Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΧΑΣΗΣ

Μας είχε πιάσει  μια τέτοια πείνα που φάγαμε με μια ανάσα όλες τις σαλάτες και τα τυριά, ήπιαμε όλα τα νερά και τα ποτά προτού μας φέρουν τα κανονικά  πιάτα, δεν κρατιόμασταν ρε φίλε!

Και ήταν λογικό μετά από τέτοια  ταλαιπωρία, είχαμε ξεκινήσει το απόγευμα για να πάμε  στο  πανηγύρι, είχαμε καθυστερήσει  κι  ο ηλίθιος ο Χ καθόταν εκεί μια ώρα να καθαρίσει το καταραμένο το παρμπρίζ του που είχε γεμίσει σκοτωμένα μυγάκια, έψαχνε   νερό και πανιά σα να το έκανε επίτηδες ενώ ήξερε ότι βιαζόμασταν!  Κανονικά  έπρεπε να οδηγεί ο Νάσος  αλλά ο άλλος  που ήθελε  ν’ ανακατεύεται παντού  πετάχτηκε και ζήτησε να πάρει  το τιμόνι  ο ίδιος γιατί ήξερε λέει το δρόμο,  είχε πάει κάποτε υποτίθεται προς τα κει. Δεν τον χώνευα καθόλου τον Χ, μόνο που τον έβλεπα μου ανέβαινε η πίεση όμως οδηγούσε πραγματικά καλά που να τον πάρει,  μπορεί και να προλαβαίναμε να φτάσουμε προτού νυχτώσει. Στο δρόμο ο Νάσος έβαλε το JPS και μας καθοδηγούσε, το διαβολεμένο το μηχάνημα μας έλεγε που να στρίψουμε, προς τα πού να πάμε, πόση απόσταση έμενε, ήταν σαν κάποιος  να μας παρακολουθούσε από ψηλά.

Με το Νάσο ήξερα ότι θα περνούσαμε καλά, ήταν φοβερή παρέα. Είχα χρόνια να τον δω, μόλις είχε επιστρέψει  απ’ τη Γαλλία όπου είχε πάει  να πουλήσει κάτι πίνακες σε μια έκθεση, ζωγράφος ήτανε.  Δε τη γούσταρε καθόλου τη Γαλλία και ειδικά τη νότια , ‘’Όλοι σοβινιστές χαμένοι είναι κατά κει!’’  έλεγε. Θα περνούσαμε καλά  όπως  τότε που ήμασταν στο πανεπιστήμιο,  τότε που κολλούσαμε αφίσες και κάναμε φασαρίες κι άλλα  χαζά, εγώ τα είχα ξεχάσει αυτός όμως μου έλεγε ότι ήμουν αφασία και στον κόσμο μου, άκου να δεις τώρα. Εκείνον τον καιρό ήμασταν  αχώριστοι, κάθε βράδυ συναντιόμασταν σ’  ένα καφέ λίγο παρακμιακό μαζί με κάτι άλλους και τα λέγαμε για ώρες. Όταν τον είχα πρωτογνωρίσει ήξερε  τη πιάτσα, από  δεκάξι χρονών ήδη  ήταν στα μέσα και στα έξω, γνώριζε  όλες τις φίρμες κι όλους τους τυπάδες που κυκλοφορούσαν εκεί γύρω απ’  τη παραλία τότε που τα μαγαζιά φουλάριζαν από κόσμο μέχρι το ξημέρωμα, ‘’Τέσσερα μαγαζιά δούλευαν κάργα!’’ μου έλεγε αναφέροντας  ονόματα από ιδιοκτήτες,  πορτιέρηδες, γκόμενες της εποχής  κι αυτούς με τους οποίους είχε πλακωθεί κατά καιρούς, πολλοί από δαύτους  είχαν γίνει μεγάλοι και τρανοί, τους έβλεπες και στη τηλεόραση τα βράδια.

Ήταν ευχάριστο να τα θυμάμαι ξανά όλα αυτά, κι ακόμα πιο ευχάριστο  να βλέπω  ότι ο φίλος μου δεν είχε αλλάξει με τα χρόνια, ήταν όπως τον ήξερα, αυτό που δε  μπορούσα να καταλάβω ήταν  γιατί είχαμε πάρει μαζί μας τον Χ, μια χαρά θα περνούσαμε χωρίς αυτόν τον χαμένο!  Ευτυχώς είχαμε  τη γυναίκα του Νάσου, μια  εντυπωσιακή τύπισσα  που δε χάριζε κάστανα, μόλις ο βλάκας άρχισε να λέει  χαζομάρες  του   έβαλε τις φωνές, μιλάμε του έβαλε κάτι γκάζια, τον έπιασε απ’ το λαιμό, τον πήρε παραμάζωμα, δε καταλάβαινε τίποτα! Αυτός δεν την ήξερε, στην αρχή  τα έχασε, μετά τα χρειάστηκε, σου λέει τι ‘’Γίνεται εδώ, ποια είναι αυτή;’’ ,τρόμαξε, συγχύσθηκε , έτοιμος να πεταχτεί από το κάθισμα ήτανε.  Του έβαλε χέρι κανονικό, του τάχωσε για τα καλά,  μέσα μου σκεφτόμουν ‘’Πάρτα τώρα ιλίθιε !’’ μα μας είχε πρήξει, σιγά μη τον λυπόμουν, μετά με πιάσανε τα γέλια, με το ζόρι συγκρατιόμουν και  πρόσεχα μη με δει απ’ τον καθρέφτη,  ήθελα να του πω ‘’Φίλε βρήκες το μάστορα σου!

Από κείνη τη στιγμή ο άλλος έπαψε να μιλά και ησυχάσαμε, καλά που είχε φέρει ο Νάσος τη γυναίκα του, τώρα μπορούσα να κοιτάξω έξω από το αυτοκίνητο,  δεν είχα πάει ποτέ σ’  εκείνα τα  μέρη αλλά μου άρεσε το σκηνικό, μες απ’  τα χορτάρια πετάγονταν βράχοι επιβλητικοί, μια σανσιβιέρια τεράστια είχε φυτρώσει σ’ ένα ξέφωτο  προβάλλοντας τα άγρια αγκάθια της. Το καλοκαίρι βρισκόταν τις αρχές του, δεν είχαν πιάσει ακόμα εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε πεθαίνουν. Είναι  ωραία εποχή πραγματικά, οι ορίζοντες παίρνουν  να θολώνουν κι ο ήλιoς  δε σ’  αφήνει να δεις μακριά, μια διάθεση σα μελαγχολία σκορπάει  στην ατμόσφαιρα, τουρίστες κυκλοφορούν παντού στην πόλη με τα καπελάκια τους, μαυροπούλια τσιμπολογούν χοροπηδώντας στα γρασίδια, σκύλοι αδέσποτοι ξαπλώνουν στην άσφαλτο κι άλλοι περνούν αμέριμνα το δρόμο. Λένε ότι ο Μάιος είναι ο πιο ωραίος μήνας , όλα πρασινίζουν και λουλουδιάζουν και γίνονται υπέροχα,  εγώ πάλι τον φοβόμουν πάντα τον Μάιο γιατί  ακολουθεί  το καλοκαίρι που όλα είναι στον αέρα, δε ξέρεις τι θα προκύψει, που θα σε βρει, πως θα τελειώσεις, πως θ’ αντέξεις. Ήταν κι εκείνο που  είχα ακούσει κάπου  ότι τα άστρα λέει προέβλεπαν  περίεργα πράγματα αυτήν την εποχή κι όχι για καλό, μπορεί να μην είναι για  σένα  μα για κάποιον δικό σου,  δεν είναι να εφησυχάζεις, από κάπου θα σε χτυπήσει...

Στη διαδρομή έμαθα ένα κάρο νέα που αγνοούσα, η ώρα περνούσε ευχάριστα, στο χωριό όπου πήγαμε όλα ήταν πολύ καθαρά, στην επαρχία οι άνθρωποι είναι πολύ πιο νοικοκυρεμένοι από μας στις βρωμερές μας πόλεις. Στο εκκλησάκι όπου γινόταν το πανηγύρι όλα ταχτοποιημένα ήτανε, τα μάρμαρα γυαλισμένα στα πατώματα, τριαντάφυλλα και γκαζόν είχαν φυτέψει στο προαύλιο, πιο δίπλα κτήματα με κερασιές φορτωμένες κι άλλα δέντρα γεμάτα καρπό, ο απογευματινός αέρας φυσούσε δροσερά κι  όλο το τοπίο ξεκούραζε το μάτι.  Όταν νύχτωσε ο ουρανός δε  σκοτείνιασε,  παρέμεινε  φωτεινός όπως γίνεται το καλοκαίρι γύρω στο σούρουπο, κείνη την ώρα που υποχωρεί  η ζέστη,  όλα γίνονται πιο γλυκά,  μπορείς   επιτέλους ν΄  ανασάνεις…

Είχαμε όλοι ωραία διάθεση,  τελικά ήταν πολύ καλή ιδέα εκείνο το πανηγύρι, δεν το είχαμε μετανιώσει διόλου. Και μετά μας έπιασε απότομα μια τέτοια πείνα που δεν βλέπαμε μπροστά μας , θα πρέπει να δώσαμε κακή εντύπωση στους γύρω μας αλλά δεν κρατιόμασταν! Αφού ηρεμήσαμε  κάπως ο Νάσος έπιασε να μας μιλά για την ιστορία εκείνης της περιοχής, πότε είχε κατακτηθεί από του Τούρκους,  πότε είχαν περάσει οι Σλάβοι.  Είχε ψώνιο με την ιστορία,  μιλάμε ένα φοβερό πράγμα, ήξερε τα πάντα  ειδικά σε ότι αφορούσε  το μεσαίωνα, θυμόταν όλους τους βασιλιάδες, τους  βυζαντινούς ηγεμόνες και τους τοπικούς αξιωματούχους, άμα άρχιζε να μιλάει γι’  αυτά δε σταματούσε, μπορούσε να σου  αραδιάσει εκεί επί τόπου όλες τις δυναστείες κι όλες τις λεπτομέρειες , ποιος ήταν ωραίος, ποιος ήταν άσχημος, ποιος παντρεύτηκε ποια, βιβλία ολόκληρα είχε στο μυαλό του μιλάμε!

Κανονικά έπρεπε να είχε γίνει ιστορικός αλλά  για κάποιο λόγο  ακολούθησε τη ζωγραφική, όμως πάντα είχε τρέλα με τα ιστορικά, τελικά όμως είχε πάει να σπουδάσει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του,  αυτή  που  είχε πάρει παραμάζωμα τον Χ και μας είχε απαλλάξει από τις βλακείες του.  Η γυναίκα του ήταν μια ξανθιά,  όχι πολύ ψηλή αλλά μ’ ένα ταμπεραμέντο απίστευτο,  εκρηκτικό κι  άκου τώρα  να δεις πως την είχε γνωρίσει.  Ένα βράδυ που ήμασταν σε μια ταβέρνα κι είχαμε πιει λίγο καθόμασταν παράμερα σ’  ένα παγκάκι σκοτεινό, κάτω από κάτι δέντρα και μιλούσαμε. Εγώ είχα πάει μέχρι το περίπτερο να πάρω κάτι κι όταν γύρισα ο Νάσος  μου είπε ‘’Δε θα το πιστέψεις τι έγινε μόλις τώρα, όπως καθόμουν στα σκοτεινά ήρθε μια γυναίκα και με φίλησε,  φίλε ήταν υπέροχο,  ήταν τόσο απαλή,  τόσο γλυκιά,  τόσο  δροσερή, η ανάσα της μοσχοβολούσε. Με τύλιξε με τα μπράτσα της, χάιδεψε το λαιμό μου,  κι ύστερα έφυγε απότομα σα να την κυνηγούσαν, δε πρόλαβα να δω παρά  μόνο τη σιλουέτα της όπως έφευγε,  δε μπορώ να καταλάβω, πρέπει να με πέρασε για κάποιον άλλον,  νομίζω ότι τρόμαξε και λίγο’’’

Όλο το βράδυ  είχε χαλάσει τον κόσμο για να τη βρει, καθώς δεν την είχε δει καθαρά σχημάτιζε με το μυαλό του ότι ήθελε,  ότι του άρεσε  ρωτούσε παντού,  κοίταζε όλες τις κοπέλες στην ταβέρνα μήπως του θυμίσουν κάτι,  δεν ήταν  σίγουρος,  κι όταν νόμιζε ότι την είχε ανακαλύψει  δεν του άρεσε ‘’Δεν μπορεί να ήταν  αυτή!’’ έλεγε ‘’Είναι πολύ χάλια ρε φίλε !’’ Μέρες μου είχε φάει τ’ αυτιά να μου μιλά για κείνη, είχε σκάσει, ρωτούσε τους γνωστούς έναν προς έναν, εκείνη η κοπέλα η άγνωστη του είχε γίνει έμμονη ιδέα.  Στο τέλος είχε απελπιστεί, είχε κουραστεί, δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο και μια μέρα καλοκαιρινή που ο τόπος έβραζε , όπως διέσχιζε την άσφαλτο ένα μηχανάκι πέφτει απάνω του και τον ρίχνει κάτω , καθώς είναι ξαπλωμένος στο δρόμο ακούει μια φωνή ‘’Είστε καλά, συγνώμη δεν πρόσεχα!’’ ανασηκώνεται νιώθει ότι πονά κάπου στο πόδι , γυρνά,  βλέπει μια φιγούρα γυναικεία από πάνω  του να σκύβει και θυμάται ότι  το σκουλαρίκι που φορά, ένα κόκκινο ποτηστηράκι με πράσινο λαιμό, αυτό το σκουλαρίκι φορούσε εκείνη η γυναίκα που  τον φίλησε στην ταβέρνα.

