Σάββατο 24 Αυγούστου 2024

AΠΤΟ ΦΩΣ

Το φως εδώ είναι κατ’ εξοχήν ιδιόρρυθμο… Αποκαλύπτει το τοπικό χρώμα με την ίδια ένταση όχι μόνο σο φως αλλά και στη σκιά και στο κατακαλόκαιρο∙  το μεσημέρι, το φως γίνεται πυκνό, απτό,  παλμικό, σχεδόν μαγικό, δημιουργώντας στη λαϊκή φαντασία την πεποίθηση ότι σε αυτήν την μοιραία  ώρα  εμφανίζονται ημερήσια πνεύματα ανάλογα με τα μεσονύχτια φαντάσματα.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας

 

Η πρώτη φορά που ερωτεύτηκε ήταν στο λύκειο όμως εκείνη ήταν μια περίπτωση φευγαλέα, δεν την είχε ζήσει κανονικά  ούτε είχε τη στοιχειώδη αυτοπεποίθηση για να τη διεκδικήσει, ήταν πολύ εντυπωσιακή για τα μέτρα του. Στο πανεπιστήμιο είχε γνωρίσει μια κοπέλα, μια σγουρομάλλα με προφίλ που θύμιζε τη Μέριλ Στριπ, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ερωτεύονταν πραγματικά, εκείνη  είχε σχέση αλλά ο δικός της έλειπε κι έπρεπε  ν’  αναπληρώσει το κενό.  Όταν λοιπόν της είχε πει μια φορά ότι έμοιαζε με τη μάνα του εκείνη τσίμπησε, ξύπνησε το μητρικό της  και τον πολιορκούσε οπότε κάποια στιγμή σκέφτηκε «ας πάω μαζί της»  όμως δεν είχε ιδέα  τι να κάνει, δεν είχε καμιά προηγούμενη εμπειρία,  εκείνη του έλεγε «τα χέρια σου είναι κουλά παιδάκι μου»,  εκεί είχε φιληθεί για πρώτη φορά, ήταν ωραίο, και φυσικά δάγκωσε τη λαμαρίνα. Η άλλη είχε κάνει τη δουλειά της κι εκείνος που δεν ήξερε την τύφλα του κόλλησε, φυσικά εκείνη τον κράτησε σε απόσταση, ήξερε το παιχνίδι κι αυτός έπειτα από λίγο το  πήρε απόφαση ότι δεν τον έπαιρνε, πάντως του είχε μείνει από κείνη την ιστορία μια ανάμνηση όμορφη τότε που την περίμενε στη στάση του λεωφορείου κι άκουγε μια μουσική από κάποιο μαγαζί, ένα ακορντεόν με φόντο τον παφλασμό των κυμάτων, αργότερα ανακάλυψε ότι ήταν το Biscaya, ένα παλιό γερμανικό κομμάτι.  Του είχε μείνει και μια σκηνή στο δωμάτιο της, στις φοιτητικές εστίες, εκείνη είχε κλειδώσει το σύρτη και τον φιλούσε αφού τον στρίμωξε  στον τοίχο, απέπνεε έναν ερωτισμό πολύ έντονο κι αυτός  ήταν ο τρόπος της να τον αποχαιρετήσει,  δεν  είχε ξαναζήσει κάτι τέτοιο με καμιά γυναίκα μέχρι τότε.

Η δεύτερη φορά ήταν τραυματική,  κατέληξε στην πρώτη του  σχέση που κράτησε μιάμιση δεκαετία. Ένιωθε μια έλξη αβίαστη για κείνη την κοπέλα όμως  δεν μπορούσε να κοιμηθεί μαζί της στο ίδιο κρεβάτι, όποτε ακουμπούσε το σώμα της αισθάνονταν να ηλεκτρίζεται,  ήταν η πρώτη του   σεξουαλική επαφή και δεν ήξερε τι του γίνονταν,  του πήρε χρόνια να μάθει πως λειτουργεί το σώμα της γυναίκας.  Από κείνη τη σχέση θυμόταν ένα  διαμέρισμα όπου έφτανε περνώντας ένα φανάρι,  δίπλα σ’ ένα πάρκο με κάτι θάμνους που είχαν επιζήσει για πολλά χρόνια και τους χάζευε έπειτα από χρόνια όποτε περνούσε από κει. Για να φτάσεις στο διαμέρισμα της έπρεπε ν’ ανέβεις κάτι σκαλιά μέχρι τον τέταρτο όροφο, εκεί την έβρισκε και  καθόταν μαζί  βλέποντας  τη βροχή του χειμώνα ενώ από το κασετόφωνο έπαιζε μια μουσική. Αυτή η δεύτερη είχε αποδειχθεί πολύ σκοτεινός τύπος, τον κρατούσε πάντα σε απόσταση,  έφευγε και τον άφηνε στο έλεος του θεού για μέρες  κι εκείνος χωρίς να το καταλάβει ερωτεύτηκε κάποια άλλη, πλατωνικά εννοείται, μια ξανθιά σοφοστικέ, πολύ όμορφη,  κι η δικιά του  φυσικά το πήρε πρέφα, άλλωστε όλη την ώρα μιλούσε για τον έρωτα,  τόσο βλάκας, είχε γίνει  και μια σκηνή ζηλοτυπίας λίγο αστεία, δεν του άρεσε όλο αυτό, ορκίστηκε να μην μπλέξει ποτέ ξανά με δυο γυναίκες, ήταν θέμα αξιοπρέπειας. Είχε πάρει το μάθημα του λοιπόν όμως από όλη την ιστορία είχε καταλάβει ότι μια πολύ όμορφη γυναίκα δεν είναι πάντα ψεύτικη, αξίζει να την ψάξεις.

Όταν τον άφησε η δικιά του μετά από πολλά χρόνια  είχε πάθει την πλάκα του, δεν ήξερε τι να κάνει, δεν το περίμενε, ήταν εντελώς αιφνιδιαστικό, έπρεπε να  αναλύσει τι είχε συμβεί, να σκεφτεί, να ψάξει, να διαβάσει, να φυλαχτεί,  κατάλαβε ότι ήταν κάτι πολύ σοβαρό, πάντα έπαιρνε στα σοβαρά τα πράγματα, και μέσα στην παραζάλη του ερωτεύτηκε πάλι. Αυτή τη φορά ήταν μια μελαχρινή, πολύ παιχνιδιάρα που στολίζονταν όλη την ώρα,  το κατείχε το αντικείμενο,  είχε φυσικά σχέση κανονική η τύπισσα αλλά χρειάζονταν και κάποιο συμπλήρωμα εκ του ασφαλούς, «δεν το επεδίωξα εγώ αυτός ήρθε και μου κόλλησε» ξέρεις πως γίνεται.  Θα σκέφτηκε σίγουρα «ας παίξουμε με τον τύπο να σπάσουμε λίγο πλάκα» περίμενε ότι αυτός   θα έκανε κάποια κίνηση να τη φιλήσει ή να την αγκαλιάσει έξω από την πόρτα καθώς χαιρετιούνταν και τότε θα του έλεγε «όχι δεν είναι σωστό τι κάνεις !», όμως δεν υπήρχε περίπτωση να τον προδώσει το σώμα του, αυτό τουλάχιστον ήξερε να το ελέγχει. Και της είχε πει  «κοίταξε ότι και να νιώθω για σένα, αν πω να σε ξεχάσω θα έχεις σβήσει σε δυο μέρες, δυο μέρες», αυτό της είχε φανεί τρομακτικό, δεν της είχε συμβεί, ξανά,  δεν μπορούσε να το δεχτεί.

Κι από κείνη την ιστορία είχε μάθει ένα σωρό πράγματα,  κατ’ αρχάς κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να βάζει προαπαιτούμενα στις γυναίκες που ήθελε να γνωρίσει,  δεν χρειάζονταν να είναι της κουλτούρας όπως νόμιζε παλιά, ούτε ξανθιές ή μελαχρινές,  όλο το θέμα ήταν να νιώθεις  κάποιου είδους άνεση και χημεία  μαζί τους, σωματική και πνευματική. Εκείνη η περίπτωση ήταν μεγάλη δοκιμασία,  κάθε φορά που ήταν να πάει στο σπίτι της ένιωθε ότι έμπαινε σε μα παγίδα,  έπρεπε να δείχνει άνετος ενώ από μέσα του αισθανόταν ότι μπορούσε να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή, να γίνει κομμάτια εκεί μπροστά της. Αργότερα, όταν περνούσε από τη γειτονιά της, κοιτούσε  το  δρόμο σε μια κατηφόρα και κάτι αναρριχώμενα που σκέπαζαν την πολυκατοικία της και θυμόταν το καρδιοχτύπι του κάθε φορά που πήγαινε να τη συναντήσει. Ένα πρωί  την είχε δει στο λεωφορείο να τον χαζεύει από μακριά,  σίγουρα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν,  τα κόλπα της  δεν είχαν πιάσει,  κι όταν σταμάτησε να τη βλέπει του έστειλε ένα μήνυμα δακρύβρεχτο, ελεεινό, στενοχωρήθηκε πολύ σίγουρα,  δεν είχαν πιάσει τα μάγια της.  Όταν το διάβασε ένιωσε μεγάλη απογοήτευση για κείνη, τελικά ήταν πολύ λίγη. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι του άνοιξε την όρεξη,  με την προηγούμενη σχέση που είχε κρατήσει χρόνια, ξέχασε πως είναι να είσαι ερωτευμένος, να ακούς ένα σωρό μουσικές και τραγούδια καινούρια, να οξύνεις τις αισθήσεις σου, να νιώθεις μια ευφορία και μια εσωτερική αναγέννηση,  η ζωή σου να αποκτά νόημα κι όλα γύρω να έχουν σημασία,  να γεμίζει το είναι σου, ά αυτό ήταν το πιο  ωραίο!

Έτσι συνέχισε να ερωτεύεται και να το ψάχνει με τις γυναίκες είτε ήταν πιτσιρίκες, είτε πιο μεγάλες και ώριμες. Μερικές είχαν απλώς έναν ερωτισμό διάχυτο που έβγαινε από τα κύτταρα τους, άλλες σκεφτόταν περισσότερο, μπορούσες να μιλήσεις μαζί τους, να μάθεις δυο τρία πράγματα, όλες όμως είχαν κάτι που του έλειπε και τον συμπλήρωναν  με κάποιο τρόπο, αυτός λένε άλλωστε  ότι είναι ο προορισμός κάθε άντρα.  Κάποιες ήταν πονηρές,  δε σου έδιναν  τίποτε, σε άφηναν να τις αγγίξεις,  να τις χαϊδέψεις, να ψηλαφίσεις το μαλακό τους γόνατο αλλά  σου έδειχναν ότι δεν είχε παρακάτω.  Άλλες πάλι ήταν εντελώς παλαβές όμως αυτός τις ερωτεύονταν  πλατωνικά,  βέβαια ήταν μεγάλο  βάσανο να μη τις βλέπεις όποτε θέλεις, όταν είσαι στη φούρια σου,  σχεδόν ανυπόφορο αλλά όλα τα ωραία έχουν το αντίτιμο τους και ήταν διατεθειμένος να το πληρώσει. Όπως και να είχε  ήξερε ότι ο έρωτάς  του δεν κρατούσε πάνω από δύο μήνες,  καμιά φορά και λιγότερο, ένα μήνα, το είχε μετρήσει οπότε ό,τι κι αν συνέβαινε αυτό το διάστημα περνούσε με κάποιον τρόπο  και μετά μπορούσε να βρει κάτι άλλο…

Το επόμενο χτύπημα ήταν μ’  ένα βλαμμένο που είχε κάτι μικρούς χρυσούς χαλκάδες ψηλά στα πτερύγια του αυτιού,  από τότε φυλάγονταν όποτε έβλεπε τέτοιο σημάδι, κάποιο επιπλέον τρύπημα, κάποιο τατουάζ,  κανένα σιδεράκι σφηνωμένο στο φρύδι ή γύρω από το στόμα,  για κάποιο λόγο  φοβόταν τις γυναίκες που είχαν  τέτοια πράγματα. Αυτή η τελευταία είχε αποδειχτεί μεγάλο κάθαρμα, είχε ανακατέψει και   τη μάνα της,  τον είχαν απειλήσει, έλεγαν ψέματα ότι είχε μπει στο δωμάτιο της χωρίς να τη ρωτήσει. τον φοβέρισαν ότι θα τον πάνε στο δικαστήριο, αστεία  πράγματα.  Του την είχε δώσει, τις είχε στείλει στο διάβολο και κείνη και τη μάνα της,  έπειτα όμως οι δικές σου άλλαξαν τροπάρι, «ά εμείς θέλουμε να γνωρίσουμε το παιδί»  είχαν πει σε μια κοινή τους φίλη,  «να πάνε στο διάβολο !» τις είπε  αυτός. Είχε αποφασίσει να κόψει τους έρωτες αλλά και πάλι,  χωρίς να το αντιληφθεί, είχε ξαναερωτευτεί μια πιτσιρίκα, είχε βλέπεις  τα προβλήματα του, όλα πήγαιναν στραβά,  είχε φρακάρει και χρειαζόταν κάποια διέξοδο πάλι, ο έρωτας  ήταν μια λύση κι όταν το μικρό άρχισε να κάνει κόνξες το έστειλε στον αγύριστο, από τότε αποφάσισε να κοιτά  γυναίκες πιο κοντά στην ηλικία του κι έτσι γνώρισε τη γυναίκα του.

