Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

τῶν δὲ Θερμοπυλέων τὸ μὲν πρὸς ἑσπέρης ὄρος ἄβατόν τε καὶ ἀπόκρημνον, ὑψηλόν, ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην· τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς ὁδοῦ θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα.

ΗΡΟΔΟΤΟΣ . [7.176.3]

Στο μετρό της Αθήνας   χιλιάδες κόσμου ανέβαινε και κατέβαινε  στα οχήματα που στρίγγλιζαν καθώς σταματούσαν πάνω στις σιδερένιες γραμμές,   μέσα στα βαγόνια  έβλεπες ένα σωρό πρόσωπα περίεργα, ξένους από κάθε γωνιά του κόσμου,   γυναίκες ντυμένες παράξενα, νεαρούς  που έκαναν φασαρία.   Στο Σύνταγμα που κατέβηκε για να πάρει κάποιο λεωφορείο,  είδε ψηλά την Ακρόπολη,  επιβλητική,  και το τεράστιο κτήριο της βουλής από κάτω,  «μια τέτοια εντυπωσιακή εικόνα ταιριάζει στην πρωτεύουσα» σκέφτηκε,  για να διαμορφώσουν μια τέτοια εντυπωσιακή εικόνα  είχαν χρειαστεί διακόσια τόσα χρόνια και  το αποτέλεσμα δεν ήταν κακό. Τουρίστες χιλιάδες συνωστίζονταν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα στη ζέστη κι αυτό  δεν τους ενοχλούσε,  του φαίνονταν πολύ αλλόκοτο,  πως γινόταν να μην τους πειράζει ο ελεεινός  συνωστισμός,  ο ανυπόφορος  ήλιος,  το άθλιο φαγητό  στις  ταβέρνες με τους ανεμιστήρες που πετούσαν κρύο νερό για να δροσίσουν την ατμόσφαιρα ;  Στα παγκάκια έβλεπες πρεζόνια να καπνίζουν  και στα στενά   άστεγους να κοιμούνται σε καναπέδες κάτω από  τις πιλοτές των πολυκατοικιών,  όλη η εικόνα του φάνηκε πολύ παρακμιακή.

Κατέβαινε  στην πρωτεύουσα για να δει  το παιδί  και την πρώην γυναίκα του  που  έμεναν  σε κάποιο ξενοδοχείο ,  του  είχε  υποσχεθεί ότι θα τον άφηνε να πάρει το κορίτσι   για μια μέρα όμως δεν ήταν σίγουρος αν θα τηρούσε το λόγο της. Είχε  περάσει σχεδόν  ένας χρόνος  από τότε που  είδε για τελευταία  φορά το παιδί  του  και δεν ήξερε πως θα του φέρονταν, είχαν φύγει μαζί με τη μαμά του   έτσι ξαφνικά,  χωρίς να του πει τίποτα η πρώην του,  κι είχε νιώσει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του, ήταν σαν να του είχαν κόψει ένα χέρι,   δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί, οι δικηγόροι του είχαν  πει να κινήσει διαδικασίες, θα μπορούσε να την κατηγορήσει για απαγωγή ανηλίκου  όμως εκείνος δεν ήθελε,  τηλεφωνούσε στο παιδί για να μιλήσουν  αλλά δεν μπορούσε να του πει και πολλά πράγματα,  χρειάστηκε   καιρό μέχρι να συνέλθει κάπως .

Εκείνο το σαββατοκύριακο ένας φίλος του  πάντρευε το γιο του και τον είχε καλέσει, θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του  οπότε έπρεπε  να βρει ένα τρόπο να συνδυάσει την επίσκεψη στο παιδί με το γάμο. Δεν είχε ιδέα για το πως ζούσε όλον αυτόν τον καιρό η πρώην γυναίκα του,  δεν του έλεγε ποτέ λεπτομέρειες,  μόνο όταν χρειαζόταν χρήματα τον έβρισκε, καταλάβαινε  πάντως ότι ζορίζονταν.   «Περίμενε  κάτω θα έρθω εγώ να σε πάρω» του είπε  όταν έφτασε στο ξενοδοχείο . Με το που  είδε το παιδί  η καρδιά του αναπήδησε, το κοριτσάκι   του χαμογέλασε όμως η μαμά του το μάζεψε απότομα και του έριξε ένα βλέμμα άγριο σαν να του έλεγε , «όχι πολλά- πολλά μπροστά μου !».  Κάθισε δίπλα στο παιδί  που τον περιεργάζονταν με το  βλέμμα  ενώ η μαμά του ετοίμαζε ένα ποτήρι γάλα και κάτι μπισκότα,  όπως την κοίταζε εκεί να περπατά ξυπόλητη στο πάτωμα σκεφτόταν ότι ήταν αδίστακτη,  αυτό ήταν  ένα χαρακτηριστικό της  που δεν είχε συνειδητοποιήσει όμως καθώς θυμόταν την αποφασιστικότητα της, τότε που έφευγε κάνοντας ένα  άλμα στο κενό και κουβαλώντας μαζί  το μικρό ,  δεν  αμφέβαλε  ούτε στιγμή,  απ’  την ώρα  που είχε πάρει τη απόφαση της δεν άκουγε κανέναν,  ούτε νοιάστηκε για  τις συνέπειες που θα είχε η πράξη της .

«Ξέρεις θα πάω σ’ ένα γάμο, σε πειράζει να έχω το παιδί μαζί μου;» τη  ρώτησε,  « θέλεις να κάνεις φιγούρα;»  του είπε ειρωνικά εκείνη,  «εντάξει  κάνε ότι θέλεις,  μια στιγμή μόνο να το ετοιμάσω» . Το έντυσε πολύ ωραία  μ’ ένα φορεματάκι μεταξωτό,  αραχνοΰφαντο, του έδωσε και μια ακόμα αλλαξιά να έχει μαζί του,  «να μου στείλεις φωτογραφίες»  του είπε καθώς  έφευγαν. Ο γάμος γίνονταν σ’ ένα εκκλησάκι,  δίπλα στη θάλασσα,  την ώρα που έδυε ο ήλιος.  Μια ξανθιά  φωτογράφος πρόσεξε το κοριτσάκι και τον ρώτησε αν θα είχε  πρόβλημα να του βγάλει μερικές φωτογραφίες με το  γαμπρό και τη νύφη,  «εντάξει»  είπε αυτός . Το μικρό φαίνονταν  χαρούμενο,   πήρε κι αυτό όπως έκαναν  όλοι,  ένα τούλι με ρύζι για να ρίξει στο γαμπρό και  τη νύφη,  «σου μοιάζει πολύ»  του είπε ο φίλος του όταν τους είδε.   

 Μετά το γάμο πήγαν  σ’ ένα  κέντρο  που ήταν χτισμένο στις όχθες κάποιας  λίμνης που είχε σχηματιστεί όταν καταποντίστηκε η οροφή   μιας σπηλιάς.  Το μέρος ήταν εντυπωσιακό πραγματικά,  από τη μια μεριά έβλεπες τη θάλασσα κι από την άλλη τη γκρεμισμένη σπηλιά και τη λίμνη, δεν περίμενες να δεις τέτοιο τοπίο σ’ εκείνο το μέρος.  Στο γλέντι ο μπουφές ήταν πολύ πλούσιος  κι όλοι είχαν ριχτεί στο φαγητό, ύστερα άρχισαν να φέρνουν γλυκά,  ποτά, κεράσματα,  τα γκαρσόνια περνούσαν όλη την ώρα αλλάζοντας  τα πιάτα. Το κοριτσάκι μιλούσε με κάτι άλλα παιδιά που ήταν εκεί πέρα, έτρωγε μ’ έναν τρόπο πολύ  ιδιαίτερο,  σκουπίζοντας κάθε φορά τα χέρια του σε μια μικρή πετσέτα και παίρνοντας  μικρές μπουκιές  σαν να είχε διδαχτεί  τρόπους καλής  συμπεριφοράς,  καθόταν εκεί  και το παρατηρούσε, στις κινήσεις του  έβλεπε  τον εαυτό του τότε που ήταν μικρός, τα φώτα αντανακλούσαν στη λίμνη,  οι άνθρωποι γύρω γελούσαν,  ένα ντρόουν τραβούσε φωτογραφίες από ψηλά,   κάποια στιγμή ένιωσε ότι έχανε την αίσθηση του χρόνου κι είχε μεταφερθεί σε μια άλλη  διάσταση σαν να ονειρεύονταν.

