Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗΣ

 

Τελευταία σκέφτονταν  συνέχεια τον πατέρα του κάθε μέρα σχεδόν, τον σκεφτόταν όλη την ώρα, θυμόταν στιγμές από τότε που ήταν πολύ μικρός και τον θαύμαζε όταν τον έβλεπε εκεί πέρα με τα άσπρα του τα γένια και τα μαλλιά να τρέχει στα χωράφια και να χαμογελά, ήταν ωραίος πάντα μ’ εκείνες τις μπότες και την τραγιάσκα που φορούσε, όλο κάποια δουλειά έκανε ποτέ δεν καθόταν άπραγος.  Τα βράδια  τον έβλεπε  στον ύπνο του,  ένιωθε σα να χρειαζόταν μια στήριξη,  σ’ όλη του τη ζωή  δεν ήθελε να εξαρτάται από τους άλλους όμως όπως και να το κάνεις η πατρική φιγούρα όσο γερασμένη κι αν είναι σου δίνει κουράγιο, σκέφτεσαι «Όπως πέρασε τη ζωή του εκείνος μ’  όλες τις δυσκολίες  μπορώ κι εγώ να τα καταφέρω  το ίδιο καλά».

Αυτό το πράγμα είχε τραβήξει κάμποσο καιρό,  πάνω από ένα χρόνο, κανονικά είναι ωραίο να θυμάσαι τις παιδικές αναμνήσεις  τότε που όλα ήταν όμορφα και καθαρά όμως καμιά φορά καταντά σπαστικό όταν γίνεται όλη την ώρα και μ’ έναν τρόπο επίμονο, του την είχε δώσει, ήθελε να τις διώξει  τις αναμνήσεις, δε μπορείς να ζήσεις κολλημένος στο παρελθόν εκείνες όμως εξακολουθούσαν να έρχονται όλη την ώρα. Ευτυχώς η μάνα του ζούσε ακόμα και τούτο  ήταν σημαντικό, είχε ένα σημείο αναφοράς να θυμάται από πού ξεκίνησε και που είχε φτάσει όμως τώρα κάτι είχε πάθει μέσα του σα να ετοιμάζονταν για μια καινούρια περιπέτεια στη ζωή του κι ήθελε ακόμα λίγο χρόνο προτού ξεκινήσει γι αυτό ίσως σκέφτονταν συνέχεια τον πατέρα του.

Και να φανταστείς ότι όσο ζούσε δεν είχαν και πάρα πολλές παρτίδες, ποτέ δεν ήσαν και πολύ  δεμένοι όμως ο γέρος του έλεγε κάτι κουβέντες που του είχαν μείνει,  χάρη σ’ εκείνες τις συμβουλές τα είχε βγάλει πέρα στα πολύ δύσκολα, ένα διάστημα ένιωθε ότι τα λόγια του γέρου ήταν λύση σε όλα τα προβλήματα του, μια συμβουλή μάλιστα που του είχε δώσει ο γέρος τον είχε ξελασπώσει σε μια φάση δύσκολη,  όταν του την είχε πει  ένιωσε  σα να φωτίζεται ο νους του, «Δεν υπάρχει πρόβλημα που να μη  λύνεται στο βάθος του χρόνου» του είχε πει «Άστο  εκεί πέρα κι ασχολήσου με κάτι  άλλο,  εκείνο θα βρει τη λύση του με τον καιρό» ήταν πολύ σοφή κουβέντα, που την είχε σκεφτεί ο γέρος, ούτε βιβλία διάβαζε ούτε μορφωμένος ιδιαίτερα ήτανε όμως είχε κάτι αναλαμπές που σ’ έκαναν να τρελαίνεσαι και να λες «Είναι δυνατόν τώρα να το σκέφτηκε αυτό ο άνθρωπος ;»

Περνούσε  μια περίεργη φάση και τον είχε επηρεάσει και στη δουλειά, οι άλλοι το είχαν καταλάβει, το αφεντικό τον στραβοκοίταζε,  μια νύχτα  που σχολούσε  είδε κόσμο μαζεμένο  έξω από το γραφείο του, ένα ασθενοφόρο είχε σταματήσει στα σκοτεινά με τα φώτα του  να αναβοσβήνουν, άνθρωποι ήταν μαζεμένοι γύρω από κάποιον ξαπλωμένο στην άσφαλτο, πλησίασε και  είδε δυο διασώστες που προσπαθούσαν να συνεφέρουν  έναν τύπο  πιέζοντας το στήθος του,  από τα μπαλκόνια οι γυναίκες  παρακολουθούσαν  και κάτι γριές  κλαίγανε καθώς οι νοσοκόμοι  πάλευαν  να σώσουν μια ζωή, κάποιος είχε ανάψει ένα φως δυνατό πάνω από τον πεσμένο  για να βλέπουν τι κάνουν, όλο το σκηνικό ήταν παράξενο, όλοι φαίνονταν ανήσυχοι, ένας γέρος έλεγε  ότι ήταν ένα παιδί νεαρό που  είχε χτυπηθεί από κάποιο αμάξι, σε λίγο έφτασε ένα ακόμα ασθενοφόρο κι από μέσα του πετάχτηκαν δυο τύποι με στολές πράσινες που πλησίασαν το πεσμένο παιδί.

Πλησίασε  πιο κοντά  και είδε  μια τύπισσα που πρέπει να ήταν πολύ πεπειραμένη,  κρατούσε το παιδί από το κεφάλι, τελικά δεν είχε χτυπηθεί, ήταν μάλλον επιληπτικό, είχε κάποια κρίση και η γυναίκα προσπαθούσε να του δώσει κάτι με μια σύριγγα, γνώριζε από τον πατέρα του πως είναι μια τέτοια κρίση,  πολλές φορές τον είχε σώσει τότε που τον νοσηλεύανε σε μια κλινική. Η γυναίκα που φαίνονταν ότι ήξερε τι  κάνει ήταν γονατισμένη στην άσφαλτο ενώ οι άλλοι κρατούσαν το στόμα του παιδιού ανοιχτό για να του δώσει το φάρμακο όμως το παιδί   κουνιόταν συνέχεια ταρακουνώντας όλο το σώμα του πολύ απότομα, τότε  εκείνη η τύπισσα γύρισε το παιδί στο πλάι κι έβαλε ένα μπουφάν σα μαξιλάρι κάτω απ το κεφάλι του. Το παιδί συνέχιζε να ταρακουνιέται κι ήταν σα σφιγμένο και άκαμπτο, η γυναίκα  του έκανε κάτι μαλάξεις στο μέρος της κοιλιάς ενώ του μιλούσε πολύ ήρεμα προσπαθώντας να το καθησυχάσει, ύστερα το γύρισε ανάσκελα κι από μια τσάντα έβγαλε μια σύριγγα κόκκινη, με το αριστερό της χέρι κρατούσε το σαγόνι ενώ με το δεξί  προσπαθούσε να του ανοίξει το στόμα και να του δώσει το υγρό, τελικά άδειασε το περιεχόμενο και περίμενε εκεί πέρα υπομονετικά καθώς το παιδί λίγο- λίγο ηρεμούσε,  η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε γύρω της τους τραυματιοφορείς, φαίνονταν πολύ σίγουρη για ότι έκανε, έδωσε μια εντολή κι κείνοι έτρεξαν να πιάσουν το φορείο, το παιδί τώρα έβγαζε κάτι ήχους ασυνάρτητους καθώς η κρίση έμοιαζε να περνά, η γυναίκα το γύρισε ξανά στο πλάι, έβαλε την παλάμη της στο μέτωπο,  του είπε κάτι σ’ ένα τόνο τρυφερό κι εκείνο σα να ανταποκρίθηκε, η γυναίκα  χάιδεψε λίγο το κεφάλι του  παιδιού κι εκείνο επιτέλους  άνοιξε τα μάτια του, οι τραυματιοφορείς το σήκωσαν μαλακά, το  φόρτωσαν  στο δεύτερο όχημα κι έφυγαν με τη σειρήνα να τσιρίζει στριφογυρίζοντας.

Όλο αυτό κράτησε γύρω στα δύο-τρία λεπτά όμως ήταν πολύ έντονο, πολύ αλλόκοτο, πιο μεγάλη  εντύπωση του είχε κάνει εκείνη η γυναίκα, η ψυχραιμία της, οι κινήσεις της, μια τέτοια γυναίκα ρε φίλε είναι μεγάλη υπόθεση. Δεν ήθελε να πάει ακόμα σπίτι του και σταμάτησε σ’ ένα προποτζίδικο να χαζέψει λίγο, σταματούσε κάθε βράδυ μια στιγμή εκεί πέρα ν’ αδειάσει λίγο το μυαλό του,   κάτι τύποι αξύριστοι και κάτι άλλοι ξένοι, αλβανοί σίγουρα, ήταν καρφωμένοι στις οθόνες που έδειχναν νούμερα όλη την ώρα κάνα δυο έβλεπαν ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου, μια γάτα έξω από το τζάμι του μαγαζιού κοίταζε μέσα σαν κάτι να περίμενε.

Ήθελε ένα τσιγάρο όμως εκεί μέσα  δεν επιτρέπονταν, πήρε ένα χαρτάκι κι άρχισε να συμπληρώνει νούμερα, γύρω  επικρατούσε ησυχία, όλοι έβλεπαν στις οθόνες περιμένοντας να κερδίσουν κάτι, όπως έβλεπε τους αριθμούς στο μυαλό  όλη την ώρα γυρνούσε  η σκηνή με το παιδί στο δρόμο, θα μπορούσε να είχε πεθάνει αν δεν ήταν η νοσοκόμα, πώς να ένιωθε άραγε εκείνες τις στιγμές, καταλάβαινε  τι συνέβαινε γύρω του,  πόσες φορές το είχε περάσει αυτό, πως είναι να  αντιμετωπίζεις τον θάνατο, τι σκέψεις περνούν απ το μυαλό σου; Κι ο πατέρας του  είχε τέτοιες  κρίσεις, πολλές φορές τον είχε δει να καταρρέει εκεί μπροστά αφού στέκονταν μερικές στιγμές σα χαμένος, ήταν πολύ τρομαχτικό, όποτε συνέβαινε αυτό  η μητέρα του σταυροκοπιούνταν κι έλεγε προσευχές μέχρι να συνέλθει ο άντρας της, μακάρι να πίστευε όπως εκείνη, θα ήταν πολύ ανακουφιστικό, θα τον βοηθούσε πολύ.

Πήρε το αμάξι και κίνησε για το σπίτι του, όπως οδηγούσε ανεβαίνοντας ένα ύψωμα είχε απέναντι του το φεγγάρι, κάπου είχε ακούσει ότι αυτό το λένε «φεγγάρι της συγκομιδής» γιατί είναι η εποχή που  αρχίζουν να μαζεύουν κάποιες σοδιές στα χωράφια,  ένα αεράκι άρχισε να φυσά και δρόσισε την ατμόσφαιρα,  ευτυχώς το καλοκαίρι είχε αρχίσει να φεύγει, αν κι έκανε ακόμα ζέστη επιτέλους όμως ένιωθες  το δροσερό ρεύμα να σου χαϊδεύει το δέρμα κι αυτό ήταν πολύ ευχάριστο μετά από την ταλαιπωρία της καλοκαιρινής ζέστης τόσους μήνες. Τη νύχτα άκουγε τα αυτοκίνητα που περνούσαν κάτω από το διαμέρισμα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, μόλις έκλεινε τα μάτια έβλεπε εκεί μπροστά τον πατέρα του με τα άσπρα μαλλιά και τους γυρτούς ώμους, ήθελε να τον ρωτήσει «Έ πατέρα  τι κάνουμε τώρα, πως το βλέπεις;» προσπαθώντας να μαντέψει την απάντηση του.  Του έλειπε πραγματικά κι ευτυχώς είχε προνοήσει και  του στάθηκε στα τελευταία του, αυτό τουλάχιστον το είχε καταλάβει, ήξερε ότι κάποια μέρα θα τον έχανε κι είχε κάνει ότι γινόταν για να μη νιώθει ενοχές, είχε πάει  στο νοσοκομείο, είχε κοιμηθεί και μαζί του να τον προσέχει τη νύχτα, ο γέρος είχε γίνει δύσκολος, φοβόταν τα πάντα, νόμιζε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε όλη την ώρα,  τον έστελνε έξω από το θάλαμο να δει ποιος στέκονταν εκεί πέρα κι ύστερα άρχισε να έχει  κάτι κρίσεις σαν του παιδιού που είχε δει στο δρόμο, οι γιατροί λέγανε ότι  ήταν μια αρρώστια σπάνια κι όταν τον έπιανε έπρεπε  κάποιος να βρίσκεται κοντά για να του δίνει ένα φάρμακο αλλιώς ήταν τελειωμένος γι αυτό και  δεν τον είχε αφήσει ποτέ μόνο του…

Άμα ήταν εκεί ο γέρος θα του έλεγε καμιά σοφή συμβουλή, καμιά παροιμία από κείνες τις παλιές, θα του εξηγούσε πως είχε αντέξει τόσα χρόνια που δούλευε ναυτικός, θα του έλεγε καμιά ιστορία σαν εκείνη με το φορτίο τα λεμόνια που είχαν ξεφορτώσει κάποτε στην παγωμένη Πολωνία κι οι άνθρωποι εκεί τα κοίταζαν σαν κάτι πολύτιμο, τα βάζανε στα τραπέζια στα σπίτια τους μέσα στις φρουτιέρες και τα χάζευαν,  τους φαίνονταν κάτι πολύ όμορφο, εξωτικό  και δεν ήθελαν να τα χαλάσουν δεν ήθελαν να τα κόψουν, α  εκείνες οι παλιές ιστορίες του είχαν λείψει.