Η συνάντησή τους έγινε  σ’ ένα μέρος λίγο αλλόκοτο όπου αυτός  δούλευε εκείνη την περίοδο, του άρεσε το πρόσωπο τα δάχτυλά της, μια σκιά κάπου βαθιά στα μάτια της.   Ήταν μια από τις λίγες γυναίκες που ερχόταν εκεί πέρα κι όταν την είδε σκέφτηκε «πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε». Στην αρχή νόμιζε ότι δεν τον ήθελε όμως εκείνη είχε το σκοπό της, το αφεντικό του που τους είχε συστήσει είχε τρελαθεί, «δεν γίνεται να τα έφτιαξες με την Α, δεν μπορεί!», είχε σκάσει από τη ζήλια του όμως αυτός έψαχνε κάτι καινούριο, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγνοήσει την πρόκληση.  Σ’ εκείνη τη φάση έχασε πάλι τον ύπνο του, ήταν ένα διάστημα πολύ δύσκολο, ζορίστηκε πολύ όμως ήξερε ότι έπρεπε να επιμείνει, το σώμα του δεν μπορούσε να τη συνηθίσει. Όταν πήγαν διακοπές σ’ ένα νησί καθόταν ξαπλωμένος και τη χάζευε που χτένιζε τα μαλλιά της απέναντι στον ήλιο, το φως του μεσημεριού ήταν τόσο έντονο, σχεδόν ανυπόφορο, κι όπως έμπαινε  με ορμή από το παράθυρο ένιωθες ότι μπορούσες να το αγγίξεις, να το ψηλαφίσεις, να το πλάσεις με τα χέρια σου.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

ΦΑΕΘΩΝ

 Τον καιρό  του κορωνοϊού είχε ανακαλύψει το κελάρι  στο χωριό, το δροσερό υπόγειο τον  είχε σώσει τότε που  χρειαζόταν ένα μέρος για να απομονωθεί δουλεύοντας για την εταιρεία του ώρες πολλές. Το κελάρι δεν βρισκόταν βαθειά στη γη,  μισό μέτρο κάτω από το έδαφος ήτανε κι έπρεπε να κατεβείς δυο σκαλιά όμως αυτή η διαφορά επιπέδου  εξασφάλιζε μια θερμοκρασία χαμηλότερη τουλάχιστον τρεις με τέσσερις βαθμούς. Το κελάρι ήταν ιδανικό μέρος για το καλοκαίρι, σε τέτοια υπόγεια καταφύγια έψαχναν οι παλιοί  για δροσιά όταν ο ήλιος έκαιγε, εκεί έβαζαν τις προμήθειες τους, εκεί πέρα σύναζαν το βιος τους, ο πατέρας του είχε πει κάποτε ότι ο παππούς του πολλές φορές, όταν ο τόπος έβραζε, κατέβαινε στο κελάρι για να κοιμηθεί, εκεί πέρα έβρισκε μόνο ησυχία.   

Ήταν το ιδανικό μέρος αλλά χρειαζόταν  δουλειά  μέχρι να φτιαχτεί,  έπρεπε  πρώτα να βγάλει από κει μέσα όλη τη σαβούρα,  να το καθαρίσει, να πετάξει όλες τις παλιατσαρίες και τα σκουπίδια  που είχαν μαζευτεί  τόσα χρόνια,  από τότε που έφυγαν οι γονείς του.  Ύστερα έπρεπε  να το βάψει, να το στεγανοποιήσει  καλά επειδή μάζευε υγρασία,  ξόδεψε ένα κάρο λεφτά εκεί πέρα. Έπειτα  έπρεπε  να κουβαλήσει και να εγκαταστήσει ό,τι χρειαζόταν,  ένα γραφείο, έναν καινούριο νιπτήρα, κάτι  ράφια, ένα ψυγείο με νερά, χυμούς και τρόφιμα, ένα κλιματιστικό για το καλοκαίρι που το σύνδεσε με τα φωτοβολταϊκά που είχε βάλει στη σκεπή. Αργότερα πρόσθεσε και μερικά όργανα γυμναστικής κι ένα κρεβάτι για να κοιμάται όποτε έβρισκε ώρα. Για το ίντερνετ δεν ανησυχούσε,  ακριβώς από πάνω του, στο βουνό, υπήρχε μια τεράστια κεραία κινητής τηλεφωνίας καρφωμένη  σε κάτι βράχια οπότε είχε σήμα καμπάνα.  Κλεινόταν εκεί μέσα με τις ώρες, τότε που δεν επιτρέπονταν οι μετακινήσεις, και δούλευε χωρίς άγχος, είχε βρει τη χαρά του.

Το σπίτι  βρισκόταν δίπλα  σ’ ένα βουνό   που δέσποζε στο τοπίο γύρω. Είχε μια αυλή τεράστια  όπου ο πατέρας είχε χτίσει κάποτε  αποθήκες και  στάβλους, όλα αυτά   τα είχαν παρατήσει  από τότε που η μάνα τους είχε κλειστεί στο γηροκομείο, κανείς δεν ασχολούνταν με τα κτίσματα, τα είχαν αφήσει να ρημάξουν. Ο πατέρας του είχε φυτέψει κι ένα σωρό δέντρα που ήθελαν φροντίδα, κλάδεμα, πότισμα, οι πέτρινοι  φράχτες  είχαν αρχίσει να καταρρέουν κι ήθελαν διόρθωμα, οι πόρτες  από τους στάβλους χρειάζονταν βάψιμο, ο παλιός φούρνος ήθελε ασβέστωμα. Την άνοιξη με τις βροχές ο τόπος όλος γέμιζε χόρτο που ψήλωνε πολύ γρήγορα και γέμιζε δεκαοχτούρες και μαυροπούλια. Αγόρασε ένα χορτοκοπτικό και βάλθηκε να το καθαρίζει, σε κάποιες γωνιές είχαν φυτρώσει θάμνοι κι από μέσα τους πετάγονταν μικρά χελωνάκια, τα άφηνε να  φύγουν και μετά συνέχιζε το θέρισμα του χόρτου. Το πιο σοβαρό θέμα βέβαια ήταν το νερό, το καλοκαίρι έβραζε ο τόπος και χωρίς νερό δεν μπορούσε να ζήσει τίποτα,  διαπίστωσε ότι δεν είχε καθόλου πίεση και φώναξε τον υδραυλικό που του είπε  ότι έφταιγε ο ηλιακός θερμοσίφωνας, έπρεπε να φτιάξει και να ρυθμίσει τις σωληνώσεις για να αποκατασταθεί η ροή, όταν τελείωσε ο τεχνίτης  το νερό έτρεχε άφθονο όπως το θυμόταν  παλιά, τώρα ένιωθε πιο ήσυχος.

Το παλιό κτίσμα  ήταν  κάτι ζωντανό, ήταν  ένα μέρος που τον συνέδεε με το παρελθόν, ξυπνούσε  το πρωί βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει από το ίδιο σημείο που τον έβλεπε μικρός κι αυτό ήταν κάτι μαγικό που τον ενθουσίαζε .όποτε βρίσκονταν εκεί  το μυαλό του κατακλύζονταν από αναμνήσεις  της παιδικής του ηλικίας που τις είχε ξεχάσει κι έμοιαζαν να εμφανίζονται από παντού. Επιπλέον,  ένιωθε ότι εκεί ξαναέβρισκε τη γεύση του, τα σταφύλια από τα κλήματα ήταν πιο γλυκά,  τα σάντουιτς που του έστελνε η γυναίκα του είχαν άλλη γεύση εδώ ιδίως αν τα έτρωγε  μετά από τη δουλειά στο χωράφι, δεν ήθελε να πάει ούτε διακοπές, ούτε ταξίδια, ούτε εκδρομές στη θάλασσα μόνο να περνά εκεί πέρα το χρόνο του, ήταν ό,τι καλύτερο ! Καμιά φορά ερχόταν να τον δει η γυναίκα του μαζί με τη μικρή του κόρη  που ενθουσιάζονταν με τα αντικείμενα που είχαν μαζευτεί εκεί πέρα κι ήθελε να τα εξερευνήσει, έπαιρνε κανένα χυμό από το ψυγείο, άνοιγε τα ντουλάπια κι ύστερα καθόταν να χαζέψει  τον πατέρα της  που δούλευε στον υπολογιστή.

Όταν δοκίμασε να εγκατασταθεί την πρώτη φορά  είχε σοκαριστεί, είχε συνηθίσει να  βλέπει εκεί πέρα τους γονείς του, πάντα υπήρχε κάποιος άνθρωπος να τον περιμένει και την πρώτη βραδιά που κοιμήθηκε μοναχός του  είχε τρομάξει, νόμιζε  ότι από καμιά μεριά θα εμφανίζονταν το φάντασμα του πατέρα του να του πει «Τι κάνεις εδώ ;». Το χειμώνα κοιμόταν  αφήνοντας το  πορτάκι της  σόμπας  ανοιχτό για να βλέπει τη φλόγα από τα ξύλα που καίγονταν. Το πρωί που ξυπνούσε έκανε κρύο κι άναβε το κλιματιστικό, βαριόταν να κουβαλά ξύλα όλη την ώρα. Το πιο δύσκολο  ήταν το καλοκαίρι, είχε ξεσυνηθίσει να κοιμάται με τα παράθυρα ανοιχτά, όλα τα χρόνια  υπήρχε κάποιος  άλλος  στο σπίτι και δε φοβόταν τώρα όμως δεν ένιωθε καλά. Ζώντας τόσα χρόνια στην πόλη είχε ξεχάσει πως είναι  να κοιμάσαι μέσα στην απόλυτη ησυχία, δίχως τους ήχους από τα αμάξια και τις φωνές των ανθρώπων που  ξενυχτούσαν. Το  σπίτι του ήταν χτισμένο δίπλα σ’ ένα δρόμο επαρχιακό κι από κει περνούσαν μερικά αυτοκίνητα ή κανένα ξέμπαρκο  τρακτέρ που έσπαζε την ησυχία της νύχτας με τη θορυβώδη εξάτμισή του…

 Ένα βράδυ του Αυγούστου ξύπνησε ακούγοντας  τα καταραμένα τα κοκόρια που δεν σταματούσαν να λαλούν σα να τα είχε πιάσει κάτι, εκείνες οι μέρες ήταν οι πιο ζεστές του καλοκαιριού και στις ειδήσεις προειδοποιούσαν για τους κινδύνους της φωτιάς που μπορούσε να κάψει το σύμπαν, πολλές φορές άναβε το κλιματιστικό αλλιώς δεν μπορούσε να κοιμηθεί.  Όπως έψαχνε το σεντόνι του ένιωσε  έναν ήχο  σαν κάποιος να περπατούσε στα χόρτα της αυλής, η καρδιά του σκίρτησε,  «άμα έρθει  απ’  αυτό το παράθυρο θα τρέξω στο άλλο!» σκέφτηκε.  Ύστερα από λίγο  σταμάτησαν οι ήχοι στα χόρτα «καμιά γάτα θα ήταν» είπε μέσα του αλλά την επόμενη στιγμή αισθάνθηκε  μια σκιά να κινείται  σαν κάποιος να βρίσκονταν πίσω από την πόρτα. Σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε κατά την είσοδο κρατώντας το μπαστούνι του πατέρα του,  άνοιξε απότομα την παλιά σιδερένια πόρτα και πάγωσε,  ένα αγοράκι μικρό  στέκονταν μπροστά του και τον κοιτούσε χωρίς  να ανοίγει το στόμα του, είχε κάτι μεγάλα, σκούρα  μάτια κι ένα κεφαλάκι με κοντά μαλλιά,  δεν πρέπει να ήταν πάνω από πέντε έξι χρονών, που στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα, από που είχε φύγει,  τι ήθελε; «Πως βρέθηκες εδώ, πώς σε λένε;» το ρώτησε. Ο μικρός δε μιλούσε μόνο τον κοίταζε,  «πεινάς, θες κάτι να φας;» τον ρώτησε, το παιδί έγνεψε «ναι». 