Του φάνηκε ότι αυτό όλο ήταν γραφτό, δε γίνονται τυχαία  αυτά τα πράγματα, κάποια δύναμη ανώτερη πρέπει να τα είχε φτιάξει έτσι ώστε να συναντιώνται κάθε φορά με τον πιο απροσδόκητο τρόπο κι όταν όλα είναι κανονισμένα από κάπου εσύ δε μπορείς να κάνεις τίποτα ακολουθείς μόνο. Από τότε άρχισε να την κυνηγά παντού,  αυτήν ήταν από κείνες τις γυναίκες τις σκληρές που δε νοιάζονται καθόλου για τούς άντρες κι αυτό τους προκαλεί περισσότερο, εμένα δε μου άρεσε,  δε μπορούσα να καταλάβω τι της έβρισκε,  ίσως ήταν καλή στο κρεβάτι. Ο Νάσος από κείνη τη μέρα έχασε πια το μυαλό του, τον είχαμε χάσει, την ακολουθούσε παντού κι όταν αυτή είχε αποφασίσει να πάει στη Γαλλία πήγε μαζί της μολονότι δε ήθελε  με τίποτα να φεύγει στο εξωτερικό.

Το πιο δύσκολο ήταν στην αρχή όταν  του ζητούσε να της στείλει κάτι βιβλία για τις σπουδές της γιατί δε  μπορούσε λέει  να  τα βρει εκεί πέρα.  Μερικές φορές έπρεπε  να περιμένει ώρες ολόκληρες στα ξένα αεροδρόμια για ν’  αλλάξει αεροπλάνο, δεν ήξερε ποιον  να ρωτήσει,  όλα του φαίνονταν παράξενα,  αλλόκοτα,  οι άνθρωποι, οι ομιλίες, ο καιρός, τα κτήρια, ένα πιάνο που είχαν βάλει στη μέση του πουθενά σε μαι αίθουσα αναμονής,  του είχε φανεί το πιο παράξενο. Καθόταν εκεί  χαζεύοντας το πιάνο που στέκονταν βουβό,  για να περάσει η ώρα άνοιγε τα βιβλία της γυναίκας που σπούδαζε φυσική ή κάτι τέτοιο,  προσπαθούσε να καταλάβει τι λέγανε οι λέξεις των βιβλίων που  χόρευαν μπροστά στα μάτια του,  δεν μπορούσε να εννοήσει  εκείνους  τους όρους τους επιστημονικούς που λέγανε για αποσύνθεση των πυρήνων, για τα θραύσματα σχάσης, τις ενέργειες των νετρονίων,  τα εναλλασσόμενα μπλοκ ουρανίου, την κρισιμότητα του αντιδραστήρα.  Όλα έμοιαζαν τεράστια, κρύα, περίεργα,  ήταν σα να πήγαινε ταξίδι στον άλλο κόσμο, φοβόταν,  ήθελε να γυρίσει πίσω όπως ήτανε, να τα παρατήσει όλα και να φύγει από κει, τελικά το συνήθισε….

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ

Δοκίμασε να πάρει το μικρό φέρετρο όπου κείτονταν το σώμα του μικρού παιδιού, o παπάς είχε διαβάσει τις ευχές, όλα είχαν τελειώσει, ήταν η ώρα να το πάνε κατά τα μνήματα κι αυτός έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά όμως η μάνα που έκλαιγε σιγανά όλη αυτή την ώρα πετάχτηκε απότομα, έπιασε γερά το ξύλινο κοφίνι και δεν το άφηνε με τίποτα, τα μάτια της γυάλιζαν , σκέφτηκε ότι η γυναίκα ήταν τρελή, δυο βραδιές το ξενυχτούσαν, τόσον καιρό έδειχνε ότι δεν θα γλύτωνε, έπρεπε να το περιμένει, να έχει προετοιμαστεί κάπως, να το πάρει απόφαση, αλλά άντε να της το πεις, το μητρικό της ένστικτό ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσε να μείνει μαζί με το πεθαμένο παιδάκι της για πάντα!

Το αγοράκι είχε πεθάνει στο νοσοκομείο, δεν άντεξε, από τότε που γεννήθηκε είχε πρόβλημα, ένα σωρό χημειοθεραπείες του είχαν κάνει, όταν τελείωναν με το ένα όργανο του ανακάλυπταν ότι είχε πρόβλημα κι αλλού, κι εκείνο το καημένο ποτέ του δεν είχε γκρινιάξει, είχε δείξει υπομονή άπειρη σα να ήταν κανένας άντρας ώριμος, όλο γελούσε, τελικά δεν άντεξε. Τη νύχτα είχαν μεταφέρει με το αεροπλάνο την άψυχη σωρό, οι γονείς έμοιαζαν σα να είχε πέσει ο ουρανός απάνω τους, στην κάμαρα όπου είχαν αποθέσει το σώμα έκανε τόση ζέστη που δε μπορούσες να σταθείς, καλοκαίρι στις αρχές του ήτανε, λιβάνια έκαιγαν από παντού, η ατμόσφαιρα έμοιαζε αποπνικτική, μερικές γριές κουνούσαν βεντάλιες μπροστά στα πρόσωπα τους,  όλα είχαν καθυστερήσει, η ώρα περνούσε, η γυναίκα είχε κολλήσει εκεί πέρα κρατώντας το μικρό φέρετρο και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει.

Το πράγμα έδειχνε ότι θα τραβούσε για πολύ όμως κι αυτός τι χρωστούσε ρε φίλε, ένα απλός νεκροθάφτης ήτανε που σ’ εκείνο το παραλιακό χωριό τα αναλάμβανε όλα, την ετοιμασία, την μεταφορά, την ταφή, έπρεπε να κάνει τη δουλειά του. Καλά όποτε είχε να θάψει νεαρά παλικάρια και μικρά παιδιά ήταν το πιο δύσκολο,  όσο σκληρός κι αν είσαι αυτό δεν αντέχεται, σκεφτόταν τα δικά του τα παιδιά που μπορούσαν να βρίσκονται στη θέση των πεθαμένων κι η καρδιά του σφίγγονταν, ευτυχώς συνέβαινε πολύ σπάνια.

Κάμποσα χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά, είχε αναλάβει να θάβει τους γέρους του χωριού που αποδεκατίζονταν σιγά- σιγά, έδειχνε να μην είναι τόσο άσχημα, έβγαζε καλό μεροκάματο. Είχε συνηθίσει να ξεθάβει πεθαμένους μόλις συμπληρώνονταν τρία ή τέσσερα χρόνια, φορούσε κάτι γάντια πλαστικά και μάζευε τα κόκαλα τους που είχαν σαπίσει, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, τα πιο πολλά είχαν χωνευτεί καλά από τη γη, μετά έπρεπε να τα μεταφέρει σε μια γωνιά των νεκροταφείων όπου υπήρχε μια βρύση για να τα πλύνει και να τα τοποθετήσει στο ξύλινο κουτί που παραδίδονταν στους συγγενείς για να  το τοποθετήσουν  στο οστεοφυλάκιο μαζί με μια φωτογραφία.  Είχε θάψει όλα αυτά τα χρόνια ένα σωρό κόσμο, για μερικούς λυπόταν πραγματικά, ειδικά για κάποιους που ήξερε καλά, αυτούς που είχαν πιει μαζί ούζα και κρασιά στο καφενείο, όταν πέθαινε κανένας μεθύστακας ή κανένα ρεμάλι ούτε που τον ένοιαζε, ‘’ Στον αγύριστο ! ΄΄ έλεγε από μέσα του καθώς τον σκέπαζε με χώμα.

Δεν ήταν και καμιά βαριά δουλειά, το χώμα σ’ εκείνα τα μνήματα όπου είχαν ταφεί γενιές και γενιές είχε γίνει μαλακό, σκάβονταν εύκολα, χωρίς κόπο. Στην πραγματικότητα όλη η περιοχή γύρω   πρέπει  να ήταν νεκροταφείο από πολύ παλιά, σε μια μεριά του οικοπέδου οι αρχαιολόγοι είχαν ξεθάψει  χρόνια πριν ένα κάρο ευρήματα,  καρφίτσες χρυσές,  πόρπες ασημένιες, ακόντια στολισμένα με τρόπο  περίεργο κι ένα κράνος που δεν υπήρχε πουθενά,  φτιαγμένο από φύλλα χρυσού και λίθους πολύτιμους, ένα πράγμα  σωστό αριστούργημα,  θεωρούνταν από τα πιο σημαντικά που είχαν βρεθεί ποτέ, οι ειδικοί το είχαν πάρει σ’  ένα μουσείο μεγάλο και το εξέταζαν πολύν καιρό, λέγανε  ότι  ήταν το μοναδικό επιζών από ένα ζευγάρι που είχε φτιαχτεί σ’ ένα απ’  τα καλύτερα εργαστήρια της  αυτοκρατορίας,  το είχαν ονομάσει ‘’Το Κράνος του Πορφυρογέννητου!’’  
 

Tα βράδια όποτε περνούσε με το αγροτικό του αυτοκίνητο έξω από τα νεκροταφεία ο νεκροθάφτης,  σταματούσε να ρίξει μια ματιά αν ο μαρμαράς είχε κάνει καλή δουλειά σε κάθε καινούριο μνήμα, όπως περπατούσε ανάμεσα στους τάφους ένιωθε να τον κοιτούν οι φωτογραφίες μέσα στα κουβούκλια που φωτίζονταν από τα καντήλια, όλους τους ήξερε εκεί πέρα έναν προς έναν, τους πιο πολλούς αυτός τους είχε παραχώσει. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά, μικρός φοβόταν πολύ τις ιστορίες όπως εκείνη που του έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά του για μια γυναίκα που πήγε να μπήξει ένα καρφί σε κάποιο μνήμα τα μεσάνυχτα μετά από κάποιο στοίχημα. Από το φόβο της λέει εκείνη η γυναίκα κι επειδή ήθελε να ξεμπερδεύει γρήγορα κάρφωσε το φουστάνι της, καθώς έκανε να φύγει ένιωσε κάτι να την τραβά και νόμιζε ότι ήταν ο πεθαμένος που βγήκε απ’ την κάσα και την άρπαξε, καλά είχε τρομάξει όσο δε λέγεται μ’ εκείνη την ιστορία, όποτε περνούσε νύχτα από τα μνήματα την θυμόταν πάντοτε....

Τώρα όμως είχε μπλέξει άσχημα και δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει, η μέρα εκείνη του είχε φανεί ατελείωτη, ποτέ δεν του άρεσαν τα καλοκαίρια, το χειμώνα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, μέχρι να το καταλάβεις είχε βραδιάσει κι άλλαζες σελίδα, μπορούσες να κοιτάξεις το αύριο, ν’ αφήσεις πίσω τα παλιά, το καλοκαίρι μ’ εκείνο το φως το ανελέητο που σε διέλυε έμοιαζε τόσο μακρύ που δεν αντέχονταν!

Το ήξερε το μικρό αγοράκι, πολλές φορές το είχε δει στην παραλία, στο μικρό λιμάνι, να περπατά με τη μάνα του, μια φορά μάλιστα το είχε ακούσει να μιλά και είχε εντυπωσιαστεί από το πόσο καθαρά πρόφερε ο μικρός τις λέξεις, δεν είχε ξανακούσει παιδί να μιλά έτσι όμορφα!  Η παραλία  ήταν το πιο ωραίο μέρος στο χωριό, συχνά κατέβαινε κατά κει όταν ήταν φορτωμένο το μυαλό του από καμιά κηδεία ψυχοπλακωτική  να καθαρίσει λίγο το μυαλό του, εκεί συναντούσε και το μικρό με τη μάνα του μια ψηλή, ωραία μελαχρινή.  Όποτε είχε όρεξη  πήγαινε να βρει τον αδερφό του που δούλευε εκεί πέρα λύνοντας και δένοντας το σκοινί του πλοίου όταν ερχόταν κι όταν σαλπάριζε, μια φορά ένας ηλίθιος ο οδηγός όπως κατέβαινε άγαρμπα από το καράβι  τον είχε ρίξει στο νερό και μετά εξαφανίστηκε, αυτός είχε δει τη σκηνή κι εξοργίστηκε τόσο πολύ με τη συμπεριφορά του που χάλασε τον κόσμο να τον βρει, είχε γυρίσει όλα τα μαγαζιά, είχε ρωτήσει όποιον έβρισκε μπροστά του, αν δεν τον έβρισκε θα έσκαγε, τελικά τον είχε ανακαλύψει σ’ ένα μπαρ να πίνει, είχε τόσα νεύρα που ήθελε να τον σκοτώσει εκεί επί τόπου, τελικά τον κατήγγειλε στην αστυνομία που τον συνέλαβε.

Μόλις τελείωνε μ’  αυτήν τη κηδεία θα κατέβαινε πάλι στην προβλήτα να συναντήσει κανέναν φίλο του, να πιει κάτι,  να ζαλιστεί, να ξεχάσει, στο μεταξύ όμως όλα έμοιαζαν να έχουν κολλήσει, η ώρα περνούσε κι ο κόσμος είχε αρχίσει να μουρμουρίζει, κάτι γριές σταυροκοπιούνταν, ο παπάς που θα μπορούσε να πει κάτι  δεν ήταν κι ο πιο γενναίος άνθρωπος που υπήρχε,  στέκονταν άβουλος εκεί πέρα κοιτάζοντας το κενό, οι συγγενείς δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο πατέρας του παιδιού έμοιαζε χαμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει  τι συνέβαινε. Ο νεκροθάφτης  προσπάθησε να συνεφέρει την νεαρή γυναίκα μιλώντας της όσο μπορούσε πιο μαλακά, της εξήγησε ότι δεν είχε νόημα όλο αυτό,  αλλά αυτήν έδειχνε να έχει παραλογίσει και δεν ήταν καμιά ψόφια, μια  όμορφη κοπελάρα,  γεροδεμένη μέχρι εκεί πάνω ήτανε που μπορούσε να τα βάλει με άντρα, δεν ήξερε πως να την κουμαντάρει. Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του καθώς κανείς δεν έκανε τίποτα, κάτι έπρεπε  να γίνει,  κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι  να λύσει το γόρδιο δεσμό,  δεν κρατιόταν άλλο, σε μια στιγμή που είδε τη μάνα να χαλαρώνει κάπως πήγε να πάρει το φέρετρο, με το που τον αντιλήφθηκε όμως η νεαρή γυναίκα πετάχτηκε σαν άγριο ζώο με μια αποφασιστικότητα πρωτόγονη ,  τον έσπρωξε με μια δύναμη τρομακτική  και  τον έριξε κάτω στο πάτωμα σα φρόκαλο.

