήταν μικρός, το μυαλό του καθάρισε αυτόματα, ένιωσε καλύτερα, βγήκε μουσκεμένος ως το κόκαλο, τα ρούχα έσταζαν και κρέμονταν πάνω του, πήρε βαθιές ανάσες, πίσω του η φωτιά είχε ήδη ξεθυμάνει καθώς ο αέρας άλλαξε πάλι κατεύθυνση και την γύρισε προς τα πίσω όπου ξεθύμανε καθώς δεν είχε τίποτα άλλο να κάψει, έψαξε το μπουκάλι του νερού που είχε κάτω απ’ το κάθισμα του τρακτέρ και ήπιε λαίμαργα, το μάτι του έπεσε στα κίτρινα λουλούδια μιας αγκαθωτής φραγκοσυκιάς που σείονταν στον άνεμο ποτέ δεν είχε καταλάβει πως φύτρωσε εκείνο το πράγμα στο κτήμα του, πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε μόνο κατάλαβε πόσο είχε κινδυνέψει.


Το τρακτέρ τον είχε σώσει, αν δεν ήταν εκείνο δε θα τη γλύτωνε το ήξερε πάντα ότι οι συμβουλές του πατέρα του δεν ήταν τυχαίες, κι εκείνη η στέρνα πάλι που είχε βουτήξει τι πράγμα ήτανε, λες και την είχαν φτιάξει γνωρίζοντας ότι θα γίνονταν αυτό κάποτε, έπρεπε ν ανάψει από μια λαμπάδα στο μπαμπά και στον παππού του που ήταν πια μακαρίτες, όπως ηρεμούσε σιγά σιγά ένιωθε τη γάμπα του να μουδιάζει, δε μπορούσε να λυγίσει το πόδι του, είχε πάθει κράμπα απ’ την υπερένταση κι ούτε που το είχε πάρει χαμπάρι, έτριψε τον μαλακό μυ να τον ηρεμήσει λίγο, η ζέστη έμοιαζε να υποχωρεί, ο αέρας μύριζε καμένο χορτάρι, μια ομάδα από μαύρα σύννεφα μαζεύονταν κατά τη δύση προαγγέλλοντας καταιγίδα, πέρα μακριά μερικά πρόβατα τραβούσαν κατά το μαντρί τους καθώς νύχτωνε, ένα απ αυτά είχε απομείνει μοναχό του πίσω βόσκοντας, όταν διαπίστωσε ότι τα άλλα είχαν απομακρυνθεί άρχισε να τρέχει...

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

TRUMPETS

...your love feels like high summer
your life is like an ocean
...your love feels like trumpets

The Waterboys


Στο χωριό το βράδυ έκανε ψύχρα μες το κατακαλόκαιρο, είχαμε παγώσει, κι ήταν κι εκείνα τα νερά τα κρύσταλλα που έτρεχαν παφλάζοντας σε μια γούρνα πέτρινη, καλά ήταν τέλεια και να σκεφτείς ότι όλη μέρα είχαμε πεθάνει απ’ τη ζέστη, υποφέραμε στα καταραμένα τα λεωφορεία περνώντας από χωριά έρημα και χωράφια γεμάτα στάρια θερισμένα και τριφύλλια που ποτίζονταν από στήλες νερού, έσκαγε ο τζίτζικας, επιβάτες κάθε τρεις και λίγο ανέβαιναν και κατέβαιναν τραβώντας και γυρνώντας απ τη θάλασσα κι εκεί πάνω στο χωριό ρε φίλε ήταν ο παράδεισος επί γης, δροσιά, νερά κρύα και κάτι φαγητά που τα ξεσκίσαμε, ο αέρας φυσούσε ανάμεσα στα παλιά σπίτια με τους χοντρούς τοίχους, καλά ήταν τέλεια!

Τα βράδια κοιμόμασταν μια χαρά σ εκείνο το χωριό, εγώ να σκεφτείς δεν μπορώ να κοιμηθώ σ’ άλλο κρεβάτι εκτός απ’ το δικό μου, όλη νύχτα στριφογυρνώ σα δαίμονας εκεί όμως κοιμόμουν σαν πουλάκι. Το πρωί δυο καρδερίνες με μια λωρίδα κόκκινη γύρω απ’ το λαιμό φλερτάριζαν πάνω σ’ ένα καλώδιο της ΔΕΗ καθώς ξεκινούσαμε για τη θάλασσα, η Β δεν τρελαίνονταν με τα νερά της παραλίας, δεν ήταν καθαρά γιατί ένα ποτάμι κατέβαζε απ το βουνό χώματα και πέτρες όλο το χειμώνα, δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να μπει, τελικά μπήκε, την ακολούθησα αφού με πασάλειψε πρώτα με κάτι κρέμες. Κολυμπούσε σα δελφίνι, εγώ ποτέ δεν τη χώνεψα τη θάλασσα, προτιμούσα πάντα τα δροσερά βουνά, μετά από λίγο βγήκαμε στην ακτή, καθίσαμε κάτω από κάτι πλατάνια πολύ ψηλά, μια παρέα Κινέζων, που στο δαίμονα βρεθεί κατά κει δε μπορούσα να καταλάβω, χαλούσαν τον κόσμο τρώγοντας νουντλς και καβούρια τεράστια, σανδάλια φορούσαν όλοι στα πόδια τους, για κάποιο λόγο ήμουν ήρεμος, δε βαριόμουν ένα περίεργο πράγμα, ‘’Τελικά δεν είσαι κακός για παρέα!’’ μου είπε ‘’Περίμενα ότι θα με έπρηζες με τα αγχωτικά σου αλλά τελικά είσαι εντάξει, θα σε ξαναπάρω μαζί μου !’’