Το έβαλε στο τραπέζι και του έδωσε ένα σάντουιτς που είχε στο ψυγείο,  ο μικρός το έφαγε ήσυχα, ύστερα ήπιε αργά ένα χυμό από μια χάρτινη συσκευασία είπε «ευχαριστώ»  και στάθηκε στην καρέκλα του σιωπηλός. Όπως σκεφτόταν τι θα έπρεπε να κάνει και ποιον να ειδοποιήσει τον είδε να τον πλησιάζει με κείνο το βλέμμα το απλανές, να παίρνει το χέρι του και να τον τραβά μαλακά προς την πόρτα, δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε όμως για κάποιο λόγο ακολούθησε το παιδί. Εκείνο βγήκε στο δρόμο και στάθηκε μπροστά στο βουνό που ορθώνονταν σκοτεινό ακόμα,  έπειτα σήκωσε το χεράκι του και του έδειξε προς μια κατεύθυνση όπου κάτι συνέβαινε, «εκεί»  είπε χαμηλόφωνα. Γύρισε να δει τι του έδειχνε το παιδί και πρόσεξε μια κίνηση αδιόρατη στους θάμνους  ενώ σε δευτερόλεπτα είδε φλόγες να βγαίνουν από τους πρόποδες,  κάποιος πήγαινε να κάψει τον τόπο, αν οι φλόγες σκαρφάλωναν ψηλά  τίποτα δεν θα μπορούσε να τις σβήσει.   Έτρεξε αμέσως στη βρύση κι έβαλε το λάστιχο ενώ ταυτόχρονα καλούσε την πυροσβεστική,  έπρεπε να κάνει γρήγορα. Ευτυχώς  εκείνες τις μέρες είχε βγάλει μια προέκταση στο λάστιχο κι έτσι μπορούσε να το τραβήξει μέχρι μακριά,  η πίεση του νερού ήταν πολύ μεγάλη επειδή ήταν πρωί και κανένας δεν πότιζε τέτοια ώρα,  έριξε νερό άφθονο στα πουρνάρια και στους άλλους θάμνους που σκέπαζαν τους πρόποδες, τον είχε πιάσει μια μανία να σβήσει κείνο το άτιμο  πράγμα που μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά, έτρεξε και πήρε ένα πριόνι έκοψε  ένα φουντωτό κλαδί και με κείνο άρχισε να σβήνει τις καταραμένες φλόγες, θα πρέπει να πάλευε εκεί μοναχός του κανένα εικοσάλεπτο όταν πήρε να χαράζει και ακούστηκαν  οι στριγκλιές  ενός πυροσβεστικού οχήματος. Η φωτιά προχωρούσε αργά προς τα πάνω, ευτυχώς δεν φυσούσε καθόλου, είχε σβήσει την αριστερή μεριά ενός μικρού μετώπου όμως η δεξιά που ήταν η πιο επικίνδυνη επειδή στην προέκταση της βρίσκονταν  ο κύριος όγκος του βουνού,  «μα τι βλάκας που είμαι !» φώναξε,  «από τα δεξιά έπρεπε να  πάω πρώτα!» Η φωτιά έδειχνε να ξεφεύγει  και θα έκαιγε όλη το μέτωπο του βουνού, αν ανέβαινε ψηλά μπορούσε να κάνει στάχτη όλη την οροσειρά,  τον έπιασε πανικός «θεέ μου βοήθα!» φώναξε.  Εκείνη τη στιγμή  ο ήλιος έβγαινε πίσω από το φρύδι ενός λόφου κι  απ’ την απέναντι πλευρά είδε ένα κίτρινο αεροπλανάκι να εμφανίζεται από το πουθενά,  ο πιλότος χαμήλωσε κι όπως έφευγε άνοιξε την κοιλιά του σκάφους αφήνοντας έναν καταρράκτη που σκορπίστηκε παντού σκεπάζοντας τα πάντα, αυτό  ήταν.

«Τι έγινε εδώ πέρα;» τον ρώτησε ένας ψηλός πυροσβέστης μ’ ένα χοντρό, ασημένιο βραχιόλι   στο  μαυρισμένο χέρι του.  Άρχισε να του εξηγεί τι είχε συμβεί  ενώ σκεφτόταν αν έπρεπε να πει για τον μικρό που τον είχε ξυπνήσει. Όπως μιλούσε σήκωσε το κεφάλι και είδε το παιδί καθισμένο  δίπλα στο τιμόνι του πυροσβεστικού τι γύρευε εκεί πέρα ;  «Ά αυτός είναι ο γιος μου ο Φαέθωνας » είπε ο πυροσβέστης,  « Η γυναίκα μου έχει μανία με τα αρχαία ονόματα γι αυτό τον βαφτίσαμε έτσι, κάθε πρωί τον πηγαίνω στο σχολείο για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, σπάνια μιλά  κι οι ψυχολόγοι  ψάχνουν να βρουν την αιτία». Ο μικρός είχε πάλι εκείνη την ανέκφραστη όψη και τους  κοιτούσε ενώ  ο ήλιος είχε σηκωθεί πια κι άρχιζε να σκαρφαλώνει για το καθημερινό επίπονο  ταξίδι του στον ουρανό. Γύρισε στο κελάρι, άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε ένα μπουκάλι νερό κι άρχισε να πίνει σα να πέθαινε από δίψα, «τι ήταν κι αυτό πάλι!» μονολόγησε, «έχει νερό και για μένα; » ακούστηκε μια παιδική φωνή πίσω του  και κόντεψε να τιναχτεί μέχρι το ταβάνι από την τρομάρα του.    

Σάββατο 29 Ιουνίου 2024

Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

 Έπιασε τον ώμο του και είδε ότι το κόκαλο είχε βγει από τη θέση,  από ένα δοχείο που κουβαλούσε μαζί του πήρε λίγο λίπος κι έτριψε το σημείο πολλή  ώρα μέχρι που το ζέστανε όσο ήθελε, ψηλάφισε την περιοχή σαν να έψαχνε κάτι που υπήρχε κάτω  από το δέρμα και ξαφνικά έκανε μια απότομη κίνηση.  Ένας ήχος σαν κρακ δυνατό ακούστηκε κι ο Καστροφύλακας   σχεδόν τινάχτηκε από τον πόνο ευθύς αμέσως όμως άρχισε να χαμογελά καθώς ένιωσε ότι  μπορούσε να κουνήσει ξανά το χέρι του. Ο θεραπευτής δεν είπε τίποτα μοναχά κάθισε σε μια πέτρα ανασαίνοντας βαριά, είχε γιατρέψει ένα σωρό κόσμο εκείνη τη μέρα,  φαινόταν ιδρωμένος και κουρασμένος.  Εκτός από τον ώμο του Καστροφύλακα  είχε βάλει στη θέση τους και τα πλευρά,  τα δάχτυλα και τον αστράγαλο του καθώς είχε πέσει άσχημα από το άλογο του και είχε τραυματιστεί σε όλο του το σώμα. Όλοι γύρω έσπευσαν να  τον συγχαρούν  που τους είχε περιποιηθεί ενώ του έδιναν  ότι είχαν στα σακίδια τους, φρούτα, τρόφιμα και μερικά νομίσματα. Ο θεραπευτής τα πήρε αμίλητος και τα έβαλε σ’ ένα πουγκί που είχε  ραμμένο στο ζωστήρα του. Ύστερα σηκώθηκε αργά, καβάλησε το  άλογο του  και κίνησε να φύγει κατά  τη δύση, «  Έ  θεραπευτή!» του φώναξε ο Καστροφύλακας,  «  κι εγώ  δυτικά πηγαίνω, κατά τη λίμνη,  περίμενε !»

Ήταν μια μέρα εκεί κοντά στις αρχές του καλοκαιριού, τότε που ο καιρός είναι ακόμα δροσερός τα πρωινά και τ’  απογεύματα.  Στο δάσος  οι φλαμουριές  μοσχομύριζαν κι ένα κοράκι έμοιαζε  να τους ακολουθεί από δέντρο σε δέντρο κράζοντας σα να τους φώναζε «που πάτε, που πάτε ;»  Ο θεραπευτής δε μιλούσε κατά πως το συνήθιζε ενώ   η πελώρια  φιγούρα του ανεβοκατέβαινε στη ράχη του αλόγου. Είχε μεγάλη  φήμη σ’  όλη την περιοχή κι έλεγαν ότι δεν θεράπευε μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ζώα τους.  Μια φορά μάλιστα είχε γιατρέψει  και την αρκούδα κάποιου πλανόδιου διασκεδαστή που γυρνούσε  στα χωριά με το κακόμοιρο το ζώο, από τότε η φήμη του χειροπράκτη είχε απλωθεί κι όλοι μιλούσαν για κείνον. Ήταν τεράστιος, πάνω από δυο μέτρα,  μ’ ένα πρόσωπο σκοτεινό  και κάτι χέρια σαν φτυάρια.  Όποτε έμπαινε σε κάποια πόλη, αμέσως μαζεύονταν γύρω του όλοι οι σακάτηδες του τόπου παρακαλώντας τον  να τους διορθώσει κάποιο  τραυματισμένο μέλος του σώματος τους. Εκείνος τους χάζευε λίγο  κι  έπειτα διάλεγε όσους  πίστευε ότι είχαν ελπίδες.  Έφτιαχνε  τις πληγές, τα κόκαλα και τις αρθρώσεις τους κι αυτοί από ευγνωμοσύνη του έδιναν ότι είχαν, έτσι ζούσε και περιπλανιούνταν σ’  όλη τη χώρα…

Βράδιαζε όταν έφτασαν στη λίμνη. Ξεπέζεψαν  κοντά στην καλύβα ενός ψαρά και κάθισαν να τον χαζέψουν καθώς έριχνε τα δίχτυα του.  Ύστερα από λίγο τα μάζεψε και είδαν ότι ήταν γεμάτα ψάρια. Πεινούσαν κι οι δυο τους και του ζήτησαν να τους δώσει μερικά για να φάνε. Ο ψαράς τους  κοίταξε για λίγο  κι αμέσως γνώρισε τον θεραπευτή,  «η γυναίκα μου έχει  σπάσει το πόδι της πέφτοντας από τη βάρκα, μπορείς να κάνεις κάτι ;»   τον ρώτησε,  «πάμε να τη δούμε» είπε ο θεραπευτής συνοφρυωμένος . Μπήκαν όλοι μαζί στην καλύβα που φωτίζονταν από ένα κερί και είδαν μια  νεαρή γυναίκα να κλαίει από τον πόνο ξαπλωμένη σ’ ένα λεπτό  στρώμα από άχυρα. Μόλις είδε τον θεραπευτή τα μάτια της φωτίστηκαν, « πονάω  πολύ!»  του είπε,  « κάτσε  να σε δω»  απάντησε  ο θεραπευτής προσπαθώντας να την ηρεμήσει ενώ τη ζύγιζε με το βλέμμα του. Το τραύμα της  πρέπει να ήταν τρομερό γιατί αμέσως  η όψη του σκοτείνιασε, το κόκαλο από τον αστράγαλο της είχε βγει έξω από το δέρμα κι έχασκε άσχημα, ήταν μια περίπτωση πολύ δύσκολη. Ο θεραπευτής αναστέναξε και ζήτησε να του φέρουν λίγη λάσπη από τις όχθες του ποταμού, έπειτα έπιασε το πόδι της γυναίκας πολύ προσεκτικά,  έβγαλε   από τη ζώνη του ένα μαχαίρι κι έκοψε ένα κομματάκι  από το κόκαλο που προεξείχε,  ο ψαράς μόλις είδε τη σκηνή λιποθύμησε. Ο  Καστροφύλακας  έφερε λίγο νερό στον ψαρά και προσπάθησε να τον ησυχάσει,  είχε δει τόσους τραυματισμούς και τόσους   σκοτωμούς , στην ένταση της μάχης δεν πρόσεχε τέτοια πράγματα όμως  στη θέα του τραύματος της νέας  γυναίκας  δεν άντεξε κι απόστρεψε το βλέμμα του. Ο  θεραπευτής  δεν πρόσεχε τίποτα, σκεφτόταν μόνο  τι έπρεπε  να κάνει σ’ αυτήν τη δύσκολη περίπτωση,  «θέλω λίγο να ξεκουραστώ»  τους είπε, «νυχτώνει και θέλω  να έχω καθαρό το μυαλό μου όταν δουλεύω, το πρωί με το φως τη μέρας θα το πιάσω ξανά να δω τι μπορώ να κάνω».

Έβαλαν τη γυναίκα να ξαπλώσει όσο πιο αναπαυτικά γινόταν  και  πήγαν να βοηθήσουν τον ψαρά που καθάριζε στο φως ενός μεγάλου λυχναριού κάτι μεγάλα γριβάδια. Ύστερα τα έβαλε σ' ένα καλάθι πλεχτό, άναψε  έναν φούρνο  πήλινο που είχε έξω από την καλύβα του  και τα έριξε μέσα να ψηθούν.  Έβγαλε από την καλύβα  ένα δοχείο με κρασί κι ύστερα από λίγο, όταν ετοιμάστηκαν τα ψάρια, άρχισαν να τρώνε και να πίνουν σιγανά χαζεύοντας τη λίμνη που ζωντάνευε το βράδυ. Ο θεραπευτής με τον ψαρά πλάγιασαν στο πάτωμα της καλύβας ενώ  ο Καστροφύλακας  έβγαλε το σπαθί το Μαύρου Όλαφ και δοκίμασε μερικές κινήσεις  για να δει πως ήταν το χέρι και το σώμα του. Φαινόταν μια χαρά μόνο τα πλευρά του πονούσαν λίγο,  ήθελε χρόνο κι  εξάσκηση πολύ μέχρι να βρει την παλιά του δύναμη όμως ο θεραπευτής είχε κάνει το θαύμα του . Κοντά στα μεσάνυχτα  ξύπνησε  νιώθοντας  κάποια κίνηση έξω από την καλύβα,  πήγε σ’ ένα μικρό παραθυράκι  και είδε τον θεραπευτή να κάθεται σταυροπόδι στο χώμα με  τα μάτια κλειστά ενώ με τα δάχτυλα έκανε  κάτι κινήσεις στον αέρα σαν να ψηλαφούσε  το πόδι της γυναίκας. Κατάλαβε ότι ο χειροπράκτης προσπαθούσε να φανταστεί νοερά  το πρόβλημα  και ποια  μέθοδο θα ακολουθούσε, ήταν σα να έκανε μια πρόβα πριν την επέμβαση, όλη η σκηνή του έκανε μεγάλη εντύπωση  .