Το πρωί, λίγο προτού ξημερώσει, η γυναίκα του  άνοιξε την  πόρτα της κουζίνας και τον άκουσε να παραμιλά,  «Εντάξει θα το κάνω, φοβάμαι αλλά θα το κάνω» στάθηκε από πάνω του μια στιγμή, εκείνος άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε σαστισμένος για κάμποσα δευτερόλεπτα,   «Πάλι με το μπαμπά σου μιλούσες !» του φώναξε.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

JET OIL

 

Στη μεγάλη φωτιά της  Jet Oil  τότε που είχε απειληθεί  όλη η πόλη,  δεν είχε κοιμηθεί  δέκα μέρες,  ήταν καινούριος εκεί πέρα, δούλευε  στην πυρασφάλεια και καθώς είχε σημάνει συναγερμός είχαν πέσει με τα μούτρα να σώσουν ότι μπορούσαν, κάτι βλαμμένοι ηλεκτροσυγκολλητές έφταιγαν που επισκεύαζαν μια βλάβη   και μπουμπούνισαν όλο το μέρος  άντε να το σβήσεις έπειτα,  όλος ο ουρανός είχε γεμίσει μαύρο καπνό, οι φλόγες έφταναν στα ουράνια σα να υπήρχε εκεί ένας γίγαντας που σήκωνε το πελώριο ανάστημα το ,  δέος σ’  έπιανε άμα  έβλεπες από κοντά το θέαμα έλεγες ότι ήταν το τέλος του κόσμου.  Κάποιοι φώναζαν  ότι έπρεπε να εκκενωθεί η πόλη, δίπλα στα πετρέλαια υπήρχε μια αποθήκη με εύφλεκτα υλικά κι άμα ανατινάζονταν θα γινόταν ανάστα ο κύριος , ευτυχώς  δεν είχε απλωθεί η πυρκαγιά  ο κόσμος όμως είχε τρομάξει πολύ,  κοιμόταν στα πάρκα, φοβόταν να μείνει κλεισμένος στα σπίτια του. Είχαν έρθει τότε να τους βοηθήσουν και κάτι  γιουγκοσλαβικά πυροσβεστικά, από τότε τους είχε συμπαθήσει τους γιουγκοσλάβους  καθώς τους είχαν ενισχύσει πολύ, αν δεν ήταν εκείνοι δε θα μπορούσαν να κουμαντάρουν τις πελώριες φλόγες, εκείνοι την είχαν περιορίσει κι ύστερα έπιασε μια βροχή που δεν είχε ξαναδεί κανείς σα να άνοιξε μια στήλη πάνω απ’  τον ουρανό κι άδειασε το καταπέτασμα,  ήταν σαν είχε δώσει εντολή κάποιος από πάνω ψηλά ν’  άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού για να σβήσουν το κακό, ο κόσμος σταυροκοπιούνταν, οι γριές λέγανε ότι ήταν θαύμα.  

Όποτε έβλεπε Σέρβους θυμόταν τη φωτιά στη Jet Oil, τους θυμόταν όπως πήγαιναν  να  ξεκουραστούν  στα αποδυτήρια του διυλιστηρίου μαυρισμένοι από το ντουμάνι, καθόταν εκεί πέρα και κοίταζαν τα ψυγεία  που ήταν γεμάτα σάντουιτς και χυμούς, τους είχε κάνει μεγάλη εντύπωση,  ήταν ένα δείγμα απίστευτης αφθονία για τους φτωχούς κατοίκους της κομουνιστικής χώρας που τα έπαιρναν  όλα με το δελτίο. Τώρα πια είχαν διαλύσει το κράτος τους,  έρχονταν στο μέρος όπου παραθέριζε  μαζί με τις ψηλές γυναίκες τους κι έλιαζαν  τ άσπρα σώματα τους. Καμιά φορά τους έλεγε καμιά κουβέντα δικιά  τους που είχε μάθει από τον καιρό της πυρκαγιάς  κι ύστερα  πήγαινε μαζί με το φίλο του για ψάρι, κι  εκείνον τον είχε γνωρίσει στη Jet Oil,   ήταν καινούριος τότε κι είχε σοκαριστεί με τη φωτιά,  ο φίλος του που ήταν πιο παλιός   τον είχε στηρίξει πολύ.

 Ήταν μια περίοδος  ζόρικη,  με το που έσβησαν τις φλόγες ησύχασαν  μια μέρα όμως που πήγαν να φάνε στα αποδυτήρια βρήκαν  έναν  φάκελο  σφραγισμένο, κανείς δεν ήξερε από που είχε εμφανιστεί  κι όλοι φοβόντουσαν να τον ανοίξουν, τελικά κάποιος τον έσκισε μ έναν σουγιά και μέσα βρήκαν ένα σημείωμα γραμμένο σε γραφομηχανή από κείνες τις παλιές, το σημείωμα ήταν γεμάτο ορθογραφικά λάθη, ο τύπος που  το είχε γράψει πρέπει να ήταν  πολύ στούρνος όμως μόλις το διάβασαν όλους τους έπιασε πανικός,  έλεγε περίπου ότι ήξερε τι είχε συμβεί,  ποιος ήταν υπεύθυνος,  τι ζημιά είχε γίνει κι ότι οι υπεύθυνοι για το κακό  θα πλήρωναν,  αυτό το τόνιζε με κεφαλαία γράμματα.  Φώναξαν το σωματείο,  τη διοίκηση του εργοστασίου, τους διευθυντές,  όλοι απορούσαν ποιος είχε τολμήσει να γράψει κάτι τέτοιο ώσπου  σε μια νυχτερινή βάρδια εμφανίστηκε κάποιος της πυρασφάλειας και είπε ότι ήξερε ποιος το είχε γράψει και θα τον κανόνιζε, η δουλειά έλεγε είχε γίνει από μέσα,  το πρωί μόλις σχόλασαν πήρε το αμάξι του και πήγε να κανονίσει τον άλλον που απειλούσε όμως στο δρόμο είχε χάσει τον έλεγχο του αμαξιού κι είχε καρφωθεί σ’ ένα δέντρο,  είπαν αργότερα ότι ήταν μεθυσμένος αλλά σίγουρα έφταιγε και το κλίμα που επικρατούσε και  τους έκανε όλους νευρικούς, ήταν μια περίοδος πολύ περίεργη,  το χειρότερο ήταν ότι ο άλλος που τράκαρε δεν τους είχε πει ποτέ ποιος ήταν αυτός που υποψιάζονταν έτσι όλοι είχαν μείνει με την απορία …

 ‘’Εγώ ξέρω ποιος είχε γράψει εκείνο το γράμμα !’’ είπε έτσι στο άσχετο μια μέρα ο φίλος του αλλά δεν του είχε δώσει πολύ σημασία,  καθόταν  στο βουνό όπου  φυσούσε κρύος αέρας μες το κατακαλόκαιρο, δίπλα στο μαγαζί είχε μια βρύση με νερό παγωμένο κάτω από ένα πλατάνι τεράστιο, ο τύπος εκεί πέρα έφερνε τα καλύτερα κρέατα, κάτι μπριζόλες φοβερές και κάτι μεζέδες απίθανους, είχε δικό του κοπάδι και τα έφτιαχνε όλα μόνος του, πολύ ωραίο μαγαζί είχε φτιάξει ο τύπος, από ψηλά έβλεπες  όλη εκείνη την  πεδιάδα κάτω  που ήταν μαγική   με τα χωράφι,  τα σπίτια και πέρα  μακριά τη θάλασσα πνιγμένη μες την ομίχλη του καλοκαιριού. Από κει ψηλά έβλεπε καπνούς να βγαίνουν,  κάποιοι ανεγκέφαλοι χωρικοί έκαιγαν τις καλαμιές δηλαδή τα θερισμένα χωράφια τους, μαζί με το φίλο του κοίταζαν το θέαμα .

Περνούσαν καλά  μονάχα  που η ορεινή διαδρομή ήταν ταλαιπωρία ν’  ανέβεις εκεί πάνω,  ο δρόμος ήταν χάλια, μια φορά που είχαν χαθεί πήγαν από έναν χωματόδρομο και παρά λίγο να το διαλύσουν το αμάξι καθώς έβρισκε σε κάτι πέτρες κι έγδαρε την κοιλιά του, κάτι είχε πειραχτεί κι ακούγονταν ήχοι περίεργοι, ψάχνοντας  συνεργείο μέσα στη ζέστη  κατέβηκαν κάτω κατά τη θάλασσα σ’ ένα μέρος έρημο,  μόνο σπίτια κλειστά και πόρτες κλειδωμένες,  σκυλιά γαύγιζαν πίσω από κιγκλιδώματα, τελικά το βρήκαν το γκαράζ,  ήταν σ’  ένα μέρος απομονωμένο κι είχε ένα χώρο όπου ο μηχανικός σήκωνε  τα αμάξια ψηλά  και τα κοιτούσε από κάτω όμως κανείς δεν ήταν εκεί πέρα, μια ταμπέλα έγραφε ότι το συνεργείο άνοιγε στις πέντε έπρεπε λοιπόν να περιμένουν, άρχισαν να κόβουν βόλτες γύρω από το αμάξι, γύρω δε φαινόταν ψυχή μονάχα  ένας  παλαβός  περπατούσε μες την κάψα βαστώντας κάτι σακούλες, σίγουρα δεν πήγαινε καλά.

‘’Εγώ ξέρω ποιος το έγραψε εκείνο το γράμμα τότε μετά τη φωτιά’’  είπε  ξανά ο φίλος του κι αυτή τη φορά γύρισε και τον κοίταξε με απορία,  ‘’Καλά ρε είσαι ηλίθιος,  έχουν περάσει τόσα χρόνια και δε μίλησες, τι ε σ’  έπιασε τώρα!’’ – ‘’Ξέρεις ποιος ήτανε τελικά,  η ξανθιά που είχε το κυλικείο’’  συνέχισε ο άλλος  σα να μιλούσε στον εαυτό του  ‘’Την είχα γκόμενα εκείνον τον καιρό,  εκείνη το είχε γράψει γιατί θέλανε να τη διώξουν και  τους είχε άχτι,  ούτε που είχε σκεφτεί ότι θα γινόταν τόση φασαρία κι ο άλλος ο ανεγκέφαλος θα στούκαρε πάνω στο δέντρο,  δεν το είπα ποτέ  γιατί θα έμπλεκε η γυναίκα,  τόσα χρόνια το βαστώ μέσα μου   θα έσκαγα αν δεν το έλεγα σε κάποιον !’’ Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στο κάθισμα του αυτοκινήτου, η πόρτα ήταν ανοιχτή κι από τη θάλασσα πέρα  ερχόταν ένα αεράκι δροσερό, ώστε αυτή ήταν λοιπόν, τη θυμόταν την τύπισσα,  μια ωραία ψηλή αλλά απόμακρη,  κανείς δεν της μιλούσε έμοιαζε λίγο ψυχρή,  και που το είχε σκεφτεί η άτιμη,  καλά άμα  θέλουν να σου κάνουν ζημιά οι γυναίκες θα βρουν τον τρόπο,  κι όσο θυμόταν πόσο είχαν τρομάξει,  τώρα βέβαια του φαίνονταν αστείο αλλά τότε είχαν χάσει τον ύπνο τους,  ήταν σαν τα θρίλερ που βλέπεις στην τηλεόραση.

Ο φίλος του ήρθε κοντά και του έδωσε τσιγάρο,  είχε όρεξη να μιλήσει τώρα που είχε  ανοίξει το καπάκι κι όλα έβγαιναν  στην επιφάνεια,  ‘’Ήμασταν ένα βράδυ  στο σπίτι της, εγώ δεν έχω κοιμηθεί μιλάμε πόσες μέρες και πέφτω ξερός στο κρεβάτι της, ξυπνώ κάποια στιγμή μες τη νύχτα και τη  βλέπω  στο γραφείο της να κοπανά με μανία κάτι σε μια παλιά γραφομηχανή που είχε εκεί πέρα, έβλεπα μόνο την πλάτη της αλλά καταλαβαίνω  ότι είναι ξαναμμένη,  δε μιλώ και περιμένω, μόλις φεύγει  για λίγο σηκώνομαι και βλέπω τι γράφει, αυτά που είχε δακτυλογραφήσει  τότε ήταν πολύ χειρότερα,  ‘’Θα πληρώσετε, δηλητηριάσατε την πόλη,  τα ξέρω όλα,  οι πυροσβεστήρες ήταν χαλασμένοι, θα σας κλείσω  τα σπίτια, θα πεθάνετε !’’ θυμάμαι ότι έγραφε,  απειλούσε θεούς και δαίμονες, είχα ανατριχιάσει,  το άλλο  γράμμα που έστειλε ήταν λιγότερο  τρομαχτικό,  στεκόμουν εκεί στα σκοτεινά και σκεφτόμουν ‘’ Δε πάει καλά η  γυναίκα!’’  και μετά από δυο μέρες βλέπω εκείνο τον φάκελο  στα αποδυτήρια, αμέσως κατάλαβα κι έλεγα μέσα μου  ‘’Καλά η γυναίκα είναι τρελή, θα τη χώσουν μέσα, θα βρει άσχημο μπελά !’’  όμως για κάποιο λόγο εκείνη η υπόθεση έμεινε έτσι, δεν το ψάξανε μες το χαμό  και το άφησαν,   όσο για τον άλλον  που σκοτώθηκε ο τύπος ήταν αλκοολικός οπότε δεν μπορείς να πεις ότι έφταιγε εκατό τοις εκατό το γράμμα κι έπειτα τι ψάχνεις να βρεις, πέρασε τόσος καιρός, το πράγμα ξεχάστηκε μόνο που να,  το κουβαλώ τόσα χρόνια μέσα μου κι ήθελα να το βγάλω, εκείνη είχε δυο παιδιά,  είχε χωρίσει οπότε φοβόταν τι θα έκανε αν την έδιωχναν, έμαθα ότι έφυγε στη Γερμανία, παντρεύτηκε  κάποιον εκεί πέρα,  μια μέρα τώρα τελευταία που περπατούσα στην παραλία τη βλέπω να περνά δίπλα μου, φορούσε μάσκα στο πρόσωπο για τον ιό όμως εγώ τη γνώρισα, ποτέ δεν ξεχνώ πρόσωπα, έκανε ότι δε με είδε  όμως εγώ το είδα στα μάτια της ότι  φοβόταν,  ήξερε ότι  την είχα δει εκείνο το βράδυ.’’

