Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

BMW E32

 

 Τα καλοκαίρια που είχε άδεια δεν πήγαινε πουθενά, καθόταν ώρες πολλές μέσα στο διαμέρισμα, δεν του άρεσε η θάλασσα ούτε η ηλιοθεραπεία μέσα στη ζέστη, η γυναίκα του πήγαινε για μπάνιο με μια φίλη της αλλά αυτός βαριόταν, μερικές φορές που είχε πάει  του έχε φανεί απίστευτα πληκτικό,  βαρέθηκε τη ζωή του ! Αυτός καθόταν όλη μέρα μέσα στο σπίτι κι ούτε που τον ένοιαζε,  έβλεπε κάτι ταινίες,  άκουγε ειδήσεις, έκανε καμιά δουλειά,  κανένα μερεμέτι,  έβαζε και τον  κλιματισμό και δεν ήθελε να τον ζαλίζει κανένας,  ήταν λίγο μονόχνοτος, λίγο κλειστός,  η μοναξιά ήταν το μόνο που δεν τον πείραζε,  μπορούσε να περάσει μέρες πολλές έτσι κλεισμένος χωρίς να βαρεθεί. Έκλεινε τα παντζούρια  κι από τις γρίλιες παρακολουθούσε τους γείτονες, πολλοί καθόταν στο μπαλκόνι  κι έψαχναν στα κινητά τους, οι γυναίκες άπλωναν ρούχα,  δεν έκανε φασαρία και νόμιζες ότι  δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι του. Ξυπνούσε πολύ νωρίς, κατά τις πέντε μισή κι έβγαινε μια βόλτα, εκείνη ήταν η καλύτερη ώρα για να περπατήσεις, το  φεγγάρι κατέβαινε κατά τη δύση και φώτιζε τη θάλασσα, στο δρόμο έβλεπες κάτι εργάτες που ξεκινούσαν  βαριεστημένα  για τη δουλειά,  αυτή ήταν   η καλύτερη ώρα,  μερικές φόρες έτρεχε ελαφρά,  καθώς δεν έκανε εκείνη την καταραμένη ζέστη του μεσημεριού δεν φοβόσουν μη μουσκευτείς στον ιδρώτα,  περνούσε από ένα μέρος όπου υπήρχαν νυχτερινά μαγαζιά κι έβλεπε του ξενυχτισμένους πιτσιρικάδες  να τρώνε σε κάτι φαγάδικα, μια φορά είχε βρει και κάτι λεφτά πεσμένα ‘’Τι να σας κάνω παιδιά’’ σκέφτηκε ‘’Ας προσέχατε !’’

Πάντα έτσι γίνονταν, το καλοκαίρι ο κόσμος τρελαίνονταν κι ήθελε να φύγει όπου νάναι, λένε ότι με τη ζέστη συμβαίνουν  τα περισσότερα εγκλήματα, χάνεις τη ψυχραιμία σου, τον έλεγχο, θέλεις να ξεσπάσεις, το χειμώνα που οι θερμοκρασίες είναι πιο χαμηλές το σώμα είναι πιο ήρεμο, δεν τρελαίνεσαι έτσι εύκολα. Έπειτα ήταν και ο ιός που εμπόδιζε τον κόσμο να μετακινείται, να φεύγει, όταν μπορείς να φεύγεις ξέρεις ότι έχεις μια διέξοδο,  μπορείς να δραπετεύσεις, να δεις ένα άλλο μέρος, να κάνεις κάτι διαφορετικό, να χαλαρώσεις, ν’ αλλάξεις ατμόσφαιρα,  όταν σου λένε καλύτερα να μη πας πουθενά είναι πιο δύσκολα. Ο κόσμος δεν έφευγε όμως  οι δρόμοι  ήταν άδειοι, ελάχιστοι κυκλοφορούσαν  όπως κάθε καλοκαίρι, μονάχα κάτι κορίτσια από εταιρείες τηλεφωνικές χτυπούσαν τα κουδούνια προσπαθώντας να κλείσουν κανένα συμβόλαιο,  αυτός πάντα τους άνοιγε,  τα λυπόταν,  το είχε κάνει κι αυτός ένα φεγγάρι, τα νέα παιδιά ήταν πάντα αποφασισμένα καθώς  ξεκινούσαν τη ζωή και δεν πτοούνταν εύκολα. 

Μια μέρα ένα κορίτσι που του χτύπησε  του ζήτησε ένα ποτήρι νερό,  ‘’Βεβαίως’’  είπε κι έβγαλε ένα  μπουκάλι παγωμένο,  το κορίτσι ήπιε,’’ Μήπως θέλεις  ακόμα ένα;’’ του έδωσε δεύτερο   και είδε τα  μάτια του να φωτίζονται σα να πήρε την ενέργεια που χρειαζόταν, καλά άμα ήταν εκεί η  γυναίκα του θα του φώναζε ‘’Γιατί  του άνοιξες;  Από ποιο ποτήρι ήπιε; Το έπλυνες καλά; Μήπως μπήκε μέσα όσο ήσουν στο ψυγείο; Αυτά δεν   θέλουν πολύ’’. Αυτό δεν το καταλάβαινε, ο κόσμος είχε γίνει τόσο καχύποπτος, παλιά δεν ήταν έτσι, θυμόταν τον εαυτό του  όταν μοίραζαν  διαφημιστικά πριν τριάντα τόσα χρόνια ο κόσμος άνοιγε τις πόρτες, δεν έκανε έτσι σαν παλαβός, τώρα όλοι είχαν κλειστεί στο καβούκι τους,  λέγανε βέβαια  ότι παλιά γινόταν και πιο πολλές κλοπές κι άλλα εγκλήματα, φόνοι, βιασμοί, επειδή οι άνθρωποι δεν  φυλάγονταν τόσο πολύ, κάπου θα υπήρχαν στατιστικά, ποιος ξέρει όμως κι αυτό ήταν παλαβό,  όταν ζούσε μόνος του άνοιγε πάντα την εξώπορτα κι όλοι τον κράζανε ότι δεν πάει καλά, δεν μπορούσε να πει όχι  σε κάποιον που ζητούσε βοήθεια, από τότε που ζούσε με τη γυναίκα άλλαξε, εκείνη φοβόταν, ήταν πολύ καχύποπτη όπως κι όλος ο  κόσμος βέβαια…

‘’Αχ κύριε μπορώ δυο λεπτά  να καθίσω;’’  είπε το κορίτσι αφού ήπιε το νερό ‘’ Δεν θα σας ενοχλήσω, μια ανάσα να πάρω’’ –‘’Εντάξει’’ της είπε κοιτάζοντας την παρατηρητικά,  τι θα μπορούσε να του κάνει ένα κοριτσάκι,  του έφερε ένα  σκαμπό και το κορίτσι κάθισε,  ‘’Αν σας πως τι μου έτυχε..’’ άρχισε να λέει το κορίτσι που είχε όρεξη,  ‘’Θέλω να το πω σε κάποιον,  ήμουνα εδώ λίγο πιο πάνω ξέρετε που δεν έχει πολλά σπίτια,  εκεί κοντά είναι ένα βενζινάδικο και πήγα να μιλήσω σε κάποιον μήπως ενδιαφέρονταν για το τηλέφωνο κι εκεί ξέρετε τι έγινε,  ένα αμάξι σαραβαλιασμένο  ήρθε με φορά κατά πάνω μου έτσι χωρίς  λόγο,  δεν υπήρχε κανείς  εκεί πέρα και φοβήθηκα,  έτρεξα πίσω από ένα εκκλησάκι κι εκείνο πέρασε με φόρα από δίπλα μου,  ήταν  πολύ τρομαχτικό και το πιο περίεργο ήταν ότι δεν μπορούσα να δω ποιος οδηγούσε σα να πήγαινε το αμάξι μόνο του,  καλά πήρα μια τρομάρα!’’ συνέχισε το κορίτσι κα μετά σηκώθηκε ‘’Σας ευχαριστώ!’’ είπε κοιτάζοντας τον στα μάτια και βιάστηκε να φύγει σα να φοβόταν μη του γίνει βάρος. 

 Έμεινε μόνος  και σκεφτόταν, τι ήταν πάλι αυτή η ιστορία με το αμάξι, το ήξερε το μέρος,  ήξερε και το βενζινάδικο, κάποτε σκοτώνονταν στη δουλειά επειδή από κει περνούσε ένας δρόμος που πήγανε κατά τη θάλασσα από τότε όμως που είχαν φτιάξει μια παράκαμψη ο δρόμος είχε νεκρώσει και κανείς σχεδόν δεν τον χρησιμοποιούσε γι αυτό και είχαν κλείσει και το βενζινάδικο. Αναρωτιόταν αν  έλεγε αλήθεια το κορίτσι κι αν ήταν έτσι  ποιος παλαβιάρης το είχε τρομάξει, κι έπειτα  τι αμάξι ήταν εκείνο που δε φαινόταν ο οδηγός του, αν ήταν έτσι σαραβαλιασμένο όπως είχε πει η κοπέλα τότε θα βρισκόταν κάπου εκεί κοντά σε κάτι σπίτια όπου έμεναν  δυο πρεζόνια ,  η περιέργεια του γινόταν όλο και μεγαλύτερη, καθώς  δεν είχε δουλειά αποφάσισε να πάει να ρίξει μια ματιά .  

 Ήταν μεσημέρι προς απόγευμα, η χειρότερη ώρα για να βγεις έξω, πήρε το μηχανάκι του και ξεκίνησε για  το βενζινάδικο που απείχε δέκα λεπτά με το μηχανάκι, οι αντλίες ήταν εκεί σκουριασμένες  στη μέση του πουθενά, μέσα στη ζέστη και στη θολούρα το μέρος  θύμιζε κάτι εγκαταλειμμένες  πόλεις στην Αμερική όπου μοναχά ο αέρας ακούγεται. Πήγε κι έψαξε το σημείο κοντά στο εκκλησάκι εκεί  που του είπε η κοπέλα,  βρήκε τις ροδιές του  αμαξιού που είχαν σκάψει το χώμα μετά από κάποιο φρενάρισμα,  αυτό πρέπει να ήταν, είχε περάσει ξυστά  από το κουβούκλιο,  από κάτω  υπήρχε ένας γκρεμός όχι  απότομος αλλά   ήταν επικίνδυνα, άμα έπεφτες από κει κάτω στο ρέμα άντε γεια.