Με το που ξημέρωσε ο θεραπευτής ήπιε λίγο κρασί κι ύστερα έσκυψε πάνω από τη γυναίκα που φαίνονταν πολύ χλωμή, στο φως της μέρας έβλεπες ότι δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών. «Θα  πονέσεις»  της είπε μαλακά « αλλά ύστερα όλα θα περάσουν» - «εντάξει μη φοβάσαι»  του είπε αυτή που έδειχνε πολύ θαρραλέα, «κάνε τη δουλειά σου, εγώ αντέχω!» Ο  θεραπευτής χαμογέλασε, ύστερα έπιασε το κορίτσι με τα τεράστια χέρια του και το έβαλε  να καθίσει σε μια στάση άνετη. Έπιασε γερά το πόδι της με το δεξί του χέρι ενώ με τα δάχτυλα του αριστερού πίεζε τα κόκαλα σα να προσπαθούσε να τα βάλει στη σωστή τους θέση « ένα λάθος να κάνω τώρα θα μείνει  ανάπηρη για όλη της τη ζωή»  είπε ψιθυριστά στον Καστροφύλακα που κοιτούσε από πάνω του γεμάτος περιέργεια.  «Φέρτε μου λάσπη…»  τους φώναξε « και δυο βέργες όσο γίνεται πιο ίσιες!»  Ο  ψαράς  είχε κάποια ξύλα, διάλεξε  τα πιο κατάλληλα κι ύστερα πήγε στην όχθη της λίμνης. Γέμισε ένα πιάτο ξύλινο με λάσπη πηχτή και το άφησε δίπλα στον χειροπράκτη .  Ο Θεραπευτής τοποθέτησε τη λάσπη γύρω από το πόδι, το τύλιξε με μερικά πανιά που είχε μαζί του και μετά έφτιαξε έναν  νάρθηκα αυτοσχέδιο με τα σανίδια  που  τα έδεσε πολύ σφιχτά με τις τζίβες που χρησιμοποιούσε ο ψαράς για να πλέξει τα καλάθια του ,  « δεν θα κουνήσει το πόδι της για ένα μήνα ούτε θα σηκωθεί όρθια μέχρι που να θρέψει,  σε τριάντα μέρες  θα περάσω πάλι να δω πως πάει»  είπε .  Ο  ψαράς τον ευχαρίστησε,  γέμισε ένα φλασκί με κρασί και τους το έδωσε μαζί με μερικά ψάρια και δυο μεταλίκια,  ό,τι είχε ο φτωχός άνθρωπος.

Κοιτάζοντας τη σκηνή ο Καστροφύλακας σκεφτόταν το μεγαλείο εκείνου του απλού ταξιδευτή  που γύριζε στα χωριά και γιάτρευε τον κόσμο.  Αυτός και το σινάφι του πολεμούσαν και σκοτώνονταν σπέρνοντας την καταστροφή ενώ  τούτος εδώ έφερνε μόνο καλό στους ανθρώπους προσπαθώντας να τους απαλλάξει από τα  βάσανα τους. «  Βέβαια κι ο πόλεμος είναι αναγκαίο κακό»  είπε μέσα του «δεν μπορείς να παραδοθείς σε όποιον έρθει να σε σκοτώσει»  όμως πόσο καλύτερα θα ήταν να είχε περάσει τη ζωή του βοηθώντας τους ανθρώπους αντί να σκοτώνει.  Από την άλλη μεριά όμως αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πολύ καλά,  κάποιος έπρεπε να το κάνει κι αυτό κι εκείνος ήταν  από τους καλύτερους του είδους,  σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορείς να είσαι μαλακός και λιγόψυχος οπότε δεν υπήρχε χώρος για περισσότερη σκέψη πάνω στο ζήτημα…

Κοντά στο  μεσημέρι είχαν φτάσει πια σ’ ένα δάσος πολύ σκοτεινό,  πλησίαζαν στο σημείο  όπου έπρεπε να χωριστούν όμως πρώτα έπρεπε να περάσουν μέσα από ένα φαράγγι με κάτι δέντρα πανύψηλα που έκρυβαν τον ήλιο.  Είχε  ακουστά για κείνο το δάσος,  λέγανε ότι ήταν κατοικία ληστών οπότε είχε  το νου του κι όλες του οι αισθήσεις ήταν σε επιφυλακή . Ξαφνικά μέσα στην ησυχία ακούστηκε ένα κοράκι να κρώζει,  πάντα πρόσεχε τα πουλιά, οι φωνές τους  ήταν  ένα είδος προειδοποίησης κι εκείνο το δάσος ήταν το καλύτερο μέρος για να τους στήσουν ενέδρα.  Σταμάτησε μια στιγμή το άλογο του ν’  αφουγκραστεί κι έκανε νεύμα στον θεραπευτή να σταματήσει κι εκείνος.  Με την άκρη του ματιού του  διέκρινε μια κίνηση μέσα στα  κλαδιά κι αμέσως σπιρούνισε το άλογο του ενώ  την ίδια στιγμή πετάχτηκαν από μια πλαγιά   πέντε καβαλάρηδες με φωνές και κραυγές που αντιλαλούσαν στο φαράγγι.  Ο Καστροφύλακας χωρίς να διστάσει  έβγαλε το σπαθί  του και χτύπησε τον πρώτο καβαλάρη κατευθείαν στο πρόσωπο τόσο δυνατά  που του έκοψε ένα μέρος από το κεφάλι.  Ύστερα στράφηκε στους άλλους που είχαν λυσσάξει βλέποντας το σύντροφο τους να γκρεμίζεται κάτω στο χώμα,  δεν ένιωθε ακόμα καλά το δεξί του χέρι οπότε έφερε το σπαθί στο αριστερό κι όπως ο δεύτερος καβαλάρης ερχόταν κατά  πάνω του κραδαίνοντας  ένα ακόντιο,  προτού ακόμα τον πλησιάσει, του πέταξε το σπαθί σαν να ήταν   στιλέτο τεράστιο και τον κάρφωσε στην κοιλιά. Ο  ληστής γκρεμίστηκε καταγής κι ο Καστροφύλακας έτρεξε να πάρει το όπλο του και να  σταθεί πάλι σε θέση μάχης όμως οι άλλοι ληστές είδαν ότι είχαν να κάνουν με σκληρό αντίπαλο και σπιρούνισαν τα λόγια τους για να χαθούν μέσα στο πυκνό μαύρο δάσος.

«Αυτό το άλογο θα το πάρω μαζί μου!»  φώναξε ο θεραπευτής  κρατώντας το χαλινάρι από το ζώο ενός  ληστή, « το δικό μου γέρασε πια. Δεν ήξερα ότι πολεμάς τόσο καλά, ελπίζω ν’  ανταμώσουμε κάποια άλλη φορά».   «Πρόσεχε μέχρι να βγεις από το  φαράγγι»  απάντησε  ο Καστροφύλακας και τον πλησίασε πεζός, « πάρε κι αυτό εδώ!»  του είπε βγάζοντας από το ταγάρι του ένα κύπελλο ασημένιο,  « Το νερό  γίνεται πιο δροσερό όταν πίνεις μ’  αυτό»  « ευχαριστώ !»  είπε ο θεραπευτής και συνέχισε την πορεία του δίχως να κοιτάξει πίσω.  

 

  

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΕ ΤΑ 21 ΠΡΟΣΩΠΑ

Το φυλάκιο ήταν ακριβώς δίπλα στα σύνορα, από το μπαλκόνι του έβλεπες  τις πεδιάδες και τα χωριά της άλλης χώρας κάπου στο βάθος, εκεί είχαν συμβεί οι τελευταίες μάχες του εμφυλίου πολέμου πριν οι αντάρτες το σκάσουν απέναντι όπως ήταν το σχέδιο τους σε περίπτωση που όλα χάνονταν. Εκεί κοντά  υπήρχε και μια  σπηλιά που οι αντάρτες είχαν κάνει ιατρείο, μια φορά είχαν πάει και είχαν δει κάτι επιγραφές και κάτι εγκαταστάσεις πρόχειρες. Στους φωριαμούς του φυλακίου είχαν  βρει μερικές  χλαίνες που φορούσαν τότε  και παντού  μπορούσες να δεις κομμάτια από βλήματα κι οβίδες  που κάποτε έπεφταν σα βροχή εκεί  γύρω . Οι ντόπιοι από ένα χωριό εκεί κοντά έκαναν λαθρεμπόριο, όλοι το έλεγαν, κοντά στο Πάσχα  άκουγαν όλη νύχτα φασαρίες κι έβλεπαν φώτα ν’ αναβοσβήνουν  όμως δεν είχαν   καμιά εντολή να ελέγξουν τι γίνεται, δεν ήταν δουλειά τους και τις επόμενες μέρες εμφανίστηκαν χιλιάδες αρνιά στο χωριό από το πουθενά, που τα είχαν κρυμμένα οι τσομπάνηδες, φυσικά όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί.  

Για να ανεβείς εκεί πάνω περνούσες έναν δρόμο ανηφορικό, γεμάτο στροφές,  κι έβλεπες  σπίτια εγκαταλειμμένα όπου και να γύριζες το μάτι σου. Στο φυλάκιο που βρίσκονταν στο ψηλότερο σημείο, ήταν όλοι κι όλοι  τέσσερα άτομα, ένας δόκιμος αξιωματικός  που ήταν αρχιφύλακας,  ο Π,  ο Χ,  κι ένας Φιλιπινέζος που ήθελε να πάρει την ελληνική ιθαγένεια  γι αυτό και υπηρετούσε τη θητεία του στα σύνορα. Ο  Φιλιππινέζος ήταν καταπληκτικός μάγειρας κι όλο τον καιρό τρώγανε τα καλύτερα φαγητά, μια φορά τους είχε κάνει και κάτι από την πατρίδα του,  ένα εξωτικό πιάτο  γλυκόξινο με κρέας και μια γέμιση περίεργη,  τους  άρεσε πολύ, εκεί πάνω στην ερημιά τρώγανε σαν κοσμοπολίτες. Οι υπηρεσίες τους δεν ήταν πολλές, λίγο σκοπιά και κανένα περίπολο, έτσι είχαν άφθονο χρόνο κι ο Π τελείωνε την πτυχιακή του,  το ιντερνέτ εκεί πάνω ήταν το καλύτερο που υπήρχε  κι όπως είχε φέρει τον υπολογιστή του περνούσε ώρες πολλές γράφοντας και ψάχνοντας πληροφορίες. Καθώς ο χρόνος έμοιαζε μερικές φορές να έχει σταματήσει έπρεπε  να  τον γεμίσει με κάτι, έτσι διάβαζε ένα σωρό πράγματα για τον εμφύλιο που είχε τελειώσει  σ’ εκείνη την τοποθεσία,  του άρεσε να ψάχνει  κάθε ερώτημα που προέκυπτε,  τι είχε συμβεί, τι κρυβόταν πίσω, είχε μια μανία να μαθαίνει πράγματα. Δεν είχε ιδέα για τον πόλεμο μεταξύ των Ελλήνων,  κάτι τους είχαν  πει στο σχολείο, κάτι γενικά, σκοτώνονταν πολύς κόσμος τότε, οι κομουνιστές αντάρτες είχαν φαγωθεί, ενώ είχαν χάσει στην Αθήνα συνέχιζαν στα βουνά  αρπάζοντας παιδιά  από τις οικογένειες για να τα κάνουν  στρατιωτάκια,  έβαζαν φωτιές,  σκότωναν και βίαζαν,  γινόταν φοβερά πράγματα τότε που δεν τα ήξερε.

 Ο Χ ήταν άλλου είδους χαρακτήρας, από τις πρώτες μέρες είχε δείξει μια τάση περίεργη κι ο Π τον πρόσεχε συνέχεια, τον έβλεπε να καπνίζει όλη την ώρα  και να πίνει από κάτι μπουκάλια που είχαν βρει σ’ ένα μαγαζί στο μικρό χωριό που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα μακριά,  φαίνεται ότι είχε γνωρίσει και μερικούς ντόπιους με τους οποίους μιλούσε χαμηλόφωνα. Μερικές φορές δοκίμαζε και κάτι χαπάκια άσπρα κι ο Π φοβόταν ότι θα είχαν πρόβλημα αν γινόταν κανένας έλεγχος,  ο άλλος έμοιαζε να παίρνει την κάτω βόλτα κι έπρεπε να έχει το νου του μη συμβεί κάτι κακό. Τις νύχτες ο Χ  είχε  ανήσυχο ύπνο, συχνά πετάγονταν  επάνω κι ο Π έτρεχε να δει τι είχε συμβεί,  τότε ο άλλος του έλεγε τα όνειρα του,  το πιο συχνό ήταν  ότι είχε χάσει το όπλο του και δεν μπορούσε να το βρει πουθενά,  «εντάξει εδώ είναι ρε, στον οπλοβαστό, να δες  !» του έλεγε ο Π,  τότε ο άλλος ξεφυσούσε προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ήταν κι οι δυο από την ίδια πόλη, γνωριζόντουσαν από παιδιά, είχαν χαθεί για  πολλά  χρόνια   κι έπειτα βρέθηκαν ξανά στο στρατό,  στο ίδιο κέντρο εκπαίδευσης, στην αρχή  αντάλλαζαν καμιά  κουβέντα μόνο  αλλά από τότε που είχαν βρεθεί εκεί πάνω δέθηκαν πολύ και περνούσαν  ώρες μιλώντας για τα σχέδια που ετοίμαζαν όταν  θα απολύονταν, ο Π   είχε υπό την επίβλεψη του τον πατριώτη του,  απορούσε με τον χαρακτήρα του, τον έβλεπε να κάθεται μόνος ώρες ατέλειωτες, και το μόνο που διάβαζε ήταν ένα παλιό βιβλίο, χαρτόδετο  σαν εκείνα τα παλιά αστυνομικά. Μια φορά που ο Χ είχε κατεβεί στο χωριό πήγε στο φωριαμό του κι έβγαλε το βιβλίο  με τις τσαλακωμένες σελίδες. Απ'  έξω έγραφε  ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΕ ΤΑ 21 ΠΡΟΣΩΠΑ  κι αναφερόταν - απ’ ότι κατάλαβε- σε μια ιστορία γιαπωνέζικη, για κάποιον τύπο που έκανε σαμποτάζ στα προϊόντα ενός επιχειρηματία που μισούσε  βάζοντας δηλητήριο στις συσκευασίες στα σούπερ μάρκετ ...  