Είχε το λόγο της βέβαια που φοβόταν, την τελευταία φορά που είχαμε πάει μαζί διακοπές είχα χάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, δε μπορούσα να καταλάβω που στο διάβολο είχαν εξαφανιστεί, ‘’Καλά εσύ παιδί μου είσαι ντιπ βλάκας!’’ μου είχε πετάξει ‘’Κοιμάσαι όρθιος!’’ είχα φάει τον τόπο να τα βρω εκείνα τα κλειδιά τα καταραμένα, όλο πράγματα έχανα, ‘’ Δε μπορείς να σκέφτεσαι λιγότερο!’’ μου είχε πει, είχε δίκιο βέβαια, το κορίτσι ήθελε να χαλαρώσει κι εγώ όλο βλακείες έκανα, βέβαια το καλοκαίρι, οι γυναίκες είναι μες τα νεύρα, δεν αντέχουν καθόλου , μοιάζουν να τρελαίνονται, το παραμικρό τις ενοχλεί, τους προκαλεί ανησυχία κι ενόχληση, δεν θέλουν κανένα δίπλα τους, τρώγονται με τα ρούχα τους, θέλουν να τα πετάξουν όλα, μπορούν να σε πλακώσουν στο ξύλο…

Ύστερα απ’ τη θάλασσα γυρνούσαμε στο χωριό που ήταν χτισμένο ψηλά σ ένα βουνό, ωραία περνούσαμε σ εκείνο το χωριό με τα νερά τα παγωμένα που έτρεχαν μέσα σε γούρνες πέτρινες, πολύ παλιές, άλλες φορές σταματούσαμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο με σιροπιαστά, θα μπορούσα να φάω όλο το κουτί που παραγγέλναμε αν δεν ήταν η Β, καλά ήταν φοβερό σημείο, τα δέντρα από πάνω υψώνονταν πανύψηλα ρίχνοντας τον ίσκιο τους, από δίπλα δαμασκηνιές με φυλλώματα βυσσινιά, πεύκα και πικροδάφνες άσπρες, πελώριες, γεμάτες λουλούδια έξοχα! Φυσούσε συνέχεια σείοντας αέναα τις ροζ πικροδάφνες, σε μια αλάνα κοντά σ’ έναν φράχτη φτιαγμένο από κέδρους σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου καρακάξες στραπατσαρισμένες απ τη ζέστη της μέρας τσαλαβουτούσαν ανάμεσα στα χορτάρια ψάχνοντας κάτι να φάνε, λένε ότι είναι απ’ τα πιο έξυπνα πουλιά που κουβαλούν στη φώλια τους νομίσματα χρυσά κι ότι τους γυαλίσει, αν βρεις λέει το λημέρι τους μπορεί να χουν εκεί μέσα τίποτα λίρες και δαχτυλίδια, εμένα πάντως όπως χοροπηδούσαν αδέξια κι άγαρμπα στραπατσαρισμένες απ’ τη ζέστη μου φαίνονταν εντελώς ηλίθιες!

Τις είχα λυπηθεί όμως τις καημένες τις καρακάξες, τα ζώα υποφέρουν το καλοκαίρι, είναι μια εποχή σκληρή ειδικά για όσους ζουν στην πόλη, ούτε που ήθελα να θυμάμαι την κατάσταση που είχα αφήσει πίσω μου, μερικές μέρες δεν φυσούσε ούτε για δείγμα μια ανάσα να πάρεις, ζητιάνοι κι άστεγοι κοιμούνταν στα παγκάκια, ένα πρωί σε μια πιάτσα ταξιτζήδων είχα δει μια μικρή λίμνη αίματος, στην αρχή νόμιζα ότι ήταν σοκολάτα από κάποιο παγωτό ή κάτι τέτοιο μετά όμως πρόσεξα ότι ήταν αίμα, βαθύ κόκκινο σχεδόν μαύρο, ποιος ξέρει τι είχε συμβεί το βράδυ εκεί πέρα, οι ταξιτζήδες πάντως έδειχναν αδιάφοροι, μερικοί κοιμόταν με το κεφάλι πάνω στο τιμόνι, όταν ξαναπέρασα από κει είχαν ξεπλύνει με νερό τον τόπο, τα μάρμαρα είχαν ξαναγίνει άσπρα, δεν υπήρχε τίποτα πλέον...

Την είχα ξεχάσει εντελώς την πόλη, είμαστε πια αρκετές μέρες σ εκείνο το μέρος με τα παγωμένα νερά, αργόσχολος όπως ήμουν περνούσα την ώρα μου με τους χωρικούς, άλλωστε δεν ήταν σοφό να μένω πολύ ώρα με τη Β, οι υψηλές θερμοκρασίες ήταν ότι χειρότερο γι αυτήν, όταν είχε νεύρα μπορούσε να γίνει τόσο κακιά, μα τόσο κακιά σα μάγισσα! Ήταν ικανή να σε τρομάξει του θανατά, εγώ βέβαια ήξερα, η ίδια μου το είχε πει, ότι σ αυτούς που αγαπούσε έδειχνε τον χειρότερο εαυτό της σα να ήθελε να τους δοκιμάσει, να τους προειδοποιήσει κι όποιος αντέξει, τα κάνουν αυτά οι γυναίκες συχνά, δεν πρέπει να τσιμπάς, τα ήξερα όλα αυτά αλλά ώρες ώρες γίνονταν τόσο αφόρητα σπαστική που ήθελα να τη στείλω στο διάβολο να τελειώνουμε, πλησίαζαν όμως τα γενέθλια της κι έκανα υπομονή...

Έβρισκα κάτι να κάνω πάντα, κάποτε πήγαινα στη λαϊκή που γίνονταν εκεί πέρα να ψωνίσω, ωραία ήταν, όλες οι γυναίκες μαζεύονταν γύρω από τον πάγκο με τα λουλούδια, αγόραζαν μαστιχιές, ορτανσίες, μολόχες σε γλάστρες μεγάλες, βασιλικούς, ζέρμπερες, γαρύφαλλα κινέζικα, μπουκαμβίλιες, πετούνιες και κάτι άλλα λουλούδια αναρριχώμενα με τεράστια πέταλα κατακόκκινα. Κατόπιν σταματούσα στο καφενείο, είχα γνωρίσει κι έναν γέρο σ’ αναπηρικό καροτσάκι που όποτε έπινε ούζο έβγαζε έναν στεναγμό ευχαρίστησης ααααχ! Κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα σουγιαδάκι με λάμα γυαλιστερή, μ αυτό έτρωγε, μ’ αυτό καθάριζε τα φρούτα, λέγανε ότι είχε πολλά λεφτά, είχα ακούσει ότι στο σπίτι του είχε κι ένα διαμάντι πολύτιμο που προέρχονταν απ’ το στέμμα του Αλή Πασά, οι πρόγονοι του λέει ήταν γιατροί στην αυλή του Αλβανού και τους το είχε δώσει ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους, λέγανε ότι η αξία του ήταν ανεκτίμητη, δεν τό βρισκες εύκολα τέτοιο πετράδι, είχε την ιδιότητα να μη χάνει τη λάμψη και τη λαμπερότατα του με τα χρόνια, ήταν ένα κομμάτι εξαιρετικό, σπουδαίο!

Μια μέρα ο ανάπηρος ο παππούς μου ζήτησε αν μπορούσα να του πάω στο μάστορα ένα πράγμα ασήκωτο που έμοιαζε με κοχλία ατσαλένιο, ούτε που ήξερα που στο δαίμονα το χρησιμοποιούσε, μια βίδα είχε σπάσει στο εσωτερικό του κι έπρεπε να βγει με κάποιο τρόπο, έψαχνα έναν τεχνίτη μες τη ζέστη καταϊδρωμένος, τη μέρα εκείνη έκανε ζέστη διαβολεμένη ακόμα κι εκεί πάνω, ρώτησα κάτι χωρικούς, μ’ έστειλαν σ’ έναν τύπο με φόρμες γεμάτες γράσα που είχε ένα μαγαζί σαν τρύπα στενόμακρη , πήρε τον τεράστιο κοχλία, τον στερέωσε στον τόρνο κι έμπηξε ένα έμβολο στην καρδιά του γεμίζοντας τον τόπο ρινίσματα και στενές κορδέλες μετάλλου. Καθόμουν και χάζευα τον τύπο με τα γράσα, στο μαγαζί υπήρχαν ότι εργαλεία μπορείς να φανταστείς, σφυριά, βαριοπούλες, κοπίδια, χιλιοστόμετρα, ένα τενεκεδάκι με νερό όπου κρύωνε το καυτό μέταλλο. Δούλευε με ακρίβεια κι επιμονή ο τύπος με τα γράσα, προσπαθούσε να βγάλει τη βίδα που είχε κολλήσει μες τον κοχλία, μετά τον τόρνο χρησιμοποίησε την ηλεκτροσυγκόλληση κι όλος τόπος γύρω γέμισε σπίθες λαμπερές που χοροπηδούσαν στο πάτωμα μέχρι να σβήσουν, κρατούσε μια μάσκα μ ένα μεταλλικό μαύρο γυαλάκι μπροστά της που προστάτευε τα μάτια του απ’ το τρομερό φως που έβγαζε το μηχάνημα της κόλλησης, ζορίστηκε, γύρισε το μεταλλικό κομματικό απ’ όλες τις μεριές, δεν του άρεσε, ξανάπιασε τον τόρνο…

Καθόμουν και περίμενα να μου φτιάξει ο τύπος με τα γράσα τον κοχλία, έξω απ το μηχανουργείο βρήκα μια καρέκλα διαλυμένη και κάθισα κοιτάζοντας τον τύπο με τα γράσα που δούλευε όλη την ώρα το μέταλλο, αναρωτιόμουν πως θα ήταν την άλλη μέρα η Β, θα ήταν καλή μαζί μου ή θα με έπαιρνε σβάρνα, τελικά ο τεχνίτης που πρέπει να αν ικανός πολύ, το έφτιαξε όπως ήθελε, μέτρησε με το χιλιοστόμετρο, πήρε ένα κομμάτι σίδερο και το σφυρηλάτησε ακριβώς στο μέγεθος που είχε η βίδα που έλειπε, μετά τα γυάλισε όλα με τον τροχό, σαν καινούριος έδειχνε ο κοχλίας, το ατσάλι είχε ξαναγίνει γυαλιστερό εντελώς, ο γέρος θα έμενε σίγουρα ευχαριστημένος! Το πήρα εκείνο το κομμάτι το ατσαλένιο που έμοιαζε πολύ βαρύ και κίνησα για το σπίτι του παππού, τον βρήκα να καθαρίζει με το σουγιαδάκι του ένα ροδάκινο, πήρε τον κοχλία στο χέρι, τον ζύγισε στον αέρα, τον εξέτασε απ όλες τις μεριές, ‘’Καλή δουλειά!’’ μουρμούρισε...

Την άλλη μέρα το πρωί της αγόρασα μια τούρτα, την καλύτερη που βρήκα, μέχρι και κεράκι είχε ρε φίλε αλλά είχε τόσα νεύρα που ούτε καταδέχτηκε ν’ ανοίξει το κουτί, την περίμενα να ξεκινήσουμε πόση ώρα, είχα αρχίσει να κόβω φλέβες, φτάσαμε στην παραλία γύρω στο μεσημέρι κι όλες οι ξαπλώστρες ήταν πιασμένες, όπως έμπαινα στο νερό στο βυθό είχε κάτι πέτρες κοφτερές σα λεπίδια, παρά λίγο να σακατέψω τα ποδαράκια μου, η Β φυσικά κολυμπούσε σα ψάρι, γελούσε ολόκληρη, το υγρό ήταν το στοιχείο της,’’Χρόνια πολλά! Της είπα, ‘’Να τα κατοστήσεις!’’- ‘’Μα τι άχρηστος που είσαι!’’ μου φώναξε ‘’Ούτε μια ευχή δε ξέρεις να λες σωστά!’’ Ύστερα μ’ αγκάλιασε μες το νερό, το δέρμα της ήταν απίστευτα απαλό σάμπως η θάλασσα να το έκανε πιο διαυγές και πιο μαλακό, ο ήλιος έπεφτε πάνω στην επιφάνεια που αντανακλούσε εκατομμύρια ακτίνες σ όλες τις κατευθύνσεις, ‘’Χρόνια πολλά!’’ της είπα ξανά, με πήρε και με φίλησε στο στόμα μες το νερό, τα χείλη της ήταν κάπως προς το γλυκό, ντρεπόμουν λίγο αλλά δε με πείραζε, όπως άγγιζε τα χείλη μου μια μουσική που προέρχονταν απ το μυαλό μου και θύμιζε τρομπέτες βούιζε στ’ αυτιά μου...


Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Στο υπόγειο που κατέβηκε ο υδραυλικός το μέρος ήταν γεμάτο μετρητές του νερού και του ρεύματος, το κτήριο ήταν παλιό, τουλάχιστον πενήντα χρόνων, ένας ήχος σαν γουργουρητό υπόκωφο ακούγονταν από κάπου, δε μπορούσε να δει τη τύφλα του, έψαχνε ψηλαφιστά τον διακόπτη, άναψε το κινητό του να δει τι γίνεται, οι μεταλλικές ταινίες κινούνταν στα ρολόγια καταγράφοντας τις κιλοβατώρες, δε μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν η ΔΕΗ να δίνει ρεύμα σ’ ένα σωρό διαμερίσματα που δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς τους εδώ και χρόνια, ένας γνωστός του μάλιστα του είχε ζητήσει να κλέψει ρεύμα από κάποιον άλλον, γνώριζε μια πατέντα που δεν μπορούσαν να την καταλάβουν εύκολα οι καταμετρητές της υπηρεσίας, το είχε κάνει αρκετές φορές και το είχε τελειοποιήσει το σύστημα, για ένα μεγάλο διάστημα έτσι την έβγαζε κι αυτός, δεν περίμενε ποτέ ότι κάποια στιγμή θ’ αναγκάζονταν να κλέβει ρεύμα, πως είχε καταντήσει ρε φίλε ώστε να πειράζει τα ρολόγια σ’ εκείνο το υπόγειο, καλά άμα τον πιάνανε το ρεζιλίκι δε θα το άντεχε.

