Στο διάδρομο του νοσοκομείου είχε συναντήσει έναν καλόγερο, «ο αδερφός σου δεν έπρεπε να έρθει εδώ!» του είχε πει κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε, «μα ήταν άρρωστος, θα πέθαινε» -«ο θεός θα φρόντιζε» είπε ο καλόγερος «είναι τρελός» σκέφτηκε μέσα του, « δεν εξηγείται αλλιώς» - « μα ξέρετε ο αδερφός μου είναι στην εντατική. Αν δεν τον φέρναμε θα σταματούσαν να λειτουργούν τα πνευμόνια του!» - «και γιατί δεν του έδωσαν τα μονοκλωνικα αντισώματα που δίνουν σε κάποιους;» - «μα εσείς δεν είστε γιατρός» -« έχω όμως διαβάσει άλλωστε το λένε και επιστήμονες διάσημοι. Έχω εδώ να σας δείξω άρθρα » είπε ο καλόγερος ανοίγοντας μια μαύρη τσάντα που κρατούσε»- « μα η δουλειά σου άνθρωπε μου είναι να μιλάς για το θεό, να εξομολογείς, να κάνεις λειτουργίες, να κοινωνείς τον κόσμο, να προσεύχεσαι, γιατί ανακατεύεσαι σε δουλειές που δεν γνωρίζεις, αν ήθελες να γίνεις γιατρός ας πήγαινες στην ιατρική σχολή»- « όχι δεν είναι έτσι!» επέμεινε ο καλόγερος μιλώντας με τέτοιο πάθος και σιγουριά ενώ τα μάτια του γυάλιζαν σαν να ήταν ένας μικρός θεός που μπορούσε να αποφασίσει για το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο άρχισε να μιλά για τη οργή του θεού αραδιάζοντας προφητείες που έκαναν λόγο για τους αριθμούς του διαβόλου που πάνε να εμφυτευτούν στο σώμα μας με τις ενέσεις, για το τέλος του κόσμου, για τον άγγελο της Εφέσου που θα έστελνε το μήνυμα της αποκάλυψης, «μετανόησον οὖν· εἰ δὲ μή, ἔρχομαί σοι ταχὺ καὶ πολεμήσω μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματός μου!» φώναζε ο καλόγερος βγάζοντας κάτι χαρτιά από την τσάντα του. Κάποιοι επισκέπτες του νοσοκομείου είχαν σταθεί και τον άκουγαν . Ο καλόγερος άρχισε να τρέμει και η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή , «ο άνθρωπος είναι παλαβός, δεν υπάρχει περίπτωση» έκανε τη σκέψη. Όπως τον έβλεπε εκεί μπροστά του να τρέμει τον είχε πιάσει τέτοιος θυμός που ήθελε να τον αρπάξει από τη μακριά γενειάδα του αλλά κρατήθηκε. Έφυγε κατασυγχυσμένος από το νοσοκομείο ενώ μέσα του προσπαθούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν ο αδερφός του μετά από τόσες σπουδές, μετά από τόσο διάβασμα και μελέτη κωδίκων και νόμων, βιβλίων και συγγραμμάτων είχε φτάσει στο σημείο να εμπιστεύεται έναν τέτοιο αγύρτη, δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του.