Εκείνη  τη στιγμή δεν φυσούσε καθόλου σαν να είχε στερέψει κάθε ανάσα της φύσης, ξαφνικά τον έπιασε μια δίψα, ήξερε ότι πίσω από το βενζινάδικο είχε μια βρύση και σκέφτηκε να πάει κατά κει μήπως υπήρχε καθόλου νερό,  καθώς κοιτούσε κατά τη ρεματιά άκουσε έναν θόρυβο και γυρίζοντας είδε το αμάξι, ήταν ένα από κείνα τα παλιά μοντέλα της BMW με την μούρη που θύμιζε  ρύγχος καρχαρία,  κάποτε χαλούσαν κόσμο, κι ο πατέρας του είχε ένα τέτοιο αλλά το είχε πουλήσει σε κάποιον συλλέκτη, ερχόταν  σιγά- σιγά προς το μέρος του και την τελευταία στιγμή έστριψε και ήρθε  φουλαριστό κατά πάνω του,  πέρασε δίπλα του και καρφώθηκε σε ένα κούτσουρο κάποιου κομμένου δέντρου.  Καλά ο τύπος ήταν ψυχάκιας, τώρα είχε  θυμώσει πολύ,  έτρεξε κατά το χτυπημένο σαράβαλο που είχε ακινητοποιηθεί  όμως δε μπορούσε να δει τίποτα στο εσωτερικό του,  τα τζάμια  ήταν ανεβασμένα και μια σκοτεινή φιγούρα φαινόταν μόνο να κινείται,  ο άλλος πρέπει να είχε χτυπήσει,  άνοιξε  την πόρτα  και τον  είδε επιτέλους καθαρά,  ήταν ένας γκριζομάλλης κάπου πενήντα- εξήντα χρονών μ’  ένα  άσπρο φανελάκι, πρώτη φορά τον έβλεπε και πρόσεξε ότι  το ένα μάτι του ήταν σα χαλασμένο,  τον άρπαξε από τους ώμους  και τον έριξε κάτω, είχε μια μανία με τον τύπο  που παραλίγο να τον σκοτώσει ο άλλος όμως ήταν δυνατός σα διάβολος,  σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι του,  νόμιζε ότι τον είχε κανονίσει όμως ο άγνωστος  ήταν ταύρος, γύρω δε φαινόταν ψυχή,  την είχε βαμμένη, πως είχε μπλέξει έτσι στα καλά καθούμενα;

Το μυαλό του δούλευε πολύ γρήγορα αντιμετωπίζοντας αυτόν τον τύπο που του φαίνονταν ότι  ενσάρκωνε το απόλυτο κακό, πως γίνεται να υπάρχει στον άνθρωπο αυτό το αίσθημα να θέλεις να προκαλέσεις πόνο στον άλλον κι αυτό να σου προκαλεί ικανοποίηση, πως είχε φτιάξει  η φύση τούτα  τα πλάσματα τόσο άσχημα και πως μπορούσες να προστατευτείς απ’ αυτά, αν είχε χρόνο θα  ανέλυε  περισσότερο  αυτό που συνέβαινε όμως εδώ δεν είχε τέτοια πολυτέλεια, καθώς ο άλλος ετοιμάζονταν να του ριχτεί ξανά δυο ορτύκια πετάχτηκαν μέσα απ’  τα χόρτα κι άρχισαν να περπατούν πανικόβλητα στην αντίθετη κατεύθυνση, για έναν παράξενο λόγο ο τύπος με το φανελάκι σάστισε για μια στιγμή κι αυτό του έδωσε χρόνο να τρέξει κατά το μηχανάκι, έβαλε μπρος κι αναπτύσσοντας ταχύτητα όρμησε  κατά πάνω του, τον χτύπησε με όλη τη  φόρα που είχε, ο άλλος πετάχτηκε στην άκρη του δρόμου κι ούτε γύρισε να κοιτάξει τι απέγινε, απλά γκάζωσε κι εξαφανίστηκε από κείνο το καταραμένο μέρος.  Ο  αέρας που φυσούσε στο πρόσωπο του σα να δρόσισε το μυαλό του, γύρισε μια τελευταία φορά να δει τι γινόταν και είδε εκείνο τον τύπο με το φανελάκι να σηκώνεται παραπατώντας ενώ το  σαραβαλιασμένο του αμάξι  στέκονταν απειλητικά  ακίνητο,  θα το σκεφτόταν πολύ να ξαναπεράσει από κει πέρα.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

SUPERNATURAL BLONDE

’ Τελείωσε η φετινή σεζόν παιδιά , τα πιο πολλά ξενοδοχεία δε πρόκειται ν’ ανοίξουν, μια συντήρηση θα κάνουν μονάχα κι αυτό ήταν, πήραν κάτι χρήματα από το κράτος για ενίσχυση θα τη βγάλουν μ’ αυτά, τα αεροδρόμια καμιά σχέση με πέρσι , οι Ρώσοι θα εμφανιστούν μετά το Σεπτέμβριο, έχουν ένα κάρο κρούσματα και τους απαγορεύεται, μη το ψάχνετε, δεν υπάρχει τίποτα φέτος, το παιχνίδι θα παιχτεί την επόμενη χρονιά, τότε θ’ αρχίσουν να στραγγίζουν όλοι και θα γελάσουμε ! ’’’

Στην πιάτσα των ταξί είχαν μαζευτεί όλοι οι ξενυχτισμένοι κι άκουγαν τον Τρότσκι, έτσι φώναζαν έναν κομουνιστή φανατικό που είχε τέτοια ευφράδεια ώστε όλοι του έλεγαν γιατί δεν κατέβαινε για βουλευτής, σε μια στιγμή που ήρθαν κοντά ο Τρότσκι πρόσεξε τις γρατζουνιές του, ‘’Τι είναι αυτά ρε, τι σου κάνανε , ποια λυσσάρα σου όρμησε;’’ – ‘’Άσε ρε, μια ξανθιά κυράτσα έξω από το ξενοδοχείο, θα της έχωνα καμία αλλά κρατήθηκα’’ – ‘’Κάτσε να σου βάλω λίγο οινόπνευμα, θα τσούξει λίγο αλλά είναι απολυμαντικό’’. Του έριξε οινόπνευμα από ένα μπουκαλάκι που τον έτσουξε άσχημα, έριξε μια ματιά στο μπράτσο, οι γρατζουνιές έμοιαζαν με κόκκινες γραμμές παράλληλες πάνω στο δέρμα ‘’Την άτιμη!’’ ψιθύρισε χαμηλόφωνα.

Ούτε είχε καταλάβει πως του επιτέθηκε η ξανθιά, οδηγούσε το ταξί του κουβαλώντας κάτι Πολωνούς με ξέθωρα μαλλιά κι άσπρα χέρια σε κάποιο ξενοδοχείο, όπως έστριβε για να μπει στο παρκινγκ του ξενοδοχείου ένα αμάξι από απέναντι του έκλεινε το δρόμο, το φανάρι που υπήρχε εκεί πέρα είχε χαλάσει και δεν ήξερες ποιος έχει προτεραιότητα, το άλλο αυτοκίνητο στεκόταν εκεί στη μέση του δρόμου σα να είχε σβήσει η μηχανή του, μια φιγούρα μέσα του φαινόταν να προσπαθεί να το ξεκινήσει, άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ‘’Τι θα γίνει θα ξεκινήσεις;’’ ο δρόμος ήταν στενός και δεν χωρούσαν να περάσουν και οι δύο, το άλλο αμάξι επιτέλους πήρε μπρος κι άρχισε να κινείται άγαρμπα αλλά τώρα ερχόταν κατά πάνω του ‘’Που πας ρε φίλε, είσαι τρελός!’’ φώναξε όταν είδε ότι ο οδηγός ήταν μια ξανθιά με κότσο που αντί να κάνει πίσω ερχόταν κατά πάνω του, την τελευταία στιγμή έστριψε και σταμάτησε πλάι του, κατέβηκε και του επιτέθηκε έτσι χωρίς να πει τίποτα, άρπαξε το χέρι του μπήγοντας τα νύχια της το μπράτσο του, τράβηξε κάτι βαθιές χαρακιές πάνω στο δέρμα του, βγήκε έξω από το αμάξι έξαλλος, ήθελε να την χαστουκίσει όμως κρατήθηκε, η γυναίκα ήταν βλαμμένη, ψυχωτική, θα έβρισκε το μπελά του. Ήταν ξανθιά, κάπου σαράντα και είχε πιασμένα τα μαλλιά της στην κορφή , τις έριξε κάτι μπινελίκια χοντρά κι εκείνη ανταπέδωσε με κάτι εκφράσεις που δεν τις είχε ξανακούσει, από πού στο διάβολο είχε έρθει, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα, τι ρόλο βαρούσε; Αφού ξέσπασε πάνω του μπήκε στο αμάξι της κι έφυγε σα να μη τρέχει τίποτα, κράτησε το νούμερο της, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει έτσι, θα την πήγαινε στο αυτόφωρο, θα την εξευτέλιζε, θα της έκανε ζημιά, τον είχε πιάσει μια μανία που ήθελε να φάει τα ρούχα του, έπειτα από λίγο όμως σα να του πέρασε και δεν ήταν τόσο σίγουρος.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τέτοια συμπεριφορά από γυναίκα, μια γκόμενα που είχε κάποτε ήταν έτσι επιθετική, άμα νευρίαζε δεν ήξερε τι έλεγε κι ούτε καταλάβαινε τίποτα, ορμούσε κατά πάνω σου κι άντε να την κουμαντάρεις, δεν του άρεσε ποτέ να χτυπά κανέναν ειδικά γυναίκες, απεχθάνονταν τη βία κι όταν μάλωναν απλά της έκλεινε την πόρτα και την άφηνε να χτυπιέται ή σηκωνόταν κι έφευγε, δεν μπορούσες να συνεννοηθείς με τίποτα. Εκεί όμως ήταν επιλογή του, εδώ μ’ αυτήν την ξανθιά δεν είχε καμιά δουλειά, για ποιο λόγο θα έπρεπε να την ανεχτεί, τι είχαν πάθει ρε φίλε, ποιες νόμιζαν ότι ήταν, είχαν ξεφύγει εντελώς, νόμιζαν ότι αποτελούσαν το κέντρο του σύμπαντος, την αρχή κα το τέλος όλων των πραγμάτων, είχαν την αίσθηση ότι δεν είχαν ανάγκη κανέναν κι όταν τις έπιανε το συναισθηματικό τα γυρνούσαν, κλαίγανε και το έριχναν στα χάπια, στις ψυχοθεραπείες, ζητούσαν συγνώμη, παρακαλούσαν, έπεφταν στα πόδια σου, μια κατάσταση άστα να πάνε, εντελώς παλαβές μιλάμε.

Οι γυναίκες δε πήγαιναν καλά, το είχε δει και στο νησί που πήγε διακοπές, τα κορίτσια εκεί πέρα είχαν ξεσαλώσει, φώναζαν και χτυπιούνταν όπως επέστρεφαν από τα νυχτερινά μαγαζιά σέρνοντας τους συνοδούς τους, κάτι παιδιά με μούσια και μουστάκια που δεν απαντούσαν ότι και να τους λέγανε. Γυρνώντας απ’ τις διακοπές έπεσε πάνω σ’ εκείνη την ξανθιά που τον χάλασε εντελώς, είχε τόσα νεύρα κι ούτε που ένιωθε κανέναν πόνο από τις γρατζουνιές, άφησε τους Πολωνούς που δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί και πέρασε από την πιάτσα όπου έπεσε πάνω στην ομιλία του Τρότσκι. Ακούγοντας τον συνειδητοποίησε πως όλα είχαν τελειώσει, στις τηλεοράσεις λέγανε ότι τον άλλον μήνα θα έπαιρνε μπρος το πράγμα αλλά τώρα καταλάβαινε ότι δεν θα γύριζε με τίποτα, η σεζόν είχε χαθεί κι η πόλη είχε μετατραπεί σ’ ένα μεγάλο χωριό, είχε αδειάσει κι η αιτία εκτός απ’ τους τουρίστες ήταν οι φοιτητές, αυτοί έδιναν τον τόνο στα μαγαζιά, στις πορείες, στα λεωφορεία, πρέπει να υπήρχαν καμιά εκατοστή χιλιάδες από δαύτους μπορεί και περισσότεροι , και τώρα είχαν φύγει όλοι, μονάχα κάτι ξέμπαρκα κοριτσάκια έβλεπες τα πρωινά να περιμένουν στις στάσεις φορώντας κοντά φουστανάκια. Αυτό βέβαια δεν ήταν απαραίτητο κακό, είχες την ησυχία σου όμως είχε πέσει και η δουλειά, όλα πήγαιναν κατά διαόλου αλλά τι μπορούσες να κάνεις, και να σκεφτείς ότι γυρνώντας από το νησί είχε πολύ καλή διάθεση, αν και δεν πέρασε τέλεια εντούτοις είχε αλλάξει τον αέρα του, ένιωθε πιο φρέσκος όμως τώρα τα είχε πάρει άσχημα, θα την πήγαινε στο δικαστήριο, δεν θα την άφηνε έτσι .

