Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

ΚΑΤΑΓΜΑ ΖΥΓΩΜΑΤΙΚΟΥ

Πάνω απ’ τον ποταμό που κυλούσε αφρίζοντας κρέμονταν μια γέφυρα παλιά, στερεωμένη σε συρματόσκοινα σκουριασμένα, μας είπαν ότι ήταν γερή, δοκίμασα να περάσω απέναντι, έκανα μερικά βήματα μα όσο προχωρούσα τόσο περισσότερο παλαντζάριζε, φοβήθηκα, το ρεύμα φαίνονταν αρκετά βαθύ, όταν έφτασα στη μέση τρόμαξα, το ξύλινο πάτωμα έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ τα λασπωμένα νερά κατέβαιναν απειλητικά, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα μέσα μου ‘’Άμα πέσεις εδώ μέσα μάγκα μου την έχεις βαμμένη!’’, στράφηκα γρήγορα προς τα πίσω και βγήκα από κείνο το καταραμένο μέρος, η γυναίκα μου που με παρακολουθούσε όλη την ώρα μου έριχνε κάτι ματιές άγριες για τις κουταμάρες που έκανα …

Παρά την τρομάρα που πήρα η εκδρομή έδειχνε τέλεια, περνούσαμε καλά, ήμασταν τέσσερα άτομα, είχαμε ξεκινήσει νωρίς με το αμάξι να δούμε αυθημερόν εκείνη την ξένη χώρα για την οποία είχα ακούσει ένα κάρο ιστορίες. Το πρωί, την ώρα της αναχώρησης, έβρεχε αλλά αυτό έκανε πιο ευχάριστη και δροσερή την ατμόσφαιρα, στα σύνορα ούτε που μας κοιτάξανε, έριξαν μόνο μια ματιά στις ταυτότητες και μας άφησαν να περάσουμε, πολύ εύκολο μου φάνηκε. Σ’ ένα πρατήριο όπου όλοι μιλούσαν ελληνικά βάλαμε βενζίνη που ήταν πιο φτηνή και μετά σταθήκαμε σ’ ένα χωριό να πιούμε έναν καφέ δίπλα στο ποτάμι με την κρεμαστή γέφυρα. Το τοπίο εκεί πέρα ήταν θαυμάσιο, πανέμορφο, τα δέντρα έριχναν τον ίσκιο τους, το νερό έτρεχε με ορμή κάτω απ’ τα φυλλώματα, πιο πέρα σε μια όχθη μερικοί νεαροί ετοιμάζονταν για ράφτινγ ρίχνοντας στο ποτάμι τα φουσκωτά τους ενώ φορούσαν τις αδιάβροχες στολές τους. Τα στενά μέσα από τα οποία κυλούσε το ποτάμι έμοιαζαν με τα Τέμπη μόνο που εδώ πέρα ο φυσικός διάδρομος ανάμεσα στα βουνά που ανοίχτηκε από τη ροή του ποταμού μέσα στις χιλιετηρίδες, εξακολουθούσε για καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα. Το τοπίο ήταν πραγματικά θαυμάσιο αλλά τους κατοίκους πρέπει να τους έδερνε πολλή φτώχεια κάποτε, τα χωριά τους έμοιαζαν απαρχαιωμένα, λίγα παράθυρα είχαν παντζούρια κι έπειτα δεν ήταν κι ο πιο καθαρός λαός, σκέψου ότι τα λύματα τους τα έριχναν στο ποτάμι, από κει μπορούσες να καταλάβεις, στις κωμοπόλεις τους πάλι έχασκαν κάτι κτίρια άγαρμπα, κακοφτιαγμένα, βρώμικα, θύμιζαν όλα την εποχή του κομουνισμού τότε που οι άνθρωποι στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλον...

Ο οδηγός μας ο Μπάμπης έδειχνε ορεξάτος κι όλη την ώρα έλεγε ιστορίες ενώ κατά καιρούς ζητούσε απ’ τη γυναίκα του το μπουκάλι με το νερό να σβήσει τη δίψα του, ‘’Κάποτε κάναμε μέχρι και πέντε ώρες να περάσουμε το τελωνείο!’’ μας έλεγε’’ Τότε με τον κομουνισμό κανείς δε βιαζόταν, σ’ άφηναν στην ουρά να χτυπιέσαι, μας έβαζαν σε καραντίνα, ζητούσαν λάδωμα, δεν έδιναν δεκάρα άμα είχες σκάσει απ’ το κακό σου, αυτό ήταν το σύστημα!’’ Αφού περάσαμε εκείνα τα στενά με το ποτάμι που ήταν και το πιο ωραίο κομμάτι της διαδρομής, το τοπίο γίνονταν πιο επίπεδο, παντού υπήρχαν χωράφια, η χώρα ολόκληρη ήταν γεμάτη δάση, κοπάδια, πράσινο, τα δέντρα εκεί πέρα πρέπει να φύτρωναν πολύ εύκολα ρε φίλε, έπαιρνες μια ιδέα για το πώς είναι όλη η κεντρική Ευρώπη με τις συννεφιές της και την έλλειψη της καλοκαιρινής ζέστης, τα στάρια και τ’ άλλα γεννήματα μεγαλώνουν για πολύ καιρό, μέχρι τον Αύγουστο και η ξυλεία είναι τόσο άφθονη που οι νταλίκες τους κουβαλούν κορμούς σ’ όλο τον κόσμο! ‘’Κάποτε...’’ μας είπε ο Μπάμπης ‘’ ...όλη αυτή η απέραντη έκταση ήταν ένα πελώριο βοσκοτόπι προτού το ξεχερσώσουν και το κάνουν χωράφια οι άνθρωποι , εδώ έβοσκαν πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ελέφαντες και μαμούθ λιοντάρια, άλογα και βίσονες, καλά η Ευρώπη πρέπει να ήταν πολύ περίεργη κάποτε!’’

Προορισμός μας ήταν η πρωτεύουσα, καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά προσέχαμε μήπως χάσουμε την έξοδο από την εθνική οδό και φύγουμε στον αγύριστο! Τελικά όλα πήγαν καλά και μπήκαμε από έναν περιφερειακό δρόμο στην πόλη η οποία ήταν χαραγμένη παντού από τις σιδερένιες ράγες των τραμ που την διέσχιζαν. Ο Μπάμπης ήταν σίγουρος ότι ήξερε τα κατατόπια , βέβαια είχε χρόνια να πάει κατά κει και την τελευταία φορά δεν οδηγούσε αυτός, τον είχε φέρει ο γιος του που σπούδαζε κάμποσα χρόνια εκεί πέρα. Αυτό που δεν θα ξεχνούσε ποτέ και ήθελε οπωσδήποτε να μας το δείξει, ήταν ένα στενό όπου ένα βράδυ τρεις τύποι είχαν δοκιμάσει να τον ληστέψουν, τους δυο τους είχε κάνει καλά, τον ένα πρέπει να τον σακάτεψε, τον άκουσε που βογκούσε καθώς έφευγε, ο τρίτος τον παραφύλαγε και σε μια στιγμή τον χτύπησε στο πρόσωπο με κάτι πολύ σκληρό, πρέπει να ήταν σιδερογροθιά και του είχε τσακίσει το ζυγωματικό, θα του έμενε το κουσούρι στο πρόσωπο σίγουρα αν δεν  είχε ένα φίλο πλαστικό χειρουργό που του τόφτιαξε κάνοντας μια πολύ λεπτή τομή και  εφαρμόζοντας πλάκες τιτανίου πάνω στο ραγισμένο οστό, μιλάμε ο άνθρωπος είχε κάνει απίστευτη δουλειά!

Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ ένα πάρκινγκ υπόγειο κάπου στα προάστια σημαδεύοντας το μέρος για να το βρούμε όταν θα επιστρέφαμε. Σ’ ένα ανταλλακτήριο αλλάξαμε τα λεφτά μας και πήραμε το τραμ για το κέντρο, ο Μπάμπης ήθελε εξάπαντος να μας δείξει ένα ακριβό ξενοδοχείο όπου είχε πάει κάποτε σ’ έναν γάμο, όπως διασχίζαμε τη πόλη εντύπωση μου έκανε που σε κάθε διασταύρωση υπήρχε ένας αστυνομικός καθισμένος σ’ ένα κουβούκλιο υπερυψωμένο απ’ όπου έλεγχε ότι γινόταν κάτω. Κατεβήκαμε μπροστά σ’ ένα μουσείο με δυο μεγάλα μαύρα λιοντάρια που στέκονταν σα φρουροί στην είσοδο του, πίσω απ το μουσείο υπήρχαν ερείπια βυζαντινά όπου γινόταν ανασκαφές, μια επιγραφή στα αγγλικά έλεγε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ιδρύσει εκείνη την πόλη κι ότι κάποιος παλιός περιηγητής που είχε περάσει από κει ανέφερε ότι κάποια εκκλησία ήταν γνωστή με το όνομα Αγία Κυριακή. Ε βέβαια, οι βυζαντινοί τους είχαν δώσει τη γραφή, τη θρησκεία, τον πολιτισμό τους είχαν κάνει ανθρώπους! Σε μια άλλη εκκλησία που πήγαμε οι τοιχογραφίες ήταν ρωσικές, σε μια άλλη έμοιαζαν με βυζαντινές, είδαμε κάπου και μια εικόνα με ελληνικά γράμματα, ένα συνονθύλευμα! Παντού είχαν γάμους, Κυριακή ήταν άλλωστε, οι νεόνυμφοι και όλοι γύρω έμοιαζαν πολύ σοβαροί, πολύ πιο σοβαροί απ ότι τα ζευγάρια στους γάμους τους δικούς μας, στο πάτωμα σκορπίζανε χόρτα για καλοτυχία η κάτι τέτοιο, ανάμνηση σίγουρα από το βουκολικό παρελθόν τους. Παρατήρησα ότι κανείς τους δε φώναζε όλα γινόταν ήσυχα, δε μπορούσα να καταλάβω τι είδους χώρα ήταν αυτή, οι άνθρωποι συζητούσαν χαμηλόφωνα, δε μιλούσαν δυνατά, δεν κορνάριζαν, δεν έβριζαν, όλες οι χειρονομίες τους ήταν συγκρατημένες, έμοιαζαν να έχουν βγει από έναν λήθαργο μακροχρόνιο, μπορώ να σου πω ότι εγώ ήμουν ο πιο ζωηρός, όπως κοντραριζόμουν με τη γυναίκα επειδή όλα της φαίνονταν αξιοπερίεργα και δε σταματούσε να φωτογραφίζει ότι της χτυπούσε στο μάτι, δυο κοπέλες που μας πρόσεξαν έβαλαν τα γέλια, είχαμε γίνει θέαμα!

Τελευταία πήγαμε να δούμε την πιο μεγάλη τους εκκλησία, τον καθεδρικό τους ναό, ανεβήκαμε κάτι σκαλοπάτια, δρασκελίσαμε την είσοδο και είδαμε ένα χώρο τεράστιο με κάτι σαν δεσποτικό, πολύ ψηλό. Μπροστά στο τέμπλο άνθρωποι γονατιστοί στο πάτωμα προσεύχονταν ακούγοντας έναν παπά, από κάπου ερχότανε οι ήχοι μιας χορωδίας, δε μπορούσα να βρω από πού, τελικά ανακάλυψα τους τραγουδιστές στο υπερώο, σ ένα χώρο κρυμμένο κάπως σα καμαράκι μυστικό. Αυτό που μου φάνηκε αστείο πραγματικά ήταν οι τοιχογραφίες, ειδικά ο τρούλος, όλα ήταν ζωγραφισμένα σε ένα ύφος σαν αυτό στα βιβλία των ιεχωβάδων, δε περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα εκκλησία ζωγραφισμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, πάντως ο χώρος όλος ήταν τεράστιος, επιβλητικός, υποβλητικός!

Μετά από εκείνη την τεράστια εκκλησία ήξερα ότι τα είχα δει όλα, είχα πάρει μια ιδέα της χώρας, διαισθητικά τα καταλαβαίνεις κάποια πράγματα, δε χρειάζονταν να δω περισσότερα. Το ίδιο ακριβώς μου είχε συμβεί και στην Αγγλία, με το που μπήκα στο βρετανικό μουσείο κατάλαβα ότι δε μ’ ενδιέφερε καθόλου κι ήθελα να φύγω από κει πέρα όπως ήμουνα! Και να τώρα πάλι είχα δει ότι ήθελα όμως δε μπορούσα να πω στους άλλους ότι εγώ είχα τελειώσει, αυτοί ήθελαν να δουν κι άλλα πράγματα οπότε έπρεπε να το βουλώσω και να μη μιλάω! Βασικά δεν την αντέχω τη ξενιτιά, οτιδήποτε μακριά από τον τόπο μου με κάνει άνω κάτω, δεν ένιωθα και πολύ καλά, ευχόμουν να τελείωνε γρήγορα όλο αυτό, από το άγχος ένοιωσα μια φιγούρα στο μπράτσο σαν να με είχε τσιμπήσει κάτι, ήταν το ψυχοσωματικό που μου έβγαινε, έμοιαζε σα να περπατά κάτι κάτω από το δέρμα μου δημιουργώντας εξανθήματα κόκκινα, ευτυχώς πέρασε γρήγορα.

Όπως είχε περάσει η ώρα κι είχαμε το δρόμο  της επιστροφής  πήραμε το τραμ για να γυρίσουμε στο πάρκινγ όπου είχαμε το αμάξι μας, τα βαγόνια  πήγαιναν  πολύ αργά στρίβοντας κάθε τόσο πάνω  στις  σιδερένιες ράγες, ένιωθα ανακούφιση που φεύγαμε επιτέλους, το τρενάκι σερνόταν για ώρα, η πόλη έμοιαζε ατέλειωτη,  έπρεπε να κατέβουμε κάπου και μετά από κάποια στιγμή ο Μπάμπης άρχισε ν’  ανησυχεί καθώς δεν ήταν σίγουρος για το που έπρεπε να κατεβούμε. Ρωτήσαμε τον οδηγό, κάποιους επιβάτες, μια κοπέλα ειδικά που έδειχνε να καταλαβαίνει λίγα πράγματα όμως δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, όλοι μιλούσαν μόνο τη γλώσσα τους, τίποτε’ άλλο,  ήταν κι εκείνες οι επιγραφές σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη που σε μπλοκάριζαν, δε σου θύμιζαν τίποτα, μα πόσο σπαστικό ήταν ρε φίλε, τελικά κατεβήκαμε κάπου καθώς ο Μπάμπης νόμιζε ότι είδε κάτι οικείο και βάλθηκε να γυρεύει το υπόγειο πάρκινγκ.

