Ένα κορίτσι ήρθε κατά πάνω του φωνάζοντας, δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών, είχε μαύρα μαλλιά, δόντια ολόασπρα, ήταν πάρα πολύ όμορφο, ασυνήθιστα όμορφο, πίσω του ερχόταν ένας τύπος σκουρόχρωμος, το κορίτσι ζητούσε τη βοήθεια του σαν να τον ήξερε ενώ ο άντρας πλησίασε χωρίς να μιλά, « άφησέ την ήσυχη!» φώναξε στο σκουρόχρωμο που δεν μιλούσε, είχε μια γενειάδα που κάλυπτε το πρόσωπο του και δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του, γύρω δεν υπήρχε ψυχή μονάχα κάτι κομμάτια των κάστρων που είχαν γκρεμιστεί από τον κύριο όγκο του οχυρώματος έχασκαν χωρίς κανένας να φροντίζει να τα ξαναβάλει στη θέση τους. Ο ξένος άντρας σήκωσε τα χέρια σαν να προσπαθούσε να τον αρπάξει από το λαιμό, εκείνος ήθελε να σηκωθεί και να φύγε όμως την τελευταία στιγμή κρατήθηκε, δεν είχαν μεγάλη διαφορά όγκου, όπως τον έβλεπε ο ξένος θα πρέπει να ήταν περίπου σαράντα- πενήντα χρονών, είχε καιρό να παλέψει και δεν ήξερε σε τι φόρμα βρίσκονταν, δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει τι θα έκανε όταν ο άλλος τον έπιασε σφιχτά από τους ώμους δοκιμάζοντας να τον ρίξει χάμω, την τελευταία στιγμή κρατήθηκε καταλαβαίνοντας ότι ο ξένος ήταν πολύ δυνατός, από εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά μόνον πως δεν θα έπεφτε στο τσιμέντο του δρόμου.
Από το πρωί φαινόταν ότι θα είχε μια περίεργη μέρα, όταν πήγε να βάλει μπροστά το αμάξι του η μηχανή έσβηνε σαν να είχε ξεψυχήσει, «ώ διάολε!» φώναξε ενώ τηλεφωνούσε τον μηχανικό του όμως εκείνος έλειπε διακοπές, «φίλε είμαι στο νησί τώρα, πίνω ποτά στην αμμουδιά, επιστρέφω τον άλλο μήνα» του είπε, πως θα πήγαινε τώρα στη δουλειά , η απόσταση δεν ήταν μεγάλη όμως έπρεπε να ανεβεί ένα ύψωμα γεμάτο βράχους πάνω από την πόλη. Ήταν πρωί ακόμα, σχεδόν 9, στη σκιά είχε λίγο δροσιά, «ας πάω περπατώντας, θα μου κάνει καλό» είπε μέσα του. Ξεκίνησε χαλαρά την ανάβαση, στα στενά ακούγονταν κάποιο τραντζιστοράκι που έπαιζε ένα τραγούδι παλιό, «Στην Πέργαμο και στην Μπαστιά, δίδυμα πάνε φορτηγά, κι ένα ιπτάμενο δελφίνι, στον Πόρο και στη Σαντορίνη » πόσα χρόνια είχε να το ακούσει. «Δεν είναι και τόσο άσχημα εδώ πέρα» σκεφτόταν βλέποντας τις γυναίκες να πίνουν χαλαρές τον πρωινό καφέ τους στα μπαλκόνια, καθώς όμως πλησίαζε στην κορυφή του υψώματος είχε ήδη μετανιώσει, το σώμα του ζορίζονταν, τον τελευταίο καιρό διάστημα δεν πρόσεχε, έτρωγε ότι να ναι και είχε περάσει τα εκατό κιλά. Είχε φτάσει πια σ’ ένα ισιάδι του λόφου κι αισθάνονταν τα πόδια του να καίνε . Παρόλο που η μέρα μόλις είχε ξεκινήσει η ζέστη ήταν αδυσώπητη καθώς ο ήλιος σκαρφάλωνε φουριόζος στον ουρανό ξεκινώντας το καθημερινό του ταξίδι κι οι φλόγες έκαιγαν το σύμπαν . Οι λαμαρίνες των αυτοκινήτων είχαν ανάψει, τα αδέσποτα έψαχναν τρύπα να κρυφτούν, όλα έμοιαζαν να έχουν πάρει φωτιά, μονάχα τα χαλάσματα των αρχαίων τειχών φαίνονταν αγέρωχα και στέκονταν εκεί στην κορυφή της πόλης αψηφώντας τον χαμό του καλοκαιριού, ενώ από πάνω τους πετούσαν αέναα τα αεροπλάνα κουβαλώντας τουρίστες .