’Έχεις πάρει τον αριθμό της, θέλεις να πάμε στην αστυνομία να δούμε ποια είναι; Έχω έναν δικό μου στο τμήμα και μπορεί να το κοιτάξει’’ του πρότεινε ο Τρότσκι που τον έβλεπε σκεφτικό όλη την ώρα. Ο κομουνιστής τελικά ήταν φίλος, τον πήγαινε τον τύπο και για έναν άλλον λόγο, για το στυλ του, ότι και να φορούσε ήταν ωραίος, στυλάτος, καθαρός, άνετος, να τώρα για παράδειγμα φορούσε ένα γαλάζιο πουκάμισο , παντελόνι τζιν και κάτι σαγιονάρες αλλά ήταν σένιος, πολύ ωραίος κι έπειτα ήταν το περπάτημα, οι κινήσεις του, ο τρόπος που έβαζε τα χέρια στις τσέπες, ο τρόπος που χειρονομούσε, που κάπνιζε, ένα πολύ ωραίο πράγμα, αφού καμιά φορά καθόταν εκεί πέρα και τον χάζευε, άλλες φορές πάλι επειδή ήξερε αγγλικά, καθόταν και του μάθαινε μερικές λέξεις για να μιλά με τους τουρίστριες.

Στην αρχή δεν ήθελε να το ψάξουν με τον αστυνομικό μετά όμως σκέφτηκε ‘’Γιατί όχι ; Για να δούμε ποια είναι η τύπισσα’’ , ο μπάτσος τους έδωσε το όνομα και την διεύθυνση της, πήγαν εκεί πέρα ένα βράδυ και την περίμεναν όμως καθώς δεν εμφανίζονταν ο Τρότσκι σηκώθηκε να φύγει ‘’Φίλε δε κάθομαι εδώ πέρα, ξέχνα την καλύτερα!’’ αυτός έμεινε να περιμένει και την ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά την είδε να μπαίνει σε μια πολυκατοικία μ’ ένα μεγάλο δέντρο μπροστά της . Από τότε περνούσε συχνά από κείνο το στενό όποτε σχολούσε από τη δουλειά πηγαίνοντας για το σπίτι και μια βραδιά την είδε σε μια στάση να περιμένει, αναβόσβησε τα φώτα κι εκείνη ήρθε στο ταξί δίνοντας του μια βαλίτσα που την έβαλε στο πορτ μπαγκαζ ‘’Εδώ σ’ έχω πουλάκι μου!’’ σκέφτηκε, φοβόταν μήπως τον είχε θυμηθεί αλλά εκείνη ούτε που τον είχε κοιτάξει , του είπε που πάει, κάθισε πίσω κι άρχισε να μιλά στο κινητό της. Όπως την παρατηρούσε απ’ τον καθρέφτη του άρεσε, προσπαθούσε να καταλάβει πως ήταν το σώμα της, τόσες μέρες του είχε καρφωθεί στο μυαλό κι ήθελε να μάθει περισσότερα γι αυτήν, δεν τη μισούσε πια το αντίθετο μπορείς να πεις, αναρωτιόταν τι έκανε στη ζωή της σίγουρα είχε χαρακτήρα έντονο, δεν ήταν κανένα ψοφίμι, θα μπορούσε να κάνει κάτι μαζί της.


’Εδώ είμαστε’’ του είπε και άνοιξε την πόρτα, αυτός βγήκε να τη βοηθήσει κι όπως σήκωνε τη βαλίτσα φάνηκαν οι τεράστιες γρατζουνιές που είχε στο μπράτσο, εκείνη τον κοίταξε πολύ περίεργα χωρίς να πει τίποτα ‘’Έχω μια αγριόγατα στο σπίτι’’ βιάστηκε να πει όμως εκείνη είχε καταλάβει, το είδε στο βλέμμα τηs, ‘’Έχεις καμιά κάρτα ;’’ τον ρώτησε, έβγαλε από την τσέπη του πουκάμισου και της έδωσε, την άλλη μέρα του τηλεφώνησε ‘’Θέλεις να έρθεις σπίτι μου;’’ ένιωσε τη καρδιά του να χτυπά, τι τον ήθελε, ποια ήταν, φοβόταν όμως αυτός ο φόβος τον εξιτάριζε, το σκέφτηκε πολύ και τελικά πήγε, ‘’Άμα συμβεί κάτι…’’ είπε στον Τρότσκι ‘’…να ξέρεις είμαι στο σπίτι της, ξέρεις που είναι, ξέρεις και το όνομα της’’.

Όταν μπήκε στο διαμέρισμα κοιτούσε το χώρο για διέξοδο αν γινόταν οτιδήποτε, τον πήγε σε μια κουζίνα, έκανε τόση ζέστη που η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή, βρίσκονταν στον πρώτο όροφο κι αυτό ήταν μια ανακούφιση, πήγε κι έκατσε ακριβώς δίπλα στη πόρτα για να έχει δυνατότητα διαφυγής , πρόσεξε τα νύχια της, τα είχε κόψει, φοβόταν πολύ, είχε την αίσθηση ότι υπήρχε κάποιος ακόμη στο διαμέρισμα. ‘’Θα σου φέρω κάτι να πιεις’’ είπε αυτή και χάθηκε στο βάθος, την είδε μετά από λίγο να γυρνά όμως πίσω της κινούνταν ακόμα κάτι σαν ίσκιος, αυτόματα βγήκε στο μπαλκόνι , καβάλησε τα κάγκελα, πήδηξε στο διπλανό διαμέρισμα κι από κει στην κολώνα της πόρτας μιας μονοκατοικίας που βρισκόταν ακριβώς δίπλα, έτρεξε στο ταξί που το είχε παρκαρισμένο σε μια γωνιά κι εξαφανίστηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω του, ανάσανε βαθιά κι όπως άναβε τσιγάρο είδε την τελευταία στιγμή ένα γατάκι μικροσκοπικό που καθόταν στη μέση του δρόμου κι έγλειφε την ουρά του, φρέναρε και το απέφυγε.

Στην πιάτσα των ταξί ο Τρότσκι τον περίμενε’’ Τι έγινε ρε συ, βγήκες ζωντανός ;’’ γέλασε, κείνη την ώρα έρχονταν κάτι ξενυχτισμένα κοριτσάκια και ζητούσαν κούρσα, ο Τρότσκι έπιασε κουβέντα με τα μικρά όπως έκανε πάντοτε, χειρονομούσε βάζοντας δυο απ’ αυτά στο ταξί του, ύστερα σήκωσε ένα πλαστικό ποτήρι του καφέ και ήπιε μια γουλιά, φορούσε ένα παντελόνι βαμβακερό κι ένα μπλουζάκι ανοιχτόχρωμο που έγραφε πάνω του ‘’SUPERNATURAL BLONDE ’’ , ήταν λίγο τσαλακωμένο όμως δεν φαινόταν καθόλου άσχημο πάνω στο λιγνό του σώμα, καθότανε εκεί και τον χάζευε, πόσο σένιος ήταν ρε φίλε, ‘’Ξέρεις τι σημαίνει αυτό που γράφει στη μπλούζα σου ;’’ του φώναξε .

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

ΠΤΗΣΗ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΟΝ ΙΝΔΙΚΟ


Ένας αστυνομικός που κρατούσε  αυτόματο όπλο περπατούσε προσεχτικά, φορούσε ένα γιλέκο και  το δάχτυλο του ακουμπούσε τη σκανδάλη, δυο ακόμα  αστυνομικοί τον ακολουθούσαν βαστώντας όπλα στραμμένα  προς της άσφαλτο , τι είχε συμβεί εκεί πέρα, ήθελε να δει τι γινόταν,  σε τέτοιες στιγμές βέβαια καλό είναι να μην είσαι πολύ περίεργος, δε ξέρεις από  που μπορεί θα σου ρθει, τελικά η περιέργεια του νίκησε, πλησίασε προσεχτικά και είδε όλη τη σκηνή.

Μια μηχανή της αστυνομίας είχε περάσει με ταχύτητα μπροστά  από ένα φορτηγάκι θωρακισμένο κι   έκανε σήμα στον οδηγό να κάνει στην άκρη.  Ένας κρανοφόρος κατέβηκε από τη μηχανή  και φώναξε σε όσους επέβαιναν  στο φορτηγάκι  ότι έπρεπε  να κατέβουν  αμέσως γιατί υπήρχε πρόβλημα  ‘’ Έχουμε μια πληροφορία ότι υπάρχει βόμβα κάτω από το φορτηγό !’’ είπε ‘’Σε λίγο θα έρθουν πυροτεχνουργοί, πρέπει να φύγετε αμέσως, θα αναλάβουμε εμείς!’’  Τρεις  σεκιουριτάδες με γαλάζιες στολές βγήκαν απρόθυμα, φαίνονταν συγχυσμένοι,  είχαν ακούσει βέβαια για μια χρηματαποστολή που την είχαν ανατινάξει πρόσφατα, είχε βουίξει ο τόπος κι όλοι μιλούσαν γι αυτό  αλλά  δεν μπορούσαν να παρατήσουν έτσι το  φορτηγό, ο αστυνομικός όμως  φαίνονταν πολύ πειστικός  κι επιπλέον ακούγονταν σειρήνες περιπολικών, κάτι σοβαρό συνέβαινε  οπότε απρόθυμα στάθηκαν στην άκρη ενώ  ο αστυνομικός έβγαλε το κράνος του και φάνηκε ότι ήταν πολύ νεαρός,  κάτω από εικοσιπέντε χρονών σίγουρα όμως έμοιαζε ότι ήξερε τη δουλειά του. Γονάτισε και σύρθηκε με πού προσοχή κάτω  από το φορτηγό όπου έμεινε για ένα δυο λεπτά.  
Αυτός έμεινε εκεί και κοίταζε τι συνέβαινε,  ήταν πολύ πρωί και ψιλόβρεχε,  κανείς δεν κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα, τα ήξερε αυτά τα φορτηγά,  η ξαδέρφη του δούλευε στο ταμείο ενός μεγάλου   σούπερ μάρκετ και του είχε μιλήσει σχετικά,  έπαιρναν όλα τα χρήματα που είχαν μαζευτεί, χαρτονομίσματα και κέρματα,  και τα μετέφεραν στην τράπεζα, εκείνες τις μέρες γινόταν ένας πανικός, ο κόσμος ψώνιζε σαν τρελός ότι έβρισκε μπροστά του αδειάζοντας τα ράφια και πρέπει να είχαν βγάλει πολλά λεφτά,  κανονικά βέβαια τα χρήματα μεταφέρονταν το βράδυ όμως καμιά φορά του είχε πει η ξαδέρφη του ότι τα κρατούσαν στο χρηματοκιβώτιο και τα μετέφεραν το πρωί, κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβαινε και μ’  εκείνο το φορτηγάκι επειδή το συνόδευαν  γεροδεμένοι σεκιουριτάδες που κρατούσαν πιστόλια.

Όπως βρισκόταν σ’ ένα σημείο λίγο ψηλότερα από  το δρόμο στάθηκε να δει τι θα γίνεις στη  συνέχεια δεν ήταν ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από το φορτηγάκι  και νόμιζε ότι ήταν ασφαλής.  Γύρω δεν κυκλοφορούσε ούτε ψυχή μονάχα ένα μηχανάκι πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και βιαστικά απομακρύνθηκε στρέφοντας το κεφάλι για αν δει τι γίνεται ενώ εκείνος περίμενε να δει τι θα συμβεί. Μόλις είχε βγει από το σπίτι του για  την καθημερινή πρωινή του βόλτα, ο  καιρός ήταν περίεργος εκείνες τις μέρες, πιο πολύ έμοιαζε με φθινόπωρο παρά με καλοκαίρι,  κάθε μέρα σχεδόν έβρεχε,  τις νύχτες έπιαναν  κάτι μπόρες με μπουμπουνητά κι αστραπές,  οι  κατηφορικοί δρόμοι πλημύριζαν με νερά που σχημάτιζαν ποτάμια,  κάποιοι έλεγαν ότι το καλοκαίρι δεν θα ερχόταν ποτέ όμως ακόμα ήταν νωρίς κι έπειτα εκείνη η δροσιά δεν ήταν τόσο άσχημη, θυμόταν ένα άλλο καλοκαίρι τέτοιο, δροσερό που έβρεχε όλη την ώρα και δεν τον είχε ενοχλήσει καθόλου η ζέστη,  κάπως έτσι μπορεί κι αυτό να πήγαινε.
Όλα έξω έμοιαζαν περίεργα τούτη τη χρονιά, στην πόλη δεν κινούνταν πολύς κόσμος σα να είχε αδειάσει , αναρωτιόσουν που είχαν πάει οι άνθρωποι, όλα είχαν  ησυχάσει κι ήταν σα να βρισκόσουν σ’ ένα  μεγάλο χωριό, ακόμα κι οι ζητιάνοι είχαν εξαφανιστεί ,  όλα κινούνταν αργά  κι αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό όμως έλειπε εκείνο το αγχωτικό, το νευρικό στοιχείο που βλέπεις στις μεγαλουπόλεις, έλειπε  η κίνηση,  η ζωντάνια σα να είχε απονευρωθεί η ατμόσφαιρα,  μοναχά ανθρώπους με μάσκες στο στόμα έβλεπες να προσπαθούν να φυλαχτούν από τον διπλανό  στους φούρνους και στα λεωφορεία.   