Αιφνιδιάστηκε εντελώς, δε περίμενε ποτέ μια γυναίκα να έχει τόση δύναμη, είχε σοκαριστεί,  πολύ γρήγορα όμως όπως σηκώνονταν  ένας θυμός γέμισε τα μέσα του και τον έκανε έξαλλο, για ποιο λόγο θα έπρεπε να το υποστεί αυτό, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα; Αυτό πήγαινε πολύ, η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει, ο καθένας έχει τις  αντοχές του, τα όρια του, δε μπορούσε να πιστέψει ότι αυτά όλα συνέβαιναν πραγματικά, ήταν σαν ένα όνειρο, σαν εφιάλτης. Παρενέβησαν τότε επιτέλους μερικοί άντρες, ο παπάς κάτι μουρμούρισε, η γυναίκα σα να ξύπνησε από λήθαργο και λύθηκε  ξεσπώντας σε λυγμούς. Τώρα πλέον  μπορούσε να κάνει τη δουλειά του όμως κάτι είχε ραγίσει μέσα του, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει, ήταν σκληρός αλλά όχι και τόσο, αλλιώς ήτανε όταν είχε κανένα παππού τελειωμένο ή κάναν άρρωστο υπερήλικα, αυτό το μικρό παιδάκι και τη μάνα τους  έβλεπε τρεις μέρες συνέχεια  στον ύπνο του,  τον είχαν  στοιχειώσει,   έπρεπε να τελειώνει η ιστορία, μετά απ’ αυτήν τη κηδεία θα τα παρατούσε κι ας πήγαιναν στο δαίμονα και τα λεφτά τους και τα καλά τους!

Ξεμπέρδεψε όπως -όπως με τα διαδικαστικά,  με του που έφυγαν όλοι σκέπασε πρόχειρα  το μνήμα  ρίχνοντας μερικές φτυαριές, θα περνούσε αργότερα να το ταχτοποιήσει, έπρεπε επειγόντως να  ξεθολώσει με κάποιο τρόπο. Μπήκε στο αυτοκίνητο και  τράβηξε  προς τη θάλασσα, εκείνη την ώρα ήτανε χάρμα, ο άνεμος που φυσούσε στο πρόσωπο του έφτιαχνε μικρά χρυσαφένια αυλάκια πάνω στην επιφάνεια του νερού, μπορούσε  να ηρεμήσει  λίγο. Τα καράβια πήγαιναν στο απέναντι νησί γεμάτα αμάξια και κόσμο, τουρίστες με καπέλα χρωματιστά θορυβούσαν, τύποι μαυριδεροί ξεφόρτωναν δοχεία γεμάτα μύδια, φωνές ακούγονταν, κοπάδια από μικρά ψαράκια στροβιλίζονταν στο νερό δίπλα στις άγκυρες, ένα πουλί έπινε  νερό από μια λακκούβα  ανασηκώνοντας κάθε τόσο τα κεφαλάκι του  για να καταπιεί.  Περπάτησε στην άκρη της προβλήτας για μια μεγάλη απόσταση  μέχρι που έφτασε σε μια αμμουδιά,  έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε, το νερό τον σκέπασε  ήταν σα να βυθίζονταν σ’  ένα υλικό διάφανο που διαπερνούσε το σώμα του καθαρίζοντας τον από καθετί.  Έμεινε κάμποση ώρα εκεί κάτω,  όταν βγήκε συνειδητοποίησε ότι η ώρα είχε περάσει, τα μουσκεμένα  βράχια στη ακτή άστραφταν στο φως του δειλινού, μια ησυχία απέραντη βασίλευε, ένα βάρος ασήκωτο που κουβαλούσε  εξαφανίζονταν αργά –αργά,  ήταν η πρώτη, η πρώτη  φορά που ένιωθε καλά  εδώ και μέρες.  

 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΝ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ

Μπροστά στα μάτια μου τον είδα να γλιστράει και να γέρνει κάτω απ’  το πέτρινο κάγκελο του γυναικωνίτη,   μια γυναίκα πίσω μου  πετάχτηκε  να τον κρατήσει όμως αυτός όπως ήταν  μισοκοιμισμένος  έγειρε μ’  όλο του  τον όγκο  και γλίστρησε προς τα κάτω,  την τελευταία στιγμή κατάφερε να πιαστεί  απ’ το μαρμάρινο  κάγκελο.

Δικιά του ιδέα ήταν  ν’ ανέβουμε στον εξώστη, εκεί κανονικά πήγαιναν οι γυναίκες αλλά αυτός προτιμούσε να παρακολουθεί από κει,  ήταν σα να έβλεπες σινεμά, έμοιαζε  με μπαλκόνι εσωτερικό   όπου υπήρχαν καθίσματα βαθμιδωτά, διαλέξαμε  μια θέση μπροστά- μπροστά και καθίσαμε βλέποντας τους παπάδες που φορούσαν μαβιά άμφια να στέκονται μπροστά στην ωραία πύλη,  εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι όμως ο Βασίλης το έβρισκε ενδιαφέρον όλο το σκηνικό,  μάλιστα άναψε   και μια λαμπάδα  όπως όλοι εκεί μέσα γιατί φώτα δεν υπήρχαν καθόλου.

Η εκκλησία ήταν παλιά,  βυζαντινή,  από κείνες με τα κόκκινα τούβλα και τους τρούλους, όμορφη. Το εσωτερικό της ήταν  σχεδόν σκοτεινό,  δεν ακουγόταν  τίποτα παρά μόνο η βραχνή φωνή κάποιου που  διάβαζε κάτι.

Ιδέα δικιά του ήταν να πάμε εκεί πέρα εκείνο το απόγευμα,  ήξερε την εκκλησία από τη μάνα του.  Το μέρος όπου ήταν  χτισμένη θύμιζε παλιό νταμάρι, ένα τέτοιο πράγμα, οι πολυκατοικίες που την περιέβαλαν  είχαν χτιστεί πάνω στις πέτρες και δημιουργούσαν μια αλλόκοτη αίσθηση, πιο δίπλα υπήρχαν μονοκατοικίες ακατοίκητες,  αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα,  κοράκια περπατούσαν όπως να ναι στις λάσπες, σ’ ένα κτίριο  από πάνω  ένα κοριτσάκι στέκονταν και μας κοιτούσε, σήκωσα το βλέμμα για να το δω, ο ήλιος που έπεφτε εκείνη την ώρα με τύφλωνε.

Δεν είχε ακόμα βραδιάσει κι οι καμπάνες από παντού γύρω χτυπούσαν για την ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας  δεν την γνώριζα καθόλου την περιοχή,  για να βγεις εκεί έπρεπε να στρίψεις   από κάτι στενά, μετά περνούσες  από ένα δρόμο που έκανε μια καμπύλη τέλεια, πρώτα κατέβαινε μέχρι κάτω βαθιά κι έπειτα ανέβαινε βαθμιαία κι αργά σα να έβγαινες από κάποιον λάκκο, σε μια γωνιά ένα καφενείο παλιό όπου δυο τρεις  γέροι έβλεπαν ποδόσφαιρο,  αναρωτιόμουν που στο καλό πηγαίναμε  όταν μετά από μια στροφή βγήκαμε τελικά μπροστά στην  εκκλησία...

Όλη εκείνη τη μέρα ήμουν σα χαμένος, ο Βασίλης- αυτό ήταν το όνομα του- φώναζε ‘’Ξύπνα ρε !!’’ όμως εγώ  δε μπορούσα να συγκεντρωθώ καθόλου. Καθώς είχε αλλάξει η ώρα η μέρα έμοιαζε ατελείωτη, δεν έλεγε να βραδιάσει, οι θερμοκρασίες όλο κι ανέβαιναν, οι κοπέλες που έμοιαζαν να ζεσταίνονται πιο πολύ απ’ όλους τα πετούσαν όλα, είχαν μείνει με τα αμάνικα. Ανάσταση έρχονταν και στους δρόμους πουλούσαν λαμπάδες χρωματιστές, οι πασχαλιές είχαν ήδη ανθίσει, στα πάρκα φύτευαν τουλίπες πολύχρωμες κι αν πήγαινες μια βόλτα έξω απ’ τη πόλη έβλεπες στα ξέφωτα τα χορτάρια να έχουν ψηλώσει μέχρι το γόνατο ενώ  τα δέντρα ήταν  έτοιμα να μπουμπουκιάσουν και να πρασινίσουν φέρνοντας εκείνη την έκρηξη βλάστησης που βλέπεις την άνοιξη….

Δε ξέρω για ποιο λόγο πάντως ο Βασίλης  με συμπαθούσε, με καλούσε  όλη την ώρα να πάω μαζί του στις εκκλησιές και στα ταξίδια που έκανε, όλο βόλτες πήγαινε, πολύ του άρεσε, μιλάμε τρελαίνονταν, είχε πάει στη Βουλγαρία, στο Βελιγράδι, στη Ρουμανία, είχε γυρίσει όλα τα Βαλκάνια!  Στο υπόγειο όπου δούλευε, τον βοηθούσα να παραλάβει  εμπορεύματα και να τα ταχτοποιήσει σε στήλες,  περνούσε όλη τη μέρα του σα φυλακισμένος σ’  εκείνο το υπόγειο,   με ήθελε για παρέα  ‘’Δε θέλω να μου στέλνεις τον άλλο τον χτικιάρη!’’ είχε πει στο αφεντικό, ‘’Θα μου στέλνεις τον Αποστόλη!’’

Πολλές φορές μέναμε μέχρι αργά στο μαγαζί, το αφεντικό ούτε που πατούσε, εμείς κλείναμε. Ήταν λίγο ευτραφής με μια γενειάδα τεράστια σα Ρώσος καλόγερος αλλά κατά τα άλλα ήταν εντάξει. Όμως ήτανε πολύ ξεροκέφαλος ρε αδερφέ, δεν έχεις δει τέτοιο πράγμα, δε σήκωνε ούτε μια παρατήρηση, ούτε μια λέξη κριτικής, χαλούσε τον κόσμο, έχω δει ξεροκέφαλους, αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε, μιλάμε ένα πράγμα τρομερό,  μπορούσε να σε σκάσει !

Το πιο δύσκολο ήταν όταν έπρεπε να κάθομαι και να τον ακούω ‘’Κάτσε ρε, κάτσε μια στιγμή να μιλήσουμε!’’ μου έλεγε βγάζοντας κανένα νερό από το ψυγείο να ξεδιψάσει την τεράστια δίψα του, καθόμουν λίγο όμως η κουβέντα του δεν υποφέρονταν ρε φίλε, ήταν τόσο πεσιμιστής, τα έβλεπε όλα τόσο μαύρα που μετά από λίγο ήθελες να εξαφανιστείς από κει πέρα!

Πολλές φορές τον έβρισκα  σ’ ένα καφέ που είχε ανοίξει πρόσφατα, εκεί  μαζεύονταν κάθε καρυδιάς καρύδι, πιτσιρικάδες με σκισμένα παντελόνια που ζητούσαν παγωτό, γέροι βαρεμένοι και κάτι άλλοι μαυριδεροί μυστήριοι που ο Βασίλης τους ήξερε και τους χαιρετούσε επειδή αγόραζε απ’  αυτούς εκείνα τα τσιγάρα που είχαν απάνω τους φωτογραφίες αρρώστων και πεθαμένων. Δε μπορούσα να σταθώ εκεί ούτε στιγμή, το μέρος όλο απέπνεε μια παρακμή αυτού όμως του άρεσε, όλη του τη ζωή την είχε περάσει στο πεζοδρόμιο,  ήταν το σπίτι του.

Είχα αρχίσει να τον συνηθίζω,  κάθε πρωί περνούσε από το σπίτι μου με το  αμάξι του και πηγαίναμε μαζί στη δουλειά, κείνη την ώρα όλοι οι τρελαμένοι σταματούσαν έξω από τα μαγαζιά να ξεφορτώσουν την πραμάτεια τους, οι οδηγοί που είχαν μπλοκαριστεί φώναζαν, έβριζαν, χτυπιόταν, ένα χάος πραγματικό!

 Ήταν ένα   πρωινό  Μεγάλης Εβδομάδας και   τον περίμενα ως συνήθως  στη στάση.  Με το που τον αντίκρισα  δε μπορούσα να το πιστέψω, είχε κόψει τη γενειάδα του Ρώσου καλόγερου και δε γνωρίζονταν, έμοιαζε δέκα χρόνια μικρότερος καλά ήταν πολύ τρελό! Και του τόχα πει ‘’Κόψτα τα καταραμένα!’’ αλλά δε μ άκουγε.  Καλά είχε γίνει πολύ σένιος, γελούσε μέχρι τ’ αυτιά όμως εγώ βρήκα ευκαιρία όπως τον είδα στα καλά του και του ζήτησα κάτι δανεικά που μου χρωστούσε. Είχε περάσει καιρός από τότε που του τα είχα δώσει κι αυτός δεν ανέφερε τίποτα, ετοίμαζε κάποιο ταξιδακι πάλι κι έκανε τον ανήξερο.  Εγώ όμως τα χρειαζόμουν, δεν ήταν δα και κανένα φοβερό ποσό αλλά ρε φίλε δεν ήθελα να με πιάνουν κορόιδο, να μου τρώνε τα λεφτά, να με θεωρούν ηλίθιο, αυτό με τρέλαινε ! ‘’Ρε βλάκα θα στα δώσω, μη φοβάσαι!’’ μου είπε κι ύστερα μιμήθηκε τον τρόπο που μιλούσε το αφεντικό,  μ’ έπιασαν κάτι γέλια απίστευτα που μ’ έκαναν να ξεχάσω τα καταραμένα τα δανεικά.