Ένα βράδυ με ομίχλη θα έβγαιναν μαζί περίπολο, πάντα οι δυο τους πήγαιναν, ο  Φιλιππινέζος σπάνια ερχόταν μαζί τους,  δεν του άρεσε καθόλου η νυχτερινή ομίχλη, φοβόταν πολύ όταν είχε τέτοιον καιρό.  Συνήθως δεν κάλυπταν ολόκληρη την απόσταση που χρειαζόταν τουλάχιστον δυο ώρες,  έκαναν μια μικρή βόλτα περνώντας κοντά από τη σπηλιά, καθόταν λίγο σε κάτι βράχια που έμοιαζαν να είχαν τοποθετηθεί σ’  ένα μεγάλο κύκλο,  κι έπειτα επέστρεφαν στο φυλάκιο όπου τους περίμενε ο αρχιφύλακας για να γράψει την αναφορά του. Η  νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή, θα πρέπει να υπήρχε συννεφιά στον ουρανό κι ούτε ένα άστρο δεν έλαμπε ενώ το φεγγάρι ήταν χαμένο εντελώς σα να μην είχε βγει ποτέ. Μαζί τους είχαν κι έναν σκύλο, ένα τσομπανόσκυλο που είχαν υιοθετήσει και τάιζαν με τα αποφάγια τους. Το σκοτάδι ήταν πυκνό κι έπρεπε να ανάβουν το φακό για να βλέπουν που πάνε όμως  ξαφνικά το φεγγάρι βγήκε σε μια γωνιά του στερεώματος κι  ο σκύλος  ζωήρεψε, άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της παλιάς σπηλιάς,  τον ακολούθησαν,  φαινόταν έρημη αλλά  από την αντίθετη κατεύθυνση  άκουσαν τους ήχους ενός αυτοκινήτου που πήγαινε πολύ σιγά,  τέντωσαν τα αυτιά τους να καταλάβουν τι συνέβαινε, κάποια  αγοραπωλησία, κάποιο νταραβέρι πραγματοποιούνταν εκείνη την ώρα σίγουρα.

 «Πάμε να φύγουμε από δω !» φώναξε ο Χ που έμοιαζε να πανικοβάλλεται «έλα ρε, δεν είναι τίποτα!»  τον καθησύχασε ο Π όμως βαθιά μέσα του ανησυχούσε,  Ο Χ έδειχνε δύσθυμος  από την ώρα  που  ξεκίνησαν, τελευταία  χανόταν όλο και πιο πολύ, μιλούσε  πολύ στο κινητό που είχε φέρει μαζί του και δεν έλεγε σε κανένα για τον συνομιλητή του, μερικές φορές τον είχαν άκουσε να μιλά και σε μια άλλη γλώσσα που δεν καταλάβαιναν σα να προσπαθούσε να κρύψει κάτι.  Πλησίαζαν στο μέρος με τα βράχια όπου έκαναν συνήθως το διάλειμμα τους κι ο Χ  είπε χαμηλόφωνα  «ένα  πετραδάκι έχει μπει στην αρβύλα μου,  προχώρα εσύ κι έρχομαι σε λίγο»,  Ο Π συνέχισε να περπατά κι όταν έφτασε στις πέτρες κάθισε κι άναψε τσιγάρο κοιτάζοντας κατά τα φώτα πέρα από τα σύνορα. Τα μάτια του είχαν συνηθίσει πλέον  το σκοτάδι και μπορούσε  να διακρίνει τις σιλουέτες   των βουνών. Κανένας ήχος δεν ακούγονταν πια σα να είχε σιωπήσει το σύμπαν ολόκληρο, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, το φεγγάρι είχε χαθεί πάλι, άναψε το φακό  να δει γύρω μια βόλτα και το βλέμμα του κόλλησε σ’ ένα σημείο του κύκλου με τις πέτρες. Του  φάνηκε ότι ένας βράχος είχε μετακινηθεί,  δεν ήταν στη θέση του σα να είχε βγει από  μια νοερή καμπύλη  γραμμή, φώτισε πάλι το σημείο δεν μπορεί να έκανε λάθος,  είχε δει τα βράχια τόσες φορές, σκεφτόταν μάλιστα να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ τους για να δει αν είχαν κάποια πραγματική συμμετρία να όμως που τώρα  μια πέτρα έμοιαζε να έχει μετακινηθεί όμως δεν  υπήρχε κανένα ίχνος στα χόρτα, ο βράχος  ήταν ριζωμένος  όπως όλοι  οι άλλοι,  μπορεί να έκανε λάθος αλλά μόνο η σκέψη ότι κάτι είχε συμβεί εκεί πέρα τον έκανε να ανατριχιάσει.  

Τέλειωσε βιαστικά το τσιγάρο και φώναξε, «που είσαι ρε,  αργείς;» όμως  δεν πήρε απάντηση,  φώναξε πιο δυνατά όμως πάλι τίποτα δεν ακούστηκε,  ο Χ δεν φαινόταν πουθενά κάτι άσχημο συνέβαινε. Τον κάλεσε στο τηλέφωνο όμως το κινητό του άλλου  έμοιαζε να μη δουλεύει. Τηλεφώνησε αμέσως στον αρχιφύλακα μήπως  είχε γυρίσει στο φυλάκιο όμως  ο Χ δεν είχε φανεί, έμοιαζε  σα να τον είχε καταπιεί μια μαύρη, σκοτεινή τρύπα. Ο  αρχιφύλακας τα χρειάστηκε, «έχε το νου σου!» είπε  στον Φιλιππινέζο που δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί, «αν  γυρίσει πάρε τηλέφωνο αμέσως!» Μαζί με τον Χ άρχισαν να ψάχνουν κάθε σημείο, είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα κι η νύχτα φαινόταν ότι δεν θα τελείωνε εύκολα, οι δυο τους έψαξαν τα πιο  απίθανα μέρη, πήγαν στη σπήλια που ήταν όπως πάντα έρημη αλλά τη νύχτα σα να ζωντάνευε παράξενα, έψαξαν κάθε σημείο του περιπόλου και κατέληξαν στη γραμμή των συνόρων που τη χώριζε μια λωρίδα οργωμένης γης και κάτι κολωνάκια τετράγωνα. «Λες να πέρασε αντίκρυ ο παλαβός;»  είπε  ο αρχιφύλακας,  «τι μπορεί να κάνει εκεί πέρα, όλοι οι παράνομοι και τα λαμόγια έχουν μαζευτεί κατά κει,  που θα πάει,  ποιον θα βρει,  τι έχει σχεδιάσει ο βλάκας ;»  φώναξε ο Χ θυμωμένα όμως μέσα του σκεφτόταν ότι δεν ήξερε και πολλά για το φίλο του, είχε να τον δει  χρόνια,  τι έκανε εν τω μεταξύ ο άλλος, είχε πλησιάσει τα τριάντα, δεν ήταν  μικρός κι όλες εκείνες οι ουσίες που δοκίμαζε δεν ήταν και οι  πιο αθώες, τι ρόλο έπαιζε  τελικά ο Χ, ποιος ήταν στην πραγματικότητα;  

Ετοιμάζονταν να γυρίσουν στο φυλάκιο όταν  ακούστηκε ένας πυροβολισμός σαν ριπή  και πάγωσαν, τότε  ένα αμάξι με αναμμένα τα φώτα που κινούνταν ανάποδα  ήρθε με μεγάλη ταχύτητα και στάθηκε ακριβώς δίπλα στον Π, το παράθυρο του αυτοκινήτου άνοιξε και μέσα του υπήρχε ένας άντρας με κουκούλα όμως το πρόσωπο του δεν φαίνονταν, «Εσύ είσαι ρε βλάκα ;» φώναξε ο Π όμως ο άλλος δεν αποκρινόταν  μοναχά στέκονταν εκεί στα σκοτεινά χωρίς να δείχνει το πρόσωπο του.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

ΩΣΕΙ ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

«Ο οδηγός κλείνει τα μάτια όλη την ώρα !» του ψιθύρισε σκύβοντας η γυναίκα που καθόταν στο απέναντι κάθισμα, - « σοβαρά;»  είπε  αυτός και κοίταξε στον καθρέφτη   του λεωφορείου αλλά  δεν είδε κάτι ύποπτο , ο οδηγός   έδειχνε σίγουρος και σταθερός , όπως και να είχε όμως μέσα του σφίχτηκε,  ήταν λίγο τρομαχτικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο  καθώς βρίσκονταν σε εθνική οδό κι από δίπλα τους τα αμάξια έφευγαν σα σφαίρες .

Η γυναίκα από δίπλα του ήταν πολύ μυστήρια,  είχε ανέβει με δυο μελαχρινές φίλες της και μιλούσαν,  εκτός από ελληνικά, μια γλώσσα που δεν μπορούσε να καταλάβει, έσπαγε το  κεφάλι του,  από πού να κατάγονταν,  δε μιλούσαν  τουρκικά, ούτε αραβικά που θα πήγαιναν με τη σκούρα  εμφάνιση τους,  ήταν μια άλλη γλώσσα παράξενη. Είχαν πιάσει τρεις θέσεις μπροστά κι όταν εκείνος πήγε να καθίσει στην τέταρτη αυτές  άρχισαν να φωνάζουν  «όχι δεν είναι σωστό,  εμείς έχουμε κλείσει» -«μα πόσες θέσεις έχετε πιάσει;»  τις ρώτησε,  «όχι δεν είναι σωστό» έλεγαν και  τελικά τον άφησαν να διαλέξει  την  καλύτερη μεριά,  εκείνη που έβλεπε κατά τη θάλασσα, ύστερα τον χάζευαν που όλη την ώρα ήταν καρφωμένος στα κύματα και στον ορίζοντα, «δεν πάτε να πνιγείτε !»έλεγε αυτός  μέσα του . Πέρα μακριά, στο βάθος,  μπορούσε να δει τα νησιά μέχρι τη Σαμοθράκη,  ήταν τόσο καθαρή η ατμόσφαιρα, και βέβαια το Άγιο  Όρος  και την κορυφή του Άθωνα, τα τούβλα,  εκείνες οι ξένες,  δεν είχαν ιδέα τι ήταν όλα εκείνα, κι ούτε που είχε όρεξη να τις εξηγήσει , μόνο  ύστερα  από λίγο άρχισαν να κοιτούν περίεργα  κι αυτές  βγάζοντας  όλη την ώρα φωτογραφίες με τα κινητά τους.

Όποτε ταξίδευε με το ΚΤΕΛ  καθόταν σχεδόν πάντα στην πρώτη θέση του λεωφορείου,  από κει είχε την αίσθηση ότι συμμετέχει σε  κάθε κίνηση του οχήματος, ήταν σα να οδηγούσε ο ίδιος.  Αυτές οι θέσεις ήταν   διαθέσιμες για όσους είχαν  πρόβλημα υποτίθεται και ζαλίζονταν  όμως συνήθως κανείς δεν τις ζητούσε,  έτσι εκείνος περίμενε ν’  ανέβουν όλοι και μετά  πήγαινε και καθόταν.  Το καλύτερο σημείο  ήταν όχι πίσω από τον οδηγό αλλά στην άλλη σειρά των καθισμάτων,  από κει είχες μπροστά σου το δρόμο κι όλη τη θέα του τοπίου .  Όταν  έβρεχε έβλεπες τις στάλες να χάνονται κάτω από το όχημα,  τα σύννεφα να κατεβαίνουν από τα βουνά,  τη θάλασσα ν’  αλλάζει χρώματα όλη την ώρα,  ήταν υπέροχο ! Πόσα ταξίδια δεν είχε κάνει με το λεωφορείο,  ήταν ο καλύτερος τρόπος να καθαρίσει το  μυαλό , να βρει λύσεις στα προβλήματα του, να ξεχαστεί .  Η  εναλλαγή των τοπίων και η διαδρομή δίχως στάσεις βοηθούσε τη σκέψη  να ταξιδέψει και να αναλύσει κάθε  δύσκολο θέμα,  να ζυγίσει τις καταστάσεις , να πάρει μια ζόρικη απόφαση. Στον πηγαιμό μπορούσε να δει μέχρι ψηλά στα σύνορα κι ακόμα πιο πέρα,  κατά κει που φαινόταν ένα χιονοδρομικό κέντρο σκεπασμένο με χιόνια. Στις οροσειρές ψηλά είχαν εγκαταστήσει ανεμογεννήτριες κι ήταν μια ενδιαφέρουσα αλλαγή που δεν τον ενοχλούσε καθόλου.  Κάποιοι φίλοι του έλεγαν ότι χαλούσαν το τοπίο  όμως εκείνος  χάζευε τις τεράστιες  ρόδες που γύριζαν αργά στον αέρα σαν τα χέρια κάποιου γίγαντα.  Εκεί έξω στην ύπαιθρο ένιωθες την αλλαγή των εποχών,  καταλάβαινες ότι δεν ήταν αλήθεια αυτό που λένε στο μικρόκοσμο της πόλης, ότι δηλαδή από χειμώνα πάμε κατευθείαν στο καλοκαίρι,  η φύση δε βιαζόταν,  οι αλλαγές ερχόταν σιγά -σιγά κι εκεί που έβλεπες γυμνά τα χωράφια και τα βουνά  τη μια φορά, την επόμενη άρχιζαν να φυλλώνουν και να πρασινίζουν  καθώς όλη η πλάση γύρω αναγεννιούνταν με  την άνοιξη. Έβλεπε εκεί τα χωράφια με τα αμπέλια που τα είχαν σκεπασμένα με κάτι δίχτυα για  το χαλάζι, τις ελιές που είχαν γεμίσει τον τόπο καθώς το κλίμα άλλαζε και πλέον  δεν έκανε  κρύα όπως παλιά , ούτε έριχνε χιόνια  που ‘’έκαιγαν’’ τα   δέντρα κι ότι άλλο φύτρωνε. Δίπλα στο δρόμο έβλεπες  πράσινο άφθονο  και κάτι θάμνους αγκαθωτούς,  γεμάτους από κίτρινα λουλούδια,  πανέμορφα που σου έφτιαχναν τη διάθεση, στο νου του ερχόταν οι βιβλικοί στίχοι « άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει», ά ήταν ωραίο αν ταξιδεύεις την άνοιξη !

 Η γυναίκα από  δίπλα του  συνέχισε να  παρατηρεί τον οδηγό και να μιλά ασταμάτητα  με τις φιλενάδες της στη γλώσσα τους.   Ήταν νέα και  καλοντυμένη όμως όταν έσκυψε και του μίλησε το πρόσωπο της του φάνηκε πολύ αντιπαθητικό,  πρέπει να είχε κάνει κάποιο μπότοξ κι είχε πρηστεί κάπως άσχημα . Κοίταξε μια φορά ακόμα τον οδηγό στον καθρέφτη,  τώρα έψαχνε κάτι στο κινητό του  κρατώντας το τιμόνι με τους αγκώνες,   ήταν  λίγο επικίνδυνο αλλά στην Ελλάδα είσαι, όχι στην Ιαπωνία, αυτό είναι κάτι συνηθισμένο. Είχε  ακούσει βέβαια ιστορίες για  οδηγούς που κοιμήθηκαν στο τιμόνι ,  ιδίως στη διάρκεια της νύχτας ,  ένας φίλος του που είχε φορτηγό  έλεγε ότι το καλύτερο είναι  να πηγαίνεις δίπλα στη λευκή γραμμή  που βρίσκεται στη μέση του δρόμου για να μη χάνεσαι,  όταν είσαι στο τιμόνι  για πολλές ώρες από μια στιγμή και μετά δεν έχεις την αίσθηση που βρίσκεσαι, μπορεί ξαφνικά να δεις τις μπάρες δίπλα σου χωρίς να το καταλάβεις. Θυμόταν μια ιστορία ενός ταξιτζή που τους έπαιρνε κάποτε από το στρατόπεδο κάπου ψηλά στον Έβρο,  κάποιοι φαντάροι τότε πλήρωναν όσο - όσο  για να τους πάει  μέχρι την Αλεξανδρούπολη κυνηγώντας το τρένο που  είχαν χάσει,  ο ταξιτζής εκείνος έλεγε ότι όταν κουραζόταν ήθελε πέντε λεπτά   να κοιμηθεί για να του φύγει η νύστα,  μετά ήταν εντάξει και μπορούσε να οδηγήσει για ώρες ...

Καθώς περνούσαν τα χρόνια ήθελε να ταξιδεύει όλο και περισσότερο. Ήθελε να φεύγει όλο και πιο συχνά από την πόλη όμως δεν ήταν ακόμα έτοιμος να ζήσει στην επαρχία  που την ήξερε καλά αν και φαίνεται ότι κι εκεί πέρα τα πράγματα είχαν αλλάξει.  Οι χωρικοί είχαν αποκτήσει τηλεοράσεις, κινητά,  αυτοκίνητα,  δε χρειαζόταν πλέον το γείτονα όπως κάποτε  κι είχαν κλειστεί  στο καβούκι τους.  Μια φορά που περπάτησε στο χωριό του μετά από χρόνια  κανείς δε βγήκε να του πει «καλημέρα, ποιος είσαι εσύ , που πας;» μόνο τον κοιτούσαν κάπως απόμακρα ,  αυτό του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση .  Σ’ ένα φούρνο που πήγε ν’ αγοράσει ψωμί μια νεαρή του μίλησε λίγο απότομα ενώ   το μάτι της γυάλιζε καθώς κοίταζε τα λεφτά του, κι εδώ  οι άνθρωποι δεν ήταν άγιοι  λοιπόν,  αυτό το ήξερε από πάντα βέβαια. ‘Όπως κι αν είχε όμως κάποια πράγματα είχαν μείνει όπως  τα θυμόταν, εκεί έβλεπες τα γεγονότα  από μια απόσταση,  ούτε γκρίνιες στις ειδήσεις,  ούτε λιμοί,  σεισμοί και καταποντισμοί που σε τρελαίνουν, στην πόλη δημιουργείται  μια κατάσταση που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και μπορεί να σε κάνει να πιστέψεις ότι πλησιάζει  η δευτέρα παρουσία,  οι ποταμοί θα στερέψουν όπου να ναι ,  η ζέστη θα μας κάψει, ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε ήδη.  Δεν έμενε πολύ στο χωριό, ένα βράδυ  του ήταν αρκετό,  μερικές φορές πετύχαινε τους ίδιους οδηγούς λεωφορείων αποβραδίς και το πρωί,   τον κοιτούσαν απορημένοι «φεύγεις κιόλας ;" τον ρωτούσαν,   εκείνος  όμως είχε κάνει τη δουλειά του, δε χρειαζόταν κάτι περισσότερο, πάντα βολεύονταν με λίγα, αυτό τον είχε σώσει. Ταξίδευε όλο το χρόνο παρατηρώντας τις αλλαγές της φύσης και των εποχών, το καλοκαίρι  ήταν το πιο ζόρικο,  οι μπροστινές θέσεις που προτιμούσε πάντα ήταν λίγο άβολες,  ο ήλιος σε χτυπούσε κατευθείαν στα μάτια και σε τύφλωνε, όλοι είχαν νεύρα,  η ζέστη ήταν κουραστική παρά τον κλιματισμό που δεν  ήταν πάντα κι ο καλύτερος, έτσι προτιμούσε να κάθεται στις πίσω θέσεις που ήταν πιο δροσερές.

Έγειρε πίσω το κεφάλι κι αποκοιμήθηκε για λίγο, όταν ξύπνησε  είχε  πιάσει μια από κείνες τις βροχές τις ανοιξιάτικες που ξεκινούν απ’  το πουθενά και πλημυρίζουν το σύμπαν,  οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν μπροστά στο τζάμι  συνεχώς ενώ  ο οδηγός είχε ανοίξει το παράθυρο φέρνοντας  αέρα και σταγόνες ακριβώς στο πρόσωπο του, ένιωσε μια δυσφορία  κι άρχισε να βήχει.  Οι ξένες  γυναίκες από δίπλα του είχαν υψώσει πάλι τη φωνή τους κι ούτε που έδιναν σημασία στη βροχή , δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί  διάβολο μάλωναν πάλι , δεν είχαν σταματήσει,  ήταν ανυπόφορες.   Χωρίς να το σκεφτεί σηκώθηκε και   πήρε τη τσάντα του να πάει πίσω   όμως τότε  το λεωφορείο έκανε έναν ελιγμό   και παραλίγο να χτυπήσει την ξένη  με το λίφτινγκ που καθόταν δίπλα του,  «πρόσεχε άνθρωπε μου !» του φώναξε,  «δεν πας στο διάβολο!» ήθελε να της πει, όμως από το στόμα του βγήκε μόνο ένα «συγγνώμη»  και τσακίστηκε να φύγει από κει πέρα. Βρήκε ένα άδειο διπλό κάθισμα κάπου στο βάθος και κουλουριάστηκε,  εκεί πίσω δεν ήταν το ίδιο  ωραία αλλά η θερμοκρασία ήταν κάπως καλύτερη, ένιωθε ήσυχος και πιο ασφαλής.  

 Είχαν φτάσει πια σ’ ένα σημείο με μια λίμνη πελώρια που κάποτε λέει ήταν ενωμένη με τη θάλασσα κι από κάτω της υπήρχε ένα  τεκτονικό ρήγμα, τρομαχτικό, που προκαλούσε σεισμούς  φοβερούς   σε μια απόσταση τεράστια γύρω του, έκλεισε τα μάτια και  γρήγορα τον  πήρε ο ύπνος. Δεν είχε κοιμηθεί ούτε πέντε λεπτά  όταν αισθάνθηκε μια παρουσία σα σκιά δίπλα του να  λέει,  «ξύπνα !». Πετάχτηκε τρομαγμένος καθώς το λεωφορείο φρενάριζε απότομα.  Σήκωσε το κεφάλι πάνω από τα καθίσματα και είδε  την γυναίκα που καθόταν στην πρώτη θέση, εκείνη την αντιπαθητική με το μπότοξ , να απογειώνεται και να κολλά στο  μεγάλο παρμπρίζ  σα χαλκομανία κόκκινη  ενώ ο οδηγός έκανε κινήσεις πανικόβλητες.  Το λεωφορείο ντεραπάρισε για κάμποσα μέτρα και σύρθηκε  πάνω στις μπάρες για κάποια απόσταση, έπειτα  γρατζούνισε το στηθαίο στην άκρη του δρόμου  κι ένιωσε δίπλα του την πέτρα κάποιου βράχου.  Αισθάνθηκε παγιδευμένος εκεί  πέρα και δοκίμασε να βγει κλωτσώντας  το  γυαλί που έγινε χιλιάδες κομματάκια.  Πέρασε το σώμα του έξω από το τζάμι και σηκώνοντας τα μάτια είδε τον  ουρανό απ’  όπου έπεφταν εκατομμύρια σταγόνες χοντρές.  Δεν πονούσε πουθενά κι αυτό ήταν το πιο παράξενο.   Φωνές και  ουρλιαχτά ακούγονταν μέσα από το όχημα,   «πρέπει να τηλεφωνήσω στην αστυνομία»  σκέφτηκε όμως πρώτα ήθελε να σκεπάσει το κεφάλι του με κάτι για να προστατευτεί από τη βροχή,  πάντα μισούσε να βρέχεται.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ


Στην είσοδο του ασανσέρ υπήρχε κάτι που  δεν άφηνε την πόρτα να κλείσει,  η γάτα έτρεξε  κατά κει και σταμάτησε  απότομα μπροστά σ’ ένα σώμα πεσμένο μπρούμυτα,  ήταν ο γέρος  που έμενε στο ρετιρέ, ένας  ψηλός με γκρίζα μαλλιά. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο σε μια μεριά και μπορούσες να δεις  τα μάτια του που έμοιαζαν να ψάχνουν  κάτι. Τον ήξερε το γέρο,  είχαν μιλήσει πολλές φορές και του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που τον τελευταίο καιρό είχε αδυνατίσει τόσο πολύ,  πρέπει να είχε χάσει πάνω από τριάντα κιλά  και το πρόσωπο του είχε τραβηχτεί. Πήρε στα χέρια του τη γάτα που κοιτούσε απορημένη τον πεσμένο σα να έλεγε «κρίμα τον άνθρωπο». Καθώς έλειπαν οι δικοί του έτρεξε αμέσως  να φωνάξει τον παππού του,  εκείνος  κατέβηκε γρήγορα, έσκυψε προσεκτικά, έβαλε το δάχτυλο στο λαιμό του πεσμένου κι έκανε μια κίνηση  σα να έλεγε «πάει αυτός».   Κάλεσαν την αστυνομία και σε λίγο ήρθαν  κάτι τύποι με στολές  και γάντια,  πήραν το σώμα του ανθρώπου και το απέθεσαν σ’ ένα  ασθενοφόρο που περίμενε έξω.  Ο παππούς του έπρεπε  να φύγει κι εκείνος  απόμεινε μόνος του  με  το γατί  να σκεφτεί αυτό που είχε συμβεί, η όψη του νεκρού  τον είχε αναστατώσει, πήγε στο διαμέρισμα του κι έπιασε το κινητό. Οι δικοί του έλειπαν διακοπές,  τους είχε πει  ότι δεν θα ερχόταν μαζί τους,  προτιμούσε να μείνει μόνος στο σπίτι παρέα με τη γάτα του που της είχε μεγάλη αδυναμία,  ήταν  μια πολύ όμορφη,  κόκκινη και μαύρη  μ’ ένα τρίχωμα χνουδωτό που ξάπλωνε ανάσκελα όλη την ώρα στη μέση του δωματίου. Τις μέρες εκείνες είχε έρθει απ’  το εξωτερικό κι ο παππούς του που αγαπούσε κι όλο ήθελε να  του λέει ιστορίες , θα έμενε στο διαμέρισμα από πάνω τους μαζί με το θείο του. Ά εκείνες οι μέρες ήταν ό,τι καλύτερο, είχε όλο το σπίτι δικό του, μαγείρευε τα καλύτερα φαγητά, κυρίως κρέας και ψάρι, πάντα ήταν σαρκοφάγος, περνούσε καλά μοναχός του μέχρι που είδε εκείνον τον πεθαμένο κι αναστατώθηκε. 