Ήταν μια περίοδος περίεργη κι εκείνος είχε αλλάξει τις συνήθειες του όπως άλλωστε κι οι πιο πολλοί γύρω του,  κοιμόταν και ξυπνούσε νωρίς, το μόνο που είχε κρατήσει από τα παλιά ήταν η πρωινή βόλτα στην παραλία τότε που οι περισσότεροι κοιμόντουσαν,  του άρεσε πολύ αυτό το αίσθημα ότι δηλαδή εσύ είσαι άγρυπνος ενώ όλοι χαλαρώνουν και ησυχάζουν, ήταν ωραία τα πρωινά, δροσερά, μπορούσες να δεις  τα αποτελέσματα της νυχτερινής βροχής,  τα αντικείμενα που είχαν παρασυρθεί στην άκρη του δρόμου, τα κλαδιά που είχαν πέσει στα πάρκα, περνώντας από κάτι νυχτερινά μαγαζιά έβλεπε κάτι σκιές να κινούνται πίσω από κουρτίνες βαριές,  κάποιοι διασκέδαζαν εκεί μέσα μέχρι που ξημέρωνε,  ήχοι από τραγούδια και μουσικές ακούγονταν. Τα βράδια που δεν τον έπαιρνε ο ύπνος μιλούσε  πολύ ώρα με τους φίλους κι ύστερα έβλεπε κάτι  σήριαλ ατελείωτα στην τηλεόραση μέχρι να τον πάρει o ύπνος.  

Ότι κι αν είχε δει βέβαια στην τηλεόραση δεν συγκρίνονταν μ’  αυτό που συνέβαινε μπροστά στα μάτια του και ήθελε να μείνει εκεί και να δει όλη τη σκηνή,   ο νεαρός αστυνομικός που είχε συρθεί κάτω από το φορτηγάκι βγήκε γρήγορα και σχεδόν  αμέσως άρχισε να βγαίνει πυκνός μαύρος καπνός  από τον πάτο του φορτηγού,  ‘’Φύγετε γρήγορα!’’ φώναξε στους συνοδούς που κοίταζαν σα  χαμένοι,  ο επικεφαλής της συνοδείας,  ένας χοντρός με ξανθά μαλλιά,  του είπε ότι κουβαλούσαν χρήματα και θα έβρισκαν το μπελά τους όμως ο αστυνομικός του φώναξε ‘’Φύγε γιατί θα γίνουμε όλοι κομμάτια !’’, οι σεκιουρατδες τότε και πρώτος ο ξανθός με την κοιλιά, άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι και κρύφτηκαν πίσω από κάτι  αμάξια παρκαρισμένα,  αυτός στάθηκε  πίσω από έναν τοίχο μιας παλιάς μονοκατοικίας κι ένιωθε προστατευμένος σίγουρα ήταν βλακεία γιατί μπορούσαν να τον πάρουν τα σκάγια από κάνα  πυροβολισμό ή να τραυματιστεί από καμιά έκρηξη όμως η περιέργεια του ήταν πιο δυνατή  κι άλλωστε  όλα αυτά έμοιαζαν πολύ περίεργα,  το πιο παράξενο ήταν ότι ο αστυνομικός αντί να απομακρυνθεί ανέβηκε στο φορτηγάκι, έκανε αναστροφή και κατευθύνθηκε προς την αντίθετη μεριά ενώ πίσω του ο μαύρος καπνός είχε απλωθεί παντού, αν υπήρχε κίνδυνος έκρηξης γιατί δεν άφηνε το φορτηγό κάτι δεν πήγαινε καλά  εκεί πέρα.

Δεν είχε προλάβει να διανύσει πενήντα μέτρα όταν έφτασαν δυο  περιπολικά και μπλόκαραν τον δρόμο,  από μέσα τους πετάχτηκαν εκείνοι οι κομάντο με τα αυτόματα,  φορούσαν   αλεξίσφαιρα γιλέκα και μια εξάρτηση, δεν ήταν  πολύ γεροδεμένοι αλλά νευρώδεις, φαινόταν καλά εκπαιδευμένοι αν και στο μάτι τους έβλεπες κάποιον  φόβο, με το που πάτησαν στην άσφαλτο αμέσως     άρχισαν να ουρλιάζουν ‘’Κατέβα τώρα! Βγες έξω αμέσως !’’,  ο  αστυνομικός που οδηγούσε το φορτηγάκι φρενάρισε μπροστά στο μπλόκο , κατέβηκε με τα χέρια ψηλά και γονάτισε στην άσφαλτο,  όπως γύρισε μια στιγμή το κεφάλι του μπορούσε να δει καθαρά τα χαρακτηριστικά του,  θε μου ήταν  πολύ μικρός μπορεί και πιο κάτω από είκοσι χρόνων,  που είχε βρει το θράσος να κάνει κάτι τέτοιο, τόση ώρα  φαινόταν τόσο  ψύχραιμος,  τόσο σίγουρος σα να έκανε αυτή τη δουλειά για πενήντα χρόνια όμως κάτι είχε πάει στραβά και τον είχαν πάρει χαμπάρι.

Ένας από τους κομάντο πλησίασε το σημείο όπου είχε σταματήσει αρχικά το φορτηγάκι και σήκωσε από το δρόμο ένα αντικείμενο που έβγαζε ακόμα πυκνό μαύρο καπνό,  ήταν ένα καπνογόνο που είχε βάλει ο άλλος για να παραπλανήσει τους σεκιουριταδες που κατέφθασαν τρομαγμένοι, ο τύπος τα είχε σχεδιάσει όλα,  ένας  από τους ειδικούς φρουρούς,  αυτός  που φαινόταν ο αρχηγός, έπιασε τον νεαρό από τον γιακά, τον έψαξε ψηλαφώντας όλο του το σώμα  και μετά  τον έσυρε μέσα στο περιπολικό πολύ βίαια, ύστερα πήγε προς το μηχανάκι του κλέφτη κι άρχισε να τραβά κάτι αυτοκόλλητα διακριτικά,  κι η μηχανή λοιπόν  ήταν ψεύτικη,  ο ληστής το είχε οργανώσει πολύ καλά .  

Όλο το σκηνικό  δεν είχε κρατήσει πάνω από δέκα λεπτά,  όλα είχαν γίνει πάρα πολύ γρήγορα, ο αρχηγός των κομάντο πήγε στο φορτηγάκι και το ανέβασε στο πεζοδρόμιο ενώ το  περιπολικό  με τον ληστή έβαλε  μπρος την  σειρήνα  του  κι έφυγε  αμέσως ακολουθούμενο από το άλλο αμάξι της αστυνομίας, τελικά  το σκηνικό ήταν αναίμακτο εντελώς αν  και όπως το σκεφτόταν ήταν μεγάλη βλακεία που βρίσκονταν εκεί όλη την ώρα, μπορούσε να φάει καμιά  αδέσποτη σε τέτοιες περιπτώσεις καλύτερα να φυλάγεσαι. Το βράδυ  στην τηλεόραση το είχαν πρώτη είδηση κι άκουσε τις λεπτομέρειες,  ο νεαρός   ήταν γιος αστυνομικού, είχε πάρει την στολή του πατέρα του και  ήξερε όλα τα κόλπα, έβαψε και τη μηχανή  για να ξεγελάσει τους σεκιουριτάδες, ο τύπος  είχε μπλέξει με ναρκωτικά  και είχε παρελθόν τέτοιων πράξεων, ο μικρός ήταν βίος και πολιτεία,  είχε κάνει  μέσα σε λίγα χρόνια όσα θα χρειαζόταν κάποιος μια ζωή για να τα κάνει. Το κόλπο με το καπνογόνο το είχε ξαναχρησιμοποιήσει  και είχε πιάσει γι  αυτό οι κομάντο ήταν υποψιασμένοι  και τον περίμεναν,  αν είχε καταφέρει να ξεφύγει ένα αυτοκίνητο τον περίμενε εκεί κοντά και θα γλύτωνε όμως για κακή του τύχη τον είχαν καρφώσει οι φίλοι του.

Όλα αυτά έμοιαζαν πολύ παράξενα,  καθόταν εκεί στο κρεβάτι βλέποντας τηλεόραση και σκεφτόταν όλο το περιστατικό, κανονικά θα έπρεπε να πάει  και να καταθέσει,  είχε δει τόσα πράγματα από την άλλη ποιος ο λόγος,  αν άκουγε  ότι χρειαζόταν μάρτυρες θα πήγαινε σίγουρα όμως  δεν ήθελε και να μπλέξει,  ποιος ξέρει τι συμμορίες βρίσκονταν  από πίσω,  γιατί να εκτεθεί και να τον μάθουν όλοι,  καλύτερα να το βούλωνε και να καθόταν στα αυγά του.

Μισοκοιμισμένος όπως ήτανε δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό του από αυτό που είχε δει, εκείνο το  παιδί ήταν τόσο νέο,  όμορφο, σβέλτο, δε φοβόταν,  το είχε συμπαθήσει όμως είχε πάει να κλέψει  κι έπειτα ποιος ξέρει, μπορεί να χρειαζόταν να έβγαζε κάποιο όπλο, να πυροβολούσε, να σκότωνε, δε παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα. Κοιμήθηκε εκεί καθιστός βλέποντας ένα έργο, κάποια πτήση  χανόταν μυστήρια πάνω απ’  τον Ινδικό Ωκεανό κι όλοι την ψάχνανε, με κάποιον τρόπο βρέθηκε κι αυτός μέσα στο αεροπλάνο  κι έπεφτε σ’ ένα  νησί,  εκεί πέρα βρισκόταν και το παιδί που πήγε να κλέψει το πρωί, όταν άνοιξε τα μάτια του νόμιζε ότι βρισκόταν  μπροστά του και τον κοιτούσε,  του πήρε κάμποσα  δευτερόλεπτα να συνέλθει.     

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΑΝΤΟΧΗ ΥΛΙΚΩΝ


Το πορτοφόλι που είχαμε βρει ήταν γεμάτο  κάρτες πιστωτικές, μια ταυτότητα, δίπλωμα, κάτι λεφτά, ένα βιβλιάριο τραπέζης, ένα σωρό άλλα χαρτιά ξεχείλιζαν τις θήκες,  o Μιχάλης το  είχε εντοπίσει   σε κάποιο κάθισμα όπου το είχαν ξεχάσει και το ανέμιζε στο μαγαζί  όπου καθόμασταν,  ‘’ Εσύ θα το πας στο τμήμα!’’ μου είπε  ‘’ Ζήτα χαρτί ότι το παρέδωσες’’. 

