Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΜΠΝΟΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Ξαφνικά  οι στρατιώτες άρχισαν να σφάζουν τον  κόσμο   που έτρεχε πανικόβλητος να κρυφτεί στα σκαλιά  και στις στοές του ιππόδρομου, κάποιοι πηδούσαν από τις κερκίδες στο δρόμο έξω για να σωθούν,  άλλοι είχαν μπει μέσα στο στάδιο αναζητώντας διαφυγή, παντού ακούγονταν κραυγές πόνου ενώ πολλοί θεατές  είχαν ποδοπατηθεί μέσα στον πανικό. Ο Καστροφύλακας προσπάθησε να καταλάβει τι  συνέβαινε και πως μπορούσε να φύγει από κείνη την τρομερή  παγίδα, πήδηξε το φράχτη που χώριζε τις θέσεις των θεατών από το στίβο και βρέθηκε στην άμμο όπου έτρεχαν τα άλογα. Εκεί  είδε μια ομάδα κελτών  να σκοτώνει εν ψυχρώ  τον κόσμο ενώ μερικοί είχαν βγάλει τα τόξα τους κι έριχναν  βέλη στο κοινό, ήταν μια σφαγή προμελετημένη  Μέρες τώρα επικρατούσε αναταραχή στην πόλη εξαιτίας ενός καυγά  ανάμεσα σ’ έναν  ηνίοχο,  τον Πορφύριο, και στους μισθοφόρους της φρουράς του αυτοκράτορα. Ο  ηνίοχος συνελήφθη   και τότε οι οπαδοί του, οι Πράσινοι  αντέδρασαν   και τον έβγαλαν από τη φυλακή δια της βίας. Οι  Πράσινοι,  λάτρευαν τον Πορφύριο,  του είχαν στήσει μάλιστα  και μια προτομή με την επιγραφή:

Πορφύριε πολυπόθητε, η πόλη με σεβασμό σε τιμά με χάλκινο άγαλμα.  Ήθελε βέβαια  χρυσό,  αλλά αναλογίστηκε τη Νέμεση. Αν όμως η φατρία των Πρασίνων δεν παύει να υμνεί με ευγνωμοσύνη τις συνηθισμένες νίκες σου, είναι όλοι τους για  σένα  έμπνοα αγάλματα. Σε σύγκριση με αυτούς, ακόμη κι όλο το χρυσάφι  δεν αξίζει. 

Μέσα στην οργή τους οι Πράσινοι είχαν βάλει  φωτιά στο στρατόπεδο των μισθοφόρων,  τότε ο στρατηγός  Απόκαυκος,  που είχε τη διεύθυνση του σώματος  των φρουρών της πόλης,  διέταξε τη σφαγή των πρωταιτίων τη μέρα που γίνονταν οι  αρματοδρομίες. Μέσα στο πλήθος ήταν αδύνατο να βρεθούν οι ένοχοι, και έτσι οι στρατιώτες που ήταν συνηθισμένοι στην ωμή βία,  άρχισαν  να σκοτώνουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.

Ο Καστροφύλακας ήξερε ότι στη νότια μεριά του ιππόδρομου υπήρχε μια μικρή έξοδος απ’  όπου έφευγαν οι  αθλητές,  κατευθύνθηκε  προς το σημείο  για να δει αν μπορούσε να βρει την έξοδο.  Στη στενή πύλη που φαινόταν στο βάθος μιας στοάς,  υπήρχαν μερικοί φρουροί, πήρε μια πέτρα και την πέταξε στο κεφάλι ενός απ’  αυτούς ενώ την ίδια στιγμή έτρεξε  προς την αντίθετη κατεύθυνση,  βγήκε πίσω από τούς σκοπούς κι έφτασε ανενόχλητος μέχρι τη σιδερένια πόρτα που ήταν ανοιχτή, κατέβηκε  τα ελάχιστα μαρμάρινα σκαλιά που είχαν  φαγωθεί από τα χιλιάδες πόδια, έριξε μια ματιά πίσω  να δει αν τον ακολουθούσε κανείς κι όταν γύρισε το βλέμμα  είδε  μπροστά του  έναν  άντρα  που του φώναξε άγρια,  «που πας εσύ;».   Ήταν ένας πελώριος άνθρωπος, γενειοφόρος,  με κάτι χέρια που έφταναν μέχρι τα γόνατα, του έκανε εντύπωση  το παρουσιαστικό του άντρα όμως ήξερε ότι έπρεπε  να βγει οπωσδήποτε από κει  μέσα.

