Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

ΧΑΙΡΟΝΥΜΦΙΑ

 

Μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε κανένας, ακούγονταν μονάχα κάτι χτυπήματα ρυθμικά και κάτι άλλοι  ήχοι σαν ανάσες. Τα χτυπήματα προέρχονταν  από ένα σωρό ρολόγια με εκκρεμές που υπήρχαν  εκεί πέρα και πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα, οι ανάσες όμως δεν μπορούσε να καταλάβει από που έβγαιναν. Το σπίτι βρίσκονταν  πίσω από τη μικρή εκκλησία του χωριού, σ’ ένα σημείο κάπως απομονωμένο κι εκεί έμενε η Χαρούλα,  μια κουκλάρα που είχε κάνει άνω κάτω το σχολείο τους. Πήγαινε εκεί πέρα κάθε μέρα κουβαλώντας ένα τάπερ πορτοκαλί με γάλα από τις κατσίκες τους για τον πατέρα της Χαρούλας που είχε ένα θέμα με το στομάχι του και μπορούσε να πιει μονό απ’  αυτό το γάλα. Όμως αυτή τη φορά δεν ήταν εκεί η Χαρούλα να τον χαιρετήσει μ’ εκείνο το απίστευτο χαμόγελο που έδειχνε τα γυαλιστερά της δόντια, η πόρτα ήταν  ανοιχτή μα ψυχή δε  φαίνονταν, «είναι κανείς εδώ;» φώναξε όμως δεν πήρε απάντηση. Ήταν πολύ περίεργο να βρίσκει ορθάνοιχτη την είσοδο επειδή τελευταία ακούγονταν ότι κάποιος παραφύλαγε πίσω από τα παράθυρα  παρακολουθώντας τις γυναίκες που γδύνονταν, η είδηση είχε κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα κι όλα τα σπίτια ήταν σφραγισμένα, τι μπορούσε να συμβαίνει ; Δρασκέλισε το κατώφλι ακούγοντας τα ρολόγια να χτυπούν και τις ανάσες τις περίεργες, κάτι γινόταν εκεί πέρα.

Το σπίτι της Χαρούλας ήταν χτισμένο σ’ ένα σημείο  κάπως κατηφορικό και τέτοια εποχή ήταν πνιγμένο στο πράσινο εξαιτίας των βροχών. Μια φορά είχε πιάσει  ένας κατακλυσμός που κατέβασε  τόσο πολύ νερό που παραλίγο να πνίξει όλη την  οικογένεια, τα νερά είχαν μπει ορμητικά στο σπίτι τους κι οι άνθρωποι βγήκαν έξω φωνάζοντας βοήθεια. Πάντα έριχνε γερές βροχές εκεί κατά το τέλος του Μαρτίου, κοντά στο Πάσχα,  κι η μάνα του φώναζε όποτε ξεχνούσε την ομπρέλα του για να πάει στην εκκλησία. Τέτοια εποχή θ’ άρχιζαν κι οι Χαιρετισμοί»,  τα «Χαιρονύμφια»  όπως τα έλεγε ο πατέρας του, στην εκκλησία τότε  γινόταν χαμός, ο μικρός χώρος  γέμιζε ασφυκτικά κι όλα τα παιδιά έτρεχαν να σταθούν μπροστά στη συρταρωτή πόρτα του ιερού και να πουν το «Άσπιλε». Τότε δεν υπήρχαν μαγαζιά και καφετέριες, ούτε τηλεοράσεις και ίντερνετ, και το μόνο σημείο συνάντησης των ανθρώπων ήταν η  εκκλησία του Ευαγγελισμού που γιόρταζε κιόλας τέτοια εποχή. Όλα  τα παιδιά λοιπόν μάλωναν για το ποιος θα πει το «Άσπιλε αμόλυντε άφθορε κτλ» και η Χαρούλα που το είχε ψάλει μια φορά προκάλεσε γέλιο  γιατί ήταν φάλτσα, όμως τα χάχανα  έβγαζαν περισσότερο  στην επιφάνεια τη ζήλεια των παιδιών  γιατί είχαν βρει κάποιο ψεγάδι στην ομορφιά και τον αέρα της.  Η Χαρούλα είχε ένα πρόσωπο έξοχο, ένα ταμπεραμέντο, μια αυτοπεποίθηση κι ένα θράσος απίστευτο, τότε που είχε έρθει στο σχολείο τους την κυνηγούσαν όλα τα αγόρια, έκαναν σαν τρελά,  αυτός βέβαια δεν είχε καμιά ελπίδα αν και μια φορά του είχε μιλήσει,  ούτε που θυμόταν το λόγο αλλά του είχε μείνει η  σκηνή στο μυαλό, είχε γίνει κατακόκκινος κι εκείνη γελούσε, της  φαίνονταν τόσο αστείο…

Άφησε το τάπερ με το γάλα πάνω σ’ ένα τραπέζι  κι έριξε μια ματιά στο έρημο σπίτι με τα ρολόγια που κροτάλιζαν όλη την ώρα. Ο πατέρας της Χαρούλας είχε μαγαζί στη γειτονική πόλη όπου επισκεύαζε όλων των ειδών τα ρολόγια κι είχε μαζέψει ένα σωρό, ειδικά εκείνα τα μεγάλα με τις βαριές, επίχρυσες ράβδους που ανεβοκατέβαιναν  κουρδίζοντας το μηχανισμό. Ήταν η πρώτη φορά που  έμπαινε εκεί μέσα,  συνήθως τον περίμενε στην είσοδο ο πατέρας ή η μητέρα της Χαρούλας που έπαιρναν το γάλα και το άδειαζαν σε μια κατσαρόλα. Μερικές φορές  ήταν εκεί και η Χαρούλα κι εκείνες οι στιγμές ήταν οι καλύτερες καθώς του έλεγε καμιά κουβέντα, «τι  κάνεις; Πως πας με τα μαθήματα;». Ήταν φανερό βέβαια ότι ρωτούσε από ευγένεια, δεν ενδιαφέρονταν για κείνον  καθώς την πολιορκούσαν κάτι τύποι που την περνούσαν μέχρι και  δέκα- δεκαπέντε χρόνια,  ήταν σίγουρο ότι κάποια στιγμή ένας απ’  αυτούς θα την παντρεύονταν. Βγήκε  έξω κι έριξε μια ματιά   στην αυλή που ήταν γεμάτη βιόλες, πανσέδες και τριανταφυλλιές έτοιμες ν’ ανθίσουν, κανονικά έπρεπε να φύγει εκείνη τη στιγμή όμως επειδή τελείωνε η εβδομάδα έπρεπε να πάρει τα χρήματα που του δίνανε κάθε φορά,  γι αυτό κι αποφάσισε να περιμένει λίγο περισσότερο μήπως φανεί κάποιος. Ξαναμπήκε στο σπίτι και δοκίμασε να δει μήπως υπήρχε κανείς σε κάποια κάμαρα, ξαφνικά όλα τα ρολόγια του τοίχου  άρχισαν να χτυπούν την ώρα.  Επειδή ήταν απόγευμα χτύπησαν κάμποσες φορές δημιουργώντας έναν χαμό, «πως κοιμούνται τη νύχτα;» έκανε τη σκέψη και μόλις σταμάτησαν όλα μαζί οι ανάσες ακούστηκαν πιο βαριές τώρα.  Δρασκέλισε το σαλόνι και πήγε στην κουζίνα που ήξερε ότι ήταν στο βάθος του σπιτιού, ο ήχος από τις ανάσες δυνάμωνε, ήταν σίγουρος πλέον ότι εκεί μέσα βρίσκονταν κάποιος, κάτι δεν πήγαινε καλά, έγειρε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας και τότε τον είδε!

Ήταν ένας τύπος κοκκινομάλλης σκυμμένος πάνω από τη Χαρούλα που βρίσκονταν ξαπλωμένη στο πάτωμα κι ανάσανε βαριά καθώς ο άλλος της κρατούσε το στόμα σα να ήθελε να την πνίξει. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το βλέμμα του άντρα κι αμέσως τον γνώρισε, ήταν εκείνος ο τύπος που έμενε στην άλλη άκρη του χωριού, σ’ ένα τροχόσπιτο που είχε φέρει από τη Γερμανία. Είχε έρθει πρόσφατα, δε μιλούσε σε κανέναν ούτε πήγαινε στο καφενείο, ελάχιστοι τον γνώριζαν  κι όλοι τον απέφευγαν εκείνος όμως τον είχε δει ένα πρωί πριν λίγες μέρες, να σέρνει μια κοπέλα στο τροχόσπιτο του. Περνούσε από κει για να κόψει κάτι κρίνα μαβιά που φύτρωναν σ’ ένα ξέφωτο, έπειτα θα τα πήγαινε  στην εκκλησία όπου τα τοποθετούσαν σα στεφάνι γύρω από την εικόνα του Ευαγγελισμού. Εκεί λοιπόν στο ξέφωτο τον είχε πετύχει να σέρνει το κορίτσι που δεν μιλούσε κι ο κοκκινομάλλης τον άρπαξε  από το μπράτσο ουρλιάζοντας μέσα στο αυτί του «μη σα ξαναδώ κατά δω και μη πεις πουθενά ότι με είδες γιατί θα σε λιώσω , κατάλαβες βλαμμένο ;» Είχε φοβηθεί πολύ τότε και  δε μίλησε σε κανένα και να τώρα που τον πετύχαινε ξανά μπροστά του. Ο άντρας αιφνιδιάστηκε και τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο μίσος, το δοχείο  με το γάλα του έφυγε απ' τα χέρι ενώ η Χαρούλα  μόλις αντιλήφθηκε  ότι  κάποιος άλλος  ήταν στο σπίτι άρχισε να φωνάζει βοήθεια και με μια κίνηση ξέφυγε από τα χέρια του άντρα που έδειχνε να τάχει χαμένα.  

Η Χαρούλα  έτρεξε κατά την πίσω πόρτα του σπιτιού που οδηγούσε στην αυλή ενώ αυτός γύρισε  προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την πόρτα απ’  όπου είχε μπει. Ο άντρας ταλαντεύτηκε μια στιγμή για τον ποιον έπρεπε ν’ ακολουθήσει κι έπειτα άρχισε να τρέχει πίσω του. Παραδόξως εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς έξω στο δρόμο, μονάχα οι δυο τους έτρεχαν σα να συναγωνίζονταν ποιος θα βγει πρώτος.  Γύρισε πίσω να δει πόσο κοντά του ήτανε, ο κοκκινομάλλης σχεδόν τον έφτανε κι άπλωσε το χέρι να τον αρπάξει από το μπουφάν του όμως εκείνος έβγαλε το σακάκι του και συνέχισε να τρέχει. Κρατώντας την αναπνοή του έστριψε από έναν χωματόδρομο και  κατευθύνθηκε  κατά την εκκλησία που ήξερε ότι ήταν ανοιχτή κι ήλπιζε  ότι κάποιος θα βρίσκονταν εκεί όμως το εκκλησάκι ήταν άδειο εντελώς οπότε λούφαξε σε μια γωνιά κάπου στο νάρθηκα. Χώθηκε  σε μια τρύπα στον τοίχο πίσω από το παγκάρι με τα κεριά και με κάποιο τρόπο  μάζεψε όλα τα  μέλη του σε μια στάση εμβρυακή για να μη φαίνεται. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αν τον έβρισκε ήταν τελειωμένος, ο άλλος ήταν διπλάσιος σε όγκο και είχε μια όψη εντελώς παλαβή. Κάτω από το παγκάρι  είδε τα πόδια του άντρα να πλησιάζουν κατά τη μεριά που βρισκόταν  κι ύστερα να κοντοστέκονται, ήταν σίγουρος ότι τον είχε βρει και θα του φώναζε «βγες έξω ρε βλαμμένο !» κι ύστερα… Όμως  ο άντρας έκανε κάτι άλλο που του φάνηκε ό,τι πιο κουφό, έβγαλε από την τσέπη του κάτι φιστίκια κι άρχισε να τα σπάει εκεί μέσα πετώντας τα τσόφλια σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Έδειχνε μια απάθεια ανεξήγητη, σα να ήταν όλα φυσιολογικά με τη  διαφορά ότι είχε επιχειρήσει να βιάσει μια κοπέλα και τώρα  έσπαγε ξηρούς καρπούς κυνηγώντας ένα αγόρι σε μια άδεια  εκκλησία. Στο μεταξύ  η Χαρούλα θα είχε ειδοποιήσει τους δικούς της,  η αστυνομία όπου να ναι θα τον έπιανε, κι εκείνος αντί να τρέξει να φύγει καθόταν εκεί κι έτρωγε φιστίκια, ο άνθρωπος ήταν ψυχάκιας ! Ξαπλωμένος στο τσιμέντο  περίμενε ακόμα μερικά λεπτά,  το στήθος του χτυπούσε, ήθελε να βήξει μα κρατιόταν, ένιωθε ότι δεν θα άντεχε πολύ ακόμα όταν  ο άντρας έκανε μερικά βήματα κατά το παγκάρι, στάθηκε εκεί σα να ήξερε τι συμβαίνει  κι απομακρύνθηκε έτσι απλά δίχως να πει τίποτα.  

