Τετάρτη 20 Μαΐου 2015
Δευτέρα 11 Μαΐου 2015
ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΑΡΧΙΚΕΡΑΣΤΗ
Το εσωτερικό του έμοιαζε με σπήλαιο τόσο αχανές που δε το χωρούσε το μάτι σου, σαν έμπαινες μέσα μια θάλασσα από χαλιά κόκκινα απλώνονταν εμπρός σου, καλιγραφήματα ζωγραφισμένα πάνω στα μάρμαρα, ο τρούλος βρίσκονταν σ ένα ύψος που έφτανε στο θεό κι όπως φωτίζονταν έμοιαζε σαν ήλιος έτοιμος να εκραγεί, στα τοιχώματα παράθυρα σε σχήμα λόγχης, πολυέλαιοι χιλιάδες κρέμονταν, υαλογραφήματα σε χρώμα καστανοκόκκινο και χρυσαφένιο φιλτράριζαν το φως που έμπαινε ορμητικό ξεχειλίζοντας το χώρο...
Όλο τον κόσμο είχε γυρίσει όμως περισσότερη εντύπωση του είχε κάνει εκείνος ο ναός με τους τρούλους και τα χαλιά, από παντού έρχονταν να το επισκεφτούν εκείνο το κτίσμα το μεγαλοπρεπές και το θαυμάσιο, προσκυνητές έπλεναν τα χέρια και τα πόδια τους σε βρύσες, έβρεχαν τα κεφάλια τους, ένα πέλαγος καλυμμένων με τουρμπάνια άσπρα βούιζε, όλοι προσπαθούσαν ν αγγίξουν τον αρχαίο, πέτρινο, υγρό τοίχο σα να περίμεναν να πάρουν ενέργεια μαγική από κει με κάποιον τρόπο, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε μια φρενίτιδα πάθους κι έκστασης, γίνονταν χαλασμός ...
Τρελαίνονταν να βλέπει τέτοια προσκυνήματα , είχε δει κάθε γωνιά του πλανήτη όμως οι τόποι οι ιεροί ήταν οι αγαπημένοι του, όλα τα λεφτά του τα ξόδευε για να τους δει, είχε πάει σε θέατρα αρχαία και κατακόμβες, είχε δει τον ήλιο ν’ ανατέλλει σα φλογισμένος δίσκος δίπλα στις πυραμίδες, είχε περπατήσει σε στοές κλειστοφοβικές όπου κεριά φώτιζαν μονοπάτια υπόγεια , τύμβους που στήθηκαν για πολεμιστές βασιλιάδες είχε επισκεφτεί, τάφους κάτω απ’ το χώμα, σπηλιές που έλεγαν ότι ήταν οι είσοδοι για τον κάτω κόσμο, ναούς ονειρικούς στα βάθη της Ασίας. Στην Αυστραλία είχε δει εκείνους τους βράχους που ξεφυτρώνουν μες την έρημο απ το πουθενά και τους λατρεύουν οι ιθαγενείς αβορίγινες, σχέδια στην άμμο κάπου στην λατινική Αμερική, ναούς σκαρφαλωμένους σε νησάκια απόκρημνα καταμεσής του πελάγους της Ιρλανδίας, εκκλησιές από μπαμπού και κυπαρίσσια στην Ιαπωνία όπου μόνο ο αυτοκράτορας και κάτι άλλοι μυστήριοι μπορούν λέει να μπουν μέσα, στη Λούρδη και στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλλα είχε πάει κι είχε πάθει πλάκα με τον καθεδρικό ναό της Κολωνίας, τι ήταν εκείνο το πράγμα που υψώνονταν μέχρι τον ουρανό!
Στην οθόνη του κινητού σκηνές απ τα ταξίδια του βλέπαμε, μου εξηγούσε για το καθένα, μπύρα λεμονάδας δροσιστική πίναμε καθισμένοι στα ψηλά σκαμπό, δέντρα πρασίνιζαν στο δρόμο φτιάχνοντας ένα πλαίσιο σα κορνίζα, σ ένα ανθοπωλείο δίπλα ορχιδέες άσπρες με καρδιές στο χρώμα του ιωδίου, ένα κοτόπουλο ψημένο στη σχάρα μπροστά μας, σαλάτες ντομάτας, πατάτες τηγανητές…
Ένα διάλειμμα ήθελα κι αυτός ήταν ότι έπρεπε, τα βρίσκαμε, πάντα ανακαλύπταμε ένα μέρος ωραίο να κάτσουμε, πάντα κάτι ωραίο είχε να μου πει απ τα μέρη όπου είχε πάει. Αυτός πλήρωνε τα φαγητά εγώ τα πιοτά, ήξερε από φαγητό, άμα δε του άρεσε κάτι ούτε που καταδέχονταν να τ’ ακουμπήσει, μια φορά είχαμε πάει στο εξοχικό του, μας είχε ψήσει μια ψαρούκλα έξι κιλά, την είχε χτυπήσει στο Θερμαϊκό με το ψαροντούφεκο, ήταν απ τα ψάρια που μεγαλώνουν συνέχεια και γίνονται ξέρω γω πόσα κιλά στο τέλος, είναι λίγο βλαμμένα λέει αυτά τα ψάρια, μπορεί να έρθουν κατά πάνω σου κι απλά πρέπει να κεντράρεις την τρίαινα, να τα χτυπήσεις και μετά να βγεις στην επιφάνεια αφήνοντας λάσκα το καρούλι ώστε να μη σκιστεί το σώμα τους και σου διαλυθούν μες το νερό. Σου μιλάω ήταν τεράστιο εκείνο το ψάρι, το είχε κόψει και το ψησε στην αυλή του, ήταν μάστορας στο ψήσιμο, το πρόσεχε πιο πολύ απ το κρέας που μπορείς να το γυρίζεις όσες φορές θες χωρίς φόβο, το ψάρι δεν είναι το ίδιο, δε πρέπει να σου βγει στεγνό, πρέπει να προσέξεις τη φωτιά, το ύψος της σχάρας, το χρόνο, τα πάντα, το είχε κάνει τέλειο μιλάμε, γλείφαμε τα δάχτυλα μας, μια σαλάτα από μαρούλι που είχε μαζέψει απ το μπαξέ μας έβγαλε, ρε φίλε τι ήταν εκείνο το πράγμα!
Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα κι ο τύπος ήταν ότι έπρεπε, με είχε ενθουσιάσει εκείνος ο ναός που είχε δει, έλεγαν ότι τον είχε φτιάξει ένας χαλίφης που ήταν κάποτε ο αρχικεραστής του παλατιού, πρώτα ήταν η κατοικία του αλλά ύστερα το είχε κάνει τέμενος χτίζοντας περίπτερα, παρεκκλήσια και γέφυρες πάνω από ποτάμια που περνούσαν παραδίπλα, προσθέτοντας χώρους, μπαξέδες κι άλλα κόλπα πολλά, τον είχε δει τον αρχικεραστή σ ένα μουσείο που τους πήγανε, τον έδειχνε σ ένα χειρόγραφο ντυμένο με φορέματα χρυσοποίκιλτα να βάζει κρασί σε κύπελλα συνδαιτυμόνων που ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι πλούσιο και τρώγανε ακούγοντας βιολιτζήδες και μουσικούς …
Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα να ισορροπήσω, να ξελαμπικάρω να ξεχαστεί το μυαλό, εκείνη η δουλειά με είχε σαπίσει, είχε τραβήξει πολύ, δεν το αντέχω όταν δεν τελειώνουν οι δουλειές, μα τι άγχος μ' είχε πιάσει να τα τελειώσω όλα! Σε κάτι υπηρεσίες και τράπεζες έτρεχα, πόρτες κι αμπάρες έκλειναν πίσω μου με πάταγο, στα ταμεία υπάλληλοι ταλαιπωρημένοι, στη Τσιμισκή ένας αστυνομικός μ ένα άρβυλο σκισμένο αφίππευε τη μοτοσυκλέτα του, αμάξια μαρσάριζαν νευρικά πάνω στην άσφαλτο που είχε αρχίσει να καίει, ένας ταξιτζής έβριζε άσχημα μια γυναίκα που μπήκε μπροστά του, όλοι σαλταρισμένοι έμοιαζαν…
Ίσως είναι η περίοδος περίεργη που σ επηρεάζει, μπαίνεις σ άλλη φάση, ξεκινά η σεζόν η καλοκαιρινή, φίλοι ετοιμάζονται να φύγουν για δουλειές στα νησιά, τα πρωινά στη πόλη είναι διαφορετικά πια, στη πλατεία του Λευκού Πύργου κορίτσια με ταγέρ γαλάζια, τακούνια, φουλάρια μπορντό, περιμένουν το λεωφορείο του αεροδρομίου, κάποιος πλένει τους μαρμάρινους πάγκους μ ένα λάστιχο, ένα παιδί σκουπίζει κρύσταλλα και τζαμάκια από ποτήρια σπασμένα. Όπως περνάς απ το Ναυαρίνο ναρκομανείς κείτονται ξαπλωμένοι στο γρασίδι σε στάσεις αφύσικες σα πεθαμένοι, κουτιά από μπύρες, πακέτα από πίτσες, χαρτιά, σκουπίδια, ένας σκύλος τυφλός από το να μάτι. Στα πανεπιστήμια ορκωμοσίες γίνονται, μπουκέτα με τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα, φορέματα, σακάκια, φωτογραφίες, φλας, κόσμος παντού γύρω στα μαγαζιά πίνει χυμούς φυσικούς, καφέδες, σοκολάτες παγωμένες, φοιτητές τρώνε φρουτοσαλάτες με πιρούνια πλαστικά..
Είχα ξυπνήσει με μια αγωνία που σε πιάνει προτού καν σηκωθείς απ το κρεβάτι, νιώθεις ότι σε περιμένει μια μέρα δύσκολη, ένα όνειρο είχα δει, τάχα μου έλεγαν ότι το σπίτι μου δεν ήταν δικό μου, ότι δεν είχα δικαίωμα να μείνω άλλο εκεί πέρα, έπρεπε να φύγω αμέσως όπως ήμουνα, εγώ τους παρακαλούσα, ''Παιδιά λίγο ακόμα, να χρησιμοποιήσω το μπάνιο, να κοιμηθώ μια στιγμή, να ησυχάσω, δε θα καθίσω πολύ, ένα βράδυ μοναχά, μετά φεύγω!’’ εκείνοι μου έλεγαν ότι δεν είχα δικαίωμα, έπρεπε να φύγω επί τόπου, δεν ήξερα που να πάω, πώς να βγάλω τη βραδιά! Κι ένα άλλο όνειρο είχα δει, σε μια δίκη ήμουνα λέει και για κάποιο λόγο καθυστερούσα, όταν ερχόμουν στην αίθουσα η απόφαση είχε βγει χωρίς να μ έχει ρωτήσει κανένας, ένορκοι βαριεστημένοι είχαν βγάλει απόφαση καταδικαστική, προσπαθούσα να καταλάβω, ζητούσα εξηγήσεις, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί μου, η υπόθεση είχε τελειώσει, δεν είχα καμιά ελπίδα…
Χρειαζόμουν ένα διαλειματάκι κι εκεί που ήμασταν ήταν καλά, μια κοπέλα μελαχρινή πήγαινε από τραπέζι σε τραπέζι πουλώντας κάτι, ένα μικρό χάνζαπλαστ είχε κάτω απ το σαγόνι να κλείσει ένα κόψιμο, ο δικός μου έψαχνε φωτογραφίες στο google του κινητού, του άρεσε πολύ, μέρη παράξενα έβρισκε, χωράφια γεμάτα λουλούδια άγρια, μέλισσες που βλέπουν το υπεριώδες χρώμα στα πέταλα τους, καταρράχτες που παγώνουν το χειμώνα φτιάχνοντας έναν τοίχο γαλάζιο από κρύσταλλο, λόφοι της Ινδοκίνας καλυμμένοι από θάμνους τσαγιού με τα στιλπνά φύλλα τους να γυαλίζουν στον ήλιο, το ρήγμα του ατλαντικού όπου λέει ο ωκεανός σχίζεται στη μέση…
Μια ψιχάλα έπιασε, οι δρόμοι υγράνθηκαν, δροσιά απλώθηκε κατά το δειλινό, αμάξια αραδιάζονταν μπροστά στα φανάρια με τα φώτα τους αναμμένα, σταυροί πράσινοι πήραν να ανάβουν στα φαρμακεία απ έξω, μια συζήτηση είχα πιάσει μ ένα ξανθό κορίτσι, θηλυκό πρώτης κλάσης μ’ ογδόντα κιλά αυτοπεποίθηση, την είχα σταμπάρει, τέλεια σ όλα, εμφάνιση, ντύσιμο, άνεση, σιγουριά, μυαλό, βλέμμα κοφτερό σα λεπίδα, άντε να παίξεις μαζί της, θα σε καταπιεί αμάσητο, με κοίταξε μες τα μάτια βαθιά, ένα σκαμπό μου ζήτησε να της δώσω να καθίσει, είχα τόση ένταση που δε μ ένοιαζε καθόλου τι θα μου έλεγε, την είχα τη στιγμή εκείνη, το κατάλαβε!
Φωτογραφίες απ τα ταξίδια του φίλου βλέπαμε, κορίτσια περνούσαν μπροστά μας, παίρναμε μάτι, σώματα ηλιοκαμένα κιόλας μες τα φθαρμένα τζιν κι άλλα που δεν έδειχναν το ίδιο λαμπερά όπως το χειμώνα, το φως που αρχίζει να πέφτει άφθονο τις ξεθωριάζει, το δέρμα τους θέλει λίγο χρόνο να προσαρμοστεί. Σώματα αχλαδόσχημα χαζεύαμε με γοφούς κυρτούς, στήθη γεμάτα, στηθόδεσμους κεντητούς, κάτω απ τα φανελάκια τους κομμάτια δέρματος λευκού διακρίνονταν που έσπευδαν να τα καλύψουν τραβώντας τα ζακετάκια τους, ροζ και κίτρινα παντελονάκια φορούσαν, παπούτσια αθλητικά στο χρώμα της σάρκας του λεμονιού στα πόδια τους, άλλα πάλι φορούσαν χαμηλά παπουτσάκια με φιογκάκια κόκκινα, φουρκέτες, έβαζαν στα μαλλιά να τα κρατήσουν μακριά απ τον αυχένα για να δροσίζονται, όταν έχουν γούστο στο ντύσιμο, στο στυλ, στο μαλλί, στο περπάτημα, στον αέρα που αποπνέουν τότε σε τρελαίνουν ότι ηλικία και να χουνε!
Περνούσαμε καλά, χαζεύαμε το θηλυκό πρώτης κλάσης που έπαιζε με μας και μ άλλους πεντέξι ταυτόχρονα, δε μπορούσα να ησυχάσω, τον διέκοπτα συνέχεια, τον είχα τρελάνει στις ερωτήσεις για κείνη τη μακρινή χώρα με τα πελάγη των προσκυνητών, το ότι δε θ αργούσε να με στείλει στον εξαποδώ δεν υπήρχε περίπτωση και πολύ με ανέχονταν!
Όσο άντεχε η υπομονή του ακόμα μου έλεγε για κείνον το ναό με τα χαλιά και τα παράθυρα σε σχήμα λόγχης, τον είχε ανακαλύψει περπατώντας μέσα από στενά και μαχαλάδες έρημους και βρωμερούς, καλά πολύ χάλι ήταν εκεί πέρα μιλάμε, οδηγούνταν από μια κόγχη του παλατιού που υψώνονταν πάνω απ όλα τ' άλλα κτήρια, σ ένα φανάρι ένας άραβας ξερακιανός με μουστάκι τους είχε σταματήσει, ήθελε το τηλέφωνο τους, φοβήθηκαν, ποιος δαίμονας ήταν εκείνος, είχαν ακούσει ιστορίες για τουρίστες που τους έπιασαν σ’ εκείνες τις χώρες κι έκαναν χρόνια να φύγουν από κει πέρα, ο άραβας τους ακολουθούσε για ώρα πολλή …
Τελικά είχαν φτάσει στο ναό και μπήκαν μέσα, στέκονταν σιωπηλοί στην απέραντη αίθουσα ατενίζοντας γύρω το χώρο, μια ησυχία όλο ‘ένταση επικρατούσε, μοναχά μερικά τριξίματα και ψίθυροι σκορπούσαν στον αέρα σα σκόνη που διαλύεται ανεπαίσθητα, ένα σούσουρο ακούστηκε πίσω τους, το πλήθος σάλεψε όλο μαζί σαν ένα σώμα και στράφηκε προς τα κει να δει τι γίνεται.
Μια τρελή ήταν εκτός ελέγχου, στην αρχή μιλούσε χαμηλόφωνα όμως ύστερα άρχισε να φωνάζει κάτι ακαταλαβίστικα που αντιλαλούσαν εφιαλτικά ανάμεσα στους τρούλους και στις αψίδες και στις κόγχες και στους πολυελαίους, έμοιαζε σα να έριχνε κατάρες ατελείωτες στριγκλίζοντας, ο φίλος πήγε κοντά, αισθάνονταν ότι εκείνος ο χώρος ο υπέροχος βεβηλώνονταν από κάτι κακό, κάτι δαιμονικό, κάτι σατανικό, από κάποιον βελζεβούλη τέλος πάντων, της έπιασε το χέρι όμως αυτή αντέδρασε απίστευτα βίαια, τον χτύπησε στο στήθος με μια δύναμη που δεν την περίμενες από γυναίκα, είχε μετανιώσει που ανακατεύτηκε, η τρελή εξαγριώνονταν όλο και περισσότερο, κανείς δεν ερχόταν να τον βοηθήσει, δε μπορούσε να πιστέψει ότι του συνέβαινε αυτό, όταν από κάπου πετάχτηκαν κάτι νταγλαράδες γιγαντόσωμοι με άσπρα ρούχα σα ρόμπες που πρέπει να παρακολουθούσαν τη σκηνή, άρπαξαν τη δαιμονισμένη σα πούπουλο, την έσυραν άρον άρον σ ένα διάδρομο σκοτεινό, άνοιξαν ένα κρυφό πορτάκι στο τοίχο και χάθηκαν, ησυχία απλώθηκε πάλι στο παλάτι του αρχικεραστή.
