Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ

 

Το φθινόπωρο κάτι τον έπιανε,  ήταν η εποχή του ένιωθε έναν αέρα απίστευτο,  επιτέλους ο ήλιος δεν έκαιγε το δέρμα κι ο άνεμος φυσούσε δροσίζοντας το πρόσωπο,  οι μέρες έπαυαν να είναι ατελείωτες,  η νύχτα έπεφτε απαλά και το πρωί δεν ξημέρωνε με το που άνοιγες τα μάτια σου, ήταν ευλογία θεού! Τα μπράτσα των γυναικών  που δεν είχαν  πάει στη θάλασσα  ήταν  όμορφα,  άσπρα,  αλλά και τα σώματα εκείνων  που κολυμπούσαν είχαν σχήματα στην πλάτη από τα μαγιό  που φορούσαν. Το φθινόπωρο,  όλη η ορμή έβγαινε από μέσα του, όλη η δύναμη του που χάνονταν τους  καλοκαιρινούς μήνες,   εμφανίζονταν ξανά. Άφηνε πίσω του τα έρημα τοπία του θέρους,  τα μπαλκόνια στους απάνω ορόφους που φλέγονταν,  τους ενοίκους που προσπαθούσαν να δροσιστούν .  Αυτή την εποχή  είχε μια διάθεση τρομερή να κάνει τα πιο δύσκολα πράγματα,  καθώς το καταραμένο καλοκαίρι έφευγε πια και μπορούσε να προσδοκά ένα μεγάλο διάστημα δροσιάς ή και κρύου,  δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το φθινόπωρο είχε δοκιμάσει να πάει σε μια ξένη χώρα μ’ ένα καράβι ,  ένα ταξίδι ατέλειωτο, ήθελε οπωσδήποτε να φύγει τότε αλλά   κάτι τον είχε πιάσει και την τελευταία στιγμή σκεφτόταν να  μην  ανέβει στο πλοίο.  Όμως έπρεπε να το κάνει εκείνο το βήμα για να του φύγει η καταραμένη περιέργεια  για το τι υπάρχει πιο πέρα, το είχε κάνει λοιπόν το ταξίδι,  δέκα μέρες άντεξε στην ξένη χώρα και γύρισε κακήν κακώς πίσω,  δεν ήταν γι αυτόν εκείνα τα μέρη,  καλύτερα στον τόπο του !

Το Φθινόπωρο απελευθερώνονταν,  άφηνε πίσω του τις μέρες τις καυτές, την έρημη πόλη με τις τηλεοράσεις που έπαιζαν δυνατά μες το καταμεσήμερο, τα λεωφορεία που ανεβοκατέβαιναν σαν φαντάσματα στους δρόμους και τα αεροπλάνα που  ταξίδευαν  αέναα στους αιθέρες κουβαλώντας τουρίστες  Το στόμα του ήταν στυφό από τη ζέστη και την υγρασία,  μάταια προσπαθούσε να το γλυκάνει με σύκα και σταφύλια που αφθονούσαν εκεί στο τέλος του Αυγούστου. Έφευγε επιτέλους το καλοκαίρι αφήνοντας στεγνές τις κοίτες των χειμάρρων και διψασμένες τις πέτρες που καρτερούσαν τα πρωτοβρόχια να δροσιστούν, Οι λιμνοθάλασσες   περίμεναν τιε βροχές για  να καλύψουν τις άσπρες,  αλατισμένες επιφάνειες τους,  ά,  οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου ήταν ό,τι καλύτερο !   .  Φθινόπωρο είχε κλείσει  κι εκείνο το δαιμονισμένο μαγαζί όπου είχε φάει τόσα χρόνια να δουλεύει.   Καλά εκείνη ήταν η πιο τραγική ιστορία,  παραλίγο να βάλει φωτιά σ’ όλο το εμπορικό κέντρο γιατί τα κτήρια εκεί ήταν αρχαία,  εγκαταλειμμένα, σαραβαλιασμένα  και το μαγαζί είχε να καθαρίσει τα λίπη από τις καμινάδες του καμιά δεκαετία.  Είχαν  μαζευτεί εκεί μέσα όλα τα υλικά  της  κόλασης, ό,τι πιο εύφλεκτο υπήρχε, οι πυροσβέστες έριχναν νερό με το τουλούμι κι  εκείνο το πράγμα,  το κολασμένο δεν έσβηνε, ένα νεαρό παιδί με στολή είχε έρθει εκεί πέρα  και του φώναξε άγρια καθώς   πάλευε με τους πυροσβεστήρες «φύγε από δω σου είπα ηλίθιε !»  Αυτή  ήταν  η πιο τρομακτική εμπειρία της ζωής του όμως παραδόξως δεν κώλωσε,  φοβήθηκε αλλά ένιωθε ότι θα το ξεπερνούσε με  κάποιο τρόπο ,  δεν θα μετατρέπονταν η εμπειρία του  σε κάποιου είδους τραύμα .  Μόνο τις νύχτες έβλεπε φωτιές  να τον τυλίγουν από παντού και δεν μπορούσε  να ησυχάσει,  αυτό κράτησε κανένα μήνα,  τον έτρεχαν στο ανακριτικό της πυροσβεστικής κι  έπρεπε  να τα ξαναθυμηθεί όλα. Δεν μπορούσε να περάσει από κείνο το κολασμένο το μαγαζί,  ήθελε να σηκωθεί να φύγει από την πόλη, να εξαφανιστεί, να μη τη δει ξανά, ταλαιπωρήθηκε κάμποσο καιρό όμως στο τέλος το ξεπέρασε,  ήταν φθινόπωρο άλλωστε κι η αυτοπεποίθηση του ήταν ψηλά…

 Φθινόπωρο πάλι είχε πιάσει την πρώτη δουλειά του,  στους κήπους βέβαια όπου δούλευε κι ο παππούς του,   χωριάτες ήτανε,  αυτό ήξεραν να κάνουν καλά.  Όμως εκείνο το φθινόπωρο ήταν το πιο γλυκό,  τότε είχε ανακαλύψει ότι ήθελε να κάνει κάτι καλλιτεχνικό στη ζωή του,  όλο το καλοκαίρι έκανε πρόβες θεατρικές  με κάτι παιδιά κι έδωσαν εξετάσεις για κάποια σχολή,  δεν  είχε περάσει  βέβαια  αλλά  ούτε που τον ένοιαζε, είχε ανακαλύψει  το δρόμο του και ήξερε ότι κάποια  στιγμή θα πραγματοποιούσε τα όνειρα του . Με το που τελείωσαν  οι εξετάσεις λοιπόν έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά ενώ μέχρι τότε  γύριζε στα χαμένα στο πανεπιστήμιο . Υπήρχε ένα κτήμα τεράστιο  που είχε ο δεσπότης της περιοχής, ένας γέρος παράξενος, εκεί δούλεψε με την ψυχή του.  Σεργιάνιζε το χορτοκοπτικό μηχάνημα μέσα σε μια απέραντη έκταση από  γρασίδι  όπου είχαν βρει καταφύγιο ένα σωρό άγρια πουλιά.  Έβγαζε φυτά ξεραμένα,  ξερίζωνε θάμνους,  τα χέρια του είχαν γεμίσει πληγές,   ο παλιός κηπουρός είχε πάθει πλάκα  « γιατί τα ξερίζωσες  όλα αυτά;» -  «συγγνώμη» - «δεν πειράζει,  θα φυτρώσουν πάλι» του είχε πει   ο γέρο κηπουρός.  Του πήρε κανένα μήνα να συμμαζέψει το κτήμα,   είχε πιάσει και μια βροχή που τον ανάγκαζε να δουλεύει μουσκεμένος  αλλά ούτε  που τον ένοιαζε, είχε χάσει αρκετά κιλά τότε, το πρόσωπο του είχε στεγνώσει,  οι φίλοι του που τον είδαν είχαν τρομάξει,  συνήλθε όμως γρήγορα.

Φθινόπωρο είχε χωρίσει,  τότε που τον είχε αφήσει η γυναίκα του και ήταν μες τα νεύρα. Εκείνο που τον πείραζε πιο πολύ ήταν που δεν μπορούσε να χαρεί την αγαπημένη του εποχή επειδή τη σκεφτόταν όλη την ώρα,  σιγά την απώλεια  αλλά που να το καταλάβει  τότε. Καθόταν σε μια διασταύρωση κάπου στα όρια της πόλης,  και χάζευε τον συννεφιασμένο ουρανό και τα  δέντρα που έριχναν τα φύλλα τους ,  ήταν μια εποχή δύσκολη αλλά πέρασε και πήγε στο καλό . Φθινόπωρο είχε γνωρίσει και την άλλη γυναίκα του και ήταν πολύ ερωτευμένος τότε,  αν ήταν άλλη εποχή  ίσως δεν θα άντεχε όλα τα καψόνια που του έκανε όταν  τον άφηνε μόνο του κι ήθελε να πεθάνει,  όμως βαθιά μέσα του ήξερε ότι έπρεπε να κάνει υπομονή και ν’ αντέξει εκείνη τη δοκιμασία,  ήξερε ότι τα πράγματα θα έστρωναν κάποια στιγμή κι έτσι έγινε και τελικά η γυναίκα του ηρέμησε και τον δέχτηκε. Όταν τα φτιάξανε καθόταν στο δωμάτιο της κι έβλεπε τα καρύδια που είχαν ωριμάσει στο δέντρο  έξω από το μπαλκόνι της,  του θύμιζαν την καρυδιά που είχαν στο χωριό και τέτοια  εποχή μάζευαν τον καρπό της σε κάτι τσουβάλια μικρά και τα έβαζαν σ’  ένα μέρος στο ταβάνι κάτω από τα καπνά που ξεραίνονταν να στεγνώσουν κι εκείνα , θυμόταν το χωράφι με την καρυδιά και χαμογελούσε μέσα του.

Φθινόπωρο  είχαν πάει διακοπές  με τη γυναίκα του,  σε μια χώρα με κάστρα, πύργους κι ένα σωρό αρχαία. Αν και ήταν Σεπτέμβρης προχωρημένος   έκανε πολύ ζέστη,   δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, κοίταζε τα χωράφια του αεροδρομίου που  ήταν γεμάτα από κάτι  μάραθους καχεκτικούς  και πάσχιζε να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του.  Με το που πάτησαν εκεί πέρα το πόδι τους, όλοι οι οδηγοί τους περίμεναν να περάσουν από τις διαβάσεις,   ‘’τι γίνεται εδώ πέρα;’’ αναρωτιόντουσαν,  πίσω στην πατρίδα όταν έβλεπαν πεζό όλοι γκάζωναν να τον πατήσουν σα να μην υπήρχε.  Όπως πεινούσαν πήγαν   σ’  ένα μέρος που έμοιαζε με φούρνο  και  είχε κάτι γλυκά πολύ νόστιμα,  κάθισαν εκεί δίπλα σ’ ένα δρόμο  και κοίταζαν τον κόσμο που περνούσε,  ήταν πολύ όμορφα, όμως τα  φαγητά στα εστιατόρια τους δεν του άρεσαν,  δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί εκθειάζονταν τόσο πολύ η κουζίνα εκείνης της  χώρας . Πάντως  τα χωριά τους  ήταν φοβερά,  με κάτι εκκλησίες μεσαιωνικές, κάτι γέφυρες παλιές,  πελώριες, και κάτι τείχη για να φυλαχτούν  λέει από τους Σαρακηνούς πειρατές που έρχονταν  από τα γειτονικά παράλια.  Είχαν πάει και σ ένα μέρος με  μια πλατεία   από την εποχή του μπαρόκ, μια τεράστια οικοδομή που δέσποζε   ήταν λέει  η κατοικία  κάποιου κόμη πολύ πλούσιου  κι εκεί μέσα είχαν γυριστεί σκηνές από τον Γατόπαρδο  του  Λουκίνο Βισκόντι  . Τα βράδια κοιμόταν σ’ ένα μικρό  ξενοδοχείο κι εκείνος ξυπνούσε από  τα χαράματα,  δεν μπορούσε να συνηθίσει τις αλλαγές της ώρας,  σηκώνονταν μες  τη νύχτα κι έβλεπε  τα άστρα  ψηλά στον ουρανό προσπαθώντας να μαντέψει τη θέση των αστερισμών εκεί στην  ξένη χώρα. Ένα πρωινό τους ξύπνησε η αστυνομία, κάποιον ζητούσαν,  ένας τύπος με μια στολή μπλε και κόκκινη στέκονταν έξω  από την πόρτα τους  κι όταν τον είδε του χαμογέλασε ζητώντας συγγνώμη . Όταν έφυγε ο αστυνομικός πήγε στο προαύλιο και κάθισε στην ερημιά  βλέποντας μια ωραία  πεδιάδα κυκλωμένη από λόφους    που απλώνονταν μπροστά του.  Σ’  έναν  λόφο υπήρχε μια μικρή πολιτεία που επικοινωνούσε  με το αντικρινό ύψωμα  μέσω μιας γέφυρας τεράστιας με κάτι καμάρες πανύψηλες,  ένα θαύμα μηχανικής ασφαλώς.  Στο μικρό ξενοδοχείο δεν υπήρχε κανείς,  μονάχα οι ένοικοι που κοιμόντουσαν ακόμα,   επικρατούσε μια ησυχία γεμάτη  ένταση  που δεν ήξερε από πού προέρχονταν,  σαν κάποιος να παραμόνευε εκεί στην ερημιά…  

Στο αεροδρόμιο όταν γυρνούσαν  επικρατούσε μια  αναστάτωση,  ένα  κάρο κόσμος από την Αφρική ετοιμάζονταν να ταξιδέψει,  φαίνεται δούλευαν σ’ εκείνη τη χώρα κι έφευγαν για τις διακοπές τους.   Υπήρχε μια ουρά τεράστια,  στον έλεγχο ένας τύπος νευρικός μάλωνε με μια αδύνατη  γυναίκα για τα χαρτιά της, της τα άρπαζε από το χέρι κι εκείνη φώναζε.  Άλλοι φρουροί άνοιγαν βαλίτσες κι έψαχναν   κινητά και συσκευές, τύποι με σορτς   βημάτιζαν  πίνοντας καφέδες.  Καθώς είχαν λίγο χρόνο η γυναίκα του θυμήθηκε ότι έπρεπε ν’  αγοράσει κάτι από το αεροδρόμιο για τα ανίψια της  όμως οι υπάλληλοι δεν δέχονταν την κάρτα της τα και τον έστειλε να βγάλει λεφτά από κάποιο μηχάνημα. Τα μηχανήματα βρίσκονταν σ’ ένα χώρο κάπως σκοτεινό κι όπως προσπαθούσε  να βάλει τα χαρτονομίσματα στην τσέπη,  του  έπεσαν όλα μαζί  σε μια σχάρα που υπήρχε στο δάπεδο. Τον έπιασε πανικός και  πήγε σ’ ένα  παιδί εκεί δίπλα σ’  ένα μαγαζί που πουλούσε τυρόπιτες.  εκείνο του είπε στα αγγλικά  «δεν μπορώ να κάνω κάτι φίλε» όμως ένας τύπος μελαμψός από ένα συνεργείο καθαρισμού, βοορειοαφρικανός  σίγουρα,   χωρίς  να πει τίποτα πήγε στη σιδερένια σχάρα,  την  έπιασε από τις δυο άκρες και τη σήκωσε με μεγάλη άνεση. Πήρε τα χαρτονομίσματα και του τα έδωσε,  δεν ήξερε πως να τον ευχαριστήσει,  πως δεν το είχε σκεφτεί, ήταν τόσο απλό,   καλά που πήγαιναν  κι έβαζαν τις σχάρες για τα νερά,  θα μπορούσε να πέσει κάποιο χαρτί,  κάποια  ταυτότητα και βέβαια χρήματα, ήταν εντελώς αστόχαστο. Τελικά ηρέμησε και  πήγε τα λεφτά  στη γυναίκα του,  ίσα- ίσα πρόλαβαν να ψωνίσουν μερικές σοκολάτες προτού κλείσουν οι πύλες αποβίβασης.  

 Επιτέλους  μπήκαν στο αεροπλάνο κι απογειώθηκαν ενώ εκείνος  σκεφτόταν τον βορειοαφρικανό που είχε δείξει τόσο μεγάλη ετοιμότητα,  κοίταζε έξω κι αναρωτιούνταν τι ταχύτητα έπιανε εκείνο το σκάφος για να σηκωθεί στον αέρα, από ψηλά προσπαθούσε να καταλάβει σε ποια  χώρα βρισκόταν,  ρώτησε τις αεροσυνοδούς αλλά εκείνες δεν είχαν ιδέα ποια  χωριά,  βουνά,  ποτάμια και δάση   απλώνονταν από κάτω τους, αυτός  πάντως  χάζευε τα δέντρα που άρχιζαν να παίρνουν τα γλυκά χρώματα του φθινοπώρου,  εκείνα τα καφέ, τα κίτρινα και τα κόκκινα.  

 

 

 

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΝΑ ΚΟΙΤΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Οι ταινίες πάντα μου άρεσαν, με ταξίδευαν, ήταν το καταφύγιο μου,  η καλύτερη διασκέδαση ιδίως όταν υπήρχε μια καλή ιστορία χανόμουν μαζί με του ήρωες και πήγαινα  στα πιο απίθανα μέρη . Στο μεγάλο μου αδερφό άρεσαν επίσης οι ταινίες κι όταν πήγαινε σε μια τεχνική  σχολή στην Καβάλα,  είχε δει όλα έργα που έπαιζαν  οι κινηματογράφοι της δεκαετίες του’  70,  γουέστερν, πολεμικά,  Μπρους  Λί,   όλα τα ωραία. Θυμάμαι ότι ερχόταν τα σαββατοκύριακα στο σπίτι μας κι εγώ πάντα έψαχνα στη τσάντα του για κανένα σάντουιτς μισοφαγωμένο ή για κανένα από κείνα τα φοβερά κόμικς της Μάρβελ.  Μια φορά σ’ ένα  από κείνα τα περιοδικά είχε και τη διαφήμιση από τις ‘’Στενές επαφές τρίτου’’  τύπου’’  με   το  δρόμο που οδηγεί πάνω σ’ ένα λόφο προς το υπερπέραν, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.  Τις πιο πολλές από κείνες τις ταινίες της δεκαετίας του εβδομήντα τις είδα αργότερα σε βιντεοταινίες, σε μια καφετέρια ελεεινή,  και κάθε φορά θυμόμουν τις  αφηγήσεις  του αδερφού μου.  Στην τηλεόραση αργότερα,  είχα δει κάμποσα  έργα,  πιο πολύ κουλτουριάρικα,  τον ‘’Πολίτη  Κέιν’’ ένα έργο του Ταρκόφσκι, μάλλον τη Νοσταλγία,  με κάτι  νερά σ’ ένα  κτίριο εγκαταλειμμένο,  και το ‘’Χάος’’ των αδερφών Ταβιάνι που   μου φάνηκε οικείο,  χωριάτικο,  μεσογειακό. Όταν έμενα ένα διάστημα στη Χρυσούπολη, κάπου έξω απ’ την Καβάλα, είχα δει ένα έργο με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Τατούμ Ο’ Νιλ, πολύ μικρή τότε. Αυτός ήταν ζωγράφος και είχε πάει στην επαρχία για να αλλάξει παραστάσεις. Ζωγράφιζε θυμάμαι έναν με παραμορφωμένο πρόσωπο. Το κοριτσάκι τον ερωτεύεται όταν τον συναντά κι αργότερα τον ακολουθεί στην πόλη. Μου έλειπε τότε η κίνηση της πόλης, καθώς ζούσα στην επαρχία, κι έβλεπα με νοσταλγία την κοπελίτσα ν’ ανεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες του σταθμού των τρένων.

Φοιτητής  στη Θεσσαλονίκη,  σε μια σαραβαλιασμένη ασπρόμαυρη τηλεόραση  ενός  αρχαίου  διαμερίσματος,   είχα δει κάποιο καυτό  καλοκαίρι και το Κριστίν του Στίβεν Κινγκ με το δαιμονικό αυτοκίνητο. Σε ταβέρνες και μπουζούκια της πόλης  μπορεί να μην πήγαινα αλλά δεν έχανα έργο στο σινεμά.  Τις πιο πολλές φορές πήγαινα μόνος μου αλλά που και που έβρισκα  παρέα.  Στο’’ Ρίο’’,  πάνω στην Εγνατία,  είχα δει με τον Tσίτουρα το Lethal Weapon με  τον Danny Glover  και τον Mel Gibson που κοιμόταν σ’  ένα  τροχόσπιτο σε μια παραλία . Στο ‘’Κλειώ’’ απέναντι, από το Ρίο,  είχα δει τον Πεταλούδα με τον Ντάστιν Χόφμαν,  και στο ‘’Εγνατία’’,  ένα άλλο σινεμά  εκεί πίσω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας,  είχα δει ένα σωρό έργα:  Στάσνλει και Άιρις ,  Πόλεμος των Ρόουζ,  μ’ εκείνο το τεράστιο σπίτι που γκρέμιζαν οι δυο σύζυγοι,  πολύ μου άρεσε τότε η Κάθλιν  Τέρνερ,  πολύ κουκλάρα . Στο ‘’Ναβαρίνο’’ είχα δει τον Ιντιάνα Τζόουνς,  το Τέρνερ και Χουτς  μ’ εκείνο τον σκύλο που έβγαζε αφρούς.  Από κείνο το σινεμά θυμάμαι τα σκαλοπάτια και τον μισοφωτισμένο  διάδρομο με τα φυτά και τους καθρέφτες   όπου κάπνιζε ο κόσμος στα διαλειμματα. Στο ‘’Φαργκάνη’’ είχα δει το Απέραντο Γαλάζιο και σε μια σκηνή όπου ένα δωμάτιο  γεμίζει με νερό,  είχα την αίσθηση ότι πλημύρισε η αίθουσα  όπου καθόμασταν . Στον κινηματογράφο της ‘’Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών’’ είχα δει το Once upon a time in America,  μόλις είχα έρθει τότε στη Θεσσαλονίκη,  μου είχε φανεί πολύ βίαιο. Εκεί είχα δει και τον Άνθρωπο της βροχής και κάτι άλλα όχι τόσο καλά . Στο ‘’Μακεδονικόν’’  που έπαιζε έργα κουλτουριάρικα ως επί το πλείστον,  είχα δει το Αποκάλυψη Τώρα,  δε μου άρεσε, πολύ βαρύ,  μια βλακεία,  και το Πάρτι με τον Πίττερ σελερς,  ούτε  αυτό μου άρεσε,  κάτι άλλα όμως ήταν ωραία :  η Αλίκη στις πόλεις του Βέντερς με το ξανθό, χαμένο κοριτσάκι που το ’χει παρατήσει η μάνα του κι έναν νεαρό, θαρρώ, που δεν ξέρει τι να το κάνει. Εκεί είχα δει τις πρώτες φρέσκες ταινίες του Κουστουρίτσα απ’ την κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία. Θυμάμαι και το Μπέρντι με τον Μάθιου Μοντίν που μου ’λεγε ο φίλος μου ο Μαυρίδης ότι του μοιάζω…

Συχνάζαμε τότε στον «Μπερντέ», ένα μαγαζί  όπου μόλις πήγαινα να καθίσω όλοι μάζευαν τα ποτήρια τους να μην τα γκρεμίσω  έτσι άγαρμπος που ήμουν. Εκεί έξω απ’ τον «Μπερντέ», σ’ ένα τραπεζάκι όπου ήμασταν μαζεμένοι ένα βράδυ, κάποιος πέταξε ένα μπουκάλι από ένα μπαλκόνι που έσπασε μπροστά στα πόδια μας. Μια άλλη φορά η Σ. μπήκε μέσα και πέταξε τη βέρα στον αρραβωνιαστικό της με τον οποίο ήταν στα μαχαίρια. Ένας αδύνατος τύπος καθόταν πάντα στον πάγκο κι έπινε τα άντερά του. Τον φώναζαν «το φίδι» και είχε μια διαβολική φυσιογνωμία σαν πραγματικό ερπετό. Ακούγονταν πολλά περίεργα γι’ αυτόν. Απ’ όλα τα τραγούδια που κάθε βράδυ έπαιζαν στον «Μπερντέ» δυο τρία άξιζαν και τα περίμενα.  Ένα του Παπάζογλου «για λίγο να κοιτώ θα μείνω -στην πόρτα σου μπροστά» , το «Σε ψάχνω στους σταθμούς» ,  κι ένα άλλο του Θεοδωράκη, ίσως το «Χάθηκα». Από τον Μπερντέ φεύγαμε κατά τις 9 να δούμε κανένα έργο , στα άλλα παιδιά δεν άρεσε πολύ το σινεμά, εκτός απ’ τον Γιάννη, που μου ’λεγε για τη σκηνή απ’ τον Καιρό των τσιγγάνων όπου ο διοπτροφόρος πάει να κλέψει ένα σπίτι και ξεχνιέται παίζοντας ένα πιάνο που βρίσκει εκεί μέσα…

Η περιοδεία μου στα σινεμά συνεχίστηκε όλο το διάστημα της πανεπιστημιακής  μου θητείας.  Στο ‘’Θεανώ’’   που ήταν ένας μικρός κινηματογράφος  σε έναν λοξό δρόμο κάτω από την Εγνατία,  είχα δει ωραία έργα:   Δεν βλέπω τίποτα δεν ακούω τίποτα,    Φρανκενστάιν Τζουνιορ,  πιο πολύ όμως μου είχαν αρέσει οι  Κοριοί με τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους κι εκείνη την  κοπελάρα με τα γυαλιστερά μάτια,  την Μάντλιν Στόου. Στο ‘’Βακούρα’’ είχα δει το ‘’Χορεύοντας  με τους λύκους’’  δυο φορές,  τη μια καθόμουν στην πρώτη σειρά και κουνούσα αριστερά δεξιά  το κεφάλι μου για να δω τα γράμματα . Από το ‘’Βακούρα’’ είχα φύγει στα πρώτα πέντε λεπτά του Pretty woman, κατάλαβα ότι ήταν πατάτα,  και η γυναίκα στο ταμείο με ρωτούσε απορημένη ‘’τι έγινε κόπηκε η ταινία ; ‘’  Κι από το ‘’Ράδιο Σίτι’’ είχα φύγει ένα βράδυ για άλλους λόγους,  έπαιζε ένα θεατρικό και βλέποντας  μια ξέθωρη ηθοποιό στο διάδρομο προτού καν  αρχίσει το έργο είπα μέσα μου , ‘’πάμε να  φύγουμε μάγκα ’’ ,  τα έκλαψα τα λεφτά που είχα πληρώσει βέβαια αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω εκεί πέρα.  Στην παραλία στο ‘’Παλλάς’’ είχα δει  με το φίλο μου το Νίκο  το  Όνομα του Ρόδου,  με τους τυφλούς καλόγερους που συνωμοτούσαν στις στοές ,  και στο Ολύμπιον  είδα το Tango lessons.  Εκεί είχα  τρομάξει από  μια γριά που καθόταν μόνη πίσω μου, στα σκοτεινά,  δεν είχα καταλάβει τι γύρευε εκεί  πέρα, αγριεύτηκα . Στο ‘’Ανατόλια’’,  κάτω από την Καμάρα,  είχα τρομάξει  σ’  ένα θρίλερ  που είχαμε  πάει να δούμε πάλι με τον Τσίτουρα και είχα φύγει,  ‘’που πας;’’  μου έλεγε και γελούσε,  όμως εγώ δεν είχα σκοπό να χάσω τον ύπνο μου. 

Οι ταινίες μ’  έσωσαν πολλές φορές, θυμάμαι στο στρατό,  σ’ ένα φυλάκιο όπου  ήμουν χαμένος , είχα ακούσει τον Σβαρτζενέγκερ στον Εξολοθρευτή,  να απαντά  στον πιτσιρικά που τον ρωτούσε ‘’και τώρα τι κάνουμε;  ‘’.  ‘’Κάτι θα σκεφτούμε !’’   του απαντούσε   κι αυτή η απλή πρόταση ήταν πολύ σημαντική για μένα,  την έχω κρατήσει από τότε,  κάτι θα σκεφτούμε αδελφέ,  και στο πιο δύσκολο πρόβλημα κάποια  λύση θα υπάρχει,  αυτό που μετρά είναι να μην απογοητευτείς,  να μη χάσεις την ετοιμότητα και την πίστη σου.

Όταν έμενα στις εστίες, στο ΔΕΛΤΑ, ένα πρώην ξενοδοχείο, είχα δει Το Εξπρές του Μεσονυκτίου σε μια παλιά τηλεόραση στο κυλικείο, μ’ εκείνο το παλικάρι που ήταν όμορφο είτε με μακριά μαλλιά είτε κουρεμένο και που πήγε θαρρώ από AIDS, μου είχε αρέσει η αρχή και το τέλος, το ενδιάμεσο δε βλέπεται. Και βέβαια μου άρεσε η μουσική και η σκηνή στο τέλος με τον ήρωα να τρέχει στο πρωινό φως και να χάνεται σιγά -σιγά. Εκείνο το βράδυ με είχε δαγκώσει ένα μαύρο σκυλί που εμφανίστηκε σαν φάντασμα απ’ το πουθενά όπως κατέβαινα τα σκαλιά. Τα δόντια του είχαν καρφωθεί στο παντελόνι μου και χωρίς να το τρυπήσουν είχαν χωθεί στη σάρκα. Είχα πάει τότε στο νοσοκομείο και περίμενα με κάτι παιδάκια ξενυχτισμένα ώσπου ησύχασα. 

Μετά το στρατό ,  εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ‘90,  έμεινα ένα διάστημα με τον παππού μου κι εκεί   είχα δει τον Χάρρισσον Φορντ στο Φυγά να πηδά από κείνο το φράγμα στο κενό ενώ ο Τόμυ Λη Τζόουνς  τον έβλεπε να καταποντίζεται στην άβυσσο μαζί με τα νερά. Εκεί είχα δει και τον Αλ Πατσίνο με το απίστευτο βλέμμα να φτύνει αίμα σ' εκείνη την αναθεματισμένη ληστεία στη ''Σκυλίσια μέρα'', τον  ντε Νίρο  στον Δαιμονισμένο Άγγελο  να καταβροχθίζει ένα αυγό, κάτι ανεμιστήρες να γυρίζουν τρομαχτικά μούχουν μείνει στη μνήμη, κάτι ασανσέρ σκοτεινά τρομαχτικά, μια εκκλησία,  κάτι μάγισσες. Εκεί είχα δει την Ούμα Θέρμαν στα  ντουζένια της να κάνει έρωτα με τον Ντε Νίρο και να τον ενθαρρύνει  '' My hero!'' στο Mad dog και Gloria, ένα ελάφι στη μέση μιας διασταύρωσης στη Νέα Υόρκη τη νύχτα εμφανίζονταν σε κάποια σκηνή.  Ο Ντάστιν Χόφμαν κρατούσε το χέρι μιας κοπέλας κάτω από ένα τραπέζι - ιδέα δεν έχω ποιο έργο ήτανε- η Ίνγκριντ Μπέργκμαν κοίταζε με το μοιραίο βλέμμα  που μ’ άρεσε πολύ τότε. Ούτε μια ταινία του Σκορτσέζε δεν μου άρεσε, όλες νευρωτικές, όλες αρρωστημένες, το ''Στη φωλιά του κούκου '' πατάτα μεγάλη, το Chinatown πολύ καλύτερο, πάλευα να το τελειώσω ένα μεσημέρι.

Εκεί στο διαμέρισμα του Παππού  μου στην οδό Μουσών,   είδα σ’ ένα κανάλι που ξαναέπαιζε το βραδινό πρόγραμμα ένα σωρό ταινίες και θρίλερ που το πρωί δεν φάνταζαν τόσο απειλητικά . Σ’ ένα αστυνομικό, ο Έλιοτ Γκουλντ έσπαγε τα μούτρα του σε κάτι σκαλιά αξύριστος και ταλαιπωρημένος και μου ‘χει μείνει στο μυαλό ένα γκρίζο γατί με πράσινα μάτια γυαλιστερά, που κρυβόταν τις νύχτες σ’ ένα ινδιάνικο νεκροταφείο, δίπλα σε μια λίμνη απ’ όπου έβγαιναν πνεύματα δαιμονικά. Ποτέ δεν έβλεπα, ούτε και τώρα βλέπω, ταινίες τρόμου,  αλλά στο φως της μέρας ήταν λιγότερο φρικιαστικές. Τα βράδια,  όταν κοιμόταν ο παππούς μου,  είχα δει ταινίες απ’ το ’60 και το ’70, όπως το Ο βρόμικος Χάρι και η πρόστυχη Σάρα, έτσι νομίζω ότι είναι ο τίτλος, με τον Πίτερ Φόντα που οδηγεί   ένα αμάξι   προσπαθώντας  να δραπετεύσει για να καρφωθεί  σ’ ένα τρένο. Ο Στιβ Μακ Κουίν μου είχε αρέσει στο Getaway, εκεί όπου τον ξεφορτώνει ένα καμιόνι με σκουπίδια. Ήταν καλός και στο Bullitt, όπου δε μιλά πολύ όπως πρέπει . 

Αργότερα σ’ έναν πολυκινηματογράφο είδα τον Αλ Πατσίνο στο Insomnia να μην μπορεί να κοιμηθεί στα απίστευτα τοπία της Αλάσκα, όπου δε νυχτώνει το καλοκαίρι. Όταν είχα καλωδιακή σύνδεση είχα πάθει πλάκα με τον Κρίστιαν Μπέιλ στο UMA 3:15. Η εκφραστικότητά του ήταν τρομερή,  το βλέμμα του απίστευτο  . Ήθελα να κάνω διάλειμμα και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Αργότερα σ’ ένα λεωφορείο που είχε τηλεόραση, όπως είχα απέναντί μου τα στενά της Ρεντίνας κι έπειτα τον Στρυμονικό Κόλπο, είδα να κυνηγούν λυσσασμένα τον Ματ Ντέιμον – Jason Bourne  στο σταθμό  Waterloo  του Λονδίνου. Πρέπει να είχε κάποια βλάβη το δίκτυο της ΔΕΗ, γιατί με είχαν πιάσει τα γέλια όπως νύχτωνε κι έβλεπα τα φώτα της Ασπροβάλτας να αναβοσβήνουν σαν τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΜΑΖΙ

 

Tα πρωινά των διακοπών   έχουν μια μαγεία στα δωμάτια με τα άσπρα σεντόνια και τα κλιματιστικά που δουλεύουν ασταμάτητα. Τα πρωινά  που ξυπνάς από την υπερένταση της προηγούμενης μέρας όμως ξέρεις ότι δεν έχεις να κάνεις τίποτα. Τα πρωινά που  ανοίγεις τις μπαλκονόπορτες και βλέπεις την ανατολή του ήλιου ανάμεσα από τα φύλλα που θροΐζουν μέσα στην ηρεμία. Τα πρωινά που καπνίζεις μοναχός περιμένοντας να ξυπνήσει ο σύντροφος σου. Τα πρωινά που νιώθεις επιτέλους το μυαλό σου να αδειάζει από το βάρος των σκέψεων και τα μάτια σου βλέπουν πάλι καθαρά γύρω.  

Χρόνια είχε να νιώσει έτσι,  η τελευταία φορά ήταν πριν από πολλά χρόνια, τότε που είχε πάει με  τη γυναίκα του στη Ρόδο ύστερα από το γάμο τους. Δεν είχε πολλές έγνοιες ακόμα τότε κι όλα γύρω του φαίνονταν περίεργα. Του είχε κάνει  φοβερή εντύπωση η ακρόπολη της Λίνδου,  εκείνα τα τρομερά αρχαία ερείπια πάνω στο βράχο,  προσπαθούσε να καταλάβει τι είδους πόλη,  τι λιμάνι,  τι εμπορικό κέντρο υπήρχε εκεί πέρα που το διαφέντευε εκείνο το απίθανο κάστρο. Τι κόσμος περνούσε από κει,  τι πλούτος υπήρχε  στα παραλία της Μικράς Ασίας απ’ όπου έφταναν  όλα τα αγαθά της ανατολής: μπαχαρικά, δέρματα,  ζώα, σιτάρια, κριθάρια φρούτα αποξηραμένα,  υφάσματα πολύχρωμα, στάμνες και κύπελλα κάθε μορφής και σχήματος . Φαντάζονταν με το μυαλό του ένα μέρος πολύβουο, τα καράβια θα έριχναν τις άγκυρες κι οι ναύτες θα άφηναν τα κουπιά να ξεκουραστούν μια στάλα στα μαγαζιά του λιμανιού, τον είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ  που ήθελε να πάει σε κάποια βιβλιοθήκη  και  να  διαβάσει οτιδήποτε είχε γραφτεί  για κείνο το μέρος, έπρεπε να τα μάθει όλα ! 

Τις διακοπές δεν τις ήξεραν στο μέρος που μεγάλωσε.  Τα καλοκαίρια δούλευαν σα σκλάβοι μέσα στην κάψα, έτσι είχαν μάθει εκείνοι οι άνθρωποι.  Ο πατέρας του τους ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα να μαζέψουν καπνά, για δύο μήνες  δεν χόρταινε  ύπνο ούτε ανάπαυση,  τη μίσησε εκείνη τη δουλειά, όταν μεγάλωσε ορκίστηκε να μη γυρίσει εκεί πέρα. Μονό  κατά τον δεκαπενταύγουστο τελείωναν οι δουλειές επιτέλους  και μπορούσε  να παίξει  μπάλα με τ’ άλλα παιδιά, ώρες ατέλειωτες κάτω από τον καυτό ήλιο.  Αυτά ήταν τα χρόνια της αθωότητας,  ο χρόνος έτρεχε σε άλλες ταχύτητες  εκείνη την εποχή που του φαινόταν λίγο μυθική πια. Στο ανώγι του σπιτιού η γιαγιά του άπλωνε φλαμούρι σ’ ένα μεγάλο άσπρο πανί να ξεραθεί κι όλος ο τόπος γύρω  μοσχοβολούσε. Του έβαζε να φάει  τοματάκι γλυκό κι εκείνη τη γεύση την ένιωθε πάντα εδώ στο στόμα του. Πήγαιναν μαζί στο χωράφι να ποτίσουν τα καρπούζια  κι  ενώ η γιαγιά του  έχωνε το τσαπί στο χώμα αυτός  έβρεχε  όλη την ώρα τα πόδια του στο αυλάκι που διέσχιζε τον κάμπο . Το μεσημέρι τον έστελνε να γεμίσει το παγούρι από το καφενείο του θείου του κι  εκείνος τον κερνούσε  πορτοκαλάδα . Τα βράδια  περνούσε από το σπίτι του γείτονα κι έβλεπε μια τηλεόραση να παίζει μόνη της στα σκοτεινά . Μια νύχτα δοκίμασε να πλησιάσει και είδε το γείτονα να στέκεται ακίνητος σε μια καρέκλα, το πρόσωπο του φωτίζονταν από την τηλεόραση, αυτή η εικόνα του είχε μείνει . Η  γιαγιά του κοιμόταν στο μπαλκόνι σ’ ένα σιδερένιο ντιβάνι που κουβαλούσε κάθε βράδυ . Το δικό του κρεβάτι βρισκόταν σ’ ένα δωμάτιο που έβλεπε σε κάτι πράσινα φυλλώματα,  από κει ερχόταν αέρας  που τον δρόσιζε. Σ’  όλη του τη ζωή έψαχνε εκείνα  τα καλοκαίρια. 

 Στο  τέλος του καλοκαιριού οργανώνονταν και κάτι εκδρομές  σε  μοναστήρια στο  Καρπενήσι,  στην Καρδίτσα στα Μετέωρα .  Θυμόταν μια φορά που είχαν πάει  με τη γιαγιά του σ’  ένα μέρος σα φαράγγι μ’ ένα δάσος πελώριο όπου βρίσκονταν ένα παλιό μοναστήρι.  Η εκκλησία είχε χτιστεί  μέσα σ’ ένα βράχο που έμοιαζε με σπηλιά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως το είχαν κάνει,  καθόταν εκεί και χάζευε το κτίσμα για ώρα πολύ  μέχρι που τον μάζεψε η γιαγιά του, «άντε πάμε να προσκυνήσουμε !».

Με τα παιδιά από το χωριό πήγαιναν κι  εκδρομές  στη θάλασσα. Πετούσαν μια  μεγάλη άσπρη πέτρα στη πέρα  βαθιά κι έπειτα όλα τα παιδιά   βουτούσαν   για να τη  βγάλουν. Αυτό γίνονταν πολλές φορές μέχρι να  μεσημεριάσει. Εκεί έμαθε να κάνει μακροβούτια.  Μια φορά που ταξίδευε  με κάποιο ιστιοπλοϊκό χρειάστηκε να στερεώσουν την άγκυρα στο βυθό. Βούτηξε  τότε κάπου είκοσι μέτρα  κι  όταν ανέβηκε στην επιφάνεια ο φίλος του είπε «είσαι τρελός,  ξέρεις πόσο βαθιά πήγες,  οχτώ ορόφους!». Όμως εκείνος ήξερε να βουτά από τότε που έψαχνε την πέτρα μαζί με τ’ άλλα παιδιά .  Εκεί έμαθε να βουλώνει τη μύτη και να φυσά προς την έξοδο των αυτιών που ένιωθαν την πίεση του νερού…

Αυτές ήταν οι καλές αναμνήσεις που είχε και τον βοηθούσαν να ξεχνά  τα καταναγκαστικά έργα στα χωράφια και το άγριο ξύπνημα μέσα στη νύχτα . Ήταν και κάτι άλλο που του άρεσε τότε. η τηλεόραση που είχε ένας φίλος του και πήγαινε εκεί τα απογεύματα να δει τις ιστορίες που εκτυλίσσονταν στη μαγική οθόνη.  Θυμόταν μια ταινία που  του είχε κάνει εντύπωση,   ήταν ‘’Η  κυρία και ο ναύτης’’ κι έδειχνε μια γυναίκα σχεδόν γυμνή να παλεύει μ’ ένα άντρα σε κάποιο  νησί έρημο , του είχε φανεί πολύ τολμηρή,  δεν ήταν ολόκληρη η ταινία βέβαια,  μόνο μια μικρή διαφήμιση, όμως εκείνος φαντάζονταν ένα σωρό πράγματα. Η  ασπρόμαυρη οθόνη ήταν κάτι μαγικό τότε και μερικές ιστορίες  είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό του, μια  σκηνή ιδίως όπου μια γυναίκα έβγαζε μια  φουρκέτα από τα μαλλιά της κι έσπρωχνε ένα κλειδί σε μια κλειδαρότρυπα βάζοντας μια εφημερίδα από κάτω. Όταν έπεσε το κλειδί που ήταν από  μέσα,  τράβηξε την εφημερίδα και το μάζεψε για να ξεκλειδώσει, του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση εκείνη η σκηνή. 

Τα τελευταία  ξέγνοιαστα  καλοκαίρια του ήταν τότε που  σπούδαζε σε κάποια σχολή σε μια  πόλη κάπου στα βόρεια.  Έπρεπε  να γυρνά πάλι  στο χωριό για να βοηθήσει τους γονείς του στα χωράφια όμως  στο τέλος του καλοκαιριού  γυρνούσε στην πόλη τάχα για να διαβάσει, και με κάτι παιδιά  πήγαιναν  στα θερινά σινεμά. Περνούσαν όλη τη νύχτα έξω  και   το πρωί αγόραζαν κουλούρια προτού πάνε στο σπίτι συζητώντας   με τα κορίτσι που είχαν μαζί τους. Στα θερινά σινεμά  είδε τα έργα που διαφήμιζε η τηλεόραση τότε που ήταν μικρός,   εκεί είχε δει κάτι ταινίες  του Κουστουρίτσα  ‘’Ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές’’  ‘’ Μπέιμπι Ντολ’’  και μια άλλη του Λουί Μπουνουέλ ‘’Η ωραία της ημέρας’’ με την Κατρίν Ντενέβ, δεν την είχε καταλάβει εκείνη τη γυναίκα,  τι ήθελαν από κείνη;  Είχε δει και άλλες ταινίες τότε  του  Βιμ  Βέντερς,   ‘’Παρίσι Τέξας  - πολύ του είχε αρέσει εκείνο το έργο – ‘’Τα φτερα του έρωτα ‘’και κάτι πολύ βαριά κουλτουριάρικα, Ταρκόφσκι και τέτοια,  δεν του άρεσε τόση κουλτούρα. 

Από τότε που παντρεύτηκε βούτηξε στα βαθιά,  τα καλοκαίρια  του περνούσαν γρήγορα κι αγχωτικά κι οι διακοπές του  έφευγαν  βιαστικά. Την πρώτη εβδομάδα το μυαλό του ήταν στη δουλειά,  δεν μπορούσε να ξεκόψει,  τη δεύτερη  άρχιζε να ηρεμεί και ήταν καλύτερα όμως μέχρι να το καταλάβει τελείωνε η άδεια του κι άντε πάλι πίσω.   Όπως ο  πατέρας του δούλευε σαν είλωτας στα χωράφια  περνούσε κι αυτός  στο γραφείο  ώρες ατέλειωτες χωρίς να βαρυγκωμά. Όλοι γύρω  απορούσαν με τις αντοχές  του  με τα χρόνια  όμως  είχε αρχίσει να κουράζεται πια.  Κάθε πρωί πήγαινε στο γραφείο  με τα πόδια. Ήθελα να περπατά επειδή  περνούσε πολλές ώρες καθισμένος στην καρέκλα κι η ώρα του πρωινού ήταν πάντα η καλύτερη του. Περνώντας από τα στενά  έβλεπε τηλεοράσεις να παίζουν μέσα σε δωμάτια σκοτεινά. Εκείνη την ώρα οι γυναίκες έβγαιναν  στα μπαλκόνια ν’ απλώσουν τα ρούχα καθώς δρόσιζε λιγάκι  και μπορούσες να κάνεις καμιά δουλειά.  Κορίτσια  περίμεναν το λεωφορείο κρατώντας  κάτι θερμός με κρύο νερό και κύπελλα με τον καφέ τους,  στους δρόμους  σοβατζήδες,  ελαιοχρωματιστές κι άλλοι τεχνίτες  έτρεχαν με τα μηχανάκια απολαμβάνοντας τον αέρα που φυσούσε στο πρόσωπα τους, σ’  ένα δρομάκι μάλιστα που ήταν ψηλά από την πόλη κι είχε δροσιά,  έβλεπε κάτι ανθρώπους μελαχρινούς να κοιμούνται αμέριμνοι όπως η γιαγιά του   σε κρεβάτια που είχαν βγάλει στο δρόμο χωρίς να φοβούνται, αυτούς τους ζήλευε πραγματικά…

Νόμιζε ότι τα καλοκαίρια   της αθωότητας και του ονείρου είχαν περάσει οριστικά όμως  κάτι συνέβη, ένα μικρό θαύμα σίγουρα  κι αυτές οι διακοπές του ήταν αλλιώτικες . Δεν πήρε δυο εβδομάδες άδεια όπως πάντα αλλά κατάφερε να εξασφαλίσει  έναν  ολόκληρο μήνα,  αυτό ήταν  δώρο θεού !  Στο θέρετρο όπου είχαν  νοικιάσει   έβλεπε τους ξενυχτισμένους υπάλληλους του ξενοδοχείου  να κοιμούνται στις καρέκλες τους.  Παραθεριστές ξενυχτισμένοι  κοιμόταν στις γωνιές των δρόμων βάζοντας το χέρι στο πρόσωπο  όπως τα πουλιά  σκεπάζονται με τις φτερούγες τους για να κοιμηθούν.  Γυναίκες περπατούσαν στο δρόμο φορώντας εκείνα τα αρχαία παπούτσια με τους λεπτούς πάτους , στα μπράτσα  τους είχαν σημάδια και μελανιές.  Στα πάρκα λάμπες χαλασμένες αναβόσβησαν ρυθμικά.  Στις  παραλίες χάζευε τα σώματα και τα μαγιό των κοριτσιών, σερβιτόροι με πιάτα και ποτά στα χέρια  πήγαιναν  κι ερχόντουσαν, τα ηχεία βούιζαν . Προς το τέλος των διακοπών το βλέμμα του άρχισε επιτέλους να καθαρίζει,  ήταν σα να μεταφέρθηκε πίσω στο χρόνο που είχε αποκτήσει άλλη διάσταση και σταμάτησε να τρέχει σαν κολασμένος.  Όλες οι αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών του χρόνων άρχισαν να κατακλύζουν το μνημονικό του σα να είχε ανοίξει μια βρύση κι έτρεχαν από κει ασταμάτητα εικόνες και ήχοι, νύχτες στα καπνοχώραφα,  δάση και σπηλιές, βουτιές στα βαθιά, ιστορίες σε οθόνες ασπρόμαυρες . Ξυπνούσε πολύ πρωί και καθόταν στο μπαλκόνι ,  έβλεπε τα κύματα  κι ένιωθε επιτέλους το μυαλό του να έχει αδειάσει από όλη τη σαβούρα που είχε μαζευτεί εκεί μέσα  για δεκαετίες.  Από ένα αμάξι κάτω στο δρόμο ακούγονταν ένα τραγούδι  ‘’Νάταν η αγάπη σαν νερό που δεν τελειώνει- όλες οι θάλασσες μαζί ’’,  η όραση του θόλωνε κι όλα έμοιαζαν να διαλύονταν  και να αποσυναρμολογούνται   μπροστά στα μάτια του.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΩΝ ΡΕΥΣΤΩΝ

 

Επικατάρατος ο μετατιθείς όρια του πλησίον

Δευτερονόμιο 27- 17

«Θέλουν  να μας κλέψουν το οικόπεδο, θα μας τα πάρουν  όλα!»  είπε  μια μέρα στη νοσοκόμα που του έδινε τα χάπια.  Η  νοσοκόμα τον καθησύχασε, «μη φοβάσαι Γιώργο, δεν θα τους αφήσουμε» του είπε   αλλά μέσα της  σκέφτηκε ότι η κατάσταση του  χειροτέρευε κι έπρεπε κάτι να κάνουν  σύντομα,  «όλοι θέλουν να πάρουν κάτι,   θέλουν να μπουν  παντού,  τα δέντρα της γειτόνισσας  μπήκαν μες το οικόπεδο ,  μας έχουν βάλει στο μάτι,  ξέρουν ότι έχουμε το καλύτερο μέρος! » - «εντάξει,  εντάξει , μη φοβάσαι » του απάντησε  η νοσοκόμα καθώς τον χαιρετούσε.  Φεύγοντας γύρισε να δει το σπίτι του,  ήταν πράγματι  ωραία χτισμένο στο πιο όμορφο σημείο κάπως ψηλότερα από τα άλλα σπίτια,  κι έβλεπε μέχρι τη μεγάλη πόλη που απλώνονταν  μακριά  στο βάθος του κάμπου.

 «Περνάει  σε άλλη φάση , αρχίζει να τα χάνει »  μονολόγησε όπως περπατούσε,  είχε δει πολλές τέτοιες περιπτώσεις και ήξερε ότι τις περισσότερες φορές αυτή ήταν η εξέλιξη  όμως τον συμπαθούσε και στενοχωριόταν.  Η μητέρα του που τον πρόσεχε για χρόνια,  της είχε πει όλο το ιστορικό του,  στην αρχή  ήταν κάτι κουβέντες άσχετες,  κάτι ασυναρτησίες και  παραλογισμοί, μανία καταδίωξης είπαν οι γιατροί,  τον έκλεισαν μέσα για  κάμποσο καιρό,  ύστερα του έγραψαν  μια συνταγή με φάρμακα κι έτσι συνέχισε τη ζωή του. Όμως με τα χρόνια η κατάσταση επιδεινώνονταν,  τα φάρμακα  γίνονταν  όλο και πιο βαριά κι εκείνος άρχισε να παραλογίζεται όλο  και περισσότερο.  Είχε αρχίσει να κάνει παράξενα πράγματα, ξυπνούσε τη νύχτα και πήγαινε να ελέγξει τους φράχτες και τα σύνορα του κτήματος,   άναβε φωτιές στην αυλή   κι έκαιγε παλιές φωτογραφίες γιατί του θύμιζαν άλλες εποχές  και τον μελαγχολούσαν , τον περισσότερο χρόνο του όμως τον περνούσε  διαβάζοντας ένα βιβλίο που είχε κρατήσει από τότε που πήγαινε σε μια τεχνική σχολή. Το βιβλίο ήτα η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΩΝ ΡΕΥΣΤΩΝ  και του άρεσε πολύ επειδή πάντα είχε μανία με τα φυσικά φαινόμενα  αλλά κι επειδή εκεί μέσα έβρισκε κάτι λέξεις περίεργες που δεν καταλάβαινε πάντα τη σημασία τους αλλά ακούγονταν ωραία: δομές πλέγματος, ίνες εφελκυσμού, ροπές αντικραδασμικής  προστασίας.

Πολλά χρόνια τώρα ζούσε με τη μητέρα του που  είχε περάσει πια τα ογδόντα   και είχε δείξει την υπομονή του Ιώβ για το παιδί της,  τον πρόσεχε, τον συμμάζευε, του μαγείρευε μια ζωή ολόκληρη . Η μητέρα του συμπαθούσε πολύ τη νοσοκόμα όμως εκείνος την είχε πάρει στραβά,  όταν έπρεπε  να  του ελέγξει το ζάχαρο της έδινε επιδεικτικά το δάχτυλο λέγοντας «τέλειωνε Ουρανία !»  -«μα δε με λένε Ουρανία»-  «δεν πειράζει, όλες σαν και σένα το ίδιο όνομα έχουν» της απαντούσε ειρωνικά. Γελούσε κάθε φορά που της μιλούσε έτσι , της φαίνονταν πολύ αστείο κι ούτε μπορούσε να του κρατήσει κακία, έτσι ήταν πάντα γι αυτό   την αγαπούσαν όλοι στο χωριό. Από τότε που είχε έρθει να ζήσει εκεί πέρα ήταν σα να ανέτειλε ο ήλιος , κάθε μέρα περνούσε να δει  ένα σωρό γέρους, οι νέοι είχαν φύγει πια κι οι παλιοί έμειναν εκεί πέρα μοναχοί να παλεύουν .  Τους έδινε τα φάρμακα,  έλεγχε την πίεση , έκανε ενέσεις, τους μιλούσε, καμιά φορά πήγαινε και τους ψώνιζε επειδή δεν είχαν κανέναν,  τα παιδιά τους έλειπαν σ’  άλλες χώρες και σ’ άλλες πολιτείες μακρινές. Είχε σπουδάσει σε μια μεγάλη πόλη κι είχε σκοπό να μείνει εκεί πέρα, στις κλινικές ήταν περιζήτητη γιατί δεν ησύχαζε ποτέ στη βάρδια της αν  δεν γίνονταν σωστά η δουλειά,  οι άλλες νοσοκόμες δεν την χώνευαν επειδή δεν μπορούσαν να λουφάρουν λιγάκι,  ειδικά τη νύχτα που ήταν πιο δύσκολα . Όμως είχε θέμα με τον άντρα της, έναν  ταξιτζή που ήταν πολύ ζηλιάρης και δεν την άφηνε σε ησυχία.  Την κυνηγούσε παντού να δει τι κάνει και που πάει,  καθόταν ήσυχη σε κανέναν  μαγαζί να πιει τον καφέ της κι εκείνος εμφανίζονταν από το πουθενά «τι κάνεις εδώ, ποιον περιμένεις, που θα πας;» αυτό γινόταν συνέχεια,  την είχε πρήξει. Είχε και τη μάνα του   μαζί  και της είχαν κάνει το βίο αβίωτο,  μάλιστα μια φορά που της είχε έρθει μια πρόταση από μια πολύ μεγάλη κλινική,  εξαφάνισαν τα χαρτιά της πρόσκλησης  για να μη τα δει.  Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι,  «αϊ στο διάβολο!»  του είπε μια μέρα,  πήρε τα  παιδιά της και γύρισε στο πατρικό της σπίτι…

Καθώς καλοκαίριαζε στο χωριό άρχιζε να μαζεύεται κόσμος,  μετανάστες από τη Γερμανία κι από άλλες χώρες ερχόταν να περάσουν μερικές βδομάδες εκεί πέρα κι έβλεπες  κίνηση επιτέλους,  αμάξια και μηχανάκια κυκλοφορούσαν όλη την ώρα.  Οι πιο  πολλοί μαζεύονταν  σε μια καινούρια καφετερία που είχε χτιστεί  λίγο έξω από το χωριό,  σ’  ένα επίπεδο σημείο κοντά στα μνήματα γεγονός  που δεν ενοχλούσε καθόλου τους επισκέπτες . Ήταν ένα μαγαζί πολύ μοντέρνο  που έφτιαχνε  καφέδες σαν εκείνους της πόλης κι είχε ένα σωρό κεράσματα κι αρτοσκευάσματα.   Οι ιδιοκτήτες της είχαν από παλιά τον μοναδικό φούρνο του χωριού και σιγά -  σιγά είχαν φτιάξει μια επιχείρηση μεγάλη που είχε απλωθεί στην περιφέρεια και πουλούσε ψωμιά σ’   όλη την επαρχία. Η καφετέρια   ήταν χτισμένη στους πρόποδες ενός  βουνού  και δεν είχε την καλύτερη θέα,  θα μπορούσαν να διαλέξουν μέρη πολύ  πιο όμορφα  όμως  φαίνεται εκεί είχαν βρει φτηνό χώρο,  κι απ’ όλα τα χωριά ερχόταν  κόσμος,  νεολαία αλλά και πιο μεγάλοι, να πιουν τον καφέ τους και να  παραγγείλλουν γλυκά και κουλουράκια, τα σαββατοκύριακα ιδίως γινόταν χαμός,   ήταν η ατραξιόν όλης της περιοχής .

Πολλές φορές περνούσε κι εκείνη απ’  την καινούρια καφετέρια να πάρει κανένα γλυκό για να κεράσει τους παππούδες και τις γιαγιάδες που πρόσεχε, αυτό την έκανε να νοιώθει πιο όμορφα. Μια μέρα που είχε  ξυπνήσει πολύ νωρίς κι αγόρασε ένα κουτί με μπισκότα,  ξεκίνησε την περιοδεία της από το σπίτι του Γιώργου  που έπρεπε να πάρει μόλις  ξυπνούσε ένα κάρο  χάπια,  εφτά  διαφορετικά αν έχεις το θεό σου!  Χτύπησε την  πόρτα όμως  κανείς δεν απάντησε, δοκίμασε  ν’  ανοίξει  όμως  ήταν κλειδωμένα,  απόρησε επειδή κάθε φορά η γιαγιά που ξυπνούσε από τα χαράματα,  άφηνε ανοιχτή την εξώπορτα.  Γύρισε να φύγει όμως  άκουσε φωνές από την πίσω μεριά του σπιτιού και πήγε να δει τι γίνεται.  Η φασαρία ερχόταν από μια αποθήκη σε μια γωνιά του κτήματος , όπως πλησίαζε οι φωνές δυνάμωναν κι όταν έφτασε στο κτίσμα είδε  στο βάθος της αποθήκης  το Γιώργο να μαλώνει  με τη γειτόνισσα  μπροστά σ’ έναν τοίχο που είχε χτιστεί  πρόσφατα,  όπως λογόφερναν  ο Γιώργος  καβάλησε  τον τοίχο  κι έπιασε τη γειτόνισσα από το λαιμό, έδειχνε πολύ αγριεμένος,   « Γιώργο τι κάνεις,  σταμάτα!»  του φώναξε κι εκείνος σα να συνήλθε απότομα άφησε τη γυναίκα και γύρισε κατά την νοσοκόμα,  «σας είπα θέλουν να μας πάρουν το οικόπεδο!»  της φώναξε ενώ η άλλη γυναίκα στέκονταν  αποσβολωμένη έπειτα όμως σαν  να συνήλθε  κι άρχισε να φωνάζει «εδώ  είναι τα όρια του κτήματος,   εγώ είδα τα συμβόλαια,  ο  παππούς  σας  είχε κλέψει ένα  μέτρο ολόκληρο όταν έχτισε την αποθήκη, μου το είπε  ο πατέρας μου ο μηχανικός  ήρθε και το μέτρησε, ένα μέτρο μέσα μας είστε μέχρι κάτω στο δρόμο!»

Η νοσοκόμα προσπάθησε να τους  ηρεμήσει  όμως η γειτόνισσα συνέχισε να φωνάζει,  είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε,  ο Γιώργος πάλι έμοιαζε  εκτός  ελέγχου, έτρεμε και ξεφυσούσε  ενώ τα μάτια του είχαν κοκκινίσει,   κι εκεί που φαινόταν  ότι θα γινόταν  κάτι κακό εμφανίστηκε ένας τύπος χλωμός , κάπου εξήντα χρονών  κι άρχισε να φωνάζει,  «σταμάτα Κατίνα,  έλεγξα τα συμβόλαια,  μέτρησα και το κτήμα,  είσαι εκτός,   έλα να δεις αυτή την ευθεία από δω μέχρι κάτω στο δρόμο,  χτες το βράδυ έφαγα δέκα ώρες να διαβάζω τα χαρτιά  στο δημαρχείο και να υπολογίζω τις αποστάσεις ,  άνοιξα εκατό χάρτες , έχει δίκιο ο Γιώργος,  είσαι μέσα στο χωράφι του,  σταμάτα!»  ο τύπος έμοιαζε σαν  από  μηχανής θεός που έδινε λύση  στο δράμα, ο Γιώργος τον άκουγε εκεί πέρα κι ύστερα χαμογέλασε «σας το έλεγα εγώ !» φώναξε.   

Ο Γιώργος  φαίνονταν ευχαριστημένος αλλά η γειτόνισσα έπιανε το λαιμό της που είχε μελανιάσει  και στράφηκε εναντίον του μηχανικού,  « μα πόσο άχρηστος είσαι, τι στο διάβολο μέτρησες  με τα παλιοηχανήματα σου,  τζάμπα σε πληρώνω!»   του είπε κι  έφυγε φουριόζα. Ο  μηχανικός ήρθε κοντά στη νοσοκόμα και της είπε «όλες οι φασαρίες  γίνονται για τα σύνορα, για τα όρια, σκέψου πόσοι πόλεμοι ξεκίνησαν έτσι, πόσες αντιδικίες,  πόσα εγκλήματα,  πόσοι φόνοι γι αυτά τα καταραμένα σύνορα,  εδώ και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι σκοτώνονται για τα όρια της κατοχής τους «.   Ο Γιώργος που άκουγε κουνούσε το κεφάλι του «έτσι είναι!»  είπε βλοσυρός  σα να καταλάβαινε κι εκείνος τη σοφία του συλλογισμού.  

Ύστερα από κείνο το συμβάν  ο Γιώργος σα να πήρε τ ‘  απάνω του, ένιωθε ότι δικαιώθηκε κι ότι οι φόβοι του ήταν αληθινοί,  του μείωσαν τα χάπια κι έδειχνε να συνέρχεται   οι γιατροί δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.  Η  νοσοκόμα ήταν πολύ χαρούμενη γι αυτήν την εξέλιξη  και για να τον καλοπιάσει   βρήκε στο ιντερνέτ ένα ζευγάρι  παπούτσια σε προσφορά  και του τα  χάρισε  στη γιορτή  του.  Ήταν  πολύ μοντέρνα, μαύρα με κάτι  σόλες διαστημικές  που έμοιαζαν γυάλινες,   του άρεσαν τόσο πολύ που  δεν τα έβγαζε ποτέ από τα πόδια του,  κάτι πιτσιρικάδες του χωριού  τα είχαν προσέξει και  τον ρωτούσαν όποτε τον έβλεπαν στην καφετέρια,   « ρε Γιώργο που τα βρήκες αυτά τα παπούτσια ;» εκείνος χαμογελούσε και δεν έλεγε τίποτε.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

ΣΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΠΡΟΜΑΝΤΕΜΑ

 

Το βράδυ που σχολούσε από τη δουλειά  έβλεπε κάτι κορίτσια  ερωτευμένα  που χάιδευαν τ’  αγόρια τους, φορούσαν  τζιν με τσέπες φαρδιές κι είχαν σακίδια στη πλάτη, της άρεσε πολύ να βλέπει κοπέλες  χαρούμενες,  παρατηρούσε τις κινήσεις τους τις χορευτικές, τα δάχτυλά τους,  τον τρόπο που μιλούσαν, τις εκφράσεις του προσώπου τους. Κάθε φορά που έμπαινε η άνοιξη τα κορίτσια γίνονταν πιο ζωηρά, η φύση γύρω  που βρισκόταν σε οργασμό επηρέαζε και τα παιδιά που έσπευδαν να ερωτευτούν  όπως οι δεκαοχτούρες που φλερτάριζαν φτερουγίζοντας στα μπαλκόνια. Μαζί με τα άλλα ζευγαράκια που κυκλοφορούσαν τη νύχτα έβλεπε κι ένα παράξενο, δυο παιδιά που ήταν  σίγουρα ναρκομανείς, το καταλάβαινες από τη ρουφηγμένη τους όψη  κι από τα τατουάζ που είχαν στα χέρια τους.  Το αγόρι ήταν ξανθό, πολύ όμορφο κι ευγενικό μ’ ένα βλέμμα χαμένο, όποτε έμπαινε καμιά γριά ή κανένας παππούς σηκωνόταν λέγοντας «θέλετε να καθίσετε;» Το κορίτσι ήταν κι εκείνο ξανθό κι  έμοιαζε να έχει μεγαλώσει πριν την ώρα του, χανόταν κι οι δυο τους στις πίσω θέσεις και ψιθύριζαν λόγια ακατανόητα  όλη την ώρα, έμοιαζε σα να προσπαθούσε  το κορίτσι να κανακέψει  το σύντροφό της και να τον  ηρεμήσει από κάτι,   ύστερα κοιμόταν  αγκαλιασμένοι  και με κάποιον περίεργο τρόπο ξυπνούσαν ακριβώς την ώρα που το λεωφορείο έφτανε στη στάση τους,  σηκώνονταν τότε κι έτρεχαν να κατεβούν φωνάζοντας στον οδηγό «μπορείτε να περιμένετε λίγο ;»

 Γελούσε μ’ εκείνο το ζευγαράκι και προσπαθούσε, ν’  ακούσει τι στο καλό λέγανε.  Ανέκαθεν έτρεφε μια συμπάθεια  για τους τύπους τους περιθωριακούς,  ένιωθε μια έλξη, ήθελε να τους μελετήσει, να τους κατανοήσει να τους νιώσει, άλλωστε κι η ίδια  ήταν  πάντα ενάντια στους καθώς πρέπει,  πάντα αμφισβητούσε το κατεστημένο, ποτέ δεν πήγαινε με τη νόρμα. Τους συμπαθούσε τους περιθωριακούς αλλά τους  φοβόταν κιόλας όταν έμπαιναν τις νύχτες αγριεμένοι στο αστικό,  ιδίως μια ξανθιά ξεβαμμένη μ΄ ένα σωρό δαχτυλίδια στα δάχτυλα που τη φοβόταν, είχε  κάτι νύχια μεγάλα και κάτι μάτια  βαμμένα που σε κοιτούσαν αλλόκοτα , σίγουρα σε μια άλλη ζωή θα ήταν μάγισσα ! 

Ένα βράδυ  το λεωφορείο ήταν γεμάτο φοιτητές, κατέβαιναν στα μαγαζιά του κέντρου για το βραδινό γλέντι κι είχαν πιάσει όλες τις θέσεις,  δεν τους χώνευε  αυτούς  γιατί ήταν φωνακλάδες κι αγενείς, έτσι πήγε στις πίσω θέσεις, εκεί που ήταν το ζευγαράκι,  και κάθισε μπροστά τους  προσπαθώντας να καταλάβει τι στο καλό ψιθύριζαν.  Όταν κατέβηκαν έριξε μια μάτια στο κάθισμα τους  και είδε ένα χαρτάκι,  το πήρε και διάβασε « για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου – μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια» της φάνηκε πολύ όμορφο, γύρισε το χαρτάκι από την άλλη μεριά όπου έγραφε  «μόνο γι αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο- κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα- σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα ». Κράτησε το χαρτί στα χέρια  της, τα συμπαθούσε εκείνα τα παιδιά αλλά  δεν το περίμενε ότι  θα μπορούσαν να εκφράζονται έτσι, με τόση λεπτότητα, όλη τη νύχτα σκεφτόταν τα στιχάκια   ακούγοντας τη βροχή που έπεφτε σε μια μεταλλική κατασκευή της ταράτσας  φτιάχνοντας ένα ήχο τραγουδιστό. 

Τέτοια εποχή συνήθως έπιαναν  βροχές που κρατούσαν βδομάδες, ο ουρανός γέμιζε με σύννεφα που σκοτείνιαζαν την πόλη όμως αυτό ήταν ωραίο, εκείνης τουλάχιστον  της άρεσε, δεν θα είχε πρόβλημα αν συνεχίζονταν για μερικές βδομάδες ακόμα,  ήταν σαν ένα ‘’καλοκαιριού προμάντεμα’’ όπως έγραφε το στιχάκι που είχε διαβάσει,  σαν  να  έκανε ένα διάλειμμα ο καιρός προτού μπει το καλοκαίρι φουριόζικο μ’ εκείνες τις ζέστες τις πρώιμες που καίνε τον τόπο.  Η βροχή έδινε στην πόλη ένα  χρώμα ιδιαίτερο που έμοιαζε με φόντο  ζωγραφικού πίνακα, ο τόπος   γέμιζε με άγρια πουλιά που έβοσκαν ανάμεσα στο χορτάρι  των πάρκων, εκεί κάτω από τα παλιά τείχη  όπου μια υδρορροή έτρεχε  χρόνια τώρα και κανένας δεν ασχολούνταν να τη διορθώσει,  είχαν φυτρώσει μάλιστα φυτά υδρόβια και είχαν μεγαλώσει, λίγο ακόμα και θα γινόταν μια μικρή ζούγκλα εκεί πέρα. Όταν έβρεχε όλα άλλαζαν όψη, οι είσοδοι των πολυκατοικιών  έμοιαζαν με σπηλιές χωμένες μέσα στα βράχια, οι κάθετες επιφάνειες ανάμεσα στα κτήρια  θύμιζαν γκρεμούς απότομους κι  ανάμεσα στις πολυκατοικίες σχηματίζονταν κοιλάδες  που ανοίγονταν  πέρα μακριά κατά τον ορίζοντα ως εκεί όπου έφτανε το μάτι…

«Τα κεράσια θα χαλάσουν με τόσες  βροχές» ακούστηκε να λέει μια γυναίκα και γύρισε να  δει ποια ήτανε. Τελειώνοντας τη βάρδια της αισθάνονταν την ανάγκη να κοιμηθεί για έναν αιώνα, έγειρε  πίσω στο κάθισμα της κι έκλεισε για λίγο τα μάτια όταν άκουσε  έναν κρότο πολύ δυνατό και ξύπνησε τρομαγμένη. Ο οδηγός σταμάτησε το όχημα καθώς ο δρόμος είχε μπλοκαριστεί,  κι όλοι οι επιβάτες κατέβηκαν να δουν τι συνέβη.  Περίεργη όπως ήταν πάντοτε πλησίασε  κι εκείνη  το σημείο όπου είχε γίνει η  έκρηξη και είδε κόσμο μαζεμένο έξω από μια σπασμένη βιτρίνα.  Κάτι είχε ανατιναχτεί εκεί μέσα κι από κάπου ακούγονταν φωνές σα να γίνονταν φασαρία μεγάλη,  άνοιξε χώρο ανάμεσα στο πλήθος  και είδε το παιδί που έπαινε ναρκωτικά   να παλεύει με κάποιον,  κανείς άλλος δεν πλησίαζε μονάχα κοιτούσαν όλοι σα να έβλεπαν κάτι στην τηλεόραση,  ο  ναρκομανής   ήταν μικρόσωμος αλλά είχε μια δαιμονισμένη ενέργεια και κοπανούσε τον άλλον που φαίνεται ότι ευθύνονταν για την έκρηξη,  έναν  τύπο ψηλό  με κουκούλα, που δεν μπορούσες να δεις το πρόσωπο του. Δεν το περίμενε ποτέ ότι  το ξανθό παιδί θα είχε  έχει τόση δύναμη,  ο ψηλός είχε αιφνιδιαστεί κι έμοιαζε να μην ξέρει τι να κάνει ενώ ο ναρκομανής τον βαστούσε γερά και τον  κοπανούσε σα να είχε μπει στο σπίτι του. Ο εισβολέας   προσπαθούσε απελπισμένα  να ξεκολλήσει από το άρπαγμα του και τελικά μ’ ένα απότομο τράβηγμα κατάφερε να ελευθερωθεί  και να τρέξει σπρώχνοντας τον κόσμο. Όπως περνούσε δίπλα της εκείνη  άπλωσε λίγο το πόδι της ασυναίσθητα κι ο κλέφτης σκόνταψε άσχημα κι έπεσε  άγαρμπα πάνω στα πλακάκια του δρόμου όμως πετάχτηκε αμέσως σαν γάτος κι άρχισε να τρέχει για να χαθεί μέσα  στη νύχτα.

Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα κι εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει την αλληλουχία των γεγονότων,  πως είχε προκληθεί η έκρηξη, τι γύρευε εκεί  ο τύπος με την κουκούλα, γιατί το παιδί που έπαιρνε ναρκωτικά του είχε επιτεθεί έτσι άγρια ; Ρώτησε κάποιον δίπλα της όμως κι εκείνος δεν είχε ιδέα μονάχα κοιτούσε  τα περιπολικά της αστυνομίας που εμφανίστηκαν με τις σειρήνες τους  να βογκούν. Το ξανθό παιδί  βιάστηκε να φύγει από τη σκηνή και να χωθεί στο πλήθος,  ποιος ξέρει τι φοβούνταν. Για να πάει στο σπίτι της τώρα  έπρεπε να πάρει ένα άλλο αστικό,  βρήκε ένα κάθισμα στο βάθος του οχήματος και κάθισε «Κυρία!» άκουσε ένα ψίθυρο  δίπλα της και τρόμαξε,  «μπορείτε να μου πείτε που θα κατέβω, έχω ένα πρόβλημα, όταν ταράζομαι το μυαλό μου κάτι παθαίνει σα να μπλοκάρει,  είναι σα να βρίσκομαι  σ’ έναν εφιάλτη, δεν μπορώ να θυμηθώ που πάω και τι θέλω, δεν μπορώ να βρω τι μέρα είναι και τι πρόγραμμα έχω, οι γιατροί μου λένε ότι είναι ψυχοπαθολογικό, να τώρα δεν έπρεπε να μπλεχτώ στη φασαρία όμως δεν άντεξα, γιατί να πειράξει το μαγαζί του κυρίου ο κλέφτης, τι του έφταιξε ο άνθρωπος, όμως τώρα το μυαλό μου έχει σταματήσει να δουλεύει,  ξέρετε είναι πολύ δύσκολο να μη θυμάσαι ποιος είσαι και τι θέλεις να κάνεις, πολλές φορές οι άνθρωποι θυμώνουν όταν τους ζητώ να μου πουν που βρισκόμαστε και τι μέρα είναι, όταν έχω την κοπέλα μου  μαζί είναι όλα καλά όμως όταν είμαι μόνος φοβάμαι πολύ,  αχ είναι πολύ δύσκολο!»

«Μη φοβάσαι αγόρι μου» του είπε νιώθοντας μια στοργή απέραντη για το νεαρό «θα σου πω εγώ  που θα κατέβεις, κάθε βράδυ σε βλέπω και ξέρω τη στάση σου,  ησύχασε» καθώς σκεφτόταν « αχ πουλάκι μου  τι τραβάς κι εσύ, που να ναι άραγε η μανούλα σου;». «Εδώ είσαι!¨»  του φώναξε  σε λίγο και το παιδί της απάντησε  «σας ευχαριστώ»  κοιτάζοντας την μ’  εκείνο το χαμένο βλέμμα που ξυπνούσε μέσα της τον οίκτο και το μητρικό ένστικτο, «στην ευχή του θεού να πας αγόρι μου και να προσέχεις !»  του φώναξε καθώς τον έβλεπε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Η δική της στάση δεν αργούσε κι έσπευσε να πατήσει το κουδούνι, είχε αρχίσει να ψιχαλίζει πάλι κι έβγαλε  την ομπρέλα της,  κοίταξε κάτω στο βάθος της λεωφόρου όπου φαινόταν φωτισμένη η θάλασσα. Η  βροχή της πήγαινε σίγουρα της πόλης γι αυτό και τα ζευγαράκια διάλεγαν τούτη την εποχή για να ερωτευτούν.  Όπως περπατούσε  της ήρθε στο μυαλό εκείνο το στιχάκι που είχε βρει γραμμένο  στο χαρτί « για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου – μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια»…  

Που θα περνούσε άραγε το ξανθό παιδί τη νύχτα,  ποιος θα του θύμιζε κάθε φορά που να πάει και τι να κάνει,  πως θα επιβίωνε στην πόλη το καλοκαίρι που η ατμόσφαιρα γινόταν  αποπνικτική κι η άσφαλτος των δρόμων έλιωνε ; Είχε μεγαλώσει σ’ εκείνο μέρος όμως μερικές φορές σκεφτόταν ότι μοναχά ένας σεισμός θα την  έσωζε τη πόλη,  άλλωστε μη ξεχνάς ότι το σχέδιο της  είχε γίνει μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά , τότε που είχε καεί το μεγαλύτερο κομμάτι της, κι έτσι ξαναφτιάχτηκε από την αρχή σύμφωνα με τα σχέδια σοφών αρχιτεκτόνων. Τότε όμως τα σπίτια ήταν ξύλινα γι αυτό και καίγονταν για μέρες,  τώρα που να τα γκρεμίσεις αυτά τα θηρία από τσιμέντο, κι έπειτα ήταν κι οι άνθρωποι. Πως θα γινόταν να πέσουν τα κτήρια και να σωθούν οι άνθρωποι- σαν το ξανθό παιδί και το κορίτσι του- που ζούσαν μέσα τους, έπρεπε να συμβεί ένα θαύμα.  Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει ένας σεισμός προειδοποιητικός ώστε να  εκκενωθούν τα σπίτια,  κι ύστερα ένας μεγάλος να τα αποτελειώσει, να τα γκρεμίσει,  όμως και πάλι πως θα γινόταν να μην πέσουν τα πιο ωραία κτίσματα  με τα κρηπιδώματα στη βάση τους  και τα σχέδια στα παράθυρα και στις πόρτες,   πως μπορούσαν να σωθούν μόνο εκείνα και τα’  άλλα τα απαίσια να γκρεμιστούν, να εξαφανιστούν,   σίγουρα θα υπήρχε κάποιος τρόπος.

 

 

 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2023

ΛΙΘΟΥΣ ΧΑΛΑΖΗΣ

 

Μια βροντή τρομερή τράνταξε τον ορίζοντα  κι αμέσως όλος ο κόσμος φωτίστηκε τόσο έντονα  σα να ξεκινούσε η Δευτέρα Παρουσία. Προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν αλλά αμέσως έγινε πάλι  νύχτα, συνέχισε να παραπατά για  μερικά λεπτά όταν  μια σειρά από ομοβροντίες του ουρανού έφεξαν πέρα για πέρα το τοπίο  και κατάλαβε ότι περπατούσε  κοντά σε μια χαράδρα που έχασκε από κάτω του κι αν δεν πρόσεχε θα καταποντίζονταν. « Έ που πηγαίνεις, πρόσεχε, εκεί πέρα είναι γκρεμός !»  ακούστηκε από το πουθενά την ώρα που είχε αρχίσει να χάνει το κουράγιο του, γύρισε και είδε ένα φως να τον πλησιάζει, ήταν ένας φρουρός που κρατούσε κλεφτοφάναρο, φυλούσε  το στενό πέρασμα των συνόρων. Ήταν σκεπασμένος  με  μια προβιά που έφτανε  μέχρι τους αστράγαλους κι είχε περασμένο σταυρωτά στο στήθος ένα ξίφος μεγάλο σαν το δικό του. Το πέρασμα εκείνο  ήταν το πιο επικίνδυνο σ’  όλη την έκταση των συνόρων, από κει μπορούσαν να εισβάλουν οι Σελτζούκοι  κι ο αυτοκράτορας είχε διατάξει  να υπάρχουν πάντα σκοποί  ό,τι κι αν συνέβαινε. "Πάρε το μονοπάτι στα δεξιά σου" του είπε ο φρουρός  προσπαθώντας ν’  ακουστεί μες  στο χαλασμό , «προχώρα ίσια και σε μισή ώρα θα βρεις μια σπηλιά μπροστά σου, εκεί μπορείς να περάσεις τη νύχτα, πήγαινε τώρα στην ευχή του θεού!».  Ευχαρίστησε το φύλακα  προσέχοντας μια στιγμή το πρόσωπο του, τα μάτια του έδειχναν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους,  φαινόταν  κουρασμένος αλλά συνάμα μαθημένος  στις κακουχίες, ύστερα  τράβηξε κατά  κει που του είπε.

 Για να φτάσει στη σπηλιά  έπρεπε να περάσει μέσα από ένα χείμαρρο που τον   σκέπασε  σχεδόν μέχρι τη μέση, ένιωθε το ρεύμα να τον τραβά, τα κόκαλα του πονούσαν  και φοβήθηκε ότι θα τον παρέσερνε όμως κατάφερε να κρατηθεί. Σαν  βγήκε στην άλλη μεριά του χειμάρρου ήταν τόσο εξαντλημένος που σέρνονταν στα γόνατα ενώ η βροχή είχε μετατραπεί σε χαλάζι που τον χτυπούσε με δύναμη. Στο φως μιας αστραπής είδε επιτέλους  το άνοιγμα στο βράχο  που του είχε πει  ο φρουρός. Σύρθηκε  μέσα κι αμέσως έβγαλε τα ρούχα του που έσταζαν, εκεί κοντά στην είσοδο του σπηλαίου κι απέναντι από ένα βράχο, υπήρχε μια εστία κυκλωμένη από πέτρες με υπολείμματα ξύλων, σίγουρα πολλοί άνθρωποι είχαν βρει εκεί καταφύγιο πριν απ’ αυτόν. Τρέμοντας από την παγωνιά μάζεψε ότι απομεινάρια κλαδιών  υπήρχαν κι ένα σωρό από χορτάρια που σχημάτιζε μια μπάλα σε μια γωνιά  της σπηλιάς. Από τον πάτο του σάκου του έβγαλε  μια τσακμακόπετρα  κι άναψε φωτιά να στεγνώσει και να ζεσταθεί το σώμα του, όλο αυτό του πήρε κάμποση ώρα και ήταν βασανιστικό επειδή περίμενε το φως των αστραπών κάθε φορά για να κάνει τη δουλειά του. Οι φλόγες που άρχισαν να σχηματίζονται ανέβασαν αμέσως το ηθικό του, εξακολουθούσε να τρέμει  αλλά  ένιωθε  καλύτερα, έβγαλε το τσίγκινο  κύπελλο  του και το άφησε για λίγο έξω να γεμίσει με  νερό της βροχής.  Έριξε μέσα   λίγα χόρτα τσαγιού  και μερικές σταφίδες που είχε πάντα  στο πουγκί του και το έβαλε πάνω στη φωτιά ενώ ταυτόχρονα έφτιαξε πλέκοντας  τρία κλαδιά σε σχήμα Π, μια αυτοσχέδια απλώστρα για το πανωφόρι και το μάλλινο ρούχο που φορούσε από μέσα και τον προστάτευε από το κρύο. Ακούμπησε την απλώστρα  στο βράχο αντίκρυ στις φλόγες,  κι έπειτα ζάρωσε προσπαθώντας να ησυχάσει. Σε λίγη ώρα  το νερό έβρασε, το έφερε κοντά στα χείλη  και το φύσηξε, χρειαζόταν απελπισμένα κάτι ζεστό και υγρό γιατί είχε  αφυδατωθεί εσωτερικά. Έβγαλε μια κόρα που είχε μείνει στεγνή μέσα στο σάκο του  και τη βούτηξε στο ποτήρι,  μόλις έφαγε μερικές μπουκιές και ήπιε κάμποσες γουλιές   το σώμα του αμέσως  χαλάρωσε για πρώτη φορά μετά από εικοσιτέσσερις ώρες . Γύρισε από την άλλη μεριά το πανωφόρι του να στεγνώσει καλά, το φόρεσε πάνω στο παγωμένο κορμί του,  έριξε ακόμα λίγα ξύλα στη φωτιά κι έπειτα επιτέλους αποκοιμήθηκε.

Ο ήχος της βροχής που συνέχιζε να πέφτει καταρρακτωδώς τον νανούριζε για πολλή ώρα όμως μια νυχτερίδα που πετούσε στα σκοτεινά του χαλούσε την ησυχία ενώ μια πέτρα καταραμένη χώνονταν στα πλευρά του. Ξημέρωνε πια όταν ξύπνησε, ο ύπνος τον είχε αναζωογονήσει όμως ένιωθε όλο το σώμα του να πονά. Σκάλισε τη φωτιά ρίχνοντας ακόμα λίγα ξύλα μισοκαμένα και στάθηκε  στην είσοδο της σπηλιάς βλέποντας  το απίστευτο τοπίο που σχηματίζονταν  μπροστά στα μάτια του,  πως είχε καταφέρει να περπατήσει στο χείλος εκείνου του φαραγγιού που διέσχιζε μια κοιλάδα πολύ βαθιά ; Από την προηγούμενη νύχτα η ζωή του κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας,  οι Τούρκοι  είχαν μπει  στο κάστρο τους  παραβιάζοντας μια πύλη κι είχαν βάλει φωτιά παντού, οι φλόγες έκαιγαν τις στέγες κι ήταν σαν  να τις τραβούσε ένα πελώριο χέρι για να καταπιούν τα πάντα στο πέρασμα τους. Στις αυλές έβλεπες παντού κρεμασμένους και βάρβαρους που χτυπούσαν κάτι ταμπούρλα απαίσια,  όλοι έφευγαν πανικόβλητοι κι ο βασιλιάς πρόλαβε την τελευταία στιγμή να το σκάσει από μια κρυφή έξοδο αφήνοντας τα πάντα πίσω του, ευτυχώς εκείνος  ήταν  ψύχραιμος κι είχε κρατήσει το κλειδί της κρύπτης κάτω απ’  το παλάτι  που κανείς δεν σκέφτηκε να πάρει μαζί του. Καθισμένος εκεί στην είσοδο της σπηλιάς έβλεπε τη βροχή να υποχωρεί επιτέλους αφήνοντας πίσω της ένα ουράνιο τόξο πελώριο. Φόρεσε τα δερμάτινα παπούτσια του- δώρο του βασιλιά-  που τον είχαν σώσει από ένα σωρό κακοτοπιές και δρόμους κακοτράχαλους, έπρεπε τώρα με κάποιον τρόπο να γυρίσει στο παλάτι, να ανοίξει την κρύπτη και να πάρει τα κοσμήματα, τα εικονίσματα τα ασημένια, τα εμβλήματα με τις διαμαντένιες πέτρες και τα χρυσοποίκιλτα ρούχα του αυτοκράτορα, στην κατάσταση που είχαν βρεθεί τους ήταν εντελώς απαραίτητα για να κερδίσουν την υποστήριξη του κόσμου…

Στην είσοδο του κάστρου  δεν υπήρχαν φρουροί, κατέβασε την κουκούλα του πανωφοριού του για κάθε ενδεχόμενο όμως  οι Σελτζούκοι  είχαν μεθύσει πανηγυρίζοντας την επιτυχία  της άλωσης, κανείς δεν τον σταμάτησε εκεί μπροστά στη τάφρο κι έφτασε χωρίς κανένα πρόβλημα  μέχρι το κτήριο των ανακτόρων που είχε γλυτώσει από την πυρκαγιά.  Άνοιξε τη βαριά πόρτα και μπήκε στο κατεστραμμένο ανάκτορο βάζοντας πίσω από την είσοδο ένα τεράστιο τραπέζι που είχε μείνει μισό για κάποιο λόγο. Κατέβηκε στο υπόγειο κουβαλώντας ένα δαυλό, σκούπισε  την  επιφάνεια του πατώματος που ήταν γεμάτη χώματα μέχρι που βρήκε την κρύπτη,  ξεκλείδωσε το μεταλλικό καπάκι  κι έβγαλε μέσα από το άνοιγμα όλα τα κοσμήματα, τα ασημικά, τα ρούχα  και τις εικόνες που φυλούσαν εκεί πέρα κι άστραφταν στο φως της δάδας. Σφράγισε την κρύπτη,  έριξε χώμα πάνω της ξανά να μη φαίνεται, και πέταξε όλα τα αντικείμενα μέσα σ’ ένα ξύλινο  μπαούλο που είχε φέρει μαζί του. Δεν πρόλαβε  ν’ ανέβει τα σκαλιά του υπογείου  όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα, τον είχαν καταλάβει, ευτυχώς τους καθυστερούσε  το τραπέζι πίσω από την πόρτα. Βιάστηκε να βγει από το υπόγειο και  μέσα από τις χαραμάδες είδε τα αγριεμένα πρόσωπα των Τούρκων που κοπανούσαν με δύναμη την είσοδο, είχε παγιδευτεί.  Καθώς δεν είχε χρόνο να  κρυφτεί έριξε πάνω του ένα σακί  που βρήκε μπροστά του κι έκρυψε το μπαούλο πίσω του, τα πόδια του ήταν εκτεθειμένα αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Ήταν σίγουρος ότι θα τον έπιαναν αμέσως, έβλεπε  να περνούν μπροστά του δεκάδες πολεμιστές κραδαίνοντας τα σπαθιά τους και βρίζοντας στη βάρβαρη γλώσσα τους, μέτρησε πάνω από πενήντα άτομα που χάλασαν τον κόσμο και στάθηκαν ακριβώς δίπλα του, νόμιζε ότι η τύχη ήταν μαζί του ξανά όταν ένα χέρι σα δαγκάνα πελώρια τον άρπαξε από το λαιμό φωνάζοντας θριαμβευτικά.

Μια ομάδα αιμοχαρών βαρβάρων  τον έφερε  μπροστά στο Σουλτάνο  τους, έναν  τύπο με μάτια σαν χάντρες  και μια γενειάδα που έφτανε μέχρι το πάτωμα. Καθόταν σ’ ένα ψηλό κάθισμα σα θρόνο και στο πλάι του  στέκονταν ένας γίγαντας που τον γνώρισε αμέσως,  ήταν ο Γαβριήλ, ένας στρατιώτης δεινός  που είχε αυτομολήσει στους Σελτζούκους  αν και κάποιοι έλεγαν ότι ήταν κατάσκοπος, κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά  τι ρόλο έπαιζε. Ο Γαβριήλ  μιλούσε και τις δυο γλώσσες και του  μετέφραζε τα λόγια του Σουλτάνου:  «σε ξέρουμε, είσαι ο υπασπιστής του βασιλιά, θα σου  χαρίσουμε τη  ζωή άμα νικήσεις σε μια παρτίδα ζάρια,  γνωρίζουμε  ότι είσαι ο καλύτερος παίχτης που υπάρχει κι ο σουλτάνος μας αγαπά πολύ αυτό το παιχνίδι,  αν δεχτείς σώζεις τη  ζωή σου και παίρνεις  όλα τα κοσμήματα  αλλιώς…» σταμάτησε τη φράση ο Μιχαήλ  κι έκανε την κίνηση με το χέρι που περνά μπροστά από το λαιμό.

Είχε καιρό να παίξει ζάρια, ένα διάστημα που δεν πολεμούσε έπαιζε στα καπηλειά και στα καταγώγια της πρωτεύουσας, είχε γίνει ο καλύτερος, ήξερε ένα σωρό κόλπα,  είχε παίξει και με φτιαχτά ζάρια που τα καταλάβαινε αμέσως δοκιμάζοντας τα μέσα τη χούφτα του. Κάποια περίοδο  είχε γίνει ξακουστός  κι όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί  του,  είχε κερδίσει χιλιάδες νομίσματα, θα μπορούσε να φτιάξει περιουσία αλλά τα είχε παρατήσει έτσι ξαφνικά, βαρέθηκε τις τρώγλες και τα σκοτεινά  υπόγεια όπου ξημεροβραδιάζονταν  άρρωστοι άνθρωποι, σκελετωμένοι από την αϋπνία και το πάθος τους. Ήξερε  ότι οι Τούρκοι είχαν μανία με τέτοια παιχνίδια και το μυαλό του πήρε φωτιά,  έκανε το σταυρό του κι άρχισε να ρίχνει τους τετράγωνους πεσσούς - οι Τούρκοι έπαιζαν με τρία ζάρια-  που ήταν κεχριμπαρένιοι κι έκαναν έναν ήχο ωραίο καθώς χοροπηδούσαν πάνω σε μια τάβλα μπρούτζινη που έμοιαζε με ταψί . Από γύρω ακούγονταν φωνές,  οι συνοδοί του σουλτάνου  χειρονομούσαν και κραύγαζαν  δυνατά κάθε φορά που τα ζάρια προσγειώνονταν στο στολισμένο με πετράδια ταψί.

Οι πρώτες του ζαριές ήταν ελεεινές και τον έπιασε απελπισία, έχασε το χρώμα του την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι πανηγύριζαν, «ως εδώ  ήταν!»  έκανε τη σκέψη. Ο σουλτάνος  κουνούσε ώρα πολύ τα ζάρια  μέσα τη χούφτα του  κι  ύστερα τα πετούσε θριαμβευτικά μέσα στο ταψί φωνάζοντας μια λέξη που δεν καταλάβαινε,  όταν είχε μεγάλο νούμερο γελούσε και  τραντάζονταν  ολόκληρος,  όταν έριχνε μικρό νούμερο τα μάτια του σκοτείνιαζαν και με τα δάχτυλα του χτυπούσε μια χρυσή ταμπακιέρα που είχε δίπλα στο  κάθισμα του. Κάποια στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε ο Γαβριήλ έσκυψε στο αυτί και του είπε «όταν χτυπά τα δάχτυλα του εκεί πέρα τους δίνει το σήμα για να ετοιμάσουν την κρεμάλα, μη φοβάσαι για τίποτα όμως, ό,τι και να γίνει  εγώ θα σε σώσω». Τα λόγια του γίγαντα αναπτέρωσαν το ηθικό του,  ένιωσε μια δύναμη μέσα του κι από κείνο το σημείο η τύχη του έστρωσε,  όλες οι ζαριές του  ήταν  φοβερές  και κάμποσες φορές πέτυχε τη Ζαριά της Αφροδίτης όπως την έλεγαν στα καπηλειά, τρείς  εξάρες!   Ήταν   σαν κάποιος να είχε μαγέψει τους κεχριμπαρένιους κύβους  κι ότι κι αν έριχνε ήταν καλό, για μια ώρα περίπου έπαιζε μανιασμένα, κι ούτε που τον ένοιαζε ο αντίπαλος κι όλοι εκείνοι οι σχιστομάτηδες που είχαν έρθει από τα βάθη της Ασίας. Ήξερε πια ότι τον είχε το σουλτάνο που δεν ήθελε να το πιστέψει κι όλο έπαιζε τα δάχτυλα του πάνω στη χρυσή ταμπακιέρα αναψοκοκκινισμένος. Ήταν φανερό ότι είχε  κερδίσει και τώρα φοβόταν ότι είχε φανεί αλαζόνας όμως  ο σουλτάνος  έμοιαζε ευχαριστημένος  καθώς είχε διασκεδάσει,  τον αγκάλιασε συγχαίροντας τον ενώ  όλη η ακολουθία γύρω γελούσε, είχαν  ευχαριστηθεί κι εκείνοι  το παιχνίδι.  

«Άιντε τη γλύτωσες!»  του μετέφρασε ο Γαβριήλ δίνοντας του έναν σάκο με τα πολύτιμα αντικείμενα, «πάρε τον τουρβά σου κι εξαφανίσου γρήγορα προτού αλλάξει γνώμη ο Τούρκος». Φόρτωσε το σάκο σ’ ένα άλογο με χαίτη ασημένια που του έδωσαν και βιάστηκε να φύγει από κει πέρα. Κάλπαζε ώρες ατέλειωτες μέχρι που έφτασε στα σύνορα,  εκεί που τον είχε πιάσει εκείνη η καταραμένη βροχή,  περνούσε πάλι το βαθύ φαράγγι  κοντά στα σύνορα που αντηχούσε από ήχους καμπάνας ενός μοναστηριού χωμένου στα βράχια,  είχε φτάσει το  Πάσχα . Θέλησε να προσκυνήσει και μπήκε στην εκκλησία όπου οι καλόγεροι μουρμούριζαν προσευχές «και Κύριος  επέρριψεν αυτοίς λίθους χαλάζης εκ του ουρανού..» γονατίζοντας στο χωμάτινο δάπεδο έφερε στο νου το χαλάζι που τον χτυπούσε τη νύχτα του κατακλυσμού. Ένα χέρι   άγγιξε τον ώμο του και τινάχτηκε τρομαγμένος,  ήταν ο φύλακας που τον είχε σώσει τη δύσκολη νύχτα, γονάτισαν μαζί κι ύστερα ο φρουρός   τον συνόδεψε μέχρι μια τεράστια πέτρα που ήταν το ορόσημο απ' όπου ξεκινούσε το βασίλειο. Χαιρετίστηκαν και τη στιγμή που ο φύλακας  έσκυβε να δέσει τα σανδάλια του  άφησε πάνω στη μεγάλη πέτρα ένα πετράδι από το σάκο του. Είχε φτάσει πια στον πάτο του φαραγγιού και  γύρισε το βλέμμα,  από ψηλά η φιγούρα του φύλακα που έμοιαζε μικροσκοπικός μέσα στην απέραντη μεγαλοπρέπεια του τοπίου,  τον χαιρετούσε.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...