Το απόγευμα θα κλείναμε εμείς το μαγαζί για να πάμε στην εκκλησία καθότι Μεγάλη Βδομάδα, ήμασταν χαρούμενοι που δεν θα είχαμε τον άλλον  να μας πρήζει με τα μίζερα του, ότι δεν υπάρχουν λεφτά, ότι έχει στεγνώσει η αγορά , ότι δε βγαίνει με τίποτα και θα κλείσει την επιχείρηση, μας είχε μαυρίσει τη ψυχή ενώ εμείς ξέραμε ότι είχε ένα κάρο ακίνητα κι ένα σωρό λεφτά στην άκρη ο γύφτος!  Όποτε ανεβαίναμε στο  γραφείο του μας κορόιδευε, ‘’’Τα πτυχία σας, και τι κάνατε στα πανεπιστήμια,  και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τα κλείνουν!’’ μα τι κομπλεξάρα ρε φίλε! Εμείς δε λέγαμε τίποτα περιμέναμε μόνο και μόλις έλεγε καμιά πατάτα, μόλις έκανε κανένα λάθος συντακτικό, με το που πετούσε κανένα μαργαριτάρι τον καρφώναμε πατώντας κάτι γέλια και τότε ήθελε να σκάσει, να πεθάνει απ’ το κακό του αλλά εμάς στα παλιά μας τα παπούτσια, δεν δίναμε δυάρα, ήταν η εκδίκηση μας!

Αφήσαμε  κάτι τιμολόγια στο γραφείο  και πήραμε  το ασανσέρ, εκεί μέσα έπαιζε μια μουσική από κάπου  τόσο ωραία που δεν θέλαμε να βγούμε, αυτό το ασανσέρ με τη μουσική  ήταν το καλύτερο πράγμα  που είχε η οικοδομή. Με το που κατεβήκαμε στο δρόμο είδαμε  από  μακριά το βλαμμένο το αφεντικό,   τι στο δαίμονα ζητούσε , σίγουρα θα μας έχωνε κάπου,  βιαστήκαμε να εξαφανιστούμε πριν μας πάρει χαμπάρι! Ο Βασίλης έψαχνε μια ώρα  το μέρος όπου είχε παρκάρει, πάντα έτσι έκανε,  εγώ για να περάσει η ώρα  χάζευα τη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε καθρέφτες, θήκες για κινητά, γυαλιά χρωματιστά κι άλλα πραγματάκια  που γυαλοκοπούσαν...

Και μετά καθώς βράδιαζε φτάσαμε στην εκκλησιά εκεί στο παλιό νταμάρι.   Με το που βρήκαμε θέση στο γυναικωνίτη της εκκλησίας πιάσαμε τη κουβέντα  μέχρι που κάποιος μας  έκανε  παρατήρηση.  Πρόλαβα να μάθω ότι  σε μια κρύπτη της εκκλησίας κρατούσαν τα λείψανα από ένα κάρο αγίους και κάτι άλλα κειμήλια πολύτιμα ανάμεσα τους ένα  δισκοπότηρο απαστράπτον. Ο  Βασίλης που το είχε δει έλεγε ότι ήταν πανέμορφο,  στολισμένο με κύβους από κυανά και άσπρα γυαλάκια ενώ στη βάση του υπήρχαν μοτίβα από κατακόρυφες  εραλδικές σάλπιγγες αυτό το δισκοπότηρο έπρεπε να το δω κάποια  στιγμή!  

Δίχως να το καταλάβω με πήρε ο ύπνος,  ήμουν τόσο κουρασμένος, στο όνειρο μου έβλεπα, ότι περνούσα πάνω από ένα ποταμάκι με νερό πολύ ορμητικό και κινδύνευα να πέσω μέσα,  δε μπορούσα όσο κι αν προσπαθούσα  να κρατηθώ με τίποτα!  Ένα τρίξιμο ανεπαίσθητο με ξύπνησε   και με το που άνοιξα τα μάτια  αντίκρισα  τον Βασίλη να γλιστρά και να κρέμεται στο κενό κρατώντας το κάγκελο με τα ακροδάχτυλα του. Ξαφνικά όλοι σα να ξύπνησαν κι άρχισαν να φωνάζουν στρεφόμενοι  κατά το μέρος μας για να δουν το φίλο μου που κρέμονταν έτοιμος να πέσει.   Είχε πιαστεί απ’  την άκρη του κάγκελου κι αγωνιζόταν να κρατηθεί  όμως  ήταν αδύνατο εξαιτίας του βάρους  του,  αιωρήθηκε  εκεί ψηλά για  μια στιγμή που έμοιαζε με αιωνιότητα,   κι ύστερα  έπεσε με τα χέρια ανοιχτά, ένας γδούπος τρομερός ακούστηκε καθώς έσκαγε  στο μαρμάρινο πάτωμα.

Επικράτησε χάος, τα φώτα άναψαν κι οι παπάδες μαζί με όλους τρέξανε στον πεσμένο,  εγώ κατέβηκα άρον- άρον να δω τι είχε πάθει ο φίλος μου, δεν έδειχνε να έχει ματώσει,  όλοι είχαν μαζευτεί από πάνω του κανείς όμως δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει.  Τότε ένας παπάς,  ο πιο ηλικιωμένος,  που φαίνεται ήξερε από πρώτες βοήθειες και τέτοια τον πλησίασε, γονάτισε κι άρχισε να ψηλαφεί  τα χέρια, τα πόδια και τα πλευρά   του. Ο Βασίλης ανάσαινε βαριά αλλά έδειχνε  παραιτημένος,   μια έκφραση πόνου είχε απλωθεί στο πρόσωπο του.  Ο παπάς έσκυψε, τον κοίταξε βαθιά  και κάτι του είπε σιγανά  στο αυτί,  μετά σηκώθηκε και μας είπε ‘’Είναι καλά,  μην ανησυχείτε’’’. 

Καλά ήμουν μες τα νεύρα, τι στο καλό έλεγε,  ο άλλος είχε σωριαστεί από τόσο ύψος κι ο παπάς έλεγε ότι όλα ήταν εντάξει,  ετοιμαζόμουν να πω καμιά κουβέντα, όταν έκπληκτος είδα το φίλο μου  αργά-  αργά να σηκώνεται και να στέκεται στα πόδια του σα να μην έτρεχε τίποτα, δε μπορούσα να το πιστέψω, όλοι γύρω κοίταζαν απορημένοι, αυτός  έκανε μόνο το σταυρό του τρεις φορές και μετά μου είπε: ‘’Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι πετούσα!’’

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

ΣΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ

Δε μπορούσα να καταλάβω ότι εκείνη τη στιγμή ακριβώς πάθαινε το έμφραγμα, που να το ξέρω ρε φίλε, είχα ακούσει αλλά πρώτη φορά μου τύχαινε κάτι τέτοιο, τον έβλεπα εκεί μπροστά μου να ιδρώνει και να σφίγγεται  δίχως λόγο και δεν ήξερα τι να κάνω, έμοιαζε αποκαμωμένος, του έδωσα ένα ποτήρι  νερό που μου ζήτησε καθώς βαστούσε το στήθος του σα να υπέφερε, τον έβαλα να καθίσει και κάλεσα ασθενοφόρο.

Δουλεύαμε μαζί αρκετό καιρό εκεί κάπου  στο κέντρο, κόντευε τα εξήντα κι η ράχη του είχε αρχίσει να κυρτώνει, κάπνιζε βέβαια και κάνα δυο πακέτα, έπινε κιόλας. Τον καταλάβαινα, δεν αντέχονταν διαφορετικά εκείνη η δουλειά ειδικά με το αφεντικό που είχαμε, σου μιλάω ήταν εντελώς παλαβός , όταν δεν ήταν πιωμένος έψαχνε κάποιον να ξεσπάσει τη μανία του, δε μπορούσες να καθίσεις μαζί του πολύ καιρό. Μια παραμονή της πρωτοχρονιάς είχαμε δουλέψει όσο δε πήγαινε, είχαμε βγάλει καλά λεφτά, όλοι ήταν χαρούμενοι, οι παρέες έρχονταν γελώντας  και πλήρωναν ότι κι αν τους ζητούσαμε, κι εγώ είχα πάρει καλό μεροκάματο, όλοι έμοιαζαν σε καλή διάθεση, ήταν από κείνες τις σπάνιες στιγμές . Κι όμως κι εκεί βρήκε ευκαιρία και τον δάγκωσε τον άλλον, τον έκανε άνω κάτω για μερικά καταραμένα φραγκοδίφραγκα που υποτίθεται ότι έλειπαν απ’ το ταμείο, έτσι ήταν, δεν άντεχε να σε βλέπει χαρούμενο, κάτι πάθαινε, μια ζήλια αφόρητη τον έπιανε, ένα κόμπλεξ χαοτικό, μιλάμε πολύ ηλίθιος!

Βέβαια κι ο άλλος πήγαινε γυρεύοντας, με είχε σκάσει, μου την είχε δώσει, τον είχα προειδοποιήσει, είχε νοσηλευτεί μια φορά τότε που τα πόδια του είχαν πρηστεί κι έτρεχε στους γιατρούς, στην αρχή πρόσεχε μετά ξεχνιόταν κι έκανε ότι να ναι. Τον έβλεπα τα βράδια να δουλεύει για κάτι αργόσχολους, βαρεμένους πελάτες και τρελαινόμουν, ‘’’Ρε, σήκω φύγε, θα κάτσω εγώ, πήγαινε σπίτι !’’ - ‘’Όχι, δε φεύγω!’’ απαντούσε με πείσμα  ‘’Εσύ άμα θες φύγε!’’ και φυσικά εγώ την κοπανούσα ‘’Δε πα να κάνει ότι θέλει ο βλαμμένος!’’ έλεγα από μέσα μου και τον άφηνα εκεί πέρα μέχρι αργά.

Όμως θάπρεπε να προσέχει, κόντευε τα εξήντα κι οι γιατροί του συνιστούσαν ξεκούραση, ήταν ζήτημα χρόνου να πάθει κάτι . Και δεν ήταν ο μόνος, όλοι εκεί πέρα στο κέντρο έτσι ήτανε, δε μπορούσα να τους καταλάβω, έρχονταν το πρωί κι έφευγαν αργά το βράδυ, πότε ξεκουράζονταν, πότε κοιμόντουσαν, πότε βλέπανε τις γυναίκες και τα παιδιά τους; Κάτι πάθαιναν όλοι εκεί πέρα και δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν, μιλάμε για εθισμό κανονικό, την αγαπούσαν βέβαια την αγορά, ήταν η ντόπα τους, εκεί είχαν φάει όλη τη ζωή τους κι ήταν σα να ήθελαν να πεθάνουν εκεί πέρα…

Του άρεσαν όλα στην αγορά,  τα πρωινά ιδίως.  Οι φούρνοι είχαν ξεκινήσει από νωρίς, τα καφέ ετοίμαζαν τυρόπιτες βάζοντας τη μουσική λίγο δυνατά, καθόταν έξω απ’  τις πόρτες στήνοντας αυτί ν’ ακούσει κανένα τραγούδι που θα έδινε λίγο χρώμα στη μέρα του. Είχε ζήσει  τις καλές  εποχές,  τότε   που το χρήμα έρρεε άφθονο κι όλοι έβγαζαν γούστα,   καμιά φορά όταν είχε πιει  λίγο παραπάνω  μιλούσε για  το κέντρο με τις φωτεινές επιγραφές και τη φασαρία, εκεί που χτυπά η καρδιά της πόλης. Μια εποχή,   μου έλεγε,   είχε τόσο κόσμο έξω απ’ το μαγαζί που άμα σήκωνες το κεφάλι έβλεπες μια θάλασσα να περιμένει μέχρι το απέναντι στενό, ‘’ Δεν μπορείς να το πιστέψεις αν δεν το δεις!’’ μουρμούριζε...

Πιο πολύ του άρεσε η αγορά την άνοιξη τότε που μεγαλώνει η μέρα συνέχεια και το καλοκαίρι μοιάζει να πλησιάζει καλπάζοντας. Περνούσε κάθε πρωί απ’ τα λουλουδάδικα εκεί όπου έβγαζαν ζουμπούλια γαλάζια και ροζ, η μυρουδιά που απλώνονταν στον αέρα θύμιζε Πάσχα. Οι εργάτες του δήμου κλάδευαν δέντρα ρίχνοντας φως στους σκοτεινούς δρόμους και μπορούσες πλέον να δεις μέχρι κάτω μακριά κατά τη θάλασσα. Τα μεσημέρια τα συνεργεία του δήμου περνούσαν ν’ αδειάσουν τους κάδους κι οι εργάτες με τα φωσφοριζέ γιλέκα έριχναν νερό άφθονο ξεπλένοντας τα πεζοδρόμια. Τα απογεύματα κοπάδια ανθρώπων διέσχιζαν τις διαβάσεις, γυναίκες στέκονταν μπροστά στις βιτρίνες με τ’ ανοιξιάτικα φορέματα, αμάξια περνούσαν με πάταγο πάνω απ’ τα μεταλλικά καπάκια των φρεατίων. Τα βράδια τα λεωφορεία όργωναν τους κεντρικούς δρόμους έχοντας σβήσει τις οθόνες τους καθώς τραβούσαν για το αμαξοστάσιο. Πολλές φορές κατέβαινε απ’  τα χαράματα τότε που ο ήλιος σκόρπιζε κίτρινους λαμπυρισμούς στην άσφαλτο κι οι μορφές των ανθρώπων έμοιαζαν να εξαϋλώνονται μες το φως  σα να χόρευαν στις κορφές των ηλιαχτίδων, α τότε ήταν όλα μαγεία αληθινή!

Ήταν ωραίο το κέντρο, είχε τη γοητεία του αλλά μέχρι ένα σημείο, παραπάνω δε μπορούσα, κάποια στιγμή ήθελα να φεύγω από κει. Κι έπειτα τον τελευταίο καιρό όλα είχαν αλλάξει, δεν ήταν όπως παλιά, είχε γίνει πιο βρώμικο, πιο άγριο, μαγαζιά εμπορικά έκλειναν αβέρτα  και τα μόνα που άνοιγαν ήταν κάτι φαγάδικα και κάτι καφέ που μάζευαν όλους τους αργόσχολους και τα ραμολιμέντα. Ζητιάνοι με μάτι που γυάλιζε κυκλοφορούσαν παντού και κάτι άλλοι τύποι ύποπτοι που διακινούσαν λαθραία, τα έβγαζαν μπροστά στα μάτια σου  από κρυψώνες ύποπτες, από τρύπες και κτίρια εγκαταλειμμένα, χρήμα μαύρο διακινούνταν και κανείς δεν έλεγε τίποτα, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, έλεγχοι δε γίνονταν, όλοι το είχαν συνηθίσει αν και τους φαινόταν περίεργο…

Κάποιοι  πρέπει να έβγαζαν πολύ χρήμα μ’ όλα αυτά, μια φήμη κυκλοφορούσε για ένα καράβι που  είχε  φέρει λέει  ένα φορτίο από λαθραία τσιγάρα, όλα από κείνες τις μάρκες τις πιο ακριβές, ακούγονταν ότι πουλιόταν ήδη, κάποιοι που τα είχαν δοκιμάσει λέγανε ότι δεν είχαν καμιά διαφορά από τα γνήσια.  Έλεγαν ότι όλο το φορτίο άξιζε κάπου διακόσια χιλιάρικα κι ότι μια παρέα τα είχε πάρει στη ζούλα με εβδομήντα χιλιάρικα μόνο για να τα διακινήσει μέσω αλλοδαπών κι άλλων μυστήριων που τα πουλούσαν στα πεζοδρόμια, λέγανε ότι απ’ αυτή τη μπίζνα οι τύποι είχαν βγάλει πολλά λεφτά, αρχηγός τους ήταν λέει  ένας  με σημάδια στο πρόσωπο σα να είχαν σβήσει στο μέτωπο του ένα πακέτο γόπες, τον είχα δει κι εγώ μια φορά να μιλά ψιθυριστά με το αφεντικό στο μαγαζί μας, ύστερα πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε έξω από έναν  κάδο…

Είχα κλείσει δυο χρόνια εκεί πέρα κι είχε αρχίσει να μου τη δίνει όλη αυτή η παρακμή, ήταν θέμα χρόνου να την κοπανήσω, είχα σκοτωθεί με το αφεντικό άπειρες φορές, όλοι μας κοιτούσαν με μάτια γουρλωμένα, δεν το πίστευαν, κάνα δυο φορές μετά από τέτοιες σκηνές είχα φύγει νομίζοντας ότι πάει τέλειωσε, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα επέστρεφα, ότι θα με σούτερνε από κει πέρα. ‘Όμως πάντα, σου μιλάω πάντα, μου τηλεφωνούσε, είχε αυτό το συνήθειο, να σε χτυπά πρώτα κι ύστερα να σε γλείφει, έτσι γύριζα καθώς δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω.

Έπρεπε μαζί του να σκέφτεσαι διαφορετικά, να μη λειτουργείς λογικά, να είσαι απρόβλεπτος όπως ήταν κι αυτός, σε τελική ανάλυση όλο το θέμα ήταν ποιος θα προλάβαινε να φάει πρώτος τον άλλον, κάπως έτσι λειτουργούσε το πράγμα, κάπως έτσι πρέπει να είναι το εμπόριο, εγώ τουλάχιστον αυτό είχα καταλάβει. Κι έπειτα τα χρειαζόμουν τ’ αναθεματισμένα τα λεφτά του, τα πράγματα είχαν ζορίσει πολύ, έτσι συνέχιζα χωρίς να ξέρω που θα κατέληγε όλο αυτό. Με τον καιρό είχα μάθει απ αυτόν και τους νόμους της αγοράς, σ’ ένα μαγαζί μπορούσε να γίνεται κόλαση, οι υπάλληλοι να πλακώνονται όλη την ώρα κι όμως ο κόσμος συνέχιζε να έρχεται σα να τον τραβούσε αυτή η ανωμαλία, την έβρισκε κάπως εξωτική, μπορούσε να δει κάτι διαφορετικό και να διασκεδάσει τη βαρεμάρα και τη πλήξη του...

Όμως ο άλλος που ήταν εκεί μια ζωή δούλευε σα σκυλί και κατάπινε όλες τις αηδίες του αφεντικού δίχως να λέει τίποτα, του άρεσε το κέντρο και η αγορά, έτσι είχε μάθει, αυτή ήταν η τακτική του, κι έπειτα στην ηλικία που ήταν ποιος θα τον έπαιρνε. Δεν είχε επιλογή, όμως στο τέλος δικέ μου το πληρώνεις, αυτά μαζεύονται, δεν περνούν απέξω, καρφώνονται βαθιά μέσα σου.

Όλοι τον προειδοποιούσαν να έχει το νου του και να φυλάγεται, ο Αντώνης που είχε κάνει αυτή τη δουλειά έλεγε ότι από τους πέντε βοηθούς που είχαν δουλέψει σ’ ένα μαγαζί σαν το δικό μας πιο κάτω, οι τέσσερεις είχαν πεθάνει και μόνο αυτός την είχε γλυτώσει. ‘’Πρόσεχε!’’ μου φώναζε. Εγώ είχα βρει μια λύση βέβαια , σηκωνόμουν κι έφευγα όποτε δεν ήμουνα καλά κι ούτε έλεγα που πάω, απλά δεν άντεχα άλλο, ήθελα ένα διάλειμμα επειγόντως, οι πελάτες με ψάχνανε, αναρωτιόταν τι συνέβαινε ‘’Άστους να με ψάχνουν!’’ σκεφτόμουν. Πήγαινα μια βόλτα στα μαγαζιά, χάζευα τις εφημερίδες, έβρισκα κάνα φίλο και τα λέγαμε λιγάκι. Με είχαν μάθει κι όποτε μ’ έβλεπαν να βάζω το σακάκι τους έπιανε πανικός, μετά από κάποια ώρα μου τηλεφωνούσαν ‘’Που είσαι, έλα γρήγορα, έχουμε δουλειά!’’ και τότε γυρνούσα…

Και τώρα νάτος μπροστά μου ρε φίλε να κρατά το στήθος του και να μη ξέρεις τι να τον κάνεις,  σε μια φάση πήγε να σηκωθεί αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να σταθεί σα να μετεωρίζονταν μπροστά σε κάποιο φανταστικό κενό, έδειχνε εξαντλημένος, καθόμουν και τον κοίταζα σα βλάκας περιμένοντας βοήθεια που μου φάνηκε ότι έκανε διακόσια χρόνια να έρθει, ο μοναδικός πελάτης μάρτυρας  όλης  της  σκηνής  ήταν ένας χοντρός που είχε πιει το καταπέτασμα,  δεν ήταν ο πιο κατάλληλος για παρέα εκείνη τη στιγμή  αλλά και μόνο που βρίσκονταν εκεί πέρα ήταν μια παρηγοριά,  ‘’ Παππού μη στεναχωριέσαι ! ’’είπε σε μια στιγμή…

Το ασθενοφόρο που ήρθε τελικά  δεν ήταν αυτοκίνητο αλλά μια μηχανή μεγάλη, ο νοσοκόμος, ένας ψηλός γεροδεμένος με λίγα μαλλιά κατέβηκε από το μηχανάκι κουβαλώντας μια βαλίτσα μικρή, τον ήξερε τον δικό μου, είχε έρθει άπειρες φορές στο μαγαζί, ‘’Τι έγινε παππού; ‘’ του πέταξε ‘’Πως είμαστε;’’, του έδεσε τη συσκευή στο μπράτσο και  μέτρησε τη πίεση, προσπάθησε να τον χαλαρώσει, ύστερα έβγαλε μια μάσκα οξυγόνου απ’  την τσάντα του και του τη φόρεσε,  μετά κάλεσε ασθενοφόρο κανονικό.

Το βράδυ μάθαμε ότι ο ‘’παππούς’’ είχε πάθει το έμφραγμα και μπήκε στο χειρουργείο, όλη νύχτα είχα αγωνία μη χτυπήσει κανένα τηλέφωνο και μου πουν το χειρότερο, αυτό που δεν αντέχω σε τέτοιες φάσεις είναι να με πιάσουν απροετοίμαστο, θέλω λίγο χρόνο να το συνειδητοποιήσω, να το καταλάβω, να το χωνέψω,  μετά ας γίνει ότι θέλει, τελικά αφού δε με πήραν μέχρι το πρωί σήμαινε ότι την είχε γλυτώσει, ησύχασα.

Την άλλη μέρα γύρω στο απόγευμα πέρασε κείνος ο χοντρός ‘’Tι έγινε ο παππούς;’’ρώτησε κι όταν του εξήγησα ‘’ Φτηνά τη γλύτωσε! είπε σχεδόν από μέσα του και τράβηξε κατά τη παραλία.  Κείνη την ώρα ο ήλιος χαμήλωνε βάφοντας μενεξεδιές τις κορυφογραμμές των αντικρινών βουνών,  πλήθη κόσμου περνούσαν τις διαβάσεις των δρόμων κι  οι ακτίνες του ήλιου που έγερνε αλλοίωναν τις φιγούρες κάνοντας τες  να χορεύουν ξανά,  το κέντρο της πόλης  ζωντάνευε όπως κάθε βράδυ.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥ ΧΙΟΝΟΚΥΝΗΓΟΥ

Παντού μες τα χορτάρια φύτρωναν λουλούδια άσπρα σα καμπανούλες, εκείνα τα λουλούδια που τα λένε ‘’κρίνα της κοιλάδας’’ ή ‘’δάκρυα της Παναγίας’’ γιατί φύτρωσαν λέει από τα δάκρυα της όταν είδε το Χριστό στο σταυρό. Όπως προχωρούσε στο δάσος άκουγε όλο και πιο δυνατά τον ήχο νερών που έπεφταν, διέσχισε ένα ξέφωτο και πίσω απ’ τα φυλλώματα είδε χιλιάδες πεταλούδες άσπρες, γαλάζιες και κίτρινες να πετούν γύρω από έναν μικρό καταρράκτη, τα φύλλα απ’ το γρασίδι αναταράζονταν κάθε φορά που έπεφτε πάνω τους μια σταγόνα, κοίταζε έκθαμβος το θέαμα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ποτέ κανείς δεν του είχε μιλήσει για κείνο το μέρος, πώς είχε μείνει κρυφό!

Το δάσος έμοιαζε, τόσο καθαρό, τόσο όμορφο, τόσο παρθένο που σ’ έκανε να νιώθεις αποστροφή για τα πάρκα της πόλης , οι κηπουροί δεν έδιναν δυάρα για τις αλέες και τα άλση, όλα έδειχναν παρατημένα, διαλυμένα, εγκαταλειμμένα, σαν μη νοιάζονταν κανείς γι’ αυτά, τη νύχτα κοπάδια σκύλων τριγύριζαν μέσα στους θάμνους ψάχνοντας τίποτα φαγώσιμο, οι άνθρωποι φοβούνταν να τα πλησιάσουν.

Είχε καιρό να έρθει στην πόλη, έλειπε χρόνια κι όταν γύρισε του φάνηκε ότι τίποτα δεν ήταν όπως παλιά, ένα βράδυ περνώντας έξω από ένα αστυνομικό τμήμα είδε έναν παλαβό που είχε στηθεί ώρα πολλή μπροστά στο κουβούκλιο του φρουρού μιλώντας ασυνάρτητα και βρίζοντας θεούς και δαίμονες , ο αστυνόμος καθόταν εκεί και τον άκουγε χωρίς να κάνει τίποτα, το περιστατικό του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Όλα έμοιαζαν να έχουν αλλάξει, δεν ήταν όπως τα ήξερε, ο τόπος είχε γεμίσει από τύπους μυστήριους που αυξάνονταν μέρα με τη μέρα, έμπαιναν μες στα λεωφορεία κι όλοι στριμώχνονταν να τους αποφύγουν, αν κάποιος πήγαινε να πει μια κουβέντα αυτοί οι μυστήριοι άνοιγαν το στόμα τους και τότε δεν ήξερες που να κρυφτείς, ακούγονταν ότι έμπαιναν στις πολυκατοικίες μέρα μεσημέρι και παίρνανε ότι ήθελαν με θράσος απίστευτο. Οι γέροι ειδικά τους φοβόταν περισσότερο, τα βράδια δεν κοιμόταν, κλείδωναν τις εξώπορτες με δεκαοχτώ αντικλείδια κι ύστερα έβλεπαν τηλεόραση ώρες ατέλειωτες με το αυτί τους σ’ επιφυλακή μήπως ακούσουν κάτι ύποπτο.

Πιο επικίνδυνες μέρες ήταν οι αργίες, τότε ανοίγονταν τα περισσότερα διαμερίσματα, όλοι φοβόταν, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί, ο κόσμος δεν ήξερε που να κρύψει τα λεφτά του, λέγανε ότι άμα τα έβαζες στη τράπεζα θα σου τα παίρνανε, ότι μπορούσαν να σου αδειάσουν λογαριασμούς, να σου πάρουν χρήματα χωρίς να σε ρωτήσουν, ακόμα και να ανοίξουν θυρίδες εν αγνοία σου ψάχνοντας να δουν αν υπήρχε μέσα κρυμμένο τίποτα πολύτιμο!

Τι είχε συμβεί κι είχαν αλλάξει όλα δε μπορούσε να καταλάβει, τη νύχτα έβγαινε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου του και χάζευε τη θάλασσα των αυτοκινήτων που διέσχιζε το δρόμο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, ασθενοφόρα περνούσαν από κάτω του ουρλιάζοντας κι όλοι έκαναν στην άκρη. Η άνοιξη είχε μπει επιτέλους αν και κάθε τρεις και λίγο συννέφιαζε κι έπιανε να βρέχει σα να μην ήθελε να ξεκουμπιστεί ο καταραμένος ο χειμώνας, ένα βράδυ που ψιχάλιζε μαλακά όλα έγιναν όμορφα ξανά, οι σταγόνες της βροχής που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων γυάλιζαν σα λαμπιόνια χριστουγεννιάτικα, τελικά ίσως δεν ήταν και τόσο άσχημη πόλη…

Μπορεί όλα να του φαίνονταν αλλιώτικα τα κάστρα πάντως στις παρυφές της πόλης τα βρήκε όπως τα είχε αφήσει, εκείνο το σημείο όπου είχε σκαρφαλώσει μικρός το βράδυ της ανάστασης και είχε καρφώσει ένα σωρό πυροτεχνήματα ήταν ακριβώς όπως το θυμόταν! Μόλις είχε πει ο παπάς το ‘’Χριστός ανέστη’’ έτρεξε, σκαρφάλωσε στο τείχος- τότε ήταν ευκίνητος σαν αίλουρος, κι άναψε όλα τα δυναμιτάκια που είχε κρεμάσει στις πολεμίστρες φωτίζοντας όλη την περιοχή μ’ εκρήξεις απανωτές που έφταναν ως τα βάθη του ουρανού, ήταν σα να είχε γίνει μέρα. Δεν είχαν κτιστεί οι πολυκατοικίες τότε κι όλος ο χώρος από την εκκλησία μέχρι τα τείχη ήταν μια αλάνα ανοιχτή, τέτοιο θέμα δεν είχε ξαναγίνει, όλοι έτριβαν τα μάτια τους, τα μικρά κρύβονταν στις αγκαλιές των μανάδων τους κάθε φορά που μια πύρινη δεσμίδα εξακοντίζονταν σα βέλος φλεγόμενο ψηλά στους αιθέρες κι ύστερα βυθίζονταν άλλοτε προς τη μεριά των πολυκατοικιών και των σπιτιών κι άλλοτε προς τη μεριά του δάσους που υπήρχε δίπλα στα κάστρα και έλεγαν ότι το είχε φυτέψει κάποτε κάποιος αυτοκράτορας ….