Από το πρωί η μέρα του έδειχνε ότι δεν θα ήταν συνηθισμένη όμως τώρα είχε μπλέξει άσχημα κι είχε βρεθεί να παλεύει μ’ έναν άγνωστο μέσα στο λιοπύρι. Φοβόταν μήπως ο ξένος τον κλωτσήσει όμως ο άλλος έδειχνε ότι ήθελε να τον καταβάλει παλεύοντας, χωρίς χτυπήματα. Όπως ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο μπορούσε να προσέξει καλύτερα τα χαρακτηριστικά του, είχε ανάστημα κανονικό αλλά φαίνονταν νευρώδης, σκληρός , μ’ ένα βλέμμα διαπεραστικό, η επιδερμίδα του ήταν σκούρα, έμοιαζε με άραβα και πράγματι, αν του πρόσθετες μια κελεμπία θα ήταν κανονικός Βέρβερος, είχε μια πραγματικά βιβλική φυσιογνωμία. Μετά τα πρώτα σπρωξίματα και τις αναγνωριστικές λαβές κατάλαβε ότι δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα, το σώμα του είχε γίνει μούσκεμα, ένιωθε τις σταγόνες του ιδρώτα να τρέχουν στο πρόσωπο του, ο άγνωστος πάλι έδειχνε να μην κουράζεται σαν να ήταν ντοπαρισμένος, νόμιζε ότι θα ήταν πιο εύκολο όμως ο άλλος είχε αποδειχτεί σκληρό καρύδι.
Όπως προσπαθούσε να αμυνθεί έκανε τη σκέψη ότι όλα αυτά δεν συνέβαιναν στην πραγματικότητα, ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει κι όλα γίνονταν σε μια άλλη διάσταση, είχε την εντύπωση ότι θα πατούσε ένα κουμπί κι όλα θα επέστρεφαν στην κανονική τους κατάσταση. Δεν περίμενε ούτε ο ίδιος ότι θα άντεχε σε τέτοιες συνθήκες, πάντα τον δυσκόλευε το καλοκαίρι αλλά τούτο το φετινό τα είχε δει όλα, σχεδόν ολόκληρο τον Αύγουστο δεν είχε ούτε μια μέρα δροσιάς, λογαριασμοί ερχόταν από παντού, η γυναίκα του γκρίνιαζε συνέχεια, οι υποχρεώσεις τον πίεζαν, το αφεντικό του είχε ξεφύγει, η εφορία κι όλοι οι δαίμονες τον κυνηγούσαν, παντού γύρω έμοιαζαν να υψώνονται εμπόδια αξεπέραστα. Ο πιο μεγάλος του φόβος του ήταν μη χάσει την όρεξη του για ζωή, έβλεπε γύρω ανθρώπους ‘’καμένους ‘’ εξαιτίας της υπερκόπωσης , των πολλών σκέψεων, της πίεσης από το περιβάλλον. Άλλος έτρεχε για τους άρρωστους γονείς του και είχε μπουχτίσει, άλλος δούλευε σαν το σκυλί για χρόνια πολλά, να μαζέψει λεφτά, να αυγατίσει, να αγοράσει σπίτια, μαγαζιά, και ξαφνικά διαπίστωνε ότι το σώμα του δεν άντεχε, έτρεχε στους γιατρούς κι έβρισκε ένα σωρό προβλήματα με την καρδιά, το συκώτι, τους πνεύμονες. Άλλος πάλι χανόταν δίχως ν’ αφήσει ίχνη πίσω του, τον έπαιρνες τηλέφωνο και δεν απαντούσε, έτσι απλά, τον ήξερες για χρόνια, τον θεωρούσες φίλο σου και ξαφνικά εξαφανίζονταν έτσι, χωρίς να δώσει μια εξήγηση, ήταν πολύ παράξενο.
Έριξε μια ματιά πίσω του ψάχνοντας την κοπέλα όμως εκείνη είχε εξαφανιστεί, ήταν σαν να είχε έρθει εκεί πέρα για να παίξει το ρόλο του δολώματος, σαν να τον είχε μπλέξει σ’ αυτήν τη φασαρία κι άλλωστε όπως το σκεφτόταν τώρα, το βλέμμα της δεν ήταν και τόσο αθώο. Είχε την ελπίδα ότι θα βρισκόταν κάποιος περαστικός να πει κάτι, να φωνάξει κάποιον, να βάλει ένα τέλος σ' εκείνο το πράγμα όμως γύρω δε φαίνονταν ψυχή, σαν να είχε αδειάσει ο τόπος όλος από κάθε τι ζωντανό. Παλεύοντας κι απωθώντας ο ένας τον άλλον είχαν βρεθεί τώρα κοντά σε μια στέρνα παλιά, όπου οι κάτοικοι της ακρόπολης πρέπει να φυλούσαν κάποτε το νερό τους στις περιόδους πολιορκίας και ανομβρίας. Η στέρνα εκείνη κάτι του έφερνε στο μυαλό και τότε θυμήθηκε, εκείνο ήταν το μέρος όπου πολλά χρόνια πριν ο παππούς του είχε στερεώσει στα αρχαία τείχη μια τέντα, ήταν η εποχή που είχαν έρθει οι πρόσφυγες κι έψαχναν μια σκέπη πάνω απ' το κεφάλι τους, εδώ ήτανε το μέρος που του είχε δείξει μια φορά ο παππούς του όπως περνούσαν από κει, αν τον είχε τώρα μπροστά του θα τον ρωτούσε «έ παππού, πως το παλεύατε τότε, ποιο είναι το μυστικό, τι πρέπει να κάνουμε εμείς τώρα μέσα σ’ αυτήν τη ζούγκλα ;»
Είχε καθυστερήσει για τη δουλειά, σε λίγο θ’ άρχιζαν να τον ψάχνουν, «πρέπει να τελειώνω εδώ πέρα» είπε μέσα του, αν συνέχιζαν έτσι θα λιποθυμούσε σίγουρα , μάζεψε όποια ικμάδα ενέργειας είχε κι επιτέθηκε στον ξένο που φάνηκε να ξαφνιάζεται, το είδε καθαρά μέσα στον μάτια του κι αυτό του έδωσε το κουράγιο που χρειάζονταν, τον γράπωσε από τη μέση και παραλίγο να τον σκάσει χάμω, ο ξένος έδειχνε απορημένος και με πολύ μεγάλη δυσκολία διατηρούσε την ισορροπία του, ήταν σίγουρα παλαιστής ή κάτι τέτοιο. Ένιωθε ότι τον είχε νικήσει, το κατάλαβαν και οι δύο, είχε γίνει μούσκεμα αλλά δεν μπορούσε να μη νιώθει ικανοποιημένος με τον εαυτό του, αν και δεν είχε την καλύτερη φυσική κατάσταση τα είχε καταφέρει μια χαρά. «Θα χρειαστώ δέκα μπουκάλια νερό για να συνέλθω» σκέφτηκε όμως τη στιγμή που ετοιμάζονταν να τον ρίξει κάτω ο άγνωστος άντρας έκανε μια κίνηση παράξενη, άρπαξε το μηρό του ψηλά στο ριζομήριο, εκεί δίπλα στη βουβωνική χώρα, κι αμέσως ένιωσε να παραλύει σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, μια απέραντη απορία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του, πως στο δαίμονα το είχε καταφέρει ο ξένος , τι είδους δυνάμεις είχε; Όλο το σώμα του παράλυσε και τότε άκουσε τον άγνωστο να λέει με μια φωνή εντελώς αλλόκοτη, «είσαι πολύ δυνατός, αφού πάλεψες μαζί μου και σχεδόν με νίκησες έχεις το χάρισμα», τον άφησε εκεί πέρα μουδιασμένο κι έφυγε περπατώντας αργά, πέρασε δίπλα από την αρχαία στέρνα κι από ένα άνοιγμα των τειχών χάθηκε από τα μάτια του.
Σύρθηκε και κάθισε σ’ ένα αγκωνάρι των γκρεμισμένων τειχών, κάτω από μια συκιά που είχε φυτρώσει εκεί πέρα. Το πόδι του σιγά σιγά συνέρχονταν από το μούδιασμα, ανέπνευσε βαθιά, όλο το συμβάν πρέπει να κράτησε κάπου είκοσι λεπτά, ένα μισάωρο, αλλά του είχε φανεί ένα διάστημα ατελείωτο, «κάτι πρέπει να πιω επειγόντως» είπε φωναχτά. Όλο αυτό τον είχε σοκάρει όμως ταυτόχρονα αισθάνονταν την αυτοπεποίθηση του να μεγαλώνει, ώστε λοιπόν είχε κάποιο χάρισμα, δεν ήταν τόσο αδύναμος, κι αν είχε καταφέρει να νικήσει σ’ αυτή τη μάχη θα τα κατάφερνε και με τα υπόλοιπα θηρία της αποκάλυψης που τον περιτριγύριζαν. Ένα αίσθημα ικανοποίησης τον πλημύρισε, είχε ξεχάσει ότι έπρεπε να πάει στη δουλειά όταν το τηλέφωνο του χτύπησε, «έ που είσαι;» -« έρχομαι!» είπε στο αφεντικό του και σηκώθηκε με κόπο, το αεράκι που ερχόταν από τη θάλασσα του δρόσισε επιτέλους το πρόσωπο, ο ήλιος συνέχιζε να πυρπολεί το σύμπαν, η άσφαλτος έβραζε, τα αεροπλάνα πετούσαν χωρίς σταματημό ψηλά χαμηλώνοντας όπως πλησίαζαν το αεροδρόμιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου