Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΑΝΤΟΧΗ ΥΛΙΚΩΝ


Το πορτοφόλι που είχαμε βρει ήταν γεμάτο  κάρτες πιστωτικές, μια ταυτότητα, δίπλωμα, κάτι λεφτά, ένα βιβλιάριο τραπέζης, ένα σωρό άλλα χαρτιά ξεχείλιζαν τις θήκες,  o Μιχάλης το  είχε εντοπίσει   σε κάποιο κάθισμα όπου το είχαν ξεχάσει και το ανέμιζε στο μαγαζί  όπου καθόμασταν,  ‘’ Εσύ θα το πας στο τμήμα!’’ μου είπε  ‘’ Ζήτα χαρτί ότι το παρέδωσες’’. 

Μπροστά στο τμήμα οι ματατζήδες  με καφέδες στο χέρι  ρώτησαν τι θέλω, ‘’Μπράβο φιλαράκι!’’ είπαν όταν τους εξήγησα και μ’  άφησαν να προχωρήσω, κάτι σκάλες βρώμικες, τοίχοι γδαρμένοι, καρέκλες διαλυμένες, σε μια αίθουσα ένας αστυνομικός με γενειάδα μακριά σημείωνε κάτι χαρτιά, μου είπε να περιμένω, μια καταγγελία αυτόφωρη διεξάγονταν, μια ξανθιά πολύ όμορφη ήταν εκεί μέσα, κάτι έλεγε, κάποια καταγγελία μάλλον έκανε, ‘’ Πέρνα μέσα!’ ’ μου φώναξαν έπειτα από λίγο. Μπαίνοντας είδα  μια κάμαρα παλιά, ένα παράθυρο, σε μια γωνιά ένα βουνό από πορτοφόλια και τσάντες ‘’ Μας τις φέρνουν απ’ το δήμο…’’ είπε ο αστυνομικός ‘’ …για να δούμε τι έχει το δικό σου !’’ έβγαλε προσεχτικά ένα - ένα όλα τα χαρτιά, σημείωνε ότι έβρισκε, έβαλε κάπου χωριστά ένα πράσινο  που ψάρεψε, ''Μετά από ένα χρόνο αν δεν τα ζητήσουν τα λεφτά είναι δικά σου, έλα να υπογράψεις !’’ έσκισε ένα φύλο  από το μπλοκάκι του, μου το δωσε, χαιρέτησα κι έφυγα. Στο μαγαζί όλοι είχαν σκάσει από περιέργεια, είχαν φαγωθεί να μάθουν τι έγινε, τους είπα, τους έδειξα και το χαρτί που μου δώσανε, ο Μιχάλης έλεγε τώρα ότι δεν έπρεπε να το παραδώσουμε, εγώ σκεφτόμουν  πώς να ήταν άραγε η κοπέλα που το είχε χάσει  απ’  την φωτογραφία της ταυτότητας πάντως έμοιαζε  όμορφη …


Το Σάββατο στο κέντρο είχε λιακάδα,  στα πλακάκια είχαν βγάλει καθίσματα, ντελιβεράδες τρελαμένοι οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, περνούσαν μπροστά μας γεμίζοντας εξατμίσεις τον τόπο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να φυλαχτούμε, μια φωνή ακούστηκε κι όλοι γυρίσαμε τα κεφάλια ''Μήπως βρήκατε κανένα πορτοφόλι;’’ το είχαμε ξεχάσει εντελώς.  Μια κοπέλα με αραιά μαλλιά ήρθε κοντά, ''Ποιος το πήγε στην αστυνομία;'' εμένα δείξανε, η κοπέλα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το έτεινε προς το μέρος μου ‘’Είναι πάρα πολλά!’’ είπα οπότε πετάχτηκε ο Μιχάλης  ''Σκάσε και πάρτο !'' το πήρα, μετά όμως ο Μιχαλάκης άλλαξε γνώμη, '' ‘’Δώστο πίσω στο κορίτσι, κοπελιά δεν είναι σωστό !''και δεν είχα προλάβει να χαρώ , τελικά μου δώσανε κάτι ψιλά, η κοπέλα πάντως ήταν  γεμάτη  ευγνωμοσύνη.

Κάθισε μαζί μας, κέρασε ποτά,  όλοι την έκοβαν από πάνω μέχρι κάτω να δουν αν αξίζει, με το που  την άκουσα να μιλά ήξερα ότι μ’  ενδιαφέρει, έπρεπε να τη γνωρίσω οπωσδήποτε και είχα καλή αφορμή, πιάσαμε κουβέντα ήταν πολύ ευχάριστη, χαμογελούσε,   σε μια φάση της πέταξα κάτι που ίσως δεν έπρεπε, ένιωθα όμως ότι έπρεπε να είμαι λίγο επιθετικός  ‘’Κάποτε πρέπει να ήσουν πολύ όμορφη’’ ήταν μια δύσκολη στιγμή,  ευτυχώς εκείνη τη στιγμή πέρασε ένας φίλος να με δει και μ’ έσωσε. Πιάσαμε κουβέντα,   άρχισε να με ρωτά για τις προηγούμενες σχέσεις μου,  γιατί χώρισες,  δε μπορεί, κάτι λάθος θα έκανες !''  ‘’Μια γυναίκα δε μπορεί δίχως σύντροφο’’ πέταξε σε κάποια στιγμή,   ‘’Εσείς είστε πιο σκυλιά, πιο γαϊδούρια, αντέχετε και μοναχοί σας, είστε φτιαγμένοι από υλικό πιο ανθεκτικό!’’ δε συμφωνούσα μαζί της όμως μπορεί και να είχε δίκιο. Ο Μιχάλης που την παρατηρούσε όλη την ώρα προσφέρθηκε να φέρει γλυκά για την παρέα και την ρώτησε τι θα προτιμούσε,  δεν της άρεσαν τα γλυκά απ’  το Χατζή, προτιμούσε  ένα άλλο ζαχαροπλαστείο που δεν το ήξερα καθόλου,  εκεί λέει έφτιαχναν  κάτι τρίγωνα καταπληκτικά μ ένα φύλλο έξοχο, μια κρέμα θεϊκή, ο Μιχάλης είπε ότι θα το έβρισκε και θα έφερνε τα καλύτερα.

Ήμουν λίγο χαμένος, πρόσεχα  το φιογκάκι που έκλεινε το μπλουζάκι της, κι ένα σημάδι που είχε ψηλά στο στήθος. Το μεσημεράκι εμφανίστηκε  ένας εγγλέζος ξέμπαρκος  ο Τομ από το Μπρίστολ μαζί με κάτι τύπους παρακμιακούς,  γυαλιά μαύρα φορούσε, ένα σορτσάκι, σαγιονάρες, ένα κολάρο  στο λαιμό, κάποιος σπόνδυλος είχε φύγει από τη θέση του. Ο Τομ κουβαλούσε πάντα ένα κασετόφωνο χαλασμένο, διαλυμένο, που έπαιζε παλιά ρεμπέτικα από ηχογραφήσεις γεμάτες παράσιτα, όπως συνήθως  χόρευε μοναχός του, τα έδινε όλα, ''Οι Έλληνες είναι οι καλύτεροι ! ‘’φώναζε ''' Οι Άγγλοι είναι όλοι γκέι!’’‘’Πάντα έτσι κάνει αυτός ;’’ με ρώτησε η κοπέλα ‘’Ω ναι’’ απάντησα ‘’Μην τον παρεξηγείς’’,  έπειτα συνεχίσαμε τα δικά μας   ‘’Μ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους αυθόρμητα, τυχαία’’ είπε ‘’’ Να πέφτω πάνω σε κάποιον στο απρόοπτο, να μη προγραμματίζω, όπως όταν πάω στα μαγαζιά και ψωνίζω κάτι επειδή μ’ αρέσει εκείνη τη στιγμή, πάρε για παράδειγμα τη φάση με το πορτοφόλι, αν δεν το ’χανα δεν θα γνωριζόμασταν!’’  

Μιλούσαμε για πράγματα άσχετα με το χώρο που βρισκόμασταν σα να μη μας επηρέαζε στο ελάχιστο η χοντροκοπιά του περιβάλλοντος, μου έλεγε για  στο χωριό όπου είχε γεννηθεί,  ο σιδηρόδρομος περνούσε δίπλα απ το σπίτι τους , κοντά στις ράγες φύτρωναν συκιές άγριες, έναν άνθρωπο είχε δει κάποτε να περπατά πάνω στ' άσπρα χαλίκια που είχανε στρώσει δίπλα στις σιδηροτροχιές, τον κοιτούσε μέχρι που χάθηκε μακριά. Πίσω από το σπίτι τους υπήρχε ένα βουνό , το φθινόπωρο στις πλάγιες του οι φτέρες έπαιρναν χρώματα καφετιά και κόκκινα, τη νύχτα τα άστρα φαίνονταν πολύ καθαρά ιδίως δυο απ αυτά που έμοιαζαν με ζευγαράκι, έλαμπαν τόσο δυνατά που νόμιζες ότι αν άπλωνες το χέρι μπορούσες να τα πιάσεις, μια φορά είχε δει κι ένα τεράστιο φεγγάρι να χάνεται πίσω απ την οροσειρά βάφοντας το φρύδι του βουνού χρυσαφένιο. Δίπλα στο σπίτι της  υπήρχε μια αυλή  όπου φύτρωναν ζουμπούλια και τριανταφυλλιές ροζ, μύριζαν υπέροχα, στη μέση του κήπου μια μανόλια ολάνθιστη με φύλλα γυαλιστερά και λουλούδια τεράστια που έμοιαζαν με άσπρες μπάλες χριστουγεννιάτικες, ένας φούρνος πλινθόκτιστος υπήρχε στην αυλή όπου έψηναν τα τσουρέκια τους που γίνονταν τέλεια, σα μαστίχα ήταν η ζύμη τους. Πήγαιναν εκεί με τη μάνα της και διάβαζαν κάτω απ τα δέντρα τα μαθήματα του σχολείου, η γειτόνισσα τους κερνούσε σακολατάκια δίχως περιτύλιγμα, η μάνα της δε την άφηνε όμως αυτή έπαιρνε πάντα πιο πολλά ''Πάρτε όσα θέλετε!'' τους έλεγε η γειτόνισσα κι εκείνη γέμιζε τη χούφτα της με μαργαρίτες σοκολατένιες, το πρωί τις έπαιρνε στο σχολείο τυλιγμένες σ αλουμινόχαρτο, τις άφηνε να λιώσουν στη τσέπη κι έπειτα τις έτρωγε έτσι λιωμένες. Μερικές φορές  πήγαιναν και καθάριζαν εκείνο το σπίτι της γειτόνισσας, αυτή βοηθούσε τη μάνα της στο ξεσκόνισμα, παντού έβρισκε λεφτά πεταμένα, κέρματα, χαρτονομίσματα, ότι ήθελες, ο άντρας εκείνης της γυναίκας με τον κήπο τον υπέροχο δεν τα έδινε καθόλου σημασία, ήθελε να βάλει μερικά στη τσέπη της αλλά η μάνα της δε την άφηνε...

Το μέρος ήταν στενό και στεκόμασταν όρθιοι  δίπλα στον πάγκο,  όπως έμπαινε κόσμος συνέχεια τραβιόμασταν όλο και πιο βαθιά, είχε έρθει πολύ κοντά, κοίταζε το πουκάμισο, το λαιμό μου, ''Μ αρέσει που σ έχω στριμώξει εδώ πέρα!'' είπε, Είχε κάτι που με είλκυε, μια γλύκα στο πρόσωπο, ένα σημάδι σα πληγή μικρή ψηλά στο στήθος, τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου, έπιασε το χέρι μου, ένιωσα σα δροσοσταλίδα που κυλά στο εσωτερικό ενός λουλουδιού τεράστιου κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι και χάνεται μέσα στον κάλυκα βλέποντας φύλλα βαθυπράσινα και πέταλα που αλλάζουν χρώματα, ήταν μια στιγμή ονείρου.  

Καθώς μιλούσαμε ένα ζευγάρι πέρασε απέξω, τους ήξερε, είχαν και το μικρό παιδί τους, με το που το είδε πετάχτηκε πάνω, το φιλούσε, το αγκάλιαζε,  θα έφευγε  μαζί τους, ‘’Δεν θα περιμένεις τα γλυκά;’’ την ρώτησα ‘’Όχι δεν γίνεται, έχω αργήσει ‘’,  τη χαιρέτησα αδιόρατα, δεν έπρεπε να κοιτάξω κατά κει, έπρεπε να το παίξω σκληρός, την έβλεπα ν’ απομακρύνεται όμως ύστερα στράφηκε πίσω, όπως την κοιτούσα  να έρχεται από μακριά έμοιαζε διαφορετική, σα να είχε μεσολαβήσει ένα μεγάλο διάστημα από την ώρα που ήμασταν μαζί, κάποιον φώναζε, δε καταλάβαινα, οι άλλοι που ήταν εκεί είπαν, ''Εσένα θέλει!''
Την πλησίασα, μου μιλούσε χαμηλόφωνα σα να γνωριζόμασταν χρόνια ''Τι γίνεται σ’ εκείνο το μαγαζί με τα φρουτάκια;’’, με ρώτησε συνωμοτικά για το μαγαζί που υπήρχε εκεί δίπλα’’ Τι τύποι συχνάζουν, είναι μήπως ύποπτο, μπήκε κάποιος μέσα και θέλω να ξέρω!'' -  ''Δεν έχω δει κάτι παράξενο τόσο καιρό που έρχομαι εδώ πέρα’’ της είπα ‘’Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε κλείνει ποτέ, δουλεύει, εκεί ένας γνωστός μου  αυτοφωράκιας που έχει κοιμηθεί  στο τμήμα κάνα δυο φορές όταν μπούκαρε η αστυνομία για έλεγχο.  Κατά τ’  άλλα είναι το ίδιο με όλα τα μαγαζιά του είδους’’ χαιρέτησε  πάλι χαμογελώντας κι απομακρύνθηκε ξανά,   ‘’Τι να ήθελε και με ρωτούσε για τα φρουτάκια ;’’ σκεφτόμουν, ‘’Ήταν κάποιο κόλπο ή έτσι έτυχε;’’

Ύστερα από χρόνια αισθανόμουν ότι έβρισκα μια γυναίκα που μπορούσα να εμπιστευτώ , την σκεφτόμουν όλη την ώρα, η πρώτη μας συνάντηση είχε πάει πολύ καλά όμως τις επόμενες μέρες   δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε,  είχα χάσει τον ύπνο μου, τα πρωινά σηκωνόμουν   ζαλισμένος , μια μέρα  έπρεπε  να παραδώσω σε μια διεύθυνση ένα κουτί με βιβλία, πάνω του έγραφε με μαρκαδόρο «Αντοχή υλικών» από τι υλικό πρέπει να είσαι φτιαγμένος για να αντέχεις τέτοιες καταστάσεις, σκεφτόμουν. Είχα μπερδευτεί εντελώς,  κοίταζα γύρω μου σα χαμένος,  γυναίκες κατέβαζαν σακούλες στους κάδους, κάποιος ανέβαζε ένα στόρι, ένα παιδί συνάντησα  σε μια ανηφόρα, έμοιαζε ξέπνοο, ένα μπλουζάκια μ’ ένα κορδόνι που έδενε στο στήθος φορούσε, το ρώτησα κατά που έπεφτε η διεύθυνση, ’’ Μια ανάσα να πάρω !’’ μου είπε ‘’Έρχομαι από ποτό! ‘’ κοντοστάθηκε και μου έδειξε.

Όλη εκείνη τη μέρα ο χρόνιος σα να σέρνονταν, το βράδυ που  έφευγα απ’ τη δουλειά  περπατούσα σκεφτικός,  άρχισε να  βρέχει  κι η πόλη έγινε ένας χείμαρρος,  τα φώτα των αυτοκίνητων έκοβαν σε λωρίδες το σκοτάδι, νερά τρέχανε μέσα από σχάρες στις υπόγειες υδρορροές, από τις γειτονιές τις ανηφορικές ποτάμια μικρά σχηματίζονταν που κυλούσαν κατά τη θάλασσα.  Δεν είχα ομπρέλα και θα γινόμουν μούσκεμα, δεν άντεχα το κεφάλι μου βρεγμένο,   το μισούσα αυτό κάθε φορά, όλα πήγαιναν στραβά, ήθελα να βρίσω την τύχη μου τον καιρό όλο το σύμπαν όταν χτύπησε το κινητό,  '' Σε βλέπω μέσα απ’ το λεωφορείο, μείνε εκεί που είσαι έρχομαι να σε βρω!’’, δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθούμε υπό ομαλές συνθήκες, την είδα που κατέβηκε από τα αστικό και   πλησίασε προς το μέρος μου χαμογελαστή, σα να μη την ένοιαζε ο κατακλυσμός,  έβγαλε μια ομπρέλα και την άνοιξε πάνω απ το κεφάλι μου, '' Καλά εσύ είσαι ικανός να περπατάς σα βλαμμένος μες τη βροχή και ν' αρρωστήσεις, δεν έχω καμιά όρεξη να σε νταντεύω’’ μου είπε .  




Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


Στο σχολείο κάθε άνοιξη τα παιδιά έβγαιναν  στα χωράφια να μαζέψουν κισσό πράσινο και κλωνάρια ελιάς για να φτιάξουν στεφάνια για την παρέλαση, φορούσαν κάτι αδιάβροχα αυτοσχέδια που  έφτιαχναν από τσουβάλια λιπασμάτων,  ήταν πολύ αποτελεσματικά, προφύλαγαν από τη βροχή  και στέκονταν ωραία στους ώμους  σκεπάζοντας ταυτόχρονα το κεφάλι με μια τριγωνική κουκούλα,  έξω από την αυλή περνούσε ένα  αυλάκι τσιμεντένιο  όπου έτρεχε νερό κι ακριβώς απέναντι από το δρόμο που περνούσε μπροστά στο σχολείο φύτρωναν σφεντάμια  που άπλωναν τα πράσινα φύλα τους. Αγαπούσε πολύ το σχολείο, κάθε καλοκαίρι παρακαλούσε πότε να περάσει ο καιρός για ν’  ανοίξει ξανά,  πρέπει να ήταν ο μόνος που ήθελε κάτι τέτοιο,  το πρωί όπως περπατούσε κρατώντας τη τσάντα του έβλεπε τον ήλιο απέναντι από το βουνό που φώτιζε τον κόσμο ολόκληρο, ήταν ένα θέαμα μαγικό.

Όλα του άρεσαν στο σχολείο,  μερικές φορές έμπαινε σ’ εκείνη την αίθουσα με τις εγκυκλοπαίδειες  όπου ήταν και το εργαστήριο, εκεί  φύλαγαν τρισδιάστατα γεωμετρικά σχήματα,  σφαίρες,  ορθογώνια  διάφανα,  ρόμβους, πυραμίδες,  τετράγωνα, κύβους, υπήρχε εκεί και μια συλλογή από ορυκτά, καθόταν κι έβλεπε τα ονόματα,   σιδηροπυρίτης, χαλαζίας, μαλαχίτης, δεν είχε δει ποτέ του τέτοια πετρώματα. Ένα διάστημα επειδή ήταν πρώτος μαθητής του είχαν δώσει τη σημαία κι έπρεπε  να την κατεβάζει το απόγευμα κι αυτό  του φαίνονταν περίπλοκο, στα τεχνικά ακόμα και τα πιο απλά δεν ήταν καλός, έπρεπε  να την τραβήξει,  να την βγάλεις από το κοντάρι, να δέσεις το σκοινί,  του άρεσε όμως να τη βλέπει ν’ ανεμίζει ψηλά πάνω από μια ροδακινιά που βρίσκονταν στην αυλή. Μερικές φορές πάλι επειδή είχε το κλειδί του σχολείου, έμπαινε το βραδάκι και διάβαζε κανένα κομμάτι από την εγκυκλοπαίδεια επειδή δεν είχαν στο σπίτι,  αυτό του φαίνονταν σαν περιπέτεια .

Στο καφενείο που ήταν κοντά στο σχολείο σύχναζαν κάτι τύποι που έπιναν ούζο απ’ το πρωί,  ένας από κείνους  τους τύπους μάλιστα μια φορά είχε πιει τόσο πολύ που αφού έβαλε ένα δισκάκι  στο ηλεκτρόφωνο πήγε και ξάπλωσε στη μέση του δρόμου, τα αμάξια σταματούσαν απορημένα  μπροστά του ώσπου κάποιοι βγήκαν και τον μάζεψαν . Σε κείνο το καφενείο πήγαινε  καμιά φορά ν’  αγοράσει κορνέδες που είχε ο καφετζής στον  μπουφέ με τη γυάλινη βιτρίνα,  όταν δεν είχε κανέναν  εκεί μέσα έπαιρνε καμιά εφημερίδα παρατημένη να διαβάσει, μια είδηση  του είχε κάνει εντύπωση και τη θυμόταν, μιλούσε  για κάποιον που έπνιξε ένα κακομοίρη βάζοντας τον να φάει ένα μεγάλο αχλάδι,  δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε γίνει εκείνο το πράγμα, του έχε φανεί τερατώδες,  γιατί  ο άλλος δεν το έχε απλά δαγκώσει,  δεν το χωρούσε το μυαλό του…

Τα απογεύματα  μετά τη βροχή,  όταν οι ιστοί των αραχνών γέμιζαν δροσοσταλίδες, έβγαιναν με την αδερφή του να μαζέψουν σαλιγκάρια  μέσα από τις δροσιές, τα σαλιγκάρια  τα έβρισκαν ανάμεσα σε κάτι φυτά που τα έλεγαν γαλαξίδες γιατί άμα τα έκοβες έβγαζαν ένα υγρό  άσπρο σα γάλα, κι οι λιθότοποι ήταν αγαπημένα μέρη των σαλιγκαριών,  μια φορά που είχαν  μαζέψει μια σακούλα από δαύτα   και βρίσκονταν δίπλα στο δρόμο ένα αμάξι σταμάτησε και τους ζήτησε να τα αγοράσει,  τους τα πούλησαν για ένα πόσο σίγουρα ασήμαντο όμως τους φάνηκε εντυπωσιακό που έβγαλαν χρήματα από κάτι που το έκαναν για να διασκεδάσουν.

Η αδερφή του από τότε που ήταν πολύ μικρή  είχε μανία με το φεγγάρι, το έβρισκε πάντα στον ουρανό τη μέρα που σεργιάνιζε ξέθωρο δίχως να  λάμπει και το έδειχνε με το χεράκι της φωνάζοντας, μια φορά της το είχε δείξει η μάνα της κι από τότε το έψαχνε πάντα κοιτάζοντας  ψηλά σε όλες τις μεριές του ορίζοντα. Μια άλλη μανία που είχε η μικρή ήταν ένα λουλούδι  τεράστιο που είχαν στην αυλή,  πήγαινε και  το περιεργάζονταν  όλη την ώρα αγγίζοντας τα μεγάλα άσπρα πέταλα με τα χεράκια της,  πρέπει να ένιωθε ότι το  λουλούδι ήταν κάτι  πολύ παράξενο. Περνούσε πολλές ώρες μαζί με την αδερφή του, η αγαπημένη τους ασχολία ήταν να χαζεύουν ένα κουτί με διάφορα πολύτιμα όπως τα θεωρούσαν,  νομίσματα, πετράδια ημιπολύτιμα, σφραγίδες, ένα δαχτυλίδι, ήταν ο θησαυρός τους και του είχαν δώσει και όνομα  ‘’θραύσματα από το καλειδοσκόπιο του παραδείσου’’,  κάπου το είχαν βρει γραμμένο και τους άρεσε.

Πέρα από σαλιγκάρια την άνοιξη έβρισκες και χόρτα στα χωράφια και στα λιβάδια λάπατα ξινά,  ραδίκια ζοχούς αλλά πιο  πολύ παπαρούνες, που είχαν μάθει να τις ξεχωρίζουν ανάμεσα σ’ ένα σωρό βότανα, είχαν φύλλα σε διάφορα σχήματα όμως το μάτι τους είχε εξασκηθεί και τις εντόπιζε  ιδίως σε σημεία που είχαν οργωθεί και είχε φρέσκο χώμα. Τα χόρτα η μάνα του τα έκανε πίτα, αφού ζύμωνε με τα δυνατά της χέρι μέσα σε μια σκάφη το ζυμάρι κοπανώντας το αλύπητα το άπλωνε σ’ εκείνο το καπάκι  που χρησιμοποιούσαν για να σκεπάζουν τα ξερά καπνά  και μετά άπλωνε  τα χόρτα που είχαν βράσει, λάδι και  τυρί τριμμένο τα έβαζε σ’ ενώ σινί μεγάλο κι έπειτα  έψηνε την χορτόπιτα πάνω στη σόμπα, όταν ψήνονταν η μια μεριά   γύριζε την πίττα από την άλλη τοποθετώντας την πάλι στο ξύλινο καπάκι. Εννοείται ότι το μισό ταψί πήγαινε στον πατέρα του που ήταν πολύ λαίμαργος, άμα δεν έτρωγε όσο άντεχε χαλούσε τον κόσμο  και τελικά πέθανε από τη λαιμαργία του αφού δεν μπορούσε να συγκρατηθεί,  πήγε από ζάχαρο  που είχε ξεφύγει είχε άσχημο τέλος,  του είχαν κόψει και το πόδι.

Την άνοιξη στόλιζαν τα κορίτσια και τον επιτάφιο ,αυτός πήγαινε  κάθε μεγάλη Παρασκευή πρωί- πρωί να μαζέψει από ένα ξέφωτο  κάτι κρίνα άγρια, γαλάζια και κίτρινα που του άρεσαν πολύ,  τα  άφηνε μαζί με  τ’ άλλα λουλούδια πάνω από την εικόνα του χριστού, έπειτα την φιλούσε όπως έκαναν  όλοι κι ύστερα περνούσε κάτω απ τον επιτάφιο, το βράδυ η πομπή  με τον στολισμένο επιτάφιο περνούσε κάτω από το σπίτι της  γιαγιάς του κι έβγαιναν στο μπαλκόνι να τη δουν,  μια συνοδεία από κεριά,  φώτα και  σκιές στο μισοσκόταδο  που θύμιζε την ‘’Νυχτερινή περίπολο’’ του Ρέμπραντ .

Ο επιτάφιος ύστερα από  μια μεγάλη βόλτα  κατέληγε πάλι  στην εκκλησία, έκανε μερικές στάσεις σύντομες αλλά την πιο μεγάλη στάση την έκανε όταν περνούσε  από μια γειτονιά δίπλα σε κάτι αρχαία χαλάσματα που κάποτε πρέπει να ήταν τείχη  ή φρούρια. Αυτή ήταν η πιο όμορφη γειτονιά,  όσοι έμεναν εκεί ήταν  πολύ μερακλήδες, είχαν γλάστρες στις αυλές και τα σπίτια τους τα  είχαν  βάψει με κάτι χρώματα φανταχτερά, πολύ όμορφα, μερικά ήταν βαμμένα στο χρώμα της ώχρας,  άλλα άσπρα, ασβεστωμένα, υπήρχαν βέβαια και κάμποσα   φτιαγμένα από ,λαμαρίνες εντελώς παρατημένα όμως κι εκείνα ήταν ωραία,    λουλούδια  έβγαιναν  μόνα τους στις αυλές ανάμεσα στα χορτάρια αφού κανείς δεν τα περιποιόνταν,  κάτι κρόκοι πορτοκαλί  και κίτρινοι, κάτι τουλίπες,  κάτι τριαντάφυλλα κι άλλα λουλούδια αναρριχώμενα. Όποτε περνούσε από κείνη  τη γειτονιά δεν άκουγε τίποτα,  ούτε έναν θόρυβο  μόνο από κάποιο  γκρέμισμα έλεγαν ότι ζούσε ένας μονόχειρας ερχόταν το βουητό κάποιου ραδιοφώνου που έπαιζε ασταμάτητα κι ένας ήχος  νερού που κυλά συνέχεια σα να υπήρχε εκεί μια πηγή υπόγεια. Ένα μεσημέρι που πλησίασε να δει από πού ερχόταν ο ήχος του νερού είδε πίσω από τις λαμαρίνες ένα ποταμάκι να βγαίνει κάτω από ένα μεταλλικό σκέπασμα,  όπως ήταν αφηρημένος ούτε που είδε ένα σκύλο μαλλιαρό που πετάχτηκε γαυγίζοντας μπροστά του σα φάντασμα και τον κατατρόμαξε.

Μια μέρα ήρθε στο σχολείο ο πατέρας του μαζί μ’ εκείνον τον  μονόχειρα  που έμενε στο γκρεμισμένο σπίτι, θέλανε να ρωτήσουν για τα παιδιά τους πως πάνε με τα μαθήματα,  του έκανε εντύπωση που ο πατέρας του μιλούσε με τον μονόχειρα, τον χαιρέτησε από μακριά κι έτρεξε με τα’  άλλα παιδιά. Το βράδυ τον άκουσε να λέει στη μάνα του ότι  δεν είχε καμιά σχέση με την αδερφή του, εκείνος ήταν σκάλες ανώτερος   η μικρή  όταν το έμαθε έβαλε τα κλάματα. Από τότε η αδερφή του άρχισε να ζηλεύει,  όσο περνούσαν τα χρόνια ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με κείνη, καθώς  μεγάλωνε  γίνονταν και πιο αυταρχική, πιο περίεργη, είχε μια τάση να μπλέκει όλο σε καταστάσεις περίεργες  σα να μη της άρεσαν τα φυσιολογικά πράγματα, κι όταν εκείνος  κέρδισε  έναν κουμπαρά  πράσινο για μια έκθεση που γράψανε έ  τότε δεν ήθελα ούτε να τον βλέπει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε όμως  όσο περνούσε ο καιρός τον απέφευγε λες και το έκανε επίτηδες, είχε μεγαλώσει πια και χρόνο με το χρόνο  την είχε χάσει, κράτησε καιρό όμως τελικά απομονώθηκαν τελείως,  αυτό βέβαια δεν έγινε σε μια μέρα,  είχαν μαλώσει  κατά καιρούς πολύ άγρια αλλά αυτά συμβαίνουν πάντα ανάμεσα στα  αδέλφια,  εκείνη όμως αποδείχτηκε ότι είχε χαρακτήρα εκδικητικό . Ακόμα και στις μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα όποτε της τηλεφωνούσε εκείνη του απαντούσε ξερά και με μισόλογα σα να την υποχρέωναν να κάνει κάτι,   στο τέλος αποφάσισε να μη της τηλεφωνεί καθόλου να έχει το  κεφάλι του ήσυχο όμως του έλειπε, ήξερε ότι ένα κομμάτι του ήταν μέσα της αλλά  τι μπορούσε να κάνει ;

Παρ’  όλο που δεν τη συναντούσε πια την έβλεπε ταχτικά στον  ύπνο του σα να είχαν καρφωθεί  οι ανυμνήσεις για πάντα στο μυαλό του,  κάποια στιγμή του τηλεφώνησε έτσι στο άσχετο και μίλησαν για τα παλιά,  πιο πολύ εντύπωση του έκανε ότι ο γιος της έψαχνε όπως κι εκείνη το φεγγάρι στον ουρανό κι όταν το έβρισκε το έδειχνε με το δαχτυλάκι του. Χάρηκε πολύ που  την ξαναβρήκε, σκέφτηκε ότι μπορούσαν να περάσουν ένα σαββατοκύριακο μαζί , πολλές φορές είχε προσέξει ότι εκείνη θυμόταν πράγματα που αυτός είχε ξεχάσει, μια φορά του είχε πει για μια τζιτζιφιά που υπήρχε στην αυλή του σχολείου,  για έναν χαρταετό που είχαν φτιάξει μαζί, για ένα ψάρι που είχαν πιάσει σ’  ένα ποταμάκι,  την πήρε στο τηλέφωνο όμως αυτή τη φορά  ήταν  απόμακρη , κλείστηκε ξανά στο καβούκι της,  του μίλησε απότομα  κι αυτός τσατίστηκε, ήθελε να της  πει κάτι βαρύ αλλά κρατήθηκε.


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΥΝΟΥ


Κανείς δε κοιμόταν εκεί πέρα το βράδυ, όλοι γύριζαν σαν  τα  φαντάσματα μέχρι που τους πλάκωναν στα χάπια και ησύχαζαν,  δεν είχε όμως άλλη επιλογή, έπρεπε να βάλει εκεί μέσα τον πατέρα του γιατί δε γινόταν να τον κοιτάξει,  είχε μικρά παιδιά κι η γυναίκα του αν και δεν έλεγε τίποτα,  δυσανασχετούσε. Δε γινόταν αλλιώς, του είχε πάρει τις καλύτερες πιτζάμες και τον είχε βάλει στο καλύτερο γηροκομείο, έψαχνε καιρό πολύ  μέχρι να αποφασίσει, είχε ρωτήσει παντού όμως η κλινική που βρήκε  ήταν πολύ ωραία,  με θέα κάτω στη πόλη και κοντά σ’ ένα αυτοκινητόδρομο κεντρικό που πήγαινε κατά τη θάλασσα,  καθόταν εκεί στην αυλή ο γέρος  κάτω από μια πέργολα ανάμεσα σε γλάστρες με λουλούδια και κοιτούσε  μακριά  ώρα πολλή ώσπου ερχόταν οι νοσοκόμες και τον μάζευαν.   Μαζί του καθόταν πολλές φορές  και μια γριά που είχε αλτσχάιμερ,  δε μιλούσε μοναχά τον κοιτούσε μ’  ένα βλέμμα περίεργο και μετά χαμογελούσε σα να σκεφτόταν κάτι πολύ αστείο.

 Ο γέρος φαινόταν να έχει συνηθίσει εκεί μέσα,   σα να είχε χαθεί,  καμιά φορά ρωτούσε τι γίνεται έξω κι όταν αυτός του έλεγε κάποια νέα ο γέρος  τα σκεφτόταν όλη την ώρα,  όταν βαριόταν πήγαινε  στο κυλικείο  να δει λίγο τηλεόραση μέχρι να νυστάξει,  τις πιο πολλές  φορές λαγοκοιμόταν στην καρέκλα κι όταν άνοιγε τα μάτια  του αντίκριζε ένα ψάρι τεράστιο, βολτάριζε  σ’ ένα ενυδρείο , το είχαν  βάλει εκεί το καημένο μαζί με κάτι άλλα εξωτικά ψαράκια που είχαν φτερούγες κίτρινες και κοίταζαν με τα μεγάλα μάτια τους έξω όποτε κάποιος  πλησίαζε. Του άρεσε  κι  εκείνου όποτε πήγαινε το ενυδρείο με τα εξωτικά ψάρια,  όσο οι γιατροί  περνούσαν από το δωμάτιο του πατέρα του καθόταν και τα κοιτούσε,  ακουμπούσε το δάχτυλο του στο γυαλί κι εκείνα  ερχόταν και κολλούσαν το στόμα τους,  ίσως ηρεμούσε εκεί ο γέρος,  ίσως δεν ήταν και τόσο κακή επιλογή το ίδρυμα .

Τις νύχτες τον  σκεφτόταν συνέχεια,  τι να έκανε άραγε ο γέρος εκείνες τις ώρες, ήταν κρίμα που έμενε εκεί μέσα κλεισμένος όμως  όπως είχαν γίνει τα πράγματα ήταν αδύνατο  να τον φέρει στο σπίτι. Όλη την ώρα εκείνον συλλογίζονταν, τον είχε για πρότυπο,  του φαινόταν ότι όλα όσα είχε κάνει ο γέρος ήταν σωστά κι εκείνος δε μπορούσε να του μοιάσει  όσο κι αν προσπαθούσε.  Όπως  περνούσαν τα χρόνια τον αγαπούσε  περισσότερο  σα να ένιωθε ότι θα τον έχανε σύντομα, ένιωθε τύψεις. Ένα βράδυ που στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του  ξύπνησε μια στιγμή από κάποιον θόρυβο,  στο ραδιόφωνο έπαιζε η εκπομπή με τους τύπους που τηλεφωνούσαν,  μισοκοιμισμένος όπως ήτανε άκουσε κάποιον που ευχαριστούσε   τους γιατρούς που τον πρόσεχαν σε κάποιο ίδρυμα, άνοιξε λίγο την ένταση ,  ‘’Αν ήμουνα κοντά στο γιο μου δε θα φοβόμουν τίποτε! ’’ είπε σε  μια στιγμή κι εκείνος πετάχτηκε απ το κρεβάτι του, την ήξερε αυτή τη φωνή,   ήταν ο πατέρας του,  πως στο δαίμονα τηλεφωνούσε, που είχε βρει συσκευή, γιατί δε κοιμόταν, τι στα κομμάτια έκαναν στο γηροκομείο, πως τους άφηναν έτσι;  

Την άλλη μέρα πήγε και ζήτησε να τον πάρει ,  είχε ένα διαμέρισμα απέναντι από το δικό του που έμενε ξενοίκιαστο και τον έβαλε εκεί, έτσι είχε το κεφάλι του ήσυχο, μπορούσε να τον παρακολουθεί.  Ευτυχώς πρόλαβε να τον βγάλει προτού απαγορευτούν τα πάντα εξαιτίας της επιδημίας που  απλώνονταν παντού, η πόλη ήταν  όπως το Πάσχα, νεκρή,  αλλά εδώ το πράγμα συνεχίζονταν για μέρες,  όλοι είχαν γίνει κάπως σα να είχαν αγριέψει,  οι υπάλληλοι σε κοιτούσαν  βλοσυρά,  οι κοπέλες στα μαγαζιά βιάζονταν να ξεμπερδέψουν μαζί σου και σου πετούσαν στα μούτρα τα ρέστα,  οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με μάσκες,  στο δρόμο δε κυκλοφορούσαν ούτε σκυλιά,  ήταν σα να έβλεπες εκεί πέρα ένα θρίλερ, ένιωθες ότι  από κάπου θα πετάγονταν τα ζόμπι να σε κατασπαράξουν. Από τη δουλειά  είχε σταματήσει και καθώς δεν είχε κάτι να κάνει   ήταν καλή ευκαιρία  να βλέπει τον πατέρα του λίγο περισσότερο, περνούσε στο άλλο διαμέρισμα και καθόταν  κάμποση ώρα χωρίς  να  πλησιάζει το γέρο που του μιλούσε για τα παλιά,  για την εποχή που πήγαινε στα χωράφια με το αλέτρι να οργώσει και για τον πόλεμο,  τότε που τους κουβαλούσαν στα βουνά οι αντάρτες με το ζόρι,  εκείνες οι ιστορίες ήταν οι αγαπημένες του.

Έξω ο  κόσμος έμοιαζε να έχει τρελαθεί, αγόραζαν καρότσια άπειρα με φαγητά, αποθήκευαν  αλεύρι  και μαγιά για να ζυμώσουν λες κι είχαμε πάλι κατοχή,  άλλοι  πάλι έλεγαν για κάτι προφητείες ότι ερχόταν το τέλος του κόσμου, ότι θα ακλουθούσαν σεισμοί και πόλεμος, ο κόσμος τα είχε παίξει !  Είχε αρχίσει να του τη δίνει,  σταμάτησε να βλέπει τα δελτία που λέγανε όλο τα ίδια και σου μαύριζαν τη ψυχή, έξω απαγορεύονταν  να κυκλοφορείς και στο σπίτι κοιμόταν με βάρδιες, όταν  ξυπνούσε ερχόταν η γυναίκα του, ήταν η σειρά της, εκείνη ήταν τύπος νυχτερινός, καθόταν μέχρι αργά βλέποντας   τηλεόραση. Χωρίς  να το καταλάβει  άρχισε να χάνει  τη μπάλα, οι  μέρες έμοιαζαν ίδιες, δε μπορούσες να ξεχωρίσεις την Κυριακή από την καθημερινή, διάφοροι περίεργοι του τηλεφωνούσαν, κάτι τύποι που τους είχε εντελώς  ξεχασμένους, ποιος ξέρει σε τι κατάσταση βρίσκονταν  τώρα που   όλοι είχαν απομονωθεί μέσα στα σπίτια τους, ήταν παράξενη κατάσταση.Όποτε περνούσε από τον πατέρα του εκείνος τον ρωτούσε τι γίνεται έξω, ο γέρος παρακολουθούσε τις ειδήσεις κι έδειχνε να φοβάται πολύ, ποιος δε φοβόταν  άλλωστε,   ‘’Όλα θα τελειώσουν σε κάνα  μήνα μπαμπά!’’  του έλεγε πάντα και γυρνούσε στο διαμέρισμα του.  

Ένα πρωί  που του πήγαινε φαγητό τον  βρήκε  σωριασμένο στο πάτωμα,  κατατρόμαξε, τον σήκωσε και είδε ότι ανέπνεε, τον  έβαλε να ξαπλώσει,  ο γέρος   ανέπνεε ελαφρά, σε μια στιγμή άνοιξε τα ματιά κι όταν τον είδε είπε  ‘’Ευχαριστώ, δεν πάω καλά,  τέλειωσαν τα ψωμιά μου, ξέρεις γιατί έπεσα κάτω,   όλο τα βράδυ σκεφτόμουν μια καταραμένη ιστορία που με κυνηγά δε στην είπα ποτέ όμως τώρα πρέπει να τη βγάλω από μέσα μου.’’ Πήρε μια ανάσα και συνέχισε,  ‘’ Εσύ νομίζεις ότι είμαι άγιος άνθρωπος όμως δεν είναι έτσι,   όταν ήμουν αντάρτης  πηγαίναμε στα σπίτια  και παίρναμε αγόρια και κορίτσια να τα βγάλουμε στο βουνό,  ξέρεις τότε έτσι γινόταν,  εμένα δε μου άρεσε,  στην αρχή φοβόμουν όμως ύστερα λέω μέσα μου ‘’Αφού μπήκες στο χορό θα χορέψεις !’’,  μια φορά σ’ ένα χωριό μπαίνουμε σ’ ένα σπίτι που ξέραμε ότι έχει δυο παιδιά,  ρωτάμε τη μάνα τους, ‘’Δεν είναι κανένας εδώ’’ κάνουμε να φύγουμε και βλέπω σ’  ένα καλάθι μεγάλο κάτι να κουνιέται,  πάω κι ανοίγω το καπάκι,  μια κοπέλα ξανθιά όμορφη σαν άγγελος,  ‘’Έλα δω!’’ της λέω και τη βγάζω,  εκείνη την ώρα έρχεται η μάνα της και μου δίνει ένα χαστούκι,   είδα αστράκια,  ο άλλος που ήταν μαζί μου γυρίζει το όπλο να τη σκοτώσει εκεί επί τόπου,  ‘’Όχι άστο!’’ του λέω και φωνάζω στη μάνα ‘’Όλοι πρέπει να τυραννιστούμε έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα,  μη νομίζει ότι κι η δικιά μου μάνα δε πονά που δεν έχει το παιδί της!’’ το παίρνουμε το κορίτσι και το βγάζουμε στο βουνό,  ύστερα εμένα μ’ έστειλαν σε μια πορεία πολύ μεγάλη μέχρι τα σύνορα  έπρεπε να διασχίσουμε μια χαράδρα,  ένα ρέμα πολύ ορμητικό  σε μια τοποθεσία που τη λέγανε ‘’Τα νερά του κεραυνού’’, εκεί  χτύπησα το πόδι μου,  με επήραν σε φορείο, μπήκαμε  σ’  άλλη χώρα,  έμεινα μήνες στο νοσοκομείο,  έχασα κάθε επαφή.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος  όλο εκείνο το κορίτσι σκεφτόμουν,  το είχα κρίμα στο λαιμό,  ήλπιζα ότι σώθηκε,  γυρνώ σ’ εκείνο το χωριό,  ήμουν σε μια εκδρομή,  πήγα μόνο γι αυτό λόγο,  ρωτώ εκεί κάτι γριές   ‘’Στο  σπίτι στην πλαγιά δεν ήταν ένα κορίτσι ξανθό,  τι απέγινε;’’  μιλούν αυτές λίγο μεταξύ τους και μου λένε ‘’Τη βλέπεις εκείνη που ψωνίζει στο φούρνο,  αυτή είναι!’’ , πηγαίνω κατά κει και τη βλέπω μ’  ένα τσεμπέρι μαύρο, δεν ήταν ωραία όπως τότε που ήταν κορίτσι,  εκείνη μόλις με είδε με γνώρισε,  γυρνά και  μου λέει,  ‘’Νομίζεις πως σε ξέχασα,  καταραμένος να είσαι,  άσπρη μέρα να μη δεις στη  ζωή σου!’’ εκείνη την κουβέντα την είχα στο αυτί μου συνέχεια,  δε μπορούσα να ησυχάσω,  μου πήρε χρόνια να το περάσω,  ακόμα και τώρα την ακούω, χτες το βράδυ την είδα πάλι σε όνειρο,  έβγαζε ένα πιστόλι και με πυροβολούσε  εδώ κάτω στη κοιλιά, όταν ξύπνησα πονούσα σα να έφαγα σφαίρα, γι αυτό ζαλίστηκα ’’.

Άφησε το φαγητό κι έφυγε σέρνοντας τα πόδια του, η   κουβέντα τον είχε προβληματίσει,  ώστε έτσι λοιπόν είχε κάνει ο γέρος  και τον είχε για υπόδειγμα,  από τότε που κλείστηκε στο σπίτι δεν ήταν καλά με τα ψυχολογικά του ήταν ανάγκη να το μάθει τώρα κι αυτό,  καλά πως είχε μπορέσει ο μπαμπάς του  να το πάρει εκείνο το κορίτσι μπροστά στη μάνα του, μα πόσο  άχρηστος ήταν κι εκείνος  τον είχε θεό,  πως κατέρρεε   έτσι αυτός που  είχε βάλει τόσο ψηλά ! Ζαλισμένος όπως ήταν αποφάσισε να βγει να περπατήσει κοντά στη θάλασσα , είχε και μια εκκρεμότητα στην τράπεζα  ήταν καλή ευκαιρία να την ταχτοποιήσει.  Κανονικά απαγορεύονταν  η κυκλοφορία  όμως δεν άντεχε, στο δρόμο για την παραλία  είδε δυο αστυνομικούς που   ερχόταν από μακριά κατά πάνω του και βιάστηκε να περάσει στην απέναντι πλευρά,  ένας σκύλος περπατούσε στην ερημιά, ένας άστεγος κοιμόταν κάτω απ’ τις βρωμερές κουβέρτες του. Στη θάλασσα  τα νερά ήταν καθαρά,  μια πάπια βουτούσε κάτω απ’  την επιφάνεια, ομίχλη σκέπαζε τα καράβια,  κάτι σημαίες κυμάτιζαν ψηλά δεμένες στους γερανούς, το λιμάνι θύμιζε πόλη της Βαλτικής,  αυτή ήταν η όψη της πόλης που του άρεσε.

Στη τράπεζα  έμοιαζε σα χαμένος, θυμόταν όλη την ώρα την ιστορία με το ξανθό κορίτσι, δεν το χωρούσε ο νους  ότι ο μπαμπάς του είχε κάνει τέτοιο πράγμα, κι  αν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο  εκείνος τι θα έκανε άραγε στη θέση του, τι κουβαλούσε στο αίμα του,  πως γίνεται να φέρεσαι τόσο σκληρά,  ήταν ανάγκη να του το πει τώρα και να του χαλάσει την εικόνα που είχε φτιάξει μια ζωή; Περίμενε  έναν παππού που έκανε οχτώ ώρες να βγάλει τα πράγματα από  το τσαντάκι  του,  δυο υπάλληλοι τον κοίταζαν καχύποπτα κάτω απ’  τα γυαλιά τους ,  ένας  ψυχρός τύπος με μούσι  πίσω απ’ τον πάγκο  του φώναξε πολύ απότομα ’’ Μη πλησιάζετε!’’ και  δείχνοντας του ένα μπουκαλάκι με αντισηπτικό είπε κοφτά   ‘’Πλύνετε τα χέρια σας!’’,  πλήρωσε στο ταμείο συγχυσμένος κι όπως πήγαινε κατά την έξοδο στάθηκε σαν άγαλμα μπροστά στη πόρτα  σα να μην ήξερε τι να κάνει, σα να μη θυμόταν για ποιο λόγο ήταν εκεί πέρα, σα να είχε ξαφνικά αδειάσει το μυαλό του,  ο υπάλληλος πίσω απ τον πάγκο  του φώναξε ‘’Περάστε έξω κύριε !’’ όμως αυτός  είχε παγώσει,  όλοι εκεί μέσα είχαν καρφωθεί πάνω του ώσπου κάποιος τον έσπρωξε πολύ απότομα, τότε μόνο ξύπνησε. 














Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

ΙΟΝΤΑ ΠΥΡΙΤΙΟΥ



Ο τύπος μου μιλούσε σα να ήμουν ένα τίποτα, κάποιος ασήμαντος εντελώς,  είχε ένα ύφος ανωτερότητας όταν μου έσφιγγε το χέρι τόσο αλαζονικό που σου ερχόταν να τον βαρέσεις,  ‘’Θα δώσεις εξετάσεις για κάποιον άλλον’’ μου πέταξε έτσι απλά, ‘’Μη φοβάσαι, είναι όλα κανονισμένα, θα σε καλύψουμε ότι και να γίνει, εμείς θα πάρουμε την ευθύνη, ξέρουμε απ’ αυτά, εσύ θα κάνεις το κομμάτι σου, άστο σε μας το υπόλοιπο’’, ένιωθα συγχυσμένος, δεν ήθελα να δείξω ότι φοβόμουν και είπα εντάξει όμως το μυαλό μου είχε πάρει φωτιά, κάτι δεν πήγαινε καλά, ήθελα λίγο χρόνο να το αναλύσω, να το καταλάβω, πνιγόμουν, ήθελα να περπατήσω, να πάρω αέρα, πως θα το έκανα εγώ αυτό, δε θα μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ, δεν ήμουν για τέτοιες δουλειές, δεν το σήκωνε ο οργανισμός μου, θα πάθαινα τίποτα, είχα δώσει βέβαια υπόσχεση όμως και τι μ’ αυτό, μπορούσα απλά ν’ αλλάξω γνώμη, δε θ’ αρρώσταινα κιόλας, που είχαμε φτάσει, τι συνέβαινε εκεί έξω, πόσο είχε προχωρήσει η απάτη, που ζούσα όλον αυτόν το καιρό και δεν είχα καταλάβει τίποτα!

Ένας παλιός γνωστός με είχε συστήσει εκεί πέρα, έψαχνα πολύ ώρα να βρω τη διεύθυνση σ ένα μέρος στις παρυφές της πόλης, ένας δρόμος τσιμεντένιος, μια γέφυρα, ένα στρατόπεδο εγκαταλειμμένο, κρύο, αέρας, αμάξια περνούσαν, κάτι κτίρια σαν πολυκατοικίες εργατικές, άσφαλτος. Το μέρος εντελώς αφιλόξενο, μια περιοχή που ήταν κάποτε βιομηχανική γεμάτη καμινάδες, αποθήκες και σίδερα σκουριασμένα, όλα τα εργοστάσια είχαν κλείσει από καιρό και μονάχα τα κτίρια έχασκαν στον αέρα. Μια διεύθυνση ζητούσα, μια οδό, ρώτησα μια γυναίκα που περνούσε κι εκείνη μου είπε με σπασμένα ελληνικά προς τα πού να πάω, γύριζα γύρω από το κτήριο, δε μπορούσα να βρω την είσοδο, ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω όταν είδα μια ταμπελίτσα μ’ ένα βελάκι, χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε ένας τύπος με γυαλιά γύρω στα πενήντα -πενήντα πέντε, ένα γραφείο, δυο παιδιά νεαρά σκυμμένα μπροστά σε υπολογιστές, στον τοίχο μαι συλλογή από πετρώματα ‘’Πως λέγεται αυτό εδώ;”τον ρώτησα για ένα πετράδι, ‘’Καπνίας !’’ μου είπε ‘’Βλέπεις τι ωραίο χρώμα, οφείλεται στα ελεύθερα ιόντα πυριτίου που έχουν κλειστεί μέσα του’’. Κάθισα σε μια καρέκλα, ‘’Πως κάνεις δουλειά μακριά από το κέντρο;’’ είχα την απορία ‘’Το κέντρο είναι κόλαση, δε μπορείς να παρκάρεις πουθενά, χάνεις τον καιρό σου εδώ είσαι δυο βήματα απ’ τον περιφερειακό’’ είπε, ‘’Έχεις δίπλα σου όλες τις εξόδους της πόλης, κι έπειτα όλες οι δουλειές γίνονται πλέον από το τηλέφωνο ή απ’ τον υπολογιστή’’. Ο τύπος ανάμεσα στα άλλα έφτιαχνε ιστότοπους, έκανε προμόσιον τέτοια πράγματα, προτού μπει στο ψητό μου πρότεινε κάτι κουφά, κάτι κανάλια απ’ όπου θα μπορούσα να δουλεύω σε ζωντανή σύνδεση μ’ άλλον κόσμο, τι κόλπα ήταν αυτά ρε φίλε, ποιος τα σκέφτηκε;


Μετά απ’ τα εισαγωγικά και τα φιλικά χαμόγελα πέρασε στην ουσία, εκείνο που μ’ απασχολούσε πιο πολύ ήταν το άγχος που θα περνούσα, αν ήταν κάτι γρήγορο ίσως μπορούσα να το κάνω όμως ρε φίλε τόσες ώρες δεν θα το άντεχα, ήταν μεγάλη φθορά , τι θα έκανα για τρεις ώρες , έπρεπε να κοροϊδεύω τους γύρω μου, κι αν με γνώριζε κανένας τι θα γινόταν, κι αν πήγαινε κάτι στραβά; Αυτοί βέβαια έλεγαν ότι όλα ήταν μιλημένα και δε θα έπρεπε ν’ ανησυχώ αλλά γιατί να τους εμπιστευτώ, ποιος μου εξασφάλιζε ότι όλα θα γινόταν όπως τα έλεγαν, κι έπειτα αυτό ήταν πλαστοπροσωπία, πλαστογραφία, ποιος μου έλεγε ότι δεν θα είχε συνέπειες και δε θα με τρέχανε, και γιατί έπρεπε να ρισκάρω για ένα τέτοιο μικρό ποσό που έλεγαν ότι θα μου δώσουν, ήταν και μπακάληδες οι τύποι, τα ήθελαν όλα για τον εαυτό τους, για την υπόθεση θα έπαιρναν κάνα δυο χιλιάρικα, καθόλου άσχημα. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να πω όχι, δεν υπήρχε άλλη λύση θυμήθηκα μια φορά στο πανεπιστήμιο που είχα κλέψει σε κάτι εξετάσεις και τα είχα δει όλα, είχα περάσει τρομάρα απίστευτη, νόμιζα ότι όλοι εμένα έβλεπαν και θα γινόμουν ρεζίλι σ’ όλο το αμφιθέατρο, ήταν καλοκαίρι, είχε ζέστη, οι επιτηρητές περνούσαν μπροστά μας κοιτάζοντας φιλύποπτα, ο άλλος από δίπλα που θα έγραφε την κόλα μου δε βιαζόταν εγώ όμως ήθελα να φύγω από κει πέρα, να χαθώ, να τελειώνω επιτέλους, να απαλλαγώ και στο τέλος ρε φίλε κόπηκα, αυτό ήταν το αποτέλεσμα τόσης φασαρίας, από τότε δεν το είχα ξανακάνει, δεν ήταν για μένα τέτοια πράγματα.


Ώστε έτσι λοιπόν γινόταν λοιπόν η δουλειά κι εκείνος ο φίλος υποτίθεται από τα παλιά τι να σου πω , σε ωραία φάμπρικα με είχε συστήσει. Εκείνος βέβαια δεν ανακατεύονταν και πολύ, απλά έκανε τη πάπια και η υπόθεση προχωρούσε, άλλοι ήταν για τις βρώμικες δουλειές. Όπως το έβλεπα πλέον υπήρχαν κατά βάση δυο λογιών άνθρωποι, οι σχετικά σωστοί κι εκείνοι που είχαν εύκολη τη λαμογιά, έκλεβαν το ΙΚΑ, δεν πλήρωναν την τράπεζα, απειλούσαν όπου μπορούσαν, εκβίαζαν, μπορούσαν να εξαπατήσουν, να κρύψουν στοιχεία, ότι μπορείς να φανταστείς. Όπου κι αν πήγαινα έβλεπα τέτοιους τύπους, φαινόταν να έχουν άκρες παντού, έκαναν μπαγαποντιές με μεγάλη ευκολία σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα κι αν εσύ δίσταζες σε θεωρούσαν βλάκα, άχρηστο, έναν χαμένο, ένα τίποτα, τι σύστημα είχε φτιαχτεί γύρω δε μπορούσα να καταλάβω! Οι τύποι είχαν πιάσει όλα τα πόστα, ήξεραν όλα τα κουμπιά, όλους τους μηχανισμούς κι αν έκλεινε μια πόρτα ήξεραν ν’ ανοίξουν άλλη, αυτή ήταν η περίφημη ελεύθερη αγορά, αν είσαι έτοιμος για τέτοιες δουλειές προχωράς αλλιώς άντε γεια, μένεις στο περιθώριο, είσαι εκτός πλαισίου, στη μπάντα !


Αυτοί είχαν μάθει έναν τρόπο ζωής με ξενύχτια, μαγαζιά, καζίνο, γυναίκες, κόλπα, δε μπορούσαν ν’ αλλάξουν συνήθειες, που να τo βγάλεις αυτό από μέσα σου όμως όλα τούτα θέλουν λεφτά κι η λαμογιά είναι ο καλύτερος τρόπος για να οικονομήσεις, θα δουλέψεις βέβαια αλλά όχι τζάμπα, κι αν κάνεις και κάποιες παρασπονδίες αυτό έχει τη γοητεία του, το ρίσκο, κάνει πιο ενδιαφέρον το παιχνίδι, έτσι είχαν μάθει απ’ το πανεπιστήμιο κι εκείνοι που είχαν ανέβει ψηλά και είχαν πλέον πόστα και θέσεις πολιτικές ήξεραν από παλιά τις μεθόδους. Δε χρειάζεται να λες πάντα την αλήθεια, η εξαπάτηση είναι μέσα στους κανόνες, όλα γίνονται για να πετύχεις, τα άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα, ο σκοπός είναι που μετρά, πως ν’ ανέβεις ψηλά για να κάνεις κουμάντο, να έχεις θέση με εξουσία και δύναμη, εξουσία να λύνεις και να δένεις, αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που υπάρχει. Εγώ πάλι δεν ήμουνα ποτέ απ’ τους ανθρώπους που πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά και τα ξεχνούν όλα, είχα γνωρίσει ανθρώπους που δούλευαν απ’ το πρωί ως το βράδυ, είχαν κάνει περιουσία, σπίτια, καταθέσεις όμως εγώ πάντα ήθελα να έχω χρόνο για μένα, δε μπορούσα να λειτουργήσω αλλιώς, από ένα σημείο και μετά ένιωθα να πνίγομαι κι ούτε μ’ άγγιζε το δέλεαρ των χρημάτων, δε μου έλεγαν τίποτα, εγώ ήθελα πάντα χρόνο να ισορροπήσω, να κάνω και κάτι άλλο, να δω ένα, έργο, ν’ ακούσω μουσική, να σκεφτώ, να διαβάσω, να περπατήσω, καθένας έχει το τρόπο του.


Χαιρέτησα τον τύπο με τα γυαλιά και τα παιδιά που κάθονταν μπροστά στους υπολογιστές και ξεκίνησα να φύγω, ένιωθα πολύ κουρασμένος, έπρεπε να περπατήσω για να πάρει στροφές το μυαλό και να βρω τρόπο να ξεφύγω, με κάποιο τρόπο έπρεπε να πω όχι όσο δύσκολο κι αν μου φαίνονταν αλλιώς δεν θα ηρεμούσα, κι αν έχανα την επαφή με κείνον τον γνωστό απ’ τα παλιά σιγά το πρόβλημα, καλύτερα να είχα την ησυχία μου. Στο λεωφορείο στριμωξίδι, οι συγκοινωνίες είχαν γίνει κόλαση, ο κόσμος τρελαμένος, κυκλοφορούσαν φήμες για αρρώστιες μεταδοτικές, άλλοι άνοιγαν παράθυρα κι άλλοι ζητούσαν να τα κλείσουν γιατί κρύωναν, κάτι γριές με μάσκες, γέροι με γάντια, οι πόρτες δε μπορούσαν να κλείσουν, ο οδηγός σα χαμένος, ένας κουβαλούσε ένα καρότσι κι ήθελα να το βάλει μέσα, είχαν στριμωχτεί όλοι μπροστά στη πόρτα, ήθελα να περάσω μέσα και δε μπορούσα, ένας τύπος με μουσάκι καθόταν εκεί μπροστά ακλόνητος ρε φίλε κι έκανε καμάκι σε μια κοκκινομάλλα, ‘’Κάνε ένα βήμα!’’ του είπα, γύρισε και μου είπε ‘’Δε μπορώ να κουνηθώ, δε βλέπεις τι γίνεται, πλάκα με κάνεις!’’ μιλούσε μ’ εκείνη τη σιχαμένη προφορά που μισούσα, πόσους τέτοιους είχα γνωρίσει όλα τούτα τα χρόνια, πόσο απάτη ήταν αυτή η ιστορία με τους ντόμπρους μακεδόνες και τους πονηρούς χαμουτζήδες, πόσο αηδία, είχα γνωρίσει χρυσά παιδιά απ’ το νότο κι ένα κάρο άχρηστους εδώ πάνω. Με πολύ κόπο κρατήθηκα, λίγο ακόμα και θα σκοτωνόμουν μαζί του αλλά σκέφτηκα ‘’Αϊ στο διάβολο!’’ εκείνος συνέχισε το καμάκι σα να μην έτρεχε τίποτα, τελικά βρήκα μια θέση και κάθισα σα πεθαμένος, το μυαλό ένα κουβάρι, περνώντας από μια γέφυρα είδα κάτω τη πόλη, από μακριά, φαινόταν γερασμένη, μακάρι να μπορούσα να φύγω από κει πέρα όμως είχα κάποιες δουλειές να τελειώσω, δεν ήταν ακόμα η ώρα.


Κατέβηκα απ το λεωφορείο κι ο κρύος αέρας που φυσούσε έξω μου έκανε καλό, κάποιο συνεργείο του δήμου κλάδευε κάτι δέντρα ρίχνοντας κλαδιά στο πεζοδρόμιο, η άνοιξη πλησίαζε αλλα είχε ακόμα, ένας σκύλος αδέσποτος σε μια μεριά με κοίταζε σα να με λυπόταν, προχώρησα κατά πάνω του, φαινόταν καλός όμως ξαφνικά άρχισε να γαυγίζει άγρια και με τρόμαξε, μ’ έπιασαν κάτι νεύρα εκεί πέρα που ήθελα να τον κλωτσήσω έτσι όπως μου έδειχνε τα δόντια του, δεν ήταν μια καλή μέρα σίγουρα.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

ΠΗΓΕΣ ΡΑΔΙΟΥΧΕΣ

Στις εστίες υπήρχαν λουτρά με άφθονο νερό, πρώτη φορά έβλεπε τόσο πολύ νερό ζεστό, στο χωριό του λούζονταν μια φορά το μήνα σε μια λεκάνη δίπλα στη σόμπα οπότε τα λουτρά ήταν μια ανακάλυψη, μπορούσε να κάθεται κάτω απ’ το νερό για ώρα πολύ μέχρι να χαλαρώσει, να βαρεθεί, ήταν ότι καλύτερο υπήρχε. Μια φορά μόνο είχε δει λουτρά σε κάτι πηγές ραδιούχες όπου είχαν πάει με τη γιαγιά του που υπέφερε από πόνους στις αρθρώσεις του είχε μείνει στο μυαλό εκείνη η εικόνα με τους ατμούς και τη ζέστη που έβγαινε από το χώμα είχε ακούσει τότε ότι το νερά εκεί πέρα ήταν αλκαλικά και περιείχαν ραδόνιο, θείο, ιώδιο, χλωριούχο νάτριο ούτε ήξερε τι σήμαιναν εκείνες οι λέξεις αλλά του άρεσαν. Όταν σχολούσε από τη δουλειά, στο ξυλουργείο, γεμάτος ροκανίδια, δεν έβλεπε την ώρα για το μπάνιο, εκεί κατά το απόγευμα όταν άναβαν οι καυστήρες κι όλα τα παιδιά έπαιρναν τα μπουρνούζια τους και πήγαιναν να λουστούν, το πιο ωραίο ήταν τα κορίτσια με τα μαλλιά τυλιγμένα που κουβαλούσαν τα μπουκαλάκια με τα σαμπουάν, τα δωμάτια ήταν μεικτά και κανονικά θα έπρεπε να φοβούνται όμως ακόμα τότε υπήρχε ασφάλεια, δεν είχε ακουστεί ποτέ κάτι κακό και τα κορίτσια ένιωθαν πολύ άνετα. Ερχόταν εκεί με τις πετσετούλες και τα μπουρνουζάκια τους κι αυτός έριχνε καμιά ματιά την ώρα που έβγαιναν από το μπάνιο, η πιο ωραία ήταν μια ξανθιά, ψηλή που όλοι τη χάζευαν, έμενε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη του διαδρόμου, το δικό του ήταν μερικές πόρτες πιο πέρα, καμιά φορά του έλεγε κανένα γεια αλλά γενικά δεν του έδινε πολλή σημασία, όλοι έλεγαν ότι τα είχε με κάποιον γυμναστή όμως δεν τα πήγαινα καλά, μάλιστα τους είχαν ακούσει να καυγαδίζουν άσχημα, είχαν ξεσηκώσει το τόπο.

Το κτίριο των εστιών ήταν ένα κατασκεύασμα άθλιο σαν αυτά που βλέπεις στις κομουνιστικές χώρες, φτιαγμένο από τσιμέντο, εκτεθειμένο στον αέρα που έρχονταν από τη θάλασσα και το μαστίγωνε, μερικούς χειμώνες το κρύο ήταν αφόρητο ειδικά την περίοδο που τα πανεπιστήμια έκλειναν και τα καλοριφέρ δεν άναβαν ποτέ. Τέτοιες μέρες χρησιμοποιούσε ένα ηλεκτρικό σώμα με χαλασμένο καλώδιο που από θαύμα δεν τον είχε κάψει ποτέ και με κείνο προσπαθούσε να ζεσταθεί, αν κατανάλωνες πάνω από ένα όριο το ρεύμα σου κόβονταν οπότε πρόσεχε να μη το βάζει δυνατά όμως όπως ήταν μαθημένος δεν του φαίνονταν κάτι τρομερό, στα μέρη του όλη την ώρα ήταν εκτεθειμένοι στον αέρα και στο κρύο, λίγη ζέστη υπήρχε στο σπίτι και μετά πάλι έπρεπε να βγεις έξω για τις δουλειές. Γενικά δεν τον πείραζε το κρύο, έβλεπε το κόσμο να παραπονιέται όλη την ώρα, στις λαϊκές όλοι γκρίνιαζαν πίσω από τους πάγκους, οι γυναίκες φορούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους, άλλοι άναβαν αυτοσχέδιες σόμπες μέσα σε τενεκέδες, αυτοί που δεν είχαν πρόβλημα ήταν οι ρωσοπόντιοι που είχαν μάθει σε κάτι θερμοκρασίες φοβερές, οι γριές που θα είχαν φάει το ψύχος με το κουτάλι καθόταν εκεί κοντά στις στάσεις και περίμεναν κανέναν τύπο από τα μέρη τους να του πουλήσουν κάτι χόρτα και κάτι άλλα αλλαντικά και παστά που τρώγανε εκεί πάνω στις χώρες απ’ όπου ήρθανε. Κι εκείνος είχε μεγαλώσει μες τις παγωνιές, στα χωράφια και στα κοπάδια οπότε δε νοιάζονταν, βέβαια κάποια στιγμή εκεί κατά τον Φλεβάρη- Μάρτη άρχιζε να σου τη δίνει, άρχιζες να νοσταλγείς το καλοκαιράκι και την λιακάδα όμως κι εκείνο ήταν καλό γιατί σου δημιουργούσε την επιθυμία για ζέστη που την είχες σιχαθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, γίνονταν ένας κύκλος μέσα στο χρόνο, όλα είχαν τη σειρά τους…

Όποτε έβγαινε ο ήλιος έβγαινε να μαζέψει λίγη ζέστη βλέποντας τα παιδιά της πόλης να κάθονται σα βλαμμένα στη σκιάν όμως στην πόλη είσαι όλη την ώρα σε κλειστούς χώρους, σπίτια, λεωφορεία, υπηρεσίες, μαγαζιά, είσαι προστατευμένος. Όλα εκείνα τα τσιμεντένια κτίρια έφτιαχναν ένα τεχνητό περιβάλλον όμως αυτός ένιωθε πάντα καλά στη φύση, όταν έβλεπε την πάχνη απλωμένη το πρωί πάνω στα χορτάρια, την ομίχλη που σκέπαζε τα δέντρα, τις φωτιές που βάζανε στα τεράστια λάστιχα των τρακτέρ και γέμιζε ο τόπος μαύρο καπνό, τότε κανείς δεν ασχολούνταν με την ρύπανση, τις άλλες φωτιές που άναβαν με κάτι ξερούς θάμνους, τεράστιους, είχε φάει παγωνιά κι αέρα που γέμιζε με χώμα τα μάτια σου, είχε μάθει να παρακολουθεί τον ήλιο που κοκκίνιζε την παγωμένη ατμόσφαιρα όπως έπεφτε πίσω από τα βουνά, το κρύο της πόλης ήταν παιχνίδι. Όταν είχε πάει στο στρατό, προτού περάσει στο πανεπιστήμιο, του έκαναν εντύπωση οι καλομαθημένοι αθηναίοι που όλη την ώρα γκρίνιαζαν σα γυναικούλες, μα τι άχρηστοι, ‘’Σιγά ρε παιδιά, πως κάνετε έτσι;’’ τους είχε πει, εκείνοι πάλι τον κοίταζαν σα να ήταν κάτι παράξενο, καλά οι αθηναίοι ήταν πολύ ξενέρωτοι, σιγά το χειμώνα που έκανε εκεί πέρα, με μια κουβέρτα μπορούσες να βγάλεις όλο το διάστημα, καμιά σχέση με τα βόρεια.

Ο χειμώνας στη πόλη ήταν αλλιώτικος όμως όταν λειτουργούσαν τα μπάνια στις εστίες ρε φίλε ήταν το κάτι άλλο, αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ του, ήταν η μεγαλύτερη ανακάλυψη που είχε κάνει στην πόλη, δε φαντάζονταν ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα. Όλα τότε βέβαια, όταν είχε πρωτοέρθει στη πόλη, του φαίνονταν περίεργα, τα μαγαζιά, οι τράπεζες, τα κτίρια, οι τύποι με τα κουστούμια, οι γυναίκες προπαντός με τα τακούνια και τα κραγιόν. Τα λουτρά πάντως ήταν η πιο μεγάλη ανακάλυψη, όταν σταμάτησε από τη δουλειά επειδή έπρεπε να διαβάζει για να τελειώσει τη σχολή, σηκωνόταν πολύ πρωί, κατά τις έξι και κατευθείαν από το κρεβάτι πήγαινε να λουστεί, να μπει κάτω απ’ το καυτό νερό, στο διάδρομο, ώσπου να φτάσεις στα λουτρά, πάγωνες για μερικά λεπτά όμως μετά ήταν πολύ ωραία, χαλάρωνες κι ένιωθες καθαρός, φρέσκος, μπορούσες να ξεκινήσεις τη μέρα σου. Α, το μπάνιο ήταν ότι καλύτερο, μόνο μια φορά την είχε πατήσει καθώς είχε βγει φρεσκολουσμένος και τον είχε χτυπήσει ένα ρεύμα βορινό που ερχόταν μέσα από έναν δρόμο μεγάλο, είχε αρρωστήσει άσχημα και για μέρες παιδεύονταν στο κρεβάτι του, δε μπορούσε να ζεσταθεί με τίποτα, το βράδυ κρύωνε τόσο που σηκώθηκε κι έριξε πάνω του ένα χαλί, τότε μόνο ηρέμησε και μπόρεσε να κοιμηθεί, το ρίγος που τον έκανε να τρέμει ολόκληρο σταμάτησε, από τότε πρόσεχε και στέγνωνε καλά ή φορούσε ένα σκούφο στο κεφάλι προτού βγει έξω.

Ένα βράδυ κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε ένα χτύπημα στη πόρτα και σηκώθηκε, τράβηξε το μικρό μεταλλικό μάνταλο, αυτή ήταν όλη η προστασία που είχανε, και ρώτησε ‘’Ποιος είναι;’’- ‘’ Εγώ!’’, ακούστηκε μια φωνή και κατάλαβε αμέσως , ήταν η ξανθιά από την άκρη του διαδρόμου, τι διάβολο ήθελε τέτοια ώρα, άνοιξε την πόρτα κι εκείνη του είπε ‘’Ξέρεις φοβάμαι λίγο να κοιμηθώ μόνη μου, σε πειράζει να έρθεις; στο δωμάτιο μου, θα σου στρώσω στο πάτωμα, θα είσαι μια χαρά !’’ Τώρα αυτή ήταν μια πρόταση άστα να πάνε, πως μπορούσε να πει όχι, ‘’Εντάξει’’ είπε χωρίς να το σκεφτεί κι ούτε που ρώτησε λεπτομέρειες, εκείνη πάλι ήταν σίγουρη για το αποτέλεσμα, το θεωρούσε αυτονόητο, τον έφερε στο δωμάτιο της που ήταν πολύ μικρό αλλά το είχε ταχτοποιημένο μια χαρά, ‘’Θα σου στρώσω ένα σλίπινγκ μπαγκ, θα κοιμηθείς, μια χαρά!’’ του είπε, αυτός απλώθηκε στο πάτωμα ίσα - ίσα χωρούσε στο στενό μέρος, εκείνη πάλι έφτιαξε τα σεντονάκια της, του έδωσε το κοντρόλ της τηλεόρασης και μπήκε κάτω από τις μαλακές κουβέρτες, σε λίγο κοιμόταν αμέριμνη .

Δε μπορούσε να κλείσει τα μάτια του με τίποτα νιώθοντας την δίπλα του, έπειτα ήταν η πρώτη φορά που κοιμόταν σε σλίπινγκ μπαγκ κι ήταν εντελώς άβολο, ευτυχώς την άλλη μέρα δε θα πήγαινε στη δουλειά οπότε δεν είχε θέμα. Όλη νύχτα παιδεύονταν βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ μ’ ένα καράβι να βολοδέρνει ανάμεσα σε κάτι κύματα τεράστια που χτυπούσαν πάνω στα τζάμια και τις λαμαρίνες, αφροί κάλυπταν τα πάντα, αναρωτιόταν πως θα ήταν μέσα σ’ ένα τέτοιο καράβι στη μέση του πουθενά με τα στοιχεία της φύσης όλα εναντίον σου σα να ήθελαν να σε καταπιούν, να σε σβήσουν, καλά εκείνοι ναυτικοί ήταν εντελώς παλαβοί που ταξίδευαν με τέτοιον καιρό. Κάποια στιγμή που είχε αποκοιμηθεί επιτέλους άκουσε έναν ήχο περίεργο από την πόρτα σαν κάποιος να ψαχούλευε το πόμολο, η κοπέλα κοιμόταν στον κόσμο της, έκλεισε την τηλεόραση και σηκώθηκε αθόρυβα να δει τι γίνεται.

Όπως πλησίαζε προς τη πόρτα οι ήχοι έπαψαν σαν κάποιος να καταλάβαινε ότι είχε σηκωθεί, περίμενε λίγο κι έπειτα έσυρε το μάνταλο κι άνοιξε πολύ μαλακά, κοίταξε στο διάδρομο, δε φαίνονταν τίποτα, έριξε μια μάτια στην κοπέλα όμως εκείνη ροχάλιζε ελαφρά, ήθελε να δει αν υπήρχε κάποιος εκεί έξω και προχώρησε μέχρι το σημείο που οδηγούσε στα λουτρά του ορόφου. Θα μπορούσε να καλέσει τον νυκτοφύλακα, έναν μελαχρινό με μουστάκι που τώρα θα κοιμόταν στην καρέκλα του αλλά δεν ένιωθε ότι χρειαζόταν,


στα λουτρά δεν υπήρχε τίποτα μονάχα υδρατμοί σαν κάποιος να είχε λουστεί πριν από λίγο και είχε αφήσει ανοιχτή μια βρύση, δοκίμασε να κλείσει την κάνουλα και τότε κάποιος τον άρπαξε απ’ το λαιμό με δύναμη, προσπάθησε να φωνάξει αλλά η φωνή του μπλοκάρονταν από το χέρι που τον έσφιγγε, πάλεψε για λίγο όμως είχε αρχίσει να ζαλίζεται από το σφίξιμο στο λαιμό όταν ο άλλος ξαφνικά τον άφησε για κάποιο λόγο, γύρισε και είδε τον νυχτοφύλακα που είχε βρεθεί απ’ το πουθενά εκεί πέρα να παλεύει με τον τύπο, δε μπορούσε να θυμηθεί που τον ήξερε αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν γνωστός του, ο νυχτοφύλακας ζορίζονταν να τον κάνει κουμάντο κι όρμησε κι αυτός να πιάσει τον άγνωστο, εκείνος τότε άρχισε να τρέχει, άνοιξε ένα παράθυρο κι από κει πήδηξε στον ακάλυπτο χώρο, έγειρε στο παράθυρο μαζί με το νυχτοφύλακα και τον είδαν να σηκώνεται και να τρέχει κατά την έξοδο, ‘’Τον άτιμο, πως πήδηξε έτσι σαν αίλουρος!’’ φώναξε ο νυχτοφύλακας.

Όλο αυτό δεν πρέπει να είχε κρατήσει πάνω από δυο τρία λεπτά, όση ώρα πάλευαν οι ατμοί αντί να μειωθούν είχαν γεμίσει το μέρος σα να έβγαιναν από κάπου βαθιά μέσα από τη γη, του θύμιζε το μέρος με τις πηγές τις ραδιούχες όπου πήγαινε κάποτε με τη γιαγιά του ‘’Πρέπει να υπάρχει κάποια διαρροή’’ είπε ο νυχτοφύλακας,’’ Θα μιλήσω με την διευθύντρια γι αυτόν το βλάκα, ξέρω ποιος είναι, τόχει ξανακάνει, πηγαίνει στα δωμάτια των κοριτσιών και προσπάθεια να μπει μέσα θα έρθεις και συ να πεις τι έγινε!’’ συμπλήρωσε κι έφυγε τινάζοντας το χέρι του που είχε πιαστεί από την πάλη. Αυτός γύρισε στο δωμάτιο, η κοπέλα ήταν όπως την είχε αφήσει, δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, τη σκέπασε, τύλιξε το σλίπινγκ μπακ σε μια γωνιά και καθώς ξημέρωνε πια τράβηξε για το διαμέρισμα του, στο διάδρομο οι υδρατμοί όλο και απλώνονταν σα να ήθελαν να πλημμυρίσουν τον τόπο .


,

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

ΑΣΤΡΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μια πρωτοχρονιά εκεί στη Γέφυρα των Στεναγμών, κοντά στην Παναγία Φανερωμένη είχαν σκοτώσει έναν άντρα, ο πατέρας του είχε πει την ιστορία, ήταν τον καιρό της κατοχής , τον είχε δει o πατέρας του να ξεψυχά μες το κρύο όπως πήγαινε ν’ αγοράσει μες την παγωνιά και τον αέρα κάρβουνα για να ζεσταθούν λιγάκι, είχε δει έναν ψηλό με μαύρο παλτό να πυροβολεί κάποιον και κατόπι να τρέχει, έμαθε πιο ύστερα ότι αυτός που σκοτώθηκε ήταν μαυραγορίτης, είχε πλουτίσει χοντρά πουλώντας τρόφιμα και λάστιχα που τα έκλεβαν από μια γερμανική αποθήκη, νύχτα γινόταν η δουλειά και τσουλώντας τα έκρυβαν σ’ ένα σπίτι εγκαταλειμμένο, ύστερα τα πουλούσαν στους φορτηγατζήδες που έψαχναν απεγνωσμένα για ελαστικά, ήταν περιζήτητα και τα ζητούσαν για λίρες πολλές , άλλοι πέθαιναν τότε κι ο μαυραγορίτης αγόραζε διαμερίσματα και κτήρια ολόκληρα απ’ τους Εβραίους που τους εξολόθρευαν οι ναζί , τον παρακολουθούσαν από καιρό και του την είχαν στημένη, στο κόλπο ήταν και μια γυναίκα που τον είχε παρασύρει στην παγίδα, κανένας δε βγήκε να τον βοηθήσει, όλοι φοβόταν αλλά ο πατέρας του είχε πάει να δει, τον είχε βρει μες τα αίματα, κάτι προσπαθούσε να πει όμως απ’ το στόμα του δεν έβγαιναν λέξεις , ύστερα από λίγο ξεψύχησε γέρνοντας στο πλάι, για μέρες τον έβλεπε στον ύπνο του .

Τα χρόνια της κατοχής έκανε κρύο διαβολεμένο, η ατμόσφαιρα είχε αγριέψει, δεν ήταν μόνο ο καιρός, κι οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει, κάθε μέρα δολοφονούσαν κι από κάποιον έτσι, δίχως λόγο, όποιο κάθαρμα βρίσκονταν με όπλο στο χέρι νόμιζε ότι μπορούσε να κάνει ότι θέλει. Πάνω απ’ την Αγίου Δημητρίου ήταν οι κομουνιστές, ήταν η ζώνη τους, δε μπορούσες να πλησιάσεις, είχαν τα μαγαζιά τους, τα καφενεία, στέκια τους, από κει και κάτω, προς το κέντρο και την παραλία, ήταν αυτοί που υποστηρίζονταν από το κράτος, από την κυβέρνηση, όπου πήγαινες έπρεπε να χεις το νου σου γιατί δεν ήξερες ποιος μπορεί να σ’ ακολουθεί, παντού κυκλοφορούσαν μούτρα ύποπτα κι άμα σε πιάνανε την είχες βαμμένη, σε τραβούσαν στην ασφάλεια κι άντε να βρεις άκρη, ούτε δικαστήρια ούτε νόμοι ίσχυαν, δε γλύτωνες με τίποτα. Οι καιροί ήταν ζόρικοι σαν να είχε εγκαταλείψει ο θεός τους ανθρώπους, αέρας φυσούσε αλύπητα στα στενά , δεν υπήρχαν πολυκατοικίες ψηλές να τον κόβουν, έκανε κρύο πολύ, έριχνε χιόνι μέχρι κι ένα μέτρο μες την πόλη, κόσμος πολύς πέθαινε από τις παγωνιές, τα σπίτια ήταν εκτεθειμένα, ακόμα και μερικές εκκλησίες δεν είχαν σκεπή κι οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή στις άκρες των τοίχων, οι πιο αδύνατοι κι οι πιο άρρωστοι δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν...

Όποτε φυσούσε θυμόταν εκείνη την ιστορία, το κλίμα είχε αλλάξει πλέον, τα χιόνια και τα κρύα λιγόστεψαν η πόλη όμως εξακολουθούσε να είναι αφιλόξενη το χειμώνα, φυσούσε ακόμα εκείνος ο καταραμένος αέρας κι άμα βρισκόσουν σε κανένα μέρος που τα κτίρια δεν τον έκοβαν ένιωθες ότι θα σ’ έπαιρνε σβάρνα, θα σε σήκωνε να σε πετάξει όπου να ναι. Μαθημένος ο κόσμος στις τεχνητές συνθήκες , στα καλοριφέρ, στα ηλεκτρικά σώματα και στα κλιματιστικά είχε ξεχάσει πως είναι να είσαι εκτεθειμένος στα στοιχεία της φύσης, είχε συνηθίσει στην ασφάλεια του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου όμως η φύση κι ο κακός καιρός βρίσκονται πάντα εκεί έξω έτοιμοι να κάνουν τη ζημιά κι αυτό το καταλάβαιναν κακομοίρηδες σαν τους ζητιάνους που έπρεπε να βγάλουν τη νύχτα ξαπλωμένοι στο τσιμέντο, πάνω σε τίποτα χαρτόκουτα, προσπαθώντας να σκεπαστούν με ότι έβρισκαν για να βγάλουν τη νύχτα μέχρι να ξημερώσει και να ζεστάνει λίγο.

Η πόλη παρέμενε ζόρικος τόπος για πολλούς το χειμώνα και κει,  στη Γέφυρα των Στεναγμών όπου είχε γεννηθεί κι αυτός,  μάζευε πολύ κρύο σαν να υπήρχε ένα τούνελ απ’ όπου περνούσε το ρεύμα κι έσκαγε με μανία πάνω στις πολυκατοικίες. Κάθε πρωί έστηνε αυτί στον εξαερισμό του μπάνιου και καταλάβαινε ότι δεν είχε κοπάσει ακόμα, συνήθως κρατούσε δυο μέρες η μανία του, ντυνόταν καλά και μόλις έβγαινε το πρωί απ’ την πόρτα έβλεπε ένα γατάκι κουλουριασμένο να κοιμάται στην είσοδο ακριβώς μπροστά στο τζάμι, εκεί έβγαινε λίγη ζέστη απ’ το εσωτερικό, προσπαθούσε να μην το ενοχλήσει κι άνοιγε προσεχτικά όμως εκείνο πετάγονταν αμέσως τρομαγμένο και πήγαινε κάτω από τ’ αμάξια, τον περίμενε να φύγει για να γυρίσει στο σημείο που είχε κάνει κρεβάτι του. Περπατώντας περνούσε από τη Γέφυρα των Στεναγμών και θυμόταν πάντα την ιστορία του πατέρα του μ’ εκείνον το μαυραγορίτη που είχαν φάει ανήμερα της πρωτοχρονιάς, το μέρος είχε αλλάξει εντελώς βέβαια, στο σημείο είχε φτιαχτεί ένα πάρκο όπου έβγαζαν βόλτα τους σκύλους τους διάφοροι περίεργοι κι όποτε φυσούσε δυνατά μαζεύονταν εκεί βουνά από φύλλα ξερά, όταν ήταν μικρός του άρεσε να κλωτσάει τους σωρούς και να τους σκορπίζει, ήταν το αγαπημένο του άθλημα.

Αέρας δυνατός φυσούσε κι αυτή την πρωτοχρονιά. Σκέφτηκε ότι μια βόλτα θα ήταν ότι καλύτερο για να χωνέψει τα κρέατα των γιορτών, η πόλη ήταν άδεια, στις εισόδους ρόδια σπασμένα για τύχη καλή, ούτε ψυχή δε κυκλοφορούσε μονάχα κάτι ζητιάνοι ξενυχτισμένοι έσερναν τα πόδια τους στην άσφαλτο βαστώντας πλαστικά κύπελλα καφέ, ακόμα και τα προποτζίδικα είχαν κατεβάσει τα στόρια, όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, μόνο κάνα δυο καφενεία ήτανε ανοιχτά κι έβλεπες μερικούς αστυνομικούς με στολές δερμάτινες που καθόταν και συζητούσαν ή κανέναν άσχετο που είχε βρεθεί εκεί πέρα γιατί δεν είχε κανένα και πουθενά για να πάει. Τάχυνε το βήμα του να ζεσταθεί λιγάκι, αν ήταν εκεί ο πατέρας θα του λεγε να φορά ζεστά παπούτσια, παλιά έβαζαν εφημερίδες για μα μη κρυώνουν τα πόδια, ένα σωρό κόλπα ήξερε ο γέρος του που είχε περάσει πια τα ενενήντα κι είχε φάει τους χειμώνες με το κουτάλι, όλο του έλεγε να ρθει να μείνει μαζί του, ήθελε να τον ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράγματα για τα παλιά τώρα που οι γιατροί δεν του δίνανε και πολύ ζωή αλλά ο γέρος αρνούνταν, ήτανε κεφάλι αγύριστο.

Το μόνο μαγαζί που δεν ήταν κλειστό στο κέντρο ήταν ένα μεγάλο ζαχαροπλαστείο, μπήκε να ψωνίσει κανένα γλυκό για τους φίλους, παρόλο που έξω επικρατούσε ησυχία απόλυτη εκεί μέσα γινόταν καυγάς, ένας τύπος με άσπρα μαλλιά και κοτσίδα σκοτώνονταν με τον ιδιοκτήτη, φώναζε κι απειλούσε βρίζοντας άσχημα, έδειχνε γύρω τις βιτρίνες και τους πάγκους σαν να του ανήκαν τα πάντα, ύστερα άρπαξε με το έτσι θέλω ένα πακέτο τεράστιο τυλιγμένο με χρυσαφί χαρτί και βγήκε έξω σα να μην έτρεχε τίποτα, οι πωλήτριες κοιτούσαν μ’ ανοιχτό το στόμα. Τον ήξερε τον κοτσιδάκια, ήταν ένας τύπος βίος και πολιτεία που είχε φάει άπειρα λεφτά στο εξωτερικό σπουδάζοντας υποτίθεται αλλά στην πραγματικότητα ζώντας σούπερ με ταξίδια, αυτοκίνητα, γυναίκες, είχε ξεκοκαλίσει όλη την πατρική περιουσία, του ζαχαροπλαστείου συμπεριλαμβανόμενου, μιλάμε δεν είχε αφήσει τίποτα και είχε καταλήξει στο δρόμο γι αυτό τώρα τσακώνονταν με τον καινούριο ιδιοκτήτη που είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά με λεφτά πολλά, κανένας δεν ήξερε από πού προέρχονταν, καθώς όλοι παρακαλούσαν για αγοραστές κι οι τιμές ήταν σκοτωμένες, έβαζε χέρι στα καλύτερα φιλέτα, ο άλλος που είχε μάθει στα γούστα δεν το άντεχε…

Ο καυγάς του είχε κάνει εντύπωση, εκείνος με την κοτσίδα ήταν σίγουρα πολύ θρασύς, έτσι είναι όμως αυτοί που τα βρήκαν όλα έτοιμα, κάπου είχε ακούσει ότι ο παππούς του κοτσίδα είχε αρπάξει μετά τον πόλεμο το ζαχαροπλαστείο με βρώμικο τρόπο, είχε την εντύπωση ότι ο πρώτος ιδιοκτήτης ήταν ο μαυραγορίτης που φάγανε εκεί στη Γέφυρα των Στεναγμών, ξαφνικά τον έπιασε μια μανία να ψάξει την υπόθεση, τι είχε συμβεί με τις περιουσίες που άλλαξαν χέρια ύστερα απ’ την κατοχή, τι έγινε με τον δολοφόνο, ποια ήταν εκείνη η μυστήρια γυναίκα που τον είχε παρασύρει στην παγίδα; Τα τζάκια που κυβερνούσαν την πόλη είχαν φτιαχτεί εκείνη την εποχή κι έλεγχαν τα πάντα, είχαν κληρονομήσει στα παιδιά και στα εγγόνια τις περιουσίες τους αλλά τώρα οι εποχές είχαν γυρίσει ξανά, οι απόγονοι είχαν γίνει μαμμόθρεφτοι κακομαθημένοι, δεν άντεχαν την πολλή δουλειά, το είχαν ρίξει στα γούστα, τα υπάρχοντα τους εξαφανίζονταν κι άλλαζαν για μια ακόμα φορά χέρια περνώντας σε κάτι άλλους τύπους παράξενους, κι αν γι αυτά που συνέβαιναν τώρα μπορούσες να βρεις άκρη με κάποιον τρόπο τα παλιά ήταν πολύ μπερδεμένα, πως δεν είχε ρωτήσει τον πατέρα του για όλα τούτα τόσον καιρό ;

Το απόγευμα πήγε στο χωριό κι έφερε στο σπίτι τον γέρο του, τον πότισε ούζο κι εκείνος άνοιξε το στόμα του και τα κελάηδησε όλα σα να καταλάβαινε ότι το τέλος πλησίαζε, ‘’Εγώ τον είδα τον άλλον που τον σκότωσε !’’ είπε ‘’Τον γνώρισα γιατί από κείνον αγοράζαμε κάρβουνα, έριξε μια πιστολιά και μετά έφυγε τρέχοντας, την άλλη μέρα με βρήκε και μου είπε να μη τον καρφώσω και κείνος θα με πλήρωνε καλά, με πήρε και πήγαμε στα νεκροταφεία τα εβραϊκά, κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, ήταν νύχτα, ‘’Κάτσε δω και φύλαγε !’’ με διέταξε, ερχόταν εκεί πέρα κάθε βράδυ μια γριά Εβραία κι έκλαιγε δίπλα σένα μνήμα, δεν ήθελε να τον δει, καθόμουν εγώ εκεί πέρα μες το κρύο και περίμενα, τον έβλεπα από μακριά να μετρά κάτι και προσπαθούσα να υπολογίσω που θα σταματήσει, σημείωσα στο μυαλό μου δέκα βήματα κατά τη θάλασσα και μετά άλλα δέκα προς τα δεξιά, μου έδωσε δυο λίρες και μου είπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, δυο λίρες μόνο, με είχε κοροϊδέψει ! Το επόμενο βράδυ πήγα μοναχός μου κι έφαγα όλη τη νύχτα, σήκωσα καμιά εκατοστή πλάκες και τελικά τα βρήκα, ένα πουγκί πάνινο πρέπει να είχε καμιά πεντακοσαριά νομίσματα, πήρα μια χούφτα όχι όλα, ήταν επικίνδυνο, ύστερα έπιασαν να χαλούν εκείνα τα μνήματα, σήκωσαν όλε τις πλάκες και τις έκαναν πεζοδρόμια, ποιος ξέρει τι απέγιναν οι λίρες , εγώ με κείνα που είχα πάρει αγόρασα ένα φορτηγό κι έκανα μεταφορές μια μέρα πάω στο ζαχαροπλαστείο στο κέντρο και τον βλέπω να με καρφώνει σα να του είχα σκοτώσει τη μάνα, φοβήθηκα όμως δεν έκανε τίποτα, φοβόταν κι εκείνος επειδή τον είχα δει …’’

Ώστε έτσι λοιπόν είχαν τα γίνει τα πράγματα, άκουγε το γέρο του και δεν το πίστευε, μια ζωή ολόκληρη δεν του είχε πει τίποτα και τώρα του τα ξεφούρνιζε όλα, ευτυχώς είχε προλάβει, αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη ιστορία,  έξω είχε σκοτεινιάσει πια,  βγήκε στο μπαλκόνι που έβλεπε κατά  τη θάλασσα και δοκίμασε ν'  ανάψει  τσιγάρο αλλά ο αέρας που χαλούσε τον τόπο  δεν τον άφηνε, συνέχιζε να φυσά κοκκινίζοντας τη δύση και σκορπίζοντας τα  άστρα πάνω στην επιφάνεια του νερού  , ήταν ο πιο παλιός επισκέπτης της πόλης που ερχότανε κάθε χειμώνα για αιώνες,  χιλιετίες , ‘’Αυτός είναι ο μόνος που δεν αλλάζει ποτέ !’’ μουρμούρισε σιγανά .

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Είχε κάνει το μαγαζί του δωμάτιο, ένα υπόγειο ήτανε λίγο κάτω απ το δρόμο ακριβώς δίπλα σε μια διασταύρωση, εκεί έμενε, είχε βάλει έπιπλα, έναν καναπέ, μια ντουλάπα, το είχε φτιάξει, όταν στεκόταν όρθιος έβλεπε τις ρόδες των αυτοκινήτων που τσουλούσαν στο δρόμο και τα φανάρια που αυλάκωναν την άσφαλτο. Άμα περνούσες από κει έβλεπες το φως της τηλεόρασης που έπαιζε το βράδυ, δεν ήταν άσχημα όμως ο χασάπης της γωνίας που τον ήξερε αναρωτιόταν πως είχε καταλήξει εκεί πέρα; Παλιά ήταν ωραία, είχε τη γυναίκα και τα παιδιά, τη δουλειά, τα λεφτά του όμως τώρα τα είχε χάσει όλα, ήρθαν τα πάνω κάτω και βρέθηκε στον άσσο, όλοι είχαν φύγει και τον είχαν αφήσει μοναχό. Κάποτε, όταν πλησίαζαν οι γιορτές, τους έπαιρνε όλους και πήγαιναν σ’ ένα μαγαζί αμερικάνικο που σέρβιρε μερίδες τεράστιες κι είχε κάτι καναπέδες πολύ αναπαυτικούς, τα παιδιά δε χόρταιναν να τρώνε κι η γυναίκα του γελούσε χαρούμενη, για μια δεκαετία όλα πήγαιναν ρολόι, μετά πήρε την κάτω βόλτα χωρίς να το καταλάβει, οι δουλειές έπαψαν, η πιάτσα νέκρωσε, χρωστούσε δεξιά κι αριστερά, η γυναίκα γκρίνιαζε, τελικά χωρίσανε, φύγανε και τα παιδιά, είχε μείνει μόνος.

Πως τα είχε καταφέρει, πως είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, τι λάθος είχε κάνει, δε μπορούσε να καταλάβει κι όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα τον έπιανε μια στενοχώρια και δε μπορούσε να σταθεί πουθενά. Παραμονές γιορτών βγήκε μια βόλτα στην πόλη, έξω από κάτι σχολές πιτσιρικάδες με κουκούλες στο κεφάλι έκαναν διάλειμμα δαγκώνοντας τυρόπιτες και σάντουιτς, ένας τρωγλοδύτης έβγαζε ένα αντικείμενο απόν κάποιο κάδο, στάθηκε μπροστά σ’ έναν πάγκο κι αγόρασε ένα αμαξάκι για το μικρό του γιο, ο γέρος που το πουλούσε πήρε το χαρτονόμισμα στο χέρι και του είπε ζωηρά ‘’Καλές γιορτές φίλε !’’. Με το αμαξάκι στο χέρι περπατούσε στα φωτισμένα στενά, η πόλη ήταν στολισμένη, η ατμόσφαιρα άλλαζε τέτοιες μέρες κι ήταν όσο να πεις όμορφο να περπατάς στους δρόμους με τις βιτρίνες γεμάτες φωτάκια, ακόμα πιο όμορφα ήταν τη νύχτα καθώς τούτη τη χρόνια ο δήμος είχε στολίσει πιο καλά κι είχε βάλει κάτι κατασκευές εντυπωσιακές, όλοι καθόταν και τις χάζευαν.

Πάντα του άρεσαν οι γιορτές, μικρός όταν ήταν καθόταν μέχρι αργά και περίμενε να φανεί στο παράθυρο το έλκηθρο του Άι Βασίλη όπως του έλεγε ο πατέρας του, καρτερούσε εκεί πέρα το βράδυ της πρωτοχρονιάς ώσπου κουραζόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος. Την άλλη μέρα ξάπλωνε σε μια κόκκινη φλοκάτη παρακολουθώντας τα κάρβουνα που έκαιγαν στη μεγάλη σόμπα, α, τότε ένιωθε ευτυχισμένος πραγματικά ! Τέτοιες μέρες ερχόταν πάντα κι ο παππούς του που άρχιζε να λέει ιστορίες για τα παλιά, τότε που γινόταν πόλεμος και τους έπαιρναν μέσα στη νύχτα για να τους πάνε κάπου μακριά στην ερημιά όπου θα τους εκτελούσαν, γυναικόπαιδα τραβολογούνταν μέσα στα μονοπάτια τα κακοτράχαλα και γίνονταν ένας χαμός, αυτή την ιστορία πάντα την έλεγε ο πάππους του, ήταν η αγαπημένη του, είχε γλυτώσει κρυμμένος στο σωρό επειδή έκανε τον πεθαμένο. Και μια άλλη ιστορία έλεγε συχνά, για τότε που δούλευε σ’ ένα υπόγειο με δάπεδο χωμάτινο κι είχε ένα άλογο να γυρνά εκεί πέρα συνέχεια για να δουλέψει ένα μηχάνημα, εκείνο το ζώο δεν έβλεπε το φως του ήλιου, αυτές τις ιστορίες τις είχε ακούσει τόσες φορές από τον παππού του και τούχαν μείνει στο μυαλό…

Αυτά είχαν περάσει πια, οι καιροί είχαν αλλάξει κι όλοι γύρω είχαν γίνει σκληροί, ψυχροί, ξένοι εκείνος όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν κι είχε βάλει σε μια γωνιά του υπογείου μια μικρή φάτνη με φωτάκια έτσι για να νιώσει λίγο την ατμόσφαιρα όπως παλιά, τότε που ο παππούς του τον έπαιρνε στο άλλο χωριό, το διπλανό, γιατί το δικό τους ήταν πολύ μικρό και δεν είχε τίποτα. Καθόταν δίπλα του βλέποντας τους μεγάλους να παίζουν χαρτιά στο καφενείο και να χτυπούν με δύναμη τα φύλλα πάνω στο τραπέζι, ύστερα έφευγαν μαζί και περπατούσαν μέχρι το σπίτι τους που απείχε κάνα - δυο χιλιόμετρα, περνώντας από ένα μαγαζί σκοτεινό όπου είχε κάτι παλιά ποδοσφαιράκια ξύλινα, με κείνα τα στριφογυριστά σίδερα που κοπανούσαν δυνατά το σκληρό, άσπρο μπαλάκι. Εκεί καθόταν λίγο να χαζέψουν τα παιδιά που φώναζαν και ίδρωναν παίζοντας με τις ώρες κι ύστερα συνέχιζαν μέχρι το χωριό, στη μέση της διαδρομής υπήρχε ένα σπίτι εγκαταλειμμένο κι ο παππούς του έλεγε ότι εκεί πέρα είχε γίνει κάποτε ένας φόνος γι αυτό το είχαν παρατήσει, το σπίτι εκείνο το έβλεπε πολλές φορές στον ύπνο σ’ όλη τη ζωή του …

Η παρέα του ήταν μαζεμένη σε μια καφετέρια και κάθισε εκεί πέρα να πιει κάνα ποτό, κοιτάζοντας έξω απ’ το τζάμι είδε κάτι πιτσιρικάδες Πακιστανούς που πουλούσαν χαρτομάντιλα και θυμήθηκε ότι κι αυτός στην ηλικία τους παραμονές Χριστουγέννων δούλευε, τον είχε βάλει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του σ’ ένα μανάβικο να κουβαλά τελάρα και μια φορά είχε αφήσει εκεί πέρα ο γιατρός του χωριού, ένας ηλίθιος τύπος που όμως όλοι τον σέβονταν, είχε αφήσει λοιπόν ο γιατρός το καταραμένο το αμάξι του κι εκείνος χωρίς να θέλει το είχε γρατζουνίσει όπως κουβαλούσε τις κάσες, το τι άκουσε από τον γιατρό που ήταν κάθαρμα μεγάλο δε λέγεται, από τότε είχε μισήσει τους γιατρούς, δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει…

Γυρνώντας ένιωθε ζαλισμένος από το ποτό και κρύωνε, ο καιρός είχε σφίξει, ξεκλείδωσε την πόρτα κι ετοιμάζονταν να κατέβει τα λιγοστά σκαλιά όταν αισθάνθηκε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε, στράφηκε απότομα πίσω και είδε ένα κοριτσάκι δυο τριών χρονών να στέκεται μόνο και να τον κοιτά, φορούσε ένα παλτουδάκι με κουκούλα στο κεφάλι σα να ετοιμάζονταν για πεζοπορία στο χιόνι, που στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα, που ήταν η μάνα του, τι έκανε μοναχό του; Κοίταξε γύρω, δε φαινόταν κανένας, το παιδί στεκόταν εκεί και χαμογελούσε, έδειχνε ήσυχο, τι έπρεπε να κάνει, τέτοια ώρα άντε να βρεις άκρη κι όπως ήταν ζαλισμένος δεν είχε όρεξη να τρέχει στις αστυνομίες, αποφάσισε να το κρατήσει για τη νύχτα, δε μπορούσε να το αφήσει στο κρύο, το πρωί θα έβλεπε. Το έπιασε απ’ το χεράκι και το οδήγησε στο υπόγειο , εκείνο ακολουθούσε υπάκουα, δεν έδειχνε να φοβάται, ήταν εντελώς ήρεμο, σίγουρα θα ήταν το μικρό κανενός μετανάστη, είχε γεμίσει ο τόπος από δαύτα, τα έβλεπε στα λεωφορεία, στις πλατείες, παντού. Άναψε ένα ηλεκτρικό σώμα που είχε και το έφερε κοντά να ζεσταθεί προσέχοντας μην απλώσει κάνα χέρι και καεί γιατί το μικρό έδειχνε ζωηρό και περίεργο, έψαξε τις τσέπες απ’ το παλτουδάκι και βρήκε μονάχα ένα χαρτάκι τσαλακωμένο που το ξετύλιξε για να διαβάσει τα λόγια ‘’ ...και καλείται το όνομα αυτού, Μεγάλης βουλής Άγγελος !’’’ τι σήμαιναν εκείνα τα λόγια, σίγουρα σε καμιά εκκλησιά τα είχαν γράψει αλλά πως είχαν βρεθεί στο ρούχο του παιδιού ; Κάθισε εκεί πέρα και το κοίταζε που έψαχνε γύρω το χώρο, βγήκε πάλι έξω να δει μήπως είχε εμφανιστεί κανείς όμως επικρατούσε μια παγωνιά και μια ερημιά σα να είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας κι όλοι είχαν κρυφτεί στα σπίτια τους, τα δελτία λέγανε από μέρες για καταιγίδες και χιόνια, από νωρίς είχε δει κάτι αμάξια που κατέβαιναν από τα βόρεια προάστια γεμάτα χιόνια στα παρμπρίζ τους.

Το παιδί είχε πάρει φόρα και γυρνούσε γύρω -γύρω συνέχεια σα να είχε κοιμηθεί είκοσι ώρες και τώρα ήταν ντούρασελ, ψηλαφούσε και δοκίμαζε στο χέρι του όλα τα αντικείμενα πιο πολύ όμως στεκόταν στη μικρή φάτνη με τα ζώα και το μωρό, στεκόταν εκεί με το στόμα ανοιχτό και κοιτούσε μια τη φάτνη μια εκείνον σα να έλεγε ‘’Τι ωραίο !’’ Τον έπιασαν τα γέλια , το μικρό είχε πλάκα, είχαν περάσει χρόνια από τότε που τα δικά του παιδιά ήταν μωρά και χαμένος όλη την ώρα στις δουλειές του δεν είχε χρόνο ν’ ασχοληθεί μαζί τους, δεν έμαθε ποτέ πως είναι να νταντεύεις, σίγουρα το παιδί θα πεινούσε, έβγαλε κάτι μπισκότα που έχε στο ντουλάπι και του έδωσε ένα, το κοριτσάκι το έπιασε κι άρχισε να μασουλά, ύστερα πήρε φόρα κι άρχισε να λέει κάτι ασυναρτησίες που δεν έβγαζες άκρη, τι γλώσσα μιλούσε, τι ήθελε να πει, από πού προέρχονταν, πως είχε γίνει ο κόσμος έτσι, πως είχαν μπερδευτεί όλα, κι από την άλλη πάλι όλοι άνθρωποι ήταν κι εκείνο το μικρό τι χρωστούσε, όλα τα παιδιά λίγο πολύ ήταν ίδια, ήθελαν τα ίδια πράγματα, δε θέλει πολύ μυαλό να το καταλάβεις.

Αφού πέρασαν κάνα δυο ώρες το μικρό άρχισε να κουράζεται και κείνος επιτέλους μπορούσε να χαλαρώσει γιατί όλη την ώρα είχε το νου του μη πάθει τίποτα το παιδί, αν χτυπούσε, αν έπεφτε θα έβρισκε το μπελά του, πως θα το παρέδιδε, τι θα το έκανε; Το έβαλε να πλαγιάσει στον καναπέ όπως ήταν με τα ρούχα του και το σκέπασε με δυο κουβέρτες, ξάπλωσε κι αυτός όμως ο ύπνος δε τον έπιανε με τίποτα, όλη εκείνη την ώρα που είχε περάσει με το παιδί είχε χαλαρώσει σα να είχε αδειάσει το κεφάλι του από άσχημες σκέψεις αλλά τον είχε πιάσει μια υπερένταση και στριφογύριζε νευρικά ώσπου τα μάτια του έκλεισαν επιτέλους .

Θα πρέπει να κοιμήθηκε καμιά ώρα, σηκώθηκε να δει πως ήταν το κοριτσάκι και το είδε ν’ αναπνέει ήσυχα και να γουργουρίζει καθώς κοιμόταν αμέριμνα, έξω απ το γκαράζ σκιές περνούσαν σαν κάποιος να παρακολουθούσε, αγριεύτηκε λίγο, πήγε μέχρι τη πόρτα και δοκίμασε το πόμολο αν είχε κλειδώσει, άνοιξε και κοίταξε, έξω έριχνε χιονόνερο,σήκωσε τα μάτια ψηλά στο ουρανό και οι ψιχάλες έπεσαν κατευθείαν στο πρόσωπο του, ένα μηχανάκι πέρασε φωτίζοντας με τον προβολέα του έναν κάδο που κάποιος τον είχε αφήσει στη μέση του δρόμου, με τη βροχή που έπεφτε το σημείο γίνονταν επικίνδυνο γιατί σ’ εκείνο το σημείο η άσφαλτος είχε καμπυλωθεί από τις ζέστες του καλοκαιριού κι αν πήγαινες ν’ αποφύγεις τον κάδο μπορούσε να σε πετάξει με τις μπάντες. Παίρνοντας μια ομπρέλα πήγε να τραβήξει τον κάδο που όμως ήταν πολύ βαρύς, τι στο διάβολο είχαν βάλει μέσα και είχε γίνει ασήκωτος, πάλευε εκεί πέρα κάνα δυο λεπτά όταν αισθάνθηκε να του τραβούν το σακάκι, γύρισε και είδε το μικρό, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα πάλι, πως είχε βγει έξω, πως πέρασε το δρόμο, είχε βρει το μπελά του σίγουρα, το σήκωσε στον αέρα και το βαλε να καθίσει στην είσοδο του χασάπικου που φωτίζονταν από μια λάμπα, γύρισε πίσω να τραβήξει τον κάδο όταν ένα αμάξι ήρθε απ’ το πουθενά με τρομερή ταχύτητα περνώντας ακριβώς μπροστά του και καρφώθηκε με απίστευτη βιαιότητα στον κάδο που τον πέταξε είκοσι μέτρα μακρυά, γύρισε να δει το παιδί που είχε τρομάξει και είχε ανοίξει τα μάτια του διάπλατα σα να έλεγε ‘’Τι ήταν αυτό ;’’, ύστερα από τον κρότο της σύγκρουσης απλώθηκε μια ησυχία απόλυτη, ψηλά από κάποιο μπαλκόνι κάποιος βγήκε να δει τι έγινε, η βροχή όσο πήγαινε και γίνονταν πιο δυνατή.



ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...