Γυρνώντας στο σπίτι έμαθε τα νέα, ο τύπος είχε συλληφθεί κι αποδείχτηκε ότι στο τροχόσπιτο είχε κρυμμένα ένα σωρό σύνεργα δολοφονικά, ολόκληρη συλλογή από σπαθιά,  κάτι στολές παράξενες σαν αυτές που φορούσαν οι πολεμιστές παλιά στην Ιαπωνία, μια σειρά από μάσκες τρομαχτικές, δερμάτινες, αυτό ήταν το πιο αποκρουστικό έλεγαν όσοι τις είδαν. Την  άλλη μέρα στο σχολείο η Χαρούλα είχε κάτι αμυχές στο πρόσωπο και μια μελανιά γύρω από το λαιμό πολύ έντονη.    Φαίνονταν χλωμή και δε μιλούσε μόνο σε κάποια  στιγμή  ήρθε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα,  εκείνο το φιλί το ένιωθε στα χείλη του  για πολλά χρόνια,  ακόμα και τώρα μερικές φορές, τέτοια εποχή κοντά στην άνοιξη, έπιανε το στόμα με τα δάχτυλα του  και ξαναζούσε εκείνη την αίσθηση.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ

 

Την παραμονή της γιορτής του Βαλεντίνου  μάλωσε άσχημα με τη γυναίκα του,  είχε βρει τάχα  μια τρίχα ξανθιά στο σπίτι και χάλασε τον κόσμο, ζήλευε πολύ κι όταν την έπιανε δεν καταλάβαινε τίποτα , για κάποιο λόγο του την έδωσε  και της μίλησε πολύ απότομα, όταν το έκανε αυτό πάντα την αιφνιδίαζε. Ήξερε τώρα   ότι θα το πλήρωνε,  την άλλη μέρα δεν του είπε ούτε κουβέντα  κι εκείνος  δεν της πήρε λουλούδια  όπως έκανε κάθε χρόνο όμως εκείνη παρόλο που δεν άνοιγε το στόμα  του ετοίμασε πρωί- πρωί  το φαγητό και του έπλυνε τα ρούχα που χρειαζόταν οπότε έπρεπε κάτι να κάνει . Έτρεξε στο κοντινό ζαχαροπλαστείο  και της αγόρασε  μια σοκολατένια τούρτα  που της άρεσε, με το που την είδε του είπε με περιφρόνηση δηκτική, «μ’ αυτά προσπαθείς να με ξεγελάσεις !» δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει στο σπίτι περισσότερο, θα χρειαζόταν χρόνος για να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ευτυχώς υπήρχε η δουλειά και θα μπορούσε να ξεχαστεί εκεί πέρα. Αποφάσισε να πάει περπατώντας  μέχρι το γραφείο για να ξεμουδιάσει λίγο,  η πρώτη μέρα μετά από καυγά ήταν πάντα η πιο δύσκολη οπότε έπρεπε να περιμένει . Στην πόλη είχε πέσει κρύο άγριο κι ο παγωμένος  αέρας ξύριζε,  έσφιξε  το παλτό  γύρω από το σώμα του προσπαθώντας να μην έχει κόντρα στο πρόσωπο του το ρεύμα  που πολλαπλασιάζονταν περνώντας  μέσα από το μεγάλο δρόμο. Σ’ ένα πάρκο όπου γινόταν η λαϊκή είδε τους   πωλητές μαζεμένους  γύρω από τενεκέδες όπου έκαιγαν ξύλα ενώ οι γυναίκες δάγκωναν  σάντουιτς ή κάπνιζαν προτού ξεκινήσουν. Κοίταξε κατά το βάθος του μεγάλου δρόμου και είδε τον ήλιο να ανατέλλει,  καθώς η μέρα άρχιζε να μεγαλώνει πάλι ακολουθώντας την ετήσια πορεία της το φως στην ατμόσφαιρα όσο πήγαινε και πολλαπλασιάζονταν προϊδεάζοντας  για το καλοκαίρι που μπορούσες να  ατενίσεις στο βάθος, άλλωστε κι οι παλιοί έλεγαν ‘’ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει.’’

Στο γραφείο βαριόταν και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα, κοίταζε μια νεαρή  που είχε  φέρει μαζί της κάτι λευκές  ορχιδέες κι όλη την ώρα χαμογελούσε. Όπως την παρατηρούσε θυμόταν πως είχε γνωρίσει τη γυναίκα του, την είχε δει σ’ ένα μαγαζί κι αμέσως  έκανε τη σκέψη «πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε !», ήταν πολύ όμορφη και  της είχε πετάξει  κάτι προκλητικό για να τραβήξει την προσοχή της, εκείνη τσίμπησε  με τη μία   και είχαν μιλήσει τότε αρκετή ώρα. Όταν την ξαναείδε στο ίδιο μαγαζί  έκανε ότι τον αγνόησε   αλλά καθώς έφευγε  ξαναγύρισε  τάχα αδιάφορα για να τον ρωτήσει κάτι , είχαν  καθίσει πάλι  ώρα πολύ και τα λέγανε πολύ ωραία και τότε είχε κάνει τη σκέψη ‘’αν την ξαναδώ θα της ζητήσω οπωσδήποτε το τηλέφωνο’’. Την τρίτη φορά την πέτυχε τυχαία  μέσα στο αστικό και σκέφτηκε  « ποια είναι τούτη που μου χαμογελά;»  ήταν ντυμένη  πολύ πρόχειρα  κι έμοιαζε  μεγαλύτερη, μέχρι να το συνειδητοποιήσει  είχε έρθει εκείνη κοντά,  του  μίλησε κι ένιωσε αμέσως τη ζεστασιά της, ζήτησε το τηλέφωνο,  του το έδωσε κι όταν βγήκαν είχε μεγάλη άνεση μαζί του , την  άφηνε να τον ακουμπά στο στήθος, δεν τον πείραζε καθόλου, ύστερα  τον κάλεσε στο σπίτι της  και ήταν όλα  υπέροχα…

Το κορίτσι με τις άσπρες ορχιδέες συνέχιζε να χαμογελά και να μιλά με κάτι άλλες κοπέλες που δούλευαν στο γραφείο,  τη ζήλευε λιγάκι,  έμοιαζε τόσο φρέσκια. Άνοιξε το παράθυρο κι ένιωσε το βαρύ άρωμα  από κάτι αμυγδαλιές που είχαν καταφέρει  να επιβιώσουν ανάμεσα στις πολυκατοικίες, πλησίαζε η άνοιξη κι  οι πιο πολλοί άνθρωποι ένιωθαν ωραία  όμως εκείνος  είχε θέμα, λειτουργούσε ανάποδα. Για κείνον η πιο καλή εποχή ήταν από το Σεπτέμβριο και μετά,  όταν η μέρα μικραίνει και δεν είναι πια ατελείωτη  κι όταν η θερμοκρασία αρχίζει να πέφτει και φεύγει εκείνη καταραμένη ζέστη που σε εξουθενώνει. Για  κείνον το φθινοπωράκι ήταν ασφαλώς  η καλύτερη περίοδος του χρόνου,  είχες μπροστά το μαξιλάρι  του χειμώνα και μπορούσες να είσαι ήσυχος,  από τη στιγμή που οι μέρες μεγάλωναν  ξανά άρχιζαν τα προβλήματα, έπρεπε να προετοιμαστεί πάλι για το σκληρό καλοκαίρι που ήταν πάντα ζόρικο και τον τρόμαζε κάθε φορά.

Την επόμενη μέρα ούτε του μαγείρεψε ούτε σιδέρωσε τα ρούχα κι η τούρτα παρέμενε ανέγγιχτη  δείγμα ότι η έριδα συνεχίζονταν Σκέφτηκε να της στείλει κάποιο μήνυμα όμως  ήταν σίγουρος ότι θα του απαντούσε με κάτι φαρμακερό και δεν θα  ήταν σε θέση να το αντιμετωπίσει, όταν μυρίζονταν καυγά ανταποκρινόταν με πάθος και μπορούσε να το τραβήξει,  αυτό το είχε καταλάβει από  τον πρώτο μήνα που ήταν μαζί και του είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, ήταν  σα να του έλεγε «φίλε αν με θες θα με φας στη μάπα, αν  αντέξεις όλα καλά, αν όχι με τις υγείες σου !».  Ήταν ερωτευμένος τότε και του ήταν απίστευτα δύσκολο να μένει μακριά της, το σώμα της τον τραβούσε με μια δύναμη ακατανίκητη,   αρρώσταινε,  δεν κοιμόταν καθόλου τα βράδια και είχε χάσει πολλά κιλά, αυτό  τράβηξε περίπου 5 με 6 εβδομάδες,  ύστερα μπορούσε να το ελέγξει καλύτερα. Περνούσαν έξοχα  τότε όμως  εκείνο το επιθετικό της έβγαινε κάθε φορά κι έπρεπε   να το αντιμετωπίζει,  ήταν μια ανασφάλεια,  μια αβεβαιότητα ανάμεικτη με το ορμονικό των γυναικών που ανεβοκατεβάζει την ψυχολογία  σαν τραινάκι του λούνα παρκ κι εσύ πρέπει κάθε φορά να το αντιμετωπίζεις προσέχοντας να μη το αφήνεις να εκτροχιαστεί αλλά ούτε και να σε πάρει  από κάτω γιατί τότε ανατρέπονται όλες οι ισορροπίες,  δε σε νιώθει σαν αρσενικό κι όλα πάνε στράφι,  είναι ένα παιχνίδι πολύ δύσκολο,  δεν το αντέχουν  όλοι. Αυτό είχε συμβεί και τώρα , κατά καιρούς θάβονταν και ξεχνιόταν όμως ήταν εκεί ζωντανό κι έπρεπε να το αντιμετωπίσει όσο άντεχε, πάντα τούτη η δοκιμασία θα ήταν μπροστά του,  κατά καιρούς είχε σκεφτεί να φύγει όμως πάντα τα ζύγιζε κι έμενε εκεί πέρα,  άλλωστε αυτή σύντομα ξεχνούσε,  της έπαιρνε μερικές μέρες, σπάνια  περισσότερο- έναν ή και δύο μήνες- εκείνο διάστημα ήταν πράγματι ανυπόφορο, ευτυχώς δε συνέβαινε συχνά. 

Την Τσικνοπέμπτη με το που ξύπνησε είδε ότι έλειπαν δυο κομμάτια από την τούρτα  ‘’ την έφαγα όχι επειδή θέλω να σε τιμήσω  αλλά για να σε τιμωρήσω’’ του είπε  κι εκείνος ήταν ικανοποιημένος, ήταν μια έμμεση ανακωχή. Όλη μέρα έσπαγε το κεφάλι του, τι έπρεπε να κάνει, πως θα αντιδρούσε; Σχολώντας από τη δουλειά  ήθελε να πάει καμιά βόλτα να δει κάτι φίλους όμως ήξερε ότι στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του για να τον στολίσει,  ήταν μέρος της διαδικασίας,  θα του έλεγε  κάτι σαν  «εγώ όταν σε γνώρισα ήσουν πολύ λεπτεπίλεπτος, πως μας βγήκες τώρα τόσο μπρουτάλ !», θα τον περιφρονούσε παίρνοντας εκδίκηση για κάμποσες μέρες,  έτσι γίνονταν συνήθως,  έπρεπε να το περάσει κι αυτό το στάδιο μέχρι να εκτονωθεί η κατάσταση. Βαδίζοντας κατά το σπίτι του  πέρασε πάλι από το πάρκο όπου γινόταν η λαϊκή, οι πάγκοι είχαν φύγει και  σε μια γωνιά   κάτι  ρωσοπόντιοι αργόσχολοι άναβαν φωτιές ψήνοντας,  όλος ο αέρας μύριζε κρέας καμένο  κι ήταν σα να βρισκόσουν σε καμιά γιορτή αρχαία όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς.  Ανάμεσα στους αργόσχολους  είδε κάποιον  τύπο να  στύβει ένα λεμόνι στο μάτι του,  κατάλαβε ότι ο τύπος είχε  πρόβλημα μάλλον από ηλεκτροκόληση, ήξερε ότι μ’  αυτόν τον τρόπο ανακουφίζονταν από τον πόνο . Πλησίασε με τρόπο και είδε ότι  ήταν ο σιδεράς, ένας ρέμπελος  που  θυμόταν από παλιά, του είχε κάνει κάτι δουλειές στο σπίτι κι είχε ακούσει ότι ζούσε μόνος,  κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν όμως με κάποιο τρόπο επιβίωνε και μάλιστα ακουγόταν ότι είχε καταφέρει ν’  αγοράσει ένα  παλιό διαμέρισμα κάπου στο κέντρο κι ότι το επισκεύαζε, ο άνθρωπος ήταν δαίμονας! Πολλές φορές τον συναντούσε στο προποτζίδικο όπου έψαχνε   τις εφημερίδες και σημείωνε  τους αγώνες, μπορεί να είχε κερδίσει κανένα ποσό και με τα λεφτά να αγόρασε το σπίτι,  μπορεί όμως και να ήταν όλα φήμες,  γιατί να τις πιστέψεις,  μ αυτές τις σκέψεις   έφτασε στο σπίτι, «τώρα αρχίζει  το πιο δύσκολο» είπε μέσα του.