Όλο τον κόσμο είχε γυρίσει όμως περισσότερη εντύπωση του είχε κάνει εκείνος ο ναός με τους τρούλους και τα χαλιά, από παντού έρχονταν να το επισκεφτούν εκείνο το κτίσμα το μεγαλοπρεπές και το θαυμάσιο, προσκυνητές έπλεναν τα χέρια και τα πόδια τους σε βρύσες, έβρεχαν τα κεφάλια τους, ένα πέλαγος καλυμμένων με τουρμπάνια άσπρα βούιζε, όλοι προσπαθούσαν ν αγγίξουν τον αρχαίο, πέτρινο, υγρό τοίχο σα να περίμεναν να πάρουν ενέργεια μαγική από κει με κάποιον τρόπο, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε μια φρενίτιδα πάθους κι έκστασης, γίνονταν χαλασμός ...
Τρελαίνονταν να βλέπει τέτοια προσκυνήματα , είχε δει κάθε γωνιά του πλανήτη όμως οι τόποι οι ιεροί ήταν οι αγαπημένοι του, όλα τα λεφτά του τα ξόδευε για να τους δει, είχε πάει σε θέατρα αρχαία και κατακόμβες, είχε δει τον ήλιο ν’ ανατέλλει σα φλογισμένος δίσκος δίπλα στις πυραμίδες, είχε περπατήσει σε στοές κλειστοφοβικές όπου κεριά φώτιζαν μονοπάτια υπόγεια , τύμβους που στήθηκαν για πολεμιστές βασιλιάδες είχε επισκεφτεί, τάφους κάτω απ’ το χώμα, σπηλιές που έλεγαν ότι ήταν οι είσοδοι για τον κάτω κόσμο, ναούς ονειρικούς στα βάθη της Ασίας. Στην Αυστραλία είχε δει εκείνους τους βράχους που ξεφυτρώνουν μες την έρημο απ το πουθενά και τους λατρεύουν οι ιθαγενείς αβορίγινες, σχέδια στην άμμο κάπου στην λατινική Αμερική, ναούς σκαρφαλωμένους σε νησάκια απόκρημνα καταμεσής του πελάγους της Ιρλανδίας, εκκλησιές από μπαμπού και κυπαρίσσια στην Ιαπωνία όπου μόνο ο αυτοκράτορας και κάτι άλλοι μυστήριοι μπορούν λέει να μπουν μέσα, στη Λούρδη και στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλλα είχε πάει κι είχε πάθει πλάκα με τον καθεδρικό ναό της Κολωνίας, τι ήταν εκείνο το πράγμα που υψώνονταν μέχρι τον ουρανό!
Στην οθόνη του κινητού σκηνές απ τα ταξίδια του βλέπαμε, μου εξηγούσε για το καθένα, μπύρα λεμονάδας δροσιστική πίναμε καθισμένοι στα ψηλά σκαμπό, δέντρα πρασίνιζαν στο δρόμο φτιάχνοντας ένα πλαίσιο σα κορνίζα, σ ένα ανθοπωλείο δίπλα ορχιδέες άσπρες με καρδιές στο χρώμα του ιωδίου, ένα κοτόπουλο ψημένο στη σχάρα μπροστά μας, σαλάτες ντομάτας, πατάτες τηγανητές…
Ένα διάλειμμα ήθελα κι αυτός ήταν ότι έπρεπε, τα βρίσκαμε, πάντα ανακαλύπταμε ένα μέρος ωραίο να κάτσουμε, πάντα κάτι ωραίο είχε να μου πει απ τα μέρη όπου είχε πάει. Αυτός πλήρωνε τα φαγητά εγώ τα πιοτά, ήξερε από φαγητό, άμα δε του άρεσε κάτι ούτε που καταδέχονταν να τ’ ακουμπήσει, μια φορά είχαμε πάει στο εξοχικό του, μας είχε ψήσει μια ψαρούκλα έξι κιλά, την είχε χτυπήσει στο Θερμαϊκό με το ψαροντούφεκο, ήταν απ τα ψάρια που μεγαλώνουν συνέχεια και γίνονται ξέρω γω πόσα κιλά στο τέλος, είναι λίγο βλαμμένα λέει αυτά τα ψάρια, μπορεί να έρθουν κατά πάνω σου κι απλά πρέπει να κεντράρεις την τρίαινα, να τα χτυπήσεις και μετά να βγεις στην επιφάνεια αφήνοντας λάσκα το καρούλι ώστε να μη σκιστεί το σώμα τους και σου διαλυθούν μες το νερό. Σου μιλάω ήταν τεράστιο εκείνο το ψάρι, το είχε κόψει και το ψησε στην αυλή του, ήταν μάστορας στο ψήσιμο, το πρόσεχε πιο πολύ απ το κρέας που μπορείς να το γυρίζεις όσες φορές θες χωρίς φόβο, το ψάρι δεν είναι το ίδιο, δε πρέπει να σου βγει στεγνό, πρέπει να προσέξεις τη φωτιά, το ύψος της σχάρας, το χρόνο, τα πάντα, το είχε κάνει τέλειο μιλάμε, γλείφαμε τα δάχτυλα μας, μια σαλάτα από μαρούλι που είχε μαζέψει απ το μπαξέ μας έβγαλε, ρε φίλε τι ήταν εκείνο το πράγμα!
Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα κι ο τύπος ήταν ότι έπρεπε, με είχε ενθουσιάσει εκείνος ο ναός που είχε δει, έλεγαν ότι τον είχε φτιάξει ένας χαλίφης που ήταν κάποτε ο αρχικεραστής του παλατιού, πρώτα ήταν η κατοικία του αλλά ύστερα το είχε κάνει τέμενος χτίζοντας περίπτερα, παρεκκλήσια και γέφυρες πάνω από ποτάμια που περνούσαν παραδίπλα, προσθέτοντας χώρους, μπαξέδες κι άλλα κόλπα πολλά, τον είχε δει τον αρχικεραστή σ ένα μουσείο που τους πήγανε, τον έδειχνε σ ένα χειρόγραφο ντυμένο με φορέματα χρυσοποίκιλτα να βάζει κρασί σε κύπελλα συνδαιτυμόνων που ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι πλούσιο και τρώγανε ακούγοντας βιολιτζήδες και μουσικούς …
Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα να ισορροπήσω, να ξελαμπικάρω να ξεχαστεί το μυαλό, εκείνη η δουλειά με είχε σαπίσει, είχε τραβήξει πολύ, δεν το αντέχω όταν δεν τελειώνουν οι δουλειές, μα τι άγχος μ' είχε πιάσει να τα τελειώσω όλα! Σε κάτι υπηρεσίες και τράπεζες έτρεχα, πόρτες κι αμπάρες έκλειναν πίσω μου με πάταγο, στα ταμεία υπάλληλοι ταλαιπωρημένοι, στη Τσιμισκή ένας αστυνομικός μ ένα άρβυλο σκισμένο αφίππευε τη μοτοσυκλέτα του, αμάξια μαρσάριζαν νευρικά πάνω στην άσφαλτο που είχε αρχίσει να καίει, ένας ταξιτζής έβριζε άσχημα μια γυναίκα που μπήκε μπροστά του, όλοι σαλταρισμένοι έμοιαζαν…
Ίσως είναι η περίοδος περίεργη που σ επηρεάζει, μπαίνεις σ άλλη φάση, ξεκινά η σεζόν η καλοκαιρινή, φίλοι ετοιμάζονται να φύγουν για δουλειές στα νησιά, τα πρωινά στη πόλη είναι διαφορετικά πια, στη πλατεία του Λευκού Πύργου κορίτσια με ταγέρ γαλάζια, τακούνια, φουλάρια μπορντό, περιμένουν το λεωφορείο του αεροδρομίου, κάποιος πλένει τους μαρμάρινους πάγκους μ ένα λάστιχο, ένα παιδί σκουπίζει κρύσταλλα και τζαμάκια από ποτήρια σπασμένα. Όπως περνάς απ το Ναυαρίνο ναρκομανείς κείτονται ξαπλωμένοι στο γρασίδι σε στάσεις αφύσικες σα πεθαμένοι, κουτιά από μπύρες, πακέτα από πίτσες, χαρτιά, σκουπίδια, ένας σκύλος τυφλός από το να μάτι. Στα πανεπιστήμια ορκωμοσίες γίνονται, μπουκέτα με τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα, φορέματα, σακάκια, φωτογραφίες, φλας, κόσμος παντού γύρω στα μαγαζιά πίνει χυμούς φυσικούς, καφέδες, σοκολάτες παγωμένες, φοιτητές τρώνε φρουτοσαλάτες με πιρούνια πλαστικά..
Είχα ξυπνήσει με μια αγωνία που σε πιάνει προτού καν σηκωθείς απ το κρεβάτι, νιώθεις ότι σε περιμένει μια μέρα δύσκολη, ένα όνειρο είχα δει, τάχα μου έλεγαν ότι το σπίτι μου δεν ήταν δικό μου, ότι δεν είχα δικαίωμα να μείνω άλλο εκεί πέρα, έπρεπε να φύγω αμέσως όπως ήμουνα, εγώ τους παρακαλούσα, ''Παιδιά λίγο ακόμα, να χρησιμοποιήσω το μπάνιο, να κοιμηθώ μια στιγμή, να ησυχάσω, δε θα καθίσω πολύ, ένα βράδυ μοναχά, μετά φεύγω!’’ εκείνοι μου έλεγαν ότι δεν είχα δικαίωμα, έπρεπε να φύγω επί τόπου, δεν ήξερα που να πάω, πώς να βγάλω τη βραδιά! Κι ένα άλλο όνειρο είχα δει, σε μια δίκη ήμουνα λέει και για κάποιο λόγο καθυστερούσα, όταν ερχόμουν στην αίθουσα η απόφαση είχε βγει χωρίς να μ έχει ρωτήσει κανένας, ένορκοι βαριεστημένοι είχαν βγάλει απόφαση καταδικαστική, προσπαθούσα να καταλάβω, ζητούσα εξηγήσεις, κανείς δεν ασχολούνταν μαζί μου, η υπόθεση είχε τελειώσει, δεν είχα καμιά ελπίδα…
Χρειαζόμουν ένα διαλειματάκι κι εκεί που ήμασταν ήταν καλά, μια κοπέλα μελαχρινή πήγαινε από τραπέζι σε τραπέζι πουλώντας κάτι, ένα μικρό χάνζαπλαστ είχε κάτω απ το σαγόνι να κλείσει ένα κόψιμο, ο δικός μου έψαχνε φωτογραφίες στο google του κινητού, του άρεσε πολύ, μέρη παράξενα έβρισκε, χωράφια γεμάτα λουλούδια άγρια, μέλισσες που βλέπουν το υπεριώδες χρώμα στα πέταλα τους, καταρράχτες που παγώνουν το χειμώνα φτιάχνοντας έναν τοίχο γαλάζιο από κρύσταλλο, λόφοι της Ινδοκίνας καλυμμένοι από θάμνους τσαγιού με τα στιλπνά φύλλα τους να γυαλίζουν στον ήλιο, το ρήγμα του ατλαντικού όπου λέει ο ωκεανός σχίζεται στη μέση…
Μια ψιχάλα έπιασε, οι δρόμοι υγράνθηκαν, δροσιά απλώθηκε κατά το δειλινό, αμάξια αραδιάζονταν μπροστά στα φανάρια με τα φώτα τους αναμμένα, σταυροί πράσινοι πήραν να ανάβουν στα φαρμακεία απ έξω, μια συζήτηση είχα πιάσει μ ένα ξανθό κορίτσι, θηλυκό πρώτης κλάσης μ’ ογδόντα κιλά αυτοπεποίθηση, την είχα σταμπάρει, τέλεια σ όλα, εμφάνιση, ντύσιμο, άνεση, σιγουριά, μυαλό, βλέμμα κοφτερό σα λεπίδα, άντε να παίξεις μαζί της, θα σε καταπιεί αμάσητο, με κοίταξε μες τα μάτια βαθιά, ένα σκαμπό μου ζήτησε να της δώσω να καθίσει, είχα τόση ένταση που δε μ ένοιαζε καθόλου τι θα μου έλεγε, την είχα τη στιγμή εκείνη, το κατάλαβε!
Φωτογραφίες απ τα ταξίδια του φίλου βλέπαμε, κορίτσια περνούσαν μπροστά μας, παίρναμε μάτι, σώματα ηλιοκαμένα κιόλας μες τα φθαρμένα τζιν κι άλλα που δεν έδειχναν το ίδιο λαμπερά όπως το χειμώνα, το φως που αρχίζει να πέφτει άφθονο τις ξεθωριάζει, το δέρμα τους θέλει λίγο χρόνο να προσαρμοστεί. Σώματα αχλαδόσχημα χαζεύαμε με γοφούς κυρτούς, στήθη γεμάτα, στηθόδεσμους κεντητούς, κάτω απ τα φανελάκια τους κομμάτια δέρματος λευκού διακρίνονταν που έσπευδαν να τα καλύψουν τραβώντας τα ζακετάκια τους, ροζ και κίτρινα παντελονάκια φορούσαν, παπούτσια αθλητικά στο χρώμα της σάρκας του λεμονιού στα πόδια τους, άλλα πάλι φορούσαν χαμηλά παπουτσάκια με φιογκάκια κόκκινα, φουρκέτες, έβαζαν στα μαλλιά να τα κρατήσουν μακριά απ τον αυχένα για να δροσίζονται, όταν έχουν γούστο στο ντύσιμο, στο στυλ, στο μαλλί, στο περπάτημα, στον αέρα που αποπνέουν τότε σε τρελαίνουν ότι ηλικία και να χουνε!
Περνούσαμε καλά, χαζεύαμε το θηλυκό πρώτης κλάσης που έπαιζε με μας και μ άλλους πεντέξι ταυτόχρονα, δε μπορούσα να ησυχάσω, τον διέκοπτα συνέχεια, τον είχα τρελάνει στις ερωτήσεις για κείνη τη μακρινή χώρα με τα πελάγη των προσκυνητών, το ότι δε θ αργούσε να με στείλει στον εξαποδώ δεν υπήρχε περίπτωση και πολύ με ανέχονταν!
Όσο άντεχε η υπομονή του ακόμα μου έλεγε για κείνον το ναό με τα χαλιά και τα παράθυρα σε σχήμα λόγχης, τον είχε ανακαλύψει περπατώντας μέσα από στενά και μαχαλάδες έρημους και βρωμερούς, καλά πολύ χάλι ήταν εκεί πέρα μιλάμε, οδηγούνταν από μια κόγχη του παλατιού που υψώνονταν πάνω απ όλα τ' άλλα κτήρια, σ ένα φανάρι ένας άραβας ξερακιανός με μουστάκι τους είχε σταματήσει, ήθελε το τηλέφωνο τους, φοβήθηκαν, ποιος δαίμονας ήταν εκείνος, είχαν ακούσει ιστορίες για τουρίστες που τους έπιασαν σ’ εκείνες τις χώρες κι έκαναν χρόνια να φύγουν από κει πέρα, ο άραβας τους ακολουθούσε για ώρα πολλή …
Τελικά είχαν φτάσει στο ναό και μπήκαν μέσα, στέκονταν σιωπηλοί στην απέραντη αίθουσα ατενίζοντας γύρω το χώρο, μια ησυχία όλο ‘ένταση επικρατούσε, μοναχά μερικά τριξίματα και ψίθυροι σκορπούσαν στον αέρα σα σκόνη που διαλύεται ανεπαίσθητα, ένα σούσουρο ακούστηκε πίσω τους, το πλήθος σάλεψε όλο μαζί σαν ένα σώμα και στράφηκε προς τα κει να δει τι γίνεται.
Μια τρελή ήταν εκτός ελέγχου, στην αρχή μιλούσε χαμηλόφωνα όμως ύστερα άρχισε να φωνάζει κάτι ακαταλαβίστικα που αντιλαλούσαν εφιαλτικά ανάμεσα στους τρούλους και στις αψίδες και στις κόγχες και στους πολυελαίους, έμοιαζε σα να έριχνε κατάρες ατελείωτες στριγκλίζοντας, ο φίλος πήγε κοντά, αισθάνονταν ότι εκείνος ο χώρος ο υπέροχος βεβηλώνονταν από κάτι κακό, κάτι δαιμονικό, κάτι σατανικό, από κάποιον βελζεβούλη τέλος πάντων, της έπιασε το χέρι όμως αυτή αντέδρασε απίστευτα βίαια, τον χτύπησε στο στήθος με μια δύναμη που δεν την περίμενες από γυναίκα, είχε μετανιώσει που ανακατεύτηκε, η τρελή εξαγριώνονταν όλο και περισσότερο, κανείς δεν ερχόταν να τον βοηθήσει, δε μπορούσε να πιστέψει ότι του συνέβαινε αυτό, όταν από κάπου πετάχτηκαν κάτι νταγλαράδες γιγαντόσωμοι με άσπρα ρούχα σα ρόμπες που πρέπει να παρακολουθούσαν τη σκηνή, άρπαξαν τη δαιμονισμένη σα πούπουλο, την έσυραν άρον άρον σ ένα διάδρομο σκοτεινό, άνοιξαν ένα κρυφό πορτάκι στο τοίχο και χάθηκαν, ησυχία απλώθηκε πάλι στο παλάτι του αρχικεραστή.
Παρασκευή 1 Μαΐου 2015
ΚΟΡΝΤΟΒΑ
La muerte me está mirando
desde las torres de Córdoba.
Federico Garcia Lorca Canchion del jinete
Αυτό είχε
γίνει παλιά, τότε που την ήθελαν και οι δυο, ο ένας την είχε
γνωρίσει πρώτος, μια νύχτα του την είχε πέσει σ ένα μπαρ κάπου στην
Ικτίνου, στο τρίτο όροφο, σου μιλάω για πριν τριάντα χρόνια
αυτά, απ ότι λέγανε η γυναίκα ήταν περίπτωση, όχι πολύ ωραία αλλά μ
ένα ταμπεραμέντο φοβερό, μια γοητεία πανίσχυρη, έκοβε
τα μαλλιά της πολύ κοντά κι έτσι όμως ήταν πολύ όμορφη, σου την έπεφτε
στα ίσια, δε μασούσε, κι έκανε καλό έρωτα, ήταν πρώτη ειδικά
με τους αμύητους πιτσιρικάδες, ήταν η αδυναμία της, τους μάθαινε τα
κόλπα, τους έκανε άντρες, ήταν μια εποχή πιο απελευθερωμένη, λιγότερο πουριτανική, γίνονταν πολύ περισσότερα
τότε, τώρα οι γυναίκες είναι μόνο λόγια κι υπονοούμενα.
Κατόπι τη γνώρισε ο άλλος, έζησε μαζί της, παντρεύτηκαν, έκαναν και δυο κορίτσια, όμως τον πρώτο δεν τον ξέχασε, μόλις χώρισε τον ξαναβρήκε κι έτσι άρχισε ένας μύλος ζήλιας κι αντεκδίκησης καθώς καθένας θεωρούσε ότι του ανήκε, αυτή δεν είχε πρόβλημα...