Τα κάστρα ήταν όπως τα θυμόταν, οι οχτώ πολεμίστρες όπου είχε βάλει τα δυναμιτάκια έχασκαν αγέρωχες, εκεί κοντά είχε χτιστεί μια εκκλησιά τεράστια, θυμόταν προτού φύγει που έριχναν τα θεμέλια. Από την αυλή της έβλεπες κάτω το λιμάνι κι όλες τις κορυφογραμμές πέρα μακριά που στεφάνωναν το τοπίο, σ ένα τσιμεντάκι εκεί στο προαύλιο της εκκλησιάς ένας τεμπέλαρος ξάπλωνε κάθε πρωί όποτε είχε λιακάδα κι αγνάντευε την πόλη που απλώνονταν από κάτω αραχτός. Σ’ ένα άλλο σημείο όπου το τείχος είχε ισοπεδωθεί από τις επιδρομές, τα κανόνια, τους βομβαρδισμούς, τις πολιορκίες, τα χτυπήματα και ποιος ξέρει τι άλλο, σ εκείνο το σημείο των κάστρων είχε σχηματιστεί ένα είδος μονοπατιού επίπεδου. Ένα απόγευμα όπως περπατούσε χαζεύοντας είδε μια νέα γυναίκα με φόρμα κόκκινη να περπατά γρήγορα πάνω σ’ εκείνο το επίπεδο σημείο των τειχών σα να έτρεχε, του φάνηκε περίεργο, τι ζητούσε εκεί πάνω, γιατί έτρεχε, ποιος τη κυνηγούσε, δε φαινόταν με τα καλά της. Περνώντας από κει μια άλλη μέρα την είδε ξανά να στέκεται εκεί πάνω και μετά να κατεβαίνει από κάτι σκαλοπατάκια που είχαν σχηματιστεί στα ερείπια από ανθρώπους που σκαρφάλωναν εκεί πέρα για ένα κάρο λόγους, από τότε την έβλεπε συχνά εκεί πάνω να στέκεται κι απορούσε….

Ένα απόγευμα αποφάσισε να την ακολουθήσει για να δει που θα πάει, δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο εκείνη τη μέρα και ήθελε να σκοτώσει με κάποιον τρόπο την ώρα του. Την είδε να στρίβει σ’ ένα δρομάκι γεμάτο σπίτια παλιά και βίλες κι από κει να βγαίνει απ’ την πόλη και να κατευθύνεται προς το ‘’δάσος του αυτοκράτορα’’. Ήταν σα να είχε μεταφερθεί με κάποιον τρόπο σ’ έναν άλλο κόσμο, σα να έβλεπε κάποια ταινία ή έναν πίνακα, τα άσπρα λουλουδάκια σαν καμπανούλες φύτρωναν παντού μες το χορτάρι και ο καταρράχτης έμοιαζε παραμυθένιος καθώς έριχνε τα νερά του ψηλά από ένα ρέμα που το περιστοίχιζαν περικοκλάδες κι αναρριχώμενα.

Προχώρησε προς το νερό που έπεφτε από ψηλά προσέχοντας μη πατήσει τις μικρές καμπανούλες που ήταν γεμάτες δροσοσταλίδες διάφανες, όσο πλησίαζε ένιωθε άπειρες σταγόνες να βρέχουν το πρόσωπο του, το θέαμα όλων εκείνων των δέντρων και των λουλουδιών τον έκαναν να ξεχνά γιατί είχε έρθει και τι γύρευε εκεί πέρα. Είχε πλησιάσει πολύ και μπορούσε να δει τις νεροσυρμές που έτρεχαν πάνω σε τεράστιες πέτρες από βασάλτη, μια πέτρα απ’ αυτές τις ηφαιστειακές εξείχε μέχρι έξω πολύ και μπορούσε να δεις μια σειρά από ίχνη σαν πέλματα ανθρώπινα που είχαν σχηματιστεί σαν κάποιος να είχε περπατήσει πάνω της ενώ ήταν ακόμα ζεστή . Καθώς ήταν πολύ κοντά παρατήρησε ότι πίσω από τον καταρράκτη σχηματίζονταν ένα κενό, τι να υπήρχε εκεί πέρα άραγε, έσκυψε στο πλάι από το άνοιγμα, πέρασε πίσω απ’ το νερό και κοίταξε από τη μέσα μεριά του καταρράκτη, από κείνη την οπτική γωνία οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζαν να παραμορφώνονται μέσα από το υδάτινο πρίσμα αναδείχνοντας όλα τα χρώματα τους το μενεξελί, το κίτρινο, το λευκό, ένιωσε σαν να περνούσε σε άλλη διάσταση.

Είχε ξεχάσει γιατί είχε έρθει εκεί πέρα κι ούτε που τον ένοιαζε, ήθελε απλά λίγο ακόμα να χαρεί αυτό το εξαίσιο το μέρος, κάθισε σ’ εκείνη τη πέτρα με το χνάρια από τα ανθρώπινα πέλματα κι αισθάνθηκε το μυαλό του να αδειάζει απ’ ότι υπήρχε εκεί μέσα, ήταν μια κατάσταση μαγική μεθυστική απίστευτη, η καρδιά του αναπαύτηκε, έχασε την αίσθηση του χρόνου κι έτσι δεν κατάλαβε ότι είχε περάσει η ώρα και πήρε να βραδιάζει, δοκίμασε να βρει το δρόμο απ’ όπου είχε έρθει μα δε μπορούσε, δεν ήχε κανένα σημείο να προσανατολιστεί, σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν και τόσο τρομερό να περάσει μια βραδιά εκεί πέρα.

Στην αρχή ήταν καλά αλλά όσο σκοτείνιαζε η νύχτα γίνονταν απειλητική, έκανε κρύο, ο μοναδικός ήχος που άκουγε ήταν το πλατάγισμα του νερού πάνω στους βράχους, δεν έβλεπε ούτε φεγγάρι ούτε άστρα ούτε κανένα φως, μόνο κάποια στιγμή που άνοιγαν τα σύννεφα έβλεπε για λίγο μια δέσμη από άστρα που έμοιαζε με μαχαίρι.


Την άλλη μέρα καθώς τραγουδούσαν οι κορυδαλλοί του λιβαδιού τον βρήκε μέσα σε μια λόχμη μια ομάδα από περιπατητές που είχαν βγει εκδρομή ανάμεσα τους κι εκείνη η γυναίκα με την κόκκινη φόρμα, το μέρος όπου είχε κοιμηθεί ήταν γνωστό ως ‘’Το χνάρι του χιονοκυνηγού’’ από κείνο το σημάδι πάνω στο βράχο. Όταν του μίλησαν απάντησε με κάτι λόγια που δεν καταλάβαιναν, μιλούσε για κάποιο ζώο σα ζαρκάδι άσπρο που είχε έρθει τη νύχτα και κοιμήθηκε εκεί κοντά του δίχως να τον φοβάται όμως δεν υπήρχε περίπτωση κανείς να τον πιστέψει, όπου κι αν το έλεγε όλοι κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά κι ύστερα φεύγανε. Μετά απ αυτό κλείστηκε στον εαυτό του, δεν ήθελε να δει κανένα, , όσο κι αν το ήθελε οι συγγενείς του δεν τον άφηναν να πάει ξανά στο δάσος, του πήρε καιρό πολύ να συνέλθει.       

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΡΑΣΠΟΥΤΙΝ

Δεν την είχε προσέξει μέχρι τότε αλλά ένα βράδυ που έψαχνε απελπισμένα για πάρκινγκ στα στενά γύρω απ’ τη γειτονιά του την είδε, ήταν μια παλιά μονοκατοικία που έχασκε μόνη της στη μέση μιας αλάνας, σε κάθε της γωνιά δέντρα πανύψηλα τυλιγμένα στον κισσό υψώνονταν, έμοιαζε με σπιτάκι στο κέντρο κάποιου δάσους σκοτεινού σαν αυτά που περιγράφονται στα παραμύθια απ’ τον βορρά, σαν εκείνο το σπιτάκι όπου κλείστηκαν ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ , μόνο που αυτό δεν ήταν σοκολατένιο. Είχε περάσει από κει άπειρες φορές κι όμως ποτέ δεν του έιχε κινήσει το ενδιαφέρον τώρα όμως καθώς σουρούπωνε άλλαζε όψη όπως όλα τα πράγματα όταν πέφτει η νύχτα, έδειχνε αλλόκοτο, κάπως τρομαχτικό, κάτι μάρμαρα άσπρα αρχαία βρίσκονταν στοιβαγμένα στα δεξιά του και μπροστά στην είσοδο ένα κυπαρίσσι βαθυπράσινο ύψωνε τον συμπαγή του όγκο προς τα πάνω, στάθηκε εκεί λίγη ώρα και το χάζευε…

Είχε βγει ν’ αγοράσει μερικά πράγματα, στο διανυκτερεύων φαρμακείο όπου ζήτησε ένα σιροπάκι για το βήχα κάποιος με άσπρη ποδιά εμφανίστηκε πίσω από ένα σιδερένιο πλέγμα, του έφερε ένα κουτάκι και μετά βιάστηκε να χαθεί στο βάθος. Στις γωνιές των δρόμων ζητιάνοι κι άστεγοι με σκισμένα παλτά προσπαθούσαν να σκεπάσουν τα παγωμένα σώματα τους, ένας τύπος προσπαθούσε να λυγίσει ένα τεράστιο σιδερένιο εξάρτημα για να το βάλει στο καρότσι του, σ ένα γηπεδάκι ποδοσφαίρου άνθρωποι με φόρμες έτρεχαν κάτω από αναμμένους προβολείς. Στις διαβάσεις τα φανάρια άλλαζαν αέναα από πορτοκαλιά σε πράσινα, κάποιος από απέναντι του έκανε σινιάλο να περάσει δίνοντας του προτεραιότητα, πίσω απ’ τις βιτρίνες των καταστημάτων οι κούκλες σάλευαν αδιόρατα. Στο σούπερ μάρκετ τα ψυγεία βούιζαν αδιάκοπα, γυναίκες πηγαινοέρχονταν στους διαδρόμους ψάχνοντας στα ράφια και στους πάγκους, η ατμόσφαιρα έξω μύριζε κρύο και υγρασία, η Άνοιξη αργούσε ακόμα...

Άφησε το αμάξι του κάπου κοντά σ’ εκείνο το σπιτάκι το στοιχειωμένο, βιαζόταν να πάει για ύπνο, δεν κλείδωσε, πάντα έτσι άφηνε το αυτοκίνητο και ποτέ δεν τον είχαν κλέψει. Στο σπίτι του έκανε κρύο διαβολεμένο, ο χειμώνας τελείωνε όμως η άνοιξη δεν έλεγε να φανεί στον ορίζοντα, τέτοια εποχή την προηγούμενη χρονιά οι αμυγδαλιές, οι σιντόνιες και κάτι άλλα δεντράκια ήταν κιόλας γεμάτα λουλούδια ψιλούτσικα, φέτος ούτε δείγμα δεν έβρισκες, τι ήταν αυτό το πράγμα, ο χειμώνας δεν έλεγε να περάσει με τίποτα, οι αλκυονίδες είχαν καθυστερήσει, όταν εμφανίζονταν ο ήλιος οι άνθρωποι σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή έβγαιναν να μαζέψουν όση ζέστη μπορούσαν.
Από κείνο το βράδυ εκείνο το σπιτάκι που έμοιαζε στοιχειωμένο γύριζε συνέχεια στο μυαλό του, περνούσε ταχτικά να το δει, φαινόταν ακατοίκητο, πώς να ήταν άραγε από μέσα, σε τι κατάσταση βρίσκονταν, έδειχνε πάντως γερή κατασκευή. Για κάποιο λόγο τον τραβούσε, ήθελε να μάθει λεπτομέρειες γι’ αυτό, άραγε θα μπορούσε να το νοικιάσει, πόσα να ζητούσαν, αν μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί πέρα θα ήταν τζάμι, θα γλύτωνε ένα σωρό έξοδα, κοινόχρηστα, ασανσέρ, πετρέλαια, ένα κάρο βλακείες!. Θα ξεφορτώνονταν και τον σπιτονοικοκύρη του που του είχε γίνει τσιμπούρι, του χρωστούσε βέβαια τα νοίκια ενός χρόνου αλλά αυτό το είχε σαν αρχή, απ’ όποιο σπίτι περνούσε έπρεπε ν’ αφήνει κάποιο χρέος, σηκωνόταν κι έφευγε αφήνοντας πίσω τα πράγματα του κι άντε να τον βρεις, πρέπει να το είχε κάνει καμιά δεκαριά φορές αυτό το πράγμα. Και δεν ήταν μόνο οι νοικάρηδες του που χρωστούσε, όλη την αγορά είχε φεσώσει, δεν υπήρχε προμηθευτής να μη τον κυνηγά, τον φώναζαν Ρασπούτιν γιατί θύμιζε τον Ρώσο καλόγερο μ’ εκείνη τη γενειάδα και το τρελό βλέμμα , δεν σε κοιτούσε ποτέ ευθεία κι αυτό λένε ότι είναι ύποπτο, ακούγονταν ότι πατέρας του ήταν παπάς αυτός όμως ποτέ δεν το παραδέχονταν…

Βέβαια έτσι όπως τα είχε καταφέρει δεν θα τη γλύτωνε στο τέλος, από κάπου θα τον έπιαναν γι αυτό είχε πάντα το νου του, δεν χαλάρωνε ποτέ, όλα του φαινόταν ύποπτα, στα γραφεία των δικηγόρων όπου πήγαινε όταν είχε κάνα δικαστήριο επικίνδυνο παρακολουθούσε πάντα στους τοίχους τα σχέδια διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς, προσπαθούσε να καταλάβει πως θα το έσκαγε ακολουθώντας σκαλοπάτια και μπαλκόνια και διαδρόμους κρυφούς. Τελευταία είχε στριμωχτεί πολύ, οι δουλειές δε πήγαιναν καλά, αν κατάφερνε να εγκατασταθεί στο σπιτάκι εκείνο το στοιχειωμένο μια χαρά θα ήταν, ζέστη το χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι, οι παλιοί ήξεραν πως να χτίζουν, κι αν χρειαζόταν τίποτα επισκευές θα έβρισκε κάναν Αλβανό να του δουλέψει τζάμπα για να το σουλουπώσει, θα μπορούσε έτσι να κάνει κι ένα σωρό παζάρια με τον ιδιοκτήτη, καλά σ’ αυτά δε παίζονταν !