Ήταν πολύ σκοτεινά εκεί κάτω, δεν είχε ξανανοικιάσει υπόγειο, ευτυχώς υπήρχε μια έξοδος φωτεινή που έβγαζε σε κάτι πέτρες κοντά σ ένα τείχος αρχαίο κι από κέινη την έξοδο είχε βγάλει ένα σωρό σαβούρα και μπάζα σε σακούλες γαλάζιες, η έξοδος με τα βράχια τον είχε σώσει, από κει έσερνε τους σέκους πάνω σε κάτι σκαλοπάτια τσιμεντένια μέχρι να βγει στο δρόμο, καλά είχε σακατευτεί μιλάμε, οι υπάλληλοι του δήμου που είχαν έρθει να φορτώσουν τα μπάζα του έριξαν κάμποσα βρισίδια αλλά ούτε που τον ένοιαζε. Είχε κουραστεί πολύ να το φτιάξει το υπόγειο, του είχε βγει η πίστη κανονικά, δε μπορούσε να βρει κι εκείνον τον Αλβανό που τον βοηθούσε στις δουλειές κάθε φορά, καλά ο Αλβανός ήταν εντελώς βλαμμένος, δεν τον έβρισκες ποτέ στο τηλέφωνο αλλά τα χέρια του έπιαναν και δεν κουράζονταν με τίποτα ο σκύλος!

Μια φορά, αυτό είχε συμβεί πολύ παλιά, χειμώνας ήτανε, είχε βγει μια δουλειά φοβερή, θ’ άλλαζε τις εγκαταστάσεις σε μια πολυκατοικία ολόκληρη, τον χρειάζονταν επειγόντως αλλά ο Αλβανός ήταν εξαφανισμένος κι ο υδραυλικός αναγκάστηκε να πάει μέχρι τα προάστια μήπως τον πετύχει στο σπίτι του, είχε πέσει τότε ένα χιόνι άστα να πάνε, ο τόπος όλος είχε ασπρίσει μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι σου, τσαλαβουτούσε μες το άσπρο στρώμα που απλώνονταν ώσπου έφτασε στο υπόστεγο όπου κοιμόταν ο άλλος, χτύπησε την πόρτα, από μέσα δεν ακούγονταν άχνα, ο Αλβανός πλάγιαζε κάτω από δέκα κουβέρτες, είχε ξυλιάσει απ την παγωνιά, δεν άκουγε τίποτα, με τα πολλά ξύπνησε, όταν πήγαν ν’ ανοίξουν την εξώπορτα του υπόστεγου έπρεπε να βγάλουν ένα φορτηγό χιόνι από μπροστά της, ο Αλβανός γελούσε σα βλάκας, καλά ήταν πολύ κουφό όλο το σκηνικό.

Όσο έφτιαχνε το υπόγειο προσπαθούσε να μη δίνει στόχο, δεν ήθελε κανένας να πάρει χαμπάρι, ήθελε όλα να γίνουν όσο πιο αθόρυβα γίνεται, κάθε πρωί κουβαλούσε λίγα λίγα, τα πιο ελαφριά πρώτα τα πιο ασήκωτα κατόπι, άφηνε ανοιχτή την εξώπορτα όλη την ώρα για να μη ψάχνει τα κλειδιά του μέχρι που κάποιος τον πήρε είδηση και του είπε χαμηλόφωνα ‘’ Φίλε μην αφήνεις ανοιχτά, κυκλοφορούν γύφτοι!’’. Στο υπόγειο είχε μαζέψει ένα σωρό βιβλία και περιοδικά απ’ τα παλιατζίδικα, του άρεσε να ψάχνει παλιά βιβλία σε τέτοια μέρη, ότι έντυπα είχε μαζέψει κατά καιρούς τα στοίβαξε σ ένα σωρό σε μια γωνιά, κατά καιρούς τραβούσε απ’ το σωρό και διάβαζε κάποιο.

Ένα βράδυ όπως βαριόταν κι η τηλεόραση δεν έδειχνε τίποτα τράβηξε απ το σωρό ένα περιοδικό ταξιδιωτικό, όπως το ξεφύλλιζε κόλλησε σ ένα αφιέρωμα γεμάτο φωτογραφίες για τα τεράστια κύματα που δημιουργούνται από σεισμούς υποθαλάσσιους κι από εκρήξεις στον πάτο της θάλασσας χιλιόμετρα κάτω απ την επιφάνεια σε κάτι περιοχές που τις λένε δαχτυλίδια της φωτιάς καθώς τα ηφαίστεια φτιάχνουν ένα τόξο στο σημείο εκείνο όπου συγκρούονται οι τεκτονικές πλάκες που σχηματίζουν το ανώτερο στρώμα του πλανήτη. Κατά κει έλεγε το άρθρο σηκώνονται κάτι κύματα τόσο πελώρια που μπορούν να σκεπάσουν ένα σπίτι ολόκληρο, υπήρχαν και φωτογραφίες στο άρθρο που έδειχναν έναν παλιό φάρο χτισμένο πάνω στα βράχια να λούζεται απ’ τα τεράστια κύματα που έσκαγαν πάνω του με πάταγο, όπως διάβαζε ο υδραυλικός τον είχε συνεπάρει το κείμενο κι οι φωτογραφίες, πως του είχε ξεφύγει εκείνο το μέρος, γιατί δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ταξιδέψει κατά κει, και δεν ήταν μόνο τα κύματα, ήταν και κάτι τύποι τρελοί, γυμνασμένοι που γλιστρούσαν σα δελφίνια πάνω στο νερό κάνοντας ελιγμούς κι ακροβατικά καθώς το νερό τους ανέβαζε στον ουρανό κι από κει ψηλά τους γκρέμιζε στην άβυσσο, ρε φίλε αυτό το θέαμα ήθελε να το δει, καλά δεν πρέπει να υπήρχε στον κόσμο όλο πιο ωραίο πράγμα, σκεφτόταν !

Άμα είχε το χρήμα θα έβγαζε την άλλη μέρα ένα εισιτήριο για κείνο το μέρος με τα κύματα και τους άλλους που γλιστρούσαν σα δελφίνια πάνω στο γυαλιστερό νερό, όμως εκείνη τη στιγμή ούτε να το σκεφτεί δεν μπορούσε κι ένα φρεσκαρισματάκι το χρειάζονταν οπωσδήποτε ν’ αντέξει το καλοκαίρι που έρχονταν, οι θερμοκρασίες όλο κι ανέβαιναν γύρω κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη να τα παίζουν, στα λεωφορεία τα πρεζόνια ψήνονταν κι έτρεχαν ν ανοίξουν τα παράθυρα, τη νύχτα απορριμματοφόρα πήγαιναν κι έρχονταν στα στενά αδειάζοντας κάδους, κάποιοι μετακόμιζαν κι έσερναν ντουλάπες από πάνω του όλο το βράδυ, δε μπορούσε να ησυχάσει !

Ένα κούρεμα κι ένα ξύρισμα μπορούσε ακόμα να το πληρώσει, αυτή την πολυτέλεια θα την επέτρεπε στον εαυτό του, αποφάσισε να πάει σ ένα κομμωτήριο. Εκεί πέρα οι γυναίκες κάθονταν χαλαρές ρίχνοντας πίσω το κεφάλι, μιλούσαν στα κινητά, οι άνδρες πάλι δε γούσταραν πολλά πολλά, γρήγορα γρήγορα την κοπανούσαν, όπως τον κούρευε μια ξανθιά αυτός χάζευε έξω, μπροστά απ’ την τζαμαρία τη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς, το μέρος μπροστά στο μαγαζί ήταν ανοιχτό μέχρι μακριά πέρα κατά τη θάλασσα κι ήταν σα να έβλεπε έργο σε μια τηλεόραση μεγάλη από κείνες που μοιάζουν με σινεμά, οι δρόμοι κατέβαζαν νερό άφθονο, οι γριές δε μπορούσαν να περάσουν απέναντι, μερικές που δοκίμαζαν γίνονταν μούσκεμα μέχρι τον αφαλό, ‘’Που πάτε ρε θείες!’’ μουρμούριζε ο υδραυλικός γελώντας από μέσα του.

Είχε αρχίσει να το διασκεδάζει, το πράγμα όσο πήγαινε κι εξελίσσονταν σε φαντασμαγορία, οι χείμαρροι παρέσερναν απ’ τα σκουπίδια που υπήρχαν δίπλα στους κάδους καρέκλες, ντεπόζιτα, καναπέδες, θερμοσίφωνες, καλοριφέρ, ότι μπορείς να φανταστείς, μερικές φορές τα έβλεπες όλα αυτά να επιπλέουν στο βάθος, στην παραλία της πόλης σαν ήταν μικρά πλεούμενα, η θάλασσα πάντως ότι σαβούρα κι αν έπεφτε μέσα της ήταν θαύμα καθώς άλλαζε όλη την ώρα χρώματα με ταχύτητα αστρονομική, απ’ το σταχτί και το γκρι μέχρι το γαλάζιο και το πράσινο και ξανά πίσω πάλι. ’’Α η θάλασσα είναι τέλεια τέτοια εποχή!’’ σκεφτόταν από μέσα του ο υδραυλικός ξαναφέρνοντας στη μνήμη εκείνες τις φωτογραφίες απ’ τις ακτές του Ατλαντικού με τα κύματα που έσκαγαν μουγκρίζοντας πάνω στα βράχια του φάρου κι όπως είχε γείρει πίσω στην πολυθρόνα για να του ψαλιδίσει η ξανθιά το ξασπρισμένο μούσι με τις σκληρές τρίχες είδε μπροστά του έναν κάδο τεράστιο να κατεβαίνει με φόρα και να περνά μπροστά από τ’ αμάξια γρατζουνώντας το οδόστρωμα, οι οδηγοί είχαν γουρλώσει τα μάτια τους μη πιστεύοντας αυτό που έβλεπαν.

Μουσικές περίεργες ακούγονταν στοπ μαγαζί, μερικές γυναίκες που περιφέρονταν είχαν φύλλα χρυσά σαν περικεφαλαίες στο κεφάλι τους, ο υδραυλικός δε μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο, κοπέλες με μαύρες ποδιές πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα καθίσματα βαστώντας χτένες και βούρτσες, χαλάρωσε για λίγο εκεί μέσα ο υδραυλικός , απ’ τη τζαμαρία του κομμωτηρίου μπορούσε να δει τις βαθιές τρύπες που έχασκαν στο οδόστρωμα, του άρεσε η βροχή καλοκαιριάτικα, πάντα τέτοια εποχή έβρεχε πολύ σ εκείνη την πόλη αλλά όχι σε όλα τα σημεία της, είχε προσέξει ότι η πόλη χωρίζονταν στη μέση, κι εκείνος ο δρόμος ακριβώς μπροστά του αποτελούσε ενός είδους ορόσημο που ξεχώριζε τις δυο κλιματικές ζώνες...

Ότι και αν συνέβαινε έξω εκείνος πάντως ήταν ασφαλής μες το κομμωτήριο με τις περίεργες μουσικές και τα κορίτσια που πηγαινοέρχονταν κρατώντας τις βούρτσες τους, μερικά είχαν πολύ ανοιχτά ντεκολτέ, μια χάζευε τα κορίτσια μια τον κόσμο που περνούσε μπροστά απ’ το τζάμι, η βροχή έμοιαζε να έχει κόψει κι ο κόσμος κυκλοφορούσε πάλι κανονικά, άνθρωποι περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του κινούμενοι σε κατευθύνσεις αλληλοσυγκρουόμενες, πιτσιρικάδες με φερμουάρ χιαστί, γέροι που κουβαλούσαν σακούλες ασήκωτες, πιο πέρα είδε ένα μαγαζί που είχε κατεβάσει ρολά , το ήξερε εκείνο το μαγαζί, πότε είχε κλείσει και δεν το είχε κατάλαβε, και του είχε πει οχτακόσιες φορές του βλάκα του ιδιοκτήτη προτού κάνα δυο χρόνια ‘’Κλείστο το καταραμένο!’’ σιγά μην άκουγε ο άλλος, τελικά το έκλεισε με καθυστέρηση, άντε τώρα να ξεχρεώσει, μα τι ηλίθιος που ήτανε !

Η ξανθιά που είχε κι αυτή βαθύ ντεκολτέ τώρα του έλουζε τα μαλλιά, ο υδραυλικός έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύονταν εκείνες τις παραλίες στο μέρος του ωκεανού όπου σχηματίζονται τα δαχτυλίδια της φωτιάς, ρε φίλε τόσα φτηνά εισιτήρια υπήρχαν δεν θα μπορούσε να βρει κι αυτός ένα να ταξιδέψει κατά κει πέρα, μπορεί αν ήταν τυχερός να πετύχαινε εκείνους τους σέρφερς που γλιστρούσαν στην σπηλιά που έφτιαχνε το κύμα όπως ξεδιπλωνόταν για να σκάσει στην ακτή, μπορεί και να πετύχαινε εκείνο το φοβερό θέαμα που έλεγε ότι είχε δει κάποιος σ εκείνο το άρθρο στο περιοδικό, είχε δει λέει μια γιγάντια φάλαινα με στιλπνό δέρμα να κολυμπάει δίπλα στους σέρφερς, είχε βγάλει και μια φωτογραφία που έδειχνε καθαρά το κήτος με τη λαμπερή ράχη, οι επιστήμονες που είχαν εξετάσει τη φωτογραφία λέγανε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν αληθινή, δε μπορούσε η φάλαινα να κολυμπά τόσο κοντά στην επιφάνεια με τέτοια θαλασσοταραχή ο συγγραφέας του άρθρου επέμενε όμως ότι την είχε δει τη φάλαινα, ο υδραυλικός ήταν σίγουρος κι αυτός ότι εκείνο το κήτος υπήρχε....

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΣ

Με το που μπήκε στο τρένο είδε δυο ντόπερμαν ξαπλωμένα στο πάτωμα να βγάζουν τη γλώσσα λαχανιάζοντας, όπως έρχονταν με φόρα παραλίγο να πατήσει πάνω τους, την τελευταία στιγμή κρατήθηκε, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι κρατούσαν τα σκυλιά χαμηλά στο πάτωμα καθησυχάζοντας τα.

Πρώτη φορά ταξίδευε στην Πολωνία και δε τη χόρταινε, τυχαία την είχε βρει σ ένα γραφείο ταξιδιών από κάποιο φίλο, έκλεισε ένα εισιτήριο κι όταν πήγε εκεί έπαθε πλάκα, όλα του άρεσαν, ακόμα κι αυτό το θέαμα με τα ντόπερμαν ήταν τρελό αλλά έμοιαζε εξωτικό στα μάτια του. Όλα ήταν φοβερά, οι πόλεις, η ύπαιθρος, οι άνθρωποι, η ζωή, το φαγητό, τρελαίνονταν για την ανατολική Ευρώπη, παλιότερα είχε ταξιδέψει στη Ρουμανία και στην Τσεχία, το όνειρο του ήταν να πάει Ρωσία, Μόσχα, Πετρούπολη, Ροστόβ ! Όλα του φαίνονταν τέλεια, όταν είχε κλείσει το εισιτήριο ήταν ενθουσιασμένος, τα είχε διαβάσει τόσες φορές στα βιβλία και τώρα τα έβλεπε μπροστά του, όλα σ’ εκείνες τις χώρες ήταν τόσο πράσινα, τόσο αγνά, τόσο φτηνά, όλοι τσακίζονταν να σ’ εξυπηρετήσουν, ένιωθες σα βασιλιάς για να μη μιλήσουμε για τις γυναίκες, καλά φίλε είχε τρελαθεί, δεν υπήρχε περίπτωση να μην ξαναέρθει εκεί πέρα, ήταν σα να βρίσκονταν στον παράδεισο επί της γης !

Στο αεροπλάνο το μυαλό του ήταν ακόμα πίσω στο γέρο πατέρα του, τον είχε αφήσει μοναχό για λίγες μέρες, θα άντεχε ρε φίλε ο γέρος, ας έκανε λίγο υπομονή, του είχε εξηγήσει κι εκείνος έδειξε κατανόηση. Πρόσφατα είχε μετακομίσει στο πατρικό του γιατί δεν τά βγαζε πέρα μόνος του, δε μπορούσε να βρει δουλειά ούτε με σφαίρες , το μόνο καλό ήταν η θέα από το πατρικό του, έβλεπες κάτω ολόκληρη τη πόλη και το λιμάνι και τα καράβια και τα βουνά μέχρι μακριά πολύ, και τη θάλασσα που στραφτάλιζε σκορπώντας χιλιάδες λάμψεις χρυσές στο τέλος της άνοιξης...

Είχε κουραστεί να τρέχει για τον πατέρα του, ο γέρος ήταν πάντοτε δύσκολος, ιδιότροπος, όμως τώρα στα γεράματα είχε γίνει ακόμα πιο παράξενος, όλη την ώρα έτρεχε να του βρει τα πιο περίεργα πράγματα, μια παντόφλα που να ταιριάζει ακριβώς στο πόδι, ένα φρούτο που το είχε λαχταρήσει ο παππούς, έναν μάστορα να διορθώσουν καμιά ζημιά, συνέχεια του έκανε παρατηρήσεις, έπρεπε να πλύνει δεκαοχτώ φορές τα χέρια ότι και να έπιανε, καλά ο γέρος ήταν πολύ σπαστικός ! Όλη την ώρα έτρεχε για δουλειές και θελήματα, τα μεσημέρια περνούσε απ’ την βουβή αγορά όπου δεν κινούνταν τίποτα μοναχά οι ζητιάνοι άραζαν στη σκιά των στοών να κάνουν τσιγάρο παίρνοντας μια ανάσα, άλλες φορές έπρεπε να πάει στα νοσοκομεία για συνταγές και φάρμακα, στους διαδρόμους μηχανήματα αυτόματα που πουλούσαν χυμούς και σοκολάτες βούιζαν αδιάκοπα, άστεγοι κουρελήδες κοιμόταν στο πάτωμα. Όλη την ώρα ήταν στη γύρα για δουλειές, έτρεχε σε τράπεζες και γραφεία λογιστικά, τα βράδια του Σαββάτου πήγαινε ν’ αγοράσει πίτσες και μακαρονάδες να φάνε, μπόρες ξαφνικές έπιαναν, ξεχνούσε πάντα να πάρει ομπρέλα και μούσκευε ως το κόκαλο, στα μαγαζιά που έκλειναν εκείνη την ώρα μετρούσαν τις εισπράξεις βγάζοντας απ’ τα ταμεία κέρματα και χαρτονομίσματα, στους δρόμους ντελιβεράδες δίχως κράνη πετάγονταν μπροστά από λεωφορεία σα δαίμονες, γάτες πανικόβλητες δοκίμαζαν να διασχίζουν την άβυσσο της ασφάλτου, στις πιτσαρίες τύποι νευρωτικοί έριχναν μες στο φούρνο με κινήσεις σπαστικές ζύμες πασπαλισμένες με τυρί και χορταρικά...

Φοβόταν το καλοκαίρι που έρχονταν, η τελευταία φορά που θυμόταν χαρούμενο τον εαυτό του τέτοια εποχή ήταν κάπου εκεί στο λύκειο, πριν το ψυχοβγάλσιμο των πανελλαδικών, τότε που έβγαινε με τ’ άλλα παιδιά απ’ το σχολείο μετά τις εξετάσεις σε μια καφετερία κάτω από έναν πλάτανο, δεν έκαναν τίποτα ιδιαίτερο, βιοντεοταινίες βλέπανε αλλά ένιωθε όμορφα. Ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε τον εαυτό του φρέσκο τέτοια εποχή, μετά το έχασε, από ένα σημείο και μετά το καλοκαίρι τον ζόριζε, τα έβλεπε όλα δεν ήθελε καν να τη σκέφτεται αυτή την εποχή, τα σχολεία έκλειναν, ο κόσμος ξεκινούσε τις διακοπές, οι φίλοι έφευγαν, οι δουλειές σταματούσαν, το φως γίνονταν ολοένα και πιο δυνατό τόσο δυνατό που δεν αντέχεται κι η μέρα ήταν τόσο ατελείωτη που δεν ήξερε πως να τη γεμίσει!

Μα πάνω απ’ όλα ρε φίλε ήθελε να ξεχάσει εκείνη, αν το σκεφτείς η αιτία για το φόβο που είχε κάθε χρόνο στην αρχή του καλοκαιριού ήταν εκείνη που του είχε πει κάποτε σ ένα μαγαζί έτσι στο άσχετο ‘’ Θέλω να χωρίσουμε!’’ κι εκείνον τον έπιασαν τα κλάματα, τα μάτια του έτρεχαν μπροστά σ όλον τον κόσμο που τον κοιτούσε περίεργα, δεν μπορούσε να το χωνέψει. Από τότε τον είχε πάρει η κάτω βόλτα, έχασε τις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, δε μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα, τον είχε πάρει από κάτω εντελώς, για να την ξεχάσει τα είχε φτιάξει στο πόδι με μια άλλη που αποδείχτηκε εντελώς βλαμμένη, και στο τέλος το παντρεύτηκε εκείνο το απολειφάδι, έκανε κι ένα παιδί που δεν μπορούσε να το δει κι όλο το πράγμα τον πήγε πίσω, έχασε τόσον καιρό σε βλακείες που δεν έπρεπε να κάνει, από τότε του είχε μείνει εκείνη η φοβία για το τέλος της άνοιξης, τότε που τελειώνουν τα σήριαλ στην τηλεόραση, τότε που λήγουν οι αγώνες του ποδοσφαίρου, τότε που η θάλασσα είναι ακόμα κρύα και καθαρή …

Εκεί στο βορά τα είχε ξεχάσει όλα, είχε τρελαθεί με τις πόλεις που είχαν κρατήσει το παλιό τους χρώμα εξαιτίας του κομουνισμού, παντού έβλεπες γεφύρια, κάστρα, τάφρους, τείχη, αυτή ρε φίλε ήταν η μεσαιωνική Ευρώπη! Στην Κρακοβία όπου είχε ταξιδέψει με την υπερταχεία- που τα είχαν μάθει αυτά τα κόλπα οι Πολωνοί, ας ήταν καλά οι γερμαναράδες που είχαν αναλάβει όλα τα έργα εκεί πέρα- στην υπερταχεία λοιπόν είχε δει τα ντόπερμαν και τρόμαξε, μετά του άρεσε, άλλωστε κανείς δεν έμοιαζε ν’ ανησυχεί, ήταν κι αυτό μέρος του εξωτικού σκηνικού, καθόταν και κοίταζε απ το παράθυρο όλο το απέραντο τοπίο τα δάση και τους δρυμούς τα δέντρα, τα χωράφια, τα κοπάδια των ζώων, τα ποτάμια που έτρεχαν φιδογυριστά προς τη Βαλτική, δε μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα, μα τι παράδεισος ρε φίλε !

Εκεί πάνω δεν τον ένοιαζε τίποτα, αισθάνονταν σα να ξανάβρισκε εκείνη τη χαμένη φρεσκάδα που είχε κάποτε, κάθε μέρα έφτιαχνε ένα δικό του πρόγραμμα, το γκρουπ με το οποίο ταξίδευε πήγαινε όπου να ναι, όπου το πήγαιναν οι οδηγοί, αυτός όμως δεν είχε καμιά όρεξη να τους ακολουθήσει, δε γούσταρε την παρέα όλων εκείνων των αργόσχολων, καλά άμα είχε μαζί και το φίλο του, εκείνον που διάβαζαν μαζί στη βιβλιοθήκη για το διδακτορικό, θα ήταν τέλεια μιλάμε, έπρεπε να ήταν κι ο άλλος εδώ να δει όλα αυτά τα μυστήρια, τα κάστρα και τις στέρνες και τις τεράστιες ανοιχτές πεδιάδες απ’ όπου ξεχύθηκαν οι Γερμανοί για το ανατολικό μέτωπο, τότε που γίνονταν ο μεγάλος πόλεμος, τα είχε διαβάσει στα βιβλία όλα αυτά και τώρα τα έβλεπε μπροστά στα μάτια του, καλά ήταν πολύ τρελό! Να λοιπόν που υπήρχε λύση στο πρόβλημα του, θα μπορούσε να ταξιδεύει εκεί πάνω τέτοια εποχή, αν το έψαχνε λίγο μπορεί και να έβρισκε τρόπο να εγκατασταθεί μόνιμα, γιατί όχι ρε φίλε, τόσοι και τόσοι το έκαναν! Είχε κουραστεί πια, μια αλλαγή χρειάζονταν, όπως ανέβαιναν οι θερμοκρασίες δε μπορούσε να ηρεμήσει, οι ορίζοντες άνοιγαν κι οι δρόμοι σε καλούσαν σε κάμπους ανοιχτούς, σε τοπία μακρινά με τη μυρουδιά της βενζίνης να πλανιέται στον αέρα. Στην αρχή του καλοκαιριού ροζ πικροδάφνες άνθιζαν στις εθνικές οδούς, οι ροδιές έβγαζαν κάτι λουλούδια κόκκινα που γυάλιζαν ανάμεσα στα φυλλώματα, τα αναρριχώμενα θέριευαν με τόση υγρασία γύρω και τίναζαν τα πλοκάμια τους σαν αρπακτικά έτοιμα να σε γραπώσουν.