Εδώ και εβδομάδες παρακαλούσαν τον αδερφό του να πάει στο νοσοκομείο, η γριά μητέρα τους τον ικέτευε όμως εκείνος ήταν κάθετος, μέχρι την τελευταία στιγμή που άρχισε να του
κόβεται η αναπνοή επέμενε πεισματικά να αρνείται και μόνο όταν άρχισε να χάνει
τις αισθήσεις του δέχτηκε απρόθυμα όμως
ο κορονοϊός είχε προχωρήσει, για μέρες χαροπάλευε
στην εντατική. Όταν τον είδε δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Δεν είχαν ειδωθεί
για τουλάχιστον δυο δεκαετίες, οι δρόμοι
τους ήταν εντελώς διαφορετικοί, εκείνος δούλευε
εργάτης στο εργοστάσιο ενώ ο αδερφός του είχε σπουδάσει νομικά και είχε γίνει ανακριτής
όμως παρ’ όλες τις γνώσεις του ήταν πάντα μονοκόμματος. Πίστευε όλες τις
θεωρίες για εχθρούς κρυμμένους παντού που συνεδρίαζαν σε λέσχες σκοτεινές, διάβαζε βιβλία για παράξενα σχέδια ανθρώπων που επιθυμούσαν την καταστροφή της γης και την εξαφάνιση μεγάλων
κομματιών του πληθυσμού αδυνατούσε να κατανοήσει πως γινόταν ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος να σκέφτεται
τόσο ανορθολογικά. Φαίνεται ότι οι γνώσεις
δεν του είχαν δώσει καμιά σοφία. Όπως καθόταν στην είσοδο του θαλάμου έβλεπε τον
μικρό τoυ αδερφό αδυνατισμένο
και σκέφτοταν πως είχαν περάσει τόσα
χρόνια, πως είχαν αλλάξει και οι δύο, πως είχαν εξελιχτεί ακολουθώντας πορείες διαφορετικές,
όλα τούτα τα γεγονότα, όλη αυτή η εξέλιξη ήταν τόσο περίπλοκη που δυσκολεύονταν
να την αναλύσει με τη σκέψη του. «Σε πειράζει να μένω κι εγώ καμιά φορά στο κτήμα;»
του είπε ο αδερφός του όπως τον
χαιρετούσε, «έμαθα ότι έφτιαξες το πέτρινο σπίτι»- «εντάξει» είπε αυτός, « μπορείς να έρθεις όποτε θέλεις ».
Το πέτρινο σπίτι το είχε χτίσει ο παππούς του πριν από έναν αιώνα, τότε που είχαν
εγκατασταθεί σε κείνη την περιοχή αφήνοντας τη Θεσσαλία. Ο παππούς του δούλευε στα τρένα,
έφτιαχναν τις γραμμές τότε και δουλεύοντας εκεί πέρα είχε διαπιστώσει ότι ήταν
μια περιοχή εύφορη, πήρε λοιπόν την οικογένεια του κι εγκαταστάθηκε στον κάμπο
απ’ όπου περνούσε το τρένο. Δουλεύοντας
στα χωράφια έβγαζε όλων των ειδών τα
λαχανικά, αγαπούσε πολύ τούτη τη δουλειά,
τότε λοιπόν είχε χτίσει και το παλιό πέτρινο σπίτι. Όπως επέστρεφε από το
εργοστάσιο σταματούσε πολλές φορές στο κτήμα του παππού του, καθόταν εκεί στο παλιό μπαλκόνι και σκέφτονταν τη ζωή του. Εκεί είχε γεννηθεί πριν
μετακομίσουν στο κέντρο της κωμόπολης και πονούσε κάθε φορά που το έβλεπε
παρατημένο. Κανείς δεν νοιάζονταν για
κείνο το γκρέμισμα όμως εκείνος έβλεπε σε κάθε γωνιά την παιδική του ηλικία, το
τσιμέντο όπου είχε γράψει το όνομα του, μια πέτρα που χρησίμευε σαν σκαλοπάτι
στην πόρτα του στάβλου, τον παλιό φούρνο όπου έψηναν ψωμιά, όλα κάτι του θύμιζαν.