Ένα πρωί αποφάσισε να πάει να βρει τον ιδιοκτήτη, δεν ήταν σίγουρος αν κατοικούνταν αλλά αποβραδίς είχε δει φως οπότε κάποιος θα έμενε εκεί μέσα, τη μέρα δεν έδειχνε και τόσο τρομαχτικό, μόνο τα ψηλά δέντρα πάνω στα οποία ο κισσός είχε τυλιχτεί σα φίδι έστεκαν απειλητικά. Δίστασε μια στιγμή, έπειτα πλησίασε και χτύπησε την πόρτα, περίμενε λίγη ώρα, δεν απαντούσε κανείς, ετοιμάζονταν να φεύγει όταν αργά- αργά η θύρα άνοιξε τρίζοντας κι ένας γεράκος εμφανίστηκε στην είσοδο λέγοντας του να περάσει. Όπως διέσχιζε το μικρό χωλάκι σκεφτόταν ότι τον γέρο τον είχε του χεριού του, θα του πουλούσε έναν πρόλογο σούπερ, θα τον ζάλιζε στο μπλα μπλα, θα έκλεινε τη δουλειά στο φτερό. Ο παππούς προχώρησε μερικά βήματα προς ένα δωμάτιο που έμοιαζε να είναι σε καλή κατάσταση, σίγουρα κάποια γυναίκα είχε περάσει από κει πρόσφατα, και κάθισε σε μια πολυθρόνα μπροστά από ένα παράθυρο. Εκείνη την ώρα ο ήλιος βρίσκονταν ακριβώς πίσω απ’ τις κουρτίνες κι οι ακτίνες του έμοιαζαν να λούζουν τον γέρο μ’ ένα πράγμα σα φωτοστέφανο, ο Ρασπούτιν χώθηκε σ’ έναν καναπέ και τον παρατηρούσε όπως μιλούσε σιγανά με τον ήλιο να τον έχει τυλίξει σ’ ένα φως περίεργο. Δεν είχε αντίρρηση να νοικιάσει το σπίτι, θα μπορούσαν να πιάσουν και μια σειρά από δουλειές στο νοίκι, ο ένας τοίχος είχε αρχίσει να γέρνει και υποστηρίζονταν με κάτι δοκάρια μεταλλικά, ο Ρασπούτιν γελούσε από μέσα του, καλά ο γέρος φαινόταν πολύ ηλίθιος κι αν περίμενε να πάρει φράγκο απ’ αυτόν ήταν πολύ γελασμένος, θα του άνοιγε μια δουλειά εκεί πέρα ατελείωτη, θα το τραβούσε με τις επισκευές όσο μπορούσε και τελικά θα τον παρατούσε το γέρο σύξυλο όπως είχε κάνει άπειρες φορές. Κουβέντιασαν λίγη ώρα για τις λεπτομέρειες, είχαν σχεδόν συμφωνήσει όταν ο γέρος σηκώθηκε με τον ήλιο να τον φωτίζει πάντα γεγονός που είχε αρχίζει να εκνευρίζει τον άλλον, και του έθεσε έναν όρο περίεργο, μπορούσε να χρησιμοποιήσει όλο το σπίτι εκτός από ένα δωμάτιο, εκεί πέρα απαγορεύονταν να μπει, έπρεπε να παραμείνει σφραγισμένο, θα έμενε κλειστό οπωσδήποτε.

Του εξήγησε ότι σ’ αυτό το δωμάτιο είχε σκοτωθεί ο αδερφός του, όταν έφευγαν οι Γερμανοί στην κατοχή ανατίναζαν τα πάντα, το σπίτι τους το είχαν επιτάξει κι έμενε μαζί τους ένας αξιωματικός, στο υπόγειο είχαν μαζέψει ένα κάρο πολεμοφόδια, βλήματα, όλμους, πολυβόλα, σφαίρες, ρουκέτες. Μια μέρα εκεί που καθόταν αυτός με τον αδερφό του ακούστηκε ένας κρότος φοβερός κι ένα κομμάτι σίδερο βγήκε από το υπόγειο και κάρφωσε τον αδερφό του στην κοιλιά, πέθανε επί τόπου, από τότε η μάνα του είχε κρατήσει την κάμαρα κλειστή σε ένδειξη πένθους για το παιδί της κι έτσι το είχαν διατηρήσει όλα τα χρόνια αργότερα.

Ο Ρασπούτιν δεν είχε αντίρρηση, συμφώνησε στα γρήγορα επειδή ήθελε να ξεμπερδεύει με τον γέρο- βλαμμένο, όμως από κείνη τη στιγμή η περιέργεια τον έτρωγε, είχε λυσσάξει, θα έσκαγε! Ήταν σίγουρος ότι άλλος ήταν ο σκοπός του παππού, δεν τον είχε πιστέψει ούτε μια στιγμή, κάτι κρύβονταν εκεί πέρα, μπορεί να ήταν λίρες, λεφτά, κοσμήματα, κάτι στο διάβολο που ν’ αξίζει δε μπορούσε να τ αφήσει έτσι δίχως να το ψάξει, έπρεπε να μπει απαξάπαντος σ εκείνο το δωμάτιο αλλιώς θ’ αρρώσταινε. Το άλλο βράδυ με το που πήρε τα κλειδιά η πρώτη το δουλειά ήταν να πάει κατευθείαν να δει τι στο δαίμονα υπήρχε.

Τη νύχτα το σπιτάκι έδειχνε διαφορετικό, έμοιαζε μ εκείνη τη φορά που το είχε πρωτοδεί, θύμιζε κάτι από παραμύθια και ταινίες τρόμου με ζόμπι και ξωτικά και τέρατα της κόλασης που εκτυλίσσονται σε δάση βαθύσκιωτα. Τώρα μάλιστα που ήξερε ότι κάποιο παιδί είχε πεθάνει εκεί μέσα το πράγμα έδειχνε ακόμα πιο αλλόκοτο, φοβόταν, δίσταζε αλλά η περιέργεια του και κάποιου είδους διαστροφική ικανοποίηση που δίνει η αίσθηση ότι καταπατάς κάτι ιερό κι απόκρυφο τον έσπρωχναν να συνεχίσει. Μπήκε στο σπιτάκι με μια μικρή ανατριχίλα να τον διαπερνά, και πήγε προς την κάμαρα, γύρισε το πόμολο αλλά η πόρτα δεν άνοιγε, δοκίμασε όλα τα κλειδιά που του έδωσε ο γέρος αλλά δε γινόταν τίποτα, πήγε στο αμάξι κι έφερε ένα κατσαβίδι, τελικά δεν ήταν δύσκολο. Στο σκοτάδι δεν μπορούσε να βρει πουθενά τον διακόπτη, άνοιξε το κινητό του να φωτίσει λίγο όταν ένιωσε κάτι να τον ακουμπά στην πλάτη και τινάχτηκε μέχρι το ταβάνι, τελικά ήταν ένα πολύφωτο που κατέβαινε μέχρι χαμηλά. Όλα έδειχναν ταχτοποιημένα, τα σανίδια έμοιαζαν γυαλιστερά σαν κάποιος να έμπαινε ταχτικά και να τα λουστράριζε, τίποτα ασυνήθιστο δεν μπορούσε να διακρίνει, το μόνο που τραβούσε την προσοχή ήταν ένα καγκελάκι ξύλινο σε μια γωνιά που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί υπήρχε, το ψηλάφησε και τότε κατάλαβε ότι υπήρχε μια σκάλα που κατέβαινε προς τα κάτω τώρα, τα νεύρα του ήταν τεντωμένα, ήταν σίγουρος ότι κάτι κρύβονταν εκεί πέρα και ρε φίλε να δεις που ο γέρος ο βλαμμένος ήθελε να το κρατήσει μυστικό, γι αυτό είχε αραδιάσει όλες εκείνες τι αηδίες για το πεθαμένο αδερφάκι του, καλά τον είχε καταλάβει απ’ την πρώτη στιγμή.

Τα μάτια του άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι, στο υπόγειο υπήρχαν αράχνες παντού, όταν φώτισε με το κινητό το πάτωμα διέκρινε μια σειρά αποτυπωμάτων από παπούτσια μικρούτσικα πάνω στο τσιμέντο που ήταν νωπό κάποτε, γυρίζοντας το βλέμμα του φάνηκε ότι είδε ένα μικρό φωτάκι σε μια μεριά και στράφηκε προς τα κει. Το φωτάκι ήταν μια μικρή λάμπα σα καντήλι ηλεκτρικό που έφεγγε μπροστά σ’ ένα τετράγωνο πλαίσιο όμοιο με εικονοστάσι, στο κάτω μέρος του ξύλινου πλαισίου υπήρχε ένα συρταράκι, το έσυρε, μέσα είχε κάτι χαρτιά κιτρινισμένα, δυο στεφάνια από κάποιον γάμο και μερικές φωτογραφίες, παλιές αλλά πολύ καθαρές που εικόνιζαν ένα παιδάκι.

Περίμενε κάτι καλύτερο, πέταξε εκείνα τα άχρηστα χαρτιά, τα στεφάνια και τις φωτογραφίες, δεν έβρισκε τίποτα, είχε αρχίσει να τρελαίνεται, τελικά τράβηξε ολόκληρο το συρτάρι και είδε ότι από πίσω υπήρχε κάτι, το τράβηξε αλλά εκείνο αντιστέκονταν, έχωσε το κινητό στο κενό που είχε σχηματιστεί και είδε ότι ήταν κάτι σαν αγαλματάκι αρχαίο, μπρούτζινο που απεικόνιζε κάποιον αρχαίο ποιητή ή κάτι τετοιο. Δεν ενθουσιάστηκε όμως όπως το είδε καλύτερα πρόσεξε ότι ο ένας μηρός του γυάλιζε ασυνήθιστα, ήταν σίγουρος ότι ήταν φτιαγμένος από χρυσό, κάπου είχε διαβάσει έναν μύθο για τον Πυθαγόρα τον φιλόσοφο πως είχε το ένα πόδι του μαλαματένιο σημάδι της καταγωγής του από τον θεό ήλιο, με κάποιον τρόπο το είχαν σφηνώσει εκεί και δεν ξεκολλούσε με τίποτα.

Έβαλε όλη τη δύναμη του βρίζοντας εκείνο τον γέρο που του το είχε κρύψει, αν χρειαζόταν θα έσκαβε ολόκληρο τον τοίχο που βρίσκονταν από πίσω του, σε μια στιγμή το ένιωσε να αποσπάται κάπως, λίγο ακόμα ήθελε, επιτέλους το είχε, ήταν έτοιμος να ουρλιάξει από χαρά όταν ένας θόρυβος απίστευτος του βούλωσε τ’ αυτιά, μια λάμψη πορτοκαλιά πρόλαβε να δει μονάχα…

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΡΤΙΖΟΝΗ

Στη μέση του κτήματος πάνω σ’ έναν λόφο, ένα κτήριο σαν παλάτι ξεχώριζε, γύρω –γύρω στις πλαγιές αμπέλια απλώνονταν και το περιστοίχιζαν, από το λόφο ψηλά μπορούσες να δεις τη θάλασσα στο βάθος όπου κοπάδια από θαλασσοπούλια προσγειώνονταν το νερό πλαταγίζοντας τις φτερούγες τους.

Το κτήμα βρίσκονταν στους πρόποδες ενός βουνού μ’ ασπρισμένες κορυφές κάπου προς τα σύνορα. Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς, οι πορτοκαλιές, οι λεμονιές κι ένα σωρό άλλα φυτά ξεράθηκαν σα να είχαν καεί από ένα κύμα φωτιάς που τις είχε σαρώσει, τα κλήματα άντεχαν και δε βιάζονταν να μπουμπουκιάσουν. Όταν άρχισε να μαλακώνει ο καιρός τα χιόνια έπιασαν να λιώνουν και τ’ αμπέλια γέμισαν με τόση λάσπη που δε μπορούσες να σταθείς, όλο το πόδι σου βυθίζονταν στο βούρκο. Όταν άρχισαν τα κλαδέματα οι εργάτες που δούλευαν στο αγρόκτημα υπέφεραν, ήταν απίστευτα δύσκολο να κάνεις τη δουλειά σου μέσα σ’ εκείνο το βούρκο.
Κανείς δεν ήξερε τους ιδιοκτήτες, ακούγονταν ότι ήταν κάτι καλόγεροι που έκαναν επιχειρήσεις κι έπαιρναν επιδοτήσεις αβέρτα, αυτοί είχαν βρει και το συνεργείο, τα τέσσερα άτομα που έπρεπε να κλαδέψουν όλο εκείνο το αχανές κτήμα, ένας Αλβανός κάπως ηλικιωμένος, ένας μαυριδερός απροσδιόριστης καταγωγής και δυο Έλληνες, ο ένας απ’ αυτούς κάπως σκοτεινός με τρομερή δύναμη, δε κουράζονταν ποτέ, οι μυς του ήταν σαν κούτσουρα, αν σ’ έσφιγγε μπορούσε να σε πεθάνει. Το πρωί προτού μπούνε μέσα στο χωράφι καθόταν και χάζευαν το αρχοντικό πάνω στο λόφο που έμοιαζε με παλιό μοναστήρι, μετά έπρεπε να χωθούν μες τη λάσπη βαστώντας το αεοψάλιδο που χρειάζονταν μεγάλη προσοχή μη σου πάρει κάνα δάχτυλο, ύστερα έκοβαν κληματόβεργες ώσπου να δύσει ο ήλιος. Όλα έπρεπε να γίνουν σωστά, σε κάθε κλαδί άφηναν τόσα μάτια ώστε να μπορεί να ταϊστεί το σταφύλι που θα γέμιζε χυμούς το καλοκαίρι, έπρεπε ακόμα να κόψουν τα ξερά και άχρηστα βλαστάρια, να προσέχουν μη τυχόν υπάρχουν άρρωστα, να καθαρίσουν το ξύλο μέχρι να βγει το υγιές μέρος του, να δώσουν τέλος σχήμα στα νεαρά αφήνοντας μερικές αμολητές βέργες, ήθελε τέχνη όλο αυτό.

Υποτίθεται ότι το κτήμα θα τους παρείχε τροφή αλλά εκεί πέρα είχαν ένα σύστημα μυστήριο, έμοιαζε με καλογερικό, όλη την ώρα τρώγανε όσπρια και τέτοια αλάδωτα κιόλας που ήταν μια αηδία, όταν πεινούσαν πολύ κι ήθελαν κάτι να τους χορτάσει έπρεπε να τη βγάλουν μ’ εκείνα τα νεροζούμια, κρέας δεν είχανε δει ποτέ, όλο νηστεία, είχαν σιχαθεί! Ακούγονταν ιστορίες ότι μέσα στο κτήριο οι παπάδες τρωγόπιναν καλά όμως κανείς δεν επιτρέπονταν να μπει στα ενδότερα, απαγορεύονταν αυστηρά, κατά καιρούς μόνο κάτι τύποι κουστουμαρισμένοι έμπαιναν κι έβγαιναν παρέα με του καλόγερους που έμοιαζαν να έχουν άνεση μαζί τους. Και σα να μην έφτανε η δίαιτα μια ομίχλη κρύα κατέβαινε συνέχεια από το βουνό που σάπιζε τα κόκαλα, τις μέρες εκείνες δεν δούλευαν καθόλου, οι καλόγεροι που ήταν πολύ προσεχτικοί λέγανε ότι το κλάδεμα με υγρασία κάνει κακό στο αμπέλι και περίμεναν μέχρι να ξαναβγεί ο ήλιος. Κάθε φορά που είχε ομίχλη δεν ήξεραν τι να κάνουν σ εκείνη την ερημιά, δεν υπήρχε τίποτα να περάσεις την ώρα σου, η μόνη λύση ήταν ένα καφενείο στο κοντινό χωριό όπου είχε τηλεόραση καλωδιακή, εκεί έβλεπαν άλλοτε μπάσκετ κι άλλοτε ντοκιμαντέρ με ζώα, κοπάδια γκρίζων λύκων να κυνηγούν ελάφια που έτρεχαν σε κοιλάδες δίπλα σε ποτάμια, βούβαλους να σκάβουν το χιόνι για να βρουν λίγο χορταράκι, καθόταν εκεί και παρακολουθούσαν μια το μπάσκετ μια τα ζώα κι έτσι περνούσε η ώρα κάπως ευχάριστα...

Είχαν κάπου μια βδομάδα τώρα που δούλευαν και δεν είχαν προχωρήσει καθόλου εξαιτίας της λάσπης, οι καλόγεροι γκρίνιαζαν, είχαν αρχίσει να τα παίζουν όλοι εκτός από κείνον τον χεροδύναμο που έμοιαζε με βούβαλο και δεν είχε πρόβλημα. Ο γηραλέος Αλβανός είχε αποφασίσει να φύγει, μέρες τώρα ήταν άρρωστος, οι καλόγεροι που τον εμπιστεύονταν γιατί ήταν ο πιο έμπειρος κουβάλησαν έναν γιατρό που τον πλάκωσε στις κορτιζόνες αλλά θα του έπαιρνε μέρες να συνέλθει . Οι τρεις εναπομείναντες ήταν αδύνατο να τελειώσουν όλα τα χωράφια μόνοι τους, δεν ήξεραν τι θα γίνονταν όταν ακούστηκε ότι θα έρχονταν κάποιος καινούριος για ενίσχυση, όλοι είχαν περιέργεια να δουν ποιος θα ήταν, μέσα στη βαρεμάρα που ένιωθαν μια αλλαγή ήταν ευπρόσδεκτη, όταν θα έφτανε ο καινούριος θα τον σάπιζαν, θα τον έχωναν κανονικά, ήταν η αλλαγή τους όπως στο στρατό. Ένα βράδυ όπως γύριζαν στο υπόστεγο όπου κοιμόταν είδαν κάποιον να τους περιμένει, του έριξαν μια ματιά ερευνητική, ΄΄ Ποιον διάβολο μας έστειλαν!’’ , ο Έλληνας όμως, όχι ο βούβαλος, ο άλλος, όταν τον είδε του έπεσε απ’ τα χέρια το μπουκαλάκι με το νερό που κρατούσε.

Γιατί ρε φίλε, αν έχεις το θεό σου, απ’ όλους τους ανθρώπους του κόσμου ποιος νομίζεις ότι ήρθε να δουλέψει μαζί τους σ εκείνο το κτήμα κοντά στα βουνά των συνόρων με την ατέλειωτη λασπουριά, ποιον νομίζεις ότι είχαν διαλέξει οι καλόγεροι, αυτός που ήρθε ήταν ο μικρός αδερφός του με τον οποίο είχαν χρόνια να μιλήσουν από τότε που ο μικρός έκανε εκείνη τη μαμουνιά κι έφαγε όλη την περιουσία του πατέρα τους βάζοντας τον να υπογράψει ενώ ο γέρος ήταν ετοιμοθάνατος. Αυτό το λαμόγιο είχε έρθει εκεί πέρα μαθαίνοντας ποιος ξέρει από που ότι υπήρχε δουλειά και τώρα έπρεπε να τον έχει μαζί του, ήθελε να τον σκοτώσει, δεν ήξερε τι να κάνει, πως να φερθεί, όταν είχε κάνει εκείνη τη δουλειά με τον πατέρα τους είχανε πιαστεί και στα χέρια, υπήρχε μια εποχή που τον μισούσε και σκεφτόταν να του κάνει κάποια ζημιά να τον εκδικηθεί, να βγάλει το άχτι του!

Νάτος λοιπόν ο μικρός σ εκείνο το μοναστήρι στην ερημιά με τα χιόνια που έλιωναν, νόμιζε ότι μετά από τόσο καιρό θα του είχε φύγει το μένος όμως με το που τον είδε σα να ξύπνησε μέσα του η οργή, που στο διάβολο τον είχε ανακαλύψει και είχε έρθει εκεί πέρα, δε μπορεί να ήταν σύμπτωση ποιος του το είχε πει, γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο! Εκείνο το μικρό το αδερφάκι του που το είχε μεγαλώσει από μια σταλιά, εκείνο το τσογλάνι που το είχε ξελασπώσει ένα κάρο φορές από ένα σωρό προβλήματα, εκείνο το καταραμένο που αποδείχτηκε ένα φίδι και μισό, ε όχι ρε φίλε, τώρα που το είχε πετύχει θα του τα έχωνε χοντρά για όλες τις λαμογιές του, θα το έσκιζε, ευκαιρία ήτανε, αν χρειαζόταν θα τον πλάκωνε και στο ξύλο ! Βέβαια αν γινόταν κάτι τέτοιο και το μαθαίνανε οι καλόγεροι θα τους έδιωχναν κακήν κακώς από κει κι αυτός τα χρειαζόμουν τα καταραμένα τα λεφτά τους, τι θα έκανε ;

Καθόταν τα βράδια κι έσπαζε το κεφάλι του, πως στο διάολο είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, γιατί να τυχαίνουν όλα σ αυτόν, πως έπρεπε να το χειριστεί όλο αυτό ; Την Κυριακή που είχαν ρεπό δεν πήγε στο καφενείο, τράβηξε κατά το βουνό να σκεφτεί, είχε ανακαλύψει μια διαδρομή ωραία που ακολουθούσε ένα μονοπάτι όπου το χιόνι δεν είχε λιώσει ακόμα, σ’ εκείνο το μέρος ζούσαν ένα κάρο πουλιά περίεργα, πήγαινε σ’ ένα ρέμα και σκόρπιζε ψίχουλα, έπειτα καθόταν κρυμμένος παρακολουθώντας ένα σωρό πτηνά που έρχονταν να φάνε, μερικά ήταν πολύ όμορφα ρε φίλε, κόκκινα με λοφία σαν καρδινάλιοι, μαύρα με ράμφη κιτρινωπά κι άλλα με βούλες και κοιλιές χρωματιστές τόσο πολύ του άρεσε το θέαμα εκείνων των πουλιών που ξεχνιόταν για ώρες, μερικές φορές έβγαζε και φωτογραφίες με το κινητό του.

Σκόρπισε ψίχουλα και σπόρια στο χώμα κοντά στο ρέμα και τραβήχτηκε πίσω από έναν βράχο περιμένοντας, όλη την ώρα σκεφτόταν τι θα έκανε έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, αν ακολουθούσε το θυμό του θα έκανε καμιά βλακεία πάλι και θα το μετάνιωνε, έτσι την είχε πατήσει και με τη γυναίκα του όταν χώρισαν και του πήρε το παιδί , έπρεπε να είναι προσεχτικός, να συγκρατηθεί, να φερθεί έξυπνα. Όπως δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ ένιωσε τα βλέφαρα του να χαμηλώνουν, έκλεισε για λίγο τα μάτια απολαμβάνοντας την ησυχία, όμως σε λίγο τα πουλιά άρχισαν να εμφανίζονται σα να τον παρακολουθούσαν από κάπου, σα να τον θυμόντουσαν, σα να τον περίμεναν όλα εκείνα τα υπέροχα χρωματιστά πετεινά του ουρανού που κατέβαιναν απ’ όλες τις μεριές να φάνε, με το που τα είδε χάρηκε τόσο πολύ που τα ξέχασε όλα, και τον αδερφό του, και τις κληρονομιές, και τις λαμογιές, και το καταραμένο κτήμα με τις λάσπες του.

Τα πουλιά τσιμπολογούσαν και χόρευαν και χοροπηδούσαν σα να είχαν ανακαλύψει κάποιον θησαυρό απ’ το πουθενά, έβγαλε προσεχτικά το κινητό να τραβήξει μια φωτογραφία, καλά όταν την έδειχνε στο γιό του ο μικρός θα τρελαίνονταν, έψαχνε τις ρυθμίσεις και εστίασε αλλά στην οθόνη μαζί με τα πουλιά διέκρινε να κινείται μέσα από τις φυλλωσιές ένα πράγμα σα γάτα μεγάλη με τρίχωμα παχύ. Στην αρχή τρόμαξε, δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο, υποτίθεται ότι δεν υπάρχουν αγριόγατες στη Ελλάδα αλλά αυτή μπορεί να είχε περάσει τα σύνορα με τις παγωνιές του χειμώνα, μπορεί να είχε έρθει από το βορρά περπατώντας μέρες και νύχτες, με τέτοια γούνα παχιά που να το περάσει κρύο, τα ζώα όπως ξέρεις δεν γνωρίζουν όρια, κινούνται κατά κει που υπάρχει τροφή περιπλανώμενα. Ήταν πολύ όμορφο εκείνο το γκρίζο γατί ρε φίλε, αθόρυβο και γρήγορο, στην οθόνη του κινητού που ήταν εξαιρετικό και το είχε πάρει πρόσφατα ήταν όλα τόσο καθαρά που έμοιαζαν εξωπραγματικά, οι βούλες τα μουστάκια, τα μάτια, έμοιαζε φοβερά με μεγάλη γάτα σπιτικιά, παραμόνευε αρκετή ώρα υπομονετικά και μετά συσπειρώθηκε και τινάχτηκε με απίστευτη χάρη αρπάζοντας ένα πουλάκι απρόσεχτο, μια χαψιά το έκανε ενώ τα υπόλοιπα έσπευσαν να εξαφανιστούν πανικόβλητα.

Περίμενε μερικά λεπτά μέχρι το άγριο γατί να εξαφανιστεί αργά μέσα στο χιονισμένο μονοπάτι και μετά σηκώθηκε, αν είχε τραβήξει καλά τη σκηνή πρέπει να ήταν τρομερή, ανυπομονούσε να γυρίσει στο υποστατικό να τη δει με την ησυχία του.

Εκείνο το βράδυ τον έπιασε πυρετός, καιγόταν ολόκληρος, ο Αλβανός σίγουρα τον είχε κολλήσει, οι καλόγεροι έφεραν πάλι εκείνο τον γιατρό που χορηγούσε αντιβιώσεις και κορτιζόνες σα να ήταν καραμέλες, τον ακροάστηκε στη ράχη και του έγραψε κάτι φάρμακα ανάμεσα τους κι ένα λάδι ευκαλύπτου που τον μπούκωνε και του έκοβε την αναπνοή.

Τις επόμενες μέρες δε μπορούσε να σηκωθεί απ΄ το κρεβάτι του, κάποια στιγμή τον έπιασε παραλήρημα μάλλον από την κορτιζόνη, ένιωθε ότι άλλοτε κατέβαινε με ασανσέρ μέχρι τον πάτο της γης κι άλλοτε ανέβαινε στην επιφάνεια, μια φορά μες την ζαλάδα του νόμιζε ότι είδε κάποιον να ψάχνει τα πράγματα του και να του παίρνει το κινητό αλλά μπορεί να ήταν και όνειρο...

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...