Μπροστά στο τμήμα οι ματατζήδες  με καφέδες στο χέρι  ρώτησαν τι θέλω, ‘’Μπράβο φιλαράκι!’’ είπαν όταν τους εξήγησα και μ’  άφησαν να προχωρήσω, κάτι σκάλες βρώμικες, τοίχοι γδαρμένοι, καρέκλες διαλυμένες, σε μια αίθουσα ένας αστυνομικός με γενειάδα μακριά σημείωνε κάτι χαρτιά, μου είπε να περιμένω, μια καταγγελία αυτόφωρη διεξάγονταν, μια ξανθιά πολύ όμορφη ήταν εκεί μέσα, κάτι έλεγε, κάποια καταγγελία μάλλον έκανε, ‘’ Πέρνα μέσα!’ ’ μου φώναξαν έπειτα από λίγο. Μπαίνοντας είδα  μια κάμαρα παλιά, ένα παράθυρο, σε μια γωνιά ένα βουνό από πορτοφόλια και τσάντες ‘’ Μας τις φέρνουν απ’ το δήμο…’’ είπε ο αστυνομικός ‘’ …για να δούμε τι έχει το δικό σου !’’ έβγαλε προσεχτικά ένα - ένα όλα τα χαρτιά, σημείωνε ότι έβρισκε, έβαλε κάπου χωριστά ένα πράσινο  που ψάρεψε, ''Μετά από ένα χρόνο αν δεν τα ζητήσουν τα λεφτά είναι δικά σου, έλα να υπογράψεις !’’ έσκισε ένα φύλο  από το μπλοκάκι του, μου το δωσε, χαιρέτησα κι έφυγα. Στο μαγαζί όλοι είχαν σκάσει από περιέργεια, είχαν φαγωθεί να μάθουν τι έγινε, τους είπα, τους έδειξα και το χαρτί που μου δώσανε, ο Μιχάλης έλεγε τώρα ότι δεν έπρεπε να το παραδώσουμε, εγώ σκεφτόμουν  πώς να ήταν άραγε η κοπέλα που το είχε χάσει  απ’  την φωτογραφία της ταυτότητας πάντως έμοιαζε  όμορφη …


Το Σάββατο στο κέντρο είχε λιακάδα,  στα πλακάκια είχαν βγάλει καθίσματα, ντελιβεράδες τρελαμένοι οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, περνούσαν μπροστά μας γεμίζοντας εξατμίσεις τον τόπο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να φυλαχτούμε, μια φωνή ακούστηκε κι όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια ''Μήπως βρήκατε κανένα πορτοφόλι;’’ το είχαμε ξεχάσει εντελώς.  Μια κοπέλα με αραιά μαλλιά ήρθε κοντά, ''Ποιος το πήγε στην αστυνομία;'' εμένα δείξανε, η κοπέλα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το έτεινε προς το μέρος μου ‘’Είναι πάρα πολλά!’’ είπα οπότε πετάχτηκε ο Μιχάλης  ''Σκάσε και πάρτο !'' το πήρα, μετά όμως ο Μιχαλάκης άλλαξε γνώμη, '' ‘’Δώστο πίσω στο κορίτσι, κοπελιά δεν είναι σωστό !''και δεν είχα προλάβει να χαρώ , τελικά μου δώσανε κάτι ψιλά, η κοπέλα πάντως ήταν  γεμάτη  ευγνωμοσύνη.

Κάθισε μαζί μας, κέρασε ποτά,  όλοι την έκοβαν από πάνω μέχρι κάτω να δουν αν αξίζει, με το που  την άκουσα να μιλά ήξερα ότι μ’  ενδιαφέρει, έπρεπε να τη γνωρίσω οπωσδήποτε και είχα καλή αφορμή, πιάσαμε κουβέντα ήταν πολύ ευχάριστη, χαμογελούσε,   σε μια φάση της πέταξα κάτι που ίσως δεν έπρεπε, ένιωθα όμως ότι έπρεπε να είμαι λίγο επιθετικός  ‘’Κάποτε πρέπει να ήσουν πολύ όμορφη’’ ήταν μια δύσκολη στιγμή,  ευτυχώς εκείνη τη στιγμή πέρασε ένας φίλος να με δει και μ’ έσωσε. Πιάσαμε κουβέντα,   άρχισε να με ρωτά για τις προηγούμενες σχέσεις μου,  γιατί χώρισες,  δε μπορεί, κάτι λάθος θα έκανες !''  ‘’Μια γυναίκα δε μπορεί δίχως σύντροφο’’ πέταξε σε κάποια στιγμή,   ‘’Εσείς είστε πιο σκυλιά, πιο γαϊδούρια, αντέχετε και μοναχοί σας, είστε φτιαγμένοι από υλικό πιο ανθεκτικό!’’ δε συμφωνούσα μαζί της όμως μπορεί και να είχε δίκιο. Ο Μιχάλης που την παρατηρούσε όλη την ώρα προσφέρθηκε να φέρει γλυκά για την παρέα και την ρώτησε τι θα προτιμούσε,  δεν της άρεσαν τα γλυκά απ’  το Χατζή, προτιμούσε  ένα άλλο ζαχαροπλαστείο που δεν το ήξερα καθόλου,  εκεί λέει έφτιαχναν  κάτι τρίγωνα καταπληκτικά μ ένα φύλλο έξοχο, μια κρέμα θεϊκή, ο Μιχάλης είπε ότι θα το έβρισκε και θα έφερνε τα καλύτερα.

Ήμουν λίγο χαμένος, πρόσεχα  το φιογκάκι που έκλεινε το μπλουζάκι της, κι ένα σημάδι που είχε ψηλά στο στήθος. Το μεσημεράκι εμφανίστηκε  ένας εγγλέζος ξέμπαρκος  ο Τομ από το Μπρίστολ μαζί με κάτι τύπους παρακμιακούς,  γυαλιά μαύρα φορούσε, ένα σορτσάκι, σαγιονάρες, ένα κολάρο  στο λαιμό, κάποιος σπόνδυλος είχε φύγει από τη θέση του. Ο Τομ κουβαλούσε πάντα ένα κασετόφωνο χαλασμένο, διαλυμένο, που έπαιζε παλιά ρεμπέτικα από ηχογραφήσεις γεμάτες παράσιτα, όπως συνήθως  χόρευε μοναχός του, τα έδινε όλα, ''Οι Έλληνες είναι οι καλύτεροι ! ‘’φώναζε ''' Οι Άγγλοι είναι όλοι γκέι!’’‘’Πάντα έτσι κάνει αυτός ;’’ με ρώτησε η κοπέλα ‘’Ω ναι’’ απάντησα ‘’Μην τον παρεξηγείς’’,  έπειτα συνεχίσαμε τα δικά μας   ‘’Μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους αυθόρμητα, τυχαία’’ είπε ‘’’ Να πέφτω πάνω σε κάποιον στο απρόοπτο, να μη προγραμματίζω, όπως όταν πάω στα μαγαζιά και ψωνίζω κάτι επειδή μ’ αρέσει εκείνη τη στιγμή, πάρε για παράδειγμα τη φάση με το πορτοφόλι, αν δεν το ’χανα δεν θα γνωριζόμασταν!’’  

Μιλούσαμε για πράγματα άσχετα με το χώρο που βρισκόμασταν σα να μη μας επηρέαζε στο ελάχιστο η χοντροκοπιά του περιβάλλοντος, μου έλεγε για  στο χωριό όπου είχε γεννηθεί,  ο σιδηρόδρομος περνούσε δίπλα απ το σπίτι τους , κοντά στις ράγες φύτρωναν συκιές άγριες, έναν άνθρωπο είχε δει κάποτε να περπατά πάνω στ' άσπρα χαλίκια που είχανε στρώσει δίπλα στις σιδηροτροχιές, τον κοιτούσε μέχρι που χάθηκε μακριά. Πίσω από το σπίτι τους υπήρχε ένα βουνό , το φθινόπωρο στις πλάγιες του οι φτέρες έπαιρναν χρώματα καφετιά και κόκκινα, τη νύχτα τα άστρα φαίνονταν πολύ καθαρά ιδίως δυο απ αυτά που έμοιαζαν με ζευγαράκι, έλαμπαν τόσο δυνατά που νόμιζες ότι αν άπλωνες το χέρι μπορούσες να τα πιάσεις, μια φορά είχε δει κι ένα τεράστιο φεγγάρι να χάνεται πίσω απ την οροσειρά βάφοντας το φρύδι του βουνού χρυσαφένιο. Δίπλα στο σπίτι της  υπήρχε μια αυλή  όπου φύτρωναν ζουμπούλια και τριανταφυλλιές ροζ, μύριζαν υπέροχα, στη μέση του κήπου μια μανόλια ολάνθιστη με φύλλα γυαλιστερά και λουλούδια τεράστια που έμοιαζαν με άσπρες μπάλες χριστουγεννιάτικες, ένας φούρνος πλινθόκτιστος υπήρχε στην αυλή όπου έψηναν τα τσουρέκια τους που γίνονταν τέλεια, σα μαστίχα ήταν η ζύμη τους. Πήγαιναν εκεί με τη μάνα της και διάβαζαν κάτω απ τα δέντρα τα μαθήματα του σχολείου, η γειτόνισσα τους κερνούσε σακολατάκια δίχως περιτύλιγμα, η μάνα της δε την άφηνε όμως αυτή έπαιρνε πάντα πιο πολλά ''Πάρτε όσα θέλετε!'' τους έλεγε η γειτόνισσα κι εκείνη γέμιζε τη χούφτα της με μαργαρίτες σοκολατένιες, το πρωί τις έπαιρνε στο σχολείο τυλιγμένες σ αλουμινόχαρτο, τις άφηνε να λιώσουν στη τσέπη κι έπειτα τις έτρωγε έτσι λιωμένες. Μερικές φορές  πήγαιναν και καθάριζαν εκείνο το σπίτι της γειτόνισσας, αυτή βοηθούσε τη μάνα της στο ξεσκόνισμα, παντού έβρισκε λεφτά πεταμένα, κέρματα, χαρτονομίσματα, ότι ήθελες, ο άντρας εκείνης της γυναίκας με τον κήπο τον υπέροχο δεν τα έδινε καθόλου σημασία, ήθελε να βάλει μερικά στη τσέπη της αλλά η μάνα της δε την άφηνε...

Το μέρος ήταν στενό και στεκόμασταν όρθιοι  δίπλα στον πάγκο,  όπως έμπαινε κόσμος συνέχεια τραβιόμασταν όλο και πιο βαθιά, είχε έρθει πολύ κοντά, κοίταζε το πουκάμισο, το λαιμό μου, ''Μ αρέσει που σ έχω στριμώξει εδώ πέρα!'' είπε, Είχε κάτι που με είλκυε, μια γλύκα στο πρόσωπο, ένα σημάδι σα πληγή μικρή ψηλά στο στήθος, τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου, έπιασε το χέρι μου, ένιωσα σα δροσοσταλίδα που κυλά στο εσωτερικό ενός λουλουδιού τεράστιου κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι και χάνεται μέσα στον κάλυκα βλέποντας φύλλα βαθυπράσινα και πέταλα που αλλάζουν χρώματα, ήταν μια στιγμή ονείρου.  