Σιγά-σιγά, έτσι για να σκοτώσει την ώρα του, είχε αρχίσει να
το φτιάχνει χωρίς να έχει κανένα σκοπό, διόρθωνε τους τοίχους, έβαφε τα δωμάτια
έτσι για να μην τα βλέπει να καταρρέουν, έριξε λίγο τσιμέντο στην παλιά αυλή, τοποθέτησε μια
σόμπα και είδε ότι λειτουργούσε θερμαίνοντας το χώρο, άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να το
φτιάξει εκείνο το σπιτάκι που το ‘είχε αφήσει σε κείνον ο πατέρας του επειδή κανένας δεν το ήθελε. Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι είχε
κάποια αξία έτσι όπως κείτονταν έξω από την κατοικημένη περιοχή όμως αυτός το
ένιωθε σαν ένα κομμάτι του ζωντανό. Ένα βράδυ χειμωνιάτικο δοκίμασε να κοιμηθεί
εκεί πέρα, άναψε τη σόμπα και ήταν μια
χαρά, έστησε ένα κρεβάτι εκστρατείας και
ξάπλωσε κοιτάζοντας τις φλόγες από το πορτάκι της σόμπας. Κάποια στιγμή βγήκε
έξω και χάζεψε τα άστρα που φαίνονταν καθαρά στον ουρανό, για πολλά χρόνια δεν
είχε σηκώσει το κεφάλι του να δει τι γίνεται εκεί ψηλά κι αυτό του έκανε μεγάλη
εντύπωση. Όσο περνούσε ο καιρός αισθάνονταν
όλο και περισσότερο το μέρος εκείνο σαν
δεύτερο σπίτι του, καθόταν μέσα στην
ερημιά χωρίς να κάνει τίποτα, απλά άδειαζε το μυαλό του απ’ όλες τις σκέψεις και τα προβλήματα, όταν
γυρνούσε στο σπίτι η γυναίκα του καταλάβαινε, «πήγες πάλι
στο κτήμα ;» τον ρωτούσε. «Θα πάω να μείνω στο πέτρινο σπίτι » έλεγε στη γυναίκα του που γελούσε μαζί του
και δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. «Άμα δεν
θες εσύ μείνε εδώ με τα παιδιά. Θα έρχομαι να σας βλέπω. Εκεί πέρα θα κερδίσω δέκα χρόνια ζωής. Δεν
μπορώ άλλο εδώ πέρα. Έχει γεμίσει κόσμο κι αυτοκίνητα που παρκάρουν παντού και
με πνίγουν. Εγώ έχω μάθει στην ησυχία».
Κι εκεί λοιπόν που είχε αρχίσει να φτιάχνει το παλιό σπίτι και να κάνει σχέδια εμφανίστηκε από το πουθενά ο αδερφός του με τις τρελές θεωρίες και τους ηλίθιους
καλόγερους που συναναστρέφονταν, «τι στο
δαίμονα θέλει τώρα αυτός;» σκεφτόταν όλη την ώρα καθώς δούλευε στο εργοστάσιο .
Ο άλλος είχε ρίξει μαύρη πετρά με τις σπουδές και τα δικαστήρια του τόσα χρόνια
και τώρα να σου τον φίλο που θυμήθηκε τα
πατρογονικά του, «που ήσουν τόσον καιρό
μάγκα μου;» ήθελε να του πει. Όταν
είχε φύγει για να σπουδάσει στην πόλη εκείνος
δούλευε στα χωράφια μέχρι τα δεκαοχτώ του, μέσα στο κρύο και στη ζέστη,
μέσα στα χώματα και τις λάσπες να βγάλουν ντομάτες και πράσα, φασόλια και πεπόνια όμως όταν πήγαινε στη λαχαναγορά για να πουλήσει έβλεπε τους χονδρέμπορους να τον κλέβουν εκεί μπροστά στα μάτια του, έτσι σηκώθηκε κι έφυγε απ’ τα χωράφια κι αφού δούλεψε στις οικοδομές παίρνοντας
πέντε λεωφορεία κάθε μέρα τελικά
κατέληξε στο εργοστάσιο, έκλεινε πια 35 χρόνια σε τούτη τη δουλειά και του φαίνονταν
απίστευτο ότι είχε αντέξει τόσο πολύ. Στο εργοστάσιο φτιάχνανε ψωμιά και πίτες
όλων των ειδών, στο πόστο του έπρεπε να
παίρνει μια μεγάλη λαμαρίνα με τα αρτοσκευάσματα και να την τοποθετεί μέσα στο
φούρνο, το χέρι του είχε πάθει
τενοντίτιδα κι αναγκάζονταν να το δένει μ’ ένα πανί. Του έμεναν μερικά χρόνια
μέχρι να βγει στη σύνταξη κι αναρωτιούνταν πως θα έμενε εκεί πέρα, η υπόθεση με
το παλιό σπίτι θα του έδινε μια παράταση που χρειάζονταν και να τώρα ο καταραμένος
ο αδερφός του μπορούσε να τα χαλάσει όλα, εκείνος έπαιρνε γερή αμοιβή ως δικαστής
και είχε φτιάξει περιουσία, μπορούσε να αγοράσει ότι επιθυμούσε, γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο, έπρεπε να βρει κάποιον
τρόπο να τον ξεφορτωθεί .