Με το που άνοιξε την πόρτα την είδε να χαμογελά,  κάτι δεν πήγαινε καλά,  το πρόσωπο της ήταν  κόκκινο,   είχε πιει λίγο λικεράκι κι είχε πάρει ένα χρώμα πολύ ωραίο,  γελούσε επιτέλους.  Όταν γελούσε γινόταν κούκλα όπως παλιά,  τότε που τη γνώρισε  κι όλοι  είχαν πάθει πλάκα,  «είσαι σοβαρός,  θα βγάλεις την  Σ,  ξέρεις με ποιον τα είχε πριν σένα, έναν  τύπο που τον φώναζαν Βαν Νταμ κι ήταν σαν αστέρας του σινεμά!» Πιο πολύ  χτυπιόταν ο ιδιοκτήτης του μπαρ που τη γούσταρε σίγουρα,  δεν μπορούσε να το πιστέψει, « εσύ με τη Σ, αποκλείεται!»  χτυπιόταν εκεί πέρα,  «δε γίνεται,  θα της τηλεφωνήσω τώρα να τη ρωτήσω»-  «οκ κάνε όπως νομίζεις». Κάτι τέτοια του λέγανε κι εκείνος αναρωτιόταν που πήγαινε,   όταν είχε δει  φωτογραφίες από κάτι εκδηλώσεις και κάτι πάρτι   είχε πάθει πλάκα όμως  εκείνος ήξερε ότι του άρεσε κι ούτε που τον ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι .  

 «Έ παιδιά ελάτε να  πάρετε κέρασμα!» φώναξε από το μπαλκόνι  ο γείτονας,  ένας συνταξιούχος  που είχε εγκαταστήσει στην ταράτσα   μια  σχάρα αυτοσχέδια φτιαγμένη από παλιό θερμοσίφωνα που τον  είχε κόψει στη μέση, «άντε πάμε !»  του είπε  κι ανέβηκαν τις σκάλες μαζί με τον πιτσιρικά εγγονό του γείτονα,  έναν  χοντρούλη λαίμαργο,   «κύριε εγώ τα έψησα,  θα δείτε,  είναι τα καλύτερα σουβλάκια, μυρίζουν κάρβουνο!»   Στην  ταράτσα είχαν μαζευτεί κι άλλοι γείτονες και τσιμπολογούσαν πίνοντας, τον κοιτούσε εκεί πέρα με κείνα τα φωτεινά της μάτια που έλαμπαν όταν ήταν ευτυχισμένη κι εκείνος ένιωθε ο άρχοντας του κόσμου. Από κει ψηλά  ο ήλιος που έδυε εκείνη τη στιγμή στο βάθος  εκεί που απλώνονταν η θάλασσα,  κοκκίνιζε τον ουρανό μ’ ένα χρώμα που έμοιαζε να βάζει φωτιά στο σύμπαν, όλα τα δέντρα, τα βουνά, τα νερά κι ο ορίζοντας   έμοιαζαν  να παίρνουν   φωτιά,  ήταν ένα θέαμα εξαίσιο.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ ΤΟΥ ΑΡΚΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

 Όποτε ταξίδευε στην  Ιταλία  τρελαίνονταν με το παγωτό που έφτιαχναν εκεί πέρα, ήθελε κι αυτός να κάνει τέτοιο αφράτο, μαλακό παγωτό που να το νιώθεις να κυλά απαλά στον ουρανίσκο αφήνοντας μια επίγευση απίστευτη. Το σκέφτηκε κάμποσο καιρό και κάποια στιγμή  αποφάσισε να στήσει  τη δική του  επιχείρηση. Έπαιρνε γάλα και κρέμα γάλακτος  από τους καλύτερους γαλακτοπαραγωγούς, τα μπισκότα τα έφτιαχνε μόνος του, το πρόβλημα ήταν τα  φρούτα για τις συνταγές, δεν μπορούσε να βρει εύκολα  γιατί κάθε φορά άλλαζαν ποιότητα, τη μια φορά η γεύση του παγωτού  ήταν υπέροχη και την άλλη σου άφηνε μια αίσθηση χώματος. Έψαξε πολύ μέχρι που ανακάλυψε κάτι πάστες  που έφτιαχναν  οι ιταλοί  στραγγίζοντας τα καλύτερα φρούτα που υπήρχαν και κρατώντας το απόσταγμα τους. Αυτές οι πάστες  είχαν σταθερή ποιότητα,  δεν άλλαζαν κάθε φορά τη γεύση κι από τότε χρησιμοποιούσε πάντα αυτό το υλικό ενώ τη  σοκολάτα την έφερνε από τη Γαλλία. Είχε γνωρίσει έναν σεφ μαύρο που του έδειξε όλα τα μυστικά αυτού του υλικού, του είπε και μερικές συνταγές που τις δούλεψε  μαζί με μια γυναίκα που εμπιστεύονταν απόλυτα, εκείνη δοκίμαζε πρώτη τα παγωτά  και του έλεγε αν ήταν εντάξει, αν δεν της άρεσε κάτι δεν το συνέχιζε. Κάθε τόσο άλλαζε τις γεύσεις γιατί ήξερε ότι ο κόσμος θέλει κάτι καινούριο  υπήρχαν όμως κάποιες που έμεναν σταθερές και τις κρατούσε για καιρό πολύ,  αν τύχαινε να τις αποσύρει εμφανίζονταν  κάτι τύποι από το πουθενά και του έλεγαν «που είναι εκείνο το παγωτό με τη γεύση του καφέ;» ή «που είναι εκείνο το παγωτό με τη γεύση από μελομακάρονο ;  

Ξημεροβραδιάζονταν στο εργαστήριο για μερόνυχτα ατελείωτα μέχρι να τα στήσει όλα,  γυρνούσε στο σπίτι πεθαμένος από την κούραση και σκέφτονταν «δεν πάει άλλο» όμως μια φωνή μέσα του έλεγε «κάνε λίγο υπομονή ακόμα » κι έτσι συνέχιζε μέχρι που τα αποτελέσματα ήρθαν κι ο κόσμος τον εμπιστεύτηκε,  ήταν μια δοκιμασία μεγάλη που τελικά έφερε αποτέλεσμα, αυτό θα το θυμόταν για πάντα. Πολλές φορές πήγαινε στο εργοστάσιο και δούλευε μαζί με τους εργάτες βοηθώντας τους,  όποτε ήταν εκεί  η παραγωγή διπλασιάζονταν  ή και τριπλασιάζονταν,  ήθελε να δείξει στο προσωπικό ότι δεν διέφερε από αυτούς  κι όταν κάτι χοντροί  συνδικαλιστές  ήρθαν  στο γραφείο να του παραπονεθούν για τα χρήματα που έπαιρναν τους μίλησε πολύ απότομα,  «αποδείξτε μου ότι αξίζετε περισσότερα κι εγώ θα σας τα δώσω,  δέστε τις γυναίκες πως  δουλεύουν και βγάζουν διπλή παραγωγή,  σας έχουν βάλει τα γυαλιά !» οι χοντροί συνδικαλιστές τον κοίταζαν  και δεν είχαν τι να πουν.

Όλοι γύρω απορούσαν πως τα είχε καταφέρει, δεν έμοιαζε τόσο  έξυπνος, πιο πολύ χαμένος στον κόσμο του έδειχνε. Στο σχολείο  περνούσε σχεδόν απαρατήρητος, δεν έκανε πολλές παρέες ούτε είχε καμιά επιτυχία με τα κορίτσια το αντίθετο μάλιστα, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής, οι φίλοι έκαναν πράγματα κι εκείνος έμενε κολλημένος σα να έψαχνε κάτι,  σα να περίμενε ένα σήμα,  κι εκεί που δεν το περίμενε κανείς ξεκίνησε από το πουθενά  την  επιχείρηση με τα παγωτά. Στην πόλη άρχισαν μα μιλούν γι αυτόν και να τον προσέχουν, η φήμη του απλώθηκε κι από παντού έρχονταν και ζητούσαν  τα προϊόντα  του, σιγά- σιγά άρχισε να δοκιμάζει και συνταγές για γλυκά που ήταν κι εκείνες πετυχημένες, άνθρωποι από άλλες χώρες τον πλησίαζαν και του έκαναν προτάσεις, ανοίγονταν  προοπτικές τρομερές  κι ενώ όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν ρολόι έσκασε μια ιστορία μ’ έναν  συνεταίρο που αποδείχτηκε μούτρο και κατέστρεψε τα πάντα .

Τον ήξερε από παλιά κι όλοι έλεγαν ότι ο άλλος ήταν φαινόμενο στα οικονομικά, έπαιζε τους αριθμούς στα δάχτυλα και είχε μια εκνευριστική ευκολία στο να βρίσκει χρήματα. Καθώς τα έξοδα μαζεύονταν  από παντού κι η αγορά περνούσε μια φάση ύφεσης χρειάζονταν απεγνωσμένα πόρους κι έτσι τον εμπιστεύτηκε. Ήταν αφελής την εποχή εκείνη  και δεν είχε δώσει σημασία στα προαισθήματα του. Έπρεπε  να τον είχε καταλάβει από τον τρόπο που γυάλιζαν τα μάτια  του όταν μιλούσε για λεφτά, έπρεπε να τον είχε καταλάβει όταν τον έβλεπε ν’ αγοράζει ρούχα ακριβά και σπίτια, έπρεπε  να τον είχε καταλάβει όταν του μιλούσε υπεροπτικά κι  όταν κουβαλούσε κάτι γυναίκες βαμμένες πρόστυχα στο εργοστάσιο.  Όπως ήταν χαμένος ψάχνοντας υλικά και παρακολουθώντας την παραγωγή,  είχε αφήσει τον άλλον να διαχειρίζεται τα οικονομικά, του έκανε εντύπωση που τον έβλεπε χωμένο στο γραφείο του να δουλεύει μέσα σε ακαταστασία αφάνταστη,  παντού γύρω υπήρχαν χαρτιά πεταμένα, τα τιμολόγια εκδίδονταν από κάτι μηχανήματα αρχαία, οι υπολογιστές έμοιαζαν σαραβαλιασμένοι, τα έγγραφα τυπώνονταν σ’ ένα χαρτί άθλιο. Μερικές φορές αναρωτιόταν που έβρισκε ο άλλος τα  χρήματα,  εκείνος ζούσε σαν ασκητής κι ο άλλος ξόδευε ένα κάρο λεφτά  σε παπούτσια ή σε δώρα, τι στο διάβολο συνέβαινε;

 Του φώναζε πολλές φορές μα ο άλλος τον καθησύχαζε και συνέχιζε να δουλεύει σ εκείνη την τρύπα. Κατέβαζε τα στόρια και κανείς δεν ήξερε τι έκανε εκεί μέσα  ώσπου μια μέρα δυο κουστουμαρισμένοι ήρθαν για έλεγχο κι έγινε χαμός. Αστυνομικοί με πολιτικά φωτογράφιζαν κάθε έγγραφο που υπήρχε στο λογιστήριο,  έψαχναν  σε όλα τα ντουλάπια και τα συρτάρια,  έκαναν χιλιάδες ερωτήσεις, σημείωναν στα μπλοκάκια τους για ώρες και  στο τέλος δήλωσαν ότι  εκείνο το μέρος ήταν χώρος εγκλήματος και κανείς δεν μπορούσε να μπαίνει εκεί μέσα. Ήταν ένας εφιάλτης, ένας από τους δύο κουστουμαρισμένους  ελεγκτές που ήταν ο ανακριτής  του είπε εμπιστευτικά ότι ο συνεταίρος του  είχε  στήσει κόλπο με πυραμίδα,  μάζευε λεφτά από  ένα κάρο κόσμο και τα  μοίραζε από τον ένα στον άλλον κρατώντας τα περισσότερα για λογαριασμό του.  Αυτός .έτρεχε σαν τρελός κι ο άλλος έστηνε πυραμίδες στοιχηματίζοντας πάνω στην εταιρεία,  είχε βρει κάμποσους κουτούς και τους άρμεγε υποσχόμενος μερίδιο στα κέρδη, όταν κάποιος του ζητούσε μέρισμα  έπαιρνε από κάποιον άλλον κι εμφανίζονταν εντάξει,  δεν υπήρχε ρίσκο έλεγε,  μόνο κέρδος ότι και να γίνει κι οι άλλοι τα κουτορνίθια  που πάντα υπάρχουν,  τον πίστευαν και του  έδιναν τα ωραία λεφτά που μάζευαν μια ζωή,  το κόλπο ήταν πολύ καλά οργανωμένο.  

Παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό όταν το έμαθε, τόσοι κόποι είχαν πάει κατά διαόλου,  να λοιπόν  από πού εμφάνιζε ο  συνεταίρος τα χρήματα κάθε φορά που τα χρειάζονταν. Τον είχε υποτιμήσει,  ο άλλος ήταν μαφιόζος και μπορούσε να τον στείλει φυλακή, πώς είχε επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο,  πόσο ανόητος ήτανε ; Σε μια στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάκρισης που ήταν μόνοι τους  τον είχε στήσει στον τοίχο βρίζοντας τον πολύ άσχημα, ποτέ του δεν είχε μιλήσει έτσι, τρόμαξε κι ίδιος με τον εαυτό του. Ο άλλος αντέδρασε και πιάστηκαν στα χέρια, οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα και τους χώρισαν. Τον είχαν σύρει στα δικαστήρια , του είχε μιλήσει κι ο εισαγγελέας,  ένας τύπος με πρόσωπο σα μάσκα και μια φωνή αποκρουστική, είδε κι έπαθε να  ξεμπερδέψει πληρώνοντας ένα κάρο λεφτά στους δικηγόρους. Ευτυχώς δεν βρήκαν  τίποτα σε βάρος του αλλά έπρεπε να παλέψει με νύχια και με δόντια για να ξεφύγει, φοβήθηκε πολύ,  κατάλαβε τη δύναμη του κράτους και του νόμου που μπορούν να σε τελειώσουν, να σε ισοπεδώσουν,  να σε εξαφανίσουν από προσώπου γης επειδή ήσουν απρόσεκτος.

Ύστερα από κείνο το στραπάτσο αποφάσισε ότι ήταν καλύτερο να κρατά μόνος του όλη την επιχείρηση. Αυτό  που φοβόταν πιο πολύ ήταν η φήμη του,  αν διέρρεε προς τα έξω τι είχε συμβεί  ήταν χαμένος. Για κάποιον λόγο παράξενο δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι οι ανταγωνιστές, το θέμα πέρασε στα ψιλά και μετά από λίγο ξεχάστηκε, ο θεός του είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Για να συνεφέρει το μαγαζί  δούλεψε ατέλειωτες  ώρες, πολλά βράδια δεν κοιμόταν,  οι γιατροί του έλεγαν ότι αν συνέχιζε έτσι ήταν σίγουρη η εισαγωγή του στο χειρουργείο.  Κι όταν επανέφερε τα πράγματα στη θέση τους αποφάσισε να τα παρατήσει, όλοι γύρω δεν μπορούσαν να καταλάβουν όμως εκείνος  ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα,  είχε δουλέψει σα σκύλος για πάνω από μια δεκαετία,  είχε ξεχάσει τα πάντα,  καλοκαίρι ή χειμώνας δεν είχαν σημασία,  ούτε διακοπές πήγαινε ούτε  τα παιδιά του δεν είχε δει να μεγαλώνουν,  ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει ένα διάλλειμα.  Έτσι μόλις εμφανίστηκε κάποιος που ενδιαφέρονταν πούλησε το εργοστάσιο κι εγκαταστάθηκε στο πατρικό του που δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη. 

Καθόταν εκεί και  χάζευε το κτήμα απ όλες τις γωνίες έχοντας για φόντο κάτι κορυφές βουνών που είχαν λίγα χιόνια,  όταν κάτι δεν του άρεσε το διόρθωνε, έκοβε κανένα δέντρο παλιό,  έφτιαχνε κάποια πόρτα,   διόρθωνε έναν τοίχο που είχε γκρεμιστεί,  πάντα υπήρχε κάποια δουλειά να κάνεις εκεί πέρα. Στην αυλή  φύτρωναν μόνοι τους ένα σωρό νάρκισσοι μες την καρδιά του χειμώνα και γέμιζαν τα παρτέρια με λουλουδάκια άσπρα που ευωδίαζαν τον αέρα. Ο παππούς του είχε φυτέψει τρία πεύκα που είχαν γίνει πανύψηλα με τα χρόνια κι από κάτω τους  φύτρωναν  κυκλάμινα στην αρχή του φθινόπωρου, όλο αυτό το σκηνικό τον ηρεμούσε και κοιμόταν ήσυχα,  πολύ το αγαπούσε εκείνο το σπίτι .Άκουγε μουσική για ώρες πολλές,  παρακολουθούσε συζητήσεις,  έψαχνε πληροφορίες για ότι καινούριο προέκυπτε,  ανακάλυπτε ξανά  τον κόσμο γύρω του. Διάβασε βιβλία πολλά, έψαξε στις βιβλιοθήκες ,ασχολήθηκε με τα πολιτικά προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του και πως λειτουργούσε το σύστημα.

Ένα απόγευμα, λίγο προτού σουρουπώσει, καθόταν στο παράθυρο και χάζευε τους νάρκισσους στην αυλή όταν είδε ένα πουλάκι  που έμοιαζε με κοκκινολαίμη  να χοροπηδά ανάμεσα στα λουλούδια, πλησίασε στο τζάμι,  το φωτογράφισε προσεκτικά και μετά με μια εφαρμογή που είχε στο κινητό έψαξε να δει τι είναι,  η εφαρμογή του έγραψε κάτι εκπληκτικό, ήταν χιονοτσιχλόνι,  ένα πουλί που ζει ψηλά στον Αρκτικό Κύκλο στα πιο παγωμένα κλίματα της γης, αυτό ήταν πολύ παράξενο. Όλη νύχτα γύριζε στο μυαλό εκείνο το χιονοτσίχλονο  με τις χρωματιστές φτερούγες που του θύμιζαν  ένα παγωτό με φρούτα που έφτιαχνε κάποτε,  από μια καταπακτή του μυαλού του έβγαιναν ένα σωρό ερωτήματα που  είχε θαμμένα εκεί μέσα,  γιατί να μην  μπορεί κάποιος να ζει θαυμάζοντας τα όμορφα πράγματα, πόσο ανόητοι ήταν οι άνθρωποι, πόση απληστία υπήρχε εκεί,  έξω ποιος τα είχε φτιάξει όλα τόσο στραβά, τι νόημα είχαν τούτες  οι αγωνίες  αφού η ζωή ήταν τόσο σύντομη;  

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΘΑΡΙΟ ΑΥΓΕΡΙΝΟ

 Όπως έτρεχε με τη μηχανή την παραμονή των Χριστουγέννων μια γυναίκα πετάχτηκε κι έπεσε πάνω του, ένας γδούπος ακούστηκε και το σώμα της γκρεμίστηκε στην άσφαλτο ενώ εκείνος έχασε την ισορροπία του και σύρθηκε στο οδόστρωμα για μερικά μέτρα. Σηκώθηκε αμέσως και δοκίμασε να τρέξει να δει τι έπαθε η γυναίκα όμως δεν μπορούσε να πατήσει καλά στα πόδια του, κλονίστηκε και γονάτισε ασυναίσθητα όμως αμέσως σηκώθηκε ξανά, έβγαλε το κράνος του και πήγε να βοηθήσει την κοπέλα που σάλευε, «είσαι καλά;» τη ρώτησε, εκείνη μουρμούρισε κάτι κι αυτό τον έκανε ν’ ανασάνει. Δοκίμασε να τεντωθεί λίγο ενώ το μυαλό του δούλευε γρήγορα, που είχε βρεθεί εκείνη η γυναίκα, τι γύρευε στη μέση του δρόμου, πως δεν την είχε δει αναρωτιόταν ενώ δυο αμάξια σταμάτησαν κι ήρθαν να δουν τι συμβαίνει. Πλησίασαν την πεσμένη γυναίκα όμως εκείνη σηκώθηκε χωρίς καμιά βοήθεια και είπε «είμαι καλά, συγγνώμη, εγώ φταίω, βιαζόμουν να πάω σπίτι, το παιδί μου είναι άρρωστο, πρέπει να φύγω» - « μα κοπέλα μου δεν θα πας στο νοσοκομείο να κάνεις μια ακτινογραφία;» της είπε κάποιος, « όχι σας παρακαλώ, αφήστε με, είναι απόλυτη ανάγκη» επέμεινε εκείνη κι όλοι απορούσαν με τη στάση της, ένας νεαρός της έδωσε την τσάντα της, τον ευχαρίστησε κι ύστερα περπατώντας γρήγορα σα να μην είχε συμβεί τίποτα εξαφανίστηκε, δεν έδωσε ούτε καν τα στοιχεία της, ήταν πολύ παράξενο.

«Φίλε είσαι πολύ τυχερός, μπορούσες να βρεις χοντρό μπελά Χριστουγεννιάτικα » του είπε ο νεαρός κι εκείνος σκέφτηκε ότι μάλλον είχε δίκιο, σήκωσε το μηχανάκι του και το είδε απ’ όλες τις μεριές, δεν έμοιαζε να έχει πάθει κάποια ζημιά, λίγο η λαμαρίνα απ’ το ντεπόζιτο είχε τριφτεί αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα, ο φίλος του που είχε συνεργείο θα το ταχτοποιούσε, έβαλε μπρος να δει αν όλα δούλευαν, δεν άκουσε κάτι ύποπτο , «φτηνά τη γλύτωσες αδερφέ» είπε φωναχτά, σκούπισε μ’ ένα μαντήλι το γόνατο του που είχε ματώσει λίγο και βιάστηκε να φύγει από κει πέρα. Τώρα οδηγούσε προσέχοντας κάθε ίσκιο γύρω του, νόμιζε ότι κάτι θα πεταχτεί πάλι μπροστά του, άφησε τα τελευταία φανάρια κι έστριψε δεξιά κατά το χωριό της μάνας του που βρίσκονταν κάπου σ ένα ορεινό φαράγγι κοντά σε κάτι αρχαία λουτρά, μια ώρα έξω από την πόλη. Γύρω υπήρχε μια υγρασία που σε τρυπούσε και βιάζονταν ν’ ανέβει κατά το βουνό όπου ο καιρός ήταν πιο στεγνός εκεί θα περνούσε τα Χριστούγεννα.

Τον τελευταίο χρόνο έμενε εκεί πάνω μαζί με τη γριά μητέρα του, είχε βγει στη σύνταξη έπειτα από ένα καρδιακό επεισόδιο και τη φρόντιζε, επειδή εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, είχε αρχίσει να το χάνει και πολλές φορές ούτε που τον γνώριζε. Στην αρχή την είχε στο σπίτι του αλλά η μάνα του ήθελε να βρίσκεται στο δικό της μέρος, στο χώρο που ήξερε, εκεί όπου είχε ζήσει όλη τη ζωή της και της έκανε το χατίρι. Τον πρώτο καιρό το έβλεπε σαν αγγαρεία ύστερα όμως διαπίστωσε ότι του άρεσε να μένει μαζί της εκεί ψηλά. Έτσι κι αλλιώς μια ζωή ήταν λίγο μονόχνοτος, δεν ήθελε να βγαίνει κι ούτε είχε πολλές παρέες. Μπορούσε να καθίσει σπίτι ώρες ατέλειωτες βλέποντας τηλεόραση ή ψάχνοντας το διαδίκτυο χωρίς να βαριέται κι οι δουλειές που έκανε ήταν αυτής της φύσης. Για δεκαετίες δούλευε νυχτερινός σε ξενοδοχεία, κανείς δεν ήθελε τη βραδινή βάρδια όμως εκείνος δεν είχε πρόβλημα, το βράδυ δεν έχει ποτέ πολύ δουλειά. Ρέμβαζε, έβλεπε ταινίες, ή πιο συχνά άκουγε μουσικές περίεργες, μεσαιωνικές από χορωδίες και τρομπέτες, τρομπόνια κι άλλα πνευστά, όσοι τύχαινε να ακούσουν εκείνες τις μουσικές τον ρωτούσαν τι το ωραίο έβρισκε σε τέτοια πεθαμενατζίδικα ακούσματα όπως τα έλεγαν όμως εκείνος ούτε που τους έδινε σημασία, μ’ εκείνα κοιμόταν το πρωί που όλοι ξυπνούσαν κι αν δεν τον έπιανε ο ύπνος έβαζε στο κινητό ήχους βροχής και καταιγίδας, αυτό ήταν το καλύτερο νανούρισμα του.

Πήγε στο μπάνιο και καθάρισε την πληγή στο γόνατο που του είχε αφήσει η πτώση, δεν ήταν τίποτα σοβαρό, πάλι καλά, θα μπορούσε να είχε χτυπήσει άσχημα. θυμήθηκε τη γυναίκα που είχε ρίξει στο δρόμο, έμοιαζε με ξένη όμως μιλούσε καθαρά τα ελληνικά, ήταν μελαχρινή και κάπως ψηλή, έφτανε μέχρι το σαγόνι του όπως είχε σηκωθεί όρθια.Ποτέ του δεν ξεχνούσε πρόσωπα κι ήταν σίγουρος ότι άμα την έβλεπε ξανά στο δρόμο θα την αναγνώριζε αμέσως. Τώρα έπρεπε να φροντίσει τη γριά μάνα του, να την αλλάξει, να την ταΐσει αν της δώσει τα χάπια της. Το άλλαγμα δεν τον ενοχλούσε καθόλου, της έβαλε μια καινούρια πάνα, τη σήκωσε αγκαλιά -είχε ελαφρύνει πολύ πια- και την έβαλε στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια, «καληνύχτα» της είπε κι εκείνη του είπε σα να τον έβλεπε πρώτη φορά «είσαι καλός άνθρωπος» .