Για λίγο δε μίλησε κανένας, μονάχα το αεράκι που περνούσε ανάμεσα από τις  φυλλωσιές έσπαζε τη σιωπή,  ‘’Να λοιπόν που όλα τα μυστήρια έχουν κάποια απάντηση!’’ είπε αυτός σα να μονολογούσε κι  ο φίλος του συμφώνησε μ’ ένα νεύμα,  από μακριά έβλεπαν ένα σύννεφο μαύρο να απλώνεται και μια στήλη νερού να πέφτει κάθετα σε κάποιο σημείο της θάλασσας,  ‘’Θυμάσαι ρε!’’ είπε στο φίλο του «Έτσι δεν έπεφτε και στην πυρκαγιά ;» ο άλλος χαμογέλασε’’ ‘’Ξέρεις τι σκεφτόμουν τότε;’’ είπε χαμηλόφωνα, ‘’Αυτός που κατεβαίνει απ’  αυτή τη στήλη του μαύρου σύννεφου είναι ο θεός,  έρχεται να πλύνει τις αμαρτίες μας’’.     

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

BMW E32

 

 Τα καλοκαίρια που είχε άδεια δεν πήγαινε πουθενά, καθόταν ώρες πολλές μέσα στο διαμέρισμα, δεν του άρεσε η θάλασσα ούτε η ηλιοθεραπεία μέσα στη ζέστη, η γυναίκα του πήγαινε για μπάνιο με μια φίλη της αλλά αυτός βαριόταν, μερικές φορές που είχε πάει  του έχε φανεί απίστευτα πληκτικό,  βαρέθηκε τη ζωή του ! Αυτός καθόταν όλη μέρα μέσα στο σπίτι κι ούτε που τον ένοιαζε,  έβλεπε κάτι ταινίες,  άκουγε ειδήσεις, έκανε καμιά δουλειά,  κανένα μερεμέτι,  έβαζε και τον  κλιματισμό και δεν ήθελε να τον ζαλίζει κανένας,  ήταν λίγο μονόχνοτος, λίγο κλειστός,  η μοναξιά ήταν το μόνο που δεν τον πείραζε,  μπορούσε να περάσει μέρες πολλές έτσι κλεισμένος χωρίς να βαρεθεί. Έκλεινε τα παντζούρια  κι από τις γρίλιες παρακολουθούσε τους γείτονες, πολλοί καθόταν στο μπαλκόνι  κι έψαχναν στα κινητά τους, οι γυναίκες άπλωναν ρούχα,  δεν έκανε φασαρία και νόμιζες ότι  δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι του. Ξυπνούσε πολύ νωρίς, κατά τις πέντε μισή κι έβγαινε μια βόλτα, εκείνη ήταν η καλύτερη ώρα για να περπατήσεις, το  φεγγάρι κατέβαινε κατά τη δύση και φώτιζε τη θάλασσα, στο δρόμο έβλεπες κάτι εργάτες που ξεκινούσαν  βαριεστημένα  για τη δουλειά,  αυτή ήταν   η καλύτερη ώρα,  μερικές φόρες έτρεχε ελαφρά,  καθώς δεν έκανε εκείνη την καταραμένη ζέστη του μεσημεριού δεν φοβόσουν μη μουσκευτείς στον ιδρώτα,  περνούσε από ένα μέρος όπου υπήρχαν νυχτερινά μαγαζιά κι έβλεπε του ξενυχτισμένους πιτσιρικάδες  να τρώνε σε κάτι φαγάδικα, μια φορά είχε βρει και κάτι λεφτά πεσμένα ‘’Τι να σας κάνω παιδιά’’ σκέφτηκε ‘’Ας προσέχατε !’’

Πάντα έτσι γίνονταν, το καλοκαίρι ο κόσμος τρελαίνονταν κι ήθελε να φύγει όπου νάναι, λένε ότι με τη ζέστη συμβαίνουν  τα περισσότερα εγκλήματα, χάνεις τη ψυχραιμία σου, τον έλεγχο, θέλεις να ξεσπάσεις, το χειμώνα που οι θερμοκρασίες είναι πιο χαμηλές το σώμα είναι πιο ήρεμο, δεν τρελαίνεσαι έτσι εύκολα. Έπειτα ήταν και ο ιός που εμπόδιζε τον κόσμο να μετακινείται, να φεύγει, όταν μπορείς να φεύγεις ξέρεις ότι έχεις μια διέξοδο,  μπορείς να δραπετεύσεις, να δεις ένα άλλο μέρος, να κάνεις κάτι διαφορετικό, να χαλαρώσεις, ν’ αλλάξεις ατμόσφαιρα,  όταν σου λένε καλύτερα να μη πας πουθενά είναι πιο δύσκολα. Ο κόσμος δεν έφευγε όμως  οι δρόμοι  ήταν άδειοι, ελάχιστοι κυκλοφορούσαν  όπως κάθε καλοκαίρι, μονάχα κάτι κορίτσια από εταιρείες τηλεφωνικές χτυπούσαν τα κουδούνια προσπαθώντας να κλείσουν κανένα συμβόλαιο,  αυτός πάντα τους άνοιγε,  τα λυπόταν,  το είχε κάνει κι αυτός ένα φεγγάρι, τα νέα παιδιά ήταν πάντα αποφασισμένα καθώς  ξεκινούσαν τη ζωή και δεν πτοούνταν εύκολα. 

Μια μέρα ένα κορίτσι που του χτύπησε  του ζήτησε ένα ποτήρι νερό,  ‘’Βεβαίως’’  είπε κι έβγαλε ένα  μπουκάλι παγωμένο,  το κορίτσι ήπιε,’’ Μήπως θέλεις  ακόμα ένα;’’ του έδωσε δεύτερο   και είδε τα  μάτια του να φωτίζονται σα να πήρε την ενέργεια που χρειαζόταν, καλά άμα ήταν εκεί η  γυναίκα του θα του φώναζε ‘’Γιατί  του άνοιξες;  Από ποιο ποτήρι ήπιε; Το έπλυνες καλά; Μήπως μπήκε μέσα όσο ήσουν στο ψυγείο; Αυτά δεν   θέλουν πολύ’’. Αυτό δεν το καταλάβαινε, ο κόσμος είχε γίνει τόσο καχύποπτος, παλιά δεν ήταν έτσι, θυμόταν τον εαυτό του  όταν μοίραζαν  διαφημιστικά πριν τριάντα τόσα χρόνια ο κόσμος άνοιγε τις πόρτες, δεν έκανε έτσι σαν παλαβός, τώρα όλοι είχαν κλειστεί στο καβούκι τους,  λέγανε βέβαια  ότι παλιά γινόταν και πιο πολλές κλοπές κι άλλα εγκλήματα, φόνοι, βιασμοί, επειδή οι άνθρωποι δεν  φυλάγονταν τόσο πολύ, κάπου θα υπήρχαν στατιστικά, ποιος ξέρει όμως κι αυτό ήταν παλαβό,  όταν ζούσε μόνος του άνοιγε πάντα την εξώπορτα κι όλοι τον κράζανε ότι δεν πάει καλά, δεν μπορούσε να πει όχι  σε κάποιον που ζητούσε βοήθεια, από τότε που ζούσε με τη γυναίκα άλλαξε, εκείνη φοβόταν, ήταν πολύ καχύποπτη όπως κι όλος ο  κόσμος βέβαια…

‘’Αχ κύριε μπορώ δυο λεπτά  να καθίσω;’’  είπε το κορίτσι αφού ήπιε το νερό ‘’ Δεν θα σας ενοχλήσω, μια ανάσα να πάρω’’ –‘’Εντάξει’’ της είπε κοιτάζοντας την παρατηρητικά,  τι θα μπορούσε να του κάνει ένα κοριτσάκι,  του έφερε ένα  σκαμπό και το κορίτσι κάθισε,  ‘’Αν σας πως τι μου έτυχε..’’ άρχισε να λέει το κορίτσι που είχε όρεξη,  ‘’Θέλω να το πω σε κάποιον,  ήμουνα εδώ λίγο πιο πάνω ξέρετε που δεν έχει πολλά σπίτια,  εκεί κοντά είναι ένα βενζινάδικο και πήγα να μιλήσω σε κάποιον μήπως ενδιαφέρονταν για το τηλέφωνο κι εκεί ξέρετε τι έγινε,  ένα αμάξι σαραβαλιασμένο  ήρθε με φορά κατά πάνω μου έτσι χωρίς  λόγο,  δεν υπήρχε κανείς  εκεί πέρα και φοβήθηκα,  έτρεξα πίσω από ένα εκκλησάκι κι εκείνο πέρασε με φόρα από δίπλα μου,  ήταν  πολύ τρομαχτικό και το πιο περίεργο ήταν ότι δεν μπορούσα να δω ποιος οδηγούσε σα να πήγαινε το αμάξι μόνο του,  καλά πήρα μια τρομάρα!’’ συνέχισε το κορίτσι κα μετά σηκώθηκε ‘’Σας ευχαριστώ!’’ είπε κοιτάζοντας τον στα μάτια και βιάστηκε να φύγει σα να φοβόταν μη του γίνει βάρος. 

 Έμεινε μόνος  και σκεφτόταν, τι ήταν πάλι αυτή η ιστορία με το αμάξι, το ήξερε το μέρος,  ήξερε και το βενζινάδικο, κάποτε σκοτώνονταν στη δουλειά επειδή από κει περνούσε ένας δρόμος που πήγανε κατά τη θάλασσα από τότε όμως που είχαν φτιάξει μια παράκαμψη ο δρόμος είχε νεκρώσει και κανείς σχεδόν δεν τον χρησιμοποιούσε γι αυτό και είχαν κλείσει και το βενζινάδικο. Αναρωτιόταν αν  έλεγε αλήθεια το κορίτσι κι αν ήταν έτσι  ποιος παλαβιάρης το είχε τρομάξει, κι έπειτα  τι αμάξι ήταν εκείνο που δε φαινόταν ο οδηγός του, αν ήταν έτσι σαραβαλιασμένο όπως είχε πει η κοπέλα τότε θα βρισκόταν κάπου εκεί κοντά σε κάτι σπίτια όπου έμεναν  δυο πρεζόνια ,  η περιέργεια του γινόταν όλο και μεγαλύτερη, καθώς  δεν είχε δουλειά αποφάσισε να πάει να ρίξει μια ματιά .  

 Ήταν μεσημέρι προς απόγευμα, η χειρότερη ώρα για να βγεις έξω, πήρε το μηχανάκι του και ξεκίνησε για  το βενζινάδικο που απείχε δέκα λεπτά με το μηχανάκι, οι αντλίες ήταν εκεί σκουριασμένες  στη μέση του πουθενά, μέσα στη ζέστη και στη θολούρα το μέρος  θύμιζε κάτι εγκαταλειμμένες  πόλεις στην Αμερική όπου μοναχά ο αέρας ακούγεται. Πήγε κι έψαξε το σημείο κοντά στο εκκλησάκι εκεί  που του είπε η κοπέλα,  βρήκε τις ροδιές του  αμαξιού που είχαν σκάψει το χώμα μετά από κάποιο φρενάρισμα,  αυτό πρέπει να ήταν, είχε περάσει ξυστά  από το κουβούκλιο,  από κάτω  υπήρχε ένας γκρεμός όχι  απότομος αλλά   ήταν επικίνδυνα, άμα έπεφτες από κει κάτω στο ρέμα άντε γεια.

Εκείνη  τη στιγμή δεν φυσούσε καθόλου σαν να είχε στερέψει κάθε ανάσα της φύσης, ξαφνικά τον έπιασε μια δίψα, ήξερε ότι πίσω από το βενζινάδικο είχε μια βρύση και σκέφτηκε να πάει κατά κει μήπως υπήρχε καθόλου νερό,  καθώς κοιτούσε κατά τη ρεματιά άκουσε έναν θόρυβο και γυρίζοντας είδε το αμάξι, ήταν ένα από κείνα τα παλιά μοντέλα της BMW με την μούρη που θύμιζε  ρύγχος καρχαρία,  κάποτε χαλούσαν κόσμο, κι ο πατέρας του είχε ένα τέτοιο αλλά το είχε πουλήσει σε κάποιον συλλέκτη, ερχόταν  σιγά- σιγά προς το μέρος του και την τελευταία στιγμή έστριψε και ήρθε  φουλαριστό κατά πάνω του,  πέρασε δίπλα του και καρφώθηκε σε ένα κούτσουρο κάποιου κομμένου δέντρου.  Καλά ο τύπος ήταν ψυχάκιας, τώρα είχε  θυμώσει πολύ,  έτρεξε κατά το χτυπημένο σαράβαλο που είχε ακινητοποιηθεί  όμως δε μπορούσε να δει τίποτα στο εσωτερικό του,  τα τζάμια  ήταν ανεβασμένα και μια σκοτεινή φιγούρα φαινόταν μόνο να κινείται,  ο άλλος πρέπει να είχε χτυπήσει,  άνοιξε  την πόρτα  και τον  είδε επιτέλους καθαρά,  ήταν ένας γκριζομάλλης κάπου πενήντα- εξήντα χρονών μ’  ένα  άσπρο φανελάκι, πρώτη φορά τον έβλεπε και πρόσεξε ότι  το ένα μάτι του ήταν σα χαλασμένο,  τον άρπαξε από τους ώμους  και τον έριξε κάτω, είχε μια μανία με τον τύπο  που παραλίγο να τον σκοτώσει ο άλλος όμως ήταν δυνατός σα διάβολος,  σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι του,  νόμιζε ότι τον είχε κανονίσει όμως ο άγνωστος  ήταν ταύρος, γύρω δε φαινόταν ψυχή,  την είχε βαμμένη, πως είχε μπλέξει έτσι στα καλά καθούμενα;

Το μυαλό του δούλευε πολύ γρήγορα αντιμετωπίζοντας αυτόν τον τύπο που του φαίνονταν ότι  ενσάρκωνε το απόλυτο κακό, πως γίνεται να υπάρχει στον άνθρωπο αυτό το αίσθημα να θέλεις να προκαλέσεις πόνο στον άλλον κι αυτό να σου προκαλεί ικανοποίηση, πως είχε φτιάξει  η φύση τούτα  τα πλάσματα τόσο άσχημα και πως μπορούσες να προστατευτείς απ’ αυτά, αν είχε χρόνο θα  ανέλυε  περισσότερο  αυτό που συνέβαινε όμως εδώ δεν είχε τέτοια πολυτέλεια, καθώς ο άλλος ετοιμάζονταν να του ριχτεί ξανά δυο ορτύκια πετάχτηκαν μέσα απ’  τα χόρτα κι άρχισαν να περπατούν πανικόβλητα στην αντίθετη κατεύθυνση, για έναν παράξενο λόγο ο τύπος με το φανελάκι σάστισε για μια στιγμή κι αυτό του έδωσε χρόνο να τρέξει κατά το μηχανάκι, έβαλε μπρος κι αναπτύσσοντας ταχύτητα όρμησε  κατά πάνω του, τον χτύπησε με όλη τη  φόρα που είχε, ο άλλος πετάχτηκε στην άκρη του δρόμου κι ούτε γύρισε να κοιτάξει τι απέγινε, απλά γκάζωσε κι εξαφανίστηκε από κείνο το καταραμένο μέρος.  Ο  αέρας που φυσούσε στο πρόσωπο του σα να δρόσισε το μυαλό του, γύρισε μια τελευταία φορά να δει τι γινόταν και είδε εκείνο τον τύπο με το φανελάκι να σηκώνεται παραπατώντας ενώ το  σαραβαλιασμένο του αμάξι  στέκονταν απειλητικά  ακίνητο,  θα το σκεφτόταν πολύ να ξαναπεράσει από κει πέρα.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

SUPERNATURAL BLONDE

’ Τελείωσε η φετινή σεζόν παιδιά , τα πιο πολλά ξενοδοχεία δε πρόκειται ν’ ανοίξουν, μια συντήρηση θα κάνουν μονάχα κι αυτό ήταν, πήραν κάτι χρήματα από το κράτος για ενίσχυση θα τη βγάλουν μ’ αυτά, τα αεροδρόμια καμιά σχέση με πέρσι , οι Ρώσοι θα εμφανιστούν μετά το Σεπτέμβριο, έχουν ένα κάρο κρούσματα και τους απαγορεύεται, μη το ψάχνετε, δεν υπάρχει τίποτα φέτος, το παιχνίδι θα παιχτεί την επόμενη χρονιά, τότε θ’ αρχίσουν να στραγγίζουν όλοι και θα γελάσουμε ! ’’’

Στην πιάτσα των ταξί είχαν μαζευτεί όλοι οι ξενυχτισμένοι κι άκουγαν τον Τρότσκι, έτσι φώναζαν έναν κομουνιστή φανατικό που είχε τέτοια ευφράδεια ώστε όλοι του έλεγαν γιατί δεν κατέβαινε για βουλευτής, σε μια στιγμή που ήρθαν κοντά ο Τρότσκι πρόσεξε τις γρατζουνιές του, ‘’Τι είναι αυτά ρε, τι σου κάνανε , ποια λυσσάρα σου όρμησε;’’ – ‘’Άσε ρε, μια ξανθιά κυράτσα έξω από το ξενοδοχείο, θα της έχωνα καμία αλλά κρατήθηκα’’ – ‘’Κάτσε να σου βάλω λίγο οινόπνευμα, θα τσούξει λίγο αλλά είναι απολυμαντικό’’. Του έριξε οινόπνευμα από ένα μπουκαλάκι που τον έτσουξε άσχημα, έριξε μια ματιά στο μπράτσο, οι γρατζουνιές έμοιαζαν με κόκκινες γραμμές παράλληλες πάνω στο δέρμα ‘’Την άτιμη!’’ ψιθύρισε χαμηλόφωνα.

Ούτε είχε καταλάβει πως του επιτέθηκε η ξανθιά, οδηγούσε το ταξί του κουβαλώντας κάτι Πολωνούς με ξέθωρα μαλλιά κι άσπρα χέρια σε κάποιο ξενοδοχείο, όπως έστριβε για να μπει στο παρκινγκ του ξενοδοχείου ένα αμάξι από απέναντι του έκλεινε το δρόμο, το φανάρι που υπήρχε εκεί πέρα είχε χαλάσει και δεν ήξερες ποιος έχει προτεραιότητα, το άλλο αυτοκίνητο στεκόταν εκεί στη μέση του δρόμου σα να είχε σβήσει η μηχανή του, μια φιγούρα μέσα του φαινόταν να προσπαθεί να το ξεκινήσει, άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ‘’Τι θα γίνει θα ξεκινήσεις;’’ ο δρόμος ήταν στενός και δεν χωρούσαν να περάσουν και οι δύο, το άλλο αμάξι επιτέλους πήρε μπρος κι άρχισε να κινείται άγαρμπα αλλά τώρα ερχόταν κατά πάνω του ‘’Που πας ρε φίλε, είσαι τρελός!’’ φώναξε όταν είδε ότι ο οδηγός ήταν μια ξανθιά με κότσο που αντί να κάνει πίσω ερχόταν κατά πάνω του, την τελευταία στιγμή έστριψε και σταμάτησε πλάι του, κατέβηκε και του επιτέθηκε έτσι χωρίς να πει τίποτα, άρπαξε το χέρι του μπήγοντας τα νύχια της το μπράτσο του, τράβηξε κάτι βαθιές χαρακιές πάνω στο δέρμα του, βγήκε έξω από το αμάξι έξαλλος, ήθελε να την χαστουκίσει όμως κρατήθηκε, η γυναίκα ήταν βλαμμένη, ψυχωτική, θα έβρισκε το μπελά του. Ήταν ξανθιά, κάπου σαράντα και είχε πιασμένα τα μαλλιά της στην κορφή , τις έριξε κάτι μπινελίκια χοντρά κι εκείνη ανταπέδωσε με κάτι εκφράσεις που δεν τις είχε ξανακούσει, από πού στο διάβολο είχε έρθει, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα, τι ρόλο βαρούσε; Αφού ξέσπασε πάνω του μπήκε στο αμάξι της κι έφυγε σα να μη τρέχει τίποτα, κράτησε το νούμερο της, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει έτσι, θα την πήγαινε στο αυτόφωρο, θα την εξευτέλιζε, θα της έκανε ζημιά, τον είχε πιάσει μια μανία που ήθελε να φάει τα ρούχα του, έπειτα από λίγο όμως σα να του πέρασε και δεν ήταν τόσο σίγουρος.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τέτοια συμπεριφορά από γυναίκα, μια γκόμενα που είχε κάποτε ήταν έτσι επιθετική, άμα νευρίαζε δεν ήξερε τι έλεγε κι ούτε καταλάβαινε τίποτα, ορμούσε κατά πάνω σου κι άντε να την κουμαντάρεις, δεν του άρεσε ποτέ να χτυπά κανέναν ειδικά γυναίκες, απεχθάνονταν τη βία κι όταν μάλωναν απλά της έκλεινε την πόρτα και την άφηνε να χτυπιέται ή σηκωνόταν κι έφευγε, δεν μπορούσες να συνεννοηθείς με τίποτα. Εκεί όμως ήταν επιλογή του, εδώ μ’ αυτήν την ξανθιά δεν είχε καμιά δουλειά, για ποιο λόγο θα έπρεπε να την ανεχτεί, τι είχαν πάθει ρε φίλε, ποιες νόμιζαν ότι ήταν, είχαν ξεφύγει εντελώς, νόμιζαν ότι αποτελούσαν το κέντρο του σύμπαντος, την αρχή κα το τέλος όλων των πραγμάτων, είχαν την αίσθηση ότι δεν είχαν ανάγκη κανέναν κι όταν τις έπιανε το συναισθηματικό τα γυρνούσαν, κλαίγανε και το έριχναν στα χάπια, στις ψυχοθεραπείες, ζητούσαν συγνώμη, παρακαλούσαν, έπεφταν στα πόδια σου, μια κατάσταση άστα να πάνε, εντελώς παλαβές μιλάμε.

Οι γυναίκες δε πήγαιναν καλά, το είχε δει και στο νησί που πήγε διακοπές, τα κορίτσια εκεί πέρα είχαν ξεσαλώσει, φώναζαν και χτυπιούνταν όπως επέστρεφαν από τα νυχτερινά μαγαζιά σέρνοντας τους συνοδούς τους, κάτι παιδιά με μούσια και μουστάκια που δεν απαντούσαν ότι και να τους λέγανε. Γυρνώντας απ’ τις διακοπές έπεσε πάνω σ’ εκείνη την ξανθιά που τον χάλασε εντελώς, είχε τόσα νεύρα κι ούτε που ένιωθε κανέναν πόνο από τις γρατζουνιές, άφησε τους Πολωνούς που δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί και πέρασε από την πιάτσα όπου έπεσε πάνω στην ομιλία του Τρότσκι. Ακούγοντας τον συνειδητοποίησε πως όλα είχαν τελειώσει, στις τηλεοράσεις λέγανε ότι τον άλλον μήνα θα έπαιρνε μπρος το πράγμα αλλά τώρα καταλάβαινε ότι δεν θα γύριζε με τίποτα, η σεζόν είχε χαθεί κι η πόλη είχε μετατραπεί σ’ ένα μεγάλο χωριό, είχε αδειάσει κι η αιτία εκτός απ’ τους τουρίστες ήταν οι φοιτητές, αυτοί έδιναν τον τόνο στα μαγαζιά, στις πορείες, στα λεωφορεία, πρέπει να υπήρχαν καμιά εκατοστή χιλιάδες από δαύτους μπορεί και περισσότεροι , και τώρα είχαν φύγει όλοι, μονάχα κάτι ξέμπαρκα κοριτσάκια έβλεπες τα πρωινά να περιμένουν στις στάσεις φορώντας κοντά φουστανάκια. Αυτό βέβαια δεν ήταν απαραίτητο κακό, είχες την ησυχία σου όμως είχε πέσει και η δουλειά, όλα πήγαιναν κατά διαόλου αλλά τι μπορούσες να κάνεις, και να σκεφτείς ότι γυρνώντας από το νησί είχε πολύ καλή διάθεση, αν και δεν πέρασε τέλεια εντούτοις είχε αλλάξει τον αέρα του, ένιωθε πιο φρέσκος όμως τώρα τα είχε πάρει άσχημα, θα την πήγαινε στο δικαστήριο, δεν θα την άφηνε έτσι .

’Έχεις πάρει τον αριθμό της, θέλεις να πάμε στην αστυνομία να δούμε ποια είναι; Έχω έναν δικό μου στο τμήμα και μπορεί να το κοιτάξει’’ του πρότεινε ο Τρότσκι που τον έβλεπε σκεφτικό όλη την ώρα. Ο κομουνιστής τελικά ήταν φίλος, τον πήγαινε τον τύπο και για έναν άλλον λόγο, για το στυλ του, ότι και να φορούσε ήταν ωραίος, στυλάτος, καθαρός, άνετος, να τώρα για παράδειγμα φορούσε ένα γαλάζιο πουκάμισο , παντελόνι τζιν και κάτι σαγιονάρες αλλά ήταν σένιος, πολύ ωραίος κι έπειτα ήταν το περπάτημα, οι κινήσεις του, ο τρόπος που έβαζε τα χέρια στις τσέπες, ο τρόπος που χειρονομούσε, που κάπνιζε, ένα πολύ ωραίο πράγμα, αφού καμιά φορά καθόταν εκεί πέρα και τον χάζευε, άλλες φορές πάλι επειδή ήξερε αγγλικά, καθόταν και του μάθαινε μερικές λέξεις για να μιλά με τους τουρίστριες.

Στην αρχή δεν ήθελε να το ψάξουν με τον αστυνομικό μετά όμως σκέφτηκε ‘’Γιατί όχι ; Για να δούμε ποια είναι η τύπισσα’’ , ο μπάτσος τους έδωσε το όνομα και την διεύθυνση της, πήγαν εκεί πέρα ένα βράδυ και την περίμεναν όμως καθώς δεν εμφανίζονταν ο Τρότσκι σηκώθηκε να φύγει ‘’Φίλε δε κάθομαι εδώ πέρα, ξέχνα την καλύτερα!’’ αυτός έμεινε να περιμένει και την ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά την είδε να μπαίνει σε μια πολυκατοικία μ’ ένα μεγάλο δέντρο μπροστά της . Από τότε περνούσε συχνά από κείνο το στενό όποτε σχολούσε από τη δουλειά πηγαίνοντας για το σπίτι και μια βραδιά την είδε σε μια στάση να περιμένει, αναβόσβησε τα φώτα κι εκείνη ήρθε στο ταξί δίνοντας του μια βαλίτσα που την έβαλε στο πορτ μπαγκαζ ‘’Εδώ σ’ έχω πουλάκι μου!’’ σκέφτηκε, φοβόταν μήπως τον είχε θυμηθεί αλλά εκείνη ούτε που τον είχε κοιτάξει , του είπε που πάει, κάθισε πίσω κι άρχισε να μιλά στο κινητό της. Όπως την παρατηρούσε απ’ τον καθρέφτη του άρεσε, προσπαθούσε να καταλάβει πως ήταν το σώμα της, τόσες μέρες του είχε καρφωθεί στο μυαλό κι ήθελε να μάθει περισσότερα γι αυτήν, δεν τη μισούσε πια το αντίθετο μπορείς να πεις, αναρωτιόταν τι έκανε στη ζωή της σίγουρα είχε χαρακτήρα έντονο, δεν ήταν κανένα ψοφίμι, θα μπορούσε να κάνει κάτι μαζί της.


’Εδώ είμαστε’’ του είπε και άνοιξε την πόρτα, αυτός βγήκε να τη βοηθήσει κι όπως σήκωνε τη βαλίτσα φάνηκαν οι τεράστιες γρατζουνιές που είχε στο μπράτσο, εκείνη τον κοίταξε πολύ περίεργα χωρίς να πει τίποτα ‘’Έχω μια αγριόγατα στο σπίτι’’ βιάστηκε να πει όμως εκείνη είχε καταλάβει, το είδε στο βλέμμα τηs, ‘’Έχεις καμιά κάρτα ;’’ τον ρώτησε, έβγαλε από την τσέπη του πουκάμισου και της έδωσε, την άλλη μέρα του τηλεφώνησε ‘’Θέλεις να έρθεις σπίτι μου;’’ ένιωσε τη καρδιά του να χτυπά, τι τον ήθελε, ποια ήταν, φοβόταν όμως αυτός ο φόβος τον εξιτάριζε, το σκέφτηκε πολύ και τελικά πήγε, ‘’Άμα συμβεί κάτι…’’ είπε στον Τρότσκι ‘’…να ξέρεις είμαι στο σπίτι της, ξέρεις που είναι, ξέρεις και το όνομα της’’.

Όταν μπήκε στο διαμέρισμα κοιτούσε το χώρο για διέξοδο αν γινόταν οτιδήποτε, τον πήγε σε μια κουζίνα, έκανε τόση ζέστη που η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή, βρίσκονταν στον πρώτο όροφο κι αυτό ήταν μια ανακούφιση, πήγε κι έκατσε ακριβώς δίπλα στη πόρτα για να έχει δυνατότητα διαφυγής , πρόσεξε τα νύχια της, τα είχε κόψει, φοβόταν πολύ, είχε την αίσθηση ότι υπήρχε κάποιος ακόμη στο διαμέρισμα. ‘’Θα σου φέρω κάτι να πιεις’’ είπε αυτή και χάθηκε στο βάθος, την είδε μετά από λίγο να γυρνά όμως πίσω της κινούνταν ακόμα κάτι σαν ίσκιος, αυτόματα βγήκε στο μπαλκόνι , καβάλησε τα κάγκελα, πήδηξε στο διπλανό διαμέρισμα κι από κει στην κολώνα της πόρτας μιας μονοκατοικίας που βρισκόταν ακριβώς δίπλα, έτρεξε στο ταξί που το είχε παρκαρισμένο σε μια γωνιά κι εξαφανίστηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω του, ανάσανε βαθιά κι όπως άναβε τσιγάρο είδε την τελευταία στιγμή ένα γατάκι μικροσκοπικό που καθόταν στη μέση του δρόμου κι έγλειφε την ουρά του, φρέναρε και το απέφυγε.

Στην πιάτσα των ταξί ο Τρότσκι τον περίμενε’’ Τι έγινε ρε συ, βγήκες ζωντανός ;’’ γέλασε, κείνη την ώρα έρχονταν κάτι ξενυχτισμένα κοριτσάκια και ζητούσαν κούρσα, ο Τρότσκι έπιασε κουβέντα με τα μικρά όπως έκανε πάντοτε, χειρονομούσε βάζοντας δυο απ’ αυτά στο ταξί του, ύστερα σήκωσε ένα πλαστικό ποτήρι του καφέ και ήπιε μια γουλιά, φορούσε ένα παντελόνι βαμβακερό κι ένα μπλουζάκι ανοιχτόχρωμο που έγραφε πάνω του ‘’SUPERNATURAL BLONDE ’’ , ήταν λίγο τσαλακωμένο όμως δεν φαινόταν καθόλου άσχημο πάνω στο λιγνό του σώμα, καθότανε εκεί και τον χάζευε, πόσο σένιος ήταν ρε φίλε, ‘’Ξέρεις τι σημαίνει αυτό που γράφει στη μπλούζα σου ;’’ του φώναξε .

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

ΠΤΗΣΗ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΟΝ ΙΝΔΙΚΟ


Ένας αστυνομικός που κρατούσε  αυτόματο όπλο περπατούσε προσεχτικά, φορούσε ένα γιλέκο και  το δάχτυλο του ακουμπούσε τη σκανδάλη, δυο ακόμα  αστυνομικοί τον ακολουθούσαν βαστώντας όπλα στραμμένα  προς της άσφαλτο , τι είχε συμβεί εκεί πέρα, ήθελε να δει τι γινόταν,  σε τέτοιες στιγμές βέβαια καλό είναι να μην είσαι πολύ περίεργος, δε ξέρεις από  που μπορεί θα σου ρθει, τελικά η περιέργεια του νίκησε, πλησίασε προσεχτικά και είδε όλη τη σκηνή.

Μια μηχανή της αστυνομίας είχε περάσει με ταχύτητα μπροστά  από ένα φορτηγάκι θωρακισμένο κι   έκανε σήμα στον οδηγό να κάνει στην άκρη.  Ένας κρανοφόρος κατέβηκε από τη μηχανή  και φώναξε σε όσους επέβαιναν  στο φορτηγάκι  ότι έπρεπε  να κατέβουν  αμέσως γιατί υπήρχε πρόβλημα  ‘’ Έχουμε μια πληροφορία ότι υπάρχει βόμβα κάτω από το φορτηγό !’’ είπε ‘’Σε λίγο θα έρθουν πυροτεχνουργοί, πρέπει να φύγετε αμέσως, θα αναλάβουμε εμείς!’’  Τρεις  σεκιουριτάδες με γαλάζιες στολές βγήκαν απρόθυμα, φαίνονταν συγχυσμένοι,  είχαν ακούσει βέβαια για μια χρηματαποστολή που την είχαν ανατινάξει πρόσφατα, είχε βουίξει ο τόπος κι όλοι μιλούσαν γι αυτό  αλλά  δεν μπορούσαν να παρατήσουν έτσι το  φορτηγό, ο αστυνομικός όμως  φαίνονταν πολύ πειστικός  κι επιπλέον ακούγονταν σειρήνες περιπολικών, κάτι σοβαρό συνέβαινε  οπότε απρόθυμα στάθηκαν στην άκρη ενώ  ο αστυνομικός έβγαλε το κράνος του και φάνηκε ότι ήταν πολύ νεαρός,  κάτω από εικοσιπέντε χρονών σίγουρα όμως έμοιαζε ότι ήξερε τη δουλειά του. Γονάτισε και σύρθηκε με πού προσοχή κάτω  από το φορτηγό όπου έμεινε για ένα δυο λεπτά.  
Αυτός έμεινε εκεί και κοίταζε τι συνέβαινε,  ήταν πολύ πρωί και ψιλόβρεχε,  κανείς δεν κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα, τα ήξερε αυτά τα φορτηγά,  η ξαδέρφη του δούλευε στο ταμείο ενός μεγάλου   σούπερ μάρκετ και του είχε μιλήσει σχετικά,  έπαιρναν όλα τα χρήματα που είχαν μαζευτεί, χαρτονομίσματα και κέρματα,  και τα μετέφεραν στην τράπεζα, εκείνες τις μέρες γινόταν ένας πανικός, ο κόσμος ψώνιζε σαν τρελός ότι έβρισκε μπροστά του αδειάζοντας τα ράφια και πρέπει να είχαν βγάλει πολλά λεφτά,  κανονικά βέβαια τα χρήματα μεταφέρονταν το βράδυ όμως καμιά φορά του είχε πει η ξαδέρφη του ότι τα κρατούσαν στο χρηματοκιβώτιο και τα μετέφεραν το πρωί, κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβαινε και μ’  εκείνο το φορτηγάκι επειδή το συνόδευαν  γεροδεμένοι σεκιουριτάδες που κρατούσαν πιστόλια.

Όπως βρισκόταν σ’ ένα σημείο λίγο ψηλότερα από  το δρόμο στάθηκε να δει τι θα γίνεις στη  συνέχεια δεν ήταν ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από το φορτηγάκι  και νόμιζε ότι ήταν ασφαλής.  Γύρω δεν κυκλοφορούσε ούτε ψυχή μονάχα ένα μηχανάκι πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και βιαστικά απομακρύνθηκε στρέφοντας το κεφάλι για αν δει τι γίνεται ενώ εκείνος περίμενε να δει τι θα συμβεί. Μόλις είχε βγει από το σπίτι του για  την καθημερινή πρωινή του βόλτα, ο  καιρός ήταν περίεργος εκείνες τις μέρες, πιο πολύ έμοιαζε με φθινόπωρο παρά με καλοκαίρι,  κάθε μέρα σχεδόν έβρεχε,  τις νύχτες έπιαναν  κάτι μπόρες με μπουμπουνητά κι αστραπές,  οι  κατηφορικοί δρόμοι πλημύριζαν με νερά που σχημάτιζαν ποτάμια,  κάποιοι έλεγαν ότι το καλοκαίρι δεν θα ερχόταν ποτέ όμως ακόμα ήταν νωρίς κι έπειτα εκείνη η δροσιά δεν ήταν τόσο άσχημη, θυμόταν ένα άλλο καλοκαίρι τέτοιο, δροσερό που έβρεχε όλη την ώρα και δεν τον είχε ενοχλήσει καθόλου η ζέστη,  κάπως έτσι μπορεί κι αυτό να πήγαινε.
Όλα έξω έμοιαζαν περίεργα τούτη τη χρονιά, στην πόλη δεν κινούνταν πολύς κόσμος σα να είχε αδειάσει , αναρωτιόσουν που είχαν πάει οι άνθρωποι, όλα είχαν  ησυχάσει κι ήταν σα να βρισκόσουν σ’ ένα  μεγάλο χωριό, ακόμα κι οι ζητιάνοι είχαν εξαφανιστεί ,  όλα κινούνταν αργά  κι αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό όμως έλειπε εκείνο το αγχωτικό, το νευρικό στοιχείο που βλέπεις στις μεγαλουπόλεις, έλειπε  η κίνηση,  η ζωντάνια σα να είχε απονευρωθεί η ατμόσφαιρα,  μοναχά ανθρώπους με μάσκες στο στόμα έβλεπες να προσπαθούν να φυλαχτούν από τον διπλανό  στους φούρνους και στα λεωφορεία.   

Ήταν μια περίοδος περίεργη κι εκείνος είχε αλλάξει τις συνήθειες του όπως άλλωστε κι οι πιο πολλοί γύρω του,  κοιμόταν και ξυπνούσε νωρίς, το μόνο που είχε κρατήσει από τα παλιά ήταν η πρωινή βόλτα στην παραλία τότε που οι περισσότεροι κοιμόντουσαν,  του άρεσε πολύ αυτό το αίσθημα ότι δηλαδή εσύ είσαι άγρυπνος ενώ όλοι χαλαρώνουν και ησυχάζουν, ήταν ωραία τα πρωινά, δροσερά, μπορούσες να δεις  τα αποτελέσματα της νυχτερινής βροχής,  τα αντικείμενα που είχαν παρασυρθεί στην άκρη του δρόμου, τα κλαδιά που είχαν πέσει στα πάρκα, περνώντας από κάτι νυχτερινά μαγαζιά έβλεπε κάτι σκιές να κινούνται πίσω από κουρτίνες βαριές,  κάποιοι διασκέδαζαν εκεί μέσα μέχρι που ξημέρωνε,  ήχοι από τραγούδια και μουσικές ακούγονταν. Τα βράδια που δεν τον έπαιρνε ο ύπνος μιλούσε  πολύ ώρα με τους φίλους κι ύστερα έβλεπε κάτι  σήριαλ ατελείωτα στην τηλεόραση μέχρι να τον πάρει o ύπνος.  

Ότι κι αν είχε δει βέβαια στην τηλεόραση δεν συγκρίνονταν μ’  αυτό που συνέβαινε μπροστά στα μάτια του και ήθελε να μείνει εκεί και να δει όλη τη σκηνή,   ο νεαρός αστυνομικός που είχε συρθεί κάτω από το φορτηγάκι βγήκε γρήγορα και σχεδόν  αμέσως άρχισε να βγαίνει πυκνός μαύρος καπνός  από τον πάτο του φορτηγού,  ‘’Φύγετε γρήγορα!’’ φώναξε στους συνοδούς που κοίταζαν σα  χαμένοι,  ο επικεφαλής της συνοδείας,  ένας χοντρός με ξανθά μαλλιά,  του είπε ότι κουβαλούσαν χρήματα και θα έβρισκαν το μπελά τους όμως ο αστυνομικός του φώναξε ‘’Φύγε γιατί θα γίνουμε όλοι κομμάτια !’’, οι σεκιουρατδες τότε και πρώτος ο ξανθός με την κοιλιά, άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι και κρύφτηκαν πίσω από κάτι  αμάξια παρκαρισμένα,  αυτός στάθηκε  πίσω από έναν τοίχο μιας παλιάς μονοκατοικίας κι ένιωθε προστατευμένος σίγουρα ήταν βλακεία γιατί μπορούσαν να τον πάρουν τα σκάγια από κάνα  πυροβολισμό ή να τραυματιστεί από καμιά έκρηξη όμως η περιέργεια του ήταν πιο δυνατή  κι άλλωστε  όλα αυτά έμοιαζαν πολύ περίεργα,  το πιο παράξενο ήταν ότι ο αστυνομικός αντί να απομακρυνθεί ανέβηκε στο φορτηγάκι, έκανε αναστροφή και κατευθύνθηκε προς την αντίθετη μεριά ενώ πίσω του ο μαύρος καπνός είχε απλωθεί παντού, αν υπήρχε κίνδυνος έκρηξης γιατί δεν άφηνε το φορτηγό κάτι δεν πήγαινε καλά  εκεί πέρα.

Δεν είχε προλάβει να διανύσει πενήντα μέτρα όταν έφτασαν δυο  περιπολικά και μπλόκαραν τον δρόμο,  από μέσα τους πετάχτηκαν εκείνοι οι κομάντο με τα αυτόματα,  φορούσαν   αλεξίσφαιρα γιλέκα και μια εξάρτηση, δεν ήταν  πολύ γεροδεμένοι αλλά νευρώδεις, φαινόταν καλά εκπαιδευμένοι αν και στο μάτι τους έβλεπες κάποιον  φόβο, με το που πάτησαν στην άσφαλτο αμέσως     άρχισαν να ουρλιάζουν ‘’Κατέβα τώρα! Βγες έξω αμέσως !’’,  ο  αστυνομικός που οδηγούσε το φορτηγάκι φρενάρισε μπροστά στο μπλόκο , κατέβηκε με τα χέρια ψηλά και γονάτισε στην άσφαλτο,  όπως γύρισε μια στιγμή το κεφάλι του μπορούσε να δει καθαρά τα χαρακτηριστικά του,  θε μου ήταν  πολύ μικρός μπορεί και πιο κάτω από είκοσι χρόνων,  που είχε βρει το θράσος να κάνει κάτι τέτοιο, τόση ώρα  φαινόταν τόσο  ψύχραιμος,  τόσο σίγουρος σα να έκανε αυτή τη δουλειά για πενήντα χρόνια όμως κάτι είχε πάει στραβά και τον είχαν πάρει χαμπάρι.

Ένας από τους κομάντο πλησίασε το σημείο όπου είχε σταματήσει αρχικά το φορτηγάκι και σήκωσε από το δρόμο ένα αντικείμενο που έβγαζε ακόμα πυκνό μαύρο καπνό,  ήταν ένα καπνογόνο που είχε βάλει ο άλλος για να παραπλανήσει τους σεκιουριταδες που κατέφθασαν τρομαγμένοι, ο τύπος τα είχε σχεδιάσει όλα,  ένας  από τους ειδικούς φρουρούς,  αυτός  που φαινόταν ο αρχηγός, έπιασε τον νεαρό από τον γιακά, τον έψαξε ψηλαφώντας όλο του το σώμα  και μετά  τον έσυρε μέσα στο περιπολικό πολύ βίαια, ύστερα πήγε προς το μηχανάκι του κλέφτη κι άρχισε να τραβά κάτι αυτοκόλλητα διακριτικά,  κι η μηχανή λοιπόν  ήταν ψεύτικη,  ο ληστής το είχε οργανώσει πολύ καλά .  

Όλο το σκηνικό  δεν είχε κρατήσει πάνω από δέκα λεπτά,  όλα είχαν γίνει πάρα πολύ γρήγορα, ο αρχηγός των κομάντο πήγε στο φορτηγάκι και το ανέβασε στο πεζοδρόμιο ενώ το  περιπολικό  με τον ληστή έβαλε  μπρος την  σειρήνα  του  κι έφυγε  αμέσως ακολουθούμενο από το άλλο αμάξι της αστυνομίας, τελικά  το σκηνικό ήταν αναίμακτο εντελώς αν  και όπως το σκεφτόταν ήταν μεγάλη βλακεία που βρίσκονταν εκεί όλη την ώρα, μπορούσε να φάει καμιά  αδέσποτη σε τέτοιες περιπτώσεις καλύτερα να φυλάγεσαι. Το βράδυ  στην τηλεόραση το είχαν πρώτη είδηση κι άκουσε τις λεπτομέρειες,  ο νεαρός   ήταν γιος αστυνομικού, είχε πάρει την στολή του πατέρα του και  ήξερε όλα τα κόλπα, έβαψε και τη μηχανή  για να ξεγελάσει τους σεκιουριτάδες, ο τύπος  είχε μπλέξει με ναρκωτικά  και είχε παρελθόν τέτοιων πράξεων, ο μικρός ήταν βίος και πολιτεία,  είχε κάνει  μέσα σε λίγα χρόνια όσα θα χρειαζόταν κάποιος μια ζωή για να τα κάνει. Το κόλπο με το καπνογόνο το είχε ξαναχρησιμοποιήσει  και είχε πιάσει γι  αυτό οι κομάντο ήταν υποψιασμένοι  και τον περίμεναν,  αν είχε καταφέρει να ξεφύγει ένα αυτοκίνητο τον περίμενε εκεί κοντά και θα γλύτωνε όμως για κακή του τύχη τον είχαν καρφώσει οι φίλοι του.

Όλα αυτά έμοιαζαν πολύ παράξενα,  καθόταν εκεί στο κρεβάτι βλέποντας τηλεόραση και σκεφτόταν όλο το περιστατικό, κανονικά θα έπρεπε να πάει  και να καταθέσει,  είχε δει τόσα πράγματα από την άλλη ποιος ο λόγος,  αν άκουγε  ότι χρειαζόταν μάρτυρες θα πήγαινε σίγουρα όμως  δεν ήθελε και να μπλέξει,  ποιος ξέρει τι συμμορίες βρίσκονταν  από πίσω,  γιατί να εκτεθεί και να τον μάθουν όλοι,  καλύτερα να το βούλωνε και να καθόταν στα αυγά του.

Μισοκοιμισμένος όπως ήτανε δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό του από αυτό που είχε δει, εκείνο το  παιδί ήταν τόσο νέο,  όμορφο, σβέλτο, δε φοβόταν,  το είχε συμπαθήσει όμως είχε πάει να κλέψει  κι έπειτα ποιος ξέρει, μπορεί να χρειαζόταν να έβγαζε κάποιο όπλο, να πυροβολούσε, να σκότωνε, δε παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα. Κοιμήθηκε εκεί καθιστός βλέποντας ένα έργο, κάποια πτήση  χανόταν μυστήρια πάνω απ’  τον Ινδικό Ωκεανό κι όλοι την ψάχνανε, με κάποιον τρόπο βρέθηκε κι αυτός μέσα στο αεροπλάνο  κι έπεφτε σ’ ένα  νησί,  εκεί πέρα βρισκόταν και το παιδί που πήγε να κλέψει το πρωί, όταν άνοιξε τα μάτια του νόμιζε ότι βρισκόταν  μπροστά του και τον κοιτούσε,  του πήρε κάμποσα  δευτερόλεπτα να συνέλθει.     

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΑΝΤΟΧΗ ΥΛΙΚΩΝ


Το πορτοφόλι που είχαμε βρει ήταν γεμάτο  κάρτες πιστωτικές, μια ταυτότητα, δίπλωμα, κάτι λεφτά, ένα βιβλιάριο τραπέζης, ένα σωρό άλλα χαρτιά ξεχείλιζαν τις θήκες,  o Μιχάλης το  είχε εντοπίσει   σε κάποιο κάθισμα όπου το είχαν ξεχάσει και το ανέμιζε στο μαγαζί  όπου καθόμασταν,  ‘’ Εσύ θα το πας στο τμήμα!’’ μου είπε  ‘’ Ζήτα χαρτί ότι το παρέδωσες’’. 

Μπροστά στο τμήμα οι ματατζήδες  με καφέδες στο χέρι  ρώτησαν τι θέλω, ‘’Μπράβο φιλαράκι!’’ είπαν όταν τους εξήγησα και μ’  άφησαν να προχωρήσω, κάτι σκάλες βρώμικες, τοίχοι γδαρμένοι, καρέκλες διαλυμένες, σε μια αίθουσα ένας αστυνομικός με γενειάδα μακριά σημείωνε κάτι χαρτιά, μου είπε να περιμένω, μια καταγγελία αυτόφωρη διεξάγονταν, μια ξανθιά πολύ όμορφη ήταν εκεί μέσα, κάτι έλεγε, κάποια καταγγελία μάλλον έκανε, ‘’ Πέρνα μέσα!’ ’ μου φώναξαν έπειτα από λίγο. Μπαίνοντας είδα  μια κάμαρα παλιά, ένα παράθυρο, σε μια γωνιά ένα βουνό από πορτοφόλια και τσάντες ‘’ Μας τις φέρνουν απ’ το δήμο…’’ είπε ο αστυνομικός ‘’ …για να δούμε τι έχει το δικό σου !’’ έβγαλε προσεχτικά ένα - ένα όλα τα χαρτιά, σημείωνε ότι έβρισκε, έβαλε κάπου χωριστά ένα πράσινο  που ψάρεψε, ''Μετά από ένα χρόνο αν δεν τα ζητήσουν τα λεφτά είναι δικά σου, έλα να υπογράψεις !’’ έσκισε ένα φύλο  από το μπλοκάκι του, μου το δωσε, χαιρέτησα κι έφυγα. Στο μαγαζί όλοι είχαν σκάσει από περιέργεια, είχαν φαγωθεί να μάθουν τι έγινε, τους είπα, τους έδειξα και το χαρτί που μου δώσανε, ο Μιχάλης έλεγε τώρα ότι δεν έπρεπε να το παραδώσουμε, εγώ σκεφτόμουν  πώς να ήταν άραγε η κοπέλα που το είχε χάσει  απ’  την φωτογραφία της ταυτότητας πάντως έμοιαζε  όμορφη …


Το Σάββατο στο κέντρο είχε λιακάδα,  στα πλακάκια είχαν βγάλει καθίσματα, ντελιβεράδες τρελαμένοι οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, περνούσαν μπροστά μας γεμίζοντας εξατμίσεις τον τόπο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να φυλαχτούμε, μια φωνή ακούστηκε κι όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια ''Μήπως βρήκατε κανένα πορτοφόλι;’’ το είχαμε ξεχάσει εντελώς.  Μια κοπέλα με αραιά μαλλιά ήρθε κοντά, ''Ποιος το πήγε στην αστυνομία;'' εμένα δείξανε, η κοπέλα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το έτεινε προς το μέρος μου ‘’Είναι πάρα πολλά!’’ είπα οπότε πετάχτηκε ο Μιχάλης  ''Σκάσε και πάρτο !'' το πήρα, μετά όμως ο Μιχαλάκης άλλαξε γνώμη, '' ‘’Δώστο πίσω στο κορίτσι, κοπελιά δεν είναι σωστό !''και δεν είχα προλάβει να χαρώ , τελικά μου δώσανε κάτι ψιλά, η κοπέλα πάντως ήταν  γεμάτη  ευγνωμοσύνη.

Κάθισε μαζί μας, κέρασε ποτά,  όλοι την έκοβαν από πάνω μέχρι κάτω να δουν αν αξίζει, με το που  την άκουσα να μιλά ήξερα ότι μ’  ενδιαφέρει, έπρεπε να τη γνωρίσω οπωσδήποτε και είχα καλή αφορμή, πιάσαμε κουβέντα ήταν πολύ ευχάριστη, χαμογελούσε,   σε μια φάση της πέταξα κάτι που ίσως δεν έπρεπε, ένιωθα όμως ότι έπρεπε να είμαι λίγο επιθετικός  ‘’Κάποτε πρέπει να ήσουν πολύ όμορφη’’ ήταν μια δύσκολη στιγμή,  ευτυχώς εκείνη τη στιγμή πέρασε ένας φίλος να με δει και μ’ έσωσε. Πιάσαμε κουβέντα,   άρχισε να με ρωτά για τις προηγούμενες σχέσεις μου,  γιατί χώρισες,  δε μπορεί, κάτι λάθος θα έκανες !''  ‘’Μια γυναίκα δε μπορεί δίχως σύντροφο’’ πέταξε σε κάποια στιγμή,   ‘’Εσείς είστε πιο σκυλιά, πιο γαϊδούρια, αντέχετε και μοναχοί σας, είστε φτιαγμένοι από υλικό πιο ανθεκτικό!’’ δε συμφωνούσα μαζί της όμως μπορεί και να είχε δίκιο. Ο Μιχάλης που την παρατηρούσε όλη την ώρα προσφέρθηκε να φέρει γλυκά για την παρέα και την ρώτησε τι θα προτιμούσε,  δεν της άρεσαν τα γλυκά απ’  το Χατζή, προτιμούσε  ένα άλλο ζαχαροπλαστείο που δεν το ήξερα καθόλου,  εκεί λέει έφτιαχναν  κάτι τρίγωνα καταπληκτικά μ ένα φύλλο έξοχο, μια κρέμα θεϊκή, ο Μιχάλης είπε ότι θα το έβρισκε και θα έφερνε τα καλύτερα.

Ήμουν λίγο χαμένος, πρόσεχα  το φιογκάκι που έκλεινε το μπλουζάκι της, κι ένα σημάδι που είχε ψηλά στο στήθος. Το μεσημεράκι εμφανίστηκε  ένας εγγλέζος ξέμπαρκος  ο Τομ από το Μπρίστολ μαζί με κάτι τύπους παρακμιακούς,  γυαλιά μαύρα φορούσε, ένα σορτσάκι, σαγιονάρες, ένα κολάρο  στο λαιμό, κάποιος σπόνδυλος είχε φύγει από τη θέση του. Ο Τομ κουβαλούσε πάντα ένα κασετόφωνο χαλασμένο, διαλυμένο, που έπαιζε παλιά ρεμπέτικα από ηχογραφήσεις γεμάτες παράσιτα, όπως συνήθως  χόρευε μοναχός του, τα έδινε όλα, ''Οι Έλληνες είναι οι καλύτεροι ! ‘’φώναζε ''' Οι Άγγλοι είναι όλοι γκέι!’’‘’Πάντα έτσι κάνει αυτός ;’’ με ρώτησε η κοπέλα ‘’Ω ναι’’ απάντησα ‘’Μην τον παρεξηγείς’’,  έπειτα συνεχίσαμε τα δικά μας   ‘’Μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους αυθόρμητα, τυχαία’’ είπε ‘’’ Να πέφτω πάνω σε κάποιον στο απρόοπτο, να μη προγραμματίζω, όπως όταν πάω στα μαγαζιά και ψωνίζω κάτι επειδή μ’ αρέσει εκείνη τη στιγμή, πάρε για παράδειγμα τη φάση με το πορτοφόλι, αν δεν το ’χανα δεν θα γνωριζόμασταν!’’  

Μιλούσαμε για πράγματα άσχετα με το χώρο που βρισκόμασταν σα να μη μας επηρέαζε στο ελάχιστο η χοντροκοπιά του περιβάλλοντος, μου έλεγε για  στο χωριό όπου είχε γεννηθεί,  ο σιδηρόδρομος περνούσε δίπλα απ το σπίτι τους , κοντά στις ράγες φύτρωναν συκιές άγριες, έναν άνθρωπο είχε δει κάποτε να περπατά πάνω στ' άσπρα χαλίκια που είχανε στρώσει δίπλα στις σιδηροτροχιές, τον κοιτούσε μέχρι που χάθηκε μακριά. Πίσω από το σπίτι τους υπήρχε ένα βουνό , το φθινόπωρο στις πλάγιες του οι φτέρες έπαιρναν χρώματα καφετιά και κόκκινα, τη νύχτα τα άστρα φαίνονταν πολύ καθαρά ιδίως δυο απ αυτά που έμοιαζαν με ζευγαράκι, έλαμπαν τόσο δυνατά που νόμιζες ότι αν άπλωνες το χέρι μπορούσες να τα πιάσεις, μια φορά είχε δει κι ένα τεράστιο φεγγάρι να χάνεται πίσω απ την οροσειρά βάφοντας το φρύδι του βουνού χρυσαφένιο. Δίπλα στο σπίτι της  υπήρχε μια αυλή  όπου φύτρωναν ζουμπούλια και τριανταφυλλιές ροζ, μύριζαν υπέροχα, στη μέση του κήπου μια μανόλια ολάνθιστη με φύλλα γυαλιστερά και λουλούδια τεράστια που έμοιαζαν με άσπρες μπάλες χριστουγεννιάτικες, ένας φούρνος πλινθόκτιστος υπήρχε στην αυλή όπου έψηναν τα τσουρέκια τους που γίνονταν τέλεια, σα μαστίχα ήταν η ζύμη τους. Πήγαιναν εκεί με τη μάνα της και διάβαζαν κάτω απ τα δέντρα τα μαθήματα του σχολείου, η γειτόνισσα τους κερνούσε σακολατάκια δίχως περιτύλιγμα, η μάνα της δε την άφηνε όμως αυτή έπαιρνε πάντα πιο πολλά ''Πάρτε όσα θέλετε!'' τους έλεγε η γειτόνισσα κι εκείνη γέμιζε τη χούφτα της με μαργαρίτες σοκολατένιες, το πρωί τις έπαιρνε στο σχολείο τυλιγμένες σ αλουμινόχαρτο, τις άφηνε να λιώσουν στη τσέπη κι έπειτα τις έτρωγε έτσι λιωμένες. Μερικές φορές  πήγαιναν και καθάριζαν εκείνο το σπίτι της γειτόνισσας, αυτή βοηθούσε τη μάνα της στο ξεσκόνισμα, παντού έβρισκε λεφτά πεταμένα, κέρματα, χαρτονομίσματα, ότι ήθελες, ο άντρας εκείνης της γυναίκας με τον κήπο τον υπέροχο δεν τα έδινε καθόλου σημασία, ήθελε να βάλει μερικά στη τσέπη της αλλά η μάνα της δε την άφηνε...

Το μέρος ήταν στενό και στεκόμασταν όρθιοι  δίπλα στον πάγκο,  όπως έμπαινε κόσμος συνέχεια τραβιόμασταν όλο και πιο βαθιά, είχε έρθει πολύ κοντά, κοίταζε το πουκάμισο, το λαιμό μου, ''Μ αρέσει που σ έχω στριμώξει εδώ πέρα!'' είπε, Είχε κάτι που με είλκυε, μια γλύκα στο πρόσωπο, ένα σημάδι σα πληγή μικρή ψηλά στο στήθος, τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου, έπιασε το χέρι μου, ένιωσα σα δροσοσταλίδα που κυλά στο εσωτερικό ενός λουλουδιού τεράστιου κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι και χάνεται μέσα στον κάλυκα βλέποντας φύλλα βαθυπράσινα και πέταλα που αλλάζουν χρώματα, ήταν μια στιγμή ονείρου.  

Καθώς μιλούσαμε ένα ζευγάρι πέρασε απέξω, τους ήξερε, είχαν και το μικρό παιδί τους, με το που το είδε πετάχτηκε πάνω, το φιλούσε, το αγκάλιαζε,  θα έφευγε  μαζί τους, ‘’Δεν θα περιμένεις τα γλυκά;’’ την ρώτησα ‘’Όχι δεν γίνεται, έχω αργήσει ‘’,  τη χαιρέτησα αδιόρατα, δεν έπρεπε να κοιτάξω κατά κει, έπρεπε να το παίξω σκληρός, την έβλεπα ν’ απομακρύνεται όμως ύστερα στράφηκε πίσω, όπως την κοιτούσα  να έρχεται από μακριά έμοιαζε διαφορετική, σα να είχε μεσολαβήσει ένα μεγάλο διάστημα από την ώρα που ήμασταν μαζί, κάποιον φώναζε, δε καταλάβαινα, οι άλλοι που ήταν εκεί είπαν, ''Εσένα θέλει!''
Την πλησίασα, μου μιλούσε χαμηλόφωνα σα να γνωριζόμασταν χρόνια ''Τι γίνεται σ’ εκείνο το μαγαζί με τα φρουτάκια;’’, με ρώτησε συνωμοτικά για το μαγαζί που υπήρχε εκεί δίπλα’’ Τι τύποι συχνάζουν, είναι μήπως ύποπτο, μπήκε κάποιος μέσα και θέλω να ξέρω!'' -  ''Δεν έχω δει κάτι παράξενο τόσο καιρό που έρχομαι εδώ πέρα’’ της είπα ‘’Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε κλείνει ποτέ, δουλεύει, εκεί ένας γνωστός μου  αυτοφωράκιας που έχει κοιμηθεί  στο τμήμα κάνα δυο φορές όταν μπούκαρε η αστυνομία για έλεγχο.  Κατά τ’  άλλα είναι το ίδιο με όλα τα μαγαζιά του είδους’’ χαιρέτησε  πάλι χαμογελώντας κι απομακρύνθηκε ξανά,   ‘’Τι να ήθελε και με ρωτούσε για τα φρουτάκια ;’’ σκεφτόμουν, ‘’Ήταν κάποιο κόλπο ή έτσι έτυχε;’’

Ύστερα από χρόνια αισθανόμουν ότι έβρισκα μια γυναίκα που μπορούσα να εμπιστευτώ , την σκεφτόμουν όλη την ώρα, η πρώτη μας συνάντηση είχε πάει πολύ καλά όμως τις επόμενες μέρες   δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε,  είχα χάσει τον ύπνο μου, τα πρωινά σηκωνόμουν   ζαλισμένος , μια μέρα  έπρεπε  να παραδώσω σε μια διεύθυνση ένα κουτί με βιβλία, πάνω του έγραφε με μαρκαδόρο «Αντοχή υλικών» από τι υλικό πρέπει να είσαι φτιαγμένος για να αντέχεις τέτοιες καταστάσεις, σκεφτόμουν. Είχα μπερδευτεί εντελώς,  κοίταζα γύρω μου σα χαμένος,  γυναίκες κατέβαζαν σακούλες στους κάδους, κάποιος ανέβαζε ένα στόρι, ένα παιδί συνάντησα  σε μια ανηφόρα, έμοιαζε ξέπνοο, ένα μπλουζάκια μ’ ένα κορδόνι που έδενε στο στήθος φορούσε, το ρώτησα κατά που έπεφτε η διεύθυνση, ’’ Μια ανάσα να πάρω !’’ μου είπε ‘’Έρχομαι από ποτό! ‘’ κοντοστάθηκε και μου έδειξε.

Όλη εκείνη τη μέρα ο χρόνιος σα να σέρνονταν, το βράδυ που  έφευγα απ’ τη δουλειά  περπατούσα σκεφτικός,  άρχισε να  βρέχει  κι η πόλη έγινε ένας χείμαρρος,  τα φώτα των αυτοκίνητων έκοβαν σε λωρίδες το σκοτάδι, νερά τρέχανε μέσα από σχάρες στις υπόγειες υδρορροές, από τις γειτονιές τις ανηφορικές ποτάμια μικρά σχηματίζονταν που κυλούσαν κατά τη θάλασσα.  Δεν είχα ομπρέλα και θα γινόμουν μούσκεμα, δεν άντεχα το κεφάλι μου βρεγμένο,   το μισούσα αυτό κάθε φορά, όλα πήγαιναν στραβά, ήθελα να βρίσω την τύχη μου τον καιρό όλο το σύμπαν όταν χτύπησε το κινητό,  '' Σε βλέπω μέσα απ’ το λεωφορείο, μείνε εκεί που είσαι έρχομαι να σε βρω!’’, δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθούμε υπό ομαλές συνθήκες, την είδα που κατέβηκε από τα αστικό και   πλησίασε προς το μέρος μου χαμογελαστή, σα να μη την ένοιαζε ο κατακλυσμός,  έβγαλε μια ομπρέλα και την άνοιξε πάνω απ το κεφάλι μου, '' Καλά εσύ είσαι ικανός να περπατάς σα βλαμμένος μες τη βροχή και ν' αρρωστήσεις, δεν έχω καμιά όρεξη να σε νταντεύω’’ μου είπε .  




Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


Στο σχολείο κάθε άνοιξη τα παιδιά έβγαιναν  στα χωράφια να μαζέψουν κισσό πράσινο και κλωνάρια ελιάς για να φτιάξουν στεφάνια για την παρέλαση, φορούσαν κάτι αδιάβροχα αυτοσχέδια που  έφτιαχναν από τσουβάλια λιπασμάτων,  ήταν πολύ αποτελεσματικά, προφύλαγαν από τη βροχή  και στέκονταν ωραία στους ώμους  σκεπάζοντας ταυτόχρονα το κεφάλι με μια τριγωνική κουκούλα,  έξω από την αυλή περνούσε ένα  αυλάκι τσιμεντένιο  όπου έτρεχε νερό κι ακριβώς απέναντι από το δρόμο που περνούσε μπροστά στο σχολείο φύτρωναν σφεντάμια  που άπλωναν τα πράσινα φύλα τους. Αγαπούσε πολύ το σχολείο, κάθε καλοκαίρι παρακαλούσε πότε να περάσει ο καιρός για ν’  ανοίξει ξανά,  πρέπει να ήταν ο μόνος που ήθελε κάτι τέτοιο,  το πρωί όπως περπατούσε κρατώντας τη τσάντα του έβλεπε τον ήλιο απέναντι από το βουνό που φώτιζε τον κόσμο ολόκληρο, ήταν ένα θέαμα μαγικό.

Όλα του άρεσαν στο σχολείο,  μερικές φορές έμπαινε σ’ εκείνη την αίθουσα με τις εγκυκλοπαίδειες  όπου ήταν και το εργαστήριο, εκεί  φύλαγαν τρισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα,  σφαίρες,  ορθογώνια  διάφανα,  ρόμβους, πυραμίδες,  τετράγωνα, κύβους, υπήρχε εκεί και μια συλλογή από ορυκτά, καθόταν κι έβλεπε τα ονόματα,   σιδηροπυρίτης, χαλαζίας, μαλαχίτης, δεν είχε δει ποτέ του τέτοια πετρώματα. Ένα διάστημα επειδή ήταν πρώτος μαθητής του είχαν δώσει τη σημαία κι έπρεπε  να την κατεβάζει το απόγευμα κι αυτό  του φαίνονταν περίπλοκο, στα τεχνικά ακόμα και τα πιο απλά δεν ήταν καλός, έπρεπε  να την τραβήξει,  να την βγάλεις από το κοντάρι, να δέσεις το σκοινί,  του άρεσε όμως να τη βλέπει ν’ ανεμίζει ψηλά πάνω από μια ροδακινιά που βρίσκονταν στην αυλή. Μερικές φορές πάλι επειδή είχε το κλειδί του σχολείου, έμπαινε το βραδάκι και διάβαζε κανένα κομμάτι από την εγκυκλοπαίδεια επειδή δεν είχαν στο σπίτι,  αυτό του φαίνονταν σαν περιπέτεια .

Στο καφενείο που ήταν κοντά στο σχολείο σύχναζαν κάτι τύποι που έπιναν ούζο απ’ το πρωί,  ένας από κείνους  τους τύπους μάλιστα μια φορά είχε πιει τόσο πολύ που αφού έβαλε ένα δισκάκι  στο ηλεκτρόφωνο πήγε και ξάπλωσε στη μέση του δρόμου, τα αμάξια σταματούσαν απορημένα  μπροστά του ώσπου κάποιοι βγήκαν και τον μάζεψαν . Σε κείνο το καφενείο πήγαινε  καμιά φορά ν’  αγοράσει κορνέδες που είχε ο καφετζής στον  μπουφέ με τη γυάλινη βιτρίνα,  όταν δεν είχε κανέναν  εκεί μέσα έπαιρνε καμιά εφημερίδα παρατημένη να διαβάσει, μια είδηση  του είχε κάνει εντύπωση και τη θυμόταν, μιλούσε  για κάποιον που έπνιξε ένα κακομοίρη βάζοντας τον να φάει ένα μεγάλο αχλάδι,  δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε γίνει εκείνο το πράγμα, του έχε φανεί τερατώδες,  γιατί  ο άλλος δεν το έχε απλά δαγκώσει,  δεν το χωρούσε το μυαλό του…

Τα απογεύματα  μετά τη βροχή,  όταν οι ιστοί των αραχνών γέμιζαν δροσοσταλίδες, έβγαιναν με την αδερφή του να μαζέψουν σαλιγκάρια  μέσα από τις δροσιές, τα σαλιγκάρια  τα έβρισκαν ανάμεσα σε κάτι φυτά που τα έλεγαν γαλαξίδες γιατί άμα τα έκοβες έβγαζαν ένα υγρό  άσπρο σα γάλα, κι οι λιθότοποι ήταν αγαπημένα μέρη των σαλιγκαριών,  μια φορά που είχαν  μαζέψει μια σακούλα από δαύτα   και βρίσκονταν δίπλα στο δρόμο ένα αμάξι σταμάτησε και τους ζήτησε να τα αγοράσει,  τους τα πούλησαν για ένα πόσο σίγουρα ασήμαντο όμως τους φάνηκε εντυπωσιακό που έβγαλαν χρήματα από κάτι που το έκαναν για να διασκεδάσουν.

Η αδερφή του από τότε που ήταν πολύ μικρή  είχε μανία με το φεγγάρι, το έβρισκε πάντα στον ουρανό τη μέρα που σεργιάνιζε ξέθωρο δίχως να  λάμπει και το έδειχνε με το χεράκι της φωνάζοντας, μια φορά της το είχε δείξει η μάνα της κι από τότε το έψαχνε πάντα κοιτάζοντας  ψηλά σε όλες τις μεριές του ορίζοντα. Μια άλλη μανία που είχε η μικρή ήταν ένα λουλούδι  τεράστιο που είχαν στην αυλή,  πήγαινε και  το περιεργάζονταν  όλη την ώρα αγγίζοντας τα μεγάλα άσπρα πέταλα με τα χεράκια της,  πρέπει να ένιωθε ότι το  λουλούδι ήταν κάτι  πολύ παράξενο. Περνούσε πολλές ώρες μαζί με την αδερφή του, η αγαπημένη τους ασχολία ήταν να χαζεύουν ένα κουτί με διάφορα πολύτιμα όπως τα θεωρούσαν,  νομίσματα, πετράδια ημιπολύτιμα, σφραγίδες, ένα δαχτυλίδι, ήταν ο θησαυρός τους και του είχαν δώσει και όνομα  ‘’θραύσματα από το καλειδοσκόπιο του παραδείσου’’,  κάπου το είχαν βρει γραμμένο και τους άρεσε.

Πέρα από σαλιγκάρια την άνοιξη έβρισκες και χόρτα στα χωράφια και στα λιβάδια λάπατα ξινά,  ραδίκια ζοχούς αλλά πιο  πολύ παπαρούνες, που είχαν μάθει να τις ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ ένα σωρό βότανα, είχαν φύλλα σε διάφορα σχήματα όμως το μάτι τους είχε εξασκηθεί και τις εντόπιζε  ιδίως σε σημεία που είχαν οργωθεί και είχε φρέσκο χώμα. Τα χόρτα η μάνα του τα έκανε πίτα, αφού ζύμωνε με τα δυνατά της χέρι μέσα σε μια σκάφη το ζυμάρι κοπανώντας το αλύπητα το άπλωνε σ’ εκείνο το καπάκι  που χρησιμοποιούσαν για να σκεπάζουν τα ξερά καπνά  και μετά άπλωνε  τα χόρτα που είχαν βράσει, λάδι και  τυρί τριμμένο τα έβαζε σ’ ενώ σινί μεγάλο κι έπειτα  έψηνε την χορτόπιτα πάνω στη σόμπα, όταν ψήνονταν η μια μεριά   γύριζε την πίττα από την άλλη τοποθετώντας την πάλι στο ξύλινο καπάκι. Εννοείται ότι το μισό ταψί πήγαινε στον πατέρα του που ήταν πολύ λαίμαργος, άμα δεν έτρωγε όσο άντεχε χαλούσε τον κόσμο  και τελικά πέθανε από τη λαιμαργία του αφού δεν μπορούσε να συγκρατηθεί,  πήγε από ζάχαρο  που είχε ξεφύγει είχε άσχημο τέλος,  του είχαν κόψει και το πόδι.

Την άνοιξη στόλιζαν τα κορίτσια και τον επιτάφιο ,αυτός πήγαινε  κάθε μεγάλη Παρασκευή πρωί- πρωί να μαζέψει από ένα ξέφωτο  κάτι κρίνα άγρια, γαλάζια και κίτρινα που του άρεσαν πολύ,  τα  άφηνε μαζί με  τ’ άλλα λουλούδια πάνω από την εικόνα του χριστού, έπειτα την φιλούσε όπως έκαναν  όλοι κι ύστερα περνούσε κάτω απ τον επιτάφιο, το βράδυ η πομπή  με τον στολισμένο επιτάφιο περνούσε κάτω από το σπίτι της  γιαγιάς του κι έβγαιναν στο μπαλκόνι να τη δουν,  μια συνοδεία από κεριά,  φώτα και  σκιές στο μισοσκόταδο  που θύμιζε την ‘’Νυχτερινή περίπολο’’ του Ρέμπραντ .

Ο επιτάφιος ύστερα από  μια μεγάλη βόλτα  κατέληγε πάλι  στην εκκλησία, έκανε μερικές στάσεις σύντομες αλλά την πιο μεγάλη στάση την έκανε όταν περνούσε  από μια γειτονιά δίπλα σε κάτι αρχαία χαλάσματα που κάποτε πρέπει να ήταν τείχη  ή φρούρια. Αυτή ήταν η πιο όμορφη γειτονιά,  όσοι έμεναν εκεί ήταν  πολύ μερακλήδες, είχαν γλάστρες στις αυλές και τα σπίτια τους τα  είχαν  βάψει με κάτι χρώματα φανταχτερά, πολύ όμορφα, μερικά ήταν βαμμένα στο χρώμα της ώχρας,  άλλα άσπρα, ασβεστωμένα, υπήρχαν βέβαια και κάμποσα   φτιαγμένα από ,λαμαρίνες εντελώς παρατημένα όμως κι εκείνα ήταν ωραία,    λουλούδια  έβγαιναν  μόνα τους στις αυλές ανάμεσα στα χορτάρια αφού κανείς δεν τα περιποιόνταν,  κάτι κρόκοι πορτοκαλί  και κίτρινοι, κάτι τουλίπες,  κάτι τριαντάφυλλα κι άλλα λουλούδια αναρριχώμενα. Όποτε περνούσε από κείνη  τη γειτονιά δεν άκουγε τίποτα,  ούτε έναν θόρυβο  μόνο από κάποιο  γκρέμισμα έλεγαν ότι ζούσε ένας μονόχειρας ερχόταν το βουητό κάποιου ραδιοφώνου που έπαιζε ασταμάτητα κι ένας ήχος  νερού που κυλά συνέχεια σα να υπήρχε εκεί μια πηγή υπόγεια. Ένα μεσημέρι που πλησίασε να δει από πού ερχόταν ο ήχος του νερού είδε πίσω από τις λαμαρίνες ένα ποταμάκι να βγαίνει κάτω από ένα μεταλλικό σκέπασμα,  όπως ήταν αφηρημένος ούτε που είδε ένα σκύλο μαλλιαρό που πετάχτηκε γαυγίζοντας μπροστά του σα φάντασμα και τον κατατρόμαξε.

Μια μέρα ήρθε στο σχολείο ο πατέρας του μαζί μ’ εκείνον τον  μονόχειρα  που έμενε στο γκρεμισμένο σπίτι, θέλανε να ρωτήσουν για τα παιδιά τους πως πάνε με τα μαθήματα,  του έκανε εντύπωση που ο πατέρας του μιλούσε με τον μονόχειρα, τον χαιρέτησε από μακριά κι έτρεξε με τα’  άλλα παιδιά. Το βράδυ τον άκουσε να λέει στη μάνα του ότι  δεν είχε καμιά σχέση με την αδερφή του, εκείνος ήταν σκάλες ανώτερος   η μικρή  όταν το έμαθε έβαλε τα κλάματα. Από τότε η αδερφή του άρχισε να ζηλεύει,  όσο περνούσαν τα χρόνια ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με κείνη, καθώς  μεγάλωνε  γίνονταν και πιο αυταρχική, πιο περίεργη, είχε μια τάση να μπλέκει όλο σε καταστάσεις περίεργες  σα να μη της άρεσαν τα φυσιολογικά πράγματα, κι όταν εκείνος  κέρδισε  έναν κουμπαρά  πράσινο για μια έκθεση που γράψανε έ  τότε δεν ήθελα ούτε να τον βλέπει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε όμως  όσο περνούσε ο καιρός τον απέφευγε λες και το έκανε επίτηδες, είχε μεγαλώσει πια και χρόνο με το χρόνο  την είχε χάσει, κράτησε καιρό όμως τελικά απομονώθηκαν τελείως,  αυτό βέβαια δεν έγινε σε μια μέρα,  είχαν μαλώσει  κατά καιρούς πολύ άγρια αλλά αυτά συμβαίνουν πάντα ανάμεσα στα  αδέλφια,  εκείνη όμως αποδείχτηκε ότι είχε χαρακτήρα εκδικητικό . Ακόμα και στις μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα όποτε της τηλεφωνούσε εκείνη του απαντούσε ξερά και με μισόλογα σα να την υποχρέωναν να κάνει κάτι,   στο τέλος αποφάσισε να μη της τηλεφωνεί καθόλου να έχει το  κεφάλι του ήσυχο όμως του έλειπε, ήξερε ότι ένα κομμάτι του ήταν μέσα της αλλά  τι μπορούσε να κάνει ;

Παρ’  όλο που δεν τη συναντούσε πια την έβλεπε ταχτικά στον  ύπνο του σα να είχαν καρφωθεί  οι ανυμνήσεις για πάντα στο μυαλό του,  κάποια στιγμή του τηλεφώνησε έτσι στο άσχετο και μίλησαν για τα παλιά,  πιο πολύ εντύπωση του έκανε ότι ο γιος της έψαχνε όπως κι εκείνη το φεγγάρι στον ουρανό κι όταν το έβρισκε το έδειχνε με το δαχτυλάκι του. Χάρηκε πολύ που  την ξαναβρήκε, σκέφτηκε ότι μπορούσαν να περάσουν ένα σαββατοκύριακο μαζί , πολλές φορές είχε προσέξει ότι εκείνη θυμόταν πράγματα που αυτός είχε ξεχάσει, μια φορά του είχε πει για μια τζιτζιφιά που υπήρχε στην αυλή του σχολείου,  για έναν χαρταετό που είχαν φτιάξει μαζί, για ένα ψάρι που είχαν πιάσει σ’  ένα ποταμάκι,  την πήρε στο τηλέφωνο όμως αυτή τη φορά  ήταν  απόμακρη , κλείστηκε ξανά στο καβούκι της,  του μίλησε απότομα  κι αυτός τσατίστηκε, ήθελε να της  πει κάτι βαρύ αλλά κρατήθηκε.


ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...