Καθώς μιλούσαμε ένα ζευγάρι πέρασε απέξω, τους ήξερε, είχαν και το μικρό παιδί τους, με το που το είδε πετάχτηκε πάνω, το φιλούσε, το αγκάλιαζε,  θα έφευγε  μαζί τους, ‘’Δεν θα περιμένεις τα γλυκά;’’ την ρώτησα ‘’Όχι δεν γίνεται, έχω αργήσει ‘’,  τη χαιρέτησα αδιόρατα, δεν έπρεπε να κοιτάξω κατά κει, έπρεπε να το παίξω σκληρός, την έβλεπα ν’ απομακρύνεται όμως ύστερα στράφηκε πίσω, όπως την κοιτούσα  να έρχεται από μακριά έμοιαζε διαφορετική, σα να είχε μεσολαβήσει ένα μεγάλο διάστημα από την ώρα που ήμασταν μαζί, κάποιον φώναζε, δε καταλάβαινα, οι άλλοι που ήταν εκεί είπαν, ''Εσένα θέλει!''
Την πλησίασα, μου μιλούσε χαμηλόφωνα σα να γνωριζόμασταν χρόνια ''Τι γίνεται σ’ εκείνο το μαγαζί με τα φρουτάκια;’’, με ρώτησε συνωμοτικά για το μαγαζί που υπήρχε εκεί δίπλα’’ Τι τύποι συχνάζουν, είναι μήπως ύποπτο, μπήκε κάποιος μέσα και θέλω να ξέρω!'' -  ''Δεν έχω δει κάτι παράξενο τόσο καιρό που έρχομαι εδώ πέρα’’ της είπα ‘’Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε κλείνει ποτέ, δουλεύει, εκεί ένας γνωστός μου  αυτοφωράκιας που έχει κοιμηθεί  στο τμήμα κάνα δυο φορές όταν μπούκαρε η αστυνομία για έλεγχο.  Κατά τ’  άλλα είναι το ίδιο με όλα τα μαγαζιά του είδους’’ χαιρέτησε  πάλι χαμογελώντας κι απομακρύνθηκε ξανά,   ‘’Τι να ήθελε και με ρωτούσε για τα φρουτάκια ;’’ σκεφτόμουν, ‘’Ήταν κάποιο κόλπο ή έτσι έτυχε;’’

Ύστερα από χρόνια αισθανόμουν ότι έβρισκα μια γυναίκα που μπορούσα να εμπιστευτώ , την σκεφτόμουν όλη την ώρα, η πρώτη μας συνάντηση είχε πάει πολύ καλά όμως τις επόμενες μέρες   δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε,  είχα χάσει τον ύπνο μου, τα πρωινά σηκωνόμουν   ζαλισμένος , μια μέρα  έπρεπε  να παραδώσω σε μια διεύθυνση ένα κουτί με βιβλία, πάνω του έγραφε με μαρκαδόρο «Αντοχή υλικών» από τι υλικό πρέπει να είσαι φτιαγμένος για να αντέχεις τέτοιες καταστάσεις, σκεφτόμουν. Είχα μπερδευτεί εντελώς,  κοίταζα γύρω μου σα χαμένος,  γυναίκες κατέβαζαν σακούλες στους κάδους, κάποιος ανέβαζε ένα στόρι, ένα παιδί συνάντησα  σε μια ανηφόρα, έμοιαζε ξέπνοο, ένα μπλουζάκια μ’ ένα κορδόνι που έδενε στο στήθος φορούσε, το ρώτησα κατά που έπεφτε η διεύθυνση, ’’ Μια ανάσα να πάρω !’’ μου είπε ‘’Έρχομαι από ποτό! ‘’ κοντοστάθηκε και μου έδειξε.

Όλη εκείνη τη μέρα ο χρόνιος σα να σέρνονταν, το βράδυ που  έφευγα απ’ τη δουλειά  περπατούσα σκεφτικός,  άρχισε να  βρέχει  κι η πόλη έγινε ένας χείμαρρος,  τα φώτα των αυτοκίνητων έκοβαν σε λωρίδες το σκοτάδι, νερά τρέχανε μέσα από σχάρες στις υπόγειες υδρορροές, από τις γειτονιές τις ανηφορικές ποτάμια μικρά σχηματίζονταν που κυλούσαν κατά τη θάλασσα.  Δεν είχα ομπρέλα και θα γινόμουν μούσκεμα, δεν άντεχα το κεφάλι μου βρεγμένο,   το μισούσα αυτό κάθε φορά, όλα πήγαιναν στραβά, ήθελα να βρίσω την τύχη μου τον καιρό όλο το σύμπαν όταν χτύπησε το κινητό,  '' Σε βλέπω μέσα απ’ το λεωφορείο, μείνε εκεί που είσαι έρχομαι να σε βρω!’’, δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθούμε υπό ομαλές συνθήκες, την είδα που κατέβηκε από τα αστικό και   πλησίασε προς το μέρος μου χαμογελαστή, σα να μη την ένοιαζε ο κατακλυσμός,  έβγαλε μια ομπρέλα και την άνοιξε πάνω απ το κεφάλι μου, '' Καλά εσύ είσαι ικανός να περπατάς σα βλαμμένος μες τη βροχή και ν' αρρωστήσεις, δεν έχω καμιά όρεξη να σε νταντεύω’’ μου είπε .  




Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


Στο σχολείο κάθε άνοιξη τα παιδιά έβγαιναν  στα χωράφια να μαζέψουν κισσό πράσινο και κλωνάρια ελιάς για να φτιάξουν στεφάνια για την παρέλαση, φορούσαν κάτι αδιάβροχα αυτοσχέδια που  έφτιαχναν από τσουβάλια λιπασμάτων,  ήταν πολύ αποτελεσματικά, προφύλαγαν από τη βροχή  και στέκονταν ωραία στους ώμους  σκεπάζοντας ταυτόχρονα το κεφάλι με μια τριγωνική κουκούλα,  έξω από την αυλή περνούσε ένα  αυλάκι τσιμεντένιο  όπου έτρεχε νερό κι ακριβώς απέναντι από το δρόμο που περνούσε μπροστά στο σχολείο φύτρωναν σφεντάμια  που άπλωναν τα πράσινα φύλα τους. Αγαπούσε πολύ το σχολείο, κάθε καλοκαίρι παρακαλούσε πότε να περάσει ο καιρός για ν’  ανοίξει ξανά,  πρέπει να ήταν ο μόνος που ήθελε κάτι τέτοιο,  το πρωί όπως περπατούσε κρατώντας τη τσάντα του έβλεπε τον ήλιο απέναντι από το βουνό που φώτιζε τον κόσμο ολόκληρο, ήταν ένα θέαμα μαγικό.

Όλα του άρεσαν στο σχολείο,  μερικές φορές έμπαινε σ’ εκείνη την αίθουσα με τις εγκυκλοπαίδειες  όπου ήταν και το εργαστήριο, εκεί  φύλαγαν τρισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα,  σφαίρες,  ορθογώνια  διάφανα,  ρόμβους, πυραμίδες,  τετράγωνα, κύβους, υπήρχε εκεί και μια συλλογή από ορυκτά, καθόταν κι έβλεπε τα ονόματα,   σιδηροπυρίτης, χαλαζίας, μαλαχίτης, δεν είχε δει ποτέ του τέτοια πετρώματα. Ένα διάστημα επειδή ήταν πρώτος μαθητής του είχαν δώσει τη σημαία κι έπρεπε  να την κατεβάζει το απόγευμα κι αυτό  του φαίνονταν περίπλοκο, στα τεχνικά ακόμα και τα πιο απλά δεν ήταν καλός, έπρεπε  να την τραβήξει,  να την βγάλεις από το κοντάρι, να δέσεις το σκοινί,  του άρεσε όμως να τη βλέπει ν’ ανεμίζει ψηλά πάνω από μια ροδακινιά που βρίσκονταν στην αυλή. Μερικές φορές πάλι επειδή είχε το κλειδί του σχολείου, έμπαινε το βραδάκι και διάβαζε κανένα κομμάτι από την εγκυκλοπαίδεια επειδή δεν είχαν στο σπίτι,  αυτό του φαίνονταν σαν περιπέτεια .

Στο καφενείο που ήταν κοντά στο σχολείο σύχναζαν κάτι τύποι που έπιναν ούζο απ’ το πρωί,  ένας από κείνους  τους τύπους μάλιστα μια φορά είχε πιει τόσο πολύ που αφού έβαλε ένα δισκάκι  στο ηλεκτρόφωνο πήγε και ξάπλωσε στη μέση του δρόμου, τα αμάξια σταματούσαν απορημένα  μπροστά του ώσπου κάποιοι βγήκαν και τον μάζεψαν . Σε κείνο το καφενείο πήγαινε  καμιά φορά ν’  αγοράσει κορνέδες που είχε ο καφετζής στον  μπουφέ με τη γυάλινη βιτρίνα,  όταν δεν είχε κανέναν  εκεί μέσα έπαιρνε καμιά εφημερίδα παρατημένη να διαβάσει, μια είδηση  του είχε κάνει εντύπωση και τη θυμόταν, μιλούσε  για κάποιον που έπνιξε ένα κακομοίρη βάζοντας τον να φάει ένα μεγάλο αχλάδι,  δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε γίνει εκείνο το πράγμα, του έχε φανεί τερατώδες,  γιατί  ο άλλος δεν το έχε απλά δαγκώσει,  δεν το χωρούσε το μυαλό του…

Τα απογεύματα  μετά τη βροχή,  όταν οι ιστοί των αραχνών γέμιζαν δροσοσταλίδες, έβγαιναν με την αδερφή του να μαζέψουν σαλιγκάρια  μέσα από τις δροσιές, τα σαλιγκάρια  τα έβρισκαν ανάμεσα σε κάτι φυτά που τα έλεγαν γαλαξίδες γιατί άμα τα έκοβες έβγαζαν ένα υγρό  άσπρο σα γάλα, κι οι λιθότοποι ήταν αγαπημένα μέρη των σαλιγκαριών,  μια φορά που είχαν  μαζέψει μια σακούλα από δαύτα   και βρίσκονταν δίπλα στο δρόμο ένα αμάξι σταμάτησε και τους ζήτησε να τα αγοράσει,  τους τα πούλησαν για ένα πόσο σίγουρα ασήμαντο όμως τους φάνηκε εντυπωσιακό που έβγαλαν χρήματα από κάτι που το έκαναν για να διασκεδάσουν.

Η αδερφή του από τότε που ήταν πολύ μικρή  είχε μανία με το φεγγάρι, το έβρισκε πάντα στον ουρανό τη μέρα που σεργιάνιζε ξέθωρο δίχως να  λάμπει και το έδειχνε με το χεράκι της φωνάζοντας, μια φορά της το είχε δείξει η μάνα της κι από τότε το έψαχνε πάντα κοιτάζοντας  ψηλά σε όλες τις μεριές του ορίζοντα. Μια άλλη μανία που είχε η μικρή ήταν ένα λουλούδι  τεράστιο που είχαν στην αυλή,  πήγαινε και  το περιεργάζονταν  όλη την ώρα αγγίζοντας τα μεγάλα άσπρα πέταλα με τα χεράκια της,  πρέπει να ένιωθε ότι το  λουλούδι ήταν κάτι  πολύ παράξενο. Περνούσε πολλές ώρες μαζί με την αδερφή του, η αγαπημένη τους ασχολία ήταν να χαζεύουν ένα κουτί με διάφορα πολύτιμα όπως τα θεωρούσαν,  νομίσματα, πετράδια ημιπολύτιμα, σφραγίδες, ένα δαχτυλίδι, ήταν ο θησαυρός τους και του είχαν δώσει και όνομα  ‘’θραύσματα από το καλειδοσκόπιο του παραδείσου’’,  κάπου το είχαν βρει γραμμένο και τους άρεσε.

Πέρα από σαλιγκάρια την άνοιξη έβρισκες και χόρτα στα χωράφια και στα λιβάδια λάπατα ξινά,  ραδίκια ζοχούς αλλά πιο  πολύ παπαρούνες, που είχαν μάθει να τις ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ ένα σωρό βότανα, είχαν φύλλα σε διάφορα σχήματα όμως το μάτι τους είχε εξασκηθεί και τις εντόπιζε  ιδίως σε σημεία που είχαν οργωθεί και είχε φρέσκο χώμα. Τα χόρτα η μάνα του τα έκανε πίτα, αφού ζύμωνε με τα δυνατά της χέρι μέσα σε μια σκάφη το ζυμάρι κοπανώντας το αλύπητα το άπλωνε σ’ εκείνο το καπάκι  που χρησιμοποιούσαν για να σκεπάζουν τα ξερά καπνά  και μετά άπλωνε  τα χόρτα που είχαν βράσει, λάδι και  τυρί τριμμένο τα έβαζε σ’ ενώ σινί μεγάλο κι έπειτα  έψηνε την χορτόπιτα πάνω στη σόμπα, όταν ψήνονταν η μια μεριά   γύριζε την πίττα από την άλλη τοποθετώντας την πάλι στο ξύλινο καπάκι. Εννοείται ότι το μισό ταψί πήγαινε στον πατέρα του που ήταν πολύ λαίμαργος, άμα δεν έτρωγε όσο άντεχε χαλούσε τον κόσμο  και τελικά πέθανε από τη λαιμαργία του αφού δεν μπορούσε να συγκρατηθεί,  πήγε από ζάχαρο  που είχε ξεφύγει είχε άσχημο τέλος,  του είχαν κόψει και το πόδι.

Την άνοιξη στόλιζαν τα κορίτσια και τον επιτάφιο ,αυτός πήγαινε  κάθε μεγάλη Παρασκευή πρωί- πρωί να μαζέψει από ένα ξέφωτο  κάτι κρίνα άγρια, γαλάζια και κίτρινα που του άρεσαν πολύ,  τα  άφηνε μαζί με  τ’ άλλα λουλούδια πάνω από την εικόνα του χριστού, έπειτα την φιλούσε όπως έκαναν  όλοι κι ύστερα περνούσε κάτω απ τον επιτάφιο, το βράδυ η πομπή  με τον στολισμένο επιτάφιο περνούσε κάτω από το σπίτι της  γιαγιάς του κι έβγαιναν στο μπαλκόνι να τη δουν,  μια συνοδεία από κεριά,  φώτα και  σκιές στο μισοσκόταδο  που θύμιζε την ‘’Νυχτερινή περίπολο’’ του Ρέμπραντ .

Ο επιτάφιος ύστερα από  μια μεγάλη βόλτα  κατέληγε πάλι  στην εκκλησία, έκανε μερικές στάσεις σύντομες αλλά την πιο μεγάλη στάση την έκανε όταν περνούσε  από μια γειτονιά δίπλα σε κάτι αρχαία χαλάσματα που κάποτε πρέπει να ήταν τείχη  ή φρούρια. Αυτή ήταν η πιο όμορφη γειτονιά,  όσοι έμεναν εκεί ήταν  πολύ μερακλήδες, είχαν γλάστρες στις αυλές και τα σπίτια τους τα  είχαν  βάψει με κάτι χρώματα φανταχτερά, πολύ όμορφα, μερικά ήταν βαμμένα στο χρώμα της ώχρας,  άλλα άσπρα, ασβεστωμένα, υπήρχαν βέβαια και κάμποσα   φτιαγμένα από ,λαμαρίνες εντελώς παρατημένα όμως κι εκείνα ήταν ωραία,    λουλούδια  έβγαιναν  μόνα τους στις αυλές ανάμεσα στα χορτάρια αφού κανείς δεν τα περιποιόνταν,  κάτι κρόκοι πορτοκαλί  και κίτρινοι, κάτι τουλίπες,  κάτι τριαντάφυλλα κι άλλα λουλούδια αναρριχώμενα. Όποτε περνούσε από κείνη  τη γειτονιά δεν άκουγε τίποτα,  ούτε έναν θόρυβο  μόνο από κάποιο  γκρέμισμα έλεγαν ότι ζούσε ένας μονόχειρας ερχόταν το βουητό κάποιου ραδιοφώνου που έπαιζε ασταμάτητα κι ένας ήχος  νερού που κυλά συνέχεια σα να υπήρχε εκεί μια πηγή υπόγεια. Ένα μεσημέρι που πλησίασε να δει από πού ερχόταν ο ήχος του νερού είδε πίσω από τις λαμαρίνες ένα ποταμάκι να βγαίνει κάτω από ένα μεταλλικό σκέπασμα,  όπως ήταν αφηρημένος ούτε που είδε ένα σκύλο μαλλιαρό που πετάχτηκε γαυγίζοντας μπροστά του σα φάντασμα και τον κατατρόμαξε.

Μια μέρα ήρθε στο σχολείο ο πατέρας του μαζί μ’ εκείνον τον  μονόχειρα  που έμενε στο γκρεμισμένο σπίτι, θέλανε να ρωτήσουν για τα παιδιά τους πως πάνε με τα μαθήματα,  του έκανε εντύπωση που ο πατέρας του μιλούσε με τον μονόχειρα, τον χαιρέτησε από μακριά κι έτρεξε με τα’  άλλα παιδιά. Το βράδυ τον άκουσε να λέει στη μάνα του ότι  δεν είχε καμιά σχέση με την αδερφή του, εκείνος ήταν σκάλες ανώτερος   η μικρή  όταν το έμαθε έβαλε τα κλάματα. Από τότε η αδερφή του άρχισε να ζηλεύει,  όσο περνούσαν τα χρόνια ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με κείνη, καθώς  μεγάλωνε  γίνονταν και πιο αυταρχική, πιο περίεργη, είχε μια τάση να μπλέκει όλο σε καταστάσεις περίεργες  σα να μη της άρεσαν τα φυσιολογικά πράγματα, κι όταν εκείνος  κέρδισε  έναν κουμπαρά  πράσινο για μια έκθεση που γράψανε έ  τότε δεν ήθελα ούτε να τον βλέπει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε όμως  όσο περνούσε ο καιρός τον απέφευγε λες και το έκανε επίτηδες, είχε μεγαλώσει πια και χρόνο με το χρόνο  την είχε χάσει, κράτησε καιρό όμως τελικά απομονώθηκαν τελείως,  αυτό βέβαια δεν έγινε σε μια μέρα,  είχαν μαλώσει  κατά καιρούς πολύ άγρια αλλά αυτά συμβαίνουν πάντα ανάμεσα στα  αδέλφια,  εκείνη όμως αποδείχτηκε ότι είχε χαρακτήρα εκδικητικό . Ακόμα και στις μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα όποτε της τηλεφωνούσε εκείνη του απαντούσε ξερά και με μισόλογα σα να την υποχρέωναν να κάνει κάτι,   στο τέλος αποφάσισε να μη της τηλεφωνεί καθόλου να έχει το  κεφάλι του ήσυχο όμως του έλειπε, ήξερε ότι ένα κομμάτι του ήταν μέσα της αλλά  τι μπορούσε να κάνει ;

Παρ’  όλο που δεν τη συναντούσε πια την έβλεπε ταχτικά στον  ύπνο του σα να είχαν καρφωθεί  οι ανυμνήσεις για πάντα στο μυαλό του,  κάποια στιγμή του τηλεφώνησε έτσι στο άσχετο και μίλησαν για τα παλιά,  πιο πολύ εντύπωση του έκανε ότι ο γιος της έψαχνε όπως κι εκείνη το φεγγάρι στον ουρανό κι όταν το έβρισκε το έδειχνε με το δαχτυλάκι του. Χάρηκε πολύ που  την ξαναβρήκε, σκέφτηκε ότι μπορούσαν να περάσουν ένα σαββατοκύριακο μαζί , πολλές φορές είχε προσέξει ότι εκείνη θυμόταν πράγματα που αυτός είχε ξεχάσει, μια φορά του είχε πει για μια τζιτζιφιά που υπήρχε στην αυλή του σχολείου,  για έναν χαρταετό που είχαν φτιάξει μαζί, για ένα ψάρι που είχαν πιάσει σ’  ένα ποταμάκι,  την πήρε στο τηλέφωνο όμως αυτή τη φορά  ήταν  απόμακρη , κλείστηκε ξανά στο καβούκι της,  του μίλησε απότομα  κι αυτός τσατίστηκε, ήθελε να της  πει κάτι βαρύ αλλά κρατήθηκε.


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΥΝΟΥ


Κανείς δε κοιμόταν εκεί πέρα το βράδυ, όλοι γύριζαν σαν  τα  φαντάσματα μέχρι που τους πλάκωναν στα χάπια και ησύχαζαν,  δεν είχε όμως άλλη επιλογή, έπρεπε να βάλει εκεί μέσα τον πατέρα του γιατί δε γινόταν να τον κοιτάξει,  είχε μικρά παιδιά κι η γυναίκα του αν και δεν έλεγε τίποτα,  δυσανασχετούσε. Δε γινόταν αλλιώς, του είχε πάρει τις καλύτερες πιτζάμες και τον είχε βάλει στο καλύτερο γηροκομείο, έψαχνε καιρό πολύ  μέχρι να αποφασίσει, είχε ρωτήσει παντού όμως η κλινική που βρήκε  ήταν πολύ ωραία,  με θέα κάτω στη πόλη και κοντά σ’ ένα αυτοκινητόδρομο κεντρικό που πήγαινε κατά τη θάλασσα,  καθόταν εκεί στην αυλή ο γέρος  κάτω από μια πέργολα ανάμεσα σε γλάστρες με λουλούδια και κοιτούσε  μακριά  ώρα πολλή ώσπου ερχόταν οι νοσοκόμες και τον μάζευαν.   Μαζί του καθόταν πολλές φορές  και μια γριά που είχε αλτσχάιμερ,  δε μιλούσε μοναχά τον κοιτούσε μ’  ένα βλέμμα περίεργο και μετά χαμογελούσε σα να σκεφτόταν κάτι πολύ αστείο.

 Ο γέρος φαινόταν να έχει συνηθίσει εκεί μέσα,   σα να είχε χαθεί,  καμιά φορά ρωτούσε τι γίνεται έξω κι όταν αυτός του έλεγε κάποια νέα ο γέρος  τα σκεφτόταν όλη την ώρα,  όταν βαριόταν πήγαινε  στο κυλικείο  να δει λίγο τηλεόραση μέχρι να νυστάξει,  τις πιο πολλές  φορές λαγοκοιμόταν στην καρέκλα κι όταν άνοιγε τα μάτια  του αντίκριζε ένα ψάρι τεράστιο, βολτάριζε  σ’ ένα ενυδρείο , το είχαν  βάλει εκεί το καημένο μαζί με κάτι άλλα εξωτικά ψαράκια που είχαν φτερούγες κίτρινες και κοίταζαν με τα μεγάλα μάτια τους έξω όποτε κάποιος  πλησίαζε. Του άρεσε  κι  εκείνου όποτε πήγαινε το ενυδρείο με τα εξωτικά ψάρια,  όσο οι γιατροί  περνούσαν από το δωμάτιο του πατέρα του καθόταν και τα κοιτούσε,  ακουμπούσε το δάχτυλο του στο γυαλί κι εκείνα  ερχόταν και κολλούσαν το στόμα τους,  ίσως ηρεμούσε εκεί ο γέρος,  ίσως δεν ήταν και τόσο κακή επιλογή το ίδρυμα .

Τις νύχτες τον  σκεφτόταν συνέχεια,  τι να έκανε άραγε ο γέρος εκείνες τις ώρες, ήταν κρίμα που έμενε εκεί μέσα κλεισμένος όμως  όπως είχαν γίνει τα πράγματα ήταν αδύνατο  να τον φέρει στο σπίτι. Όλη την ώρα εκείνον συλλογίζονταν, τον είχε για πρότυπο,  του φαινόταν ότι όλα όσα είχε κάνει ο γέρος ήταν σωστά κι εκείνος δε μπορούσε να του μοιάσει  όσο κι αν προσπαθούσε.  Όπως  περνούσαν τα χρόνια τον αγαπούσε  περισσότερο  σα να ένιωθε ότι θα τον έχανε σύντομα, ένιωθε τύψεις. Ένα βράδυ που στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του  ξύπνησε μια στιγμή από κάποιον θόρυβο,  στο ραδιόφωνο έπαιζε η εκπομπή με τους τύπους που τηλεφωνούσαν,  μισοκοιμισμένος όπως ήτανε άκουσε κάποιον που ευχαριστούσε   τους γιατρούς που τον πρόσεχαν σε κάποιο ίδρυμα, άνοιξε λίγο την ένταση ,  ‘’Αν ήμουνα κοντά στο γιο μου δε θα φοβόμουν τίποτε! ’’ είπε σε  μια στιγμή κι εκείνος πετάχτηκε απ το κρεβάτι του, την ήξερε αυτή τη φωνή,   ήταν ο πατέρας του,  πως στο δαίμονα τηλεφωνούσε, που είχε βρει συσκευή, γιατί δε κοιμόταν, τι στα κομμάτια έκαναν στο γηροκομείο, πως τους άφηναν έτσι;  

Την άλλη μέρα πήγε και ζήτησε να τον πάρει ,  είχε ένα διαμέρισμα απέναντι από το δικό του που έμενε ξενοίκιαστο και τον έβαλε εκεί, έτσι είχε το κεφάλι του ήσυχο, μπορούσε να τον παρακολουθεί.  Ευτυχώς πρόλαβε να τον βγάλει προτού απαγορευτούν τα πάντα εξαιτίας της επιδημίας που  απλώνονταν παντού, η πόλη ήταν  όπως το Πάσχα, νεκρή,  αλλά εδώ το πράγμα συνεχίζονταν για μέρες,  όλοι είχαν γίνει κάπως σα να είχαν αγριέψει,  οι υπάλληλοι σε κοιτούσαν  βλοσυρά,  οι κοπέλες στα μαγαζιά βιάζονταν να ξεμπερδέψουν μαζί σου και σου πετούσαν στα μούτρα τα ρέστα,  οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με μάσκες,  στο δρόμο δε κυκλοφορούσαν ούτε σκυλιά,  ήταν σα να έβλεπες εκεί πέρα ένα θρίλερ, ένιωθες ότι  από κάπου θα πετάγονταν τα ζόμπι να σε κατασπαράξουν. Από τη δουλειά  είχε σταματήσει και καθώς δεν είχε κάτι να κάνει   ήταν καλή ευκαιρία  να βλέπει τον πατέρα του λίγο περισσότερο, περνούσε στο άλλο διαμέρισμα και καθόταν  κάμποση ώρα χωρίς  να  πλησιάζει το γέρο που του μιλούσε για τα παλιά,  για την εποχή που πήγαινε στα χωράφια με το αλέτρι να οργώσει και για τον πόλεμο,  τότε που τους κουβαλούσαν στα βουνά οι αντάρτες με το ζόρι,  εκείνες οι ιστορίες ήταν οι αγαπημένες του.