Δε μπορούσε να συνηθίσει το καλοκαίρι που έρχονταν, οι γυναίκες φορούσαν ζακέτες ψιλές, φανελάκια άσπρα, φουστάνια γεμάτα λουλούδια μικρούτσικα, κορίτσια κυκλοφορούσαν φορώντας παντελόνια σκισμένα, μα πόσο σκισμένα ρούχα φορούσαν ρε φίλε, τι ήταν κι αυτό το πράγμα! Στα ίντερνετ καφέ μουσικές δροσερές ακούγονταν, στα προποτζίδικα άνθρωποι όρθιοι παρακολουθούσαν αποτελέσματα σε τηλεοράσεις μικρές σημειώνοντας νούμερα σε χαρτάκια, στα πάρκα περιστέρια και μαυροπούλια άπλωναν τις φτερούγες τους στο γρασίδι, γύφτοι γυρνούσαν στα στενά πουλώντας γαρδένιες και μπουκαμβίλιες, πεπόνια και μούσμουλα. Καμιά φορά καθόταν σε μια πλατεία να χαζέψει τους πιτσιρικάδες που είχαν τατουάζ στα μπράτσα, τους έβλεπε να τρώνε κλαμπ σάντουιτς πίνοντας αναψυκτικά ανθρακούχα, ψηλά στον ουρανό πουλιά διέγραφαν κύκλους προαναγγέλλοντας την αλλαγή του καιρού, , η γύρη που πλανιόταν στον αέρα έκανε τα μάτια να δακρύζουν, τη νύχτα ο παραλιακός δρόμος έμοιαζε έρημος σαν αεροδρόμιο που περιμένει τα ιπτάμενα σιδερένια πουλιά να χαμηλώσουν, ένας τύπος σε μια πλατεία έπαιζε κάθε βράδυ το ίδιο τραγούδι ΄΄ Παιδί της μοναξιάς και της αθανασίας....’’
Όσο περνούσαν οι μέρες σκέφτονταν πως θα γυρίσει πίσω σε όλα εκείνα, ήθελε να μείνει ακόμα λίγο εκεί πάνω, μια μέρα είχε ξεμακρύνει όπως το συνήθιζε και βρέθηκε μπροστά σ’ ένα πράγμα ψηλό σαν πύργο, του φάνηκε περίεργο εκείνο το μέρος, είχε την αίσθηση ότι το είχε ξαναδεί κάπου. Για να φτάσει ψηλά στο κάστρο έπρεπε ν’ ανέβει κάτι σκαλοπάτια πέτρινα, στριφογυριστά, κοντοστάθηκε μια στιγμή κι ύστερα τράβηξε προς τα πάνω δίχως να ξέρει που βγάζει ο δρόμος. ανέβαινε ώρα πολύ μέχρι που άρχισε να λαχανιάζει, σε μια στροφή του πέτρινου μονοπατιού υπήρχε ένα άνοιγμα, ένα πλάτωμα στρωμένο με πλάκες, όπως πλησίασε είδε ένα χώρο κυκλωμένο από στοές αψιδωτές με μια στέρνα σαν πισίνα στη μέση, κάτι του θύμιζε όλο αυτό, δεν ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε, βασάνισε το μυαλό του να καταλάβει τι ήτανε και τότε θυμήθηκε.

Ήταν η προβατική κολυμβήθρα που είχε δει σ ένα ευαγγέλιο παλιό του πατέρα του, ναι ρε φίλε, αυτή ήταν η κολυμβήθρα με τις πέντε στοές και τους παραλυτικούς γύρω, που γέρασαν περιμένοντας έναν άγγελο να εμφανιστεί σα φάντασμα απ’ το πουθενά ανεμίζοντας τις τεράστιες λευκές φτερούγες για ν’ αναταράξει τα νερά που γίνονταν θαυματουργά και καθαρά σαν την θάλασσα στην αρχή του καλοκαιριού. Όλοι έπρεπε να τρέξουν για να προλάβουν, όλοι εκτός από κείνον τον κακομοίρη τον παράλυτο που καθόταν σε μια γωνιά ανήμπορος κοιτάζοντας του άλλους να θεραπεύονται βουτώντας και να γίνονται γεροί σαν μοσχάρια, όπως διάβαζε αυτή την ιστορία δε μπορούσε να μη σκεφτεί τον ανάπηρο πατέρα του που έσερνε μια ζωή το λειψό του ποδάρι, μα τι άδικος και τούτος ο άγγελος ρε φίλε!


Μετά απ αυτό σα να χάθηκε η ευφορία που τον διακατείχε, το τελευταία βράδυ πριν την επιστροφή την ονειρεύτηκε, ήταν ολοζώντανη όπως τη θυμόταν, μελαχρινή και γλυκιά από τη μια, σκληρή και παλαβή απ’ την άλλη, θυμήθηκε το χαμόγελο που έκανε το πρόσωπο της να λάμπει τότε που του είχε πει έτσι στο άσχετο να χωρίσουν, ξύπνησε μες τη νύχτα, άνοιξε το παράθυρο του δωματίου του και κοίταξε τον ορίζοντα πέρα μακριά, προς τα νότια και ανατολικά απλώνονταν τα Καρπάθια, πιο πέρα τα Ουράλια, παραπέρα οι στέπες, ήταν ανάγκη τώρα να γυρίσει πίσω, λίγο ακόμα χρειαζόταν, θα μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι με το τρένο διασχίζοντας όλη τη Ρωσία κι από κει να τραβήξει ακόμα πιο πέρα, είχε ακούσει για τον υπερσιβηρικό που διέσχιζε τον κορμό της Ασίας μέσα απ’ την αχανή Σιβηρία φτάνοντας ως το Βλαδιβοστόκ στην άκρη της γης, θα μπορούσε να επιβιβαστεί σ’ εκείνο το τρένο ....

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...