Άνοιξε τον υπολογιστή κι έβαλε κάτι μουσικές γιορτινές από άλλες εποχές που οι άνθρωποι γιόρταζαν αληθινά τέτοιες μέρες, το πιο ενδιαφέρον εκεί στο χωριό κι ένας λόγος που είχε αποφασίσει να εγκατασταθεί εκεί πέρα ήταν ένας τύπος που κάποτε έπαιζε τρομπέτα σε μια ορχήστρα, συζητώντας είχαν ανακαλύψει ότι τους άρεσαν οι ίδιες μουσικές κι αυτό ήταν απίστευτο σ’ εκείνη την ερημιά. Πολλές φορές πήγαιναν μαζί στο χώρο των λουτρών, σ’ ένα σημείο κάτω από μια μεγάλη, τοξωτή γέφυρα, κι εκεί ο φίλος του έπαιζε την τρομπέτα χρησιμοποιώντας σαν ηχείο τον θόλο της γέφυρας που αναπαρήγαγε τον ήχο και του έδινε βάθος. Καθόταν εκεί ακούγοντας το χάλκινο πνευστό κι ο βαθύς ήχος άδειαζε το μυαλό του από κάθε σκέψη, κάτι χρυσάνθεμα που είχαν φυτρώσει μόνα τους στις όχθες των λουτρών αποκτούσαν στα μάτια του άλλη υπόσταση, μια μαύρη γάτα που τους ακολουθούσε συχνά στους περίπατους κάτω από τη γέφυρα μεταμορφώνονταν σε κάτι παραμυθένιο και τα κοράκια που τους παρατηρούσαν ψηλά από τα δέντρα έμοιαζαν με πλάσματα του κακού που τους παραμόνευαν. Όλα γύρω έπαιρναν ένα χρώμα μαγικό καθώς η μουσική αφαιρούσε την υλική υπόσταση των πραγμάτων. Μια άλλη φορά είχαν πάει σε μια πισίνα που χρησιμοποιούνταν το καλοκαίρι, ο χώρος είχε αδειάσει από το νερό δημιουργώντας ένα ηχείο καταπληκτικό, ο φίλος του άρχισε να παίζει στοχεύοντας με την τρομπέτα συγκεκριμένα σημεία που δημιουργούσαν αντήχηση, όλος ο χώρος, η άδεια δεξαμενή, οι κερκίδες, το ταβάνι απόκτησαν με μιας άλλη υπόσταση, ένας φύλακας που είχε βρεθεί εκεί πέρα σε μια γωνιά τους κοίταζε εκστατικός.

Γύρω στα μεσάνυχτα τον πήρε ο ύπνος, ξύπνησε από τη μάνα του που έμοιαζε να παραμιλά «απόψε είναι Χριστούγεννα, άμα προσέξεις μπορεί να δεις τον ουρανό ν’ ανοίγει σε μια στιγμή, είναι μεγάλη βραδιά απόψε» φαίνεται ότι είχε ακούσει κάτι στην τηλεόραση κι είχε αντιληφτεί ότι ήταν το βράδυ της παραμονής και το μυαλό της άρχισε να λειτουργεί ξανά, μερικές φορές είχε μια διαύγεια που τον τρόμαζε, «να βγεις έξω» την άκουσε να λέει σα να του έδινε κάποια εντολή, «ο πατέρας σου πάντα σηκωνόταν τέτοια νύχτα και χάζευε τον ουρανό και τ’ αστέρια, ότι ευχή κάνεις αυτό το βράδυ πιάνει». Υπάκουσε όπως τότε που ήταν παιδί και βγήκε έξω να δει ψηλά τον ουρανό και τα άστρα όμως παντού γύρω υπήρχε μια ομίχλη τόσο πυκνή που δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτα.

Γύρισε στο δωμάτιο της μάνας του, τη βρήκε να κοιτάζει το ταβάνι και να τραγουδά κάτι: « βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη, και τον καθάριο Αυγερινό τον βάζεις δαχτυλίδι» στράφηκε προς τα μέρος του μ’ ένα βλέμμα σα να έλεγε «ποιος είσαι συ πάλι ;» είχε αρχίσει να χάνεται ξανά «κοιμήσου» της είπε ήσυχα ενώ σκεφτόταν ότι κάποτε δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Ποτέ της δεν τον είχε πιστέψει, πάντα νόμιζε ότι δεν θα έκανε τίποτα στη ζωή του και την είχε ακούσει να το συζητά με τον πατέρα του «δεν είναι καλός σε τίποτα, ούτε στο χωράφι ούτε στο εργοστάσιο, από παντού τον διώχνουν, είναι σα χαμένος, συνέχεια είναι τον κόσμο του» δε τον είχε πιστέψει όμως δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία και τώρα στα τελευταία της την είχε αναλάβει εξ’ ολόκληρου. Δεν ήθελε να την κλείσει στο ίδρυμα, δεν το άντεχε, ότι και να είχε κάνει ήταν η μάνα του δεν ήταν σωστό να την αφήσει κι ύστερα δεν είχε να κάνει κάτι πιο σημαντικό στη ζωή του, την σκέπασε, έσβησε το φως κι έμεινε μόνος του μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας να συλλογίζεται την πορεία του, για κάμποση ώρα σκεφτόταν τα παλιά, ύστερα κοιμήθηκε βαθιά

Προτού ξημερώσει ακούστηκαν οι καμπάνες από το χωριό κι αμέσως φάνηκαν μερικοί άνθρωποι που πήγαιναν κατά την εκκλησία, ετοιμάστηκε γρήγορα και πήγε να βρει το φίλο του τον τρομπετίστα που τον περίμενε, «σήμερα θα σου δείξω κάτι άλλο» του είπε εκείνος που αυτή τη φορά δεν κρατούσε την τρομπέτα αλλά μια κιθάρα σε μια θήκη δερμάτινη «θα πάμε λίγο ψηλά, σε μια κορυφή όπου ο αέρας καθώς φυσά φτιάχνει μελωδίες». Βγήκαν από το χωριό καθώς άρχισε να χαράζει, περπάτησαν αρκετή ώρα μέσα στην ομίχλη ενώ δυο κοράκια γκρίζα έμοιαζαν να τους παρακολουθούν από ψηλά κρώζοντας. Βρέθηκαν στην κορυφή από πού μπορούσαν να δουν την ομίχλη που απλώνονταν. Ο φίλος του έβγαλε την κιθάρα από τη θήκη της κι έπαιξε με τα δάχτυλα μια συγχορδία που ακούστηκε πολύ όμορφα στη σιγαλιά του τοπίου, έπειτα έστρεψε το ηχείο του οργάνου σε διαφορετικές κατευθύνσεις ψάχνοντας τη φορά του ανέμου που έπαιρνε τα μαλλιά του κι όταν τη βρήκε γρατζούνισε απαλά τις χορδές κουνώντας το όργανο. Ο αέρας που μπαινόβγαινε από το ηχείο δημιουργούσε δικές του μελωδίες κι οι δυο τους στέκονταν ασάλευτοι, αυτό ήταν κάτι που δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του, ο φίλος του χαμογελούσε ευτυχισμένος κι έπαιζε πολύ μαλακά με τις χορδές, το τάστο και το καπάκι της κιθάρας ενώ ο αέρας αμέσως έπαιρνε τη μουσική και την ταξίδευε σα να τραγουδούσε κι εκείνος, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν πλατιά, κάτω στο φαράγγι με τα λουτρά η ομίχλη είχε καθαρίσει κι ο ήλιος εμφανίστηκε λαμπρός ρίχνοντας τις πορτοκαλιές του ακτίνες πάνω στα χωράφια ενώ οι καμπάνες από μακριά χτυπούσαν δυνατά δονώντας την ατμόσφαιρα.   

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

ΣΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΩΜΑΤΑ

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να τη χτυπούν από δυο μεριές, είχε τον πόνο της από τη μια καθώς την άφηνε ο άντρας της κι από την άλλη ο αδελφός της πανηγύριζε, «πάρτα τώρα, σου το είχα πει, σε είχα προειδοποιήσει !» αντί να της πει μια κουβέντα παρηγοριάς γελούσε, αυτό δεν το περίμενε. Ενστικτωδώς αμύνθηκε κι άρχισε να φωνάζει ότι δεν ήταν σωστό ο αδερφός της να υποστηρίζει ανοιχτά έναν ξένο, καλά αυτό ήταν πολύ τρελό, σχεδόν γελοίο, καθόταν εκεί στο μαγαζί δίπλα στη θάλασσα και το μυαλό της βούιζε, «πας καλά; » του φώναξε, «υποστηρίζεις αυτόν τον ηλίθιο, νόμιζα ότι ο αδελφός μου θα ήταν μαζί μου !»

Ήταν πολύ δεμένη με τον αδερφό της, τον είχε πρότυπο επειδή ήταν μεγαλύτερος. Όταν ήταν μικρή άκουγε τις κασέτες του με κάτι τραγούδια γερμανικά κι αμερικάνικα, έβλεπε τις φωτογραφίες του από κάτι κέντρα νυχτερινά της επαρχίας όπου χαμογελούσε με κάτι άλλους μουστακαλήδες με παντελόνια καμπάνες και κάτι μπότες χοντροκομμένες, είχαν και κάτι κοπέλες μαζί τους, κάτι κορίτσια όμορφα που γελούσαν κι εκείνα. Αργότερα, όταν παντρεύτηκε και πήγε να μείνει σε μια πόλη μακριά από το χωριό τους, τον επισκέπτονταν τα καλοκαίρια, εκεί είχε δει για πρώτη φορά μπάνιο κανονικό και της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, το χειμώνα που είχε παγωνιά έμπαινε εκεί μέσα και χανόταν μέσα στους ατμούς και το ζεστό νερό, πρώτη φορά έκανε ντους σε τέτοιο μέρος. Ένα βράδυ είχε πάει με τον πατέρα της, η νύφη τους είχε μόλις σαραντίσει κι ήταν κάπως περίεργη, ο πατέρας της έφυγε την άλλη μέρα αλλά εκείνη έμεινε λίγο ακόμα, στο σπίτι εκείνο υπήρχε ένα παράθυρο απ’ όπου περνούσε στη διπλανή μονοκατοικία κι εκεί έπαιζε ώρες πολλές μ' ένα κορίτσι που είχε την ίδια ηλικία…

Πάντα τον είχε πρότυπο τον αδερφό της και δεν μπορούσε να καταλάβει τη στάση του, ήταν τόσο οφθαλμοφανές ότι δεν ήταν δικό της σφάλμα, ο άλλος την είχε αφήσει για μια βλαμμένη, είχε φερθεί ελεεινά, οποιοιδήποτε θα ήταν μαζί της όμως ο δικός της άνθρωπος γελούσε εκεί μπροστά της σα να έβλεπε κάτι αστείο, δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό της, «κοίτα» του είπε, «θα χρειαστώ λίγο καιρό να το ξεπεράσω, μπορώ να μένω μερικά σαββατοκύριακα στο σπίτι σου; Θα με βοηθήσει να ηρεμήσω, έχω τόσες αναμνήσεις από κει, μπορείς να μου δώσεις το κλειδί;»- «Όχι!» απάντησε εκείνος αποφασιστικά, κάθετα, «αυτό δε γίνεται, δε σου το δίνω, θα με ειδοποιείς και θα το κανονίζουμε» . Ίσως να είχε δίκιο, ίσως να είχε τους λόγους του όμως η ουσία ήταν ότι δεν τη βοηθούσε, γελούσε και την κατηγορούσε που δε πρόσεχε ενώ την ίδια στιγμή της έβαζε εμπόδια σε μια στιγμή δύσκολη, δεν μπορούσε να το δεχτεί, τον παρακάλεσε, τον ικέτεψε, σχεδόν έπεσε στα πόδια του αλλά ήταν σα να βρισκόταν απέναντι σε τοίχο, ήταν ανένδοτος.

Και να σκεφτείς ότι τον θεωρούσε τον πιο κοντινό της άνθρωπο μέσα στην οικογένεια και σ’ όλον τον κόσμο, όταν έχτιζε το δικό του σπίτι τον βοηθούσε να το στήσουν, είχε ρίξει δουλειά απίστευτη, έβαφαν και σοβάντιζαν ώρες ατελείωτες για να γλυτώσουν λεφτά κι όταν τέλειωσαν της άρεσε πολύ, πήγαινε συχνά και καθόταν κάνα δυο μέρες. Το πιο ωραίο πού είχε ήταν ένα παράθυρο μεγάλο που έβλεπε κατά τη θάλασσα αν καθόσουν στον καναπέ μπορούσες να δεις πέρα μακριά ένα νησί κι ακόμα πιο πίσω όταν ο καιρός ήταν καλός ένα άλλο χαμένο μέσα στα σύννεφα και την ομίχλη. Στο σπίτι εκείνο είχε δει μια ταινία που τη θυμόταν για χρόνια, έπαιζαν ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και η Τατούμ ο Νηλ, εκείνος ήταν ζωγράφος κι εκείνη ένα κοριτσάκι κι είχαν ερωτευτεί κι είχε πάει να τον βρει σε κάποια πόλη, της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση εκείνη ταινία. Εκεί είχε ακούσει και κάτι τραγούδια που της είχαν αποτυπωθεί, «Αυτή η νύχτα μένει» με τη Γιώτα Λύδια, ένα άλλο του Μητσιά, «Ποτέ ξανά, τα μάτια σου τα φωτεινά δε θα με ντύσουν γιορτινά», κι ένα ακόμα «στα χιλιάδες χρώματα, ας ήταν να βρεθώ» της είχαν μείνει εκείνα τα τραγούδια…

Δεν ήταν η πρώτη φορά που την απογοήτευε, κάποια στιγμή ήθελε να ξεκινήσει κάτι, μια δουλειά, και του είχε ζητήσει βοήθεια, εκείνος ήταν προσηνής κι ευπροσήγορος όπως πάντα αλλά δεν έκανε και πολλά, κάτι αόριστες υποσχέσεις και κάτι ψιλά μόνο της έδωσε για το θεαθήναι περισσότερο, όλο το λούκι μόνη της το πέρασε. Κι όταν πέθανε ο πατέρας τους διαπίστωσε ότι είχε σηκώσει όλα τα λεφτά από τον οικογενειακό λογαριασμό χωρίς να της πει κουβέντα, όταν το έμαθε την έπιασε μια υστερία κι άρχισε να φωνάζει μπροστά στη μάνα της και σ’ όλο το σόι, περίμενε ότι θα συντάσσονταν κάποιος μαζί της όμως κανένας δεν τη στήριξε, κανένας δεν πήρε το μέρος της, ένιωσε ότι την είχαν προδώσει μέχρι το μεδούλι. Δεν την ένοιαζαν τα λεφτά, εκείνο που την πλήγωνε ήταν που δεν τη ρώτησε, δε νοιάστηκε για τη γνώμη της, την αγνόησε εντελώς σα να μην υπήρχε και κανείς δεν έβλεπε το οφθαλμοφανές, όλοι έμοιαζαν τυφλοί κι ασυγκίνητοι, από τότε έκανε πέρα το σόι, δεν το υπολόγιζε, όλοι είχαν αποδειχτεί άχρηστοι, ήταν σα να άλλαζε ο κόσμος γύρω της.

Νάτος πάλι λοιπόν να γελά μαζί της την ώρα που καίγονταν , δεν είχε αλλάξει ούτε εκατοστό κι ήταν εξωφρενικό, οι παλιές ιστορίες της ήρθαν στο μυαλό και την έκαναν έξαλλη, πήρε φόρα και του τα έχωσε άγρια, τον πήρε παραμάζωμα, όταν θύμωνε δε καταλάβαινε τίποτα, τα λόγια έβγαιναν από μέσα της σαν ποτάμι, όλη της η πίκρα ξεχείλιζε, «καλά είσαι βλάκας, επίτηδες το κάνεις, νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω, μα πόσο χαζός είσαι, πόσο ξεροκέφαλος, πόσο αλήτης, αν είναι να έχω αδέλφια σαν και σένα χίλιες φορές καλύτεροι οι εχθροί μου!» Τον είχε στήσει εκεί πέρα και τον κοπανούσε ανελέητα, εκείνος είχε μαζευτεί σε μια γωνιά και δε μιλούσε μονάχα την κοίταγε σα χαμένος, δεν έβρισκε να πει τίποτα, του τα θύμισε όλα και τον περιέλουσε με κάτι τέτοιες κουβέντες που όλοι γύρισαν και τους κοιτούσαν.

Ποτέ της δε φανταζόταν ότι θα έρχονταν έτσι τα πράγματα, ότι η ζωή θα γύριζε έτσι και το πρόσωπο που ήταν το πιο αγαπημένο της θα έφευγε τόσο μακριά, θα της έκανε τόσο κακό. Θυμήθηκε μια άλλη κουβέντα που της είχε πει κάποτε και δεν είχε δώσει σημασία τότε, « ξέρεις τι είπε ο δάσκαλος στο δημοτικό όταν πήγε ο πατέρας να ρωτήσει για μένα; είπε ‘’αυτό το άλλο το παιδί σου είναι απίστευτο, καμιά σχέση με τον αδερφό της !’’ ». Όπως το σκεφτόταν ήταν αγκάθι για κείνον, δε δεχόταν ότι η μικρή ήταν καλύτερη σε κάποια πράγματα, δεν μπορούσε να το χωνέψει. Από τότε που ήταν παιδιά το είχε βάλει στο μυαλό του κι έτσι ρίζωσε ο σπόρος της ζήλιας βαθειά και τον ακολουθούσε πάντα σ’ όλη τους τη ζωή . Όποτε βρίσκονταν σε καλή φάση εκείνος ήταν απόμακρος, όλο γκρίνιαζε, ποτέ δεν της είχε πει μια καλή κουβέντα. Μόνη της τα έβγαλε πέρα, μόνη της είχε κάνει καριέρα, σπίτι, οικογένεια κι ότι μπόρεσε τέλος πάντων. Όποτε είχε προβλήματα βέβαια ήταν κοντά της, έτρεχε, σκίζονταν ήταν στο στοιχείο του σα να ήθελε αυτή να είναι η μόνιμη κατάσταση, όμως αυτό δεν είναι υγειές έτσι δεν είναι; Δε γίνεται όποτε είμαι στα κάτω μου να είσαι εντάξει και μόλις πάω να χαρώ να φρίττεις, δεν είναι έτσι η φύση, δεν είναι λογικό, κάτι δεν πάει καλά. Τέτοια σενάρια έβλεπε μόνο στην τηλεόραση, αδέλφια που σκοτώνονταν, που βρίζονταν που έκαναν πράγματα τρελά και να τώρα εδώ μπροστά στα μάτια της τον έχανε, ένοιωθε ότι απομακρύνονταν, έφευγε μακριά, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα κι ούτε ήθελε, είχε βαρεθεί τα καμώματα του «άι στο διάλο πια» έλεγε μέσα της, ήθελε την ησυχία της.

Από τότε που είχε αδειάσει τον λογαριασμό ήθελε να του τα πει χοντρά μα δεν έβρισκε την ευκαιρία. Τελευταία φορά είχαν συναντηθεί στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα μέρος με καμάρες ψηλές κάτω από κάτι κολώνες, Νοέμβριος ήταν κι έβρεχε καταρρακτωδώς , είχαν καιρό να μιλήσουν, έπεσε πάνω του κατά τύχη και για λίγο ένιωσε όπως παλιά, πόσο της είχε λείψει! Ότι και να είχε γίνει ήταν ο άνθρωπος της για πολλά χρόνια, τον πονούσε, απ’ τι είχε μάθει τελευταία είχε κάνει κάτι ατασθαλίες, είχε διοριστεί κάπου και είχε κάνει κάτι λαμογιές, πάντα ήξερε ότι δεν ήταν και τόσο αθώος όμως τώρα επιπλέον είχε κι ένα πρόβλημα υγείας σοβαρό. « Δεν εξηγήθηκες καλά αλλά δε σου κρατώ κακία, να προσέχεις και μη φοβάσαι, θα σε γηροκομήσουν οι κόρες σου αν χρειαστεί, είναι καλά παιδιά» του είχε πει κι εκείνος σαν να παρεξηγήθηκε και της απάντησε με το γνωστό του ειρωνικό ύφος, «βιάζεσαι να με γεράσεις, ωραία είσαι κι εσύ !» Στεναχωρήθηκε τότε που τον είδε έτσι σε κακό χάλι, είχε αδυνατίσει, έκοψε και το τσιγάρο, χαμογελούσε σα να μην το έπαιρνε όλο αυτό στα σοβαρά, έτσι ήταν πάντα άλλωστε…

Όμως δεν είχε αλλάξει, η ζήλεια μέσα του δεν είχε φύγει ποτέ και το απέδειξε τώρα που τον χρειαζόταν, ήταν σα να της έλεγε «πάλι στα χέρια μου έπεσες, πάλι από μένα εξαρτάται, χωρίς εμένα δεν μπορείς!» αλλά όλο αυτό έπρεπε να τελειώσει, δε γινόταν να πάει έτσι, του τα είπε και ξεθύμανε κι εκείνος σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να πει τίποτα, τι να πει άλλωστε. Έμεινε μόνη της και βιάστηκε να φύγει από κείνο το καταραμένο μέρος, περπάτησε κατά την τεράστια τσιμεντένια προβλήτα που έκλεινε το λιμάνι στην είσοδο της πόλης, ανέβηκε κάτι σκαλιά και περπάτησε κατά μήκος του τσιμεντένιου φράγματος κοιτάζοντας τα ιστιοπλοϊκά, τις βάρκες και το νησί που διαγράφονταν πέρα στον ορίζοντα πίσω απ'  τα ρεύματα της θάλασσας, στο μυαλό της γυρνούσε ένα τραγούδι που άκουγε τότε που κοιμόταν στο σπίτι του αδελφού της,  « ποτέ ξανά, οι γειτονιές και τα στενά, δε θα μας δουν ποτέ ξανά» .

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

PAC-MAN

Μια μέρα όπως έβλεπε το είδωλο της στον καθρέφτη του μπάνιου της φάνηκε ότι είδε τον εαυτό της να γελά και να κάνει μορφασμούς μέσα από το γυαλί, αμέσως σκέφτηκε ότι αυτό δεν ήταν σημάδι για καλό, «να προσέχεις» είπε στον άντρα της το βράδυ που έφευγε για τη δουλειά και του εξήγησε τι είχε δει στον καθρέφτη , εκείνος την αποπήρε, «μα τι βλακείες κάθεσαι και λες!» όμως η καρδιά του φτερούγησε, όποτε η γυναίκα του έλεγε κάτι τέτοιο συνήθως έπεφτε μέσα, είχε μια μεταφυσική αντίληψη για τα πράγματα, πρόσεχε κάθε σημάδι είτε ήταν όνειρο, είτε κάποιο δόντι που έσπαγε και τον τελευταίο καιρό ήταν σίγουρη ότι η οπτασία της μάνας της που είχε πεθάνει από χρόνια, περιφέρονταν στο σπίτι, ένα βράδυ μάλιστα αισθάνθηκε ότι αιωρούνταν πάνω από το κρεβάτι που κοιμόταν, την είχε νιώσει τόσο κοντά που μύριζε την ανάσα της , όταν ξύπνησε είχε τη μυρουδιά της στη μύτη της για ώρα πολύ, ήταν σίγουρη ότι ήρθε να τη δει εκείνο το βράδυ.

Όταν δεν τον έβλεπε έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε για τη νυχτερινή βάρδια σ’ ένα φούρνο που έβγαζε ψωμιά κι ένα σωρό αρτοποιήματα, ο φούρνος ήταν κοντά στο σπίτι του κι έτσι πήγαινε περπατώντας, για να γλυτώσει δρόμο περνούσε από ένα στενό όπου είχαν κατασκηνώσει κάτι μετανάστες περίεργοι, είχαν μάλιστα βγάλει κι ένα κρεβάτι και κοιμόταν στο δρόμο, ήταν ένα αλλόκοτο θέαμα. Πρόσεχε μη πεταχτεί κανένας από το παλιόσπιτο όπου φύλαγαν την πραμάτεια τους όταν ένα μηχανάκι εμφανίστηκε απ’ το πουθενά και τον χτύπησε με φόρα, ο τύπος που το οδηγούσε σταμάτησε μια στιγμή και πρόλαβε να δει το πρόσωπο του, ένας σκουρόχρωμος με ξυρισμένο κεφάλι και τεράστιους ώμους, μόλις τον είδε να σηκώνεται ξανά στα πόδια του γκάζωσε το καταραμένο μηχανάκι του κι εξαφανίστηκε στη νύχτα. Έμεινε μόνος του μέσα στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβη, το πόδι του πονούσε λίγο αλλά μπορούσε να το πατήσει κανονικά «διάβολε, παραλίγο να βγει σωστή!» σκέφτηκε ξεσκονίζοντας το παντελόνι του και βιάστηκε να φτάσει στην ώρα του.

Όσο δούλευε δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την προειδοποίηση της γυναίκας του, ένας γνωστός του την είχε πάθει κάπως έτσι, είχαν χτυπήσει το αυτοκίνητο του, καθυστέρησε να πάει στη δουλειά και τον είχαν απολύσει. Στο καπάκι ξεκίνησε να δουλεύει οδηγός σ’ ένα ταξί και καθώς δεν ήξερε το πρώτο βράδυ κιόλας πήρε κάτι πρεζόνια που μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο του ζήτησαν τα λεφτά του, εκείνος αρνήθηκε να τους δώσει το πορτοφόλι και τον μαχαίρωσαν εν ψυχρώ . Ήταν μια αλυσίδα γεγονότων που η γυναίκα του ήταν σίγουρη ότι δεν συνέβησαν τυχαία, ήταν σα να είχε συνωμοτήσει η τύχη για να τον αποτελειώσει, σαν κάποιος να είχε οδηγήσει το άλλο αυτοκίνητο να τον χτυπήσει για να καθυστερήσει, κι ύστερα βρέθηκε το ταξί που τον πήγε στους ναρκομανείς οι οποίοι τον φάγανε , ήταν σαν κάποιο χέρι αόρατο καθοδηγούσε τις κινήσεις του και κανόνιζε την πορεία του, και στη δική του περίπτωση θα μπορούσε να έχει την ίδια εξέλιξη.

Έτσι περίεργη ήταν πάντα η γυναίκα του, είχε μεγαλώσει σε μια περιοχή έξω από την πόλη όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς της τότε που ήρθαν από μια χώρα που βρίσκονταν κάπου στα βάθη της Ασίας, κι όλα όσα πέρασε την είχαν κάνει κάπως παράξενη . Όταν ήταν μικρή δεν είχαν άδεια, ούτε ρεύμα κι εκείνη καθόταν μοναχή καθώς οι γονείς της έτρεχαν στη δουλειά. Το σπίτι της φαίνονταν τρομακτικά μεγάλο κι έπρεπε να περάσει ώρες ατελείωτες εκεί μέσα χωρίς να ξέρει τι να κάνει, μια φορά κάποιος είχε καρφώσει στην αστυνομία ότι ήταν παράνομοι κι ένας χωροφύλακας ήρθε να ελέγξει, δεν τρόμαξε καθόλου παρόλο που ήταν μόνη σ’ ένα χώρο απέραντο, του είπε μόνο ότι περίμενε τον μπαμπά της να σχολάσει, ο αστυνομικός την κοίταζε με δέος .

Όσο παράξενη κι αν ήταν την αγαπούσε και της είχε φτιάξει ένα σωρό πράγματα επειδή τα χέρια του έπιαναν. Της είχε στήσει ένα κρεβάτι πολύ ωραίο, ξύλινο γύρω- γύρω μ’ ένα στρώμα ανατομικό, το καλύτερο που υπήρχε. Είχε στερεώσει στον τοίχο ψηλά μια μπάρα για να γυμνάζεται, της άρεσε πολύ, αν και είχε μεγαλώσει πια διατηρούσε ακόμα την ευλυγισία της επειδή έκανε χρόνια γυμναστική, είχε πάρει μάλιστα μέρος και σε κάτι αγώνες και διακρίθηκε. Όσο εκείνη σκάλωνε τα πόδια της και κρεμιόταν ανάποδα αυτός καθόταν εκεί και την έβλεπε , «πρόσεχε!» της φώναζε καθώς την κοιτούσε να κάνει μια τούμπα στον αέρα και να προσγειώνεται στο πάτωμα, εκείνες τις στιγμές την αγαπούσε πολύ κι ήθελε πάντα να είναι μαζί της.

Εκείνη ήταν καλή στη γυμναστική αυτός όμως πήγαινε χρόνια σε μια ομάδα πυγμαχίας, κάποτε ήθελε να γίνει επαγγελματίας κι όλοι έλεγαν ότι είχε φοβερό ταλέντο, ο προπονητής του τον φώναζε Pacman επειδή το επίθετο ήταν Καπάκης, κάποιος τον έχε βαφτίσει έτσι κι από τότε του έμεινε. Ετοιμάζονταν να υπογράψει συμβόλαιο με κάτι πράκτορες όμως ο πατέρας του δεν τον άφησε να συνεχίσει και το είχε απωθημένο αν και με τα χρόνια καταλάβαινε ότι είχε δίκιο ο πατέρας του. Εξακολουθούσε όμως να εξασκείται, είχε πάρει κι ένα σάκο του μποξ που τον είχε κρεμάσει από το ταβάνι κι όποτε μάλωνε με τη γυναίκα του ξεσπούσε εκεί πέρα, καμιά φορά ερχόταν κι εκείνη να δοκιμάσει και της εξηγούσε πώς να χτυπά για να μη πληγώνει τα δάχτυλα της και να μην πονούν οι ώμοι της, πώς να δίνει ώθηση μ’ όλο της το σώμα ξεκινώντας από τα πόδια, πώς να συγχρονίζει τις κινήσεις της, πώς να σφίγγει τη γροθιά της σωστά, κι αφού την άφηνε να χτυπηθεί εκεί πέρα έπαιρνε φόρα και κοπανούσε τον σάκο τόσο δυνατά που μια φορά τον είχε ξηλώσει…

Στο φούρνο ήταν καλά τώρα που οι θερμοκρασίες έπεφταν, το καλοκαίρι ήταν ζόρικα κι ίδρωνε όλη την ώρα αλλά καθώς ερχόταν ο χειμώνας η ζέστη που έβγαινε μαζί με τις μυρωδιές από τα ψωμιά που ψήνονταν σου έφτιαχναν τη διάθεση. Έκανε χρόνια τούτη τη δουλειά και του άρεσε αλλά ποτέ δεν είχε χορτάσει τη μέρα. Στα ρεπό του σηκώνονταν επίτηδες νωρίς να δει τον κόσμο που έβγαινε για ψώνια, τις μαμάδες που έσπρωχναν τα καροτσάκια, τα μαγαζιά που άνοιγαν ξεπλένοντας τις εισόδους τους, ήταν σκηνές που ποτέ δεν μπορούσε να χαρεί. Ξεκινούσε τη βάρδια ζεσταίνοντας τις μηχανές κι έπειτα έπρεπε να ετοιμάσει τα κουλούρια και τα τσουρέκια, όλα ήταν συγχρονισμένα ώστε κατά το ξημέρωμα να είναι έτοιμες οι πρώτες φουρνιές, εκείνη την ώρα το αφεντικό του πήγαινε σ’ ένα δωματιάκι πάνω απ’ το φούρνο και κοιμόταν λίγο, πολύ τον ζήλευε που είχε αυτή την πολυτέλεια ενώ εκείνος έπρεπε να κουβαλά τα ταψιά με τα ζεστά ψωμιά καθώς ο κόσμος άρχιζε να έρχεται.

Μαζί με τα αρτοσκευάσματα έβγαζαν και γλυκά φουρνιστά, κάτι σιροπιαστά που γίνονταν ανάρπαστα, εκείνη τη μέρα είχαν δοκιμάσει μια καινούρια συνταγή κι ανυπομονούσαν να δουν πως θα πάει, όπως απίθωνε το ταψί στον πάγκο είδε να μπαίνει στο μαγαζί εκείνος ο τύπος με τους τετράγωνους ώμους που τον είχε χτυπήσει, ζήτησε μια τυρόπιτα κι όταν την έβαλαν μπροστά του έβγαλε ένα μαχαίρι κι άρπαξε το κορίτσι που ήταν πίσω από το ταμείο και της είπε να του δώσει ότι χρήματα είχε, η κοπέλα πανικοβλήθηκε κι απ’ το τρέμουλο έριξε κάτω το συρτάρι με τα χρήματα. Άφησε το ταψί με τα γλυκά κι έσκυψε να μαζέψει τα χαρτονομίσματα, καθώς τα έδινε στον τύπο με το ξυρισμένο κεφάλι τον έκοβε, είδε ότι κρατούσε το μαχαίρι με το αριστερό του χέρι άρα εκείνη η μεριά του ήταν η πιο δυνατή, τον ζύγισε μια στιγμή κι έπειτα του κοπάνησε μια γροθιά στο στέρνο. Ο άλλος ξαφνιάστηκε κι όρμησε να τον χτυπήσει με το μαχαίρι, έκανε ένα βήμα πίσω κι ένιωσε όπως τότε που ήταν στο ρινγκ μόνο που εδώ ο άλλος είχε το μαχαίρι αλλά ήταν τόσο αργός που δεν τον φοβόταν. Απέφυγε μια σειρά από επιθέσεις φέρνοντας τις γροθιές στο πρόσωπο του και πηδώντας δεξιά αριστερά παρόλο που το χτυπημένο πόδι του τον δυσκόλευε -κάποτε έκανε πολλές ώρες σκοινάκι για να έχει καλό συντονισμό των χεριών και των ποδιών. Βλέποντας τον άλλον να αγκομαχά άρχισε να τον χτυπά στο πρόσωπο μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές τόσο γρήγορα που άλλος άρχισε να ζαλίζεται και να γέρνει, τότε τον πλησίασε κι άρχισε να τον κοπανά πολύ δυνατά κι όταν ο άλλος γονάτισε δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε να τον χτυπά μέχρι που τον ξάπλωσε στο πάτωμα, οι κοπέλες πίσω απ’ τα ταμεία κοιτούσαν σαν χαζές .

Από τη φασαρία ξύπνησε το αφεντικό κι έτρεξε εκεί πέρα την ώρα που ερχόταν η αστυνομία που κάποιος την είχε ειδοποιήσει, «τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησε ένας νεαρός με στολή «παλέψαμε λίγο» τους είπε «καλά και μόνος σου τον ξάπλωσες, αυτός είναι διπλάσιος από σένα» του είπε «ε να έχω κάνει λίγο πάλη» απάντησε εκείνος.

Την ώρα ακριβώς που σχολούσε ο ήλιος εμφανίζονταν πίσω απ’ τα βουνά και τα φώτα του δρόμου έσβησαν όλα μαζί σα να είχαν συνεννοηθεί. Για κάποιο λόγο αισθάνονταν μια ευφορία μέσα του, είχε χρόνια να κάνει έναν τέτοιο καλό αγώνα κι έφερνε στο νου μία- μία τις κινήσεις του, τελικά δεν είχε χάσει τη φόρμα του, έπρεπε να δουλέψει λίγο περισσότερο το δεξί αλλά και πάλι ήταν εντάξει . Μια γυναίκα έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο κι ένα γέρος σήκωνε το στόρι από κάποιο κατάστημα, ένα κοπάδι πουλιών πετούσε σε σχηματισμό κάπου πέρα μακριά στον ορίζοντα, οι υδροφόρες του δήμου έβρεχαν την άσφαλτο, ξημέρωνε ο θεός, κι ο κόσμος ξεκινούσε τη μέρα του, ήταν μια στιγμή μαγική.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΔΙΣΚΟΕΙΔΗΣ ΑΣΤΕΡΑΣ

 

 Δοκίμασε να μπει στο φαρμακείο μα η πόρτα ήταν κλειδωμένη, την έσπρωξε με δύναμη όμως πάλι δεν άνοιξε, τότε έπεσε ολόκληρος πάνω της κι η πόρτα υποχώρησε, δεν υπήρχε κανένας εκεί πέρα μονάχα ράφια αραχνιασμένα και μπουκαλάκια αραδιασμένα στους πάγκους, ανέβηκε τρέχοντας τις ξύλινες σκάλες και βρήκε στο ανώγειο το φαρμακοποιό ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φοβήθηκε να τον πλησιάσει καθώς παντού γύρω θέριζε η πανούκλα, το πρόσωπο του φαρμακοτρίφτη ήταν γεμάτο σημάδια, οι ώρες του ήταν μετρημένες, έβαλε τη δεξιά μπότα στο λαιμό του και τον ρώτησε άγρια «πούλησες κανένα δηλητήριο τελευταία; » ο γέρος τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα σκοτεινό και φοβισμένο, «όχι» είπε ξεψυχισμένα «δεν έχω πουλήσει κάτι τέτοιο εδώ και χρόνια», έμοιαζε να λέει την αλήθεια και τον άφησε να πεθάνει ήσυχος .

Στάθηκε κάτω από ένα μπαλκόνι κι έβγαλε το δερμάτινο ασκί του να πιει λίγο νερό , είχε άλλα δυο μαγαζιά με φάρμακα να ψάξει για να βρει από πού προήλθε το δηλητήριο που σκότωσε το διάδοχο, ήταν μια αποστολή πολύ δύσκολη κι ο καινούριος βασιλιάς μόνο αυτόν εμπιστεύονταν να τη φέρει σε πέρας. Το αγοράκι είχε δηλητηριαστεί πριν μια βδομάδα από κάποια τροφή κι όλοι οι γιατροί έπεσαν πάνω του να το σώσουν, δοκίμασαν ένα σωρό βότανα, η μάνα του ξαγρυπνούσε αλλάζοντας πανιά στο μέτωπο του για να το κρατά δροσερό στην κάψα του καλοκαιριού, κι εκεί που έδειχνε ότι θα το περνούσε ένα πρωινό ξεψύχησε μέσα σε σπασμούς βυθίζοντας σε θλίψη όλο το παλάτι.

Τον δεύτερο φαρμακοποιό που ήταν κι ο πιο παλιός , τον βρήκε να ποτίζει τον κήπο του, δρασκέλισε έναν πέτρινο χαμηλό τοίχο και βρέθηκε ακριβώς πίσω του, ο φαρμακοποιός τον κατάλαβε την τελευταία στιγμή «ποιος είσαι;», τον ρώτησε δοκιμάζοντας να κατεβάσει την κουκούλα του Καστροφύλακα, «εγώ κάνω τις ερωτήσεις!» του φώναξε αρπάζοντας το χέρι του κι ο φαρμακοτρίφτης μαζεύτηκε πίσω τρομαγμένος, «θα σου πω, θα σου πω!» έγνεψε, «άκουσα τι έγινε, δεν το πούλησα εγώ αλλά ξέρω τι σκότωσε το παιδάκι, μίλησα μ’ ένα γιατρό που το είδε και είμαι σίγουρος ότι έφαγε μανιτάρια δηλητηριασμένα, αυτά προκαλούν σπασμούς, μπορώ να σου δείξω και πιο μανιτάρι ήτανε».

Επιτέλους είχε ένα στοιχείο, η δουλειά είχε γίνει λοιπόν στην κουζίνα, εκεί έπρεπε να ψάξει, κάποιος μάγειρας ίσως ή κάποια γυναίκα που βοηθούσε είχε ρίξει το μανιτάρι, ένα σωρό κόσμος έμπαινε στα μαγειρεία, δε θα ήταν εύκολο να βρει άκρη όμως τουλάχιστον ήξερε που να ψάξει. Όπως κάλπαζε δίπλα σε κάτι κολώνες αρχαίες που στήριζαν τα αυλάκια ενός υδραγωγείου, σκεφτόταν εκείνο το παιδάκι που όλοι το αγαπούσαν, δεν έμοιαζε καθόλου στον πατέρα του όμως εκείνος το λάτρευε και του είχε στοιχίσει πολύ η απώλεια του, για πολλές μέρες δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, είχε αποτραβηχτεί σ’ ένα κελί εντελώς αποκαρδιωμένος.

Έπρεπε τώρα να ψάξει όλους όσους έμπαιναν στο μαγειρείο, είχε πολύ δουλειά και βιάζονταν να γυρίσει στο παλάτι, καθώς πλησίαζε τον έπιασε μια βροχή τόσο δυνατή που δεν έβλεπε μπροστά του, ευτυχώς ο δρόμος σ’ εκείνο το σημείο ήταν σκυροστρωμένος και το άλογό του δεν κινδύνευε να γλιστρήσει στις λάσπες . Γυρνώντας στο κάστρο πήγε κατευθείαν στα λουτρά να πλυθεί και μετά συνάντησε το βασιλιά στην αυλή, κάτω από ένα υπόστεγο, όπου εξασκούνταν στο σπαθί με κάνα δυο ακόμα άνδρες, όλοι ήταν ιδρωμένοι και τον χαιρέτησαν μόλις τον είδαν, «Έλα να με βρεις στο τραπέζι» του είπε ο βασιλιάς σκυθρωπός καθώς έδινε το ξίφος του για να το βάλει στην οπλοθήκη, εκείνος το χάζεψε για λίγο δοκιμάζοντας με το δάχτυλο την κόψη του που έμοιαζε στομωμένη, «θέλει ακόνισμα» είπε μέσα του .

Στη μεγάλη τραπεζαρία με τις βαριές πορφυρές κουρτίνες ο βασιλιάς έστεκε μόνος δίπλα στο τζάκι όπου έτριζε ένας καρβουνιασμένος κορμός, «Έλα να στεγνώσεις » του είπε «πιες λίγο κρασί, είναι πολύ καλό!», σήκωσε μια κούπα ξύλινη κι ήπιε λαίμαργα «πολύ ωραίο!» είπε καταπίνοντας μερικές γουλιές, ύστερα άρχισε να του εξηγεί τι του είπε ο φαρμακοποιός στην πόλη, ο βασιλιάς έδειχνε σκεφτικός . Προτού καθίσει στο δείπνο όπου μαζεύονταν όλη η ακολουθία του παλατιού, πέρασε μια στιγμή από το μαγειρείο, του άρεσε πάντα να βλέπει τις ετοιμασίες, τα καζάνια που έβραζαν τους ζωμούς, τους υπηρέτες που γέμιζαν τα βαρέλια με νερό και κρασί, τους χασάπηδες που κρεμούσαν τα κυνήγια σε τσιγκέλια μπηγμένα ψηλά στον τοίχο, τις φρουτιέρες που γέμιζαν με ροδάκινα και κεράσια. Έφερε μια βόλτα σ’ όλο το χώρο με το βλέμμα του προσπαθώντας να διακρίνει κάτι ύποπτο, εκείνος που είχε βάλει το δηλητηριασμένο μανιτάρι ήξερε σίγουρα τη δουλειά του πολύ καλά, μπορούσε να επιλέξει μόνο ένα θύμα, το πιο αδύνατο που ήταν το παιδάκι, στους άντρες και στις γυναίκες δε θα είχε την ίδια επίδραση, άρα έψαχνε για κάποιον ικανό κι επιτήδειο.

«Μπήκε κανένας ξένος στην κουζίνα τον τελευταίο καιρό;» ρώτησε τη γριά μαγείρισσα που επέβλεπε όλες τις ετοιμασίες, «όχι άρχοντα μου! » απάντησε εκείνη με τη βαριά μπάσα φωνή της, « κανείς δεν επιτρέπεται να βρίσκεται εδώ όταν ετοιμάζουμε τα φαγητά, κόβω το χέρι μου για όλους εδώ μέσα, όλοι είναι τίμιοι κι ευλογημένοι από τον επίσκοπο που έρχεται καμιά φορά να δοκιμάσει τα κρασιά, έχει πολύ λεπτεπίλεπτη κράση και τον πειράζουν, λέει ότι το στομάχι του είναι ο καλύτερος δοκιμαστής, αν δε νιώσει ενοχλήσει σημαίνει ότι το κρασί είναι άριστο !». Ώστε λοιπόν υπήρχε κάποιος που έμπαινε στην κουζίνα, ο επίσκοπος έχαιρε μεγάλου σεβασμού κι ο βασιλιάς τον είχε σε μεγάλη υπόληψη οπότε δεν μπορούσε να του πει τίποτα προτού σιγουρευτεί όμως έπρεπε να τον εξετάσει κι εκείνον.

Στο δείπνο παρατηρούσε το αφεντικό του που δεν έτρωγε καθόλου μονάχα κάτι μουρμούριζε και σε μια στιγμή φώναξε «θα τον βρω το φονιά και θα τον κάνω να μετανιώσει, θα φτύσει το γάλα της μάνας του !» -«μη λες τέτοια λόγια !» του είπε η γυναίκα του κι ο βασιλιάς έξαλλος σα να του έφταιγε εκείνη της είπε «κλείσε το καταραμένο στόμα σου! » κι από τη φούρια του τράβηξε πρώτα το τραπεζομάντηλο κι έπειτα αναποδογύρισε το τεράστιο τραπέζι, παντού γύρω σκόρπισαν κρέατα και κρασιά, ένας σκύλος έτρεξε ν’ αρπάξει ένα κοτόπουλο κι ο βασιλιάς τον κλώτσησε άσχημα, το ζώο εξαφανίστηκε κλαίγοντας, η ατμόσφαιρα βάρυνε πολύ κι όλοι σηκώθηκαν να φύγουν .Ο Καστροφύλακας πρόλαβε να αρπάξει μια γαβάθα με λίγο κρέας, δεν είχε προλάβει να φάει τίποτα, και τράβηξε για την κάμαρα του, ήξερε ότι ο βασιλιάς είχε μια σκοτεινή πλευρά, τον είχε δει να σκοτώνει δίχως έλεος πολλούς αιχμαλώτους που του φιλούσαν τα πόδια, κι αν έχανε τον έλεγχο θα ήταν πολύ επικίνδυνο, κάτι συνέβαινε στην αυλή του παλατιού κι έπρεπε να βρει οπωσδήποτε ποιος κρύβονταν πίσω απ’ όλα αυτά, ήταν η σειρά του επισκόπου, έπρεπε να μάθει τι ρόλο έπαιζε…

Δυο ψηλά κυπαρίσσια φυτεμένα στις δυο μεριές σαν φρουροί ακίνητοι υψώνονταν μπροστά στο επισκοπείο , πέρασε ανάμεσα τους κι έφτασε στην είσοδο όπου υπήρχε ένα φρουρός , του έριξε δυο νομίσματα που κι εκείνος τα κουδούνισε πολλές φορές στη χούφτα του, ύστερα χαμογέλασε πονηρά και τον άφησε να περάσει . Στον καθεδρικό ναό που βρισκόταν στο κέντρο του συγκροτήματος, μερικά κεριά έριχναν λιγοστό φως ενώ οι σκιές από τις μαρμάρινες κολώνες γέμιζαν απόκοσμα όλο το χώρο. Ο επίσκοπος προσεύχονταν γονατισμένος κάτω από μια εικόνα, γονάτισε δίπλα του κι ο ιερωμένος σα να σκίρτησε μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του, « σήμερα δεν εξομολογώ» του είπε «δεν θέλω εξομολόγηση» ψιθύρισε ο Καστροφύλακας, θέλω μόνο να σε ρωτήσω αν είδες κάτι ύποπτο στην κουζίνα του παλατιού, είσαι σοφός άνθρωπος και μπορείς να διακρίνεις αν κάτι δεν πάει καλά.

Όσο μιλούσε προσπαθούσε να βρει τα μάτια του μέσα στο σκοτάδι για να καταλάβει αν του έλεγε ψέματα όμως εκείνα τα καταραμένα κεριά δεν βοηθούσαν κι ο επίσκοπος έμοιαζε να κομπιάζει, έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον στριμώξει όμως φοβούνταν το σκάνδαλο, ο δεσπότης ήταν πρόσωπο ισχυρό, είχε μεγάλη ισχύ, δεν ήξερε τι να κάνει, έπαιζε το κεφάλι του εκεί πέρα, το σκέφτηκε λίγο κι αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα , έπιασε το δεσπότη από τη μακριά γενειάδα του, τον ξάπλωσε στο μαρμάρινο δάπεδο κι έβγαλε από τη θήκη της πλάτης το τεράστιο σπαθί του , «πες μου παππά, έκανες τίποτα εκεί μέσα στην κουζίνα, πες μου γιατί σε σκοτώνω τώρα!» φώναξε κολλώντας τη λάμα στο λαιμό, είχε σκάσει επειδή δεν μπορούσε να δει τα μάτια, για μια στιγμή ταλαντεύτηκε σα να μετάνιωσε γι αυτό που έκανε όμως τότε ακούστηκε μια φοβερή έκρηξη στον ουρανό που φωτίστηκε σα να βγήκε ξαφνικά ο ήλιος, κοίταξε ψηλά από τα παράθυρα και είδε έναν τεράστιο μετεωρίτη σε σχήμα δίσκου να κατρακυλά σκίζοντας τον ουράνιο θόλο και προκαλώντας απίστευτο κρότο. Το φαινόμενο πρέπει να διήρκεσε περίπου πέντε λεπτά όμως ο επίσκοπος είχε γίνει κάτωχρος από τούτο το σημάδι του θεού που έμοιαζε να τον απειλεί, ο Καστροφύλακας σκιάχτηκε όμως μπορούσε επιτέλους να δει καθαρά το πρόσωπο του και κατάλαβε ότι είχε λερωμένη τη φωλιά του, αυτό του έδωσε θάρρος κι όταν ο μετεωρίτης εξαφανίστηκε έσυρε προσεχτικά το σπαθί στο πλάι του λαιμού, «εκείνος φταίει, ο Βάρδας, μου ορκίστηκε ότι θα με έκανε αντιβασιλιά, εκείνος μου έδωσε τα μανιτάρια και τα έριξα στο πιάτο του παιδιού !» ψέλλισε τρέμοντας ο δεσπότης που δεν έδειχνε και τόσο γενναίος.

Ώστε λοιπόν ο Βάρδας ήταν πίσω απ’ όλα, εκείνος ο αιμοβόρος θείος του βασιλιά που είχε κτήματα κοντά στα σύνορα, είχε κάνει μια περιουσία απίστευτη στην άκρη της αυτοκρατορίας και ποιος ξέρει πως συνωμοτούσε από κει πέρα μαζί με τον επίσκοπο, τώρα μπορούσε να μιλήσει στο βασιλιά, άφησε τη γενειάδα του δεσπότη σκουπίζοντας μερικές τρίχες άσπρες που είχαν μείνει στη παλάμη του, «έχε χάρη που δεν θα μπορούσα ν’ αντικρίσω τη μάνα μου!» του είπε και τον άφησε εκεί πέρα σωριασμένο να ανασαίνει βαριά την ώρα που μερικοί καλόγεροι έτρεχαν προς την εκκλησία να δουν τι συνέβαινε .

Μόλις έμεινε μόνος του ο δεσπότης κατάλαβε ότι δεν είχε καιρό, σέλωσε τ’ άλογο του κι έφυγε μες τη νύχτα από το επισκοπείο, θα πήγαινε να βρει το Βάρδα εκεί κάτω στα σύνορα, μόνο εκεί ήταν ασφαλής. Το ξημέρωμα τον βρήκε μακριά από το παλάτι, κάλπαζε μέσα από τα χωράφια που πρασίνιζαν και σείονταν στον άνεμο ενώ μερικά άρχιζαν να γίνονται ξανθά, πλησίαζε ο θερισμός. Στην αριστερή μεριά του δρόμου υπήρχε μια μακριά σειρά από δέντρα που τα είχαν φυτέψει για να έχουν ίσκιο οι οδοιπόροι, όλη η διαδρομή ήταν ευχάριστη και κατά το μεσημέρι σταμάτησε κάτω από κάτι δέντρα να ξεκουραστεί, όπως σήκωνε το παγούρι για να πιει λίγο νερό ένα ξίφος γυαλιστερό καρφώθηκε στην κοιλιά και του έκοψε την αναπνοή, ύστερα ακούστηκαν βήματα κι από παντού εμφανίστηκαν στρατιώτες με σπαθιά που καρφώνονταν στο σώμα του, ο χρόνος γύρω κι όλη η πλάση μπροστά του πάγωσαν όπως έκλεινε τα μάτια του. 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...