Έξω ο  κόσμος έμοιαζε να έχει τρελαθεί, αγόραζαν καρότσια άπειρα με φαγητά, αποθήκευαν  αλεύρι  και μαγιά για να ζυμώσουν λες κι είχαμε πάλι κατοχή,  άλλοι  πάλι έλεγαν για κάτι προφητείες ότι ερχόταν το τέλος του κόσμου, ότι θα ακλουθούσαν σεισμοί και πόλεμος, ο κόσμος τα είχε παίξει !  Είχε αρχίσει να του τη δίνει,  σταμάτησε να βλέπει τα δελτία που λέγανε όλο τα ίδια και σου μαύριζαν τη ψυχή, έξω απαγορεύονταν  να κυκλοφορείς και στο σπίτι κοιμόταν με βάρδιες, όταν  ξυπνούσε ερχόταν η γυναίκα του, ήταν η σειρά της, εκείνη ήταν τύπος νυχτερινός, καθόταν μέχρι αργά βλέποντας   τηλεόραση. Χωρίς  να το καταλάβει  άρχισε να χάνει  τη μπάλα, οι  μέρες έμοιαζαν ίδιες, δε μπορούσες να ξεχωρίσεις την Κυριακή από την καθημερινή, διάφοροι περίεργοι του τηλεφωνούσαν, κάτι τύποι που τους είχε εντελώς  ξεχασμένους, ποιος ξέρει σε τι κατάσταση βρίσκονταν  τώρα που   όλοι είχαν απομονωθεί μέσα στα σπίτια τους, ήταν παράξενη κατάσταση.Όποτε περνούσε από τον πατέρα του εκείνος τον ρωτούσε τι γίνεται έξω, ο γέρος παρακολουθούσε τις ειδήσεις κι έδειχνε να φοβάται πολύ, ποιος δε φοβόταν  άλλωστε,   ‘’Όλα θα τελειώσουν σε κάνα  μήνα μπαμπά!’’  του έλεγε πάντα και γυρνούσε στο διαμέρισμα του.  

Ένα πρωί  που του πήγαινε φαγητό τον  βρήκε  σωριασμένο στο πάτωμα,  κατατρόμαξε, τον σήκωσε και είδε ότι ανέπνεε, τον  έβαλε να ξαπλώσει,  ο γέρος   ανέπνεε ελαφρά, σε μια στιγμή άνοιξε τα ματιά κι όταν τον είδε είπε  ‘’Ευχαριστώ, δεν πάω καλά,  τέλειωσαν τα ψωμιά μου, ξέρεις γιατί έπεσα κάτω,   όλο τα βράδυ σκεφτόμουν μια καταραμένη ιστορία που με κυνηγά δε στην είπα ποτέ όμως τώρα πρέπει να τη βγάλω από μέσα μου.’’ Πήρε μια ανάσα και συνέχισε,  ‘’ Εσύ νομίζεις ότι είμαι άγιος άνθρωπος όμως δεν είναι έτσι,   όταν ήμουν αντάρτης  πηγαίναμε στα σπίτια  και παίρναμε αγόρια και κορίτσια να τα βγάλουμε στο βουνό,  ξέρεις τότε έτσι γινόταν,  εμένα δε μου άρεσε,  στην αρχή φοβόμουν όμως ύστερα λέω μέσα μου ‘’Αφού μπήκες στο χορό θα χορέψεις !’’,  μια φορά σ’ ένα χωριό μπαίνουμε σ’ ένα σπίτι που ξέραμε ότι έχει δυο παιδιά,  ρωτάμε τη μάνα τους, ‘’Δεν είναι κανένας εδώ’’ κάνουμε να φύγουμε και βλέπω σ’  ένα καλάθι μεγάλο κάτι να κουνιέται,  πάω κι ανοίγω το καπάκι,  μια κοπέλα ξανθιά όμορφη σαν άγγελος,  ‘’Έλα δω!’’ της λέω και τη βγάζω,  εκείνη την ώρα έρχεται η μάνα της και μου δίνει ένα χαστούκι,   είδα αστράκια,  ο άλλος που ήταν μαζί μου γυρίζει το όπλο να τη σκοτώσει εκεί επί τόπου,  ‘’Όχι άστο!’’ του λέω και φωνάζω στη μάνα ‘’Όλοι πρέπει να τυραννιστούμε έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα,  μη νομίζει ότι κι η δικιά μου μάνα δε πονά που δεν έχει το παιδί της!’’ το παίρνουμε το κορίτσι και το βγάζουμε στο βουνό,  ύστερα εμένα μ’ έστειλαν σε μια πορεία πολύ μεγάλη μέχρι τα σύνορα  έπρεπε να διασχίσουμε μια χαράδρα,  ένα ρέμα πολύ ορμητικό  σε μια τοποθεσία που τη λέγανε ‘’Τα νερά του κεραυνού’’, εκεί  χτύπησα το πόδι μου,  με επήραν σε φορείο, μπήκαμε  σ’  άλλη χώρα,  έμεινα μήνες στο νοσοκομείο,  έχασα κάθε επαφή.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος  όλο εκείνο το κορίτσι σκεφτόμουν,  το είχα κρίμα στο λαιμό,  ήλπιζα ότι σώθηκε,  γυρνώ σ’ εκείνο το χωριό,  ήμουν σε μια εκδρομή,  πήγα μόνο γι αυτό λόγο,  ρωτώ εκεί κάτι γριές   ‘’Στο  σπίτι στην πλαγιά δεν ήταν ένα κορίτσι ξανθό,  τι απέγινε;’’  μιλούν αυτές λίγο μεταξύ τους και μου λένε ‘’Τη βλέπεις εκείνη που ψωνίζει στο φούρνο,  αυτή είναι!’’ , πηγαίνω κατά κει και τη βλέπω μ’  ένα τσεμπέρι μαύρο, δεν ήταν ωραία όπως τότε που ήταν κορίτσι,  εκείνη μόλις με είδε με γνώρισε,  γυρνά και  μου λέει,  ‘’Νομίζεις πως σε ξέχασα,  καταραμένος να είσαι,  άσπρη μέρα να μη δεις στη  ζωή σου!’’ εκείνη την κουβέντα την είχα στο αυτί μου συνέχεια,  δε μπορούσα να ησυχάσω,  μου πήρε χρόνια να το περάσω,  ακόμα και τώρα την ακούω, χτες το βράδυ την είδα πάλι σε όνειρο,  έβγαζε ένα πιστόλι και με πυροβολούσε  εδώ κάτω στη κοιλιά, όταν ξύπνησα πονούσα σα να έφαγα σφαίρα, γι αυτό ζαλίστηκα ’’.

Άφησε το φαγητό κι έφυγε σέρνοντας τα πόδια του, η   κουβέντα τον είχε προβληματίσει,  ώστε έτσι λοιπόν είχε κάνει ο γέρος  και τον είχε για υπόδειγμα,  από τότε που κλείστηκε στο σπίτι δεν ήταν καλά με τα ψυχολογικά του ήταν ανάγκη να το μάθει τώρα κι αυτό,  καλά πως είχε μπορέσει ο μπαμπάς του  να το πάρει εκείνο το κορίτσι μπροστά στη μάνα του, μα πόσο  άχρηστος ήταν κι εκείνος  τον είχε θεό,  πως κατέρρεε   έτσι αυτός που  είχε βάλει τόσο ψηλά ! Ζαλισμένος όπως ήταν αποφάσισε να βγει να περπατήσει κοντά στη θάλασσα , είχε και μια εκκρεμότητα στην τράπεζα  ήταν καλή ευκαιρία να την ταχτοποιήσει.  Κανονικά απαγορεύονταν  η κυκλοφορία  όμως δεν άντεχε, στο δρόμο για την παραλία  είδε δυο αστυνομικούς που   ερχόταν από μακριά κατά πάνω του και βιάστηκε να περάσει στην απέναντι πλευρά,  ένας σκύλος περπατούσε στην ερημιά, ένας άστεγος κοιμόταν κάτω απ’ τις βρωμερές κουβέρτες του. Στη θάλασσα  τα νερά ήταν καθαρά,  μια πάπια βουτούσε κάτω απ’  την επιφάνεια, ομίχλη σκέπαζε τα καράβια,  κάτι σημαίες κυμάτιζαν ψηλά δεμένες στους γερανούς, το λιμάνι θύμιζε πόλη της Βαλτικής,  αυτή ήταν η όψη της πόλης που του άρεσε.

Στη τράπεζα  έμοιαζε σα χαμένος, θυμόταν όλη την ώρα την ιστορία με το ξανθό κορίτσι, δεν το χωρούσε ο νους  ότι ο μπαμπάς του είχε κάνει τέτοιο πράγμα, κι  αν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο  εκείνος τι θα έκανε άραγε στη θέση του, τι κουβαλούσε στο αίμα του,  πως γίνεται να φέρεσαι τόσο σκληρά,  ήταν ανάγκη να του το πει τώρα και να του χαλάσει την εικόνα που είχε φτιάξει μια ζωή; Περίμενε  έναν παππού που έκανε οχτώ ώρες να βγάλει τα πράγματα από  το τσαντάκι  του,  δυο υπάλληλοι τον κοίταζαν καχύποπτα κάτω απ’  τα γυαλιά τους ,  ένας  ψυχρός τύπος με μούσι  πίσω απ’ τον πάγκο  του φώναξε πολύ απότομα ’’ Μη πλησιάζετε!’’ και  δείχνοντας του ένα μπουκαλάκι με αντισηπτικό είπε κοφτά   ‘’Πλύνετε τα χέρια σας!’’,  πλήρωσε στο ταμείο συγχυσμένος κι όπως πήγαινε κατά την έξοδο στάθηκε σαν άγαλμα μπροστά στη πόρτα  σα να μην ήξερε τι να κάνει, σα να μη θυμόταν για ποιο λόγο ήταν εκεί πέρα, σα να είχε ξαφνικά αδειάσει το μυαλό του,  ο υπάλληλος πίσω απ τον πάγκο  του φώναξε ‘’Περάστε έξω κύριε !’’ όμως αυτός  είχε παγώσει,  όλοι εκεί μέσα είχαν καρφωθεί πάνω του ώσπου κάποιος τον έσπρωξε πολύ απότομα, τότε μόνο ξύπνησε. 














ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...