Κατά το μεσημεράκι τηλεφώνησε ο πατέρας του αλλά  δεν του είπε τίποτα.  Στο μυαλό του γύριζε όλη την ώρα η σκηνή στο ασανσέρ,  είχε δει τόσα σίριαλ με τέτοιες ιστορίες όμως είναι διαφορετικό  να το βλέπεις στην πραγματικότητα, πολύ πιο ωμό, πολύ πιο άγριο .  Εδώ και καιρό άκουγε   φασαρίες από τον πάνω  όροφο,  τα παιδιά του γέρου μάλωναν  για κάτι κληρονομικά κι όταν τσακώνονταν  οι φωνές τους αντηχούσαν σε όλο το τετράγωνο,  αυτοί θα ήξεραν σίγουρα  περισσότερα.  Το βράδυ που έπεσε για ύπνο μετά τα μεσάνυχτα,  άκουγε κάτι τριξίματα από τον πάνω όροφο σαν κάποιος  να άνοιγε ντουλάπια ή συρτάρια ψάχνοντας,   άκουσε βήματα στις σκάλες κι έτρεξε στο ματάκι της πόρτας που είχε διπλοκλειδώσει βάζοντας από  πίσω και μια καρέκλα, η  γάτα που κοιμόταν στον καναπέ έτρεξε μαζί του πηδώντας με τα μαλακά ποδαράκια της, δεν μπορούσε να δει τίποτα στο διάδρομο ούτε στις σκάλες . Ευτυχώς είχε τον παππού του και δεν ανησυχούσε, αν χρειαζόταν θα πήγαινε να κοιμηθεί μαζί του,  τον θαύμαζε πάντα κι η πιο ωραία εμπειρία της ζωής του ήταν όταν πήγαν να τον συναντήσουν  σε μια χώρα του βορρά όπου  ζούσε μαζί με τ’  άλογα του που κάλπαζαν όλη την ώρα στην ανοιχτή στέπα και το βράδυ έρχονταν μόνα τους να κοιμηθούν στο στάβλο .  Είχαν ταξιδέψει με αυτοκίνητο και  πέρασαν από ένα σωρό μέρη, σταματούσαν  σε χωριά και πολιτείες για να φάνε κάτι κι ένα βράδυ κοιμήθηκαν σ’ ένα ξενοδοχείο δίπλα στο δρόμο. Όλη η διαδρομή του είχε φανεί απίθανη,  δε χόρταινε να βλέπει έξω το τοπίο, τα βουνά και τις λίμνες , ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει στη ζωή του. Κάποια στιγμή είχαν φτάσει σε μια οροσειρά τόσο ψηλή  που έπρεπε να σηκώσει το κεφάλι του για να δει την κορυφή της,  από δω του είχε ο πατέρας του ξεκινούσε κάποτε ο δρόμος του μεταξιού που έφτανε μέχρι την Κίνα, αυτή η φράση του είχε μείνει. Όταν συνάντησαν τον παππού του εκείνος του μίλησε για  έναν φαντάρο που υπηρετούσε μαζί του στο  στρατό και  κατάγονταν από τα παράλια του Ειρηνικού,  άκου τώρα,  τον είχαν φέρει από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά να υπηρετήσει,  από το χωριό εκείνου του στρατιώτη  η Ιαπωνία δεν απείχε πολύ. Όταν επέστρεψαν από το ταξίδι κάθισε κι έψαξε οτιδήποτε υπήρχε για τις παραλίες του Ειρηνικού και για την Ιαπωνία, έψαξε οτιδήποτε υπήρχε  για κείνη τη μακρινή χώρα,  πιο πολύ διάβασε  γιαπωνέζικα κόμικς ,  στο ιντερνέτ υπήρχαν ένα σωρό τέτοια ...

Ο ύπνος του ήταν ανήσυχος, συχνά ξυπνούσε κι έτρεχε να δει στο ματάκι  αν κάποιος βρισκόταν έξω από την πόρτα του,  έπειτα ξάπλωνε ξανά και στη διάρκεια  της  νύχτας  είδε  δυο εφιάλτες στη σειρά.   Τη μια φορά δίπλα στο κρεβάτι του υπήρχε ένα μαύρος τύπος που τον κοιτούσε τυλιγμένος σε μια κουβέρτα, ξύπνησε ιδρωμένος και πήγε στην κουζίνα να πιεί λίγο νερό.  Στο δεύτερο όνειρο  κάποιος  του έχωνε ένα μαχαίρι στην πλάτη κι αυτό ήταν το πιο τρομακτικό , μοναχά κατά το πρωί είδε ότι βρισκόταν σ’  ένα μέρος σαν τσουλήθρα όπου έτρεχε νερό διάφανο  κι έπεφτε σε μια λίμνη γεμάτη φυτά υδρόβια, καταπράσινα, γυαλιστερά,  το νερό ήταν βαθύ αλλά δε φοβόταν  καθόλου, ένιωθε  πολύ ωραία. Το πρωί που ξύπνησε  ρώτησε στο τηλέφωνο τη μητέρα του για το όνειρο,  δεν της είπε τίποτα για το νεκρό κι εκείνη τον ρώτησε πως ήταν τα νερά που είδε «Αν ήταν καθαρά  είναι καλό το όνειρο…» του είπε « …αύριο γυρνάμε να προσέχεις!»,  ο νους της ήταν σ’ εκείνον,   ανησυχούσε για το παιδί της  επειδή  δεν είχε πολλούς φίλους κι ήταν λίγο μονοκόμματο.  

«Δεν πρέπει να κοιτάς ποτέ τον νεκρό στα μάτια» του είπε ο παππούς του όταν πέρασε κάποια στιγμή να τον δει, «ο πατέρας μου που είχε πολεμήσει τους γερμανούς   έλεγε ότι άμα δεις κατά πρόσωπο αυτόν που σκοτώνεις το φάντασμα του μπορεί να σε στοιχειώσει». Θυμήθηκε το μαύρο που είδε στο όνειρο του,  το βλέμμα του ήταν  ολόιδιο με αυτό του πεθαμένου που είχε δει στο ασανσέρ γι αυτό και είχε τρομάξει . Ο παππούς του δεν είχε πολεμήσει ποτέ του όμως είχε δει στη ζωή του απίστευτα πράγματα,  πολλές φορές του μιλούσε για τα άλογα του και  για τη θητεία του στις εσχατιές του κόσμου όπου κοιμόταν σ’  ένα φυλάκιο μέσα στο δάσος,  έκανε τόσο κρύο  εκεί πέρα που άκουγες κρότους κάθε βράδυ,  ήταν  τα δέντρα που έσπαγαν από την παγωνιά . Ο παππούς του   έλεγε ιστορίες από τον πατέρα του, τον προπάππο του  δηλαδή, που είχε πολεμήσει  στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέσα σε λασπωμένα χαρακώματα,  νηστικός για μέρες ενώ οι γερμανοί  πλησίαζαν στο αμπρί  του κάθε βράδυ,  εκείνη η εποχή του φαίνονταν  εντελώς  μυθική. Από τις ιστορίες του παππού του είχε αποκτήσει κι εκείνος ενδιαφέρον για τον πόλεμο και   διάβαζε οτιδήποτε σχετικό.  Μια φορά στο δρόμο τα ΜΑΤ έτρεχαν να προλάβουν κάτι μαλλιαρούς  πριν τα σπάσουν όλα,  καθόταν  στο πεζοδρόμιο και παρατηρούσε τους ψηλούς   αστυνομικούς με τις πανοπλίες τους  να παρατάσσονται τρέχοντας, κρατούσαν γκλομπς  αντί για σπαθιά και προφύλασσαν το στήθος τους με  κάτι   ασπίδες διάφανες.  «Κάπως έτσι πρέπει να ήταν οι αρχαίοι ρωμαίοι πολεμιστές στη μάχη» σκεφτόταν καθώς τους έβλεπαν να προχωρούν γρήγορα  χωρίς να χαλούν το σχηματισμό τους ενώ ο επικεφαλής  έδινε συνθήματα κοφτά για το που να πάνε και που να σταθούν.  Συχνά  κλείνονταν  στο δωμάτιο του κι έπαιζε με τις ώρες κάτι παιχνίδια ηλεκτρονικά  ανάμεσα σε στρατούς, είχε γίνει πολύ καλός και  είχε κερδίσει χιλιάδες πόντους, έπαιζε πια και με παιδιά  από άλλες χώρες. Τελείωνε  το σχολείο κι ετοιμάζονταν να πάει φαντάρος  για να δει  πώς ήταν ο πραγματικός  στρατός,   στους φίλους του έλεγε «ο πατέρας μου κι ο παππούς μου δεν είχαν κανένα πρόβλημα όταν υπηρέτησαν,   εγώ γιατί να έχω; »Προσπαθούσε  να φανταστεί πως  ήταν  εκείνος ο πόλεμος,  γιατί  πολεμούσαν  τότε οι άνθρωποι,  πως ένιωθαν , ήξερε ένα κάρο λεπτομέρειες για τα άρματα και τα αεροπλάνα  που χρησιμοποιούσαν, είχε ψάξει όλες τις λεπτομέρειες , πάντα έτσι   μονοκόμματος ήτανε,  αν ξεκινούσε  κάτι έπρεπε να το πάει μέχρι το τέρμα, να το μάθει καλά, τέλεια ,αλλιώς δεν το παρατούσε με  τίποτα…

«Τι θέλεις Κιάρα;» ρώτησε τη γάτα  που δεν σταματούσε να νιαουρίζει,  πρώτη φορά την έβλεπε  έτσι.  Της είχε  γεμίσει το μπολ με τροφή,  της είχε αλλάξει το νερό,  είχε παίξει μαζί της τόση ώρα κι όμως εκείνη δε σταματούσε να γκρινιάζει κοιτάζοντας κατά την πόρτα.  Δεν μπορούσε να καταλάβει  αλλά ήθελε να πάει στο φίλο του για να δουν μια καινούρια πολεμική ταινία στο σινεμά.  Η γάτα τυλίγονταν στα πόδια του νιαουρίζοντας μέχρι που κλείδωσε την πόρτα, δεν πήρε το ασανσέρ μόνο κατέβηκε από τις σκάλες,  το τηλέφωνο του χτύπησε και πήγε να το σηκώσει  όταν διέκρινε  με την άκρη του ματιού του  μια σκιά να κινείται  στο βάθος  της εισόδου,  γύρισε κατά κει και είδε έναν  άντρα να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη που υπήρχε κρεμασμένος, τα δάχτυλα του λύθηκαν και  το κινητό του έπεσε από τα χέρια,  ήταν ο πεθαμένος γέρος που τον κοίταζε μέσα από τον καθρέφτη.  Μια ανατριχίλα διαπέρασε  όλο το σώμα του,  πως γινόταν να βρίσκεται εκεί αφού  την προηγούμενη τον είχε δει ξαπλωμένο νεκρό, «δεν μπορεί να είναι αλήθεια»  ψιθύρισε όμως ο γέρος ήταν εκεί και τον κοιτούσε επίμονα, «μη βλέπεις τα μάτια του!»  σκέφτηκε, «μη βλέπεις τα μάτια του!» . 

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

ΣΤΟ ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

 Όπως  έδινε  ρέστα τον είδε  μπροστά του, «Ρε  Άγγελε τι  κάνεις εδώ πέρα,  το ξέρεις  ότι το μαγαζί αυτό ήταν  του πατέρα μου;»  αυτό κι αν ήταν από τα άγραφα,  θυμόταν  ότι κάποτε του είχε πει  πως είχαν   ψητοπωλείο αλλά δεν  περίμενε  ποτέ ότι θα ήταν εκείνο που δούλευε,  αυτά δεν γίνονται.  Ήταν  στα χρόνια της κρίσης, τότε που έκλειναν όλα τα μαγαζιά, είδε  ότι άρχιζε  να  χάνει τη μπάλα, οι πελάτες του εξαφανίζονταν,  και το γύρισε,  άφησε  τη δουλειά που έκανε και μπήκε στο σαντουιτσάδικο, το φαγητό πουλά σ’ όλες τις εποχές, σ’  όλες τις καταστάσεις, ήταν σιγουράκι. Εκεί λοιπόν τον πέτυχε  τον παλιόφιλο, πολύ χάρηκε  που τον είδε, ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό αλλά ο Κώστας   πάντα τον  καταλάβαινε. Μίλησαν   λιγάκι,  θυμήθηκαν την ταβέρνα  όπου συναντιούνταν κι άκουγαν το «ένα λάθος η ζωή μου, και σα λάθος θα τελειώσει, μα το ξέρω κατά βάθος, ένα λάθος  θα με σώσει»,  ή  τη φάση  τότε που είχαν   πάει να δουν   μια ταινία του Άλαν Πάρκερ, στο Φαργκάνη πρέπει να ήτανε, πολύ  τους είχε αρέσει.