Εμείς δεν είχαμε ιδέα για όλα αυτά, μετά τα μάθαμε, όταν είδαμε τον έναν να ξεχύνεται για να φάει τον άλλον ζωντανό τρομάξαμε, δε μπορούσαμε να τους κρατήσουμε, μα τόση λύσσα, ειδικά ο ξανθός, αυτός που την είχε γνωρίσει πρώτος, ήταν έξαλλος, έψαχνε αφορμή ν αρπαχτεί, ζητούσε κάτι που θα έθιγε τον ανδρισμό του ώστε να του δώσει δικαίωμα να ξεσπάσει τη μανία του, ήθελε να του πει ο άλλος κάτι ας πούμε για τη μάνα του, οι άντρες πάντα έχουν ένα κόλλημα όσα χρόνια κι αν περάσουν, είτε ζει είτε έχει πεθάνει η μάνα τους είναι κάτι ιερό, μπορούν να σε σκοτώσουν άμα πεις κακιά κουβέντα ότι κι αν έχουν τραβήξει απ αυτήν, είναι ένα ταμπού, ένα πράγμα ανέγγιχτο, κάτι βαθύ πολύ, μια επαφή που δε πεθαίνει ποτέ.
Κατόπι τη γνώρισε ο άλλος, έζησε μαζί της, παντρεύτηκαν, έκαναν και δυο κορίτσια, όμως τον πρώτο δεν τον ξέχασε, μόλις χώρισε τον ξαναβρήκε κι έτσι άρχισε ένας μύλος ζήλιας κι αντεκδίκησης καθώς καθένας θεωρούσε ότι του ανήκε, αυτή δεν είχε πρόβλημα...
Εμείς δεν είχαμε ιδέα για όλα αυτά, μετά τα μάθαμε, όταν είδαμε τον έναν να ξεχύνεται για να φάει τον άλλον ζωντανό τρομάξαμε, δε μπορούσαμε να τους κρατήσουμε, μα τόση λύσσα, ειδικά ο ξανθός, αυτός που την είχε γνωρίσει πρώτος, ήταν έξαλλος, έψαχνε αφορμή ν αρπαχτεί, ζητούσε κάτι που θα έθιγε τον ανδρισμό του ώστε να του δώσει δικαίωμα να ξεσπάσει τη μανία του, ήθελε να του πει ο άλλος κάτι ας πούμε για τη μάνα του, οι άντρες πάντα έχουν ένα κόλλημα όσα χρόνια κι αν περάσουν, είτε ζει είτε έχει πεθάνει η μάνα τους είναι κάτι ιερό, μπορούν να σε σκοτώσουν άμα πεις κακιά κουβέντα ότι κι αν έχουν τραβήξει απ αυτήν, είναι ένα ταμπού, ένα πράγμα ανέγγιχτο, κάτι βαθύ πολύ, μια επαφή που δε πεθαίνει ποτέ.
Στο μαγαζί
όπου γίνονταν το σκηνικό οι τηλεοράσεις έδειχναν μπάσκετ αμερικάνικο, μια
δροσιά έβγαζαν τα κλιματιστικά γουργουρίζοντας, μουσικές καλοκαιρινές έπαιζαν τα ηχεία που έτριζαν, ποτήρια και μπουκάλια στα ράφια, λουλούδια πλαστικά
ανάμεσα στα κρύσταλλα, απ το τζάμι κοιτάζαμε την προβλήτα, βράχοι σωριασμένοι μες τη θάλασσα, ο αέρας έφτιαχνε σχέδια πάνω στα
κύματα. Στα τραπέζια έξω άνθρωποι κυκλωμένοι από
παρτέρια με μαργαρίτες κίτρινες, στο δρόμο
νεραντζιές γεμάτες λευκά λουλουδάκια που έπεφταν
και σκορπούσαν στο τσιμέντο, χιλιάδες φρέσκα φυλλαράκια πετούσαν οι
θάμνοι, κοράκια και μαυροπούλια στο πράσινο χορτάρι της παραλίας, οι λεύκες έριχναν κάτι σα βαμβάκι στο γρασίδι, γλάροι
αραδιασμένοι ψηλά στις κολώνες και στα σύρματα. Όπως πλησίαζε η
Πρωτομαγιά ένιωθες το καλοκαίρι που βρίσκονταν προ των
πυλών, παραλίες κι ομπρέλες σκεφτόσουν, σώματα ηλιοκαμένα, άμμο,
λιοπύρι, σκόνη, αρμύρα, χαλίκια, όστρακα, ένας πανικός σ έπιανε να προλάβεις ν
αφομοιώσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται το φως που ξεχειλίζει στην
ατμόσφαιρα…
Σε μια
διασταύρωση κορίτσια με άσπρα μπλουζάκια μοίραζαν
στους οδηγούς μπύρες δίχως αλκοόλ, αμάξια
πηγαινοέρχονταν, αεροπλάνα διασταύρωναν τις τροχιές τους
ψηλά, γκόμενες με δερμάτινα καφετιά κι άλλες με ώμους γυμνούς
έφτιαχναν το ντεκολτέ τους, το τραβούσαν πάνω, το άνοιγαν, το κλειναν, σε
δουλειά να βρισκόμαστε. Τα νύχια τους βαμμένα μισά πράσινα μισά στο
χρώμα της σάρκας, μας σνομπάριζαν, το παιζαν δύσκολες, όταν ξέσπασε
η φασαρία όλες έφυγαν, σκορπίσανε, οι
άντρες κι αυτοί λούφαξαν, συνέχιζαν να μιλούν λες και δε συνέβαινε
τίποτα ε γύρω πέφτανε κορμιά, ποτήρια, καρέκλες…
Αυτόν που
είχε παντρευτεί εκείνη τη γυναίκα που γούσταρε τους
πιτσιρικάδες τον ήξερα, είμαστε λίγο φίλοι, είχε μια γλύκα ο τρόπος
του κι όταν πέταξε μια φράση που δεν τη θυμάμαι πια μου έκανε μεγάλη
εντύπωση. Τα μάτια του έμοιαζαν με
μπίλιες γυάλινες σ ένα χρώμα ανάμεσα στο γαλανό και στο άσπρο,
μια λάμψη σαν αστραπή του φαίνονταν ότι έβλεπε πάντοτε στη δεξιά μεριά,
οι γιατροί δε μπορούσαν να καταλάβουν από που προέρχονταν, τον έβλεπα πολλές
φορές να κρατά με τον αντίχειρα το μάτι του κλειστό σα να
προσπαθούσε να εμποδίσει την αστραπή να τον
χτυπήσει ''Πως είπαμε τα όνομα σου ;'' τον είχα ρωτήσει
κάποτε ''Είναι η δεύτερη φορά που με ρωτάς και δε μ αρέσει !'' είχε
πει και σκέφτηκα ότι έπρεπε να το συγκρατήσω.
Μου έλεγε για το πως είχαν πάει με την γυναίκα που προκάλεσε τον χαμό στην Κόρντοβα της Ανδαλουσίας να δουν τα τείχη και τους αψηλούς πύργους απ τον καιρό των μαυριτανών. Πήγαν και στον καθεδρικό ναό που τον στήριζαν οχτακόσιες τόσες κολώνες, παντού υπήρχαν αμέτρητες χρωματιστές καμάρες, μαίανδροι κι αραβουργήματα που έφτιαχναν ένα λαβύρινθο χαοτικό από γραμμές και καμπύλες…
Μου έλεγε για το πως είχαν πάει με την γυναίκα που προκάλεσε τον χαμό στην Κόρντοβα της Ανδαλουσίας να δουν τα τείχη και τους αψηλούς πύργους απ τον καιρό των μαυριτανών. Πήγαν και στον καθεδρικό ναό που τον στήριζαν οχτακόσιες τόσες κολώνες, παντού υπήρχαν αμέτρητες χρωματιστές καμάρες, μαίανδροι κι αραβουργήματα που έφτιαχναν ένα λαβύρινθο χαοτικό από γραμμές και καμπύλες…
Εκεί παρά λίγο
να σκοτωθούν, ένα βράδυ σ ένα δρόμο το μηχανάκι
τους έπεσε πάνω σ ένα
αμάξι δίχως φώτα, το είδαν τηΝ τελευταία
στιγμή, έστριψαν απότομα και καρφώθηκαν σ έναν φράχτη, έτρεχαν στα νοσοκομεία όλη νύχτα, αυτή δεν ανέπνεε ούτε για δείγμα, αυτός είχε τρελαθεί,
την είχαν βάλει σ' ένα θάλαμο, έπρεπε να της βγάλουν τα ρούχα που είχαν κολλήσει πάνω
της κι ήταν γεμάτα αίμα, μια νοσοκόμα έκανε νοήματα ότι ο στηθόδεσμος της κοπέλας
ήταν πολύ ακριβός και δεν έπρεπε να τον
σκίσουν, ούτε να τον κόψουν, αυτός ήταν ζαλισμένος, δεν ήξερε τι να κάνει, έβλεπε λαμψεις κι αστρπές απ το δεξί του μάτι συνέχεια, τελικά την είχαν βαλει όπως όπως στην εντατική, γλύτωσε…
Μιλούσε ο τύπος για
τον Χέρμαν Έσσε, τον Ζενέ, τον Μπουκόφσκι, ήξερε αυτόν που έγραψε τον
‘’Τσελεμεντέ του Αναρχικού’’ του άρεσαν όλα τα
κουλτουριάρικα μιας άλλης εποχής που την πρόλαβα κι εγώ στο τελείωμα της , μια φορά
είχε πάει να δει τον Καρπόφ και τον Kασπάροφ σ ένα
τουρνουά στο ''Καψής'' το ξενοδοχείο, είχε γίνει χαμός, είχαν
έρθει από παντού να δουν τους παγκόσμιους πρωταθλητές, σε μια
στιγμή οι δυο σκακιστές είχαν αρπαχτεί για μια κίνηση, σηκώθηκαν όρθιοι,
ήθελαν να τα διαλύσουν όλα, παρενέβη ο διαιτητής, ένας
παλιός παλαιστής Ρώσος γίγαντας που τους είπε κάτι
χαμηλόφωνα κι αυτοί με μιας το βούλωσαν, όλοι έσπαγαν τα κεφάλια τους για το τι στο διάβολο τους είχε πει…
Πρέπει να με πήγαινε, μ είχε καλέσει και στο σπίτι του εκεί ψηλά στα Μετέωρα, καλά είχα πάθει πλάκα, δε το περίμενα τόσο καλό, είχε θέα σ ολόκληρη τη πόλη, απ τη πίσω μεριά έβλεπε στον περιφερειακό, αμάξια έβλεπες να τρέχουν ανάμεσα στα δέντρα, απ την άλλη το λιμάνι με τους γερανούς του, ο Θερμαϊκός ολόκληρος, χάρμα! Δεν είχε παντζούρια μόνο κάτι άσπρες κουρτίνες ατελείωτες, καλά πως καθόταν και τις σιδέρωνε δε μπορούσα να καταλάβω, όλα με τα χέρια του τα είχε φτιάξει, τον πάγκο της κουζίνας με το μαύρο γρανίτη που έλαμπε, τα τραπέζια τα λουστραρισμένα και τ άλλα τα γυάλινα με κάτι χάντρες κάτω απ το τζάμι που έμοιαζαν με πέτρες πολύτιμες, παράθυρα και καναπέδες δρύινες από ξύλο αμερικάνικο, το είχε πεντακάθαρο, άψογο, καλά αυτός ήταν νοικοκύρης, όχι σαν εμάς!
Πρέπει να με πήγαινε, μ είχε καλέσει και στο σπίτι του εκεί ψηλά στα Μετέωρα, καλά είχα πάθει πλάκα, δε το περίμενα τόσο καλό, είχε θέα σ ολόκληρη τη πόλη, απ τη πίσω μεριά έβλεπε στον περιφερειακό, αμάξια έβλεπες να τρέχουν ανάμεσα στα δέντρα, απ την άλλη το λιμάνι με τους γερανούς του, ο Θερμαϊκός ολόκληρος, χάρμα! Δεν είχε παντζούρια μόνο κάτι άσπρες κουρτίνες ατελείωτες, καλά πως καθόταν και τις σιδέρωνε δε μπορούσα να καταλάβω, όλα με τα χέρια του τα είχε φτιάξει, τον πάγκο της κουζίνας με το μαύρο γρανίτη που έλαμπε, τα τραπέζια τα λουστραρισμένα και τ άλλα τα γυάλινα με κάτι χάντρες κάτω απ το τζάμι που έμοιαζαν με πέτρες πολύτιμες, παράθυρα και καναπέδες δρύινες από ξύλο αμερικάνικο, το είχε πεντακάθαρο, άψογο, καλά αυτός ήταν νοικοκύρης, όχι σαν εμάς!
Κάποιο βράδυ είχαμε βγει βόλτα στη πόλη,
φοιτητές αργόσχολοι έπαιζαν χαρτιά στη Ροτόντα, αναρχικοί
μαυροντυμένοι μαζεύονταν για μια πορεία κάτω απ τη Καμάρα ‘’Θα σε πάω να δεις
αυτόν που έγραψε τον τσελεμεντέ του αναρχικού! είπε, στην είσοδο μιας
πολυκατοικίας κάπου στο κέντρο μια πλάκα επίχρυση με τ όνομα
του ''Ήμουν καλός δικηγόρος!'' καυχήθηκε γελώντας. Ήξερε καλά
και τ αρχαία, μια φορά είχε κοντραριστεί μπροστά μας
μ έναν άλλον για τις προθέσεις, ο άλλος είπε έξι ο
δικός μου περίμενε, μετά μου είπε ''Μέτρα και με τα δυο
χέρια!'' αράδιασε δεκαοχτώ ''Και δυο συμπληρωματικές!''
κραύγασε, καλά τα είχαμε δει όλα, χτυπήσαμε τις παλάμες
ψηλά με δύναμη!
Είχαμε
πάει τελευταία και στη πατρίδα του τη Καστοριά, λένε ότι
είναι πιο όμορφα το χειμώνα, όπως έρχεται το καλοκαίρι τόσο περισσότερο
αποζητάς την ανοιχτωσιά της θάλασσας. Στη λίμνη κύκνοι
διασταύρωναν του κυρτούς λαιμούς τους, πάπιες κουβαλούσαν χορταράκια στις
φωλιές τους, πουλιά άγνωστα ξελαρυγγιάζονταν, μα πόσα πτηνά είχαν μαζευτεί εκεί
πέρα, ένας ηλίθιος έκανε τζετ σκι, όργωνε τα νερά τρομάζοντας τους
κύκνους που πετούσαν μακριά, ένα τραγούδι άσχετο ακούγονταν από
κάπου, ‘’Don’t
stop the dance’...
Τη μέρα που
πλακώθηκε με τον ξανθό ήταν νηφάλιος, είχε κέφια, χειρονομούσε, φώναζε, ο
κόσμος γυρνούσε να δει, ένας ζητιάνος μας είχε πρήξει, ερχόταν
κοντά με το καροτσάκι του, σχεδόν είχε ορμήσει στο τραπέζι μας να
πάρει κάτι ψιλά που είχαμε αφήσει, πήγα να του πω τίποτα, αγρίεψε , ‘’Μην
αγγίζεις το καροτσάκι μου!’’ ήταν ο ζωτικός του χώρος που δε μπορούσε να
παραβιαστεί με τίποτα, άμα τους αφήσεις λάσκα αποθρασύνονται, γίνονται
ανεξέλεγκτοι, ασύδοτοι, δε μαζεύονται με τίποτα, ο αναρχικός δικηγόρος
έπιασε τα χερούλια απ το καροτσάκι και το πήγε κάνα χιλιόμετρο μακριά, εμείς γελούσαμε...
Και μετά στο καπάκι εμφανίστηκε απ το πουθενά ο άλλος, ο ξανθός, καθόταν μόνος του ώρα πολύ σ ένα σκαμπό ψηλό, μια μουσική περίεργη άκουγε στο κινητό του που το είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι. Αποδείχτηκε ότι μάζευε οργή όλη αυτή την ώρα, ποιος ξέρει τι περνούσε απ το σκοτεινό μυαλό του, σε μια στιγμή ο δικός μου πέρασε δίπλα του κάνοντας έναν μορφασμό, πρέπει να του πέταξε και κάποια σπόντα, αυτή ήταν η αφορμή που ζητούσε ο ξανθός για να χιμήξει, ήταν γεροδεμένος, δυνατός για την ηλικία του, μαινόμενος, ένα πράγμα κτηνώδες, ένα φεγγάρι είχε κάνει μπράβος σε μαγαζιά νυχτερινά, είχε πιει κιόλας, δε μπορούσαμε να τον σταματήσουμε με τίποτα εκείνον τον όγκο που επιτίθονταν κατά κύματα,υποχωρούσε και ξανά επανέρχονταν πιο βίαιος σα να ζητούσε οπωσδήποτε να εκτονωθεί κι εμείς όλοι ήμασταν ο σάκος του μποξ που έπρεπε να δεχτούμε τη λύσσα του, ήταν μια τρομερή σκηνή, μα τι μίσος απύθμενο είχε, τι μπορούν να σου κάνουν οι γυναίκες ακόμα και μετά από τόσα χρόνια! Ο δικός μου είχε πάρει θέση αμυντική, εντάξει πέταξε μερικές ειρωνείες καλυμμένος πίσω από σώματα, είπε και μερικά γαλλικά, με τα χίλια ζόρια τον διώξαμε τον άλλον τον πρώην μπράβο, είχαμε χαλαστεί εντελώς, η βεντέτα θα συνεχίζονταν σίγουρα…
Και μετά στο καπάκι εμφανίστηκε απ το πουθενά ο άλλος, ο ξανθός, καθόταν μόνος του ώρα πολύ σ ένα σκαμπό ψηλό, μια μουσική περίεργη άκουγε στο κινητό του που το είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι. Αποδείχτηκε ότι μάζευε οργή όλη αυτή την ώρα, ποιος ξέρει τι περνούσε απ το σκοτεινό μυαλό του, σε μια στιγμή ο δικός μου πέρασε δίπλα του κάνοντας έναν μορφασμό, πρέπει να του πέταξε και κάποια σπόντα, αυτή ήταν η αφορμή που ζητούσε ο ξανθός για να χιμήξει, ήταν γεροδεμένος, δυνατός για την ηλικία του, μαινόμενος, ένα πράγμα κτηνώδες, ένα φεγγάρι είχε κάνει μπράβος σε μαγαζιά νυχτερινά, είχε πιει κιόλας, δε μπορούσαμε να τον σταματήσουμε με τίποτα εκείνον τον όγκο που επιτίθονταν κατά κύματα,υποχωρούσε και ξανά επανέρχονταν πιο βίαιος σα να ζητούσε οπωσδήποτε να εκτονωθεί κι εμείς όλοι ήμασταν ο σάκος του μποξ που έπρεπε να δεχτούμε τη λύσσα του, ήταν μια τρομερή σκηνή, μα τι μίσος απύθμενο είχε, τι μπορούν να σου κάνουν οι γυναίκες ακόμα και μετά από τόσα χρόνια! Ο δικός μου είχε πάρει θέση αμυντική, εντάξει πέταξε μερικές ειρωνείες καλυμμένος πίσω από σώματα, είπε και μερικά γαλλικά, με τα χίλια ζόρια τον διώξαμε τον άλλον τον πρώην μπράβο, είχαμε χαλαστεί εντελώς, η βεντέτα θα συνεχίζονταν σίγουρα…
Η σκηνή μας
είχε αγριέψει, όλα διαφορετικά έμοιαζαν τώρα, , η πόλη γύρω έδειχνε ένα άλλο
πρόσωπο, άνθρωποι παγιδευμένοι στη μέση των λεωφόρων προσπαθούσαν να διασχίσουν
το οδόστρωμα, αμάξια περνούσαν σα σφαίρες μπροστά και
πίσω τους, συνθήματα μαύρα και κόκκινα στους τοίχους και στ’ άσπρα αγάλματα.
Στα ίντερνετ καφέ γέροι βδελυροί χαλβάδιαζαν κοριτσάκια που είχαν βγάλει
τα στήθια τους στις θάλασσες και τις ακτές, φοιτητές ξημεροβραδιάζονταν
παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια, κοπέλες με μαλλιά μαύρα και
μπλούζες κόκκινες κρατούσαν πακέτα με περιτυλίγματα που έδειχναν
κουφέτα, ακουστικά και εισιτήρια στις τσέπες τους, αλυσιδίτσες λεπτές
τυλιγμένες στους καρπούς τους, μια γυναίκα σε μια αφίσα
θύμιζε κάποια που έψαχνα, στα καταστήματα με τα ζωάκια παπαγάλοι με
χρώματα χτυπητά κλεισμένοι σε κλουβιά τεράστια, στα αστικά
γυναίκες, νέες και πιο μεγάλες, εύκολες, δύσκολες, αδιάφορης,
δάχτυλα και χέρια πάνω στις χειρολαβές, γόβες, γοβάκια, μπότες, αθλητικά,
γυαλιά που καθρεφτίζουν, φώτα, φανάρια, μαγαζιά κλειστά, στόρια κατεβασμένα,
μάτια, βλέμματα, δυο κοπέλες με γυαλιά τεράστια
θύμιζαν έντομα αλλόκοτα, κάτι άλλες με μορφές επιμήκεις έφερναν προς
ερπετά της Αυστραλιανής ερήμου, ''Καλά τι του είπες και τα πήρε;'' τον ρωτησα, αυτός κρατούσε το δεξί του ματι σφιχτά...
Πέμπτη 23 Απριλίου 2015
ΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
‘’Δε θες να ξέρεις τι είναι αυτό!’’ μου είπε ο ασφαλίτης μ ένα ύφος περίεργο όπως έβγαζε απ' το πορτοφόλι ένα χαρτί πράσινο.
Καλά τρελάθηκα, δεν έπρεπε να μου το πει, ένα εκατομμύριο πράγματα βάζεις με το μυαλό σου όταν σου λένε κάτι τέτοιο, τι μπορεί να ήταν αυτή η γυναίκα της οποίας το πορτοφόλι είχα βρει, τι στο διάβολο έκανε, μπορεί να ήταν κάνας τρομοκράτης, κανένας εγκληματίας, κανένας πράκτορας, καμιά διάσημη, κάτι τρελό, κάτι κουφό, ξέρω γω ρε φίλε, δεν έπρεπε να μου το πει ο αστυνόμος, μα τι ηλίθιος που ήμουνα, ήθελα να ορμήσω και να πάρω εκείνο το πράσινο χαρτί το καταραμένο να μου φύγει η περιέργεια, γιατί δεν είχα ψάξει, καλά αν ξαναβρώ πορτοφολάκι θα το κάνω φύλλο και φτερό, θα μου πεις είναι προσωπικά πραγματα, δεν έχεις δικαίωμα, οκ φίλε μου όμως εγώ θα το αδειάσω και θα ψάξω ότι έχει και δεν έχει, δεν υπάρχει περίπτωση!
Ο Μιχάλης το είχε βρει για να πούμε την αλήθεια και το ανέμιζε στο μαγαζί που ήμασταν, το έφερε στο τραπέζι μας, δε φαίνονταν τίποτα σπουδαίο, κάτι στρασάκια σα καρφιά είχε μπηγμένα πάνω του, ‘’Άνοιξε το!’’ μου είπε, δεν είχα πρόβλημα, ίσα - ίσα, με τον Στάθη αρχίσαμε να το ψάχνουμε, κάρτες πιστωτικές, ταυτότητα, δίπλωμα, κάτι λεφτά, ένα βιβλιάριο τραπέζης, ένα σωρό άλλα χαρτιά ξεχείλιζαν τις θήκες, μα τι κουβαλούν αυτές οι γυναίκες μαζί τους, ‘’Θα το πας στο τμήμα!’’ μου είπε ο Μιχάλης ‘’ Ζήτα χαρτί ότι το παρέδωσες!’’
Μπροστά στο τμήμα αστυνομικοί με καφέδες στο χέρι, ρώτησαν τι θέλω, ‘’Μπράβο φιλαράκι!’’ είπαν, κάτι σκάλες βρώμικες, τοίχοι γδαρμένοι, καρέκλες διαλυμένες, τουαλέτες μη πω τίποτα τώρα, σκεφτόμουν ότι πρέπει να είσαι λίγο μαζοχιστής για να δουλεύεις σ ένα τέτοιο χαμερπές μέρος κι έπειτα όλοι να σε βρίζουν, οι πιτσιρικάδες να σου πετούν μπουκάλια και πέτρες, οι χούλιγκαν να θέλουν να σου πιουν το αίμα, όλοι να θέλουν να ξεσπάσουν την οργή και τα εσώψυχα απωθημένα τους πάνω σου. Σε μια αίθουσα ένας αστυνομικός με γενειάδα μακριά σημείωνε κάτι χαρτιά, μου είπε να περιμένω, μια καταγγελία αυτόφωρη διεξάγονταν, μια ξανθιά πολύ όμορφη ήταν εκεί μέσα, κάτι έλεγε, ποιος ξέρει ποιον είχε να καταγγείλει, ‘’ Πέρνα μέσα!’ ’ μου φώναξαν, μπήκα, μια κάμαρα παλιά, ένα παράθυρο, σε μια γωνιά ένα βουνό από πορτοφόλια και τσάντες ‘’ Μας τις φέρνουν απ το δήμο…’’ είπε ο αστυνομικός ‘’ …για να δούμε τι έχει το πορτοφόλι σου !’’ έβγαλε προσεχτικά ένα ένα όλα τα χαρτιά, σημείωνε ότι έβρισκε, έβαλε κάπου χωριστά το πράσινο χαρτί που είχε ψαρέψει, ''Μετά από ένα χρόνο αν δεν τα ζητήσουν τα λεφτά είναι δικά σου, έλα να υπογράψεις !’’ έσκισε ένα χαρτί απ το μπλοκάκι του, μου το δωσε, ήθελα να τον ρωτήσω χιλιάδες πράγματα αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλω τίποτα, χαιρέτησα κι έφυγα...
Στο μαγαζί όλοι είχαν σκάσει από περιέργεια, είχαν φαγωθεί να μάθουν τι έγινε, τους είπα, τους έδειξα και το χαρτί που μου δώσανε, ο Μιχάλης έλεγε ότι δεν έπρεπε να το παραδώσουμε, εγώ σκεφτόμουν πως αν ήταν καμιά ωραία αυτή που το είχε χάσει θα ήταν καλή φάση να συναντιόμαστε, θα μ ευχαριστούσε, θα με κερνούσε, θα γνωριζόμασταν, απ τη φωτογραφία της ταυτότητας δε μπορούσες να καταλάβεις και πολλά, ο αστυνομικός με τη γενειάδα είχε πει κάτι του στυλ ‘’Μα πως είναι έτσι!’’
Ολόκληρη η βδομάδα εκείνη ήταν μες το άγχος, τα παιδιά στα ιδιαίτερα μ είχαν σακατέψει, το μυαλό κόσκινο, το πρωί στο δρόμο έβγαινα ζαλισμένος, γυναίκες πήγαιναν βόλτα σκύλους γεμάτους κηλίδες μαύρες, ζητιάνοι άνοιγαν κάδους ψάχνοντας στο εσωτερικό τους, άνθρωποι έτρεχαν εκτελώντας τη γυμναστική τους, σχολικά γεμάτα παιδιά μισοκοιμισμένα περνούσαν, μανάδες τα χαιρετούσαν σταυρώνοντας ανεπαίσθητα τον αέρα, πωλήτριες βαρεμένες έσερναν στις βιτρίνες των ανθοπωλείων ορτανσίες, γλαδιόλες, αζαλέες, μπουκέτα από τριαντάφυλλα σε χρώμα βελούδινο, μήλα κι αχλάδια ξεφόρτωναν στα φρουτάδικα, στα μαγαζιά με τους καφέδες πορτοκάλια κομμένα στη μέση έδειχναν τους ζουμερούς χυμούς τους, μια πολυκατοικία πνιγμένη στο φως κατά το Χορτιάτη, ένα βουνό μακριά στο θολό βάθος ανάμεσα στο φαράγγι των πολυκατοικιών της Μοναστηρίου...
Ο καιρός αρχίζει να ζεσταίνει κι ο Άγγελος ετοιμάζει τα διαμερίσματα που νοικιάζει στα Νέα Φλογητά, μια χαλαρότητα παντού προτού πιάσουν οι ζέστες που σε στρεσάρουν, οι μισοί φορούν καλοκαιρινά οι άλλοι χειμωνιάτικα, στα σούπερ μάρκετ αρχίζεις ν' αναζητάς τη δροσιά που βγάζουν τα κλιματιστικά και τα ψυγεία.
Στο κέντρο μια λιακάδα είχε το Σάββατο στα μεγάλα καταστήματα αμάξια με λαμαρίνες αστραφτερές κλήρωναν, κορίτσια με πόδια ατελείωτα μοίραζαν κουπόνια, διαμαντάκια αστραφτερά καρφωμένα στο σώμα τους, στα πλακάκια είχαν βγάλει καθίσματα, ντελιβεράδες τρελαμένοι οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, περνούσαν μπροστά μας γεμίζοντας εξατμίσεις τον τόπο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να φυλαχτούμε, μια φωνή ακούστηκε κι όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια ''Μήπως βρήκατε κανένα πορτοφόλι;’’ Το είχαμε ξεχάσει εντελώς.
Μια κοπέλα με αραιά μαλλιά ήρθε κοντά, ''Ποιος το πήγε στην αστυνομία;'' εμένα δείξανε, η κοπέλα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το έτεινε προς το μέρος μου ‘’Είναι πάρα πολλά!’’ είπα οπότε πετάχτηκε ο Μιχάλης που το είχε βρει ''Σκάσε και πάρτο !'' το πήρα, μετά όμως ο Μιχαλάκης άλλαξε γνώμη, '' Δώστο πίσω στο κορίτσι, κοπελιά δεν είναι σωστό !''και δεν είχα προλάβει να χαρώ ρε φίλε, είχα μείνει με την όρεξη, τελικά μου δώσανε κάτι ψιλά, η κοπέλα ήταν όλο ευγνωμοσύνη...
Κάθισε μαζί μας, κέρασε ποτά, σαν κλασικά αρσενικά όλοι την έκοβαν από πάνω μέχρι κάτω να δουν αν αξίζει, με το που την είδα και την άκουσα να μιλά ήξερα ότι μ ενδιαφέρει.
Κάθε φορά που αφήνεις κάποια πίσω φοβάσαι, λες: ‘’Πως θα τη ξεπεράσω και τούτη; '', τη βλέπεις τυχαία και σε πιάνει ένας φόβος ότι θα σε ξεφωνίσει εκεί στη μέση του δρόμου, θα σε καταδικάσει αμείλικτα για κάτι απεχθές που έκανες σα να είσαι το πιο μοχθηρό άτομο που υπήρξε ποτέ, κι όταν εμφανίζεται μια καινούρια τρελαίνεσαι γιατί έχεις την ευκαιρία ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή. Είναι φορές που νιώθεις ότι σε παίρνει να προχωρήσεις, χρειάζεσαι την ενέργεια τους, το ρεύμα τους, όταν σε τραβά το σώμα τους είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο, πιο ωραίο, άλλα και πιο επικίνδυνο, όταν σε τραβά το μυαλό τους είναι πιο περίπλοκο, πιο εγκεφαλικό, δε ξέρεις κάθε φορά πως θα λειτουργήσει, από που θα πιαστείς, πως θα εξελιχτεί, πρέπει να τις διαβάσεις σωστά, είναι πολύ μπερδεμένο, αυτές το καταλαβαίνουν καλύτερα, σου παίρνει πολύ καιρό να το μάθεις, αν το μαθαίνεις ποτέ . Έπρεπε να τη γνωρίσω οπωσδήποτε, ήταν κι η περιέργεια που με εξιτάριζε εξαιτίας του χαρτιού που είχε βρει ο μπάτσος ...
Δεν ήταν δύσκολη , μιλήσαμε δε ξέρω κι εγώ πόση ώρα αλλά ήθελα κι άλλο, είναι περιπτώσεις που δε βαριέσαι, νιώθεις ότι θα μπορούσε να συνεχίσει αυτό για ώρες, ένας φίλος πέρασε να με δει, έφυγε, σε μια φάση της πέταξα κάτι που δεν έπρεπε, ότι δεν ήταν και πολύ όμορφη, κάτι τέτοιο, δε θυμάμαι, καλά οι φίλες μου θα με σκοτώσουν, μου χουν πει εκατό φορές να τα προσέχω αυτά, ‘’Δε χρειάζεται να λες σε καθεμιά που συναντάς ''Είσαι κοντή, είσαι χοντρή, είσαι λίγο όμορφη, είσαι λίγο χάλια!'' -Χρύσα συγγνώμη!- τέλος πάντων, με ρώτησε γιατί χώρισα απ την άλλη σχέση μου, ''Δε μπορεί, κάτι λάθος θα έκανες !'' τα γνωστά…
''Ποιος είναι ο αγαπημένος σου τραγουδιστής, ο αγαπημένος σου συγγραφέας, ο αγαπημένος σου ηθοποιός, το αγαπημένο σου γλυκό ;'' ρώτησα, της έβαλα ένα τραγούδι ν ακούσει στο κινητό, δε τρελάθηκε, μου έβαλε ένα δικό της, ένα λαϊκό ενός πιτσιρικά, τη ρώτησα γιατί της αρέσει, μου εξήγησε, ''Φαίνεται ότι είσαι δάσκαλος αφού ζητάς να σου πω το νόημα!'' Μιλούσε καλά, σκέφτονταν λίγο πριν πει κάτι κι ήταν υπέροχο όταν είπε ‘’Φαίνεται ότι έχεις βρει αυτό που ψάχνεις, το βλέπεις στο πρόσωπο σου που λάμπει ολόκληρο σαν μιλάς γι αυτό!’’ Κανείς δε μου το είχε ξαναπεί ρε φίλε, πάντα οι γυναίκες θα σε αποκαλύψουν, πάντα οι γυναίκες ότι και να λέμε, όταν στροφάρουν και βγάζουν αύρα θετική είναι υπέροχες, όνειρο, όταν δεν είναι κομπλεξικές και βλαμμένες που θέλουν να βγάλουν τα σπασμένα τους πάνω σου, τότε έχουν μια ηρεμία, μια καλοσύνη που αντανακλάται στο πρόσωπο τους, είναι οι άνθρωποι μου!
Μου λεγε για τ ανίψια της που λάτρευε ‘’Δεν έχω απωθημένα που δεν έκανα παιδιά, έχω μεγαλώσει τ ανίψια μου!'', δεν της άρεσαν τα γλυκά απ το Χατζή, προτιμούσε τον Αγαπητό κι ένα άλλο ζαχαροπλαστείο που έφτιαχνε κάτι τρίγωνα καταπληκτικά’’ …μ ένα φύλλο έξοχο, μια κρέμα θεϊκή!'' ένα όνομα σπάνιο είχε που δεν το ξεχνάς εύκολα, δεν της άρεσε, της είπα ότι δε μπορώ τις γυναίκες που μόλις καταλάβουν ότι είσαι ερωτευμένος μαζί τους θα το χρησιμοποιήσουν και θα δείξουν ποιες πραγματικά είναι κι αυτή μου είπε ότι το ίδιο ακριβώς κάνουν τ αρσενικά, την ενδιέφερε πιο πολύ ο κατάλληλος άντρας παρά το παιδί, ‘’Μια γυναίκα δε μπορεί δίχως σύντροφο, εσείς είστε πιο σκυλιά, πιο γαϊδούρια, αντέχετε και μοναχοί σας!’’ αυτό κι αν το καταλάβαινα, ''Ξέρεις, γράφω κάτι ψιλά'' της είπα, της έδωσα ένα βιβλίο μου, συνήθως πιάνει, μια αφιέρωση ζήτησε, διόρθωσε την ορθογραφία, ''Ο πατέρας μου μας έβαζε τιμωρία όποτε γράφαμε λάθος μια λέξη κι από τότε μου έμεινε!'' είπε, καλά ποτέ δεν έμαθα τους κανόνες, μα τι στούρνος, συνέχεια τη πατάω με τις αφιερώσεις !
Ήταν παντρεμένη χρόνια, είχε χωρίσει, ''Μπορεί να έχω απωθημένα επειδή μόλις με χώρισε έκανε παιδιά αμέσως, το χω ξεπεράσει πάντως, μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους αυθόρμητα, τυχαία, να πέφτω πάνω σε κάποιον στο απρόοπτο, να μη προγραμματίζω, όπως όταν πάω στα μαγαζιά και ψωνίζω κάτι επειδή μ αρέσει εκείνη τη στιγμή, πάρε για παράδειγμα τη φάση με το πορτοφόλι, αν δεν το χανα δεν θα γνωριζόμασταν!'' Εγώ πάλι είμαι το αντίθετο, δε μπορώ δίχως μια κανονικότητα, μια συνέπεια, πως μπορείς να φτιάξεις, να χτίσεις δίχως μια σταθερότητα, μια επικοινωνία κανονισμένη, να έχεις κάτι να περιμένεις ρε αδερφέ, να μη ψάχνεσαι στο κενό και στο πουθενά!
Το μέρος ήταν στενό, όπως έμπαινε κόσμος συνέχεια όλο και πιο βαθιά τραβιόμασταν, είχε έρθει πολύ κοντά, κοίταζε το πουκάμισο, το λαιμό μου,έτσι κάνουν οι γυναίκες ''Μ αρέσει που σ έχω στριμώξει εδώ πέρα!'' είπε, τελικά ήταν έμπειρη, το υποψιαζόμουν, δεν είχα θέμα, όταν γίνονται επιθετικές προσαρμόζεσαι ενστικτωδώς καθώς ετοιμάζεσαι να αισθανθείς ξανά αυτό το πράγμα που απλώνεται μέσα σου και σε ζεσταίνει όπως οι ακτίνες του ήλιου τις μέρες του χειμώνα, βγήκαμε βόλτα στα μαγαζιά, βιβλία και δίσκους κοιτάζαμε, κόσμος περνούσε πλάι μας μπροστά από οθόνες που έδειχναν λουλούδια εξωτικά, γαλάζια και κόκκινα, αετοί κατέβαιναν γκρεμούς, προσγειώνονταν διπλώνοντας μεγαλόπρεπα τις φτερούγες τους, κωπηλάτες τσαλαβουτούσαν ανάμεσα σε λασπόνερα αφρισμένα διασχίζοντας φαράγγια με βράχια κοφτερά, ελικόπτερα άφηναν σκιέρ σε κορυφές για να καταποντιστούν στις αβυσσαλέες κατηφόρες και να κυλήσουν πάνω σ εκτάσεις σκεπασμένες από χιόνι παρθένο, απάτητο, ακροβάτες και χορευτές σκαρφάλωναν ψηλά στους ουρανοξύστες του Σύδνεϋ και της Φρανκφούρτης...
Είχε κάτι που με είλκυε, μια γλύκα στο πρόσωπο, ένα σημάδι σα πληγή μικρή ψηλά στο στήθος, μερικά σώματα εκπέμπουν μια ζεστασιά, αναδύουν έναν μαγνητισμό άσχετα από το αν είναι όμορφα ή άσχημα, λειτουργούν σε μια συχνότητα που συγχρονίζεται αδιόρατα με τη δικιά σου, πρέπει να είναι αυτό που λένε χημεία, δεν θα είχε περάσει πολύ ώρα από τότε που ξύπνησε, είχε εκείνη τη θολούρα των γυναικών προτού πιουν καφέ όταν είναι ακόμα σ ελαφρύ λήθαργο, φρέσκες, ευάλωτες, προτού τις σκληρύνει η μέρα, αισθάνεσαι ότι μπορείς να τις κάνεις ότι θες, δε θα σου αντισταθούν, μπορείς να τις αγκαλιάσεις, να τις χαϊδέψεις, να τις φιλήσεις, τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου, έπιασε το χέρι μου, ένιωσα σα δροσοσταλίδα που κυλά στο εσωτερικό ενός λουλουδιού τεράστιου κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι και χάνεται μέσα στον κάλυκα βλέποντας φύλλα βαθυπράσινα και πέταλα που αλλάζουν χρώματα, από κόκκινα γίνονται μαβιά, πορτοκαλιά, ύστερα μπλε, ύστερα κάτι άλλα περίεργα, ύστερα πάλι κόκκινα…
Δεν την ξαναείδα.
Καλά τρελάθηκα, δεν έπρεπε να μου το πει, ένα εκατομμύριο πράγματα βάζεις με το μυαλό σου όταν σου λένε κάτι τέτοιο, τι μπορεί να ήταν αυτή η γυναίκα της οποίας το πορτοφόλι είχα βρει, τι στο διάβολο έκανε, μπορεί να ήταν κάνας τρομοκράτης, κανένας εγκληματίας, κανένας πράκτορας, καμιά διάσημη, κάτι τρελό, κάτι κουφό, ξέρω γω ρε φίλε, δεν έπρεπε να μου το πει ο αστυνόμος, μα τι ηλίθιος που ήμουνα, ήθελα να ορμήσω και να πάρω εκείνο το πράσινο χαρτί το καταραμένο να μου φύγει η περιέργεια, γιατί δεν είχα ψάξει, καλά αν ξαναβρώ πορτοφολάκι θα το κάνω φύλλο και φτερό, θα μου πεις είναι προσωπικά πραγματα, δεν έχεις δικαίωμα, οκ φίλε μου όμως εγώ θα το αδειάσω και θα ψάξω ότι έχει και δεν έχει, δεν υπάρχει περίπτωση!
Ο Μιχάλης το είχε βρει για να πούμε την αλήθεια και το ανέμιζε στο μαγαζί που ήμασταν, το έφερε στο τραπέζι μας, δε φαίνονταν τίποτα σπουδαίο, κάτι στρασάκια σα καρφιά είχε μπηγμένα πάνω του, ‘’Άνοιξε το!’’ μου είπε, δεν είχα πρόβλημα, ίσα - ίσα, με τον Στάθη αρχίσαμε να το ψάχνουμε, κάρτες πιστωτικές, ταυτότητα, δίπλωμα, κάτι λεφτά, ένα βιβλιάριο τραπέζης, ένα σωρό άλλα χαρτιά ξεχείλιζαν τις θήκες, μα τι κουβαλούν αυτές οι γυναίκες μαζί τους, ‘’Θα το πας στο τμήμα!’’ μου είπε ο Μιχάλης ‘’ Ζήτα χαρτί ότι το παρέδωσες!’’
Μπροστά στο τμήμα αστυνομικοί με καφέδες στο χέρι, ρώτησαν τι θέλω, ‘’Μπράβο φιλαράκι!’’ είπαν, κάτι σκάλες βρώμικες, τοίχοι γδαρμένοι, καρέκλες διαλυμένες, τουαλέτες μη πω τίποτα τώρα, σκεφτόμουν ότι πρέπει να είσαι λίγο μαζοχιστής για να δουλεύεις σ ένα τέτοιο χαμερπές μέρος κι έπειτα όλοι να σε βρίζουν, οι πιτσιρικάδες να σου πετούν μπουκάλια και πέτρες, οι χούλιγκαν να θέλουν να σου πιουν το αίμα, όλοι να θέλουν να ξεσπάσουν την οργή και τα εσώψυχα απωθημένα τους πάνω σου. Σε μια αίθουσα ένας αστυνομικός με γενειάδα μακριά σημείωνε κάτι χαρτιά, μου είπε να περιμένω, μια καταγγελία αυτόφωρη διεξάγονταν, μια ξανθιά πολύ όμορφη ήταν εκεί μέσα, κάτι έλεγε, ποιος ξέρει ποιον είχε να καταγγείλει, ‘’ Πέρνα μέσα!’ ’ μου φώναξαν, μπήκα, μια κάμαρα παλιά, ένα παράθυρο, σε μια γωνιά ένα βουνό από πορτοφόλια και τσάντες ‘’ Μας τις φέρνουν απ το δήμο…’’ είπε ο αστυνομικός ‘’ …για να δούμε τι έχει το πορτοφόλι σου !’’ έβγαλε προσεχτικά ένα ένα όλα τα χαρτιά, σημείωνε ότι έβρισκε, έβαλε κάπου χωριστά το πράσινο χαρτί που είχε ψαρέψει, ''Μετά από ένα χρόνο αν δεν τα ζητήσουν τα λεφτά είναι δικά σου, έλα να υπογράψεις !’’ έσκισε ένα χαρτί απ το μπλοκάκι του, μου το δωσε, ήθελα να τον ρωτήσω χιλιάδες πράγματα αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλω τίποτα, χαιρέτησα κι έφυγα...
Στο μαγαζί όλοι είχαν σκάσει από περιέργεια, είχαν φαγωθεί να μάθουν τι έγινε, τους είπα, τους έδειξα και το χαρτί που μου δώσανε, ο Μιχάλης έλεγε ότι δεν έπρεπε να το παραδώσουμε, εγώ σκεφτόμουν πως αν ήταν καμιά ωραία αυτή που το είχε χάσει θα ήταν καλή φάση να συναντιόμαστε, θα μ ευχαριστούσε, θα με κερνούσε, θα γνωριζόμασταν, απ τη φωτογραφία της ταυτότητας δε μπορούσες να καταλάβεις και πολλά, ο αστυνομικός με τη γενειάδα είχε πει κάτι του στυλ ‘’Μα πως είναι έτσι!’’
Ολόκληρη η βδομάδα εκείνη ήταν μες το άγχος, τα παιδιά στα ιδιαίτερα μ είχαν σακατέψει, το μυαλό κόσκινο, το πρωί στο δρόμο έβγαινα ζαλισμένος, γυναίκες πήγαιναν βόλτα σκύλους γεμάτους κηλίδες μαύρες, ζητιάνοι άνοιγαν κάδους ψάχνοντας στο εσωτερικό τους, άνθρωποι έτρεχαν εκτελώντας τη γυμναστική τους, σχολικά γεμάτα παιδιά μισοκοιμισμένα περνούσαν, μανάδες τα χαιρετούσαν σταυρώνοντας ανεπαίσθητα τον αέρα, πωλήτριες βαρεμένες έσερναν στις βιτρίνες των ανθοπωλείων ορτανσίες, γλαδιόλες, αζαλέες, μπουκέτα από τριαντάφυλλα σε χρώμα βελούδινο, μήλα κι αχλάδια ξεφόρτωναν στα φρουτάδικα, στα μαγαζιά με τους καφέδες πορτοκάλια κομμένα στη μέση έδειχναν τους ζουμερούς χυμούς τους, μια πολυκατοικία πνιγμένη στο φως κατά το Χορτιάτη, ένα βουνό μακριά στο θολό βάθος ανάμεσα στο φαράγγι των πολυκατοικιών της Μοναστηρίου...
Ο καιρός αρχίζει να ζεσταίνει κι ο Άγγελος ετοιμάζει τα διαμερίσματα που νοικιάζει στα Νέα Φλογητά, μια χαλαρότητα παντού προτού πιάσουν οι ζέστες που σε στρεσάρουν, οι μισοί φορούν καλοκαιρινά οι άλλοι χειμωνιάτικα, στα σούπερ μάρκετ αρχίζεις ν' αναζητάς τη δροσιά που βγάζουν τα κλιματιστικά και τα ψυγεία.
Στο κέντρο μια λιακάδα είχε το Σάββατο στα μεγάλα καταστήματα αμάξια με λαμαρίνες αστραφτερές κλήρωναν, κορίτσια με πόδια ατελείωτα μοίραζαν κουπόνια, διαμαντάκια αστραφτερά καρφωμένα στο σώμα τους, στα πλακάκια είχαν βγάλει καθίσματα, ντελιβεράδες τρελαμένοι οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, περνούσαν μπροστά μας γεμίζοντας εξατμίσεις τον τόπο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να φυλαχτούμε, μια φωνή ακούστηκε κι όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια ''Μήπως βρήκατε κανένα πορτοφόλι;’’ Το είχαμε ξεχάσει εντελώς.
Μια κοπέλα με αραιά μαλλιά ήρθε κοντά, ''Ποιος το πήγε στην αστυνομία;'' εμένα δείξανε, η κοπέλα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το έτεινε προς το μέρος μου ‘’Είναι πάρα πολλά!’’ είπα οπότε πετάχτηκε ο Μιχάλης που το είχε βρει ''Σκάσε και πάρτο !'' το πήρα, μετά όμως ο Μιχαλάκης άλλαξε γνώμη, '' Δώστο πίσω στο κορίτσι, κοπελιά δεν είναι σωστό !''και δεν είχα προλάβει να χαρώ ρε φίλε, είχα μείνει με την όρεξη, τελικά μου δώσανε κάτι ψιλά, η κοπέλα ήταν όλο ευγνωμοσύνη...
Κάθισε μαζί μας, κέρασε ποτά, σαν κλασικά αρσενικά όλοι την έκοβαν από πάνω μέχρι κάτω να δουν αν αξίζει, με το που την είδα και την άκουσα να μιλά ήξερα ότι μ ενδιαφέρει.
Κάθε φορά που αφήνεις κάποια πίσω φοβάσαι, λες: ‘’Πως θα τη ξεπεράσω και τούτη; '', τη βλέπεις τυχαία και σε πιάνει ένας φόβος ότι θα σε ξεφωνίσει εκεί στη μέση του δρόμου, θα σε καταδικάσει αμείλικτα για κάτι απεχθές που έκανες σα να είσαι το πιο μοχθηρό άτομο που υπήρξε ποτέ, κι όταν εμφανίζεται μια καινούρια τρελαίνεσαι γιατί έχεις την ευκαιρία ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή. Είναι φορές που νιώθεις ότι σε παίρνει να προχωρήσεις, χρειάζεσαι την ενέργεια τους, το ρεύμα τους, όταν σε τραβά το σώμα τους είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο, πιο ωραίο, άλλα και πιο επικίνδυνο, όταν σε τραβά το μυαλό τους είναι πιο περίπλοκο, πιο εγκεφαλικό, δε ξέρεις κάθε φορά πως θα λειτουργήσει, από που θα πιαστείς, πως θα εξελιχτεί, πρέπει να τις διαβάσεις σωστά, είναι πολύ μπερδεμένο, αυτές το καταλαβαίνουν καλύτερα, σου παίρνει πολύ καιρό να το μάθεις, αν το μαθαίνεις ποτέ . Έπρεπε να τη γνωρίσω οπωσδήποτε, ήταν κι η περιέργεια που με εξιτάριζε εξαιτίας του χαρτιού που είχε βρει ο μπάτσος ...
Δεν ήταν δύσκολη , μιλήσαμε δε ξέρω κι εγώ πόση ώρα αλλά ήθελα κι άλλο, είναι περιπτώσεις που δε βαριέσαι, νιώθεις ότι θα μπορούσε να συνεχίσει αυτό για ώρες, ένας φίλος πέρασε να με δει, έφυγε, σε μια φάση της πέταξα κάτι που δεν έπρεπε, ότι δεν ήταν και πολύ όμορφη, κάτι τέτοιο, δε θυμάμαι, καλά οι φίλες μου θα με σκοτώσουν, μου χουν πει εκατό φορές να τα προσέχω αυτά, ‘’Δε χρειάζεται να λες σε καθεμιά που συναντάς ''Είσαι κοντή, είσαι χοντρή, είσαι λίγο όμορφη, είσαι λίγο χάλια!'' -Χρύσα συγγνώμη!- τέλος πάντων, με ρώτησε γιατί χώρισα απ την άλλη σχέση μου, ''Δε μπορεί, κάτι λάθος θα έκανες !'' τα γνωστά…
''Ποιος είναι ο αγαπημένος σου τραγουδιστής, ο αγαπημένος σου συγγραφέας, ο αγαπημένος σου ηθοποιός, το αγαπημένο σου γλυκό ;'' ρώτησα, της έβαλα ένα τραγούδι ν ακούσει στο κινητό, δε τρελάθηκε, μου έβαλε ένα δικό της, ένα λαϊκό ενός πιτσιρικά, τη ρώτησα γιατί της αρέσει, μου εξήγησε, ''Φαίνεται ότι είσαι δάσκαλος αφού ζητάς να σου πω το νόημα!'' Μιλούσε καλά, σκέφτονταν λίγο πριν πει κάτι κι ήταν υπέροχο όταν είπε ‘’Φαίνεται ότι έχεις βρει αυτό που ψάχνεις, το βλέπεις στο πρόσωπο σου που λάμπει ολόκληρο σαν μιλάς γι αυτό!’’ Κανείς δε μου το είχε ξαναπεί ρε φίλε, πάντα οι γυναίκες θα σε αποκαλύψουν, πάντα οι γυναίκες ότι και να λέμε, όταν στροφάρουν και βγάζουν αύρα θετική είναι υπέροχες, όνειρο, όταν δεν είναι κομπλεξικές και βλαμμένες που θέλουν να βγάλουν τα σπασμένα τους πάνω σου, τότε έχουν μια ηρεμία, μια καλοσύνη που αντανακλάται στο πρόσωπο τους, είναι οι άνθρωποι μου!
Μου λεγε για τ ανίψια της που λάτρευε ‘’Δεν έχω απωθημένα που δεν έκανα παιδιά, έχω μεγαλώσει τ ανίψια μου!'', δεν της άρεσαν τα γλυκά απ το Χατζή, προτιμούσε τον Αγαπητό κι ένα άλλο ζαχαροπλαστείο που έφτιαχνε κάτι τρίγωνα καταπληκτικά’’ …μ ένα φύλλο έξοχο, μια κρέμα θεϊκή!'' ένα όνομα σπάνιο είχε που δεν το ξεχνάς εύκολα, δεν της άρεσε, της είπα ότι δε μπορώ τις γυναίκες που μόλις καταλάβουν ότι είσαι ερωτευμένος μαζί τους θα το χρησιμοποιήσουν και θα δείξουν ποιες πραγματικά είναι κι αυτή μου είπε ότι το ίδιο ακριβώς κάνουν τ αρσενικά, την ενδιέφερε πιο πολύ ο κατάλληλος άντρας παρά το παιδί, ‘’Μια γυναίκα δε μπορεί δίχως σύντροφο, εσείς είστε πιο σκυλιά, πιο γαϊδούρια, αντέχετε και μοναχοί σας!’’ αυτό κι αν το καταλάβαινα, ''Ξέρεις, γράφω κάτι ψιλά'' της είπα, της έδωσα ένα βιβλίο μου, συνήθως πιάνει, μια αφιέρωση ζήτησε, διόρθωσε την ορθογραφία, ''Ο πατέρας μου μας έβαζε τιμωρία όποτε γράφαμε λάθος μια λέξη κι από τότε μου έμεινε!'' είπε, καλά ποτέ δεν έμαθα τους κανόνες, μα τι στούρνος, συνέχεια τη πατάω με τις αφιερώσεις !
Ήταν παντρεμένη χρόνια, είχε χωρίσει, ''Μπορεί να έχω απωθημένα επειδή μόλις με χώρισε έκανε παιδιά αμέσως, το χω ξεπεράσει πάντως, μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους αυθόρμητα, τυχαία, να πέφτω πάνω σε κάποιον στο απρόοπτο, να μη προγραμματίζω, όπως όταν πάω στα μαγαζιά και ψωνίζω κάτι επειδή μ αρέσει εκείνη τη στιγμή, πάρε για παράδειγμα τη φάση με το πορτοφόλι, αν δεν το χανα δεν θα γνωριζόμασταν!'' Εγώ πάλι είμαι το αντίθετο, δε μπορώ δίχως μια κανονικότητα, μια συνέπεια, πως μπορείς να φτιάξεις, να χτίσεις δίχως μια σταθερότητα, μια επικοινωνία κανονισμένη, να έχεις κάτι να περιμένεις ρε αδερφέ, να μη ψάχνεσαι στο κενό και στο πουθενά!
Το μέρος ήταν στενό, όπως έμπαινε κόσμος συνέχεια όλο και πιο βαθιά τραβιόμασταν, είχε έρθει πολύ κοντά, κοίταζε το πουκάμισο, το λαιμό μου,έτσι κάνουν οι γυναίκες ''Μ αρέσει που σ έχω στριμώξει εδώ πέρα!'' είπε, τελικά ήταν έμπειρη, το υποψιαζόμουν, δεν είχα θέμα, όταν γίνονται επιθετικές προσαρμόζεσαι ενστικτωδώς καθώς ετοιμάζεσαι να αισθανθείς ξανά αυτό το πράγμα που απλώνεται μέσα σου και σε ζεσταίνει όπως οι ακτίνες του ήλιου τις μέρες του χειμώνα, βγήκαμε βόλτα στα μαγαζιά, βιβλία και δίσκους κοιτάζαμε, κόσμος περνούσε πλάι μας μπροστά από οθόνες που έδειχναν λουλούδια εξωτικά, γαλάζια και κόκκινα, αετοί κατέβαιναν γκρεμούς, προσγειώνονταν διπλώνοντας μεγαλόπρεπα τις φτερούγες τους, κωπηλάτες τσαλαβουτούσαν ανάμεσα σε λασπόνερα αφρισμένα διασχίζοντας φαράγγια με βράχια κοφτερά, ελικόπτερα άφηναν σκιέρ σε κορυφές για να καταποντιστούν στις αβυσσαλέες κατηφόρες και να κυλήσουν πάνω σ εκτάσεις σκεπασμένες από χιόνι παρθένο, απάτητο, ακροβάτες και χορευτές σκαρφάλωναν ψηλά στους ουρανοξύστες του Σύδνεϋ και της Φρανκφούρτης...
Είχε κάτι που με είλκυε, μια γλύκα στο πρόσωπο, ένα σημάδι σα πληγή μικρή ψηλά στο στήθος, μερικά σώματα εκπέμπουν μια ζεστασιά, αναδύουν έναν μαγνητισμό άσχετα από το αν είναι όμορφα ή άσχημα, λειτουργούν σε μια συχνότητα που συγχρονίζεται αδιόρατα με τη δικιά σου, πρέπει να είναι αυτό που λένε χημεία, δεν θα είχε περάσει πολύ ώρα από τότε που ξύπνησε, είχε εκείνη τη θολούρα των γυναικών προτού πιουν καφέ όταν είναι ακόμα σ ελαφρύ λήθαργο, φρέσκες, ευάλωτες, προτού τις σκληρύνει η μέρα, αισθάνεσαι ότι μπορείς να τις κάνεις ότι θες, δε θα σου αντισταθούν, μπορείς να τις αγκαλιάσεις, να τις χαϊδέψεις, να τις φιλήσεις, τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου, έπιασε το χέρι μου, ένιωσα σα δροσοσταλίδα που κυλά στο εσωτερικό ενός λουλουδιού τεράστιου κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι και χάνεται μέσα στον κάλυκα βλέποντας φύλλα βαθυπράσινα και πέταλα που αλλάζουν χρώματα, από κόκκινα γίνονται μαβιά, πορτοκαλιά, ύστερα μπλε, ύστερα κάτι άλλα περίεργα, ύστερα πάλι κόκκινα…
Δεν την ξαναείδα.
Τετάρτη 15 Απριλίου 2015
ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΕΝΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑ
Φλαμίνγκος έσκυβαν σκαλίζοντας με τα κόκκινα ράμφη τους τη λάσπη της ρηχής λιμνοθάλασσας όπως στα ντοκιμαντέρ, νεροπούλια έψαχναν για ψάρια κοιτάζοντας προσεχτικά την επιφάνεια, κοπάδια από χιλιάδες άσπρα πουλιά πετούσαν γύρω, πάπιες και νερόκοτες επέπλεαν παφλάζοντας, μελισσοφάγοι άπλωναν τις φτερούγες τους ανάμεσα στα δέντρα της όχθης, συστάδες από καλαμιές φύτρωναν στο νερό, ένα φορτηγό πέρασε, με μια φωτογραφία αποτυπωμένη στα πλαϊνά του, ένα κοπάδι ζέβρες σ ένα βάλτο έτρεχαν, η λήψη ήταν από ψηλά, μπορούσες να δεις τις ραβδωτές τους ράχες να γυαλίζουν....
Το λεωφορείο τραντάζονταν ολόκληρο στις αναρτήσεις του όπως περνούσε πάνω απ τις λακκούβες του δρόμου, λαϊκά τραγούδια αφιέρωναν στους επαρχιακούς σταθμούς, ''Άσε πρώτα να ξεχάσω, άσε με να λησμονήσω!'', μηχανάκια έφευγαν από δίπλα μας τρέχοντας σα βολίδες, οι μπλούζες των αναβατών ανέμιζαν στις πλάτες τους, αμάξια κατρακυλούσαν στις κατηφόρες παρασυρμένα απ τη ταχύτητα και τη βαρύτητα τους, δυο εκκλησάκια χτισμένα μες τη λιμνοθάλασσα, άνθρωποι περπατούσαν πάνω από ένα γεφυράκι για να πάνε να τα δουν.
Ένα ποτάμι κατέβαζε νερό άφθονο, οι αφροί του σκέπαζαν τις κολώνες της γέφυρας, πέρα μακριά στην ανοιχτή θάλασσα τα κύματα έμοιαζαν ν' αρμενίζουν σε μια κατεύθυνση σαν ένα ποτάμι απέραντο που κυλούσε σε μια κατεύθυνση, άλλα κύματα έσκαγαν πάνω στις πέτρες της ακτής με θόρυβο, χιόνια έβλεπες ψηλά στις κορφές, καστανιές κι οξιές έτοιμες να πρασινίσουν, δεντράκια μικρούτσικα στις ρεματιές άσπριζαν ολάνθιστα, χωράφια ελαιοκράμβης άνοιγαν τα κίτρινα λουλούδια τους στον ήλιο, ροζ ανεμώνες έφτιαχναν ένα στρώμα χρωματιστό στα ξέφωτα, παπαρούνες κάλυπταν τις άκρες των πλημμυρισμένων χωραφιών που δεν έλεγαν να στεγνώσουν απ τις ανοιξιάτικες βροχές, η φύση ολόκληρη έμοιαζε έτοιμη για την έκρηξη της ανοιξιάτικης βλάστησης καθώς ο καιρός προχωρούσε στην καρδιά του έαρος κι ο ορίζοντας γίνονταν όλο και πιο θολός προμηνύοντας το καλοκαίρι...
Επιτέλους είχε φτιάξει ο καιρός , όλη σχεδόν τη Μεγάλη Βδομάδα παγώσαμε, ένα σκύλο γέρικο είχα δει να τρέμει απ το κρύο κάτω απ την Καμάρα τη Μεγάλη Τετάρτη, ο αέρας σήκωνε σακούλες πλαστικές και τις ανέμιζε πάνω απ την Εγνατία, ένα βράδυ ξέχασα ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα, όταν γύρισα τα παντζούρια χτυπούσαν άγρια μεταξύ τους, το σπίτι έδειχνε εγκαταλειμμένο, μια αλλόκοτη κατάσταση.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πλήθος κόσμου έρχονταν στην εκκλησία να προσκυνήσει, μια προφητεία του Ιεζεκιήλ για κάτι κόκαλα που ζωντανεύουν και βγάζουν σάρκες μαζί με νεύρα διαβάσαμε, σκέτο θρίλερ, εκείνη η γυναίκα με κοίταζε την ώρα που πήγα να κοινωνήσω ...ένας γέρος είχε συγκινηθεί όταν ψάλαμε ''...η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία !'' - ''Σας ευχαριστώ ρε παιδιά, σας ευχαριστώ!'' μας έλεγε δακρύζοντας και φέρνοντας το χέρι στην καρδιά για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, οι γυναίκες δακρυζαν όταν λέγαμε ''...συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε εν τη εγέρσει του τόκου σου !''
Με τον Γ σκοτωθήκαμε, σου μιλάω γίναμε κομμάτια, '' Άστον να πάει το βλάκα!'' σκεφτόμουν, όμως την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο, πήγα σπίτι του ''Κάτσε να φάμε!'' μου είπε κι όλα ήταν όπως παλιά, όσο περνά ο καιρός καταλαβαίνεις ότι το να συγχωρείς, να ξεχνάς, να ζητάς συγνώμη μ όποιον τρόπο, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αρετή που υπάρχει.
Στα μαγαζιά ένα πλήθος ανθρώπινο βούιζε, στα κομμωτήρια οι γυναίκες έφτιαχναν τα μαλλιά και τα νύχια τους, ένας τύπος μαυριδερός έπαιζε το Careless Whispers στην Αριστοτέλους μ ένα σαξόφωνο κάποιο μεσημέρι γκρίζο, στην ΙΚΕΑ σαλάτες και μακαρονάδες τρώγανε, στο COSMOS βάφλες και γλυκά στα τραπέζια απλωμένα , πόσο καιρό είχα να βγω κατά κει πέρα, γυναίκες στέκονταν αντικριστά σε σκαμπό υπερυψωμένα, φόρμες τζιν και στηθόδεσμους σφιχτούς φορούσαν, ρολογάκια πράσινα πάνω στην άσπρη διάφανη επιδερμίδα τους, μια μουσική ακούγοντα, είχα την εντύπωση ότι θα τη δω να περνά, θα της έλεγα ’’Έλα ρε, τι γίνεται, πως πάει, τι κάνεις;’’ ξέρεις τώρα, άμα τις αγαπήσεις για λίγο εκείνη η γλυκιά αίσθηση παραμένει, κι επανέρχεται κάποιες στιγμές ότι και να έχει γίνει...
Με τον Αχιλλέα βρεθήκαμε, μου είπε ότι χώρισε κι αυτός, δεν άντεξε, και της είχε πει να τον ξεχάσει τον άλλον όμως εκείνη δε μπόρεσε!
Καλά πρέπει να έχει ενσκήψει επιδημία χωρισμών τελευταία, τι είναι κι αυτό πάλι, ένα σωρό ζευγάρια τα χαλούν για ένα κάρο λόγους, αγάπες παλιές που δε μπορούν να ξεχαστούν, καινούριες που δε μπορούν να στεριώσουν, αμφιβολίες, ενοχές, τύψεις, καχυποψίες, υποψίες, παρακολουθήσεις μηνυμάτων, υπολογιστές αφημένοι ανοιχτοί δήθεν κατά τύχη ώστε να κοιτάξει ο άλλος, πείσματα, εμμονές, λανθασμένοι χειρισμοί, άστοχες ενέργειες, κινήσεις βεβιασμένες, αχρείαστες, εξηγήσεις που δε δόθηκαν, γιατί να το κάνει ο άλλος αυτό, για ποιο λόγο;
Εγώ πάλι ποτέ δε ζητώ να μου δικαιολογήσουν τίποτα, όταν δεις ότι δε σε θέλει ο άλλος απλά φεύγεις όσο πιο γρήγορα, όσο πια αθόρυβα γίνεται, το γιατί μη το ψάχνεις! Κι ούτε μπορώ τις φασαρίες τις περιττές, αν καταφέρεις και κρατήσεις κάτι καλό στη μνήμη προτού φθαρεί και χαλάσει το πράγμα τόσο το καλύτερο, πρέπει να είσαι ευχαριστημένος που απέφυγες τα χειρότερα! Φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολες πια οι σχέσεις, παλιά οι άνθρωποι έκαναν πιο πολλούς συμβιβασμούς, δέχονταν περισσότερα, έκαναν πιο πολύ υπομονή, έφτιαχναν οικογένειες, δούλευαν στις ίδιες δουλειές για μια ζωή! Βέβαια άμα τους ρωτήσεις η ψυχούλα τους το ξέρει, όλα έχουν το τίμημα τους, έχουν μαζέψει τόσο παράπονο, τόση πίκρα που όταν τα βγάλουν έξω θα γίνει καμιά έκρηξη! Κι ύστερα είναι κι αυτοί που δε δέχονται μύγα στο σπαθί τους, μπορεί να καταπίνουν ότι μπορείς να φανταστείς από άλλους στριμμένους και γεροξεκούτηδες, να δέχονται ότι αηδία υπάρχει όμως με τους καλούς και τους φιλότιμους είναι απαιτητικοί, υπερβολικοί, αυστηροί, απόλυτοι, τα θέλουν όλα, θα σου βγάλουν τη πίστη, βρήκαν εμάς και τα κάνουν! Και τέλος είναι κι οι μπερδεμένες καταστάσεις, οι εκκρεμότητες που αφήνονται να αιωρούνται επικίνδυνα , άμα δεν είναι το πεδίο ξεκάθαρο δε μπορείς να κάνεις τίποτα! Άμα πας να το ξεκαθαρίσεις βέβαια πέφτουν να σε φάνε, όταν καθίσει η σκόνη κι ηρεμήσουν τα πράγματα όλοι είναι ευχαριστημένοι, όλα είναι καλά, μια αρμονία παράξενη πλανιέται τέτοια που δεν το περίμενες, εσύ έχεις τραβήξει όλο το λούκι και τώρα όλοι απολαμβάνουν την τάξη και την ησυχία, έτσι όμως μπορώ κι εγώ, χαίρω πολύ!
Μια ξανθιά πίσω μου γερμένη στο κάθισμα της, ένα μενταγιόν χρυσό στο λαιμό της κρέμονταν, νύχια βαμμένα σε χρώμα βυσσινί, δάχτυλα κάπως ασύμμετρα, μια φλέβα φούσκωνε κοντά στις αρθρώσεις, όπως περνούσαμε μια γεφυρούλα ο δρόμος γίνονταν τόσο στενός ώστε δυο αμάξια δε χωρούσαν να περάσουν ταυτόχρονα, έπρεπε να περιμένουμε, κοπάδια σταματούσαν να ξεδιψάσουν σε ποτίστρες κάπου κατά δω θα έβοσκε τα ζώα του κι ο πατέρας μου, όλο και πιο συχνά τον σκέφτομαι και τον βλέπω στον ύπνο μου, τι να σημαίνει άραγε, τι θέλει να μου πει;
Σε μια πόλη επαρχιακή, ταξί κόκκινα, γυναίκες με μαντήλια στο κεφάλι, νεκροταφεία δίχως σταυρούς, μια γάτα με άδεια τη μια κόγχη του ματιού, ο βολβός έλειπε, λεύκες κλαδεμένες όμορφα, νόμιζα πως ήξερα που πάω αλλά τελικά χάθηκα στα στενά, ρώτησα κάτι παιδιά, κανένα δε μιλούσε ελληνικά, φώναξαν κάποιον δικό τους που ήξερε, με ρώτησε από που είμαι, τα μικρά με κοίταζαν.
Σ ένα σπίτι ένα ζευγάρι, αυτός δούλευε στο ΙΓΜΕ, ψάχνανε για ορυκτά και μεταλλεύματα κάτω απ το χώμα. Eίχε ωραία χαρακτηριστικά, η κοπέλα του Ρωσίδα, νευρική, υπερκινητική, χρησιμοποιούσε μια βρισιά δική της σε κάθε φράση, τη ρώτησα για τη πόλη όπου γεννήθηκε ''Που τη ξέρεις, γιατί ρωτάς τόσα πολλά;'' O άντρας έδειχνε πιο σοβαρός ''Πιστεύεις στην άλλη ζωή τον ρώτησα; '' - ''Φυσικά, έχω κι εγώ μια ερώτηση να σου κάνω....'' μου είπε ''... εσείς οι χριστιανοί δέχεστε τα τατουάζ, δέχεστε να ανοίγει το δέρμα, να σχίζεται το σώμα, εμείς δε το δεχόμαστε, πιστεύουμε ότι το σώμα είναι ιερό, δεν πρέπει να το σκίζεις ούτε να το τρυπάς, κι αν μπορείς να το αποφύγεις να μην κάνεις ούτε εγχείριση ούτε τίποτα!
Μιλούσαμε κάμποση ώρα, η κοπέλα κάθονταν ήσυχη ΄΄Μου αρέσει αυτή η συζήτηση '' είπε ο άντρας, η γυναίκα κάθονταν δίπλα του στον καναπέ,ο χαλαρός τόνος της κουβέντας την είχε ηρεμήσει, ήταν καθολική αυτή κι όταν ήταν μικρή την ξυπνούσαν κάθε πρωί οι καμπάνες μιας εκκλησιάς με τρούλους υπερυψωμένους σα σπαθιά που υψώνονται κατακόρυφα, είχε ρίξει τα μαλλιά της σε μια μεριά, όταν ησυχάζουν οι γυναίκες παίρνουν ένα ύφος, μια στάση Μαντόνας και δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο απ αυτό, όλη η σκηνή ήταν ωραία, ''Να κι ένα ζευγάρι που δείχνει ευτυχισμένο!'' σκεφτόμουν.
Το βράδυ δε μπορούσα να κοιμηθώ, βγήκα στο μπαλκόνι, ο ουρανός καθαρός, η πούλια έχασκε ψηλά σ ένα σημείο κάπως αλλόκοτα στη μέση του αιθέριου στερεώματος, κατά το νοτιά ένας αστερισμός που δεν είχα προσέξει ξανά...
Το πρωί κατεβήκαμε για καφέ σε μια παραλία, νεολαία παντού, στις καφετέριες, στις ταβέρνες, τα κορίτσια σαν έτοιμα από καιρό τα είχαν πετάξει όλα, μπορούσες να χαζέψεις τους καμπυλωτούς τους ώμους καθώς φλερτάριζαν σέρνοντας τα δάχτυλα στο μέρος ανάμεσα στο λαιμό και στο στήθος τους, άλλα έκλειναν το ντεκολτέ με τις ζακετούλες τους, δάγκωναν το δείκτη τους, η γλώσσα του σώματος έλεγε πιο πολλά απ το στόμα τους...
Το απόγευμα να φύγω έπρεπε ξανά, ένα άγχος να γυρίσω πίσω, μερικές φορές σε πιάνει μια διάθεση να φύγεις όσο πιο πέρα γίνεται σα να σε κυνηγούν, κι άλλοτε θες να γυρίσεις πίσω γρήγορα γιατί δεν αντέχεις άλλο τον ξένο τόπο! Όταν παίρνουν να τελειώνουν οι διακοπές τρελαίνομαι, θέλω να βγω απ το κλίμα των αργιών πολύ γρήγορα, να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα! Θα ταξιδεύαμε μαζί μ εκείνον το τύπο που δεν ήθελε να σκίσει το δέρμα του, στο αυτοκίνητο μια φαγούρα στα μάτια απ τη γύρη που πλανιόταν παντού στην ατμόσφαιρα, μια πλαγιά γεμάτη φτέρες κι ύστερα η κοίτη ενός ρέματος που λαμπύριζε όπως το νερό κυλούσε κουβαλώντας ιζήματα και λάσπες από πέτρες κονιορτοποιημένες σε μια διαδικασία πιο παλιά κι απ τον κόσμο τούτο.
Το ποταμάκι έτρεχε πάνω από χαλίκια άσπρα με την άμμο του να στραφτάλιζει σ εκατομμύρια ανταύγειες, ο τύπος με τα ωραία χαρακτηριστικά δούλευε κατά δω με το συνεργείο του, μια σπηλιά είχαν ανακαλύψει, στο εσωτερικό της μια λίμνη με νερό ζεστό σ ένα χρώμα όπως αυτό του μελιού από κοιτάσματα κεχριμπαριού σπαρμένα παντού στον πυθμένα της, είχαν βγάλει μερικά κομμάτια απ αυτό το ρετσίνι που αποκρυσταλλώθηκε πριν από εκατομμύρια χρόνια σχηματίζοντας λαμπερούς νεφελώδεις στροβίλους σ αποχρώσεις απαλές, κίτρινες και γαλαζωπές, προέρχονται λέει από ένα είδος πεύκου εξαφανισμένου πια, μια αίσθηση μαγική, εξωπραγματική απέπνεε όλο το μέρος, μια φορά είχε μπει στο νερό, κολύμπησε κι ήταν υπέροχο που βρίσκονταν σ εκείνη την αίθουσα τη μαγική, συνέχιζε να μιλά, μια διάθεση ονειρική μ είχε πιάσει, μια σκηνή έρχονταν στο μυαλό, μπάλα έπαιζα σε μια αυλή έξω από ένα σχολείο, μια λακκούβα γεμάτη χορτάρι πράσινο, ένας φράχτης, τα θεμέλια ενός παλιού σπιτιού που δε χτίστηκε ποτέ, μια φωτιά ανάβουμε, ένα ηλιοβασίλεμα κόκκινο απέναντι, ένα μοναστήρι κάποιο Πάσχα, ένα φως καθαρό στο χρώμα του μελιού σκεπάζει τα πάντα....
Το λεωφορείο τραντάζονταν ολόκληρο στις αναρτήσεις του όπως περνούσε πάνω απ τις λακκούβες του δρόμου, λαϊκά τραγούδια αφιέρωναν στους επαρχιακούς σταθμούς, ''Άσε πρώτα να ξεχάσω, άσε με να λησμονήσω!'', μηχανάκια έφευγαν από δίπλα μας τρέχοντας σα βολίδες, οι μπλούζες των αναβατών ανέμιζαν στις πλάτες τους, αμάξια κατρακυλούσαν στις κατηφόρες παρασυρμένα απ τη ταχύτητα και τη βαρύτητα τους, δυο εκκλησάκια χτισμένα μες τη λιμνοθάλασσα, άνθρωποι περπατούσαν πάνω από ένα γεφυράκι για να πάνε να τα δουν.
Ένα ποτάμι κατέβαζε νερό άφθονο, οι αφροί του σκέπαζαν τις κολώνες της γέφυρας, πέρα μακριά στην ανοιχτή θάλασσα τα κύματα έμοιαζαν ν' αρμενίζουν σε μια κατεύθυνση σαν ένα ποτάμι απέραντο που κυλούσε σε μια κατεύθυνση, άλλα κύματα έσκαγαν πάνω στις πέτρες της ακτής με θόρυβο, χιόνια έβλεπες ψηλά στις κορφές, καστανιές κι οξιές έτοιμες να πρασινίσουν, δεντράκια μικρούτσικα στις ρεματιές άσπριζαν ολάνθιστα, χωράφια ελαιοκράμβης άνοιγαν τα κίτρινα λουλούδια τους στον ήλιο, ροζ ανεμώνες έφτιαχναν ένα στρώμα χρωματιστό στα ξέφωτα, παπαρούνες κάλυπταν τις άκρες των πλημμυρισμένων χωραφιών που δεν έλεγαν να στεγνώσουν απ τις ανοιξιάτικες βροχές, η φύση ολόκληρη έμοιαζε έτοιμη για την έκρηξη της ανοιξιάτικης βλάστησης καθώς ο καιρός προχωρούσε στην καρδιά του έαρος κι ο ορίζοντας γίνονταν όλο και πιο θολός προμηνύοντας το καλοκαίρι...
Επιτέλους είχε φτιάξει ο καιρός , όλη σχεδόν τη Μεγάλη Βδομάδα παγώσαμε, ένα σκύλο γέρικο είχα δει να τρέμει απ το κρύο κάτω απ την Καμάρα τη Μεγάλη Τετάρτη, ο αέρας σήκωνε σακούλες πλαστικές και τις ανέμιζε πάνω απ την Εγνατία, ένα βράδυ ξέχασα ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα, όταν γύρισα τα παντζούρια χτυπούσαν άγρια μεταξύ τους, το σπίτι έδειχνε εγκαταλειμμένο, μια αλλόκοτη κατάσταση.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πλήθος κόσμου έρχονταν στην εκκλησία να προσκυνήσει, μια προφητεία του Ιεζεκιήλ για κάτι κόκαλα που ζωντανεύουν και βγάζουν σάρκες μαζί με νεύρα διαβάσαμε, σκέτο θρίλερ, εκείνη η γυναίκα με κοίταζε την ώρα που πήγα να κοινωνήσω ...ένας γέρος είχε συγκινηθεί όταν ψάλαμε ''...η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία !'' - ''Σας ευχαριστώ ρε παιδιά, σας ευχαριστώ!'' μας έλεγε δακρύζοντας και φέρνοντας το χέρι στην καρδιά για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, οι γυναίκες δακρυζαν όταν λέγαμε ''...συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε εν τη εγέρσει του τόκου σου !''
Με τον Γ σκοτωθήκαμε, σου μιλάω γίναμε κομμάτια, '' Άστον να πάει το βλάκα!'' σκεφτόμουν, όμως την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο, πήγα σπίτι του ''Κάτσε να φάμε!'' μου είπε κι όλα ήταν όπως παλιά, όσο περνά ο καιρός καταλαβαίνεις ότι το να συγχωρείς, να ξεχνάς, να ζητάς συγνώμη μ όποιον τρόπο, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αρετή που υπάρχει.
Στα μαγαζιά ένα πλήθος ανθρώπινο βούιζε, στα κομμωτήρια οι γυναίκες έφτιαχναν τα μαλλιά και τα νύχια τους, ένας τύπος μαυριδερός έπαιζε το Careless Whispers στην Αριστοτέλους μ ένα σαξόφωνο κάποιο μεσημέρι γκρίζο, στην ΙΚΕΑ σαλάτες και μακαρονάδες τρώγανε, στο COSMOS βάφλες και γλυκά στα τραπέζια απλωμένα , πόσο καιρό είχα να βγω κατά κει πέρα, γυναίκες στέκονταν αντικριστά σε σκαμπό υπερυψωμένα, φόρμες τζιν και στηθόδεσμους σφιχτούς φορούσαν, ρολογάκια πράσινα πάνω στην άσπρη διάφανη επιδερμίδα τους, μια μουσική ακούγοντα, είχα την εντύπωση ότι θα τη δω να περνά, θα της έλεγα ’’Έλα ρε, τι γίνεται, πως πάει, τι κάνεις;’’ ξέρεις τώρα, άμα τις αγαπήσεις για λίγο εκείνη η γλυκιά αίσθηση παραμένει, κι επανέρχεται κάποιες στιγμές ότι και να έχει γίνει...
Με τον Αχιλλέα βρεθήκαμε, μου είπε ότι χώρισε κι αυτός, δεν άντεξε, και της είχε πει να τον ξεχάσει τον άλλον όμως εκείνη δε μπόρεσε!
Καλά πρέπει να έχει ενσκήψει επιδημία χωρισμών τελευταία, τι είναι κι αυτό πάλι, ένα σωρό ζευγάρια τα χαλούν για ένα κάρο λόγους, αγάπες παλιές που δε μπορούν να ξεχαστούν, καινούριες που δε μπορούν να στεριώσουν, αμφιβολίες, ενοχές, τύψεις, καχυποψίες, υποψίες, παρακολουθήσεις μηνυμάτων, υπολογιστές αφημένοι ανοιχτοί δήθεν κατά τύχη ώστε να κοιτάξει ο άλλος, πείσματα, εμμονές, λανθασμένοι χειρισμοί, άστοχες ενέργειες, κινήσεις βεβιασμένες, αχρείαστες, εξηγήσεις που δε δόθηκαν, γιατί να το κάνει ο άλλος αυτό, για ποιο λόγο;
Εγώ πάλι ποτέ δε ζητώ να μου δικαιολογήσουν τίποτα, όταν δεις ότι δε σε θέλει ο άλλος απλά φεύγεις όσο πιο γρήγορα, όσο πια αθόρυβα γίνεται, το γιατί μη το ψάχνεις! Κι ούτε μπορώ τις φασαρίες τις περιττές, αν καταφέρεις και κρατήσεις κάτι καλό στη μνήμη προτού φθαρεί και χαλάσει το πράγμα τόσο το καλύτερο, πρέπει να είσαι ευχαριστημένος που απέφυγες τα χειρότερα! Φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολες πια οι σχέσεις, παλιά οι άνθρωποι έκαναν πιο πολλούς συμβιβασμούς, δέχονταν περισσότερα, έκαναν πιο πολύ υπομονή, έφτιαχναν οικογένειες, δούλευαν στις ίδιες δουλειές για μια ζωή! Βέβαια άμα τους ρωτήσεις η ψυχούλα τους το ξέρει, όλα έχουν το τίμημα τους, έχουν μαζέψει τόσο παράπονο, τόση πίκρα που όταν τα βγάλουν έξω θα γίνει καμιά έκρηξη! Κι ύστερα είναι κι αυτοί που δε δέχονται μύγα στο σπαθί τους, μπορεί να καταπίνουν ότι μπορείς να φανταστείς από άλλους στριμμένους και γεροξεκούτηδες, να δέχονται ότι αηδία υπάρχει όμως με τους καλούς και τους φιλότιμους είναι απαιτητικοί, υπερβολικοί, αυστηροί, απόλυτοι, τα θέλουν όλα, θα σου βγάλουν τη πίστη, βρήκαν εμάς και τα κάνουν! Και τέλος είναι κι οι μπερδεμένες καταστάσεις, οι εκκρεμότητες που αφήνονται να αιωρούνται επικίνδυνα , άμα δεν είναι το πεδίο ξεκάθαρο δε μπορείς να κάνεις τίποτα! Άμα πας να το ξεκαθαρίσεις βέβαια πέφτουν να σε φάνε, όταν καθίσει η σκόνη κι ηρεμήσουν τα πράγματα όλοι είναι ευχαριστημένοι, όλα είναι καλά, μια αρμονία παράξενη πλανιέται τέτοια που δεν το περίμενες, εσύ έχεις τραβήξει όλο το λούκι και τώρα όλοι απολαμβάνουν την τάξη και την ησυχία, έτσι όμως μπορώ κι εγώ, χαίρω πολύ!
Μια ξανθιά πίσω μου γερμένη στο κάθισμα της, ένα μενταγιόν χρυσό στο λαιμό της κρέμονταν, νύχια βαμμένα σε χρώμα βυσσινί, δάχτυλα κάπως ασύμμετρα, μια φλέβα φούσκωνε κοντά στις αρθρώσεις, όπως περνούσαμε μια γεφυρούλα ο δρόμος γίνονταν τόσο στενός ώστε δυο αμάξια δε χωρούσαν να περάσουν ταυτόχρονα, έπρεπε να περιμένουμε, κοπάδια σταματούσαν να ξεδιψάσουν σε ποτίστρες κάπου κατά δω θα έβοσκε τα ζώα του κι ο πατέρας μου, όλο και πιο συχνά τον σκέφτομαι και τον βλέπω στον ύπνο μου, τι να σημαίνει άραγε, τι θέλει να μου πει;
Σε μια πόλη επαρχιακή, ταξί κόκκινα, γυναίκες με μαντήλια στο κεφάλι, νεκροταφεία δίχως σταυρούς, μια γάτα με άδεια τη μια κόγχη του ματιού, ο βολβός έλειπε, λεύκες κλαδεμένες όμορφα, νόμιζα πως ήξερα που πάω αλλά τελικά χάθηκα στα στενά, ρώτησα κάτι παιδιά, κανένα δε μιλούσε ελληνικά, φώναξαν κάποιον δικό τους που ήξερε, με ρώτησε από που είμαι, τα μικρά με κοίταζαν.
Σ ένα σπίτι ένα ζευγάρι, αυτός δούλευε στο ΙΓΜΕ, ψάχνανε για ορυκτά και μεταλλεύματα κάτω απ το χώμα. Eίχε ωραία χαρακτηριστικά, η κοπέλα του Ρωσίδα, νευρική, υπερκινητική, χρησιμοποιούσε μια βρισιά δική της σε κάθε φράση, τη ρώτησα για τη πόλη όπου γεννήθηκε ''Που τη ξέρεις, γιατί ρωτάς τόσα πολλά;'' O άντρας έδειχνε πιο σοβαρός ''Πιστεύεις στην άλλη ζωή τον ρώτησα; '' - ''Φυσικά, έχω κι εγώ μια ερώτηση να σου κάνω....'' μου είπε ''... εσείς οι χριστιανοί δέχεστε τα τατουάζ, δέχεστε να ανοίγει το δέρμα, να σχίζεται το σώμα, εμείς δε το δεχόμαστε, πιστεύουμε ότι το σώμα είναι ιερό, δεν πρέπει να το σκίζεις ούτε να το τρυπάς, κι αν μπορείς να το αποφύγεις να μην κάνεις ούτε εγχείριση ούτε τίποτα!
Μιλούσαμε κάμποση ώρα, η κοπέλα κάθονταν ήσυχη ΄΄Μου αρέσει αυτή η συζήτηση '' είπε ο άντρας, η γυναίκα κάθονταν δίπλα του στον καναπέ,ο χαλαρός τόνος της κουβέντας την είχε ηρεμήσει, ήταν καθολική αυτή κι όταν ήταν μικρή την ξυπνούσαν κάθε πρωί οι καμπάνες μιας εκκλησιάς με τρούλους υπερυψωμένους σα σπαθιά που υψώνονται κατακόρυφα, είχε ρίξει τα μαλλιά της σε μια μεριά, όταν ησυχάζουν οι γυναίκες παίρνουν ένα ύφος, μια στάση Μαντόνας και δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο απ αυτό, όλη η σκηνή ήταν ωραία, ''Να κι ένα ζευγάρι που δείχνει ευτυχισμένο!'' σκεφτόμουν.
Το βράδυ δε μπορούσα να κοιμηθώ, βγήκα στο μπαλκόνι, ο ουρανός καθαρός, η πούλια έχασκε ψηλά σ ένα σημείο κάπως αλλόκοτα στη μέση του αιθέριου στερεώματος, κατά το νοτιά ένας αστερισμός που δεν είχα προσέξει ξανά...
Το πρωί κατεβήκαμε για καφέ σε μια παραλία, νεολαία παντού, στις καφετέριες, στις ταβέρνες, τα κορίτσια σαν έτοιμα από καιρό τα είχαν πετάξει όλα, μπορούσες να χαζέψεις τους καμπυλωτούς τους ώμους καθώς φλερτάριζαν σέρνοντας τα δάχτυλα στο μέρος ανάμεσα στο λαιμό και στο στήθος τους, άλλα έκλειναν το ντεκολτέ με τις ζακετούλες τους, δάγκωναν το δείκτη τους, η γλώσσα του σώματος έλεγε πιο πολλά απ το στόμα τους...
Το απόγευμα να φύγω έπρεπε ξανά, ένα άγχος να γυρίσω πίσω, μερικές φορές σε πιάνει μια διάθεση να φύγεις όσο πιο πέρα γίνεται σα να σε κυνηγούν, κι άλλοτε θες να γυρίσεις πίσω γρήγορα γιατί δεν αντέχεις άλλο τον ξένο τόπο! Όταν παίρνουν να τελειώνουν οι διακοπές τρελαίνομαι, θέλω να βγω απ το κλίμα των αργιών πολύ γρήγορα, να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα! Θα ταξιδεύαμε μαζί μ εκείνον το τύπο που δεν ήθελε να σκίσει το δέρμα του, στο αυτοκίνητο μια φαγούρα στα μάτια απ τη γύρη που πλανιόταν παντού στην ατμόσφαιρα, μια πλαγιά γεμάτη φτέρες κι ύστερα η κοίτη ενός ρέματος που λαμπύριζε όπως το νερό κυλούσε κουβαλώντας ιζήματα και λάσπες από πέτρες κονιορτοποιημένες σε μια διαδικασία πιο παλιά κι απ τον κόσμο τούτο.
Το ποταμάκι έτρεχε πάνω από χαλίκια άσπρα με την άμμο του να στραφτάλιζει σ εκατομμύρια ανταύγειες, ο τύπος με τα ωραία χαρακτηριστικά δούλευε κατά δω με το συνεργείο του, μια σπηλιά είχαν ανακαλύψει, στο εσωτερικό της μια λίμνη με νερό ζεστό σ ένα χρώμα όπως αυτό του μελιού από κοιτάσματα κεχριμπαριού σπαρμένα παντού στον πυθμένα της, είχαν βγάλει μερικά κομμάτια απ αυτό το ρετσίνι που αποκρυσταλλώθηκε πριν από εκατομμύρια χρόνια σχηματίζοντας λαμπερούς νεφελώδεις στροβίλους σ αποχρώσεις απαλές, κίτρινες και γαλαζωπές, προέρχονται λέει από ένα είδος πεύκου εξαφανισμένου πια, μια αίσθηση μαγική, εξωπραγματική απέπνεε όλο το μέρος, μια φορά είχε μπει στο νερό, κολύμπησε κι ήταν υπέροχο που βρίσκονταν σ εκείνη την αίθουσα τη μαγική, συνέχιζε να μιλά, μια διάθεση ονειρική μ είχε πιάσει, μια σκηνή έρχονταν στο μυαλό, μπάλα έπαιζα σε μια αυλή έξω από ένα σχολείο, μια λακκούβα γεμάτη χορτάρι πράσινο, ένας φράχτης, τα θεμέλια ενός παλιού σπιτιού που δε χτίστηκε ποτέ, μια φωτιά ανάβουμε, ένα ηλιοβασίλεμα κόκκινο απέναντι, ένα μοναστήρι κάποιο Πάσχα, ένα φως καθαρό στο χρώμα του μελιού σκεπάζει τα πάντα....
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
FAST AND FURIOUS
Κορίτσια βγάζουν φωτογραφίες δίπλα στο κύμα που σκάει στο τσιμέντο της παραλίας αδιάκοπα, τραβούν πίσω τα μαλλιά που τα παίρνει ο αέρας , παίρνουν πόζες διάφορες, δοκιμάζουν όλες τις γωνίες λήψης, ξαπλώνουν στο ξύλο της προβλήτας , φουστάνια με σχέδια γεμάτα λουλούδια φορούν, ρολογάκια πορτοκαλιά στο χέρι τους περασμένα, κάθονται εκεί πέρα και μας κοιτάζουν κάτω απ τα μαύρα γυαλιά τους δαγκώνοντας τα χείλια , το δέρμα τους διάφανο, όπως φυσά τα μαλλιά τους κυματίζουν μπροστά στο πρόσωπο.
Με το που ζέστανε λίγο ο καιρός έβαλαν τα κοντά τους πουκαμισάκια αφήνοντας εκτεθειμένη την άσπρη κοιλιά τους, φορούν μπουφανάκια σε χρώμα μαβί, παπούτσια αθλητικά σε χρώμα κίτρινο με κορδόνια πράσινα, τα τζιν τους ξεσκισμένα πραγματικά θέλει πολλή προσπάθεια για να το σκίσεις τόσο πολύ, βγάζουν τα μπλουζάκια, μένουν με το φανελάκι, μπορείς να δεις τα εσώρουχα, τους μηρούς τους, γελούν, φωνάζουν, χαλούν τον κόσμο, μα πόσες πόζες παίρνουν, πόση ώρα περνούν μ αυτό το πράγμα, τι μανία είναι αυτή για την εικόνα, για κάτι πλασματικό, για την λαμπερή επιφάνεια! Κάνουν σα να μη μας βλέπουν, σα να μην υπάρχουμε, δεν ανησυχούν, δε μας φοβούνται, άλλωστε στις γυναίκες πρέπει ν αφήνεις χώρο, να μπορούν να κινηθούν όπως θέλουν, να μη νιώθουν ότι τις πιέζεις, να μπορούν αβίαστα να πάρουν την απόφαση τους όποια κι αν είναι, οκ κορίτσια όπως νομίζετε, είναι ωραίο που τα βλέπεις εκεί πέρα ζωηρά να τα δίνουν όλα δίχως να σε φοβούνται, έχουν μια φρεσκάδα, τραγουδούν, φωνάζουν, χτυπιούνται, είναι λίγο βλαμμένα σίγουρα αλλά ποιος νοιάζεται…
Ένα απ αυτά έρχεται δίπλα μου, ούτε που το ξέρω , ένα μπουκέτο γαρίφαλα άσπρα και κόκκινα βαστά , κάτι κλωνάρια πράσινα ανάμεσα τους, ένα σημάδι από κραγιόν ή κάτι τέτοιο στο μάγουλο, ακουμπά το χέρι του στον ώμο μου ‘’ Εσείς που είστε πιο μεγάλος τι λέτε να γίνει με το αγόρι μου, θα τον βρω πάλι, θέλω να τον παντρευτώ, κι αν ανεβάζω φωτογραφίες του στο φέισμπουκ σημαίνει ότι ενδιαφέρομαι γι αυτόν έτσι δεν είναι, εμένα θα μου άρεσε ν ανεβάζουν φωτογραφίες μου αγόρια!’’ Μια φωτογραφία δείχνει τους δυο τους μαζί στο ‘’Κοράλ’’ το παραλιακό μαγαζί που έκλεισε πια, έχουν να βρεθούν καιρό λέει και τώρα θυμήθηκε ότι τον αγαπά, δε φαίνεται πολύ ωραίος αλλά κάτι θα έχει όπως μου λέει το κορίτσι γιατί ένα τσούρμο θαυμάστριες τον κυνηγούν όπου πάει, τι να της πεις ‘’Ναι παιδί μου μαζί σου είμαι, εύχομαι να τον βρεις και να παντρευτείτε!’’ - ‘’ Σας ευχαριστώ, είστε πολύ καλός!’’
Έργο αισθηματικό, κομεντί νομίζεις ότι γυρίζεται εκεί κάτω στη παραλία, σινεμά θυμίζουν όλα τις βουβές μέρες πριν το Πάσχα, όπως είχε φτιάξει για λίγο ο καιρός όλο και πιο γλυκιά γίνεται η ατμόσφαιρα κι όλοι θέλουν να κλέψουν λίγο λιακάδα προτού πιάσουν πάλι οι βροχές και τα χιόνια, το σκηνικό γύρω θαυμάσιο, οι κορυφές των βουνών χιονισμένες αραδιάζονται αντίκρυ, αεροπλάνα γαζώνουν τον γαλάζιο ουρανό σ όλες τις κατευθύνσεις, μια φωτιά καίει κάπου απέναντι, μακριά, σκαλωσιές κολλημένες στις οικοδομές σκαρφαλώνουν προς τα πάνω, πουλιά πετούν ψηλά κάνοντας κύκλους, τα στενά πρασινίζουν απ τα δέντρα που φυλλώνουν ολοένα όπως μπαίνει η άνοιξη, σ ένα πάρκο μια βυσσινιά ολάνθιστη με τον κοκκινωπό κορμό της, οδηγοί στ' αμάξια που περνούν κατεβάζουν τα σκίαστρα να μη τους χτυπά ο ήλιος στο πρόσωπο, μοτοσικλετιστές περνούν με τα κράνη τους ν’ αντανακλούν τις ακτίνες, δυο σκύλοι ένας μαύρος κι ένα καφετής ουρλιάζουν τα οχήματα που περνούν…
Ταινία κινηματογραφική, νομίζεις ότι γυρίζεται, κάμερες ασφαλείας τραβούν όλες μας τις κινήσεις όπως καθόμαστε , παρακολουθούν το περπάτημα μας, καταγράφουν τι λέμε στο τηλέφωνο, ηθοποιοί καλοί, κακοί κι άχρηστοι εντελώς κινούνται τριγύρω, ένα σκηνικό τεράστιο έχει στηθεί και μέσα του παίζουμε τους ρόλους μας όλη την ώρα σα να γυρίζεται κάποιο σήριαλ, μηχανήματα του καφέ ξεφυσούν, κορίτσια στέκονται πίσω από πάγκους με τα μαλλιά τραβηγμένα προς τα πίσω, παιδιά σβέλτα ετοιμάζουν ροφήματα διάφορα, παπούτσια επίπεδα, ελαφριά φορούν, πιτσιρικάδες ρουφούν φραπέδες, κρατούν κουτιά μ’ αναψυκτικά, μουσικές απαλές παίζουν, τυρόπιτες, ντόνατς, κρουασάν, κουλούρια, μπανάνες πορτοκάλια και ρόδια για χυμούς στοιβαγμένα πίσω από τζαμάκια…
Έργο απ το σινεμά εκτυλίσσεται γύρω, όλοι παίζουν το ρόλο τους, άλλοι είναι τόσο αυθεντικοί, τόσο ειλικρινείς που σού ρχεται να βάλεις τα κλάματα κι άλλοι είναι τόσο ψεύτικοι που σου προκαλούν αναγούλα, άντρες με μέικ απ στο πρόσωπο, ηθοποιοί καλοί και κακοί, προσπαθούν να βγάλουν ότι μπορούν από σένα, μερικούς τους πιάνεις γρήγορα, αλά μερικοί είναι τόσο σπαστικοί, τόσο βαλμένοι που δε χρειάζεται να σκεφτείς και πολύ, άλλοι είναι πιο επιδέξιοι, υποδύονται τόσο καλά το ρόλο τους, είναι τόσο πειστικοί που μπορούν να σε τρελάνουν εντελώς , μιλούν τόσο πολύ, τόσο καλά, είσαι σίγουρος ότι είναι αυθεντικοί, γνήσιοι, λες ‘’Εδώ είμαστε!’’ κι όμως αποδείχνονται τόσο σκάρτοι, μα τόσο σκάρτοι, κι ας μη μιλήσουμε για τις γυναίκες, αυτές είναι σωστό ναρκοπέδιο, δε ξέρεις που θα σκάσει, που θα σε βρει και τι θα σου πάρει, χέρι ή πόδι!
Απατεώνες λογιών λογιών κυκλοφορούν παντού τριγύρω παίζοντας θέατρο, δε ξέρεις από ποιον να φυλαχτείς πρώτα, κλέφτες και τζαμπατζήδες προσπαθούν να βγάλουν ότι μπορούν από σένα, εταιρείες ακίνητων, σταθερών, ασταθών, ευσταθών τάζουν ότι μπορούν για να σε τυλίξουν, τράπεζες σε χρεώνουν στα κρυφά, ταξιτζήδες βάζουν ταρίφες εξωφρενικές, όλοι κάτι προσπαθούν ν αρπάξουν! Φίλοι σε κλέβουν μπροστά στα μάτια σου έτσι εν ψυχρώ, δίχως αναστολές, το κάνουν τόσο ανερυθρίαστα που σε σοκάρει, δε μπορείς να το χωνέψεις, δε μπορείς να το πιστέψεις, σκέφτεσαι ‘’Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό σ εμένα πάλι!’’ θες λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσεις τι έχει γίνει, νομίζουν ότι είναι έξυπνοι, κατάφεραν να σε κοροϊδέψουν, σ αιφνιδίασαν, ήταν καλοί ηθοποιοί, τώρα αν δεν θες να τους ξαναδείς στα μάτια σου δε τους νοιάζει, μα τι ηλίθιοι !
Όταν τους ξαναπετυχαίνεις σ’ αποφεύγουν, σε κοιτούν από μακριά κι εξαφανίζονται, κάνουν ότι δε σε είδαν, κρύβουν πράγματα, όταν δεν είναι ανοιχτός ο άλλος, όταν αρχίζει να κινείται σπασμωδικά, όταν δεν πατά γερά και τον βλέπεις κάθε φορά με κάποιον διαφορετικό μαζί του φυλάξου! Άμα δεν απαντούν το τηλέφωνο, αν διακρίνεις λάθη στον τόνο της φωνής, αν κάνουν σχόλια που δεν πρέπει τότε είναι καιρός να μπεις σ επιφυλακή, ξεκίνα να υποπτεύεσαι κάτι κακό, βάλε το συναγερμό, κάνε την γρήγορα κι αθόρυβα, όταν δεν πατά καλά ο άλλος το δείχνει με κάποιο τρόπο, το οσμίζεσαι καθαρά στον αέρα! Τους αντιλαμβάνεσαι απ τον τρόπο που γελούν, τις κουβέντες, τις κινήσεις τους, αργά η γρήγορα όλοι αποκαλύπτονται, όλοι δείχνουν αυτό που είναι πραγματικά, μερικούς πρέπει να τους τσεκάρεις ξανά και ξανά μέχρι να βεβαιωθείς, δε μπορείς να τους πιάσεις με τη μία, οι φυσιογνωμιστές βέβαια λένε ότι με τη πρώτη ματιά ξέρουν αν ο άλλος αξίζει ή όχι, εμείς οι βλάκες θέλουμε λίγο χρόνο παραπάνω, μη τους κάψουμε έτσι άδικα, πρέπει να δώσεις κάνα δυο ευκαιρίες μέχρι να σε πείσουν αν αξίζουν.
Όμως ο κόσμος είναι μικρός τελικά, καθένας μπαίνει στη θέση του, δε τους κρατώ κακία όμως άμα χαλαστώ μια φορά μετά δεν μπορώ, δε θέλω να τους δω μπροστά μου, αλλάζω δρόμο, άμα ραγίσει το γυαλί πάει τελείωσε άστο, δε κολλά με τίποτα ξανά, μια φορά θα το κάνεις φίλε, μετά ξέχνα με, οι ευκαιρίες δεν είναι απεριόριστες, είναι όπως στα έργα, τους κακούς ηθοποιούς δεν τους αντέχω, με το που θα τους δω στους υποτίτλους αλλάζω κανάλι, καλά μερικοί είναι τόσο λούσερς οι άλλοι δε ξέρω τι κάνουν εγώ πάντως έτσι είμαι και παρ όλα αυτά προσπαθώ να παραμείνω καλόπιστος, μ όσα έχω πάθει δεν έχασα τη πίστη μου στους ανθρώπους αλλιώς δεν έχει νόημα τίποτα, πάλι δεν ξέρω όμως…
Σινεμά, σήριαλ, θέατρο, νιώθεις ότι παίζεται γύρω, διάλογοι ξεκάρφωτοι ακούγονται απ όλες τις μεριές λέξεις, φράσεις, κουβέντες αιωρούνται στον άνεμο, η Νίκη λέει ότι δε μπορεί να κάνει μπάνιο με καυτό νερό, η επιδερμίδα της είναι πολύ ευαίσθητη, μόνο χλιαρό χρησιμοποιεί ακόμα κι όταν κάνει παγωνιά έξω, ένας άλλος λέει ότι στη Λάρισα τα στάρια ψήλωσαν μέχρι το γόνατο απ τις βροχές, περιμένει να καλοκαιριάσει για να πάει στο εξοχικό του στο Λιτόχωρο, στο τηλέφωνο του είπαν ότι το μπαλκόνι του γέμισε φύλλα και σκουπίδια, μια φορά που πήγε το χειμώνα έβλεπε το νερό να κατεβαίνει με δύναμη από το βουνό να σκάει με πάταγο το τσιμεντένιο στηθαίο και να χάνεται μέσα σ ένα τεράστιο φρεάτιο. Θέλει να πάει να δει τις τριανταφυλλιές τις κίτρινες που όταν τρίβει τα πέταλα τους στα χέρια του μοσχοβολούν υπέροχα, θέλει να δει και το έλατο που βγάζει φρέσκες βελόνες βαθυπράσινες τώρα με την άνοιξη, την πασχαλιά και το αγιόκλημα, τον φράχτη από πυξάρι που έχει φυτέψει…
Στα κοσμηματοπωλεία σμαράγδια και ρουμπίνια λαμπιρίζουν εκτυφλωτικά, δαχτυλίδια με πετράδια από νεφρίτη, πλευρές κατεργασμένες κι έδρες στιλπνές, διαμάντια φωτοθλαστικά που αντανακλούν χιλιάδες φορές το φως στο εσωτερικό τους, βραχιόλια μεταλλικά, ένα γυαλιστερό νόμισμα κολλημένο στην άσφαλτο, γάτες και κοράκια μπαινοβγαίνουν σε κάδους, άνθρωποι σπρώχνουν καροτσάκια με μωρά, αμάξια περνούν, το μάτι πιάνει κάποιον που παραπατά και σκοντάφτει, τύποι ύποπτοι μαυροφορεμένοι κυκλοφορούν, μια ληστεία ετοιμάζεται, ταινίες φαντασίας και θρίλερ γυρίζονται, αφίσες προαγγέλλουν τα προσεχώς, τρέιλερ διαφημίζουν πρεμιέρες έργων με καταστροφές και θεομηνίες, στις οθόνες κολόνες καταρρέουν, οροφές συντρίβονται, σκόνη, ορυμαγδός, πανδαιμόνιο, κουρνιαχτός, άνθρωποι τρέχουν να κρυφτούν, σάουντρακ ακούγονται από κάπου όλο και πιο δυνατά, ομίχλη απλώνεται παντού το σούρουπο, ταινία φαντασίας παίζεται τριγύρω, άλλοτε την παρακολουθείς, άλλοτε είσαι μέσα της κι άλλοτε δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει πραγματικά και σε ποια διάσταση βρίσκεσαι, την αληθινή ή την άλλη που συμβαίνει μέσα στο μυαλό σου.
Ένα γλυκό φοβερό παραγγείλαμε, το νερό μετά ήταν το καλύτερο, δροσερό, κρύο κυλούσε στο λαρύγγι, ο Τομ απ τη Ντεϊτόνα ήταν μαζί μας, με τα σπαστά ελληνικά του έλεγε για μια κοπέλα που δεν την ήθελε πια ο άντρας της, δε κοιμόταν μαζί της πια, την απέφευγε σαν το διάολο, την ξέραμε, την βλέπαμε, τη λυπόμασταν την καημένη, και να πεις ότι ήταν καμιά άσχημη, μα τι ζώο που ήταν εκείνος ο τύπος ο άντρας της! Ο Τομ είχε όρεξη μιλούσε για το ταξίδι που ετοιμάζονταν να κάνει στην Αμερική κάπου στη Φλόριντα, εκεί πέρα λέει έχει ένα γήπεδο χαοτικό, μια πίστα αγωνιστική όπου οι οδηγοί τρέχουν σα δαιμονισμένοι και γέρνουν στις στροφές να μη τους πάρει ο άνεμος, καλά πρέπει να μην αγαπάς και πολύ τη ζωή σου για να τρέχεις μ΄ εκείνα τ αμάξια που αψηφούν τους νόμους της φύσης κι απογειώνονται σαν καρυδότσουφλα για να σκάσουν στις μπάρες μέσα σε λάμψεις, εκρήξεις και σπινθήρες από τις συγκρούσεις καθώς τα οχήματα σέρνονται κυλώντας στο οδόστρωμα, οι λαμαρίνες τους γίνονται κομμάτια κι όλοι σηκώνονται απ τις εξέδρες να δουν τι γίνεται, μας έλεγε κι άλλα ο Τομ, για αγώνες που οργανώνουν σε μέρη ερημικά βάζοντας στοιχήματα και τρέχουν σε δρόμους ατέλειωτους, εκεί που δεν κυκλοφορεί ψυχή ανθρώπινη, στη μέση της ερήμου, μας έλεγε για ιστορίες για αυτοκίνητα που πέφτουν σε γκρεμούς με βάραθρα, βράχια, δέντρα, ποτάμια να χάσκουν από κάτω τους κι οι οδηγοί πετάγονται έξω την τελευταία στιγμή, μας έλεγε κι άλλα…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...