Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΩΝ ΡΕΥΣΤΩΝ

 

Επικατάρατος ο μετατιθείς όρια του πλησίον

Δευτερονόμιο 27- 17

«Θέλουν  να μας κλέψουν το οικόπεδο, θα μας τα πάρουν  όλα!»  είπε  μια μέρα στη νοσοκόμα που του έδινε τα χάπια.  Η  νοσοκόμα τον καθησύχασε, «μη φοβάσαι Γιώργο, δεν θα τους αφήσουμε» του είπε   αλλά μέσα της  σκέφτηκε ότι η κατάσταση του  χειροτέρευε κι έπρεπε κάτι να κάνουν  σύντομα,  «όλοι θέλουν να πάρουν κάτι,   θέλουν να μπουν  παντού,  τα δέντρα της γειτόνισσας  μπήκαν μες το οικόπεδο ,  μας έχουν βάλει στο μάτι,  ξέρουν ότι έχουμε το καλύτερο μέρος! » - «εντάξει,  εντάξει , μη φοβάσαι » του απάντησε  η νοσοκόμα καθώς τον χαιρετούσε.  Φεύγοντας γύρισε να δει το σπίτι του,  ήταν πράγματι  ωραία χτισμένο στο πιο όμορφο σημείο κάπως ψηλότερα από τα άλλα σπίτια,  κι έβλεπε μέχρι τη μεγάλη πόλη που απλώνονταν  μακριά  στο βάθος του κάμπου.

 «Περνάει  σε άλλη φάση , αρχίζει να τα χάνει »  μονολόγησε όπως περπατούσε,  είχε δει πολλές τέτοιες περιπτώσεις και ήξερε ότι τις περισσότερες φορές αυτή ήταν η εξέλιξη  όμως τον συμπαθούσε και στενοχωριόταν.  Η μητέρα του που τον πρόσεχε για χρόνια,  της είχε πει όλο το ιστορικό του,  στην αρχή  ήταν κάτι κουβέντες άσχετες,  κάτι ασυναρτησίες και  παραλογισμοί, μανία καταδίωξης είπαν οι γιατροί,  τον έκλεισαν μέσα για  κάμποσο καιρό,  ύστερα του έγραψαν  μια συνταγή με φάρμακα κι έτσι συνέχισε τη ζωή του. Όμως με τα χρόνια η κατάσταση επιδεινώνονταν,  τα φάρμακα  γίνονταν  όλο και πιο βαριά κι εκείνος άρχισε να παραλογίζεται όλο  και περισσότερο.  Είχε αρχίσει να κάνει παράξενα πράγματα, ξυπνούσε τη νύχτα και πήγαινε να ελέγξει τους φράχτες και τα σύνορα του κτήματος,   άναβε φωτιές στην αυλή   κι έκαιγε παλιές φωτογραφίες γιατί του θύμιζαν άλλες εποχές  και τον μελαγχολούσαν , τον περισσότερο χρόνο του όμως τον περνούσε  διαβάζοντας ένα βιβλίο που είχε κρατήσει από τότε που πήγαινε σε μια τεχνική σχολή. Το βιβλίο ήτα η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΩΝ ΡΕΥΣΤΩΝ  και του άρεσε πολύ επειδή πάντα είχε μανία με τα φυσικά φαινόμενα  αλλά κι επειδή εκεί μέσα έβρισκε κάτι λέξεις περίεργες που δεν καταλάβαινε πάντα τη σημασία τους αλλά ακούγονταν ωραία: δομές πλέγματος, ίνες εφελκυσμού, ροπές αντικραδασμικής  προστασίας.

Πολλά χρόνια τώρα ζούσε με τη μητέρα του που  είχε περάσει πια τα ογδόντα   και είχε δείξει την υπομονή του Ιώβ για το παιδί της,  τον πρόσεχε, τον συμμάζευε, του μαγείρευε μια ζωή ολόκληρη . Η μητέρα του συμπαθούσε πολύ τη νοσοκόμα όμως εκείνος την είχε πάρει στραβά,  όταν έπρεπε  να  του ελέγξει το ζάχαρο της έδινε επιδεικτικά το δάχτυλο λέγοντας «τέλειωνε Ουρανία !»  -«μα δε με λένε Ουρανία»-  «δεν πειράζει, όλες σαν και σένα το ίδιο όνομα έχουν» της απαντούσε ειρωνικά. Γελούσε κάθε φορά που της μιλούσε έτσι , της φαίνονταν πολύ αστείο κι ούτε μπορούσε να του κρατήσει κακία, έτσι ήταν πάντα γι αυτό   την αγαπούσαν όλοι στο χωριό. Από τότε που είχε έρθει να ζήσει εκεί πέρα ήταν σα να ανέτειλε ο ήλιος , κάθε μέρα περνούσε να δει  ένα σωρό γέρους, οι νέοι είχαν φύγει πια κι οι παλιοί έμειναν εκεί πέρα μοναχοί να παλεύουν .  Τους έδινε τα φάρμακα,  έλεγχε την πίεση , έκανε ενέσεις, τους μιλούσε, καμιά φορά πήγαινε και τους ψώνιζε επειδή δεν είχαν κανέναν,  τα παιδιά τους έλειπαν σ’  άλλες χώρες και σ’ άλλες πολιτείες μακρινές. Είχε σπουδάσει σε μια μεγάλη πόλη κι είχε σκοπό να μείνει εκεί πέρα, στις κλινικές ήταν περιζήτητη γιατί δεν ησύχαζε ποτέ στη βάρδια της αν  δεν γίνονταν σωστά η δουλειά,  οι άλλες νοσοκόμες δεν την χώνευαν επειδή δεν μπορούσαν να λουφάρουν λιγάκι,  ειδικά τη νύχτα που ήταν πιο δύσκολα . Όμως είχε θέμα με τον άντρα της, έναν  ταξιτζή που ήταν πολύ ζηλιάρης και δεν την άφηνε σε ησυχία.  Την κυνηγούσε παντού να δει τι κάνει και που πάει,  καθόταν ήσυχη σε κανέναν  μαγαζί να πιει τον καφέ της κι εκείνος εμφανίζονταν από το πουθενά «τι κάνεις εδώ, ποιον περιμένεις, που θα πας;» αυτό γινόταν συνέχεια,  την είχε πρήξει. Είχε και τη μάνα του   μαζί  και της είχαν κάνει το βίο αβίωτο,  μάλιστα μια φορά που της είχε έρθει μια πρόταση από μια πολύ μεγάλη κλινική,  εξαφάνισαν τα χαρτιά της πρόσκλησης  για να μη τα δει.  Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι,  «αϊ στο διάβολο!»  του είπε μια μέρα,  πήρε τα  παιδιά της και γύρισε στο πατρικό της σπίτι…

Καθώς καλοκαίριαζε στο χωριό άρχιζε να μαζεύεται κόσμος,  μετανάστες από τη Γερμανία κι από άλλες χώρες ερχόταν να περάσουν μερικές βδομάδες εκεί πέρα κι έβλεπες  κίνηση επιτέλους,  αμάξια και μηχανάκια κυκλοφορούσαν όλη την ώρα.  Οι πιο  πολλοί μαζεύονταν  σε μια καινούρια καφετερία που είχε χτιστεί  λίγο έξω από το χωριό,  σ’  ένα επίπεδο σημείο κοντά στα μνήματα γεγονός  που δεν ενοχλούσε καθόλου τους επισκέπτες . Ήταν ένα μαγαζί πολύ μοντέρνο  που έφτιαχνε  καφέδες σαν εκείνους της πόλης κι είχε ένα σωρό κεράσματα κι αρτοσκευάσματα.   Οι ιδιοκτήτες της είχαν από παλιά τον μοναδικό φούρνο του χωριού και σιγά -  σιγά είχαν φτιάξει μια επιχείρηση μεγάλη που είχε απλωθεί στην περιφέρεια και πουλούσε ψωμιά σ’   όλη την επαρχία. Η καφετέρια   ήταν χτισμένη στους πρόποδες ενός  βουνού  και δεν είχε την καλύτερη θέα,  θα μπορούσαν να διαλέξουν μέρη πολύ  πιο όμορφα  όμως  φαίνεται εκεί είχαν βρει φτηνό χώρο,  κι απ’ όλα τα χωριά ερχόταν  κόσμος,  νεολαία αλλά και πιο μεγάλοι, να πιουν τον καφέ τους και να  παραγγείλλουν γλυκά και κουλουράκια, τα σαββατοκύριακα ιδίως γινόταν χαμός,   ήταν η ατραξιόν όλης της περιοχής .

Πολλές φορές περνούσε κι εκείνη απ’  την καινούρια καφετέρια να πάρει κανένα γλυκό για να κεράσει τους παππούδες και τις γιαγιάδες που πρόσεχε, αυτό την έκανε να νοιώθει πιο όμορφα. Μια μέρα που είχε  ξυπνήσει πολύ νωρίς κι αγόρασε ένα κουτί με μπισκότα,  ξεκίνησε την περιοδεία της από το σπίτι του Γιώργου  που έπρεπε να πάρει μόλις  ξυπνούσε ένα κάρο  χάπια,  εφτά  διαφορετικά αν έχεις το θεό σου!  Χτύπησε την  πόρτα όμως  κανείς δεν απάντησε, δοκίμασε  ν’  ανοίξει  όμως  ήταν κλειδωμένα,  απόρησε επειδή κάθε φορά η γιαγιά που ξυπνούσε από τα χαράματα,  άφηνε ανοιχτή την εξώπορτα.  Γύρισε να φύγει όμως  άκουσε φωνές από την πίσω μεριά του σπιτιού και πήγε να δει τι γίνεται.  Η φασαρία ερχόταν από μια αποθήκη σε μια γωνιά του κτήματος , όπως πλησίαζε οι φωνές δυνάμωναν κι όταν έφτασε στο κτίσμα είδε  στο βάθος της αποθήκης  το Γιώργο να μαλώνει  με τη γειτόνισσα  μπροστά σ’ έναν τοίχο που είχε χτιστεί  πρόσφατα,  όπως λογόφερναν  ο Γιώργος  καβάλησε  τον τοίχο  κι έπιασε τη γειτόνισσα από το λαιμό, έδειχνε πολύ αγριεμένος,   « Γιώργο τι κάνεις,  σταμάτα!»  του φώναξε κι εκείνος σα να συνήλθε απότομα άφησε τη γυναίκα και γύρισε κατά την νοσοκόμα,  «σας είπα θέλουν να μας πάρουν το οικόπεδο!»  της φώναξε ενώ η άλλη γυναίκα στέκονταν  αποσβολωμένη έπειτα όμως σαν  να συνήλθε  κι άρχισε να φωνάζει «εδώ  είναι τα όρια του κτήματος,   εγώ είδα τα συμβόλαια,  ο  παππούς  σας  είχε κλέψει ένα  μέτρο ολόκληρο όταν έχτισε την αποθήκη, μου το είπε  ο πατέρας μου ο μηχανικός  ήρθε και το μέτρησε, ένα μέτρο μέσα μας είστε μέχρι κάτω στο δρόμο!»

Η νοσοκόμα προσπάθησε να τους  ηρεμήσει  όμως η γειτόνισσα συνέχισε να φωνάζει,  είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε,  ο Γιώργος πάλι έμοιαζε  εκτός  ελέγχου, έτρεμε και ξεφυσούσε  ενώ τα μάτια του είχαν κοκκινίσει,   κι εκεί που φαινόταν  ότι θα γινόταν  κάτι κακό εμφανίστηκε ένας τύπος χλωμός , κάπου εξήντα χρονών  κι άρχισε να φωνάζει,  «σταμάτα Κατίνα,  έλεγξα τα συμβόλαια,  μέτρησα και το κτήμα,  είσαι εκτός,   έλα να δεις αυτή την ευθεία από δω μέχρι κάτω στο δρόμο,  χτες το βράδυ έφαγα δέκα ώρες να διαβάζω τα χαρτιά  στο δημαρχείο και να υπολογίζω τις αποστάσεις ,  άνοιξα εκατό χάρτες , έχει δίκιο ο Γιώργος,  είσαι μέσα στο χωράφι του,  σταμάτα!»  ο τύπος έμοιαζε σαν  από  μηχανής θεός που έδινε λύση  στο δράμα, ο Γιώργος τον άκουγε εκεί πέρα κι ύστερα χαμογέλασε «σας το έλεγα εγώ !» φώναξε.   

Ο Γιώργος  φαίνονταν ευχαριστημένος αλλά η γειτόνισσα έπιανε το λαιμό της που είχε μελανιάσει  και στράφηκε εναντίον του μηχανικού,  « μα πόσο άχρηστος είσαι, τι στο διάβολο μέτρησες  με τα παλιοηχανήματα σου,  τζάμπα σε πληρώνω!»   του είπε κι  έφυγε φουριόζα. Ο  μηχανικός ήρθε κοντά στη νοσοκόμα και της είπε «όλες οι φασαρίες  γίνονται για τα σύνορα, για τα όρια, σκέψου πόσοι πόλεμοι ξεκίνησαν έτσι, πόσες αντιδικίες,  πόσα εγκλήματα,  πόσοι φόνοι γι αυτά τα καταραμένα σύνορα,  εδώ και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι σκοτώνονται για τα όρια της κατοχής τους «.   Ο Γιώργος που άκουγε κουνούσε το κεφάλι του «έτσι είναι!»  είπε βλοσυρός  σα να καταλάβαινε κι εκείνος τη σοφία του συλλογισμού.  

Ύστερα από κείνο το συμβάν  ο Γιώργος σα να πήρε τ ‘  απάνω του, ένιωθε ότι δικαιώθηκε κι ότι οι φόβοι του ήταν αληθινοί,  του μείωσαν τα χάπια κι έδειχνε να συνέρχεται   οι γιατροί δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.  Η  νοσοκόμα ήταν πολύ χαρούμενη γι αυτήν την εξέλιξη  και για να τον καλοπιάσει   βρήκε στο ιντερνέτ ένα ζευγάρι  παπούτσια σε προσφορά  και του τα  χάρισε  στη γιορτή  του.  Ήταν  πολύ μοντέρνα, μαύρα με κάτι  σόλες διαστημικές  που έμοιαζαν γυάλινες,   του άρεσαν τόσο πολύ που  δεν τα έβγαζε ποτέ από τα πόδια του,  κάτι πιτσιρικάδες του χωριού  τα είχαν προσέξει και  τον ρωτούσαν όποτε τον έβλεπαν στην καφετέρια,   « ρε Γιώργο που τα βρήκες αυτά τα παπούτσια ;» εκείνος χαμογελούσε και δεν έλεγε τίποτε.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

ΣΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΠΡΟΜΑΝΤΕΜΑ

 

Το βράδυ που σχολούσε από τη δουλειά  έβλεπε κάτι κορίτσια  ερωτευμένα  που χάιδευαν τ’  αγόρια τους, φορούσαν  τζιν με τσέπες φαρδιές κι είχαν σακίδια στη πλάτη, της άρεσε πολύ να βλέπει κοπέλες  χαρούμενες,  παρατηρούσε τις κινήσεις τους τις χορευτικές, τα δάχτυλά τους,  τον τρόπο που μιλούσαν, τις εκφράσεις του προσώπου τους. Κάθε φορά που έμπαινε η άνοιξη τα κορίτσια γίνονταν πιο ζωηρά, η φύση γύρω  που βρισκόταν σε οργασμό επηρέαζε και τα παιδιά που έσπευδαν να ερωτευτούν  όπως οι δεκαοχτούρες που φλερτάριζαν φτερουγίζοντας στα μπαλκόνια. Μαζί με τα άλλα ζευγαράκια που κυκλοφορούσαν τη νύχτα έβλεπε κι ένα παράξενο, δυο παιδιά που ήταν  σίγουρα ναρκομανείς, το καταλάβαινες από τη ρουφηγμένη τους όψη  κι από τα τατουάζ που είχαν στα χέρια τους.  Το αγόρι ήταν ξανθό, πολύ όμορφο κι ευγενικό μ’ ένα βλέμμα χαμένο, όποτε έμπαινε καμιά γριά ή κανένας παππούς σηκωνόταν λέγοντας «θέλετε να καθίσετε;» Το κορίτσι ήταν κι εκείνο ξανθό κι  έμοιαζε να έχει μεγαλώσει πριν την ώρα του, χανόταν κι οι δυο τους στις πίσω θέσεις και ψιθύριζαν λόγια ακατανόητα  όλη την ώρα, έμοιαζε σα να προσπαθούσε  το κορίτσι να κανακέψει  το σύντροφό της και να τον  ηρεμήσει από κάτι,   ύστερα κοιμόταν  αγκαλιασμένοι  και με κάποιον περίεργο τρόπο ξυπνούσαν ακριβώς την ώρα που το λεωφορείο έφτανε στη στάση τους,  σηκώνονταν τότε κι έτρεχαν να κατεβούν φωνάζοντας στον οδηγό «μπορείτε να περιμένετε λίγο ;»

 Γελούσε μ’ εκείνο το ζευγαράκι και προσπαθούσε, ν’  ακούσει τι στο καλό λέγανε.  Ανέκαθεν έτρεφε μια συμπάθεια  για τους τύπους τους περιθωριακούς,  ένιωθε μια έλξη, ήθελε να τους μελετήσει, να τους κατανοήσει να τους νιώσει, άλλωστε κι η ίδια  ήταν  πάντα ενάντια στους καθώς πρέπει,  πάντα αμφισβητούσε το κατεστημένο, ποτέ δεν πήγαινε με τη νόρμα. Τους συμπαθούσε τους περιθωριακούς αλλά τους  φοβόταν κιόλας όταν έμπαιναν τις νύχτες αγριεμένοι στο αστικό,  ιδίως μια ξανθιά ξεβαμμένη μ΄ ένα σωρό δαχτυλίδια στα δάχτυλα που τη φοβόταν, είχε  κάτι νύχια μεγάλα και κάτι μάτια  βαμμένα που σε κοιτούσαν αλλόκοτα , σίγουρα σε μια άλλη ζωή θα ήταν μάγισσα ! 

Ένα βράδυ  το λεωφορείο ήταν γεμάτο φοιτητές, κατέβαιναν στα μαγαζιά του κέντρου για το βραδινό γλέντι κι είχαν πιάσει όλες τις θέσεις,  δεν τους χώνευε  αυτούς  γιατί ήταν φωνακλάδες κι αγενείς, έτσι πήγε στις πίσω θέσεις, εκεί που ήταν το ζευγαράκι,  και κάθισε μπροστά τους  προσπαθώντας να καταλάβει τι στο καλό ψιθύριζαν.  Όταν κατέβηκαν έριξε μια μάτια στο κάθισμα τους  και είδε ένα χαρτάκι,  το πήρε και διάβασε « για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου – μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια» της φάνηκε πολύ όμορφο, γύρισε το χαρτάκι από την άλλη μεριά όπου έγραφε  «μόνο γι αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο- κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα- σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα ». Κράτησε το χαρτί στα χέρια  της, τα συμπαθούσε εκείνα τα παιδιά αλλά  δεν το περίμενε ότι  θα μπορούσαν να εκφράζονται έτσι, με τόση λεπτότητα, όλη τη νύχτα σκεφτόταν τα στιχάκια   ακούγοντας τη βροχή που έπεφτε σε μια μεταλλική κατασκευή της ταράτσας  φτιάχνοντας ένα ήχο τραγουδιστό. 

Τέτοια εποχή συνήθως έπιαναν  βροχές που κρατούσαν βδομάδες, ο ουρανός γέμιζε με σύννεφα που σκοτείνιαζαν την πόλη όμως αυτό ήταν ωραίο, εκείνης τουλάχιστον  της άρεσε, δεν θα είχε πρόβλημα αν συνεχίζονταν για μερικές βδομάδες ακόμα,  ήταν σαν ένα ‘’καλοκαιριού προμάντεμα’’ όπως έγραφε το στιχάκι που είχε διαβάσει,  σαν  να  έκανε ένα διάλειμμα ο καιρός προτού μπει το καλοκαίρι φουριόζικο μ’ εκείνες τις ζέστες τις πρώιμες που καίνε τον τόπο.  Η βροχή έδινε στην πόλη ένα  χρώμα ιδιαίτερο που έμοιαζε με φόντο  ζωγραφικού πίνακα, ο τόπος   γέμιζε με άγρια πουλιά που έβοσκαν ανάμεσα στο χορτάρι  των πάρκων, εκεί κάτω από τα παλιά τείχη  όπου μια υδρορροή έτρεχε  χρόνια τώρα και κανένας δεν ασχολούνταν να τη διορθώσει,  είχαν φυτρώσει μάλιστα φυτά υδρόβια και είχαν μεγαλώσει, λίγο ακόμα και θα γινόταν μια μικρή ζούγκλα εκεί πέρα. Όταν έβρεχε όλα άλλαζαν όψη, οι είσοδοι των πολυκατοικιών  έμοιαζαν με σπηλιές χωμένες μέσα στα βράχια, οι κάθετες επιφάνειες ανάμεσα στα κτήρια  θύμιζαν γκρεμούς απότομους κι  ανάμεσα στις πολυκατοικίες σχηματίζονταν κοιλάδες  που ανοίγονταν  πέρα μακριά κατά τον ορίζοντα ως εκεί όπου έφτανε το μάτι…

«Τα κεράσια θα χαλάσουν με τόσες  βροχές» ακούστηκε να λέει μια γυναίκα και γύρισε να  δει ποια ήτανε. Τελειώνοντας τη βάρδια της αισθάνονταν την ανάγκη να κοιμηθεί για έναν αιώνα, έγειρε  πίσω στο κάθισμα της κι έκλεισε για λίγο τα μάτια όταν άκουσε  έναν κρότο πολύ δυνατό και ξύπνησε τρομαγμένη. Ο οδηγός σταμάτησε το όχημα καθώς ο δρόμος είχε μπλοκαριστεί,  κι όλοι οι επιβάτες κατέβηκαν να δουν τι συνέβη.  Περίεργη όπως ήταν πάντοτε πλησίασε  κι εκείνη  το σημείο όπου είχε γίνει η  έκρηξη και είδε κόσμο μαζεμένο έξω από μια σπασμένη βιτρίνα.  Κάτι είχε ανατιναχτεί εκεί μέσα κι από κάπου ακούγονταν φωνές σα να γίνονταν φασαρία μεγάλη,  άνοιξε χώρο ανάμεσα στο πλήθος  και είδε το παιδί που έπαινε ναρκωτικά   να παλεύει με κάποιον,  κανείς άλλος δεν πλησίαζε μονάχα κοιτούσαν όλοι σα να έβλεπαν κάτι στην τηλεόραση,  ο  ναρκομανής   ήταν μικρόσωμος αλλά είχε μια δαιμονισμένη ενέργεια και κοπανούσε τον άλλον που φαίνεται ότι ευθύνονταν για την έκρηξη,  έναν  τύπο ψηλό  με κουκούλα, που δεν μπορούσες να δεις το πρόσωπο του. Δεν το περίμενε ποτέ ότι  το ξανθό παιδί θα είχε  έχει τόση δύναμη,  ο ψηλός είχε αιφνιδιαστεί κι έμοιαζε να μην ξέρει τι να κάνει ενώ ο ναρκομανής τον βαστούσε γερά και τον  κοπανούσε σα να είχε μπει στο σπίτι του. Ο εισβολέας   προσπαθούσε απελπισμένα  να ξεκολλήσει από το άρπαγμα του και τελικά μ’ ένα απότομο τράβηγμα κατάφερε να ελευθερωθεί  και να τρέξει σπρώχνοντας τον κόσμο. Όπως περνούσε δίπλα της εκείνη  άπλωσε λίγο το πόδι της ασυναίσθητα κι ο κλέφτης σκόνταψε άσχημα κι έπεσε  άγαρμπα πάνω στα πλακάκια του δρόμου όμως πετάχτηκε αμέσως σαν γάτος κι άρχισε να τρέχει για να χαθεί μέσα  στη νύχτα.

Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα κι εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει την αλληλουχία των γεγονότων,  πως είχε προκληθεί η έκρηξη, τι γύρευε εκεί  ο τύπος με την κουκούλα, γιατί το παιδί που έπαιρνε ναρκωτικά του είχε επιτεθεί έτσι άγρια ; Ρώτησε κάποιον δίπλα της όμως κι εκείνος δεν είχε ιδέα μονάχα κοιτούσε  τα περιπολικά της αστυνομίας που εμφανίστηκαν με τις σειρήνες τους  να βογκούν. Το ξανθό παιδί  βιάστηκε να φύγει από τη σκηνή και να χωθεί στο πλήθος,  ποιος ξέρει τι φοβούνταν. Για να πάει στο σπίτι της τώρα  έπρεπε να πάρει ένα άλλο αστικό,  βρήκε ένα κάθισμα στο βάθος του οχήματος και κάθισε «Κυρία!» άκουσε ένα ψίθυρο  δίπλα της και τρόμαξε,  «μπορείτε να μου πείτε που θα κατέβω, έχω ένα πρόβλημα, όταν ταράζομαι το μυαλό μου κάτι παθαίνει σα να μπλοκάρει,  είναι σα να βρίσκομαι  σ’ έναν εφιάλτη, δεν μπορώ να θυμηθώ που πάω και τι θέλω, δεν μπορώ να βρω τι μέρα είναι και τι πρόγραμμα έχω, οι γιατροί μου λένε ότι είναι ψυχοπαθολογικό, να τώρα δεν έπρεπε να μπλεχτώ στη φασαρία όμως δεν άντεξα, γιατί να πειράξει το μαγαζί του κυρίου ο κλέφτης, τι του έφταιξε ο άνθρωπος, όμως τώρα το μυαλό μου έχει σταματήσει να δουλεύει,  ξέρετε είναι πολύ δύσκολο να μη θυμάσαι ποιος είσαι και τι θέλεις να κάνεις, πολλές φορές οι άνθρωποι θυμώνουν όταν τους ζητώ να μου πουν που βρισκόμαστε και τι μέρα είναι, όταν έχω την κοπέλα μου  μαζί είναι όλα καλά όμως όταν είμαι μόνος φοβάμαι πολύ,  αχ είναι πολύ δύσκολο!»

«Μη φοβάσαι αγόρι μου» του είπε νιώθοντας μια στοργή απέραντη για το νεαρό «θα σου πω εγώ  που θα κατέβεις, κάθε βράδυ σε βλέπω και ξέρω τη στάση σου,  ησύχασε» καθώς σκεφτόταν « αχ πουλάκι μου  τι τραβάς κι εσύ, που να ναι άραγε η μανούλα σου;». «Εδώ είσαι!¨»  του φώναξε  σε λίγο και το παιδί της απάντησε  «σας ευχαριστώ»  κοιτάζοντας την μ’  εκείνο το χαμένο βλέμμα που ξυπνούσε μέσα της τον οίκτο και το μητρικό ένστικτο, «στην ευχή του θεού να πας αγόρι μου και να προσέχεις !»  του φώναξε καθώς τον έβλεπε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Η δική της στάση δεν αργούσε κι έσπευσε να πατήσει το κουδούνι, είχε αρχίσει να ψιχαλίζει πάλι κι έβγαλε  την ομπρέλα της,  κοίταξε κάτω στο βάθος της λεωφόρου όπου φαινόταν φωτισμένη η θάλασσα. Η  βροχή της πήγαινε σίγουρα της πόλης γι αυτό και τα ζευγαράκια διάλεγαν τούτη την εποχή για να ερωτευτούν.  Όπως περπατούσε  της ήρθε στο μυαλό εκείνο το στιχάκι που είχε βρει γραμμένο  στο χαρτί « για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου – μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια»…  

Που θα περνούσε άραγε το ξανθό παιδί τη νύχτα,  ποιος θα του θύμιζε κάθε φορά που να πάει και τι να κάνει,  πως θα επιβίωνε στην πόλη το καλοκαίρι που η ατμόσφαιρα γινόταν  αποπνικτική κι η άσφαλτος των δρόμων έλιωνε ; Είχε μεγαλώσει σ’ εκείνο μέρος όμως μερικές φορές σκεφτόταν ότι μοναχά ένας σεισμός θα την  έσωζε τη πόλη,  άλλωστε μη ξεχνάς ότι το σχέδιο της  είχε γίνει μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά , τότε που είχε καεί το μεγαλύτερο κομμάτι της, κι έτσι ξαναφτιάχτηκε από την αρχή σύμφωνα με τα σχέδια σοφών αρχιτεκτόνων. Τότε όμως τα σπίτια ήταν ξύλινα γι αυτό και καίγονταν για μέρες,  τώρα που να τα γκρεμίσεις αυτά τα θηρία από τσιμέντο, κι έπειτα ήταν κι οι άνθρωποι. Πως θα γινόταν να πέσουν τα κτήρια και να σωθούν οι άνθρωποι- σαν το ξανθό παιδί και το κορίτσι του- που ζούσαν μέσα τους, έπρεπε να συμβεί ένα θαύμα.  Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει ένας σεισμός προειδοποιητικός ώστε να  εκκενωθούν τα σπίτια,  κι ύστερα ένας μεγάλος να τα αποτελειώσει, να τα γκρεμίσει,  όμως και πάλι πως θα γινόταν να μην πέσουν τα πιο ωραία κτίσματα  με τα κρηπιδώματα στη βάση τους  και τα σχέδια στα παράθυρα και στις πόρτες,   πως μπορούσαν να σωθούν μόνο εκείνα και τα’  άλλα τα απαίσια να γκρεμιστούν, να εξαφανιστούν,   σίγουρα θα υπήρχε κάποιος τρόπος.

 

 

 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2023

ΛΙΘΟΥΣ ΧΑΛΑΖΗΣ

 

Μια βροντή τρομερή τράνταξε τον ορίζοντα  κι αμέσως όλος ο κόσμος φωτίστηκε τόσο έντονα  σα να ξεκινούσε η Δευτέρα Παρουσία. Προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν αλλά αμέσως έγινε πάλι  νύχτα, συνέχισε να παραπατά για  μερικά λεπτά όταν  μια σειρά από ομοβροντίες του ουρανού έφεξαν πέρα για πέρα το τοπίο  και κατάλαβε ότι περπατούσε  κοντά σε μια χαράδρα που έχασκε από κάτω του κι αν δεν πρόσεχε θα καταποντίζονταν. « Έ που πηγαίνεις, πρόσεχε, εκεί πέρα είναι γκρεμός !»  ακούστηκε από το πουθενά την ώρα που είχε αρχίσει να χάνει το κουράγιο του, γύρισε και είδε ένα φως να τον πλησιάζει, ήταν ένας φρουρός που κρατούσε κλεφτοφάναρο, φυλούσε  το στενό πέρασμα των συνόρων. Ήταν σκεπασμένος  με  μια προβιά που έφτανε  μέχρι τους αστράγαλους κι είχε περασμένο σταυρωτά στο στήθος ένα ξίφος μεγάλο σαν το δικό του. Το πέρασμα εκείνο  ήταν το πιο επικίνδυνο σ’  όλη την έκταση των συνόρων, από κει μπορούσαν να εισβάλουν οι Σελτζούκοι  κι ο αυτοκράτορας είχε διατάξει  να υπάρχουν πάντα σκοποί  ό,τι κι αν συνέβαινε. "Πάρε το μονοπάτι στα δεξιά σου" του είπε ο φρουρός  προσπαθώντας ν’  ακουστεί μες  στο χαλασμό , «προχώρα ίσια και σε μισή ώρα θα βρεις μια σπηλιά μπροστά σου, εκεί μπορείς να περάσεις τη νύχτα, πήγαινε τώρα στην ευχή του θεού!».  Ευχαρίστησε το φύλακα  προσέχοντας μια στιγμή το πρόσωπο του, τα μάτια του έδειχναν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους,  φαινόταν  κουρασμένος αλλά συνάμα μαθημένος  στις κακουχίες, ύστερα  τράβηξε κατά  κει που του είπε.

 Για να φτάσει στη σπηλιά  έπρεπε να περάσει μέσα από ένα χείμαρρο που τον   σκέπασε  σχεδόν μέχρι τη μέση, ένιωθε το ρεύμα να τον τραβά, τα κόκαλα του πονούσαν  και φοβήθηκε ότι θα τον παρέσερνε όμως κατάφερε να κρατηθεί. Σαν  βγήκε στην άλλη μεριά του χειμάρρου ήταν τόσο εξαντλημένος που σέρνονταν στα γόνατα ενώ η βροχή είχε μετατραπεί σε χαλάζι που τον χτυπούσε με δύναμη. Στο φως μιας αστραπής είδε επιτέλους  το άνοιγμα στο βράχο  που του είχε πει  ο φρουρός. Σύρθηκε  μέσα κι αμέσως έβγαλε τα ρούχα του που έσταζαν, εκεί κοντά στην είσοδο του σπηλαίου κι απέναντι από ένα βράχο, υπήρχε μια εστία κυκλωμένη από πέτρες με υπολείμματα ξύλων, σίγουρα πολλοί άνθρωποι είχαν βρει εκεί καταφύγιο πριν απ’ αυτόν. Τρέμοντας από την παγωνιά μάζεψε ότι απομεινάρια κλαδιών  υπήρχαν κι ένα σωρό από χορτάρια που σχημάτιζε μια μπάλα σε μια γωνιά  της σπηλιάς. Από τον πάτο του σάκου του έβγαλε  μια τσακμακόπετρα  κι άναψε φωτιά να στεγνώσει και να ζεσταθεί το σώμα του, όλο αυτό του πήρε κάμποση ώρα και ήταν βασανιστικό επειδή περίμενε το φως των αστραπών κάθε φορά για να κάνει τη δουλειά του. Οι φλόγες που άρχισαν να σχηματίζονται ανέβασαν αμέσως το ηθικό του, εξακολουθούσε να τρέμει  αλλά  ένιωθε  καλύτερα, έβγαλε το τσίγκινο  κύπελλο  του και το άφησε για λίγο έξω να γεμίσει με  νερό της βροχής.  Έριξε μέσα   λίγα χόρτα τσαγιού  και μερικές σταφίδες που είχε πάντα  στο πουγκί του και το έβαλε πάνω στη φωτιά ενώ ταυτόχρονα έφτιαξε πλέκοντας  τρία κλαδιά σε σχήμα Π, μια αυτοσχέδια απλώστρα για το πανωφόρι και το μάλλινο ρούχο που φορούσε από μέσα και τον προστάτευε από το κρύο. Ακούμπησε την απλώστρα  στο βράχο αντίκρυ στις φλόγες,  κι έπειτα ζάρωσε προσπαθώντας να ησυχάσει. Σε λίγη ώρα  το νερό έβρασε, το έφερε κοντά στα χείλη  και το φύσηξε, χρειαζόταν απελπισμένα κάτι ζεστό και υγρό γιατί είχε  αφυδατωθεί εσωτερικά. Έβγαλε μια κόρα που είχε μείνει στεγνή μέσα στο σάκο του  και τη βούτηξε στο ποτήρι,  μόλις έφαγε μερικές μπουκιές και ήπιε κάμποσες γουλιές   το σώμα του αμέσως  χαλάρωσε για πρώτη φορά μετά από εικοσιτέσσερις ώρες . Γύρισε από την άλλη μεριά το πανωφόρι του να στεγνώσει καλά, το φόρεσε πάνω στο παγωμένο κορμί του,  έριξε ακόμα λίγα ξύλα στη φωτιά κι έπειτα επιτέλους αποκοιμήθηκε.

Ο ήχος της βροχής που συνέχιζε να πέφτει καταρρακτωδώς τον νανούριζε για πολλή ώρα όμως μια νυχτερίδα που πετούσε στα σκοτεινά του χαλούσε την ησυχία ενώ μια πέτρα καταραμένη χώνονταν στα πλευρά του. Ξημέρωνε πια όταν ξύπνησε, ο ύπνος τον είχε αναζωογονήσει όμως ένιωθε όλο το σώμα του να πονά. Σκάλισε τη φωτιά ρίχνοντας ακόμα λίγα ξύλα μισοκαμένα και στάθηκε  στην είσοδο της σπηλιάς βλέποντας  το απίστευτο τοπίο που σχηματίζονταν  μπροστά στα μάτια του,  πως είχε καταφέρει να περπατήσει στο χείλος εκείνου του φαραγγιού που διέσχιζε μια κοιλάδα πολύ βαθιά ; Από την προηγούμενη νύχτα η ζωή του κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας,  οι Τούρκοι  είχαν μπει  στο κάστρο τους  παραβιάζοντας μια πύλη κι είχαν βάλει φωτιά παντού, οι φλόγες έκαιγαν τις στέγες κι ήταν σαν  να τις τραβούσε ένα πελώριο χέρι για να καταπιούν τα πάντα στο πέρασμα τους. Στις αυλές έβλεπες παντού κρεμασμένους και βάρβαρους που χτυπούσαν κάτι ταμπούρλα απαίσια,  όλοι έφευγαν πανικόβλητοι κι ο βασιλιάς πρόλαβε την τελευταία στιγμή να το σκάσει από μια κρυφή έξοδο αφήνοντας τα πάντα πίσω του, ευτυχώς εκείνος  ήταν  ψύχραιμος κι είχε κρατήσει το κλειδί της κρύπτης κάτω απ’  το παλάτι  που κανείς δεν σκέφτηκε να πάρει μαζί του. Καθισμένος εκεί στην είσοδο της σπηλιάς έβλεπε τη βροχή να υποχωρεί επιτέλους αφήνοντας πίσω της ένα ουράνιο τόξο πελώριο. Φόρεσε τα δερμάτινα παπούτσια του- δώρο του βασιλιά-  που τον είχαν σώσει από ένα σωρό κακοτοπιές και δρόμους κακοτράχαλους, έπρεπε τώρα με κάποιον τρόπο να γυρίσει στο παλάτι, να ανοίξει την κρύπτη και να πάρει τα κοσμήματα, τα εικονίσματα τα ασημένια, τα εμβλήματα με τις διαμαντένιες πέτρες και τα χρυσοποίκιλτα ρούχα του αυτοκράτορα, στην κατάσταση που είχαν βρεθεί τους ήταν εντελώς απαραίτητα για να κερδίσουν την υποστήριξη του κόσμου…

Στην είσοδο του κάστρου  δεν υπήρχαν φρουροί, κατέβασε την κουκούλα του πανωφοριού του για κάθε ενδεχόμενο όμως  οι Σελτζούκοι  είχαν μεθύσει πανηγυρίζοντας την επιτυχία  της άλωσης, κανείς δεν τον σταμάτησε εκεί μπροστά στη τάφρο κι έφτασε χωρίς κανένα πρόβλημα  μέχρι το κτήριο των ανακτόρων που είχε γλυτώσει από την πυρκαγιά.  Άνοιξε τη βαριά πόρτα και μπήκε στο κατεστραμμένο ανάκτορο βάζοντας πίσω από την είσοδο ένα τεράστιο τραπέζι που είχε μείνει μισό για κάποιο λόγο. Κατέβηκε στο υπόγειο κουβαλώντας ένα δαυλό, σκούπισε  την  επιφάνεια του πατώματος που ήταν γεμάτη χώματα μέχρι που βρήκε την κρύπτη,  ξεκλείδωσε το μεταλλικό καπάκι  κι έβγαλε μέσα από το άνοιγμα όλα τα κοσμήματα, τα ασημικά, τα ρούχα  και τις εικόνες που φυλούσαν εκεί πέρα κι άστραφταν στο φως της δάδας. Σφράγισε την κρύπτη,  έριξε χώμα πάνω της ξανά να μη φαίνεται, και πέταξε όλα τα αντικείμενα μέσα σ’ ένα ξύλινο  μπαούλο που είχε φέρει μαζί του. Δεν πρόλαβε  ν’ ανέβει τα σκαλιά του υπογείου  όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα, τον είχαν καταλάβει, ευτυχώς τους καθυστερούσε  το τραπέζι πίσω από την πόρτα. Βιάστηκε να βγει από το υπόγειο και  μέσα από τις χαραμάδες είδε τα αγριεμένα πρόσωπα των Τούρκων που κοπανούσαν με δύναμη την είσοδο, είχε παγιδευτεί.  Καθώς δεν είχε χρόνο να  κρυφτεί έριξε πάνω του ένα σακί  που βρήκε μπροστά του κι έκρυψε το μπαούλο πίσω του, τα πόδια του ήταν εκτεθειμένα αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Ήταν σίγουρος ότι θα τον έπιαναν αμέσως, έβλεπε  να περνούν μπροστά του δεκάδες πολεμιστές κραδαίνοντας τα σπαθιά τους και βρίζοντας στη βάρβαρη γλώσσα τους, μέτρησε πάνω από πενήντα άτομα που χάλασαν τον κόσμο και στάθηκαν ακριβώς δίπλα του, νόμιζε ότι η τύχη ήταν μαζί του ξανά όταν ένα χέρι σα δαγκάνα πελώρια τον άρπαξε από το λαιμό φωνάζοντας θριαμβευτικά.

Μια ομάδα αιμοχαρών βαρβάρων  τον έφερε  μπροστά στο Σουλτάνο  τους, έναν  τύπο με μάτια σαν χάντρες  και μια γενειάδα που έφτανε μέχρι το πάτωμα. Καθόταν σ’ ένα ψηλό κάθισμα σα θρόνο και στο πλάι του  στέκονταν ένας γίγαντας που τον γνώρισε αμέσως,  ήταν ο Γαβριήλ, ένας στρατιώτης δεινός  που είχε αυτομολήσει στους Σελτζούκους  αν και κάποιοι έλεγαν ότι ήταν κατάσκοπος, κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά  τι ρόλο έπαιζε. Ο Γαβριήλ  μιλούσε και τις δυο γλώσσες και του  μετέφραζε τα λόγια του Σουλτάνου:  «σε ξέρουμε, είσαι ο υπασπιστής του βασιλιά, θα σου  χαρίσουμε τη  ζωή άμα νικήσεις σε μια παρτίδα ζάρια,  γνωρίζουμε  ότι είσαι ο καλύτερος παίχτης που υπάρχει κι ο σουλτάνος μας αγαπά πολύ αυτό το παιχνίδι,  αν δεχτείς σώζεις τη  ζωή σου και παίρνεις  όλα τα κοσμήματα  αλλιώς…» σταμάτησε τη φράση ο Μιχαήλ  κι έκανε την κίνηση με το χέρι που περνά μπροστά από το λαιμό.

Είχε καιρό να παίξει ζάρια, ένα διάστημα που δεν πολεμούσε έπαιζε στα καπηλειά και στα καταγώγια της πρωτεύουσας, είχε γίνει ο καλύτερος, ήξερε ένα σωρό κόλπα,  είχε παίξει και με φτιαχτά ζάρια που τα καταλάβαινε αμέσως δοκιμάζοντας τα μέσα τη χούφτα του. Κάποια περίοδο  είχε γίνει ξακουστός  κι όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί  του,  είχε κερδίσει χιλιάδες νομίσματα, θα μπορούσε να φτιάξει περιουσία αλλά τα είχε παρατήσει έτσι ξαφνικά, βαρέθηκε τις τρώγλες και τα σκοτεινά  υπόγεια όπου ξημεροβραδιάζονταν  άρρωστοι άνθρωποι, σκελετωμένοι από την αϋπνία και το πάθος τους. Ήξερε  ότι οι Τούρκοι είχαν μανία με τέτοια παιχνίδια και το μυαλό του πήρε φωτιά,  έκανε το σταυρό του κι άρχισε να ρίχνει τους τετράγωνους πεσσούς - οι Τούρκοι έπαιζαν με τρία ζάρια-  που ήταν κεχριμπαρένιοι κι έκαναν έναν ήχο ωραίο καθώς χοροπηδούσαν πάνω σε μια τάβλα μπρούτζινη που έμοιαζε με ταψί . Από γύρω ακούγονταν φωνές,  οι συνοδοί του σουλτάνου  χειρονομούσαν και κραύγαζαν  δυνατά κάθε φορά που τα ζάρια προσγειώνονταν στο στολισμένο με πετράδια ταψί.

Οι πρώτες του ζαριές ήταν ελεεινές και τον έπιασε απελπισία, έχασε το χρώμα του την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι πανηγύριζαν, «ως εδώ  ήταν!»  έκανε τη σκέψη. Ο σουλτάνος  κουνούσε ώρα πολύ τα ζάρια  μέσα τη χούφτα του  κι  ύστερα τα πετούσε θριαμβευτικά μέσα στο ταψί φωνάζοντας μια λέξη που δεν καταλάβαινε,  όταν είχε μεγάλο νούμερο γελούσε και  τραντάζονταν  ολόκληρος,  όταν έριχνε μικρό νούμερο τα μάτια του σκοτείνιαζαν και με τα δάχτυλα του χτυπούσε μια χρυσή ταμπακιέρα που είχε δίπλα στο  κάθισμα του. Κάποια στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε ο Γαβριήλ έσκυψε στο αυτί και του είπε «όταν χτυπά τα δάχτυλα του εκεί πέρα τους δίνει το σήμα για να ετοιμάσουν την κρεμάλα, μη φοβάσαι για τίποτα όμως, ό,τι και να γίνει  εγώ θα σε σώσω». Τα λόγια του γίγαντα αναπτέρωσαν το ηθικό του,  ένιωσε μια δύναμη μέσα του κι από κείνο το σημείο η τύχη του έστρωσε,  όλες οι ζαριές του  ήταν  φοβερές  και κάμποσες φορές πέτυχε τη Ζαριά της Αφροδίτης όπως την έλεγαν στα καπηλειά, τρείς  εξάρες!   Ήταν   σαν κάποιος να είχε μαγέψει τους κεχριμπαρένιους κύβους  κι ότι κι αν έριχνε ήταν καλό, για μια ώρα περίπου έπαιζε μανιασμένα, κι ούτε που τον ένοιαζε ο αντίπαλος κι όλοι εκείνοι οι σχιστομάτηδες που είχαν έρθει από τα βάθη της Ασίας. Ήξερε πια ότι τον είχε το σουλτάνο που δεν ήθελε να το πιστέψει κι όλο έπαιζε τα δάχτυλα του πάνω στη χρυσή ταμπακιέρα αναψοκοκκινισμένος. Ήταν φανερό ότι είχε  κερδίσει και τώρα φοβόταν ότι είχε φανεί αλαζόνας όμως  ο σουλτάνος  έμοιαζε ευχαριστημένος  καθώς είχε διασκεδάσει,  τον αγκάλιασε συγχαίροντας τον ενώ  όλη η ακολουθία γύρω γελούσε, είχαν  ευχαριστηθεί κι εκείνοι  το παιχνίδι.  

«Άιντε τη γλύτωσες!»  του μετέφρασε ο Γαβριήλ δίνοντας του έναν σάκο με τα πολύτιμα αντικείμενα, «πάρε τον τουρβά σου κι εξαφανίσου γρήγορα προτού αλλάξει γνώμη ο Τούρκος». Φόρτωσε το σάκο σ’ ένα άλογο με χαίτη ασημένια που του έδωσαν και βιάστηκε να φύγει από κει πέρα. Κάλπαζε ώρες ατέλειωτες μέχρι που έφτασε στα σύνορα,  εκεί που τον είχε πιάσει εκείνη η καταραμένη βροχή,  περνούσε πάλι το βαθύ φαράγγι  κοντά στα σύνορα που αντηχούσε από ήχους καμπάνας ενός μοναστηριού χωμένου στα βράχια,  είχε φτάσει το  Πάσχα . Θέλησε να προσκυνήσει και μπήκε στην εκκλησία όπου οι καλόγεροι μουρμούριζαν προσευχές «και Κύριος  επέρριψεν αυτοίς λίθους χαλάζης εκ του ουρανού..» γονατίζοντας στο χωμάτινο δάπεδο έφερε στο νου το χαλάζι που τον χτυπούσε τη νύχτα του κατακλυσμού. Ένα χέρι   άγγιξε τον ώμο του και τινάχτηκε τρομαγμένος,  ήταν ο φύλακας που τον είχε σώσει τη δύσκολη νύχτα, γονάτισαν μαζί κι ύστερα ο φρουρός   τον συνόδεψε μέχρι μια τεράστια πέτρα που ήταν το ορόσημο απ' όπου ξεκινούσε το βασίλειο. Χαιρετίστηκαν και τη στιγμή που ο φύλακας  έσκυβε να δέσει τα σανδάλια του  άφησε πάνω στη μεγάλη πέτρα ένα πετράδι από το σάκο του. Είχε φτάσει πια στον πάτο του φαραγγιού και  γύρισε το βλέμμα,  από ψηλά η φιγούρα του φύλακα που έμοιαζε μικροσκοπικός μέσα στην απέραντη μεγαλοπρέπεια του τοπίου,  τον χαιρετούσε.

 

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

ΧΑΙΡΟΝΥΜΦΙΑ

 

Μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε κανένας, ακούγονταν μονάχα κάτι χτυπήματα ρυθμικά και κάτι άλλοι  ήχοι σαν ανάσες. Τα χτυπήματα προέρχονταν  από ένα σωρό ρολόγια με εκκρεμές που υπήρχαν  εκεί πέρα και πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα, οι ανάσες όμως δεν μπορούσε να καταλάβει από που έβγαιναν. Το σπίτι βρίσκονταν  πίσω από τη μικρή εκκλησία του χωριού, σ’ ένα σημείο κάπως απομονωμένο κι εκεί έμενε η Χαρούλα,  μια κουκλάρα που είχε κάνει άνω κάτω το σχολείο τους. Πήγαινε εκεί πέρα κάθε μέρα κουβαλώντας ένα τάπερ πορτοκαλί με γάλα από τις κατσίκες τους για τον πατέρα της Χαρούλας που είχε ένα θέμα με το στομάχι του και μπορούσε να πιει μονό απ’  αυτό το γάλα. Όμως αυτή τη φορά δεν ήταν εκεί η Χαρούλα να τον χαιρετήσει μ’ εκείνο το απίστευτο χαμόγελο που έδειχνε τα γυαλιστερά της δόντια, η πόρτα ήταν  ανοιχτή μα ψυχή δε  φαίνονταν, «είναι κανείς εδώ;» φώναξε όμως δεν πήρε απάντηση. Ήταν πολύ περίεργο να βρίσκει ορθάνοιχτη την είσοδο επειδή τελευταία ακούγονταν ότι κάποιος παραφύλαγε πίσω από τα παράθυρα  παρακολουθώντας τις γυναίκες που γδύνονταν, η είδηση είχε κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα κι όλα τα σπίτια ήταν σφραγισμένα, τι μπορούσε να συμβαίνει ; Δρασκέλισε το κατώφλι ακούγοντας τα ρολόγια να χτυπούν και τις ανάσες τις περίεργες, κάτι γινόταν εκεί πέρα.

Το σπίτι της Χαρούλας ήταν χτισμένο σ’ ένα σημείο  κάπως κατηφορικό και τέτοια εποχή ήταν πνιγμένο στο πράσινο εξαιτίας των βροχών. Μια φορά είχε πιάσει  ένας κατακλυσμός που κατέβασε  τόσο πολύ νερό που παραλίγο να πνίξει όλη την  οικογένεια, τα νερά είχαν μπει ορμητικά στο σπίτι τους κι οι άνθρωποι βγήκαν έξω φωνάζοντας βοήθεια. Πάντα έριχνε γερές βροχές εκεί κατά το τέλος του Μαρτίου, κοντά στο Πάσχα,  κι η μάνα του φώναζε όποτε ξεχνούσε την ομπρέλα του για να πάει στην εκκλησία. Τέτοια εποχή θ’ άρχιζαν κι οι Χαιρετισμοί»,  τα «Χαιρονύμφια»  όπως τα έλεγε ο πατέρας του, στην εκκλησία τότε  γινόταν χαμός, ο μικρός χώρος  γέμιζε ασφυκτικά κι όλα τα παιδιά έτρεχαν να σταθούν μπροστά στη συρταρωτή πόρτα του ιερού και να πουν το «Άσπιλε». Τότε δεν υπήρχαν μαγαζιά και καφετέριες, ούτε τηλεοράσεις και ίντερνετ, και το μόνο σημείο συνάντησης των ανθρώπων ήταν η  εκκλησία του Ευαγγελισμού που γιόρταζε κιόλας τέτοια εποχή. Όλα  τα παιδιά λοιπόν μάλωναν για το ποιος θα πει το «Άσπιλε αμόλυντε άφθορε κτλ» και η Χαρούλα που το είχε ψάλει μια φορά προκάλεσε γέλιο  γιατί ήταν φάλτσα, όμως τα χάχανα  έβγαζαν περισσότερο  στην επιφάνεια τη ζήλεια των παιδιών  γιατί είχαν βρει κάποιο ψεγάδι στην ομορφιά και τον αέρα της.  Η Χαρούλα είχε ένα πρόσωπο έξοχο, ένα ταμπεραμέντο, μια αυτοπεποίθηση κι ένα θράσος απίστευτο, τότε που είχε έρθει στο σχολείο τους την κυνηγούσαν όλα τα αγόρια, έκαναν σαν τρελά,  αυτός βέβαια δεν είχε καμιά ελπίδα αν και μια φορά του είχε μιλήσει,  ούτε που θυμόταν το λόγο αλλά του είχε μείνει η  σκηνή στο μυαλό, είχε γίνει κατακόκκινος κι εκείνη γελούσε, της  φαίνονταν τόσο αστείο…

Άφησε το τάπερ με το γάλα πάνω σ’ ένα τραπέζι  κι έριξε μια ματιά στο έρημο σπίτι με τα ρολόγια που κροτάλιζαν όλη την ώρα. Ο πατέρας της Χαρούλας είχε μαγαζί στη γειτονική πόλη όπου επισκεύαζε όλων των ειδών τα ρολόγια κι είχε μαζέψει ένα σωρό, ειδικά εκείνα τα μεγάλα με τις βαριές, επίχρυσες ράβδους που ανεβοκατέβαιναν  κουρδίζοντας το μηχανισμό. Ήταν η πρώτη φορά που  έμπαινε εκεί μέσα,  συνήθως τον περίμενε στην είσοδο ο πατέρας ή η μητέρα της Χαρούλας που έπαιρναν το γάλα και το άδειαζαν σε μια κατσαρόλα. Μερικές φορές  ήταν εκεί και η Χαρούλα κι εκείνες οι στιγμές ήταν οι καλύτερες καθώς του έλεγε καμιά κουβέντα, «τι  κάνεις; Πως πας με τα μαθήματα;». Ήταν φανερό βέβαια ότι ρωτούσε από ευγένεια, δεν ενδιαφέρονταν για κείνον  καθώς την πολιορκούσαν κάτι τύποι που την περνούσαν μέχρι και  δέκα- δεκαπέντε χρόνια,  ήταν σίγουρο ότι κάποια στιγμή ένας απ’  αυτούς θα την παντρεύονταν. Βγήκε  έξω κι έριξε μια ματιά   στην αυλή που ήταν γεμάτη βιόλες, πανσέδες και τριανταφυλλιές έτοιμες ν’ ανθίσουν, κανονικά έπρεπε να φύγει εκείνη τη στιγμή όμως επειδή τελείωνε η εβδομάδα έπρεπε να πάρει τα χρήματα που του δίνανε κάθε φορά,  γι αυτό κι αποφάσισε να περιμένει λίγο περισσότερο μήπως φανεί κάποιος. Ξαναμπήκε στο σπίτι και δοκίμασε να δει μήπως υπήρχε κανείς σε κάποια κάμαρα, ξαφνικά όλα τα ρολόγια του τοίχου  άρχισαν να χτυπούν την ώρα.  Επειδή ήταν απόγευμα χτύπησαν κάμποσες φορές δημιουργώντας έναν χαμό, «πως κοιμούνται τη νύχτα;» έκανε τη σκέψη και μόλις σταμάτησαν όλα μαζί οι ανάσες ακούστηκαν πιο βαριές τώρα.  Δρασκέλισε το σαλόνι και πήγε στην κουζίνα που ήξερε ότι ήταν στο βάθος του σπιτιού, ο ήχος από τις ανάσες δυνάμωνε, ήταν σίγουρος πλέον ότι εκεί μέσα βρίσκονταν κάποιος, κάτι δεν πήγαινε καλά, έγειρε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας και τότε τον είδε!

Ήταν ένας τύπος κοκκινομάλλης σκυμμένος πάνω από τη Χαρούλα που βρίσκονταν ξαπλωμένη στο πάτωμα κι ανάσανε βαριά καθώς ο άλλος της κρατούσε το στόμα σα να ήθελε να την πνίξει. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το βλέμμα του άντρα κι αμέσως τον γνώρισε, ήταν εκείνος ο τύπος που έμενε στην άλλη άκρη του χωριού, σ’ ένα τροχόσπιτο που είχε φέρει από τη Γερμανία. Είχε έρθει πρόσφατα, δε μιλούσε σε κανέναν ούτε πήγαινε στο καφενείο, ελάχιστοι τον γνώριζαν  κι όλοι τον απέφευγαν εκείνος όμως τον είχε δει ένα πρωί πριν λίγες μέρες, να σέρνει μια κοπέλα στο τροχόσπιτο του. Περνούσε από κει για να κόψει κάτι κρίνα μαβιά που φύτρωναν σ’ ένα ξέφωτο, έπειτα θα τα πήγαινε  στην εκκλησία όπου τα τοποθετούσαν σα στεφάνι γύρω από την εικόνα του Ευαγγελισμού. Εκεί λοιπόν στο ξέφωτο τον είχε πετύχει να σέρνει το κορίτσι που δεν μιλούσε κι ο κοκκινομάλλης τον άρπαξε  από το μπράτσο ουρλιάζοντας μέσα στο αυτί του «μη σα ξαναδώ κατά δω και μη πεις πουθενά ότι με είδες γιατί θα σε λιώσω , κατάλαβες βλαμμένο ;» Είχε φοβηθεί πολύ τότε και  δε μίλησε σε κανένα και να τώρα που τον πετύχαινε ξανά μπροστά του. Ο άντρας αιφνιδιάστηκε και τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο μίσος, το δοχείο  με το γάλα του έφυγε απ' τα χέρι ενώ η Χαρούλα  μόλις αντιλήφθηκε  ότι  κάποιος άλλος  ήταν στο σπίτι άρχισε να φωνάζει βοήθεια και με μια κίνηση ξέφυγε από τα χέρια του άντρα που έδειχνε να τάχει χαμένα.  

Η Χαρούλα  έτρεξε κατά την πίσω πόρτα του σπιτιού που οδηγούσε στην αυλή ενώ αυτός γύρισε  προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την πόρτα απ’  όπου είχε μπει. Ο άντρας ταλαντεύτηκε μια στιγμή για τον ποιον έπρεπε ν’ ακολουθήσει κι έπειτα άρχισε να τρέχει πίσω του. Παραδόξως εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς έξω στο δρόμο, μονάχα οι δυο τους έτρεχαν σα να συναγωνίζονταν ποιος θα βγει πρώτος.  Γύρισε πίσω να δει πόσο κοντά του ήτανε, ο κοκκινομάλλης σχεδόν τον έφτανε κι άπλωσε το χέρι να τον αρπάξει από το μπουφάν του όμως εκείνος έβγαλε το σακάκι του και συνέχισε να τρέχει. Κρατώντας την αναπνοή του έστριψε από έναν χωματόδρομο και  κατευθύνθηκε  κατά την εκκλησία που ήξερε ότι ήταν ανοιχτή κι ήλπιζε  ότι κάποιος θα βρίσκονταν εκεί όμως το εκκλησάκι ήταν άδειο εντελώς οπότε λούφαξε σε μια γωνιά κάπου στο νάρθηκα. Χώθηκε  σε μια τρύπα στον τοίχο πίσω από το παγκάρι με τα κεριά και με κάποιο τρόπο  μάζεψε όλα τα  μέλη του σε μια στάση εμβρυακή για να μη φαίνεται. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αν τον έβρισκε ήταν τελειωμένος, ο άλλος ήταν διπλάσιος σε όγκο και είχε μια όψη εντελώς παλαβή. Κάτω από το παγκάρι  είδε τα πόδια του άντρα να πλησιάζουν κατά τη μεριά που βρισκόταν  κι ύστερα να κοντοστέκονται, ήταν σίγουρος ότι τον είχε βρει και θα του φώναζε «βγες έξω ρε βλαμμένο !» κι ύστερα… Όμως  ο άντρας έκανε κάτι άλλο που του φάνηκε ό,τι πιο κουφό, έβγαλε από την τσέπη του κάτι φιστίκια κι άρχισε να τα σπάει εκεί μέσα πετώντας τα τσόφλια σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Έδειχνε μια απάθεια ανεξήγητη, σα να ήταν όλα φυσιολογικά με τη  διαφορά ότι είχε επιχειρήσει να βιάσει μια κοπέλα και τώρα  έσπαγε ξηρούς καρπούς κυνηγώντας ένα αγόρι σε μια άδεια  εκκλησία. Στο μεταξύ  η Χαρούλα θα είχε ειδοποιήσει τους δικούς της,  η αστυνομία όπου να ναι θα τον έπιανε, κι εκείνος αντί να τρέξει να φύγει καθόταν εκεί κι έτρωγε φιστίκια, ο άνθρωπος ήταν ψυχάκιας ! Ξαπλωμένος στο τσιμέντο  περίμενε ακόμα μερικά λεπτά,  το στήθος του χτυπούσε, ήθελε να βήξει μα κρατιόταν, ένιωθε ότι δεν θα άντεχε πολύ ακόμα όταν  ο άντρας έκανε μερικά βήματα κατά το παγκάρι, στάθηκε εκεί σα να ήξερε τι συμβαίνει  κι απομακρύνθηκε έτσι απλά δίχως να πει τίποτα.  

Γυρνώντας στο σπίτι έμαθε τα νέα, ο τύπος είχε συλληφθεί κι αποδείχτηκε ότι στο τροχόσπιτο είχε κρυμμένα ένα σωρό σύνεργα δολοφονικά, ολόκληρη συλλογή από σπαθιά,  κάτι στολές παράξενες σαν αυτές που φορούσαν οι πολεμιστές παλιά στην Ιαπωνία, μια σειρά από μάσκες τρομαχτικές, δερμάτινες, αυτό ήταν το πιο αποκρουστικό έλεγαν όσοι τις είδαν. Την  άλλη μέρα στο σχολείο η Χαρούλα είχε κάτι αμυχές στο πρόσωπο και μια μελανιά γύρω από το λαιμό πολύ έντονη.    Φαίνονταν χλωμή και δε μιλούσε μόνο σε κάποια  στιγμή  ήρθε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα,  εκείνο το φιλί το ένιωθε στα χείλη του  για πολλά χρόνια,  ακόμα και τώρα μερικές φορές, τέτοια εποχή κοντά στην άνοιξη, έπιανε το στόμα με τα δάχτυλα του  και ξαναζούσε εκείνη την αίσθηση.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ

 

Την παραμονή της γιορτής του Βαλεντίνου  μάλωσε άσχημα με τη γυναίκα του,  είχε βρει τάχα  μια τρίχα ξανθιά στο σπίτι και χάλασε τον κόσμο, ζήλευε πολύ κι όταν την έπιανε δεν καταλάβαινε τίποτα , για κάποιο λόγο του την έδωσε  και της μίλησε πολύ απότομα, όταν το έκανε αυτό πάντα την αιφνιδίαζε. Ήξερε τώρα   ότι θα το πλήρωνε,  την άλλη μέρα δεν του είπε ούτε κουβέντα  κι εκείνος  δεν της πήρε λουλούδια  όπως έκανε κάθε χρόνο όμως εκείνη παρόλο που δεν άνοιγε το στόμα  του ετοίμασε πρωί- πρωί  το φαγητό και του έπλυνε τα ρούχα που χρειαζόταν οπότε έπρεπε κάτι να κάνει . Έτρεξε στο κοντινό ζαχαροπλαστείο  και της αγόρασε  μια σοκολατένια τούρτα  που της άρεσε, με το που την είδε του είπε με περιφρόνηση δηκτική, «μ’ αυτά προσπαθείς να με ξεγελάσεις !» δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει στο σπίτι περισσότερο, θα χρειαζόταν χρόνος για να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ευτυχώς υπήρχε η δουλειά και θα μπορούσε να ξεχαστεί εκεί πέρα. Αποφάσισε να πάει περπατώντας  μέχρι το γραφείο για να ξεμουδιάσει λίγο,  η πρώτη μέρα μετά από καυγά ήταν πάντα η πιο δύσκολη οπότε έπρεπε να περιμένει . Στην πόλη είχε πέσει κρύο άγριο κι ο παγωμένος  αέρας ξύριζε,  έσφιξε  το παλτό  γύρω από το σώμα του προσπαθώντας να μην έχει κόντρα στο πρόσωπο του το ρεύμα  που πολλαπλασιάζονταν περνώντας  μέσα από το μεγάλο δρόμο. Σ’ ένα πάρκο όπου γινόταν η λαϊκή είδε τους   πωλητές μαζεμένους  γύρω από τενεκέδες όπου έκαιγαν ξύλα ενώ οι γυναίκες δάγκωναν  σάντουιτς ή κάπνιζαν προτού ξεκινήσουν. Κοίταξε κατά το βάθος του μεγάλου δρόμου και είδε τον ήλιο να ανατέλλει,  καθώς η μέρα άρχιζε να μεγαλώνει πάλι ακολουθώντας την ετήσια πορεία της το φως στην ατμόσφαιρα όσο πήγαινε και πολλαπλασιάζονταν προϊδεάζοντας  για το καλοκαίρι που μπορούσες να  ατενίσεις στο βάθος, άλλωστε κι οι παλιοί έλεγαν ‘’ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει.’’

Στο γραφείο βαριόταν και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα, κοίταζε μια νεαρή  που είχε  φέρει μαζί της κάτι λευκές  ορχιδέες κι όλη την ώρα χαμογελούσε. Όπως την παρατηρούσε θυμόταν πως είχε γνωρίσει τη γυναίκα του, την είχε δει σ’ ένα μαγαζί κι αμέσως  έκανε τη σκέψη «πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε !», ήταν πολύ όμορφη και  της είχε πετάξει  κάτι προκλητικό για να τραβήξει την προσοχή της, εκείνη τσίμπησε  με τη μία   και είχαν μιλήσει τότε αρκετή ώρα. Όταν την ξαναείδε στο ίδιο μαγαζί  έκανε ότι τον αγνόησε   αλλά καθώς έφευγε  ξαναγύρισε  τάχα αδιάφορα για να τον ρωτήσει κάτι , είχαν  καθίσει πάλι  ώρα πολύ και τα λέγανε πολύ ωραία και τότε είχε κάνει τη σκέψη ‘’αν την ξαναδώ θα της ζητήσω οπωσδήποτε το τηλέφωνο’’. Την τρίτη φορά την πέτυχε τυχαία  μέσα στο αστικό και σκέφτηκε  « ποια είναι τούτη που μου χαμογελά;»  ήταν ντυμένη  πολύ πρόχειρα  κι έμοιαζε  μεγαλύτερη, μέχρι να το συνειδητοποιήσει  είχε έρθει εκείνη κοντά,  του  μίλησε κι ένιωσε αμέσως τη ζεστασιά της, ζήτησε το τηλέφωνο,  του το έδωσε κι όταν βγήκαν είχε μεγάλη άνεση μαζί του , την  άφηνε να τον ακουμπά στο στήθος, δεν τον πείραζε καθόλου, ύστερα  τον κάλεσε στο σπίτι της  και ήταν όλα  υπέροχα…

Το κορίτσι με τις άσπρες ορχιδέες συνέχιζε να χαμογελά και να μιλά με κάτι άλλες κοπέλες που δούλευαν στο γραφείο,  τη ζήλευε λιγάκι,  έμοιαζε τόσο φρέσκια. Άνοιξε το παράθυρο κι ένιωσε το βαρύ άρωμα  από κάτι αμυγδαλιές που είχαν καταφέρει  να επιβιώσουν ανάμεσα στις πολυκατοικίες, πλησίαζε η άνοιξη κι  οι πιο πολλοί άνθρωποι ένιωθαν ωραία  όμως εκείνος  είχε θέμα, λειτουργούσε ανάποδα. Για κείνον η πιο καλή εποχή ήταν από το Σεπτέμβριο και μετά,  όταν η μέρα μικραίνει και δεν είναι πια ατελείωτη  κι όταν η θερμοκρασία αρχίζει να πέφτει και φεύγει εκείνη καταραμένη ζέστη που σε εξουθενώνει. Για  κείνον το φθινοπωράκι ήταν ασφαλώς  η καλύτερη περίοδος του χρόνου,  είχες μπροστά το μαξιλάρι  του χειμώνα και μπορούσες να είσαι ήσυχος,  από τη στιγμή που οι μέρες μεγάλωναν  ξανά άρχιζαν τα προβλήματα, έπρεπε να προετοιμαστεί πάλι για το σκληρό καλοκαίρι που ήταν πάντα ζόρικο και τον τρόμαζε κάθε φορά.

Την επόμενη μέρα ούτε του μαγείρεψε ούτε σιδέρωσε τα ρούχα κι η τούρτα παρέμενε ανέγγιχτη  δείγμα ότι η έριδα συνεχίζονταν Σκέφτηκε να της στείλει κάποιο μήνυμα όμως  ήταν σίγουρος ότι θα του απαντούσε με κάτι φαρμακερό και δεν θα  ήταν σε θέση να το αντιμετωπίσει, όταν μυρίζονταν καυγά ανταποκρινόταν με πάθος και μπορούσε να το τραβήξει,  αυτό το είχε καταλάβει από  τον πρώτο μήνα που ήταν μαζί και του είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, ήταν  σα να του έλεγε «φίλε αν με θες θα με φας στη μάπα, αν  αντέξεις όλα καλά, αν όχι με τις υγείες σου !».  Ήταν ερωτευμένος τότε και του ήταν απίστευτα δύσκολο να μένει μακριά της, το σώμα της τον τραβούσε με μια δύναμη ακατανίκητη,   αρρώσταινε,  δεν κοιμόταν καθόλου τα βράδια και είχε χάσει πολλά κιλά, αυτό  τράβηξε περίπου 5 με 6 εβδομάδες,  ύστερα μπορούσε να το ελέγξει καλύτερα. Περνούσαν έξοχα  τότε όμως  εκείνο το επιθετικό της έβγαινε κάθε φορά κι έπρεπε   να το αντιμετωπίζει,  ήταν μια ανασφάλεια,  μια αβεβαιότητα ανάμεικτη με το ορμονικό των γυναικών που ανεβοκατεβάζει την ψυχολογία  σαν τραινάκι του λούνα παρκ κι εσύ πρέπει κάθε φορά να το αντιμετωπίζεις προσέχοντας να μη το αφήνεις να εκτροχιαστεί αλλά ούτε και να σε πάρει  από κάτω γιατί τότε ανατρέπονται όλες οι ισορροπίες,  δε σε νιώθει σαν αρσενικό κι όλα πάνε στράφι,  είναι ένα παιχνίδι πολύ δύσκολο,  δεν το αντέχουν  όλοι. Αυτό είχε συμβεί και τώρα , κατά καιρούς θάβονταν και ξεχνιόταν όμως ήταν εκεί ζωντανό κι έπρεπε να το αντιμετωπίσει όσο άντεχε, πάντα τούτη η δοκιμασία θα ήταν μπροστά του,  κατά καιρούς είχε σκεφτεί να φύγει όμως πάντα τα ζύγιζε κι έμενε εκεί πέρα,  άλλωστε αυτή σύντομα ξεχνούσε,  της έπαιρνε μερικές μέρες, σπάνια  περισσότερο- έναν ή και δύο μήνες- εκείνο διάστημα ήταν πράγματι ανυπόφορο, ευτυχώς δε συνέβαινε συχνά. 

Την Τσικνοπέμπτη με το που ξύπνησε είδε ότι έλειπαν δυο κομμάτια από την τούρτα  ‘’ την έφαγα όχι επειδή θέλω να σε τιμήσω  αλλά για να σε τιμωρήσω’’ του είπε  κι εκείνος ήταν ικανοποιημένος, ήταν μια έμμεση ανακωχή. Όλη μέρα έσπαγε το κεφάλι του, τι έπρεπε να κάνει, πως θα αντιδρούσε; Σχολώντας από τη δουλειά  ήθελε να πάει καμιά βόλτα να δει κάτι φίλους όμως ήξερε ότι στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του για να τον στολίσει,  ήταν μέρος της διαδικασίας,  θα του έλεγε  κάτι σαν  «εγώ όταν σε γνώρισα ήσουν πολύ λεπτεπίλεπτος, πως μας βγήκες τώρα τόσο μπρουτάλ !», θα τον περιφρονούσε παίρνοντας εκδίκηση για κάμποσες μέρες,  έτσι γίνονταν συνήθως,  έπρεπε να το περάσει κι αυτό το στάδιο μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση. Βαδίζοντας κατά το σπίτι του  πέρασε πάλι από το πάρκο όπου γινόταν η λαϊκή, οι πάγκοι είχαν φύγει και  σε μια γωνιά   κάτι  ρωσοπόντιοι αργόσχολοι άναβαν φωτιές ψήνοντας,  όλος ο αέρας μύριζε κρέας καμένο  κι ήταν σα να βρισκόσουν σε καμιά γιορτή αρχαία όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς.  Ανάμεσα στους αργόσχολους  είδε κάποιον  τύπο να  στύβει ένα λεμόνι στο μάτι του,  κατάλαβε ότι ο τύπος είχε  πρόβλημα μάλλον από ηλεκτροκόληση, ήξερε ότι μ’  αυτόν τον τρόπο ανακουφίζονταν από τον πόνο . Πλησίασε με τρόπο και είδε ότι  ήταν ο σιδεράς, ένας ρέμπελος  που  θυμόταν από παλιά, του είχε κάνει κάτι δουλειές στο σπίτι κι είχε ακούσει ότι ζούσε μόνος,  κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν όμως με κάποιο τρόπο επιβίωνε και μάλιστα ακουγόταν ότι είχε καταφέρει ν’  αγοράσει ένα  παλιό διαμέρισμα κάπου στο κέντρο κι ότι το επισκεύαζε, ο άνθρωπος ήταν δαίμονας! Πολλές φορές τον συναντούσε στο προποτζίδικο όπου έψαχνε   τις εφημερίδες και σημείωνε  τους αγώνες, μπορεί να είχε κερδίσει κανένα ποσό και με τα λεφτά να αγόρασε το σπίτι,  μπορεί όμως και να ήταν όλα φήμες,  γιατί να τις πιστέψεις,  μ αυτές τις σκέψεις   έφτασε στο σπίτι, «τώρα αρχίζει  το πιο δύσκολο» είπε μέσα του.

Με το που άνοιξε την πόρτα την είδε να χαμογελά,  κάτι δεν πήγαινε καλά,  το πρόσωπο της ήταν  κόκκινο,   είχε πιει λίγο λικεράκι κι είχε πάρει ένα χρώμα πολύ ωραίο,  γελούσε επιτέλους.  Όταν γελούσε γινόταν κούκλα όπως παλιά,  τότε που τη γνώρισε  κι όλοι  είχαν πάθει πλάκα,  «είσαι σοβαρός,  θα βγάλεις την  Σ,  ξέρεις με ποιον τα είχε πριν σένα, έναν  τύπο που τον φώναζαν Βαν Νταμ κι ήταν σαν αστέρας του σινεμά!» Πιο πολύ  χτυπιόταν ο ιδιοκτήτης του μπαρ που τη γούσταρε σίγουρα,  δεν μπορούσε να το πιστέψει, « εσύ με τη Σ, αποκλείεται!»  χτυπιόταν εκεί πέρα,  «δε γίνεται,  θα της τηλεφωνήσω τώρα να τη ρωτήσω»-  «οκ κάνε όπως νομίζεις». Κάτι τέτοια του λέγανε κι εκείνος αναρωτιόταν που πήγαινε,   όταν είχε δει  φωτογραφίες από κάτι εκδηλώσεις και κάτι πάρτι   είχε πάθει πλάκα όμως  εκείνος ήξερε ότι του άρεσε κι ούτε που τον ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι .  

 «Έ παιδιά ελάτε να  πάρετε κέρασμα!» φώναξε από το μπαλκόνι  ο γείτονας,  ένας συνταξιούχος  που είχε εγκαταστήσει στην ταράτσα   μια  σχάρα αυτοσχέδια φτιαγμένη από παλιό θερμοσίφωνα που τον  είχε κόψει στη μέση, «άντε πάμε !»  του είπε  κι ανέβηκαν τις σκάλες μαζί με τον πιτσιρικά εγγονό του γείτονα,  έναν  χοντρούλη λαίμαργο,   «κύριε εγώ τα έψησα,  θα δείτε,  είναι τα καλύτερα σουβλάκια, μυρίζουν κάρβουνο!»   Στην  ταράτσα είχαν μαζευτεί κι άλλοι γείτονες και τσιμπολογούσαν πίνοντας, τον κοιτούσε εκεί πέρα με κείνα τα φωτεινά της μάτια που έλαμπαν όταν ήταν ευτυχισμένη κι εκείνος ένιωθε ο άρχοντας του κόσμου. Από κει ψηλά  ο ήλιος που έδυε εκείνη τη στιγμή στο βάθος  εκεί που απλώνονταν η θάλασσα,  κοκκίνιζε τον ουρανό μ’ ένα χρώμα που έμοιαζε να βάζει φωτιά στο σύμπαν, όλα τα δέντρα, τα βουνά, τα νερά κι ο ορίζοντας   έμοιαζαν  να παίρνουν   φωτιά,  ήταν ένα θέαμα εξαίσιο.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ ΤΟΥ ΑΡΚΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

 Όποτε ταξίδευε στην  Ιταλία  τρελαίνονταν με το παγωτό που έφτιαχναν εκεί πέρα, ήθελε κι αυτός να κάνει τέτοιο αφράτο, μαλακό παγωτό που να το νιώθεις να κυλά απαλά στον ουρανίσκο αφήνοντας μια επίγευση απίστευτη. Το σκέφτηκε κάμποσο καιρό και κάποια στιγμή  αποφάσισε να στήσει  τη δική του  επιχείρηση. Έπαιρνε γάλα και κρέμα γάλακτος  από τους καλύτερους γαλακτοπαραγωγούς, τα μπισκότα τα έφτιαχνε μόνος του, το πρόβλημα ήταν τα  φρούτα για τις συνταγές, δεν μπορούσε να βρει εύκολα  γιατί κάθε φορά άλλαζαν ποιότητα, τη μια φορά η γεύση του παγωτού  ήταν υπέροχη και την άλλη σου άφηνε μια αίσθηση χώματος. Έψαξε πολύ μέχρι που ανακάλυψε κάτι πάστες  που έφτιαχναν  οι ιταλοί  στραγγίζοντας τα καλύτερα φρούτα που υπήρχαν και κρατώντας το απόσταγμα τους. Αυτές οι πάστες  είχαν σταθερή ποιότητα,  δεν άλλαζαν κάθε φορά τη γεύση κι από τότε χρησιμοποιούσε πάντα αυτό το υλικό ενώ τη  σοκολάτα την έφερνε από τη Γαλλία. Είχε γνωρίσει έναν σεφ μαύρο που του έδειξε όλα τα μυστικά αυτού του υλικού, του είπε και μερικές συνταγές που τις δούλεψε  μαζί με μια γυναίκα που εμπιστεύονταν απόλυτα, εκείνη δοκίμαζε πρώτη τα παγωτά  και του έλεγε αν ήταν εντάξει, αν δεν της άρεσε κάτι δεν το συνέχιζε. Κάθε τόσο άλλαζε τις γεύσεις γιατί ήξερε ότι ο κόσμος θέλει κάτι καινούριο  υπήρχαν όμως κάποιες που έμεναν σταθερές και τις κρατούσε για καιρό πολύ,  αν τύχαινε να τις αποσύρει εμφανίζονταν  κάτι τύποι από το πουθενά και του έλεγαν «που είναι εκείνο το παγωτό με τη γεύση του καφέ;» ή «που είναι εκείνο το παγωτό με τη γεύση από μελομακάρονο ;  

Ξημεροβραδιάζονταν στο εργαστήριο για μερόνυχτα ατελείωτα μέχρι να τα στήσει όλα,  γυρνούσε στο σπίτι πεθαμένος από την κούραση και σκέφτονταν «δεν πάει άλλο» όμως μια φωνή μέσα του έλεγε «κάνε λίγο υπομονή ακόμα » κι έτσι συνέχιζε μέχρι που τα αποτελέσματα ήρθαν κι ο κόσμος τον εμπιστεύτηκε,  ήταν μια δοκιμασία μεγάλη που τελικά έφερε αποτέλεσμα, αυτό θα το θυμόταν για πάντα. Πολλές φορές πήγαινε στο εργοστάσιο και δούλευε μαζί με τους εργάτες βοηθώντας τους,  όποτε ήταν εκεί  η παραγωγή διπλασιάζονταν  ή και τριπλασιάζονταν,  ήθελε να δείξει στο προσωπικό ότι δεν διέφερε από αυτούς  κι όταν κάτι χοντροί  συνδικαλιστές  ήρθαν  στο γραφείο να του παραπονεθούν για τα χρήματα που έπαιρναν τους μίλησε πολύ απότομα,  «αποδείξτε μου ότι αξίζετε περισσότερα κι εγώ θα σας τα δώσω,  δέστε τις γυναίκες πως  δουλεύουν και βγάζουν διπλή παραγωγή,  σας έχουν βάλει τα γυαλιά !» οι χοντροί συνδικαλιστές τον κοίταζαν  και δεν είχαν τι να πουν.

Όλοι γύρω απορούσαν πως τα είχε καταφέρει, δεν έμοιαζε τόσο  έξυπνος, πιο πολύ χαμένος στον κόσμο του έδειχνε. Στο σχολείο  περνούσε σχεδόν απαρατήρητος, δεν έκανε πολλές παρέες ούτε είχε καμιά επιτυχία με τα κορίτσια το αντίθετο μάλιστα, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής, οι φίλοι έκαναν πράγματα κι εκείνος έμενε κολλημένος σα να έψαχνε κάτι,  σα να περίμενε ένα σήμα,  κι εκεί που δεν το περίμενε κανείς ξεκίνησε από το πουθενά  την  επιχείρηση με τα παγωτά. Στην πόλη άρχισαν μα μιλούν γι αυτόν και να τον προσέχουν, η φήμη του απλώθηκε κι από παντού έρχονταν και ζητούσαν  τα προϊόντα  του, σιγά- σιγά άρχισε να δοκιμάζει και συνταγές για γλυκά που ήταν κι εκείνες πετυχημένες, άνθρωποι από άλλες χώρες τον πλησίαζαν και του έκαναν προτάσεις, ανοίγονταν  προοπτικές τρομερές  κι ενώ όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν ρολόι έσκασε μια ιστορία μ’ έναν  συνεταίρο που αποδείχτηκε μούτρο και κατέστρεψε τα πάντα .

Τον ήξερε από παλιά κι όλοι έλεγαν ότι ο άλλος ήταν φαινόμενο στα οικονομικά, έπαιζε τους αριθμούς στα δάχτυλα και είχε μια εκνευριστική ευκολία στο να βρίσκει χρήματα. Καθώς τα έξοδα μαζεύονταν  από παντού κι η αγορά περνούσε μια φάση ύφεσης χρειάζονταν απεγνωσμένα πόρους κι έτσι τον εμπιστεύτηκε. Ήταν αφελής την εποχή εκείνη  και δεν είχε δώσει σημασία στα προαισθήματα του. Έπρεπε  να τον είχε καταλάβει από τον τρόπο που γυάλιζαν τα μάτια  του όταν μιλούσε για λεφτά, έπρεπε να τον είχε καταλάβει όταν τον έβλεπε ν’ αγοράζει ρούχα ακριβά και σπίτια, έπρεπε  να τον είχε καταλάβει όταν του μιλούσε υπεροπτικά κι  όταν κουβαλούσε κάτι γυναίκες βαμμένες πρόστυχα στο εργοστάσιο.  Όπως ήταν χαμένος ψάχνοντας υλικά και παρακολουθώντας την παραγωγή,  είχε αφήσει τον άλλον να διαχειρίζεται τα οικονομικά, του έκανε εντύπωση που τον έβλεπε χωμένο στο γραφείο του να δουλεύει μέσα σε ακαταστασία αφάνταστη,  παντού γύρω υπήρχαν χαρτιά πεταμένα, τα τιμολόγια εκδίδονταν από κάτι μηχανήματα αρχαία, οι υπολογιστές έμοιαζαν σαραβαλιασμένοι, τα έγγραφα τυπώνονταν σ’ ένα χαρτί άθλιο. Μερικές φορές αναρωτιόταν που έβρισκε ο άλλος τα  χρήματα,  εκείνος ζούσε σαν ασκητής κι ο άλλος ξόδευε ένα κάρο λεφτά  σε παπούτσια ή σε δώρα, τι στο διάβολο συνέβαινε;

 Του φώναζε πολλές φορές μα ο άλλος τον καθησύχαζε και συνέχιζε να δουλεύει σ εκείνη την τρύπα. Κατέβαζε τα στόρια και κανείς δεν ήξερε τι έκανε εκεί μέσα  ώσπου μια μέρα δυο κουστουμαρισμένοι ήρθαν για έλεγχο κι έγινε χαμός. Αστυνομικοί με πολιτικά φωτογράφιζαν κάθε έγγραφο που υπήρχε στο λογιστήριο,  έψαχναν  σε όλα τα ντουλάπια και τα συρτάρια,  έκαναν χιλιάδες ερωτήσεις, σημείωναν στα μπλοκάκια τους για ώρες και  στο τέλος δήλωσαν ότι  εκείνο το μέρος ήταν χώρος εγκλήματος και κανείς δεν μπορούσε να μπαίνει εκεί μέσα. Ήταν ένας εφιάλτης, ένας από τους δύο κουστουμαρισμένους  ελεγκτές που ήταν ο ανακριτής  του είπε εμπιστευτικά ότι ο συνεταίρος του  είχε  στήσει κόλπο με πυραμίδα,  μάζευε λεφτά από  ένα κάρο κόσμο και τα  μοίραζε από τον ένα στον άλλον κρατώντας τα περισσότερα για λογαριασμό του.  Αυτός .έτρεχε σαν τρελός κι ο άλλος έστηνε πυραμίδες στοιχηματίζοντας πάνω στην εταιρεία,  είχε βρει κάμποσους κουτούς και τους άρμεγε υποσχόμενος μερίδιο στα κέρδη, όταν κάποιος του ζητούσε μέρισμα  έπαιρνε από κάποιον άλλον κι εμφανίζονταν εντάξει,  δεν υπήρχε ρίσκο έλεγε,  μόνο κέρδος ότι και να γίνει κι οι άλλοι τα κουτορνίθια  που πάντα υπάρχουν,  τον πίστευαν και του  έδιναν τα ωραία λεφτά που μάζευαν μια ζωή,  το κόλπο ήταν πολύ καλά οργανωμένο.  

Παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό όταν το έμαθε, τόσοι κόποι είχαν πάει κατά διαόλου,  να λοιπόν  από πού εμφάνιζε ο  συνεταίρος τα χρήματα κάθε φορά που τα χρειάζονταν. Τον είχε υποτιμήσει,  ο άλλος ήταν μαφιόζος και μπορούσε να τον στείλει φυλακή, πώς είχε επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο,  πόσο ανόητος ήτανε ; Σε μια στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάκρισης που ήταν μόνοι τους  τον είχε στήσει στον τοίχο βρίζοντας τον πολύ άσχημα, ποτέ του δεν είχε μιλήσει έτσι, τρόμαξε κι ίδιος με τον εαυτό του. Ο άλλος αντέδρασε και πιάστηκαν στα χέρια, οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα και τους χώρισαν. Τον είχαν σύρει στα δικαστήρια , του είχε μιλήσει κι ο εισαγγελέας,  ένας τύπος με πρόσωπο σα μάσκα και μια φωνή αποκρουστική, είδε κι έπαθε να  ξεμπερδέψει πληρώνοντας ένα κάρο λεφτά στους δικηγόρους. Ευτυχώς δεν βρήκαν  τίποτα σε βάρος του αλλά έπρεπε να παλέψει με νύχια και με δόντια για να ξεφύγει, φοβήθηκε πολύ,  κατάλαβε τη δύναμη του κράτους και του νόμου που μπορούν να σε τελειώσουν, να σε ισοπεδώσουν,  να σε εξαφανίσουν από προσώπου γης επειδή ήσουν απρόσεκτος.

Ύστερα από κείνο το στραπάτσο αποφάσισε ότι ήταν καλύτερο να κρατά μόνος του όλη την επιχείρηση. Αυτό  που φοβόταν πιο πολύ ήταν η φήμη του,  αν διέρρεε προς τα έξω τι είχε συμβεί  ήταν χαμένος. Για κάποιον λόγο παράξενο δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι οι ανταγωνιστές, το θέμα πέρασε στα ψιλά και μετά από λίγο ξεχάστηκε, ο θεός του είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Για να συνεφέρει το μαγαζί  δούλεψε ατέλειωτες  ώρες, πολλά βράδια δεν κοιμόταν,  οι γιατροί του έλεγαν ότι αν συνέχιζε έτσι ήταν σίγουρη η εισαγωγή του στο χειρουργείο.  Κι όταν επανέφερε τα πράγματα στη θέση τους αποφάσισε να τα παρατήσει, όλοι γύρω δεν μπορούσαν να καταλάβουν όμως εκείνος  ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα,  είχε δουλέψει σα σκύλος για πάνω από μια δεκαετία,  είχε ξεχάσει τα πάντα,  καλοκαίρι ή χειμώνας δεν είχαν σημασία,  ούτε διακοπές πήγαινε ούτε  τα παιδιά του δεν είχε δει να μεγαλώνουν,  ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει ένα διάλλειμα.  Έτσι μόλις εμφανίστηκε κάποιος που ενδιαφέρονταν πούλησε το εργοστάσιο κι εγκαταστάθηκε στο πατρικό του που δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη. 

Καθόταν εκεί και  χάζευε το κτήμα απ όλες τις γωνίες έχοντας για φόντο κάτι κορυφές βουνών που είχαν λίγα χιόνια,  όταν κάτι δεν του άρεσε το διόρθωνε, έκοβε κανένα δέντρο παλιό,  έφτιαχνε κάποια πόρτα,   διόρθωνε έναν τοίχο που είχε γκρεμιστεί,  πάντα υπήρχε κάποια δουλειά να κάνεις εκεί πέρα. Στην αυλή  φύτρωναν μόνοι τους ένα σωρό νάρκισσοι μες την καρδιά του χειμώνα και γέμιζαν τα παρτέρια με λουλουδάκια άσπρα που ευωδίαζαν τον αέρα. Ο παππούς του είχε φυτέψει τρία πεύκα που είχαν γίνει πανύψηλα με τα χρόνια κι από κάτω τους  φύτρωναν  κυκλάμινα στην αρχή του φθινόπωρου, όλο αυτό το σκηνικό τον ηρεμούσε και κοιμόταν ήσυχα,  πολύ το αγαπούσε εκείνο το σπίτι .Άκουγε μουσική για ώρες πολλές,  παρακολουθούσε συζητήσεις,  έψαχνε πληροφορίες για ότι καινούριο προέκυπτε,  ανακάλυπτε ξανά  τον κόσμο γύρω του. Διάβασε βιβλία πολλά, έψαξε στις βιβλιοθήκες ,ασχολήθηκε με τα πολιτικά προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του και πως λειτουργούσε το σύστημα.

Ένα απόγευμα, λίγο προτού σουρουπώσει, καθόταν στο παράθυρο και χάζευε τους νάρκισσους στην αυλή όταν είδε ένα πουλάκι  που έμοιαζε με κοκκινολαίμη  να χοροπηδά ανάμεσα στα λουλούδια, πλησίασε στο τζάμι,  το φωτογράφισε προσεκτικά και μετά με μια εφαρμογή που είχε στο κινητό έψαξε να δει τι είναι,  η εφαρμογή του έγραψε κάτι εκπληκτικό, ήταν χιονοτσιχλόνι,  ένα πουλί που ζει ψηλά στον Αρκτικό Κύκλο στα πιο παγωμένα κλίματα της γης, αυτό ήταν πολύ παράξενο. Όλη νύχτα γύριζε στο μυαλό εκείνο το χιονοτσίχλονο  με τις χρωματιστές φτερούγες που του θύμιζαν  ένα παγωτό με φρούτα που έφτιαχνε κάποτε,  από μια καταπακτή του μυαλού του έβγαιναν ένα σωρό ερωτήματα που  είχε θαμμένα εκεί μέσα,  γιατί να μην  μπορεί κάποιος να ζει θαυμάζοντας τα όμορφα πράγματα, πόσο ανόητοι ήταν οι άνθρωποι, πόση απληστία υπήρχε εκεί,  έξω ποιος τα είχε φτιάξει όλα τόσο στραβά, τι νόημα είχαν τούτες  οι αγωνίες  αφού η ζωή ήταν τόσο σύντομη;  

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...