Τον αγαπούσε  πολύ τον Κώστα,  τον είχε μες την καρδιά του, ήταν καλλιτεχνική φυσιογνωμία,  ένα παιδί ευγενικό, γλυκό, που έπαιζε μουσική απίστευτη, ήταν   σίγουρος ότι θα γίνονταν κάτι σπουδαίο. Ο Κώστας   άκουγε τα πάντα,  από κλασική μουσική  μέχρι συγκροτήματα του δρόμου, κι  έπαιζε πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα,  φυσαρμόνικα, τύμπανα, μπάσο  και τα μαλλιοκέφαλα του. Αν πήγαιναν καμιά φορά βόλτα με το αμάξι άκουγε ηχογραφήσεις που έκανε κλεισμένος για ώρες  στο γκαράζ  του σπιτιού του,  «πως γίνεται να μη βαριέσαι;»  τον είχε ρωτήσει κάποτε.  Και τραγουδούσε βέβαια με μια φωνή ζεστή, δυνατή, τελείως ιδιαίτερη. Μια φορά  είχαν βρεθεί  σ’ ένα υπόγειο όπου ο Άγγελος   έκανε πρόβες με μια σκηνοθέτη θεάτρου- είχαν  μανία με το θέατρο τότε-  εντελώς  βλαμμένη. Η σκηνοθέτης είχε μαλώσει με τον Άγγελο, τον   θεωρούσε μαλακό και εύπλαστο, πάντα αυτή την εντύπωση έδινε.  Μια φορά που του μίλησε άσχημα όμως εκείνη η βλαμμένη, την είχε πάρει παραμάζωμα, ούτε κατάλαβε από πού της ήρθε, τον  κοιτούσε σα χαμένη,  δεν το περίμενε, έτσι γινόταν πάντα με  όσους δεν τον ήξεραν. Είχε  ξεκινήσει τότε να μελετά  το  πως βάζεις τον  άλλον στη θέση του, οι φίλοι  του  δούλευαν, έβγαζαν λεφτά, ετοίμαζαν οικογένειες  κι αυτός  ψαχνόταν   με συμπεριφορές και θέατρα,  καθένας έχει τις προτεραιότητες του σε τούτη τη ζωή.  Είχε διαβάσει και βιβλία του Πιντέρη  για το  πως υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα σου, τον  ενδιέφερε  πολύ, μπορούσες να πεις ότι είχε  κάνει το μεταπτυχιακό του  πάνω σ’  αυτό. Κάποια στιγμή  στο Φωκά, εκεί  στην Τσιμισκή,  περίμενε  στο ταμείο για ν’  αγοράσει ένα πουκάμισο,  μια κοπέλα μπροστά του μάλωνε με την ταμία, επέμενε ότι της είχε δώσει ένα πεντάευρο όμως η ταμίας  ήταν σίγουρη   ότι δεν είχε πάρει τίποτα.  Κι ενώ  διαπληκτίζονταν η ουρά πίσω μεγάλωνε, είχε φτάσει μέχρι την είσοδο «τι θα γίνει κοπελιά;»  φώναξε,  «να περιμένεις τη σειρά σου!» - « να σου δώσουμε ένα πεντάευρο να τελειώνουμε!» -«σιγά ρε πλούσιε !» φώναξε εκείνη θιγμένη,  πολύ του είχε αρέσει η σκηνή. Εκεί στο Φωκά που ήταν μεγάλος και τρανός τότε, έβλεπε κάτι συμπεριφορές απίστευτες, ερχόταν όλοι οι νεόπλουτοι και μιλούσαν πολύ άσχημα στις πωλήτριες, κάτι κοπέλες ψηλές, πανέμορφες.  Τις μεταχειρίζονταν σα σκουπίδια, τις έβριζαν,  τις μάλωναν, μια συμπεριφορά ανήκουστη, του την είχε δώσει άγρια, δεν πίστευε  στα μάτια του. Υποτίθεται ότι εκείνοι οι άνθρωποι είχαν τα μέσα και τους πόρους  για να ταξιδέψουν, να καλλιεργηθούν, να μορφωθούν κι όμως  συμπεριφέρονταν σα ζώα, δεν μπορούσε   να το καταλάβει...  

Σ’ εκείνο λοιπόν το υπόγειο με τη σκηνοθέτη την κακότροπη  είχε έρθει ο Κώστας, κάθισε στο  πιάνο που είχανε εκεί πέρα κι έπαιξε το Struggle for Pleasure του Vim Mertens. Αμέσως όλοι  σταμάτησαν ό,τι έκαναν και τον κοιτούσαν σα χαζοί, «ποιος είναι ο φίλος σου;» ρώτησε  η σκηνοθέτης τον Άγγελο ενώ Ο Κώστας  αυτοσχεδίαζε χαϊδεύοντας τα πλήκτρα, αυτός ήταν ο φίλος του, ένας μικρός μάγος,  ένας μικρός θεός της μουσικής.  Πολλές φορές πήγαινε   στο σπίτι του  για να του πει ποια κασέτα ή ποιο c d να αγοράσει, από κείνον είχε μάθει τον Μάλαμα, τότε που δεν τον ήξερε κανένας,  και τους Pink Floyd, τον Rene Aubry  κι ένα σωρό άλλους.  Έκαναν  μαζί   πρόβες πάνω στο Τάβλι του Δημήτρη Κεχαΐδη, ένα πολύ ωραίο θεατρικό με δράση πολύ γρήγορη,  δεν νομίζω να υπάρχει αντίστοιχο θεατρικό κείμενο στα ελληνικά. Ο Κώστας  έκανε τότε παρέα μ έναν τύπο μεγάλο σε ηλικία  τον Πατρίκιο,  άκου όνομα τώρα. Ο Πατρίκιος ήταν ένας μεσήλικας  με μούσια άσπρα  που είχαν κιτρινίσει απ’  το τσιγάρο, καλά εκείνον τον τύπο   δεν τον είχε  πάρει ποτέ στα σοβαρά . Ο Πατρίκιος  θεωρούσε τον εαυτό του κάποιου είδους καλλιτέχνη κι  ασχολούνταν με τη φωτογραφία,  επειδή του την είχε δώσει του  του είχε  πετάξει κάποτε  «βγάζεις και φωτογραφίες για ταυτότητες;»  ο Πατρίκιος  είχε παρεξηγηθεί τότε. Ο Κώστας   θεωρούσε το  φίλο του λίγο καβαλημένο καλάμι επειδή ήταν πάντα   πολύ σίγουρος για τον εαυτό του κι όταν είχε κοπεί στις εξετάσεις του Κρατικού Θεάτρου βρήκε την ευκαιρία να του  πει « αυτό ίσως σε συνετίσει λίγο».

Ό,τι και  να έλεγε  όμως Ο Κώστας  ήταν ταλέντο  και παιδί χρυσό, τον πίστευε πολύ, μιλούσαν  για όλα, περίμενε  πολλά από κείνον,  κι έπειτα έτσι στο άσχετο   παράτησε ο χαζός  τη μουσική και το έριξε στο θέατρο όπου ήταν απλά μέτριος, αυτό δεν μπόρεσε  να το καταλάβει ποτέ του. Από τότε είχαν χαθεί,  ο  φίλος του   άλλαξε πορεία, κατέβηκε στην Αθήνα, μπήκε σε κάτι σχήματα, είχε γίνει  αρκετά γνωστός όπως είδε στα social όπου τον έψαξε μετά  από χρόνια, είχε χιλιάδες φίλους, ήταν διάσημος. Τον είδε  και σε κάτι βιντεάκια στο You tube όπου διάβαζε κάτι κουλτουριάρικα κείμενα μ’ εκείνη την ωραία φωνή του, αργότερα είχε δει και μια τεράστια διαφήμιση στην Καθημερινή για κάποια παραγωγή που ετοίμαζε. Ό Άγγελος τελικά αποφάσισε  να γίνει συγγραφέας κι όταν  έβγαλε το πρώτο του βιβλίο μπήκε κι εκείνος  στο παιχνίδι με το Facebook.  Κάποια στιγμή τον  βρήκε το φιλαράκι του ο Κώστας  και του είπε μάλιστα ότι έγραφε πολύ καλά,  κάποιοι γνωστοί του στην Αθήνα τον  είχαν διαβάσει  και τους άρεσε, αυτό ήταν  πολύ ωραίο. Μίλησαν   λίγο και του είπε ότι θα ερχόταν στη Θεσσαλονίκη για μια παράσταση .  Πήγε να τον βρει  και να δει  την παράσταση, μίλησαν  λίγο στα καμαρίνια,  του έχει δώσει και  μια πρόσκληση μ’  εκείνο το ευγενικό του ύφος, ήταν μια ωραία στιγμή. Κάθισε   πίσω στις τελευταίες σειρές , πάντα έτσι έκανε για να μπορεί  να την κοπανήσει  αν  δεν του άρεσε το θέαμα.  Το έργο ήταν  παλιό,  από την κρητική λογοτεχνία,  η Ερωφίλη του Χορτάτζη μάλλον, 15ος αιώνας δηλαδή, κι αν έχεις το θεό  σου ο Λ χρησιμοποιούσε την αρχαία γλώσσα,  δεν καταλάβαινες γρυ, όλα λάθος ήταν σ’  εκείνη ήταν παράσταση, «Ρε φίλε!»  ήθελε να του φωνάξει  «τι κάνεις  εδώ πέρα, ποιος θα σε καταλάβει, για ποιον παίζεις, τι νόημα έχει όλο αυτό;» αλλά  δεν είπε  τίποτα,  απλά κάθισε στα σκοτεινά  όσο μπορούσε ν’  αντέξει  και μετά έφυγε κατρακυλώντας τις σκάλες του παλιού θεάτρου.   Στο βιβλίο  του  μιλούσε για τον φίλο του σε κάποιο κείμενο , έλεγε μερικά πράγματα για κείνον, για το ταλέντο του,  για τις λάθος επιλογές του, για τις βλακείες του. Κι εκεί στην ΙΚΕΑ, στο εστιατόριο, συναντά μια μέρα   τους δικούς του και τους δίνει  το βιβλίο του, ούτε που το σκέφτηκε, μετά συνειδητοποίησε  ότι  έθαβε  το παιδί τους, ντράπηκε απίστευτα . Ευτυχώς τον λύτρωσε ο αδερφός  του Κώστα, ο Τάκης,  ένα παιδί πολύ ήσυχο που ζούσε κάπως στη σκιά του  αλλά είχε αποδειχτεί κρυφό ταλέντο, είχε κάνει καριέρα στο εξωτερικό, στην Ελβετία. Του έδωσε λοιπόν κι εκείνου το βιβλίο και του είχε πει τη φάση με τον αδερφό του, «δεν ήθελα να τον θίξω» του είπε,  «θα το δω και θα σου πω»  είπε ο Τάκης. Έλαβε  λοιπόν μετά από λίγο καιρό ένα μήνυμα του μικρού  που  του έλεγε «το διάβασα και δεν βρήκα κάτι κακό» αναστέναξε, ένα βάρος έφυγε από μέσα του.

Κι έπειτα τον συνάντησε στο γυράδικο κι έμαθε ότι άλλαζε καριέρα, επιτέλους! Άκουσε κι ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο κι έμαθε ότι ήταν του Κώστα , ήταν φοβερό, σαν εκείνα τα παλιά τα ωραία  του εξήντα και του εβδομήντα, με μουσική δυνατή και λόγια που έδεναν γερά, πόσο καιρό είχε ν’ ακούσει κάτι τόσο ωραίο; Είδε και το βίντεο μια μέρα στην τηλεόραση με τον Κώστα  να κάνει κάτι δεύτερες φωνές ασύλληπτες, η ενορχήστρωση, η αίσθηση του ανέμου που έδιναν οι στίχοι, της ροής  μέσα στο άπειρο, έξω από την πόλη και  τα κτίρια στο άπλετο φως της μέρας,  κι ο φίλος του  εκεί στη σκηνή να παίζει κιθάρα σα μικρός θεός,  να δίνει το ρυθμό,  να ξεσηκώνει τον κόσμο να τα δίνει όλα. Ήθελε να πανηγυρίσει, επιτέλους, τόσα χρόνια το περίμενε φώναζε μόνος του στο δωμάτιο του «ναι ρε φίλε, αυτό είναι, γιατί δε με άκουγες,  μα πόσο βλάκας ήσουνα!» - «τι κάνεις εδώ τρελάθηκες;» τον ρώτησε η γυναίκα του που τον άκουσε , άντε να εξηγήσεις.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...