Αποδείχτηκε ότι δε θυμόταν τίποτα, είχε χρόνια να ταξιδέψει εκεί πέρα κι όλα του φαινόταν αλλαγμένα, διαφορετικά, παράξενα. Μπερδεύτηκε, αγχώθηκε, στρεσαρίστηκε, μας άγχωσε κι εμάς, γυρνούσε στα στενά σα χαμένος, έκανε κύκλους επιστρέφοντας συνέχεια στο σημείο απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει, ρωτούσε τον κόσμο που περνούσε όμως δε μπορούσε να βρει άκρη. Τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να κλονιζόμαστε  φώναξε ενθουσιασμένος: ‘’Αυτό είναι!’’   κι όλοι γυρίσαμε να δούμε : ‘’Εδώ ήταν που με είχαν χτυπήσει εκείνα τα καθάρματα με τη σιδερογροθιά, τότε ήταν ερημιά και τώρα τό χουν κάνει κυριλέ γι αυτό δε μπορούσα να γνωρίσω το μέρος, να αυτό το άγαλμα το τσιμεντένιο ήταν και τότε εδώ!’’ είπε δείχνοντας έναν τεράστιο στρατιώτη λίγο άγαρμπο,  ‘’  Όλη η πόλη ήταν  γεμάτη τέτοια αγάλματα τότε, μετά  γκρέμισαν  τα πιο πολλά!’’ Αφού είχε βρει εκείνο το σημείο μπορούσε να προσανατολιστεί πλέον και βρήκαμε εύκολα το γκαράζ, κατεβήκαμε στο υπόγειο, ήταν σκοτεινά, μόνο αυτοκίνητα έβλεπες, μια σιωπή καταλυτική απλώνονταν στο χώρο που θύμιζε ταινία αμερικάνικη. Βρήκαμε το αμάξι και οδηγήσαμε κατά την ανηφορική έξοδο όμως  όταν φτάσαμε εκεί η μπάρα δε σηκώνονταν, ο φύλακας,  ένας τύπος σωματώδης μ’ ένα μουσάκι βγήκε από το κουβούκλιο του, πλησίασε και μας ζήτησε κάτι.

Δε καταλαβαίναμε τι ήθελε, μάλλον τα χαρτάκια, τις αποδείξεις που είχαμε βγάλει όταν μπήκαμε στο γκαράζ, δεν μπορούσαμε να τις βρούμε, ψάχναμε στις τσέπες,  στα πορτοφόλια,  που στο διάβολο ήταν! Του δείχναμε τις ταυτότητες μας, κουνούσε το γιγάντιο κεφάλι του, προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε, δε καταλάβαινε, μα τι τούβλο ρε φίλε! Αρχίσαμε να εκνευριζόμαστε, ο Μπάμπης έπιασε να φωνάζει, ο άλλος πήγε στο κουβούκλιο και βάρεσε το συναγερμό, εμφανίστηκαν  άλλοι δυο γίγαντες και μας είπαν να βγούμε απ’  το αμάξι ‘’’ Μπάμπη την έχουμε βαμμένη!’’ του είπα σκεπτόμενος ότι θα μας μπουζούριαζαν εκεί πέρα και θα μας κάνανε τόπι στο ξύλο, μπορεί και να μας φυλακίζανε όπως στα παλιά γκανγκστερικά έργα με τους κατασκόπους που δοκιμάζουν να βγάλουν από μια χώρα  φιλμάκια, όπλα,  κι άλλα μυστήρια, μπορεί και  να μας πήγαιναν  σε τίποτα μπουντρούμια σκοτεινά που είχαν μείνει απ'  την εποχή του κομουνισμού.  Κουρασμένοι από την ταλαιπωρία  της μέρας το μόνο που θέλαμε ήταν να σηκωθούμε να φύγουμε και να μη ξαναπατήσουμε εκεί πέρα αλλά άντε να  εξηγήσεις των ιλιθίων!  Τα είχαμε παίξει,  δε ξέραμε τι να κάνουμε,  το σύμπαν έμοιαζε να έχει συνωμοτήσει εναντίον μας, ο Μπάμπης που είχε υποστεί ξανά σκληρή μεταχείριση σ εκείνη τη χώρα βαστούσε ήδη το στερεωμένο με τις πλάκες τιτανίου ζυγωματικό του,   ‘’Μα τι άχρηστοι που είστε!’’ ακούστηκε μια φωνή  και είδαμε  τις  γυναίκες μας να πλησιάζουν κραδαίνοντας στο χέρι τα δυο χαρτάκια.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

ΒΕΛΛΕΡΟΦΟΝΤΗΣ

Το κινητό μου γλίστρησε από τα χέρια  κι έπεσε  στην άσφαλτο ανάμεσα σε λάστιχα και ρόδες, το έβλεπα εκεί πέρα να κείτεται στο δρόμο κι από πάνω του να περνούν αμάξια και μοτοσικλέτες με ταχύτητα μανιασμένη σα να το στόχευαν,  παράτησα το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξα να το μαζέψω προτού το τσαλαπατήσει κανένα αυτοκίνητο, σήκωσα το χέρι για να κάνω σήμα, μερικοί σταμάτησαν, ένα μηχανάκι με αγνόησε σα να μην υπήρχα και πέρασε με φόρα από δίπλα μου, έσκυψα κάτω από ένα παρκαρισμένο αμάξι, εκεί όπου το είδα να κυλάει , από κει κάτω φαίνονταν οι μεταλλικές κοιλιές των αυτοκινήτων, τα πόδια των πεζών,  σε μια μεριά κείτονταν το τηλεφωνάκι μου, σύρθηκα και το μάζεψα γρήγορα- γρήγορα ανάμεσα σε κόλαση από κορναρίσματα όλων εκείνων που δεν καταλάβαιναν τι στην οργή έψαχνα, το κράτησα στα χέρια μου,  η οθόνη φαίνονταν εντάξει, από θαύμα είχε μείνει άθικτο.

Το είχα νιώσει στη τσέπη μου να χτυπά και δοκίμασα να το βγάλω, αυτό ήταν λάθος βέβαια, η τσέπη ήταν στενή και με δυσκόλευε, όπως προσπαθούσα να το τραβήξω με το ένα χέρι μου έφυγε, όταν είσαι πάνω σε δυο ρόδες δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Καθώς δεν υπήρχαν λεωφορεία για πάνω από μια βδομάδα χρησιμοποιούσα το ποδήλατο, είναι λέει η καλύτερη γυμναστική όμως ήταν πολύ κουραστικό ειδικά στην αρχή μέχρι να συνηθίσουν τα πόδια το πεντάλ που πρέπει να δουλεύει συνέχεια . Ένα κάρο δρομολόγια έπρεπε να κάνω από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη, οι ανηφόρες ήταν σκέτος σακατεμός, πιτσιρικάδες γυμνασμένοι με προσπερνούσαν κι εξαφανίζονταν, μια φορά μου βγήκε η αλυσίδα κι έτρεχα σ’ ένα συνεργείο να μου διορθώσουν το σύστημα με τις ταχύτητες και τα γρανάζια, έπρεπε να συνεχίσω το πρόγραμμα μου με κάποιο τρόπο, δε γινόταν διαφορετικά . Δεν ήξερα πως θα τα έβγαζα πέρα, πως θα έκανα όλα όσα είχα να τελειώσω, είχα πάντα μια καταραμένη αίσθηση ότι έμενα πίσω και τα πράγματα με προσπερνούσαν, σ’ ένα σημείο κάπου ανατολικά χρειάστηκε να περάσω από την αριστερή στη δεξιά μεριά του δρόμου, όπως ήμουν αφηρημένος δεν έλεγξα καλά πίσω κι ένας ταξιτζής κορνάρισε τρελαμένος ‘’Τι κάνεις εκεί ρε φίλε!’’ φώναξε από το ανοιχτό παράθυρο .

Αν συνεχίζονταν για μερικές μέρες ακόμα η απεργία δεν θα άντεχα, κάθε πρωί έβγαζα σηκωτό το ποδήλατο από το σκοτεινό υπόγειο όπου το κλείδωνα μη το πάρει κανένας, στο τέλος θα έκανα και μπράτσα! Κείνη την ώρα ο βενζινάς της γειτονιάς άνοιγε την αλυσίδα για να μπουν τα αμάξια στο πρατήριο του κι εγώ ξεκινούσα για το χάος της πόλης, μια φορά όπως περνούσα από τα έργα του μετρό ένα φορτηγό με στρίμωξε στις μπάντες, σχεδόν τις άγγιξα, μ έπιασε πανικός, αν χτυπούσα εκεί πέρα θα μ’ έπαιρναν παραμάζωμα όσοι έρχονταν από πίσω. Και σα να μην έφτανε που έτρεχα παντού με το ποδήλατο είχα και το αφεντικό που δε με πλήρωνε, μου είχε σπάσει τα νεύρα, όλη μέρα όσο δουλεύαμε σα μαύροι ήταν όλα καλά, το βράδυ που ήταν να δώσει το μεροκάματο έβρισκε ένα κάρο δικαιολογίες, σου μιλάω κάθε φορά η ίδια δουλειά, ‘’Ήρθε η ΔΕΗ και δεν μπορώ , μετά ήταν το ενοίκιο, η εφορία, η δόση, - άι στο διάβολο !’’ Μου την έδωσε, πες μου κάτι καινούριο ρε φίλε, όλη την ώρα το ίδιο τροπάρι, ένα βράδυ τον πήρα παραμάζωμα, τον έστειλα στον αγύριστο, δε καταλάβαινα τίποτα, αμέσως τσακίστηκε να βρει τα χρήματα, μου έδωσε και ρεπό στο καπάκι!

Μια παύση ήταν απαραίτητη αλλιώς θα γινόμουν κομμάτια, ήθελα να βγω καμιά βόλτα να δω λίγο τι κάνει ο κόσμος γύρω μου, έβρεχε συνέχεια εκείνες τι μέρες όμως το μεσημέρι έκανε μια ζέστη ασυνήθιστη. Το καλοκαίρι πλησίαζε φουριόζικο, το ένιωθες στην ατμόσφαιρα, τα μανάβικα φόρτωναν τους πάγκους με κεράσια τεράστια, κατακόκκινα απ’ τον Κολινδρό, στα σούπερ μάρκετ έφερναν καρπούζια απ’ την Πελοπόνησσο και στις λαϊκές πουλούσαν σαρδέλα μαγιάτικη που είναι η καλύτερη που υπάρχει όλο το χρόνο κατά πως λένε. Οι γυναίκες φορούσαν παντόφλες με χώρισμα στο μεγάλο δάχτυλο, άλλες ήταν ντυμένες μ’ αθλητικά ρούχα και άσπρα παπουτσάκια κι άλλες με παντελόνια δροσερά και φούστες χρωματιστές που ανέμιζαν γύρω απ’ τη μέση τους. Πολλές φορές σταματούσα στο μαγαζί κάποιου φίλου να πάρω μια ανάσα, είχε μαγαζί κάπου στη Βενιζέλου, μου έλεγε ότι κάτω από το δρόμο βρήκανε λέει μια τεράστια μπάλα από ψευδάργυρο, μαζεύτηκε εκεί κάτω από τα χαλκουργεία και τα εργαστήρια που υπήρχαν στην περιοχή από το Βυζάντιο, τον χρησιμοποιούσαν αιώνες πολλούς για να καθαρίσουν το ασήμι και τ’ άλλα μέταλλα από τις προσμείξεις, είχε κυλήσει με τα χρόνια και είχε μαζευτεί όλη η ποσότητα σε μια μάζα ενός τόνου κοντά που είναι τοξική κι επικίνδυνη και πρέπει λέει να την αποδομήσουν, ‘’Τι σημαίνει αυτό;’’ ρώτησα ‘’ Να την απομακρύνουν’’ μου είπε, τα είχε μάθει όλα αυτά από έναν μηχανικό που δούλευε εκεί πέρα .

Καλά εκείνα τα άτιμα τα έργα για το μετρό δεν έλεγαν να τελειώσουν, θα τραβούσαν για καιρό ακόμα μέχρι να ξεφορτωθούν τον ψευδάργυρο και να λύσουν όλα τα θέματα με την αρχαιολογία. Τα πράγματα δε πήγαιναν καλά στην αγορά, ο δικός μου έδειχνε ανήσυχος, πάντα έτσι νευρικός κι αδύνατος ήτανε βέβαια γι’ αυτό και δεν έβαζε κιλό. Είχε ένα παράστημα ωραίο, ένα στυλ περίεργο που μου άρεσε, δούλευε λαχειοπώλης κάποτε, τον πετύχαινα κάπου -κάπου τα καλοκαίρια στα στενά να πουλά ιδρωμένος τα λαχεία του ενώ γύρω επικρατούσε ερημιά κι αυτός έμοιαζε σα στοιχειό μες το καταμεσήμερο. Είχε παρατήσει πλέον τα λαχεία κι έφτιαχνε φερμουάρ και κουμπιά εκεί μέσα στην παλιά αγορά με τους θόλους, τις αψίδες και τις στοές, έκανε παράπονα ότι δεν είχε δουλειά, το μετρό και η κρίση τους είχαν σκοτώσει. Όσο μιλούσαμε καθισμένοι στον καναπέ που είχε στο μαγαζί  για να κοιμάται λίγο τα μεσημέρια, ο Βελλεροφόντης, ο τεράστιος γκρίζος γάτος του με την απαλή γούνα, άνοιγε τα τεράστια μάτια του και με κοιτούσε σα να έλεγε ‘’Τώρα τι θέλει αυτός εδώ πέρα!’’ Έπειτα ερχόταν στον καναπέ και πλάγιαζε ήσυχα ακουμπώντας τα μαλακά άσπρα ποδαράκια του στα γόνατα μου ‘’Μόνο σε σένα το κάνει αυτό!’’ μου έλεγε πάντα φίλος μου.


Μιλούσαμε περιμένοντας μήπως ο αέρας που ερχόταν από τη θάλασσα μας δροσίσει λιγάκι, ένα κτίριο με κόκκινα τούβλα κατάλοιπο λουτρών απ’ την τουρκοκρατία, φύτρωνε στη μέση του δρόμου κι έκοβε το ρεύμα. Άπειρες φορές είχαμε χαζέψει ανεπαίσθητα τα κεραμίδα, τα τούβλα, τα τοξωτά παράθυρα, τους αρμούς, όλες τις λεπτομέρειες από κείνο το κτίσμα που ήταν κάποτε λουτρά. Όλος εκείνος ο χώρος γύρω από την παλιά αγορά μου άρεσε, είχε κάτι γραφικό με τα προποτζίδικα όπου οι ρωσοπόντιοι κι οι Αλβανοί έπαιζαν κίνο και στοίχημα, έξω από τα πολυκατάστημα τα κορίτσια άνοιγαν κιβώτια ένα σωρό με καλλυντικά κι μπιχλιμπίδια διάφορα, γέμιζαν κατόπι τα ράφια με δαύτα, με τις βροχές το διπλανό παρκάκι είχε ξανανιώσει, περιστέρια που έψαχναν όλη την ώρα κάτι μες τα τριφύλλια και τις δροσοσταλίδες, δέντρα πράσινα φύλλωναν ανάμεσα στις πολυκατοικίες κι αν προχωρούσες λίγο παρακάτω μπορούσες να δεις στο βάθος την ασημένια η θάλασσα, όπως ήμουν ταλαιπωρημένος κι ένιωθα τα πόδια μου πιασμένα ευχαρίστως θα καθόμουν εκεί όλη μέρα.


Το διάλειμμα με το φίλο με είχε χαλαρώσει τόσο που μου βγήκε όλη η κούραση, τα πόδια μου άρχισαν να κόβονται όμως δεν είχα τελειώσει ακόμα! Υπήρχε το καθήκον της μέρας, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο να δω τι γίνεται η μάνα μου που έπνεε τα λοίσθια εδώ και καιρό και δεν ήξερα τι θ’ απογίνονταν, ευτυχώς δεν την είχαν πάει μακριά, η κλινική της ήταν κάπου στο κέντρο κι η διαδρομή ήταν εύκολη. Στην είσοδο του νοσοκομείου δυο έλατα με βελόνες καταπράσινες, ολόφρεσκες, κι ένας ευκάλυπτος ξεραμένος απ’ την παγωνιά, δεν είχα ξανα πάει εκεί πέρα και δε μπορούσα να βρω που την είχαν μεταφέρει, σ’ εκείνο το κτήριο έχανες τον προσανατολισμό σου. Ανέβηκα κάτι ορόφους με το ασανσέρ, δοκίμασα να τηλεφωνήσω, δε λειτουργούσε τίποτα, ρώτησα κάτι νοσοκόμες, δε ξέρανε, κατέβηκα ξανά στο ισόγειο και πήγα στην υποδοχή όπως ήταν υπερυψωμένο το κτίριο ο ήλιος από τη θάλασσα με χτυπούσε κατευθείαν στο πρόσωπο και με τύφλωνε, καθώς χαμήλωνε προς τη δύση ερχόταν αντίκρυ κι όλα γινόταν ένα κουβάρι μπροστά στα μάτια , οι άνθρωποι, η θάλασσα, τα καράβια, οι σιδερένιοι γερανοί του λιμανιού, όλα μπερδεύονταν μες το μυαλό και γίνονταν ένα συνονθύλευμα. Ύστερα από ώρα την ανακάλυψα τη μάνα μου σ’ ένα θάλαμο, είχε αδυνατίσει αλλά ήταν σε καλή διάθεση, μιλούσαμε φωναχτά, ήθελα να τη δω καλά, ποιος ξέρει τι θα μας έβγαζαν εξετάσεις της και πως θα την έβρισκα την επομένη, δυο γιατροί μπήκαν και μας είπαν να μη φωνάζουμε, η μάνα μου έδειχνε ήσυχη κι εγώ είχα αρχίσει να ηρεμώ.


Τα πόδια μου εξακολουθούσαν να είναι κομμένα, το μόνο καλό ήταν ότι ο δρόμος από το νοσοκομείο για το σπίτι ήταν κατηφορικός, ξεκούραστος, το ποδήλατο κυλούσε μόνο του. Περνούσα ξυστά από τα πλαϊνά των αυτοκινήτων, πάνω από φρεάτια που προεξείχαν και σε τράνταζαν απότομα, αυτά ήταν και τα πιο επικίνδυνα, στις στροφές το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γέρνω το σώμα προς τη μια μεριά έχοντας το νου μου στα φρένα μη βγει ξαφνικά κανένας βλάκας από τα στενά και καρφωθώ απάνω του. Κυλώντας στην άσφαλτο σκεφτόμουν τι με περίμενε , έπρεπε να ξεκουραστώ με κάθε τρόπο και να πλαγιάσω νωρίς, ποιος ξέρει τι θα έβγαζαν οι γιατροί για τη μάνα μου την άλλη μέρα. Όσο ήμουν στο νοσοκομείο  είχε ψιχαλίσει, οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι και γυάλιζαν αντανακλώντας τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια, σε μια διασταύρωση οι οδηγοί περίμεναν ανυπόμονα τους απέναντι να περάσουν προτού ξεχυθούν με φόρα προς όλες τις κατευθύνσεις, ονειρευόμουν ένα ζεστό μπανάκι, είχα ιδρώσει κι ο αέρας πάγωνε τον ιδρώτα στο σώμα μου, ένα κρυολόγημα τώρα θα ήταν ότι χειρότερο, όπως έτρεχα προσπαθώντας να συμβαδίζω με το ρεύμα των οχημάτων  έσφιξα το μπουφάν πάνω μου με το ένα χέρι όταν ακούστηκε το στρίγκλισμα κάποιων φρένων  κι  ένας όγκος τεράστιος από λαμαρίνα σκέπασε τα μάτια μου.

Δε θυμάμαι πολλά απ’  όσα έγιναν κατόπι, κάτι άνθρωποι μαζεύτηκαν   από πάνω μου, μερικοί φορούσαν  φόρμες και ήθελαν  να με βάλουν σ’ ένα φορτηγάκι, ‘’Είμαι καλά!’’ φώναξα  κι ας πονούσα παντού, δε φάνηκαν να πείθονται. Μετά βρέθηκε από κάπου εκείνος ο φίλος μου που έφτιαχνε φερμουάρ και με πήρε στο μαγαζί του, ξάπλωσα στον καναπέ του και  μου έφερε μια πορτοκαλάδα ή μια λεμονάδα κάτι τέτοιο κι ύστερα μου είπε ‘’Περίμενε λίγο, θα σε πάω εγώ σπίτι.’’Προσπαθούσα να καταλάβω τι  είχε συμβεί, γιατί δε μπορούσα ν’  ανακαλέσω τίποτα, τι είχα πάθει,  ήταν σαν κάποιος να  είχε αδειάσει ένα κομμάτι απ’  το μυαλό μου, κάτι είχε πάθει η μάνα μου αλλά  δεν ήξερα τι, ήπια λίγη πορτοκαλάδα νιώθοντας  ότι κάποιος με παρακολουθούσε,  ήταν  ο Βελλεροφόντης που με κοίταζε συνεχώς με τα τεράστια μάτια του...

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΧΑΣΗΣ

Μας είχε πιάσει  μια τέτοια πείνα που φάγαμε με μια ανάσα όλες τις σαλάτες και τα τυριά, ήπιαμε όλα τα νερά και τα ποτά προτού μας φέρουν τα κανονικά  πιάτα, δεν κρατιόμασταν ρε φίλε!

Και ήταν λογικό μετά από τέτοια  ταλαιπωρία, είχαμε ξεκινήσει το απόγευμα για να πάμε  στο  πανηγύρι, είχαμε καθυστερήσει  κι  ο ηλίθιος ο Χ καθόταν εκεί μια ώρα να καθαρίσει το καταραμένο το παρμπρίζ του που είχε γεμίσει σκοτωμένα μυγάκια, έψαχνε   νερό και πανιά σα να το έκανε επίτηδες ενώ ήξερε ότι βιαζόμασταν!  Κανονικά  έπρεπε να οδηγεί ο Νάσος  αλλά ο άλλος  που ήθελε  ν’ ανακατεύεται παντού  πετάχτηκε και ζήτησε να πάρει  το τιμόνι  ο ίδιος γιατί ήξερε λέει το δρόμο,  είχε πάει κάποτε υποτίθεται προς τα κει. Δεν τον χώνευα καθόλου τον Χ, μόνο που τον έβλεπα μου ανέβαινε η πίεση όμως οδηγούσε πραγματικά καλά που να τον πάρει,  μπορεί και να προλαβαίναμε να φτάσουμε προτού νυχτώσει. Στο δρόμο ο Νάσος έβαλε το JPS και μας καθοδηγούσε, το διαβολεμένο το μηχάνημα μας έλεγε που να στρίψουμε, προς τα πού να πάμε, πόση απόσταση έμενε, ήταν σαν κάποιος  να μας παρακολουθούσε από ψηλά.

Με το Νάσο ήξερα ότι θα περνούσαμε καλά, ήταν φοβερή παρέα. Είχα χρόνια να τον δω, μόλις είχε επιστρέψει  απ’ τη Γαλλία όπου είχε πάει  να πουλήσει κάτι πίνακες σε μια έκθεση, ζωγράφος ήτανε.  Δε τη γούσταρε καθόλου τη Γαλλία και ειδικά τη νότια , ‘’Όλοι σοβινιστές χαμένοι είναι κατά κει!’’  έλεγε. Θα περνούσαμε καλά  όπως  τότε που ήμασταν στο πανεπιστήμιο,  τότε που κολλούσαμε αφίσες και κάναμε φασαρίες κι άλλα  χαζά, εγώ τα είχα ξεχάσει αυτός όμως μου έλεγε ότι ήμουν αφασία και στον κόσμο μου, άκου να δεις τώρα. Εκείνον τον καιρό ήμασταν  αχώριστοι, κάθε βράδυ συναντιόμασταν σ’  ένα καφέ λίγο παρακμιακό μαζί με κάτι άλλους και τα λέγαμε για ώρες. Όταν τον είχα πρωτογνωρίσει ήξερε  τη πιάτσα, από  δεκάξι χρονών ήδη  ήταν στα μέσα και στα έξω, γνώριζε  όλες τις φίρμες κι όλους τους τυπάδες που κυκλοφορούσαν εκεί γύρω απ’  τη παραλία τότε που τα μαγαζιά φουλάριζαν από κόσμο μέχρι το ξημέρωμα, ‘’Τέσσερα μαγαζιά δούλευαν κάργα!’’ μου έλεγε αναφέροντας  ονόματα από ιδιοκτήτες,  πορτιέρηδες, γκόμενες της εποχής  κι αυτούς με τους οποίους είχε πλακωθεί κατά καιρούς, πολλοί από δαύτους  είχαν γίνει μεγάλοι και τρανοί, τους έβλεπες και στη τηλεόραση τα βράδια.

Ήταν ευχάριστο να τα θυμάμαι ξανά όλα αυτά, κι ακόμα πιο ευχάριστο  να βλέπω  ότι ο φίλος μου δεν είχε αλλάξει με τα χρόνια, ήταν όπως τον ήξερα, αυτό που δε  μπορούσα να καταλάβω ήταν  γιατί είχαμε πάρει μαζί μας τον Χ, μια χαρά θα περνούσαμε χωρίς αυτόν τον χαμένο!  Ευτυχώς είχαμε  τη γυναίκα του Νάσου, μια  εντυπωσιακή τύπισσα  που δε χάριζε κάστανα, μόλις ο βλάκας άρχισε να λέει  χαζομάρες  του   έβαλε τις φωνές, μιλάμε του έβαλε κάτι γκάζια, τον έπιασε απ’ το λαιμό, τον πήρε παραμάζωμα, δε καταλάβαινε τίποτα! Αυτός δεν την ήξερε, στην αρχή  τα έχασε, μετά τα χρειάστηκε, σου λέει τι ‘’Γίνεται εδώ, ποια είναι αυτή;’’ ,τρόμαξε, συγχύσθηκε , έτοιμος να πεταχτεί από το κάθισμα ήτανε.  Του έβαλε χέρι κανονικό, του τάχωσε για τα καλά,  μέσα μου σκεφτόμουν ‘’Πάρτα τώρα ιλίθιε !’’ μα μας είχε πρήξει, σιγά μη τον λυπόμουν, μετά με πιάσανε τα γέλια, με το ζόρι συγκρατιόμουν και  πρόσεχα μη με δει απ’ τον καθρέφτη,  ήθελα να του πω ‘’Φίλε βρήκες το μάστορα σου!

Από κείνη τη στιγμή ο άλλος έπαψε να μιλά και ησυχάσαμε, καλά που είχε φέρει ο Νάσος τη γυναίκα του, τώρα μπορούσα να κοιτάξω έξω από το αυτοκίνητο,  δεν είχα πάει ποτέ σ’  εκείνα τα  μέρη αλλά μου άρεσε το σκηνικό, μες απ’  τα χορτάρια πετάγονταν βράχοι επιβλητικοί, μια σανσιβιέρια τεράστια είχε φυτρώσει σ’ ένα ξέφωτο  προβάλλοντας τα άγρια αγκάθια της. Το καλοκαίρι βρισκόταν τις αρχές του, δεν είχαν πιάσει ακόμα εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε πεθαίνουν. Είναι  ωραία εποχή πραγματικά, οι ορίζοντες παίρνουν  να θολώνουν κι ο ήλιoς  δε σ’  αφήνει να δεις μακριά, μια διάθεση σα μελαγχολία σκορπάει  στην ατμόσφαιρα, τουρίστες κυκλοφορούν παντού στην πόλη με τα καπελάκια τους, μαυροπούλια τσιμπολογούν χοροπηδώντας στα γρασίδια, σκύλοι αδέσποτοι ξαπλώνουν στην άσφαλτο κι άλλοι περνούν αμέριμνα το δρόμο. Λένε ότι ο Μάιος είναι ο πιο ωραίος μήνας , όλα πρασινίζουν και λουλουδιάζουν και γίνονται υπέροχα,  εγώ πάλι τον φοβόμουν πάντα τον Μάιο γιατί  ακολουθεί  το καλοκαίρι που όλα είναι στον αέρα, δε ξέρεις τι θα προκύψει, που θα σε βρει, πως θα τελειώσεις, πως θ’ αντέξεις. Ήταν κι εκείνο που  είχα ακούσει κάπου  ότι τα άστρα λέει προέβλεπαν  περίεργα πράγματα αυτήν την εποχή κι όχι για καλό, μπορεί να μην είναι για  σένα  μα για κάποιον δικό σου,  δεν είναι να εφησυχάζεις, από κάπου θα σε χτυπήσει...

Στη διαδρομή έμαθα ένα κάρο νέα που αγνοούσα, η ώρα περνούσε ευχάριστα, στο χωριό όπου πήγαμε όλα ήταν πολύ καθαρά, στην επαρχία οι άνθρωποι είναι πολύ πιο νοικοκυρεμένοι από μας στις βρωμερές μας πόλεις. Στο εκκλησάκι όπου γινόταν το πανηγύρι όλα ταχτοποιημένα ήτανε, τα μάρμαρα γυαλισμένα στα πατώματα, τριαντάφυλλα και γκαζόν είχαν φυτέψει στο προαύλιο, πιο δίπλα κτήματα με κερασιές φορτωμένες κι άλλα δέντρα γεμάτα καρπό, ο απογευματινός αέρας φυσούσε δροσερά κι  όλο το τοπίο ξεκούραζε το μάτι.  Όταν νύχτωσε ο ουρανός δε  σκοτείνιασε,  παρέμεινε  φωτεινός όπως γίνεται το καλοκαίρι γύρω στο σούρουπο, κείνη την ώρα που υποχωρεί  η ζέστη,  όλα γίνονται πιο γλυκά,  μπορείς   επιτέλους ν΄  ανασάνεις…

Είχαμε όλοι ωραία διάθεση,  τελικά ήταν πολύ καλή ιδέα εκείνο το πανηγύρι, δεν το είχαμε μετανιώσει διόλου. Και μετά μας έπιασε απότομα μια τέτοια πείνα που δεν βλέπαμε μπροστά μας , θα πρέπει να δώσαμε κακή εντύπωση στους γύρω μας αλλά δεν κρατιόμασταν! Αφού ηρεμήσαμε  κάπως ο Νάσος έπιασε να μας μιλά για την ιστορία εκείνης της περιοχής, πότε είχε κατακτηθεί από του Τούρκους,  πότε είχαν περάσει οι Σλάβοι.  Είχε ψώνιο με την ιστορία,  μιλάμε ένα φοβερό πράγμα, ήξερε τα πάντα  ειδικά σε ότι αφορούσε  το μεσαίωνα, θυμόταν όλους τους βασιλιάδες, τους  βυζαντινούς ηγεμόνες και τους τοπικούς αξιωματούχους, άμα άρχιζε να μιλάει γι’  αυτά δε σταματούσε, μπορούσε να σου  αραδιάσει εκεί επί τόπου όλες τις δυναστείες κι όλες τις λεπτομέρειες , ποιος ήταν ωραίος, ποιος ήταν άσχημος, ποιος παντρεύτηκε ποια, βιβλία ολόκληρα είχε στο μυαλό του μιλάμε!

Κανονικά έπρεπε να είχε γίνει ιστορικός αλλά  για κάποιο λόγο  ακολούθησε τη ζωγραφική, όμως πάντα είχε τρέλα με τα ιστορικά, τελικά όμως είχε πάει να σπουδάσει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του,  αυτή  που  είχε πάρει παραμάζωμα τον Χ και μας είχε απαλλάξει από τις βλακείες του.  Η γυναίκα του ήταν μια ξανθιά,  όχι πολύ ψηλή αλλά μ’ ένα ταμπεραμέντο απίστευτο,  εκρηκτικό κι  άκου τώρα  να δεις πως την είχε γνωρίσει.  Ένα βράδυ που ήμασταν σε μια ταβέρνα κι είχαμε πιει λίγο καθόμασταν παράμερα σ’  ένα παγκάκι σκοτεινό, κάτω από κάτι δέντρα και μιλούσαμε. Εγώ είχα πάει μέχρι το περίπτερο να πάρω κάτι κι όταν γύρισα ο Νάσος  μου είπε ‘’Δε θα το πιστέψεις τι έγινε μόλις τώρα, όπως καθόμουν στα σκοτεινά ήρθε μια γυναίκα και με φίλησε,  φίλε ήταν υπέροχο,  ήταν τόσο απαλή,  τόσο γλυκιά,  τόσο  δροσερή, η ανάσα της μοσχοβολούσε. Με τύλιξε με τα μπράτσα της, χάιδεψε το λαιμό μου,  κι ύστερα έφυγε απότομα σα να την κυνηγούσαν, δε πρόλαβα να δω παρά  μόνο τη σιλουέτα της όπως έφευγε,  δε μπορώ να καταλάβω, πρέπει να με πέρασε για κάποιον άλλον,  νομίζω ότι τρόμαξε και λίγο’’’

Όλο το βράδυ  είχε χαλάσει τον κόσμο για να τη βρει, καθώς δεν την είχε δει καθαρά σχημάτιζε με το μυαλό του ότι ήθελε,  ότι του άρεσε  ρωτούσε παντού,  κοίταζε όλες τις κοπέλες στην ταβέρνα μήπως του θυμίσουν κάτι,  δεν ήταν  σίγουρος,  κι όταν νόμιζε ότι την είχε ανακαλύψει  δεν του άρεσε ‘’Δεν μπορεί να ήταν  αυτή!’’ έλεγε ‘’Είναι πολύ χάλια ρε φίλε !’’ Μέρες μου είχε φάει τ’ αυτιά να μου μιλά για κείνη, είχε σκάσει, ρωτούσε τους γνωστούς έναν προς έναν, εκείνη η κοπέλα η άγνωστη του είχε γίνει έμμονη ιδέα.  Στο τέλος είχε απελπιστεί, είχε κουραστεί, δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο και μια μέρα καλοκαιρινή που ο τόπος έβραζε , όπως διέσχιζε την άσφαλτο ένα μηχανάκι πέφτει απάνω του και τον ρίχνει κάτω , καθώς είναι ξαπλωμένος στο δρόμο ακούει μια φωνή ‘’Είστε καλά, συγνώμη δεν πρόσεχα!’’ ανασηκώνεται νιώθει ότι πονά κάπου στο πόδι , γυρνά,  βλέπει μια φιγούρα γυναικεία από πάνω  του να σκύβει και θυμάται ότι  το σκουλαρίκι που φορά, ένα κόκκινο ποτηστηράκι με πράσινο λαιμό, αυτό το σκουλαρίκι φορούσε εκείνη η γυναίκα που  τον φίλησε στην ταβέρνα.

Του φάνηκε ότι αυτό όλο ήταν γραφτό, δε γίνονται τυχαία  αυτά τα πράγματα, κάποια δύναμη ανώτερη πρέπει να τα είχε φτιάξει έτσι ώστε να συναντιώνται κάθε φορά με τον πιο απροσδόκητο τρόπο κι όταν όλα είναι κανονισμένα από κάπου εσύ δε μπορείς να κάνεις τίποτα ακολουθείς μόνο. Από τότε άρχισε να την κυνηγά παντού,  αυτήν ήταν από κείνες τις γυναίκες τις σκληρές που δε νοιάζονται καθόλου για τούς άντρες κι αυτό τους προκαλεί περισσότερο, εμένα δε μου άρεσε,  δε μπορούσα να καταλάβω τι της έβρισκε,  ίσως ήταν καλή στο κρεβάτι. Ο Νάσος από κείνη τη μέρα έχασε πια το μυαλό του, τον είχαμε χάσει, την ακολουθούσε παντού κι όταν αυτή είχε αποφασίσει να πάει στη Γαλλία πήγε μαζί της μολονότι δε ήθελε  με τίποτα να φεύγει στο εξωτερικό.

Το πιο δύσκολο ήταν στην αρχή όταν  του ζητούσε να της στείλει κάτι βιβλία για τις σπουδές της γιατί δε  μπορούσε λέει  να  τα βρει εκεί πέρα.  Μερικές φορές έπρεπε  να περιμένει ώρες ολόκληρες στα ξένα αεροδρόμια για ν’  αλλάξει αεροπλάνο, δεν ήξερε ποιον  να ρωτήσει,  όλα του φαίνονταν παράξενα,  αλλόκοτα,  οι άνθρωποι, οι ομιλίες, ο καιρός, τα κτήρια, ένα πιάνο που είχαν βάλει στη μέση του πουθενά σε μαι αίθουσα αναμονής,  του είχε φανεί το πιο παράξενο. Καθόταν εκεί  χαζεύοντας το πιάνο που στέκονταν βουβό,  για να περάσει η ώρα άνοιγε τα βιβλία της γυναίκας που σπούδαζε φυσική ή κάτι τέτοιο,  προσπαθούσε να καταλάβει τι λέγανε οι λέξεις των βιβλίων που  χόρευαν μπροστά στα μάτια του,  δεν μπορούσε να εννοήσει  εκείνους  τους όρους τους επιστημονικούς που λέγανε για αποσύνθεση των πυρήνων, για τα θραύσματα σχάσης, τις ενέργειες των νετρονίων,  τα εναλλασσόμενα μπλοκ ουρανίου, την κρισιμότητα του αντιδραστήρα.  Όλα έμοιαζαν τεράστια, κρύα, περίεργα,  ήταν σα να πήγαινε ταξίδι στον άλλο κόσμο, φοβόταν,  ήθελε να γυρίσει πίσω όπως ήτανε, να τα παρατήσει όλα και να φύγει από κει, τελικά το συνήθισε….

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ

Δοκίμασε να πάρει το μικρό φέρετρο όπου κείτονταν το σώμα του μικρού παιδιού, o παπάς είχε διαβάσει τις ευχές, όλα είχαν τελειώσει, ήταν η ώρα να το πάνε κατά τα μνήματα κι αυτός έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά όμως η μάνα που έκλαιγε σιγανά όλη αυτή την ώρα πετάχτηκε απότομα, έπιασε γερά το ξύλινο κοφίνι και δεν το άφηνε με τίποτα, τα μάτια της γυάλιζαν , σκέφτηκε ότι η γυναίκα ήταν τρελή, δυο βραδιές το ξενυχτούσαν, τόσον καιρό έδειχνε ότι δεν θα γλύτωνε, έπρεπε να το περιμένει, να έχει προετοιμαστεί κάπως, να το πάρει απόφαση, αλλά άντε να της το πεις, το μητρικό της ένστικτό ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσε να μείνει μαζί με το πεθαμένο παιδάκι της για πάντα!

Το αγοράκι είχε πεθάνει στο νοσοκομείο, δεν άντεξε, από τότε που γεννήθηκε είχε πρόβλημα, ένα σωρό χημειοθεραπείες του είχαν κάνει, όταν τελείωναν με το ένα όργανο του ανακάλυπταν ότι είχε πρόβλημα κι αλλού, κι εκείνο το καημένο ποτέ του δεν είχε γκρινιάξει, είχε δείξει υπομονή άπειρη σα να ήταν κανένας άντρας ώριμος, όλο γελούσε, τελικά δεν άντεξε. Τη νύχτα είχαν μεταφέρει με το αεροπλάνο την άψυχη σωρό, οι γονείς έμοιαζαν σα να είχε πέσει ο ουρανός απάνω τους, στην κάμαρα όπου είχαν αποθέσει το σώμα έκανε τόση ζέστη που δε μπορούσες να σταθείς, καλοκαίρι στις αρχές του ήτανε, λιβάνια έκαιγαν από παντού, η ατμόσφαιρα έμοιαζε αποπνικτική, μερικές γριές κουνούσαν βεντάλιες μπροστά στα πρόσωπα τους,  όλα είχαν καθυστερήσει, η ώρα περνούσε, η γυναίκα είχε κολλήσει εκεί πέρα κρατώντας το μικρό φέρετρο και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει.

Το πράγμα έδειχνε ότι θα τραβούσε για πολύ όμως κι αυτός τι χρωστούσε ρε φίλε, ένα απλός νεκροθάφτης ήτανε που σ’ εκείνο το παραλιακό χωριό τα αναλάμβανε όλα, την ετοιμασία, την μεταφορά, την ταφή, έπρεπε να κάνει τη δουλειά του. Καλά όποτε είχε να θάψει νεαρά παλικάρια και μικρά παιδιά ήταν το πιο δύσκολο,  όσο σκληρός κι αν είσαι αυτό δεν αντέχεται, σκεφτόταν τα δικά του τα παιδιά που μπορούσαν να βρίσκονται στη θέση των πεθαμένων κι η καρδιά του σφίγγονταν, ευτυχώς συνέβαινε πολύ σπάνια.

Κάμποσα χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά, είχε αναλάβει να θάβει τους γέρους του χωριού που αποδεκατίζονταν σιγά- σιγά, έδειχνε να μην είναι τόσο άσχημα, έβγαζε καλό μεροκάματο. Είχε συνηθίσει να ξεθάβει πεθαμένους μόλις συμπληρώνονταν τρία ή τέσσερα χρόνια, φορούσε κάτι γάντια πλαστικά και μάζευε τα κόκαλα τους που είχαν σαπίσει, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, τα πιο πολλά είχαν χωνευτεί καλά από τη γη, μετά έπρεπε να τα μεταφέρει σε μια γωνιά των νεκροταφείων όπου υπήρχε μια βρύση για να τα πλύνει και να τα τοποθετήσει στο ξύλινο κουτί που παραδίδονταν στους συγγενείς για να  το τοποθετήσουν  στο οστεοφυλάκιο μαζί με μια φωτογραφία.  Είχε θάψει όλα αυτά τα χρόνια ένα σωρό κόσμο, για μερικούς λυπόταν πραγματικά, ειδικά για κάποιους που ήξερε καλά, αυτούς που είχαν πιει μαζί ούζα και κρασιά στο καφενείο, όταν πέθαινε κανένας μεθύστακας ή κανένα ρεμάλι ούτε που τον ένοιαζε, ‘’ Στον αγύριστο ! ΄΄ έλεγε από μέσα του καθώς τον σκέπαζε με χώμα.

Δεν ήταν και καμιά βαριά δουλειά, το χώμα σ’ εκείνα τα μνήματα όπου είχαν ταφεί γενιές και γενιές είχε γίνει μαλακό, σκάβονταν εύκολα, χωρίς κόπο. Στην πραγματικότητα όλη η περιοχή γύρω   πρέπει  να ήταν νεκροταφείο από πολύ παλιά, σε μια μεριά του οικοπέδου οι αρχαιολόγοι είχαν ξεθάψει  χρόνια πριν ένα κάρο ευρήματα,  καρφίτσες χρυσές,  πόρπες ασημένιες, ακόντια στολισμένα με τρόπο  περίεργο κι ένα κράνος που δεν υπήρχε πουθενά,  φτιαγμένο από φύλλα χρυσού και λίθους πολύτιμους, ένα πράγμα  σωστό αριστούργημα,  θεωρούνταν από τα πιο σημαντικά που είχαν βρεθεί ποτέ, οι ειδικοί το είχαν πάρει σ’  ένα μουσείο μεγάλο και το εξέταζαν πολύν καιρό, λέγανε  ότι  ήταν το μοναδικό επιζών από ένα ζευγάρι που είχε φτιαχτεί σ’ ένα απ’  τα καλύτερα εργαστήρια της  αυτοκρατορίας,  το είχαν ονομάσει ‘’Το Κράνος του Πορφυρογέννητου!’’  
 

Tα βράδια όποτε περνούσε με το αγροτικό του αυτοκίνητο έξω από τα νεκροταφεία ο νεκροθάφτης,  σταματούσε να ρίξει μια ματιά αν ο μαρμαράς είχε κάνει καλή δουλειά σε κάθε καινούριο μνήμα, όπως περπατούσε ανάμεσα στους τάφους ένιωθε να τον κοιτούν οι φωτογραφίες μέσα στα κουβούκλια που φωτίζονταν από τα καντήλια, όλους τους ήξερε εκεί πέρα έναν προς έναν, τους πιο πολλούς αυτός τους είχε παραχώσει. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά, μικρός φοβόταν πολύ τις ιστορίες όπως εκείνη που του έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά του για μια γυναίκα που πήγε να μπήξει ένα καρφί σε κάποιο μνήμα τα μεσάνυχτα μετά από κάποιο στοίχημα. Από το φόβο της λέει εκείνη η γυναίκα κι επειδή ήθελε να ξεμπερδεύει γρήγορα κάρφωσε το φουστάνι της, καθώς έκανε να φύγει ένιωσε κάτι να την τραβά και νόμιζε ότι ήταν ο πεθαμένος που βγήκε απ’ την κάσα και την άρπαξε, καλά είχε τρομάξει όσο δε λέγεται μ’ εκείνη την ιστορία, όποτε περνούσε νύχτα από τα μνήματα την θυμόταν πάντοτε....

Τώρα όμως είχε μπλέξει άσχημα και δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει, η μέρα εκείνη του είχε φανεί ατελείωτη, ποτέ δεν του άρεσαν τα καλοκαίρια, το χειμώνα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, μέχρι να το καταλάβεις είχε βραδιάσει κι άλλαζες σελίδα, μπορούσες να κοιτάξεις το αύριο, ν’ αφήσεις πίσω τα παλιά, το καλοκαίρι μ’ εκείνο το φως το ανελέητο που σε διέλυε έμοιαζε τόσο μακρύ που δεν αντέχονταν!

Το ήξερε το μικρό αγοράκι, πολλές φορές το είχε δει στην παραλία, στο μικρό λιμάνι, να περπατά με τη μάνα του, μια φορά μάλιστα το είχε ακούσει να μιλά και είχε εντυπωσιαστεί από το πόσο καθαρά πρόφερε ο μικρός τις λέξεις, δεν είχε ξανακούσει παιδί να μιλά έτσι όμορφα!  Η παραλία  ήταν το πιο ωραίο μέρος στο χωριό, συχνά κατέβαινε κατά κει όταν ήταν φορτωμένο το μυαλό του από καμιά κηδεία ψυχοπλακωτική  να καθαρίσει λίγο το μυαλό του, εκεί συναντούσε και το μικρό με τη μάνα του μια ψηλή, ωραία μελαχρινή.  Όποτε είχε όρεξη  πήγαινε να βρει τον αδερφό του που δούλευε εκεί πέρα λύνοντας και δένοντας το σκοινί του πλοίου όταν ερχόταν κι όταν σαλπάριζε, μια φορά ένας ηλίθιος ο οδηγός όπως κατέβαινε άγαρμπα από το καράβι  τον είχε ρίξει στο νερό και μετά εξαφανίστηκε, αυτός είχε δει τη σκηνή κι εξοργίστηκε τόσο πολύ με τη συμπεριφορά του που χάλασε τον κόσμο να τον βρει, είχε γυρίσει όλα τα μαγαζιά, είχε ρωτήσει όποιον έβρισκε μπροστά του, αν δεν τον έβρισκε θα έσκαγε, τελικά τον είχε ανακαλύψει σ’ ένα μπαρ να πίνει, είχε τόσα νεύρα που ήθελε να τον σκοτώσει εκεί επί τόπου, τελικά τον κατήγγειλε στην αστυνομία που τον συνέλαβε.

Μόλις τελείωνε μ’  αυτήν τη κηδεία θα κατέβαινε πάλι στην προβλήτα να συναντήσει κανέναν φίλο του, να πιει κάτι,  να ζαλιστεί, να ξεχάσει, στο μεταξύ όμως όλα έμοιαζαν να έχουν κολλήσει, η ώρα περνούσε κι ο κόσμος είχε αρχίσει να μουρμουρίζει, κάτι γριές σταυροκοπιούνταν, ο παπάς που θα μπορούσε να πει κάτι  δεν ήταν κι ο πιο γενναίος άνθρωπος που υπήρχε,  στέκονταν άβουλος εκεί πέρα κοιτάζοντας το κενό, οι συγγενείς δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο πατέρας του παιδιού έμοιαζε χαμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει  τι συνέβαινε. Ο νεκροθάφτης  προσπάθησε να συνεφέρει την νεαρή γυναίκα μιλώντας της όσο μπορούσε πιο μαλακά, της εξήγησε ότι δεν είχε νόημα όλο αυτό,  αλλά αυτήν έδειχνε να έχει παραλογίσει και δεν ήταν καμιά ψόφια, μια  όμορφη κοπελάρα,  γεροδεμένη μέχρι εκεί πάνω ήτανε που μπορούσε να τα βάλει με άντρα, δεν ήξερε πως να την κουμαντάρει. Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του καθώς κανείς δεν έκανε τίποτα, κάτι έπρεπε  να γίνει,  κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι  να λύσει το γόρδιο δεσμό,  δεν κρατιόταν άλλο, σε μια στιγμή που είδε τη μάνα να χαλαρώνει κάπως πήγε να πάρει το φέρετρο, με το που τον αντιλήφθηκε όμως η νεαρή γυναίκα πετάχτηκε σαν άγριο ζώο με μια αποφασιστικότητα πρωτόγονη ,  τον έσπρωξε με μια δύναμη τρομακτική  και  τον έριξε κάτω στο πάτωμα σα φρόκαλο.

Αιφνιδιάστηκε εντελώς, δε περίμενε ποτέ μια γυναίκα να έχει τόση δύναμη, είχε σοκαριστεί,  πολύ γρήγορα όμως όπως σηκώνονταν  ένας θυμός γέμισε τα μέσα του και τον έκανε έξαλλο, για ποιο λόγο θα έπρεπε να το υποστεί αυτό, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα; Αυτό πήγαινε πολύ, η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει, ο καθένας έχει τις  αντοχές του, τα όρια του, δε μπορούσε να πιστέψει ότι αυτά όλα συνέβαιναν πραγματικά, ήταν σαν ένα όνειρο, σαν εφιάλτης. Παρενέβησαν τότε επιτέλους μερικοί άντρες, ο παπάς κάτι μουρμούρισε, η γυναίκα σα να ξύπνησε από λήθαργο και λύθηκε  ξεσπώντας σε λυγμούς. Τώρα πλέον  μπορούσε να κάνει τη δουλειά του όμως κάτι είχε ραγίσει μέσα του, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει, ήταν σκληρός αλλά όχι και τόσο, αλλιώς ήτανε όταν είχε κανένα παππού τελειωμένο ή κάναν άρρωστο υπερήλικα, αυτό το μικρό παιδάκι και τη μάνα τους  έβλεπε τρεις μέρες συνέχεια  στον ύπνο του,  τον είχαν  στοιχειώσει,   έπρεπε να τελειώνει η ιστορία, μετά απ’ αυτήν τη κηδεία θα τα παρατούσε κι ας πήγαιναν στο δαίμονα και τα λεφτά τους και τα καλά τους!

Ξεμπέρδεψε όπως -όπως με τα διαδικαστικά,  με του που έφυγαν όλοι σκέπασε πρόχειρα  το μνήμα  ρίχνοντας μερικές φτυαριές, θα περνούσε αργότερα να το ταχτοποιήσει, έπρεπε επειγόντως να  ξεθολώσει με κάποιο τρόπο. Μπήκε στο αυτοκίνητο και  τράβηξε  προς τη θάλασσα, εκείνη την ώρα ήτανε χάρμα, ο άνεμος που φυσούσε στο πρόσωπο του έφτιαχνε μικρά χρυσαφένια αυλάκια πάνω στην επιφάνεια του νερού, μπορούσε  να ηρεμήσει  λίγο. Τα καράβια πήγαιναν στο απέναντι νησί γεμάτα αμάξια και κόσμο, τουρίστες με καπέλα χρωματιστά θορυβούσαν, τύποι μαυριδεροί ξεφόρτωναν δοχεία γεμάτα μύδια, φωνές ακούγονταν, κοπάδια από μικρά ψαράκια στροβιλίζονταν στο νερό δίπλα στις άγκυρες, ένα πουλί έπινε  νερό από μια λακκούβα  ανασηκώνοντας κάθε τόσο τα κεφαλάκι του  για να καταπιεί.  Περπάτησε στην άκρη της προβλήτας για μια μεγάλη απόσταση  μέχρι που έφτασε σε μια αμμουδιά,  έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε, το νερό τον σκέπασε  ήταν σα να βυθίζονταν σ’  ένα υλικό διάφανο που διαπερνούσε το σώμα του καθαρίζοντας τον από καθετί.  Έμεινε κάμποση ώρα εκεί κάτω,  όταν βγήκε συνειδητοποίησε ότι η ώρα είχε περάσει, τα μουσκεμένα  βράχια στη ακτή άστραφταν στο φως του δειλινού, μια ησυχία απέραντη βασίλευε, ένα βάρος ασήκωτο που κουβαλούσε  εξαφανίζονταν αργά –αργά,  ήταν η πρώτη, η πρώτη  φορά που ένιωθε καλά  εδώ και μέρες.  

 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΝ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ

Μπροστά στα μάτια μου τον είδα να γλιστράει και να γέρνει κάτω απ’  το πέτρινο κάγκελο του γυναικωνίτη,   μια γυναίκα πίσω μου  πετάχτηκε  να τον κρατήσει όμως αυτός όπως ήταν  μισοκοιμισμένος  έγειρε μ’  όλο του  τον όγκο  και γλίστρησε προς τα κάτω,  την τελευταία στιγμή κατάφερε να πιαστεί  απ’ το μαρμάρινο  κάγκελο.

Δικιά του ιδέα ήταν  ν’ ανέβουμε στον εξώστη, εκεί κανονικά πήγαιναν οι γυναίκες αλλά αυτός προτιμούσε να παρακολουθεί από κει,  ήταν σα να έβλεπες σινεμά, έμοιαζε  με μπαλκόνι εσωτερικό   όπου υπήρχαν καθίσματα βαθμιδωτά, διαλέξαμε  μια θέση μπροστά- μπροστά και καθίσαμε βλέποντας τους παπάδες που φορούσαν μαβιά άμφια να στέκονται μπροστά στην ωραία πύλη,  εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι όμως ο Βασίλης το έβρισκε ενδιαφέρον όλο το σκηνικό,  μάλιστα άναψε   και μια λαμπάδα  όπως όλοι εκεί μέσα γιατί φώτα δεν υπήρχαν καθόλου.

Η εκκλησία ήταν παλιά,  βυζαντινή,  από κείνες με τα κόκκινα τούβλα και τους τρούλους, όμορφη. Το εσωτερικό της ήταν  σχεδόν σκοτεινό,  δεν ακουγόταν  τίποτα παρά μόνο η βραχνή φωνή κάποιου που  διάβαζε κάτι.

Ιδέα δικιά του ήταν να πάμε εκεί πέρα εκείνο το απόγευμα,  ήξερε την εκκλησία από τη μάνα του.  Το μέρος όπου ήταν  χτισμένη θύμιζε παλιό νταμάρι, ένα τέτοιο πράγμα, οι πολυκατοικίες που την περιέβαλαν  είχαν χτιστεί πάνω στις πέτρες και δημιουργούσαν μια αλλόκοτη αίσθηση, πιο δίπλα υπήρχαν μονοκατοικίες ακατοίκητες,  αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα,  κοράκια περπατούσαν όπως να ναι στις λάσπες, σ’ ένα κτίριο  από πάνω  ένα κοριτσάκι στέκονταν και μας κοιτούσε, σήκωσα το βλέμμα για να το δω, ο ήλιος που έπεφτε εκείνη την ώρα με τύφλωνε.

Δεν είχε ακόμα βραδιάσει κι οι καμπάνες από παντού γύρω χτυπούσαν για την ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας  δεν την γνώριζα καθόλου την περιοχή,  για να βγεις εκεί έπρεπε να στρίψεις   από κάτι στενά, μετά περνούσες  από ένα δρόμο που έκανε μια καμπύλη τέλεια, πρώτα κατέβαινε μέχρι κάτω βαθιά κι έπειτα ανέβαινε βαθμιαία κι αργά σα να έβγαινες από κάποιον λάκκο, σε μια γωνιά ένα καφενείο παλιό όπου δυο τρεις  γέροι έβλεπαν ποδόσφαιρο,  αναρωτιόμουν που στο καλό πηγαίναμε  όταν μετά από μια στροφή βγήκαμε τελικά μπροστά στην  εκκλησία...

Όλη εκείνη τη μέρα ήμουν σα χαμένος, ο Βασίλης- αυτό ήταν το όνομα του- φώναζε ‘’Ξύπνα ρε !!’’ όμως εγώ  δε μπορούσα να συγκεντρωθώ καθόλου. Καθώς είχε αλλάξει η ώρα η μέρα έμοιαζε ατελείωτη, δεν έλεγε να βραδιάσει, οι θερμοκρασίες όλο κι ανέβαιναν, οι κοπέλες που έμοιαζαν να ζεσταίνονται πιο πολύ απ’ όλους τα πετούσαν όλα, είχαν μείνει με τα αμάνικα. Ανάσταση έρχονταν και στους δρόμους πουλούσαν λαμπάδες χρωματιστές, οι πασχαλιές είχαν ήδη ανθίσει, στα πάρκα φύτευαν τουλίπες πολύχρωμες κι αν πήγαινες μια βόλτα έξω απ’ τη πόλη έβλεπες στα ξέφωτα τα χορτάρια να έχουν ψηλώσει μέχρι το γόνατο ενώ  τα δέντρα ήταν  έτοιμα να μπουμπουκιάσουν και να πρασινίσουν φέρνοντας εκείνη την έκρηξη βλάστησης που βλέπεις την άνοιξη….

Δε ξέρω για ποιο λόγο πάντως ο Βασίλης  με συμπαθούσε, με καλούσε  όλη την ώρα να πάω μαζί του στις εκκλησιές και στα ταξίδια που έκανε, όλο βόλτες πήγαινε, πολύ του άρεσε, μιλάμε τρελαίνονταν, είχε πάει στη Βουλγαρία, στο Βελιγράδι, στη Ρουμανία, είχε γυρίσει όλα τα Βαλκάνια!  Στο υπόγειο όπου δούλευε, τον βοηθούσα να παραλάβει  εμπορεύματα και να τα ταχτοποιήσει σε στήλες,  περνούσε όλη τη μέρα του σα φυλακισμένος σ’  εκείνο το υπόγειο,   με ήθελε για παρέα  ‘’Δε θέλω να μου στέλνεις τον άλλο τον χτικιάρη!’’ είχε πει στο αφεντικό, ‘’Θα μου στέλνεις τον Αποστόλη!’’

Πολλές φορές μέναμε μέχρι αργά στο μαγαζί, το αφεντικό ούτε που πατούσε, εμείς κλείναμε. Ήταν λίγο ευτραφής με μια γενειάδα τεράστια σα Ρώσος καλόγερος αλλά κατά τα άλλα ήταν εντάξει. Όμως ήτανε πολύ ξεροκέφαλος ρε αδερφέ, δεν έχεις δει τέτοιο πράγμα, δε σήκωνε ούτε μια παρατήρηση, ούτε μια λέξη κριτικής, χαλούσε τον κόσμο, έχω δει ξεροκέφαλους, αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε, μιλάμε ένα πράγμα τρομερό,  μπορούσε να σε σκάσει !

Το πιο δύσκολο ήταν όταν έπρεπε να κάθομαι και να τον ακούω ‘’Κάτσε ρε, κάτσε μια στιγμή να μιλήσουμε!’’ μου έλεγε βγάζοντας κανένα νερό από το ψυγείο να ξεδιψάσει την τεράστια δίψα του, καθόμουν λίγο όμως η κουβέντα του δεν υποφέρονταν ρε φίλε, ήταν τόσο πεσιμιστής, τα έβλεπε όλα τόσο μαύρα που μετά από λίγο ήθελες να εξαφανιστείς από κει πέρα!

Πολλές φορές τον έβρισκα  σ’ ένα καφέ που είχε ανοίξει πρόσφατα, εκεί  μαζεύονταν κάθε καρυδιάς καρύδι, πιτσιρικάδες με σκισμένα παντελόνια που ζητούσαν παγωτό, γέροι βαρεμένοι και κάτι άλλοι μαυριδεροί μυστήριοι που ο Βασίλης τους ήξερε και τους χαιρετούσε επειδή αγόραζε απ’  αυτούς εκείνα τα τσιγάρα που είχαν απάνω τους φωτογραφίες αρρώστων και πεθαμένων. Δε μπορούσα να σταθώ εκεί ούτε στιγμή, το μέρος όλο απέπνεε μια παρακμή αυτού όμως του άρεσε, όλη του τη ζωή την είχε περάσει στο πεζοδρόμιο,  ήταν το σπίτι του.

Είχα αρχίσει να τον συνηθίζω,  κάθε πρωί περνούσε από το σπίτι μου με το  αμάξι του και πηγαίναμε μαζί στη δουλειά, κείνη την ώρα όλοι οι τρελαμένοι σταματούσαν έξω από τα μαγαζιά να ξεφορτώσουν την πραμάτεια τους, οι οδηγοί που είχαν μπλοκαριστεί φώναζαν, έβριζαν, χτυπιόταν, ένα χάος πραγματικό!

 Ήταν ένα   πρωινό  Μεγάλης Εβδομάδας και   τον περίμενα ως συνήθως  στη στάση.  Με το που τον αντίκρισα  δε μπορούσα να το πιστέψω, είχε κόψει τη γενειάδα του Ρώσου καλόγερου και δε γνωρίζονταν, έμοιαζε δέκα χρόνια μικρότερος καλά ήταν πολύ τρελό! Και του τόχα πει ‘’Κόψτα τα καταραμένα!’’ αλλά δε μ άκουγε.  Καλά είχε γίνει πολύ σένιος, γελούσε μέχρι τ’ αυτιά όμως εγώ βρήκα ευκαιρία όπως τον είδα στα καλά του και του ζήτησα κάτι δανεικά που μου χρωστούσε. Είχε περάσει καιρός από τότε που του τα είχα δώσει κι αυτός δεν ανέφερε τίποτα, ετοίμαζε κάποιο ταξιδακι πάλι κι έκανε τον ανήξερο.  Εγώ όμως τα χρειαζόμουν, δεν ήταν δα και κανένα φοβερό ποσό αλλά ρε φίλε δεν ήθελα να με πιάνουν κορόιδο, να μου τρώνε τα λεφτά, να με θεωρούν ηλίθιο, αυτό με τρέλαινε ! ‘’Ρε βλάκα θα στα δώσω, μη φοβάσαι!’’ μου είπε κι ύστερα μιμήθηκε τον τρόπο που μιλούσε το αφεντικό,  μ’ έπιασαν κάτι γέλια απίστευτα που μ’ έκαναν να ξεχάσω τα καταραμένα τα δανεικά.

Το απόγευμα θα κλείναμε εμείς το μαγαζί για να πάμε στην εκκλησία καθότι Μεγάλη Βδομάδα, ήμασταν χαρούμενοι που δεν θα είχαμε τον άλλον  να μας πρήζει με τα μίζερα του, ότι δεν υπάρχουν λεφτά, ότι έχει στεγνώσει η αγορά , ότι δε βγαίνει με τίποτα και θα κλείσει την επιχείρηση, μας είχε μαυρίσει τη ψυχή ενώ εμείς ξέραμε ότι είχε ένα κάρο ακίνητα κι ένα σωρό λεφτά στην άκρη ο γύφτος!  Όποτε ανεβαίναμε στο  γραφείο του μας κορόιδευε, ‘’’Τα πτυχία σας, και τι κάνατε στα πανεπιστήμια,  και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τα κλείνουν!’’ μα τι κομπλεξάρα ρε φίλε! Εμείς δε λέγαμε τίποτα περιμέναμε μόνο και μόλις έλεγε καμιά πατάτα, μόλις έκανε κανένα λάθος συντακτικό, με το που πετούσε κανένα μαργαριτάρι τον καρφώναμε πατώντας κάτι γέλια και τότε ήθελε να σκάσει, να πεθάνει απ’ το κακό του αλλά εμάς στα παλιά μας τα παπούτσια, δεν δίναμε δυάρα, ήταν η εκδίκηση μας!

Αφήσαμε  κάτι τιμολόγια στο γραφείο  και πήραμε  το ασανσέρ, εκεί μέσα έπαιζε μια μουσική από κάπου  τόσο ωραία που δεν θέλαμε να βγούμε, αυτό το ασανσέρ με τη μουσική  ήταν το καλύτερο πράγμα  που είχε η οικοδομή. Με το που κατεβήκαμε στο δρόμο είδαμε  από  μακριά το βλαμμένο το αφεντικό,   τι στο δαίμονα ζητούσε , σίγουρα θα μας έχωνε κάπου,  βιαστήκαμε να εξαφανιστούμε πριν μας πάρει χαμπάρι! Ο Βασίλης έψαχνε μια ώρα  το μέρος όπου είχε παρκάρει, πάντα έτσι έκανε,  εγώ για να περάσει η ώρα  χάζευα τη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε καθρέφτες, θήκες για κινητά, γυαλιά χρωματιστά κι άλλα πραγματάκια  που γυαλοκοπούσαν...

Και μετά καθώς βράδιαζε φτάσαμε στην εκκλησιά εκεί στο παλιό νταμάρι.   Με το που βρήκαμε θέση στο γυναικωνίτη της εκκλησίας πιάσαμε τη κουβέντα  μέχρι που κάποιος μας  έκανε  παρατήρηση.  Πρόλαβα να μάθω ότι  σε μια κρύπτη της εκκλησίας κρατούσαν τα λείψανα από ένα κάρο αγίους και κάτι άλλα κειμήλια πολύτιμα ανάμεσα τους ένα  δισκοπότηρο απαστράπτον. Ο  Βασίλης που το είχε δει έλεγε ότι ήταν πανέμορφο,  στολισμένο με κύβους από κυανά και άσπρα γυαλάκια ενώ στη βάση του υπήρχαν μοτίβα από κατακόρυφες  εραλδικές σάλπιγγες αυτό το δισκοπότηρο έπρεπε να το δω κάποια  στιγμή!  

Δίχως να το καταλάβω με πήρε ο ύπνος,  ήμουν τόσο κουρασμένος, στο όνειρο μου έβλεπα, ότι περνούσα πάνω από ένα ποταμάκι με νερό πολύ ορμητικό και κινδύνευα να πέσω μέσα,  δε μπορούσα όσο κι αν προσπαθούσα  να κρατηθώ με τίποτα!  Ένα τρίξιμο ανεπαίσθητο με ξύπνησε   και με το που άνοιξα τα μάτια  αντίκρισα  τον Βασίλη να γλιστρά και να κρέμεται στο κενό κρατώντας το κάγκελο με τα ακροδάχτυλα του. Ξαφνικά όλοι σα να ξύπνησαν κι άρχισαν να φωνάζουν στρεφόμενοι  κατά το μέρος μας για να δουν το φίλο μου που κρέμονταν έτοιμος να πέσει.   Είχε πιαστεί απ’  την άκρη του κάγκελου κι αγωνιζόταν να κρατηθεί  όμως  ήταν αδύνατο εξαιτίας του βάρους  του,  αιωρήθηκε  εκεί ψηλά για  μια στιγμή που έμοιαζε με αιωνιότητα,   κι ύστερα  έπεσε με τα χέρια ανοιχτά, ένας γδούπος τρομερός ακούστηκε καθώς έσκαγε  στο μαρμάρινο πάτωμα.

Επικράτησε χάος, τα φώτα άναψαν κι οι παπάδες μαζί με όλους τρέξανε στον πεσμένο,  εγώ κατέβηκα άρον- άρον να δω τι είχε πάθει ο φίλος μου, δεν έδειχνε να έχει ματώσει,  όλοι είχαν μαζευτεί από πάνω του κανείς όμως δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει.  Τότε ένας παπάς,  ο πιο ηλικιωμένος,  που φαίνεται ήξερε από πρώτες βοήθειες και τέτοια τον πλησίασε, γονάτισε κι άρχισε να ψηλαφεί  τα χέρια, τα πόδια και τα πλευρά   του. Ο Βασίλης ανάσαινε βαριά αλλά έδειχνε  παραιτημένος,   μια έκφραση πόνου είχε απλωθεί στο πρόσωπο του.  Ο παπάς έσκυψε, τον κοίταξε βαθιά  και κάτι του είπε σιγανά  στο αυτί,  μετά σηκώθηκε και μας είπε ‘’Είναι καλά,  μην ανησυχείτε’’’. 

Καλά ήμουν μες τα νεύρα, τι στο καλό έλεγε,  ο άλλος είχε σωριαστεί από τόσο ύψος κι ο παπάς έλεγε ότι όλα ήταν εντάξει,  ετοιμαζόμουν να πω καμιά κουβέντα, όταν έκπληκτος είδα το φίλο μου  αργά-  αργά να σηκώνεται και να στέκεται στα πόδια του σα να μην έτρεχε τίποτα, δε μπορούσα να το πιστέψω, όλοι γύρω κοίταζαν απορημένοι, αυτός  έκανε μόνο το σταυρό του τρεις φορές και μετά μου είπε: ‘’Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι πετούσα!’’

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

ΣΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ

Δε μπορούσα να καταλάβω ότι εκείνη τη στιγμή ακριβώς πάθαινε το έμφραγμα, που να το ξέρω ρε φίλε, είχα ακούσει αλλά πρώτη φορά μου τύχαινε κάτι τέτοιο, τον έβλεπα εκεί μπροστά μου να ιδρώνει και να σφίγγεται  δίχως λόγο και δεν ήξερα τι να κάνω, έμοιαζε αποκαμωμένος, του έδωσα ένα ποτήρι  νερό που μου ζήτησε καθώς βαστούσε το στήθος του σα να υπέφερε, τον έβαλα να καθίσει και κάλεσα ασθενοφόρο.

Δουλεύαμε μαζί αρκετό καιρό εκεί κάπου  στο κέντρο, κόντευε τα εξήντα κι η ράχη του είχε αρχίσει να κυρτώνει, κάπνιζε βέβαια και κάνα δυο πακέτα, έπινε κιόλας. Τον καταλάβαινα, δεν αντέχονταν διαφορετικά εκείνη η δουλειά ειδικά με το αφεντικό που είχαμε, σου μιλάω ήταν εντελώς παλαβός , όταν δεν ήταν πιωμένος έψαχνε κάποιον να ξεσπάσει τη μανία του, δε μπορούσες να καθίσεις μαζί του πολύ καιρό. Μια παραμονή της πρωτοχρονιάς είχαμε δουλέψει όσο δε πήγαινε, είχαμε βγάλει καλά λεφτά, όλοι ήταν χαρούμενοι, οι παρέες έρχονταν γελώντας  και πλήρωναν ότι κι αν τους ζητούσαμε, κι εγώ είχα πάρει καλό μεροκάματο, όλοι έμοιαζαν σε καλή διάθεση, ήταν από κείνες τις σπάνιες στιγμές . Κι όμως κι εκεί βρήκε ευκαιρία και τον δάγκωσε τον άλλον, τον έκανε άνω κάτω για μερικά καταραμένα φραγκοδίφραγκα που υποτίθεται ότι έλειπαν απ’ το ταμείο, έτσι ήταν, δεν άντεχε να σε βλέπει χαρούμενο, κάτι πάθαινε, μια ζήλια αφόρητη τον έπιανε, ένα κόμπλεξ χαοτικό, μιλάμε πολύ ηλίθιος!

Βέβαια κι ο άλλος πήγαινε γυρεύοντας, με είχε σκάσει, μου την είχε δώσει, τον είχα προειδοποιήσει, είχε νοσηλευτεί μια φορά τότε που τα πόδια του είχαν πρηστεί κι έτρεχε στους γιατρούς, στην αρχή πρόσεχε μετά ξεχνιόταν κι έκανε ότι να ναι. Τον έβλεπα τα βράδια να δουλεύει για κάτι αργόσχολους, βαρεμένους πελάτες και τρελαινόμουν, ‘’’Ρε, σήκω φύγε, θα κάτσω εγώ, πήγαινε σπίτι !’’ - ‘’Όχι, δε φεύγω!’’ απαντούσε με πείσμα  ‘’Εσύ άμα θες φύγε!’’ και φυσικά εγώ την κοπανούσα ‘’Δε πα να κάνει ότι θέλει ο βλαμμένος!’’ έλεγα από μέσα μου και τον άφηνα εκεί πέρα μέχρι αργά.

Όμως θάπρεπε να προσέχει, κόντευε τα εξήντα κι οι γιατροί του συνιστούσαν ξεκούραση, ήταν ζήτημα χρόνου να πάθει κάτι . Και δεν ήταν ο μόνος, όλοι εκεί πέρα στο κέντρο έτσι ήτανε, δε μπορούσα να τους καταλάβω, έρχονταν το πρωί κι έφευγαν αργά το βράδυ, πότε ξεκουράζονταν, πότε κοιμόντουσαν, πότε βλέπανε τις γυναίκες και τα παιδιά τους; Κάτι πάθαιναν όλοι εκεί πέρα και δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν, μιλάμε για εθισμό κανονικό, την αγαπούσαν βέβαια την αγορά, ήταν η ντόπα τους, εκεί είχαν φάει όλη τη ζωή τους κι ήταν σα να ήθελαν να πεθάνουν εκεί πέρα…

Του άρεσαν όλα στην αγορά,  τα πρωινά ιδίως.  Οι φούρνοι είχαν ξεκινήσει από νωρίς, τα καφέ ετοίμαζαν τυρόπιτες βάζοντας τη μουσική λίγο δυνατά, καθόταν έξω απ’  τις πόρτες στήνοντας αυτί ν’ ακούσει κανένα τραγούδι που θα έδινε λίγο χρώμα στη μέρα του. Είχε ζήσει  τις καλές  εποχές,  τότε   που το χρήμα έρρεε άφθονο κι όλοι έβγαζαν γούστα,   καμιά φορά όταν είχε πιει  λίγο παραπάνω  μιλούσε για  το κέντρο με τις φωτεινές επιγραφές και τη φασαρία, εκεί που χτυπά η καρδιά της πόλης. Μια εποχή,   μου έλεγε,   είχε τόσο κόσμο έξω απ’ το μαγαζί που άμα σήκωνες το κεφάλι έβλεπες μια θάλασσα να περιμένει μέχρι το απέναντι στενό, ‘’ Δεν μπορείς να το πιστέψεις αν δεν το δεις!’’ μουρμούριζε...

Πιο πολύ του άρεσε η αγορά την άνοιξη τότε που μεγαλώνει η μέρα συνέχεια και το καλοκαίρι μοιάζει να πλησιάζει καλπάζοντας. Περνούσε κάθε πρωί απ’ τα λουλουδάδικα εκεί όπου έβγαζαν ζουμπούλια γαλάζια και ροζ, η μυρουδιά που απλώνονταν στον αέρα θύμιζε Πάσχα. Οι εργάτες του δήμου κλάδευαν δέντρα ρίχνοντας φως στους σκοτεινούς δρόμους και μπορούσες πλέον να δεις μέχρι κάτω μακριά κατά τη θάλασσα. Τα μεσημέρια τα συνεργεία του δήμου περνούσαν ν’ αδειάσουν τους κάδους κι οι εργάτες με τα φωσφοριζέ γιλέκα έριχναν νερό άφθονο ξεπλένοντας τα πεζοδρόμια. Τα απογεύματα κοπάδια ανθρώπων διέσχιζαν τις διαβάσεις, γυναίκες στέκονταν μπροστά στις βιτρίνες με τ’ ανοιξιάτικα φορέματα, αμάξια περνούσαν με πάταγο πάνω απ’ τα μεταλλικά καπάκια των φρεατίων. Τα βράδια τα λεωφορεία όργωναν τους κεντρικούς δρόμους έχοντας σβήσει τις οθόνες τους καθώς τραβούσαν για το αμαξοστάσιο. Πολλές φορές κατέβαινε απ’  τα χαράματα τότε που ο ήλιος σκόρπιζε κίτρινους λαμπυρισμούς στην άσφαλτο κι οι μορφές των ανθρώπων έμοιαζαν να εξαϋλώνονται μες το φως  σα να χόρευαν στις κορφές των ηλιαχτίδων, α τότε ήταν όλα μαγεία αληθινή!

Ήταν ωραίο το κέντρο, είχε τη γοητεία του αλλά μέχρι ένα σημείο, παραπάνω δε μπορούσα, κάποια στιγμή ήθελα να φεύγω από κει. Κι έπειτα τον τελευταίο καιρό όλα είχαν αλλάξει, δεν ήταν όπως παλιά, είχε γίνει πιο βρώμικο, πιο άγριο, μαγαζιά εμπορικά έκλειναν αβέρτα  και τα μόνα που άνοιγαν ήταν κάτι φαγάδικα και κάτι καφέ που μάζευαν όλους τους αργόσχολους και τα ραμολιμέντα. Ζητιάνοι με μάτι που γυάλιζε κυκλοφορούσαν παντού και κάτι άλλοι τύποι ύποπτοι που διακινούσαν λαθραία, τα έβγαζαν μπροστά στα μάτια σου  από κρυψώνες ύποπτες, από τρύπες και κτίρια εγκαταλειμμένα, χρήμα μαύρο διακινούνταν και κανείς δεν έλεγε τίποτα, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, έλεγχοι δε γίνονταν, όλοι το είχαν συνηθίσει αν και τους φαινόταν περίεργο…

Κάποιοι  πρέπει να έβγαζαν πολύ χρήμα μ’ όλα αυτά, μια φήμη κυκλοφορούσε για ένα καράβι που  είχε  φέρει λέει  ένα φορτίο από λαθραία τσιγάρα, όλα από κείνες τις μάρκες τις πιο ακριβές, ακούγονταν ότι πουλιόταν ήδη, κάποιοι που τα είχαν δοκιμάσει λέγανε ότι δεν είχαν καμιά διαφορά από τα γνήσια.  Έλεγαν ότι όλο το φορτίο άξιζε κάπου διακόσια χιλιάρικα κι ότι μια παρέα τα είχε πάρει στη ζούλα με εβδομήντα χιλιάρικα μόνο για να τα διακινήσει μέσω αλλοδαπών κι άλλων μυστήριων που τα πουλούσαν στα πεζοδρόμια, λέγανε ότι απ’ αυτή τη μπίζνα οι τύποι είχαν βγάλει πολλά λεφτά, αρχηγός τους ήταν λέει  ένας  με σημάδια στο πρόσωπο σα να είχαν σβήσει στο μέτωπο του ένα πακέτο γόπες, τον είχα δει κι εγώ μια φορά να μιλά ψιθυριστά με το αφεντικό στο μαγαζί μας, ύστερα πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε έξω από έναν  κάδο…

Είχα κλείσει δυο χρόνια εκεί πέρα κι είχε αρχίσει να μου τη δίνει όλη αυτή η παρακμή, ήταν θέμα χρόνου να την κοπανήσω, είχα σκοτωθεί με το αφεντικό άπειρες φορές, όλοι μας κοιτούσαν με μάτια γουρλωμένα, δεν το πίστευαν, κάνα δυο φορές μετά από τέτοιες σκηνές είχα φύγει νομίζοντας ότι πάει τέλειωσε, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα επέστρεφα, ότι θα με σούτερνε από κει πέρα. ‘Όμως πάντα, σου μιλάω πάντα, μου τηλεφωνούσε, είχε αυτό το συνήθειο, να σε χτυπά πρώτα κι ύστερα να σε γλείφει, έτσι γύριζα καθώς δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω.

Έπρεπε μαζί του να σκέφτεσαι διαφορετικά, να μη λειτουργείς λογικά, να είσαι απρόβλεπτος όπως ήταν κι αυτός, σε τελική ανάλυση όλο το θέμα ήταν ποιος θα προλάβαινε να φάει πρώτος τον άλλον, κάπως έτσι λειτουργούσε το πράγμα, κάπως έτσι πρέπει να είναι το εμπόριο, εγώ τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει. Κι έπειτα τα χρειαζόμουν τ’ αναθεματισμένα τα λεφτά του, τα πράγματα είχαν ζορίσει πολύ, έτσι συνέχιζα χωρίς να ξέρω που θα κατέληγε όλο αυτό. Με τον καιρό είχα μάθει απ αυτόν και τους νόμους της αγοράς, σ’ ένα μαγαζί μπορούσε να γίνεται κόλαση, οι υπάλληλοι να πλακώνονται όλη την ώρα κι όμως ο κόσμος συνέχιζε να έρχεται σα να τον τραβούσε αυτή η ανωμαλία, την έβρισκε κάπως εξωτική, μπορούσε να δει κάτι διαφορετικό και να διασκεδάσει τη βαρεμάρα και τη πλήξη του...

Όμως ο άλλος που ήταν εκεί μια ζωή δούλευε σα σκυλί και κατάπινε όλες τις αηδίες του αφεντικού δίχως να λέει τίποτα, του άρεσε το κέντρο και η αγορά, έτσι είχε μάθει, αυτή ήταν η τακτική του, κι έπειτα στην ηλικία που ήταν ποιος θα τον έπαιρνε. Δεν είχε επιλογή, όμως στο τέλος δικέ μου το πληρώνεις, αυτά μαζεύονται, δεν περνούν απέξω, καρφώνονται βαθιά μέσα σου.

Όλοι τον προειδοποιούσαν να έχει το νου του και να φυλάγεται, ο Αντώνης που είχε κάνει αυτή τη δουλειά έλεγε ότι από τους πέντε βοηθούς που είχαν δουλέψει σ’ ένα μαγαζί σαν το δικό μας πιο κάτω, οι τέσσερεις είχαν πεθάνει και μόνο αυτός την είχε γλυτώσει. ‘’Πρόσεχε!’’ μου φώναζε. Εγώ είχα βρει μια λύση βέβαια , σηκωνόμουν κι έφευγα όποτε δεν ήμουνα καλά κι ούτε έλεγα που πάω, απλά δεν άντεχα άλλο, ήθελα ένα διάλειμμα επειγόντως, οι πελάτες με ψάχνανε, αναρωτιόταν τι συνέβαινε ‘’Άστους να με ψάχνουν!’’ σκεφτόμουν. Πήγαινα μια βόλτα στα μαγαζιά, χάζευα τις εφημερίδες, έβρισκα κάνα φίλο και τα λέγαμε λιγάκι. Με είχαν μάθει κι όποτε μ’ έβλεπαν να βάζω το σακάκι τους έπιανε πανικός, μετά από κάποια ώρα μου τηλεφωνούσαν ‘’Που είσαι, έλα γρήγορα, έχουμε δουλειά!’’ και τότε γυρνούσα…

Και τώρα νάτος μπροστά μου ρε φίλε να κρατά το στήθος του και να μη ξέρεις τι να τον κάνεις,  σε μια φάση πήγε να σηκωθεί αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να σταθεί σα να μετεωρίζονταν μπροστά σε κάποιο φανταστικό κενό, έδειχνε εξαντλημένος, καθόμουν και τον κοίταζα σα βλάκας περιμένοντας βοήθεια που μου φάνηκε ότι έκανε διακόσια χρόνια να έρθει, ο μοναδικός πελάτης μάρτυρας  όλης  της  σκηνής  ήταν ένας χοντρός που είχε πιει το καταπέτασμα,  δεν ήταν ο πιο κατάλληλος για παρέα εκείνη τη στιγμή  αλλά και μόνο που βρίσκονταν εκεί πέρα ήταν μια παρηγοριά,  ‘’ Παππού μη στεναχωριέσαι ! ’’είπε σε μια στιγμή…

Το ασθενοφόρο που ήρθε τελικά  δεν ήταν αυτοκίνητο αλλά μια μηχανή μεγάλη, ο νοσοκόμος, ένας ψηλός γεροδεμένος με λίγα μαλλιά κατέβηκε από το μηχανάκι κουβαλώντας μια βαλίτσα μικρή, τον ήξερε τον δικό μου, είχε έρθει άπειρες φορές στο μαγαζί, ‘’Τι έγινε παππού; ‘’ του πέταξε ‘’Πως είμαστε;’’, του έδεσε τη συσκευή στο μπράτσο και  μέτρησε τη πίεση, προσπάθησε να τον χαλαρώσει, ύστερα έβγαλε μια μάσκα οξυγόνου απ’  την τσάντα του και του τη φόρεσε,  μετά κάλεσε ασθενοφόρο κανονικό.

Το βράδυ μάθαμε ότι ο ‘’παππούς’’ είχε πάθει το έμφραγμα και μπήκε στο χειρουργείο, όλη νύχτα είχα αγωνία μη χτυπήσει κανένα τηλέφωνο και μου πουν το χειρότερο, αυτό που δεν αντέχω σε τέτοιες φάσεις είναι να με πιάσουν απροετοίμαστο, θέλω λίγο χρόνο να το συνειδητοποιήσω, να το καταλάβω, να το χωνέψω,  μετά ας γίνει ότι θέλει, τελικά αφού δε με πήραν μέχρι το πρωί σήμαινε ότι την είχε γλυτώσει, ησύχασα.

Την άλλη μέρα γύρω στο απόγευμα πέρασε κείνος ο χοντρός ‘’Tι έγινε ο παππούς;’’ρώτησε κι όταν του εξήγησα ‘’ Φτηνά τη γλύτωσε! είπε σχεδόν από μέσα του και τράβηξε κατά τη παραλία.  Κείνη την ώρα ο ήλιος χαμήλωνε βάφοντας μενεξεδιές τις κορυφογραμμές των αντικρινών βουνών,  πλήθη κόσμου περνούσαν τις διαβάσεις των δρόμων κι  οι ακτίνες του ήλιου που έγερνε αλλοίωναν τις φιγούρες κάνοντας τες  να χορεύουν ξανά,  το κέντρο της πόλης  ζωντάνευε όπως κάθε βράδυ.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥ ΧΙΟΝΟΚΥΝΗΓΟΥ

Παντού μες τα χορτάρια φύτρωναν λουλούδια άσπρα σα καμπανούλες, εκείνα τα λουλούδια που τα λένε ‘’κρίνα της κοιλάδας’’ ή ‘’δάκρυα της Παναγίας’’ γιατί φύτρωσαν λέει από τα δάκρυα της όταν είδε το Χριστό στο σταυρό. Όπως προχωρούσε στο δάσος άκουγε όλο και πιο δυνατά τον ήχο νερών που έπεφταν, διέσχισε ένα ξέφωτο και πίσω απ’ τα φυλλώματα είδε χιλιάδες πεταλούδες άσπρες, γαλάζιες και κίτρινες να πετούν γύρω από έναν μικρό καταρράκτη, τα φύλλα απ’ το γρασίδι αναταράζονταν κάθε φορά που έπεφτε πάνω τους μια σταγόνα, κοίταζε έκθαμβος το θέαμα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ποτέ κανείς δεν του είχε μιλήσει για κείνο το μέρος, πώς είχε μείνει κρυφό!

Το δάσος έμοιαζε, τόσο καθαρό, τόσο όμορφο, τόσο παρθένο που σ’ έκανε να νιώθεις αποστροφή για τα πάρκα της πόλης , οι κηπουροί δεν έδιναν δυάρα για τις αλέες και τα άλση, όλα έδειχναν παρατημένα, διαλυμένα, εγκαταλειμμένα, σαν μη νοιάζονταν κανείς γι’ αυτά, τη νύχτα κοπάδια σκύλων τριγύριζαν μέσα στους θάμνους ψάχνοντας τίποτα φαγώσιμο, οι άνθρωποι φοβούνταν να τα πλησιάσουν.

Είχε καιρό να έρθει στην πόλη, έλειπε χρόνια κι όταν γύρισε του φάνηκε ότι τίποτα δεν ήταν όπως παλιά, ένα βράδυ περνώντας έξω από ένα αστυνομικό τμήμα είδε έναν παλαβό που είχε στηθεί ώρα πολλή μπροστά στο κουβούκλιο του φρουρού μιλώντας ασυνάρτητα και βρίζοντας θεούς και δαίμονες , ο αστυνόμος καθόταν εκεί και τον άκουγε χωρίς να κάνει τίποτα, το περιστατικό του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Όλα έμοιαζαν να έχουν αλλάξει, δεν ήταν όπως τα ήξερε, ο τόπος είχε γεμίσει από τύπους μυστήριους που αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, έμπαιναν μες στα λεωφορεία κι όλοι στριμώχνονταν να τους αποφύγουν, αν κάποιος πήγαινε να πει μια κουβέντα αυτοί οι μυστήριοι άνοιγαν το στόμα τους και τότε δεν ήξερες που να κρυφτείς, ακούγονταν ότι έμπαιναν στις πολυκατοικίες μέρα μεσημέρι και παίρνανε ότι ήθελαν με θράσος απίστευτο. Οι γέροι ειδικά τους φοβόταν περισσότερο, τα βράδια δεν κοιμόταν, κλείδωναν τις εξώπορτες με δεκαοχτώ αντικλείδια κι ύστερα έβλεπαν τηλεόραση ώρες ατέλειωτες με το αυτί τους σ’ επιφυλακή μήπως ακούσουν κάτι ύποπτο.

Πιο επικίνδυνες μέρες ήταν οι αργίες, τότε ανοίγονταν τα περισσότερα διαμερίσματα, όλοι φοβόταν, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, ο κόσμος δεν ήξερε που να κρύψει τα λεφτά του, λέγανε ότι άμα τα έβαζες στη τράπεζα θα σου τα παίρνανε, ότι μπορούσαν να σου αδειάσουν λογαριασμούς, να σου πάρουν χρήματα χωρίς να σε ρωτήσουν, ακόμα και να ανοίξουν θυρίδες εν αγνοία σου ψάχνοντας να δουν αν υπήρχε μέσα κρυμμένο τίποτα πολύτιμο!

Τι είχε συμβεί κι είχαν αλλάξει όλα δε μπορούσε να καταλάβει, τη νύχτα έβγαινε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου του και χάζευε τη θάλασσα των αυτοκινήτων που διέσχιζε το δρόμο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, ασθενοφόρα περνούσαν από κάτω του ουρλιάζοντας κι όλοι έκαναν στην άκρη. Η άνοιξη είχε μπει επιτέλους αν και κάθε τρεις και λίγο συννέφιαζε κι έπιανε να βρέχει σα να μην ήθελε να ξεκουμπιστεί ο καταραμένος ο χειμώνας, ένα βράδυ που ψιχάλιζε μαλακά όλα έγιναν όμορφα ξανά, οι σταγόνες της βροχής που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων γυάλιζαν σα λαμπιόνια χριστουγεννιάτικα, τελικά ίσως δεν ήταν και τόσο άσχημη πόλη…

Μπορεί όλα να του φαίνονταν αλλιώτικα τα κάστρα πάντως στις παρυφές της πόλης τα βρήκε όπως τα είχε αφήσει, εκείνο το σημείο όπου είχε σκαρφαλώσει μικρός το βράδυ της ανάστασης και είχε καρφώσει ένα σωρό πυροτεχνήματα ήταν ακριβώς όπως το θυμόταν! Μόλις είχε πει ο παπάς το ‘’Χριστός ανέστη’’ έτρεξε, σκαρφάλωσε στο τείχος- τότε ήταν ευκίνητος σαν αίλουρος, κι άναψε όλα τα δυναμιτάκια που είχε κρεμάσει στις πολεμίστρες φωτίζοντας όλη την περιοχή μ’ εκρήξεις απανωτές που έφταναν ως τα βάθη του ουρανού, ήταν σα να είχε γίνει μέρα. Δεν είχαν κτιστεί οι πολυκατοικίες τότε κι όλος ο χώρος από την εκκλησία μέχρι τα τείχη ήταν μια αλάνα ανοιχτή, τέτοιο θέμα δεν είχε ξαναγίνει, όλοι έτριβαν τα μάτια τους, τα μικρά κρύβονταν στις αγκαλιές των μανάδων τους κάθε φορά που μια πύρινη δεσμίδα εξακοντίζονταν σα βέλος φλεγόμενο ψηλά στους αιθέρες κι ύστερα βυθίζονταν άλλοτε προς τη μεριά των πολυκατοικιών και των σπιτιών κι άλλοτε προς τη μεριά του δάσους που υπήρχε δίπλα στα κάστρα και έλεγαν ότι το είχε φυτέψει κάποτε κάποιος αυτοκράτορας ….

Τα κάστρα ήταν όπως τα θυμόταν, οι οχτώ πολεμίστρες όπου είχε βάλει τα δυναμιτάκια έχασκαν αγέρωχες, εκεί κοντά είχε χτιστεί μια εκκλησιά τεράστια, θυμόταν προτού φύγει που έριχναν τα θεμέλια. Από την αυλή της έβλεπες κάτω το λιμάνι κι όλες τις κορυφογραμμές πέρα μακριά που στεφάνωναν το τοπίο, σ ένα τσιμεντάκι εκεί στο προαύλιο της εκκλησιάς ένας τεμπέλαρος ξάπλωνε κάθε πρωί όποτε είχε λιακάδα κι αγνάντευε την πόλη που απλώνονταν από κάτω αραχτός. Σ’ ένα άλλο σημείο όπου το τείχος είχε ισοπεδωθεί από τις επιδρομές, τα κανόνια, τους βομβαρδισμούς, τις πολιορκίες, τα χτυπήματα και ποιος ξέρει τι άλλο, σ εκείνο το σημείο των κάστρων είχε σχηματιστεί ένα είδος μονοπατιού επίπεδου. Ένα απόγευμα όπως περπατούσε χαζεύοντας είδε μια νέα γυναίκα με φόρμα κόκκινη να περπατά γρήγορα πάνω σ’ εκείνο το επίπεδο σημείο των τειχών σα να έτρεχε, του φάνηκε περίεργο, τι ζητούσε εκεί πάνω, γιατί έτρεχε, ποιος τη κυνηγούσε, δε φαινόταν με τα καλά της. Περνώντας από κει μια άλλη μέρα την είδε ξανά να στέκεται εκεί πάνω και μετά να κατεβαίνει από κάτι σκαλοπατάκια που είχαν σχηματιστεί στα ερείπια από ανθρώπους που σκαρφάλωναν εκεί πέρα για ένα κάρο λόγους, από τότε την έβλεπε συχνά εκεί πάνω να στέκεται κι απορούσε….

Ένα απόγευμα αποφάσισε να την ακολουθήσει για να δει που θα πάει, δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο εκείνη τη μέρα και ήθελε να σκοτώσει με κάποιον τρόπο την ώρα του. Την είδε να στρίβει σ’ ένα δρομάκι γεμάτο σπίτια παλιά και βίλες κι από κει να βγαίνει απ’ την πόλη και να κατευθύνεται προς το ‘’δάσος του αυτοκράτορα’’. Ήταν σα να είχε μεταφερθεί με κάποιον τρόπο σ’ έναν άλλο κόσμο, σα να έβλεπε κάποια ταινία ή έναν πίνακα, τα άσπρα λουλουδάκια σαν καμπανούλες φύτρωναν παντού μες το χορτάρι και ο καταρράχτης έμοιαζε παραμυθένιος καθώς έριχνε τα νερά του ψηλά από ένα ρέμα που το περιστοίχιζαν περικοκλάδες κι αναρριχώμενα.

Προχώρησε προς το νερό που έπεφτε από ψηλά προσέχοντας μη πατήσει τις μικρές καμπανούλες που ήταν γεμάτες δροσοσταλίδες διάφανες, όσο πλησίαζε ένιωθε άπειρες σταγόνες να βρέχουν το πρόσωπο του, το θέαμα όλων εκείνων των δέντρων και των λουλουδιών τον έκαναν να ξεχνά γιατί είχε έρθει και τι γύρευε εκεί πέρα. Είχε πλησιάσει πολύ και μπορούσε να δει τις νεροσυρμές που έτρεχαν πάνω σε τεράστιες πέτρες από βασάλτη, μια πέτρα απ’ αυτές τις ηφαιστειακές εξείχε μέχρι έξω πολύ και μπορούσε να δεις μια σειρά από ίχνη σαν πέλματα ανθρώπινα που είχαν σχηματιστεί σαν κάποιος να είχε περπατήσει πάνω της ενώ ήταν ακόμα ζεστή . Καθώς ήταν πολύ κοντά παρατήρησε ότι πίσω από τον καταρράκτη σχηματίζονταν ένα κενό, τι να υπήρχε εκεί πέρα άραγε, έσκυψε στο πλάι από το άνοιγμα, πέρασε πίσω απ’ το νερό και κοίταξε από τη μέσα μεριά του καταρράκτη, από κείνη την οπτική γωνία οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζαν να παραμορφώνονται μέσα από το υδάτινο πρίσμα αναδείχνοντας όλα τα χρώματα τους το μενεξελί, το κίτρινο, το λευκό, ένιωσε σαν να περνούσε σε άλλη διάσταση.

Είχε ξεχάσει γιατί είχε έρθει εκεί πέρα κι ούτε που τον ένοιαζε, ήθελε απλά λίγο ακόμα να χαρεί αυτό το εξαίσιο το μέρος, κάθισε σ’ εκείνη τη πέτρα με το χνάρια από τα ανθρώπινα πέλματα κι αισθάνθηκε το μυαλό του να αδειάζει απ’ ότι υπήρχε εκεί μέσα, ήταν μια κατάσταση μαγική μεθυστική απίστευτη, η καρδιά του αναπαύτηκε, έχασε την αίσθηση του χρόνου κι έτσι δεν κατάλαβε ότι είχε περάσει η ώρα και πήρε να βραδιάζει, δοκίμασε να βρει το δρόμο απ’ όπου είχε έρθει μα δε μπορούσε, δεν ήχε κανένα σημείο να προσανατολιστεί, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν και τόσο τρομερό να περάσει μια βραδιά εκεί πέρα.

Στην αρχή ήταν καλά αλλά όσο σκοτείνιαζε η νύχτα γίνονταν απειλητική, έκανε κρύο, ο μοναδικός ήχος που άκουγε ήταν το πλατάγισμα του νερού πάνω στους βράχους, δεν έβλεπε ούτε φεγγάρι ούτε άστρα ούτε κανένα φως, μόνο κάποια στιγμή που άνοιγαν τα σύννεφα έβλεπε για λίγο μια δέσμη από άστρα που έμοιαζε με μαχαίρι.


Την άλλη μέρα καθώς τραγουδούσαν οι κορυδαλλοί του λιβαδιού τον βρήκε μέσα σε μια λόχμη μια ομάδα από περιπατητές που είχαν βγει εκδρομή ανάμεσα τους κι εκείνη η γυναίκα με την κόκκινη φόρμα, το μέρος όπου είχε κοιμηθεί ήταν γνωστό ως ‘’Το χνάρι του χιονοκυνηγού’’ από κείνο το σημάδι πάνω στο βράχο. Όταν του μίλησαν απάντησε με κάτι λόγια που δεν καταλάβαιναν, μιλούσε για κάποιο ζώο σα ζαρκάδι άσπρο που είχε έρθει τη νύχτα και κοιμήθηκε εκεί κοντά του δίχως να τον φοβάται όμως δεν υπήρχε περίπτωση κανείς να τον πιστέψει, όπου κι αν το έλεγε όλοι κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά κι ύστερα φεύγανε. Μετά απ αυτό κλείστηκε στον εαυτό του, δεν ήθελε να δει κανένα, , όσο κι αν το ήθελε οι συγγενείς του δεν τον άφηναν να πάει ξανά στο δάσος, του πήρε καιρό πολύ να συνέλθει.       

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...