Δεν του άρεσε ο ιππόδρομος, εκεί πέρα μαζεύονταν το καλοκαίρι   όλα τα αποβράσματα που αντιπαθούσε μέχρι θανάτου,  όλες εκείνες οι  φατρίες των έξαλλων που μετά από κάθε αγώνα    ξεχύνονταν στους δρόμους,  λεηλατούσαν μαγαζιά,  ατίμαζαν κορίτσια,  δεν υπήρχε χειρότερη φάρα, όμως τον είχε καλέσει ο φίλος του ο Ουράνιος , ο υπεύθυνος των  αυτοκρατορικών στάβλων που  φρόντιζε τα άλογα του βασιλιά . Γνώριζε τον Ουράνιο  από τότε που πολεμούσαν στη Σικελία, τον αγαπούσε   όμως δεν έπρεπε να βρεθεί  σ’  εκείνο  το μέρος,  πάντα φοβόταν τον όχλο που γίνονταν μια άμορφη μάζα γεμάτη μίσος και μπορούσε να προκαλέσει το χειρότερο κακό,  αν δεν ήταν ο φίλος του  δεν υπήρχε περίπτωση να μπει στο στάδιο όμως τώρα βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Ήταν λάθος του που βρέθηκε εκεί πέρα παγιδευμένος.  Έπρεπε να είχε ακούσει τα λόγια του επίσκοπου του Νικόδημου, που τον είχε προειδοποιήσει. Την επόμενη μέρα  κιόλας είχε σκοπό  να τον επισκεφτεί στο μοναστήρι της Αχειροποιήτου όπου σκόπευε να εγκατασταθεί ξεχνώντας το παρελθόν.

Καιρό τώρα  σκεφτόταν να αποσυρθεί,   οι μάχες,  οι πόλεμοι κι οι συνωμοσίες  δεν τον ενδιέφεραν πραγματικά, αυτό που ήθελε πάντα ήταν να  καταγράψει όλες εκείνες τις εμπειρίες,   όλες τις περιπέτειες,  τους σκοτωμούς και τις ηρωικές πράξεις που είχε δει. Ο Νικόδημος που ήταν άνθρωπος των γραμμάτων  και είχε μια βιβλιοθήκη τεράστια στο μοναστήρι, του  έλεγε ότι για αυτό ήταν γεννημένος, για να γράφει την ιστορία του καιρού του,  αυτή ήταν η αποστολή του από το Θεό. Χάρη στον επίσκοπο είχε ξεκινήσει να σημειώνει και να δουλεύει τα πρώτα γραπτά του ,  στη   βιβλιοθήκη του μοναστηριού υπήρχαν τα χειρόγραφα του που είχε φυλάξει ο Νικόδημος κι όπως έλεγε,  χιλιάδες επισκεπτών τα είχαν διαβάσει, αυτό τον έκανε πολύ περήφανο. Πάντα  ενθουσιάζονταν βλέποντας τη  γραφή να παγιδεύει μέσα της τόσα πράγματα, τόσες έννοιες, τόσες αφηγήσεις, όλη αυτή η διαδικασία του φαίνονταν μαγική. Όποτε επισκέπτονταν το εργαστήρι αντιγραφής του μοναστηριού δεν μπορούσε να ξεκολλήσει,   μιλούσε  με τα νεαρά παιδιά που δούλευαν εκεί μέσα ετοιμάζοντας τις περγαμηνές,  τεντώνοντας  τα δέρματα, καθαρίζοντας τα,  περνώντας με ασβέστη τις σκληρές επιφάνειες καθώς  ετοίμαζαν  το μελάνι από τα βελανίδια που είχαν  μαζέψει. Τους κοιτούσε εκεί πέρα καθισμένους   σε χαμηλά  σκαμνιά να γράφουν και  να εικονογραφούν τα ευαγγέλια με όμορφα γράμματα και σχέδια,  τεντώνοντας κάθε λίγο το βασανισμένο τους σώμα. Καταλάβαινε κι αυτός πως  ο προορισμός του ήταν  εκεί πέρα  κι όχι στα πεδία των μαχών,  μάλιστα ο Νικόδημος του είχε  πει πως κάτι καλόγεροι από ένα  τάγμα γερμανικό ενθουσιάστηκαν όταν διάβασαν  τα χειρόγραφα του, είχαν ζητήσει ένα αντίγραφο και   στο  εργαστήριο της μονής  ετοίμαζαν  ένα κείμενο για να το  δώσουν στους Γερμανούς μοναχούς…

Ο τεράστιος άνδρας στέκονταν μπροστά του και του έκλεινε το δρόμο,  «σε ξέρω εσένα, είσαι ο Καστροφύλακας»  του είπε κι ενώ φαίνονταν ήρεμος σήκωσε απότομα  το τεράστιο χέρι και τον χτύπησε στο πρόσωπο με την παλάμη,  ο Καστροφύλακας αντέδρασε ενστικτωδώς κι άρχισε να του δίνει γροθιές  με λύσσα,  πολλές φορές τσακίζοντας  το πρόσωπο  του, η απροκάλυπτη  σφαγή που συνέβαινε  εκεί μέσα τον είχε θυμώσει τόσο πολύ που ήθελε κάπου να ξεσπάσει .  Ο πελώριος  άντρας    τα έχασε,  δεν περίμενε τέτοια αντίδραση όμως ο Καστροφύλακας   κατάλαβε ότι ο άλλος   ήταν δειλός παρά τη φοβερή του όψη, έτσι συνέχισε να τον χτυπά, δυο  σωματοφύλακες  έτρεξαν να  προστατέψουν τον αρχηγό τους  καθώς ο Καστροφύλακας είχε προλάβει μέσα στη λύσσα του να σκίσει τον κόκκινο χιτώνα του  τρομερού άντρα. Οι θεατές από ψηλά που έβλεπαν τη σκηνή άρχισαν να φωνάζουν και να χειροκροτούν, πολλοί κατέβαιναν  προς το μέρος του Καστροφύλακα  γνωρίζοντας ότι εκεί υπήρχε  η στενή πύλη  διαφυγής  και μπορούσαν να σωθούν, αρκετές εκατοντάδες ανθρώπων δραπέτευσαν από τη μικρή πόρτα βγαίνοντας  στα δρομάκια της πόλης για να γλυτώσουν  από τη μανία των φρουρών.  

 Στη βρύση μιας μικρής πλατείας ο Καστροφύλακας  έπλυνε το πρόσωπο,  τα χέρια κι  όλο του το σώμα που έκαιγε από την κάψα του καλοκαιριού,  αμέσως αισθάνθηκε καλύτερα σαν να καθάρισε το μυαλό του σε μια  στιγμή ενώ μέσα του  ένιωθε μια τρομερή  επιθυμία  για κάποιο  φρούτο,  ένα σταφύλι ή ένα σύκο να γλυκαίνει το στόμα του που είχε γεμίσει από τη σκόνη του ιπποδρόμου, «πρέπει να βρω οπωσδήποτε το Νικόδημο!»  σκέφτηκε όπως περπατούσε κατά την αποθήκη όπου  είχε αφήσει το άλογο του. Στο μονοπάτι για το μοναστήρι της Αχειροποιήτου υπήρχε ένα μέρος  γνωστό ως Η λίμνη του Φονιά,  εκεί σε κάτι χαλάσματα αρχαία,  γεμάτα αγάλματα σπασμένα, σταμάτησε  να πάρει μια ανάσα και να ποτίσει το ζώο, ο αέρας φυσούσε δυνατά,  κι  όπως περνούσε μέσα από τα ερείπια   ακούγονταν ήχοι παράξενοι σαν να ζωντάνευαν τα αγάλματα κι άρχιζαν να μιλούν, ένιωσε το δέρμα του ν’  ανατριχιάζει,  βιάστηκε να απομακρυνθεί από κείνον τον στοιχειωμένο τόπο. 

«Γκρέμισες το τέρας, τον Απόκαυκο,   έχεις καταλάβει τι έκανες;»  του είπε  ο Νικόδημος  όταν συναντήθηκαν στο μοναστήρι, ώστε εκείνος ήταν λοιπόν ο άνδρας που του είχε κλείσει το δρόμο στην έξοδο του ιππόδρομου!  Ο επίσκοπος  ήταν ενθουσιασμένος, κανείς δεν είχε  τολμήσει να τα βάλει με τον ισχυρό άνδρα, όλοι τον απέφευγαν  και τον έτρεμαν, ακόμα κι ο αυτοκράτορας δεν ήθελε να συγκρουστεί μαζί του  επειδή είχε στο πλευρό του μια σειρά  από ισχυρούς που ήθελαν  να τον ανεβάσουν στο θρόνο. Κανείς δε  χώνευε τον Απόκαυκο,  εκείνος ο τρομερός άνθρωπος είχε για χρόνια  σκορπίσει το φόβο,   όλοι μιλούσαν για τα κακουργήματα,  τις ασωτίες,  την αυθαιρεσία και τη βαναυσότητα του. Ήταν πάντα  περιστοιχισμένος   από τους μισθοφόρους του ,  που  ήταν κι εκείνοι πελώριοι,  τρομοκρατούσαν την πόλη όποτε έβγαιναν  να πάνε στο ιππόδρομο,  εκεί ήταν το αγαπημένο τους στέκι και με την εντολή του αρχηγού τους είχαν ξεκινήσει τη φοβερή  σφαγή.   

Το επεισόδιο στον ιππόδρομο  είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση  ο Καστροφύλακας είχε  χάσει την ησυχία του,  όλοι ερχόταν να τον συγχαρούν,  μια ομάδα ευγενών του ζητούσε να ηγηθεί ενός κινήματος για να συλλάβουν και να δικάσουν τον Απόκαυκο. Μ΄ όλα αυτά  σαν κάτι να είχε συμβεί κι ο Απόκαυκος έχασε την αύρα του φόβου που τον περιέβαλε ο κόσμος δεν τον υπολόγιζε πλέον, στο δρόμο τον περιγελούσαν,  εκείνοι που κάποτε τον έτρεμαν τώρα τον πλησίαζαν και τον χλεύαζαν, μια μέρα που περπατούσε με τη συνοδεία του στην αγορά,  μια γυναίκα που της είχε βιάσει  την κόρη  του πέταξε από το μπαλκόνι ένα πήλινο σκεύος που τον χτύπησε άσχημα στο κεφάλι,   υπέφερε για μέρες από το χτύπημα, έβλεπε αστραπές κι οράματα στον ύπνο του,   ύστερα από λίγο καιρό πέθανε.


ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

τῶν δὲ Θερμοπυλέων τὸ μὲν πρὸς ἑσπέρης ὄρος ἄβατόν τε καὶ ἀπόκρημνον, ὑψηλόν, ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην· τὸ δὲ πρὸς τὴν ἠῶ τῆς ὁδοῦ θάλασσα ὑπο...