Είχε χρόνια να πάει σε τέτοιοι γλέντι ,  δεν ήταν ποτέ του πολύ κοινωνικός  και του είχε κάνει εντύπωση πως είχαν αλλάξει τα έθιμα.  Θυμόταν τους  παλιούς  γάμους με όργανα και κλαρίνα  που αντιλαλούσαν μέσα σε κήπους, χωρικοί χόρευαν κάτω από τα δέντρα,  οι  νύφες έκλαιγαν καθώς αποχαιρετούσαν το σπίτι και την οικογένεια τους,  οι γυναίκες έφτιαχναν φαγητά  κι έδιναν και σε κείνους  τότε που ήταν μικρά παιδιά τότε , θυμόταν και τη μητέρα του που του έλεγε,  «απ’ αυτά τα σαρμαδάκια  να φας , είναι με ψιλό φύλλο πολύ ωραία» .  Όλα αυτά είχαν χαθεί πια,  οι καιροί είχαν αλλάξει και δεν το είχε καταλάβει, έβλεπε τα παιδιά εκεί πέρα  να χορεύουν  τραγούδια ξένα,  να γελούν βγάζοντας  φωτογραφίες,  χιλιάδες φωτογραφίες,  οι φίλοι το γαμπρού,  μια παρέα αντρών και γυναικών που σπούδαζαν κι εργάζονταν στο εξωτερικό, σχημάτισαν μια πομπή κρατώντας  κάτι ραβδιά  σαν φωτόσπαθα,    πετούσαν  μπαλόνια χρωματιστά, κάποια  στιγμή άναψαν  πυροτεχνήματα  που φώτισαν τον ουρανό,   το κοριτσάκι είχε εντυπωσιαστεί και γελούσε.  Όλα αυτά ήταν πολύ ωραία αλλά δεν τον έπειθαν, στα μάτια του φαίνονταν  ψεύτικα,   έμοιαζε σαν να ήθελε τούτη η γενιά να ξορκίσει το φοβερό μέλλον που έπρεπε  να αντιμετωπίσει,  σαν να ετοιμάζονταν να βουτήξει στα βαθιά νερά μιας κοινωνίας όπου αν δεν πετύχαινες ήσουν τελειωμένος ,  όσοι ήταν κυνικοί κι αδίστακτοι θα επιβίωναν, όλο το σύστημα έτσι κι αλλιώς είναι φτιαγμένο για τέτοιους ανθρώπους,  οι άλλοι θα έλιωναν και θα διαλύονταν  μέσα στα σαγόνια του  αδηφάγου καπιταλισμού.

Κάποια  στιγμή ένιωσε ότι έπρεπε  να φύγουν και κάλεσε ταξί,  γυρίζοντας στο ξενοδοχείο συνάντησε τον  υπάλληλο στην υποδοχή που  του είπε:  « η κυρία έχει φύγει, μου έδωσε κι αυτόν τον αριθμό για να της τηλεφωνήσετε»,  έμεινε άναυδος,  τι ήταν αυτό πάλι, τηλεφώνησε αμέσως όμως  η γραμμή φαίνονταν κατειλημμένη,  κάλεσε  ξανά κι άκουσε  ότι η κλήση του προωθείται,  «ευχαριστώ»  είπε  στον υπάλληλο,  «θα πάμε ακόμα μια βόλτα»  είπε στο παιδί καθώς σκεφτόταν τι θα έκανε τώρα. Το μυαλό του είχε πάρει φωτιά,  για μια ακόμη φορά τον είχε αιφνιδιάσει,  έπρεπε να  κανονίσει με κάποιον παιδικό σταθμό,  η μάνα του θα μπορούσε να βοηθήσει όμως είχε μεγαλώσει αρκετά πια και δεν ήξερε αν θα δεχόταν κι έπειτα μπορεί η πρώην του  να άλλαζε γνώμη και να εμφανίζονταν πάλι  κάποια στιγμή,  έπρεπε να βρει  έναν  δικηγόρο να του πει  τι έπρεπε  να κάνει,   έπρεπε  να τα κανονίσει όλα  γρήγορα, «άραγε πως είναι να  μεγαλώνεις  ένα παιδί;»  σκέφτηκε,  δεν είχε προετοιμαστεί καθόλου για ένα  τέτοιο  ενδεχόμενο.  

Την άλλη μέρα χαιρέτησε το φίλο του που δεν ήξερε τι να του πει, κι έφυγε για τα ΚΤΕΛ με το παιδί ,  στο μετρό κάτι κοπέλες του έδειξαν ποια γραμμή να πάρει,  ένας βαριεστημένος οδηγός αστικού που πήγαινε στον Κηφισό  τον ρώτησε τι ομάδα είναι,  το κτίριο με τα πρακτορεία των λεωφορείων  έμοιαζε  έτοιμο  για ανατίναξη,  τόσο παλιό  ήτανε.  Το παιδί φαίνονταν ήρεμο, ένιωθε άνετα μαζί του και  διασκέδαζε κοιτάζοντας γύρω του. Ξεκίνησαν σχετικά  νωρίς,  βγήκαν από τα προάστια,  πέρασαν μια λίμνη και κάτι περιοχές με χωράφια για να φτάσουν στις Θερμοπύλες όπου   έκαναν  μια στάση σ’ ένα εστιατόριο με μια αλάνα μεγάλη μπροστά του.  Όλοι σχεδόν  οι επιβάτες στήθηκαν στην ουρά για να αγοράσουν φαγητά και σάντουιτς,  αυτός πήρε  μια σοκολάτα για το κοριτσάκι που του χαμογέλασε σαν να του έλεγε,  «μη φοβάσαι μπαμπά εγώ σε καταλαβαίνω»  αυτό του έδινε κουράγιο.  Κοιτάζοντας   τα απότομα βουνά από τη μια μεριά,  και τη θάλασσα από την άλλη, είπε μέσα του, «είναι αληθινά  ένα μέρος ιδανικό  για άμυνα απέναντι σε υπεράριθμο εχθρό, από κει πάνω κατέβηκαν  λοιπόν οι Πέρσες οδηγημένοι από τον Εφιάλτη, κι όλα κρίθηκαν», του φάνηκε απίστευτο που εκείνη τη στιγμή, με όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε,   σκεφτόταν τι είχε συμβεί πριν από χιλιάδες χρόνια. Ύστερα από λίγο  ο οδηγός τους φώναξε να επιβιβαστούν ενώ  η ζέστη έμοιαζε να κατεβαίνει από τα βουνά και να τους κατακλύζει. Το κλιματιστικό του λεωφορείου που είχε σβήσει,  αργούσε να πάρει μπροστά πάλι  κι ο χώρος όλος μέσα στο όχημα είχε γίνει αποπνικτικός,  ένιωθε την ανάσα του να βγαίνει δύσκολα,  ευτυχώς το παιδί κοιμόταν όλη την ώρα, σταγόνες  ιδρώτα έτρεχαν στο πρόσωπο του,  πήρε ένα χαρτομάντιλο και τις σκούπισε απαλά. Περνώντας από τη  Θεσσαλία αισθάνθηκε ότι διέσχιζαν   μια ατέλειωτη κοιλάδα γεμάτη βουνά και ζέστη,  ένα τοπίο που δεν είχε τίποτα για να ξεκουράσει το μάτι σου.  Όταν πλησίασαν  στα Τέμπη επιτέλους πρασίνισε ο τόπος, καλαμιές κι αμπέλια  απλώνονταν μπροστά,  έμπαιναν  στο γνώριμο τοπίο  της Μακεδονίας .

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

τῶν δὲ Θερμοπυλέων τὸ μὲν πρὸς ἑσπέρης ὄρος ἄβατόν τε καὶ ἀπόκρημνον, ὑψηλόν, ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην· τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς ὁδοῦ θάλασσα ὑπο...