Ένα απόγευμα που καθόταν αμέριμνος στο μπαλκόνι του παλιού
σπιτιού είδε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει από τον χωματόδρομο, «καλησπέρα!» του
φώναξε ο αδερφός του κατεβαίνοντας από το αμάξι ενώ από τη άλλη μεριά του
οχήματος βγήκε ο καλόγερος με τη μακριά γενειάδα, «ωχ!» έκανε μέσα του «θα έχουμε ιστορίες». «Ρε
συ τόχεις κάνει πολύ ωραίο μπράβο!» του είπε ο ανακριτής που φαινόταν ευδιάθετος και υγιής ενώ ο καλόγερος
χαμήλωσε το κεφάλι σαν να τον χαιρετούσε. «Είμασταν στον άγιο
Μάρκο, την κλινική. Ο αδελφός από δω έκανε κάποιες εξετάσεις για μια επέμβαση και είπαμε
να σταματήσουμε λίγο να σε δούμε». Προσπάθησε
να κρατηθεί όμως δεν άντεξε και ξεστόμισε, «μπα, το έλεος του θεού δεν πιάνει
τον α αδελφό από δω, χρειάζεσαι και επίγεια βοήθεια; » ο καλόγερος που έδειχνε ήσυχος άρχισε να μιλά ασταμάτητα
σαν να ήταν κουρντισμένος ενώ η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή όπως τότε στο νοσοκομείο.
«Πως τολμάς ασεβή και ανάγωγε! Ο γιατρός που πήγα είναι κι εκείνος αδελφός κι
όλοι εσείς δεν έχετε ιδέα για το σχέδιο του τριαδικού θεού. Όπως είπε ο Άγιος Παϊσιος
έρχεται η ώρα που θα μαρκάρουν όλους τους ανθρώπους μέσα από τις κάρτες και θα τους
σφραγίσουν όπως λέει η αποκάλυψη μέσα από τα εμβόλια!» «Πιστεύεις όλες αυτές
τις βλακείες;» ρώτησε τον αδερφό του, ο ανακριτής δεν απαντούσε, καθόταν εκεί σαν άβουλο ον και τους κοίταζε, εν τω μεταξύ ο καλόγερος που είχε ξαναβρεί την
αυτοκυριαρχία του έδειχνε πιο ήρεμος «πάμε να φύγουμε» είπε, ο ανακριτής έσπευσε να τον ακολουθήσει
κι αυτός έμεινε μόνος του στο μπαλκόνι του παλιού σπιτιού να τους κοιτά.
Είχε καιρό να καπνίσει άλλα σκέφτηκε ότι ένα τσιγάρο δεν θα
του έκανε μεγάλη ζημιά. Όπως έβγαζε τον αναπτήρα
του είδε ένα γκρι πουλάκι, μικρούτσικο, να πλησιάζει στα κάγκελα του μπαλκονιού
και να τον κοιτά, ύστερα πήδηξε σ’ ένα κλαδάκι κι άρχισε να σφυρίζει ελαφρά σαν
να του έλεγε «μα πόσο βλάκες είστε, η ζωή
περνά από δίπλα σας κι αντί να τη χαρείτε τρέχετε σαν παλαβοί και σκοτώνεστε
μεταξύ σας, μα πόσο χαζοί είστε». Καθόταν
εκεί και κοιτούσε το πουλάκι που είχε κατέβει κάτω στα χορτάρια βρίσκοντας κάτι
αόρατο για να φάει, τσιμπολογούσε όλη την
ώρα κι ύστερα στρέφονταν και τον κοιτούσε σφυρίζοντας σαν να του έλεγε, «μα πόσο χαζοί είστε».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου