Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

 


Ένα ζευγάρι τσαλαπετεινών φτεροκοπούσε στην αυλή του πατρικού του σπιτιού, αυτό δεν το περίμενε, τα πουλιά χοροπηδούσαν φλερτάροντας ανάμεσα στα χόρτα σαν να πανηγύριζαν για τον ερχομό της άνοιξης κι εκείνος τα χάζευε από το παράθυρο μη πιστεύοντας στα μάτια του, όλες τις μέρες που βρίσκονταν στο χωριό έβλεπε παντού πουλιά όλων των ειδών να φτεροκοπούν και να κουρνιάζουν στα καλώδια της ΔΕΗ αλλά δεν περίμενε ότι θα έβλεπε τσαλαπετεινούς μέσα στο χωράφι της αυλής του πατρικού του σπιτιού ! Μια άλλη μέρα που είχε πάει στα νεκροταφεία είδε μια αλεπού μέσα σ’ ένα ρέμα να τον κοιτά για ώρα από μακριά κι ύστερα να χάνεται ανάμεσα στα πουρνάρια , δεν μπορούσε να το πιστέψει, κάποτε όλα αυτά τα πουλιά και τα ζώα τα έβλεπες στα χωράφια κάτω στον κάμπο ή στις πηγές που έβγαζαν νερό τώρα την άνοιξη κι εκείνα κατέβαιναν απ’ τα βουνά και τις κρυψώνες τους να πιουν, τώρα δε φοβούνταν να μπουν μέχρι μέσα στο χωριό. Ένα άλλο που του έκανε εντύπωση ήταν τα σαλιγκάρια που είχαν πολλαπλασιαστεί, κάνοντας μια μικρή βόλτα σ’ ένα μέρος γεμάτο πέτρες και βράχους εκεί κοντά στα νεκροταφεία , είχε βρει πολύ εύκολα καμιά δεκαριά από κείνα τα όμορφα άσπρα που έψαχναν κάποτε, έναν καιρό τα είχαν σχεδόν εξαφανίσει καθώς τα μάζευαν με τα τσουβάλια όποτε έβρεχε τέτοια εποχή αλλά τώρα φαίνεται ότι είχαν αρχίσει ν’ αυξάνονται πάλι, αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον. Καθώς οι άνθρωποι λιγόστευαν στην ύπαιθρο τα ζώα και τα φυτά γέμιζαν το κενό κι έρχονταν να εγκατασταθούν μέχρι μέσα στα σπίτια χωρίς να φοβούνται, αυτή η αλλαγή του άρεσε πολύ, όπως λένε η φύση αντιπαθεί το κενό, ότι αδειάζει από κάτι θα γεμίσει με κάτι άλλο, όπως και να είχε ήταν ωραίο να βλέπεις εκείνα τα πουλιά και τα ζώα να έρχονται δίπλα σου, σ’ έκαναν να νιώθεις ότι ανήκες κι εσύ στο τοπίο, σε ηρεμούσαν.


Όπως προσπαθούσε να κοιμηθεί το βράδυ σκεφτόταν όλα όσα είχε δει, πιο πολύ τους τσαλαπετεινούς , ήταν αρκετά μεγάλα πουλιά μ’ εκείνο το εντυπωσιακό λοφίο, από που είχαν έρθει άραγε; Στριφογυρνώντας στο στρώμα άκουσε τ’ αηδόνια που τραγουδούσαν μέσα στη νύχτα, εκείνα που λέει κι ο ποιητής ότι δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς , το είχε ξεχάσει εντελώς αυτό, «καλά δεν κοιμούνται;» σκέφτηκε φωναχτά όμως εκείνα πανηγύριζαν που επιτέλους είχε ζεστάνει ο καιρός, είχε φύγει ο αντιπαθητικός χειμώνας και δε θα υπέφεραν άλλο απ’ τις παγωνιές και τα χαλάζια. Οι βροχές που έπεφταν συνέχεια είχαν προκαλέσει έναν οργασμό βλάστησης, στη βόλτα που είχε κάνει είδε δει ένα χαλί από άγρια τριφύλλια με τα κίτρινα ανθάκια τους που ήταν τόσο ζωηρά σα να πανηγύριζαν κι εκείνα πνιγμένα στις δροσοσταλίδες της βροχής, η τροφή γύρω ήταν άφθονη, είχε γεμίσει ο τόπος από χορτάρια, ζουζούνια και σπόρους για να τραφούν τα πουλιά γι αυτό δεν τα έπιανε ο ύπνος, έμοιαζε σα να ήθελαν να διαλαλήσουν παντού τον ερχομό του καλοκαιριού που πλησίαζε.

Όλα αυτά του είχαν φτιάξει τη διάθεση, ήδη από το δρόμο καθώς ερχόταν στο χωριό, έβλεπε όλη την ώρα έξω, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, πάντα ήταν ωραίο να μετακινείσαι αυτές τις μέρες, να περνάς από χωριά κι από πολιτείες, να βλέπεις κόσμο, ν’ αλλάζεις παραστάσεις ακούγοντας μουσικές στο ραδιόφωνο, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεχνάς τα προβλήματα σου ή να βρίσκεις λύσεις στα πιο δύσκολα θέματα.

Την Κυριακή των Μυροφόρων μαζεύτηκαν στο πατρικό του όλοι οι συγγενείς που μιλούσαν δυνατά πίνοντας κρασί και τσιμπολογώντας κάτι ψητά, ποτέ δε τρελαίνονταν για το κρέας, το μόνο που του άρεσε ήταν το αρνί με τα χόρτα που μάζευε η μάνα του από τον μπαξέ, από κείνο έφαγε μπόλικο. Ύστερα από λίγη ώρα βαρέθηκε τα φαγητά και τα κρασιά κι αποφάσισε να πάει στο σπίτι ενός γέρου με τον οποίο έψελνε τότε που ήταν πιτσιρικάς, ο γέρος διατηρούσε τη φωνή του και πάντα χαίρονταν να τον βλέπει, τον έβαλε εκεί να του πει ένα τροπάριο κι ο γέρος αναγάλλιασε, άρχισε να κουνά τα χέρια του καθώς έψαλε σημάδι ότι είχε βρει το στοιχείο του, η μουσική τον κυρίευε, οι ακτίνες του ήλιου έμπαιναν πίσω από τις κουρτίνες πλημυρίζοντας με φως το δωμάτιο κι εκείνος καθόταν κι άκουγε την καθαρή φωνή του γέροντα που δεν είχε αλλοιωθεί στο ελάχιστο, ήταν μια στιγμή μαγική.

«Χριστός Ανέστη!» ακούστηκε κάποιος και γυρνώντας είδε το αδερφό του γέρου που κρατούσε το μοναδικό μαγαζί του χωριού, είχε σκεβρώσει με τα χρόνια, μόνο τα μάτια του ξεχώριζαν πίσω από μια άσπρη γενειάδα που έφτανε μέχρι το στήθος. «Δεν έχουν καμιά σχέση οι δυο τους !» είπε μέσα του, τούτος εδώ ήταν πολύ παράξενος , τον θυμόταν από παλιά, όλα του έφταιγαν, με κανέναν δεν τα είχε καλά, ακόμα και τα παιδιά του ούτε που πατούσαν να τον δουν, έλειπαν κάπου σε μια χώρα πολύ μακρινή, όμως ήταν ο πιο πλούσιος κι ο πιο έξυπνος σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων, μπορούσες να μιλήσεις μαζί του για ένα σωρό πράγματα και σε κείνο το χωριό που είχε αδειάσει από ανθρώπους ήταν μια όαση για τη σκέψη.

«Πως τα βλέπεις τα πράγματα με τον πόλεμο ;» τον ρώτησε ξέροντας ότι ο άλλος θα τσιμπήσει, «Εγώ ξέρεις όλη νύχτα βλέπω τις ειδήσεις» είπε ο γενειοφόρος, « παρακολουθώ όλα τα νέα, ξέρω ένα σωρό λεπτομέρειες, ένα θα σου πω, όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα συμβαίνουν σε κάποιες σημαδιακές ημερομηνίες, αυτοί εκεί ψηλά που ορίζουν τον κόσμο έχουν μανία με τα νούμερα γι αυτό επιλέγουν ορισμένες χρονολογίες, από την αρχαιότητα συνέβαινε αυτό, τον Καίσαρα τον σκότωσαν στις 15 Μαρτίου, την ειδή του Μάρτη άμα ξέρεις, και μέχρι τώρα οι ημερομηνίες που διαλέγουν δεν είναι τυχαίες, δες για παράδειγμα την ημερομηνία που οι μουσουλμάνοι χτύπησαν τους δίδυμους πύργους ή την ημερομηνία που οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Ουκρανία, τούτα δεν είναι τυχαία και να σου πω και κάτι , αυτά όλα είχαν προβλεφτεί»- «που είχαν προβλεφτεί ;» - «στα κινούμενα σχέδια τα αμερικάνικα» - «βλέπεις εσύ τέτοια πράγματα» - «κοίτα, δεν ξέρω και πολλά αγγλικά αλλά μπορούσα να τα καταλάβω, άμα θες μπες στο διαδίκτυο και δες το, το είχαν προβλέψει, όπως λένε οι βουδιστές ο θεός μπορεί να κάνει ότι θέλει, να προκαλέσει το πιο μεγάλο κακό αρκεί να στείλει κάποια προειδοποίηση, το ίδιο λέει κι ο Απόστολος Παύλος, «ότι σπείρεις θα θερίσεις» και τώρα φαίνεται ότι ήρθε η ώρα του θερισμού επειδή ο θεός έχει θυμώσει μ’ αυτά που γίνονται, όλα έχουν μια αιτία κι ένα αποτέλεσμα, ο θεός μεριμνά και στέλνει τα σημάδια των προθέσεων του, αν δε στείλει κάποιο προμήνυμα τότε χαλάει το κάρμα, πόσοι όμως μπορούν να δουν αυτή την προειδοποίηση; Να σου πω την αλήθεια εγώ περιμένω κάτι να συμβεί τις επόμενες μέρες που είναι κι αυτές σημαδιακές, νομίζω ότι θα ρίξουν μια βόμβα πυρηνική έστω και περιορισμένης χρήσης, το φοβάμαι πολύ! »

«Όλη την ώρα αυτά μου λέει!» είπε ο γερο- ψάλτης και σηκώθηκε να πιει ένα ποτήρι νερό όμως εκείνος δεν πίστευε στ’ αυτιά του, που είχε μάθει τόσα πράγματα ο τύπος με τη μακριά γενειάδα, πως ήξερε τι σημαίνει κάρμα, η σκέψη του αν και μπερδεμένη είχε μια φιλοσοφική απόχρωση που δεν την έβρισκες εύκολα , είχε διαβάσει αρχαίους, γνώριζε και για το βουδισμό, βέβαια τα περισσότερα απ’ όσα είχε πει ήταν μπαρούφες σίγουρα και θεωρίες συνωμοσίας όμως είχαν μια γοητεία. Τέτοιες θεωρίες που έβλεπαν παντού προσπάθειες σκοτεινών κύκλων να κάνουν τα πιο περίεργα πράγματα άκουγες με το κιλό κι αν έψαχνες λίγο στο διαδίκτυο τις έβρισκες σ ένα κάρο σελίδες , από παλιά οι άνθρωποι γοητεύονταν με τέτοιες εικασίες και δοξασίες οι οποίες μπορούσαν να εξηγήσουν τα πάντα κι έβλεπαν παντού σκοτεινούς κύκλους που απεργάζονταν όλα τα κακά ελέγχοντας τον πλανήτη μ’ έναν υπερφυσικό τρόπο.

Όλες τούτες οι αντιλήψεις πάντα έβρισκαν απήχηση, ήταν βολικές, δε χρειαζόταν να σκεφτείς πολύ, έβρισκες μια υπερφυσική αιτία που ήθελε να καταστρέψει τη γη και τα φόρτωνες όλα σ’ αυτήν, έτσι μπορούσες να απαλλαγείς από τις δικές σου ευθύνες, να κάνεις ότι βλακεία ήθελες στη ζωή σου και να μη φταις για τίποτα, ήταν πολύ βολικό. Οι άνθρωποι σ’ όλες τις εποχές γοητεύονται από θεωρίες συνωμοσίας και από προβλέψεις συντέλειας, παθαίνουν ένα είδους κόλλημα, ο φόβος τους τραβά, παγιδεύονται σ’ αυτόν και δεν μπορούν να ξεφύγουν, όσο πιο πολύ φοβούνται τόσο πιο πολύ τους αρέσει, είναι μια νοσηρή κατάσταση, σκέψου τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης που προέβλεπαν όλη την ώρα εισβολές κι αποδεκατισμούς από τους βάρβαρους Βαβυλώνιους ή την Αποκάλυψη του Ιωάννη που σου μαυρίζει την ψυχή άμα τη διαβάσεις με όλες τις τρομερές εικόνες και τα τέρατα που φυτρώνουν σα μανιτάρια.

«Να δεις που ο άλλος θα τη μπουμπουνίσει τη μπόμπα» είπε ο μαγαζάτορας με τη γενειάδα και στα μάτια του φάνηκε μια λάμψη παράξενη σα να έβλεπε ήδη τη φλόγα της κι εκείνος σκέφτηκε ότι ο τύπος τα είχε χαμένα αλλά δεν ήταν ο μόνος. Είχαν γίνει τόσα πολλά τελευταία, πρώτα- πρώτα μια επιδημία που είχε να φανεί εκατό χρόνια κι έπειτα στο καπάκι ένας πόλεμος που πήγαινε για παγκόσμιος κι όπου έλεγαν ότι ίσως χρησιμοποιούνταν πυρηνικά τα οποία μπορούσαν ν’ ανατινάξουν τον πλανήτη, τι ήθελες να σκεφτεί ο καθένας; Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι, υπήρχε μια σύγχυση γενικευμένη, πολλοί είχαν αρχίσει να χάνουν τη μπάλα, στο δρόμο σου επιτίθονταν χωρίς αιτία, στο λεωφορείο παραμιλούσαν , το περιβάλλον ήταν ιδανικό για ν’ ανθίσουν τέτοιες παλαβές θεωρίες.

«Να δεις που θα τη μπουμπουνίσει ο άλλος τη βόμβα!» επανέλαβε ο γενειοφόρος σα να χαίρονταν με μια τέτοια προοπτική, «ξέρεις τι είπε ο Αμερικανός πρόεδρος όταν είδε την πρώτη βόμβα να σκάει στην έρημο της Αμερικής ‘’μου φάνηκε ότι είδα το Θεό!’’, και τώρα ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί και πάλι το πρόσωπο το θεού γιατί οι άνθρωποι έχουν ξεφύγει, δες μόνο τι γίνεται εκεί έξω, δε ξεχωρίζεις το άνδρα από τη γυναίκα, όλοι οι ανώμαλοι κι οι εγκληματίες έχουν ξαμοληθεί κι ότι και να κάνουν δεν τιμωρούνται γιατί τους προστατεύει το ίδιο το κράτος και τα δικαστήρια, ποιος έβαλε να φτιάξουν τέτοιους νόμους νομίζεις αν όχι ο ίδιο ο διάβολος γι αυτό κι ο θεός αποφάσισε να δείξει ξανά το πρόσωπο του!»

Αισθάνθηκε κάτι να τον πλακώνει, ο άλλος είχε ξεφύγει όμως αυτά που έλεγε τα πίστευε πολύ βαθιά με όλο το είναι του και είχαν σπέρματα αλήθειας γι αυτό και φάνταζαν πιο απειλητικά. Βιάστηκε να χαιρετήσει και να φύγει όμως όλες εκείνες οι εικόνες για τις οποίες μιλούσε ο τύπος με τη γενειάδα γυρνούσαν επίμονα στο μυαλό του όλη τη μέρα, η καταστροφολογία του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ομορφιά της φύσης που αναγεννιούνταν τούτη την Κυριακή των Μυροφόρων κι αυτό ήταν το πιο αλλόκοτο. Σ’ έπιανε μια θλίψη άμα σκεφτόσουν ότι όλη τούτη η ομορφιά μπορούσε να χαθεί σε μια στιγμή, δε μπορούσε να το δεχτεί.

Με το που έπεσε η νύχτα τ’ αηδόνια άρχισαν πάλι να τραγουδούν, ξεκίνησε κάποιο από κάπου μακριά κι έπειτα τα άλλα σα να περίμεναν το σύνθημα πήραν τη σκυτάλη, κατά διαστήματα έκαναν μια παύση κι ύστερα άρχιζαν πάλι γεμίζοντας το σκοτεινό αέρα με το τραγούδι τους, ο ήχος από το κελάηδισμα τους τον νανούρισε, κοιμήθηκε πολύ βαθιά και δεν είδε ούτε ένα όνειρο. 


Κυριακή 3 Απριλίου 2022

ΚΡΑΣΙΑ ΦΡΟΥΤΩΔΗ

Κάπου το είχε διαβάσει ότι εκείνη την ώρα τη λέγανε  ώρα του διαβόλου  επειδή είναι η πιο επικίνδυνη,  το σώμα βρίσκεται σε απόλυτη ηρεμία κι όλοι οι κίνδυνοι που παραμονεύουν μπορούν να το πλήξουν, εκείνη την ώρα λέει δεν πρέπει να κάνεις τίποτα, καμιά δραστηριότητα, πρέπει να είσαι πλαγιασμένος, σ’  αυτή τη φάση άφησε κι ο χριστός την τελευταία του  πνοή  όπως λένε οι γραφές, εκεί γύρω στις τρεις με τέσσερις. Εκείνη την ώρα λέει, οι παλμοί του σώματος και η θερμοκρασία του πέφτουν στο πιο χαμηλό σημείο,  η πίεση του αίματος γίνεται ακανόνιστη, κάποιοι νιώθουν παράλυση,  βλέπουν εφιάλτες,  τα μωρά δείχνουν μια ασυνήθιστη υπερδιέγερση. Σε κάποιες πόλεις της Αμερικής  απαγορεύουν εντελώς την κυκλοφορία σ’  αυτό το διάστημα  επειδή τότε συμβαίνουν τα χειρότερα εγκλήματα, οι Κινέζοι πάλι τη λένε ώρα της τίγρης επειδή είναι το μόνο πλάσμα  που μπορεί να κυνηγήσει τους νυχτερινούς δαίμονες που  βγαίνουν μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνες τις  ώρες οι άνθρωποι παίρνουν τις χειρότερες αποφάσεις, γι αυτό και τα μεγάλα   χρηματιστήρια του κόσμου σταματούν να δουλεύουν , εκείνη την ώρα συμβαίνουν τα περισσότερα εγκλήματα κι όλες οι κακοτυχίες του σύμπαντος.

Όλα αυτά βέβαια είναι πιο πολύ προλήψεις παλιές,  κανονικά δεν έχουν αξία  καμιά εκείνη όμως τα πίστευε πολύ  κάτι τέτοια,  τα όνειρα και τα σημάδια και τα κρυφά νοήματα,  δεν ήθελε ποτέ να της φέρνουν λουλούδια που είχαν μοβ χρώμα, αν έσπαγε κανείς κάποιο  δόντι σήμαινε κακοτυχία ή και θάνατο,  τα έπαιρνε όλα αυτά πολύ σοβαρά κι ήταν πάντα σε επιφυλακή για πιθανούς σεισμούς,  είχε την εντύπωση ότι μπορούσε να τους αντιληφθεί όπου κι αν συνέβαιναν,  αν καμιά φορά της ξέφευγαν κι άκουγε από τις ειδήσεις ότι είχε γίνει κάποια δόνηση κάπου μακριά,   της έκανε εντύπωση που δεν το είχε καταλάβει.

«Δεν κοιμάσαι;» άκουσε να της λέει ο άντρας της  ένα βράδυ που δεν την έπιανε ο ύπνος  και βιάστηκε να τον  παραμαζέψει, ήταν εκείνη η ώρα η δύσκολη υποτίθεται όμως αυτή το έβλεπε αλλιώς, περισσότερο την ενοχλούσε που διατάραζε  την ησυχία της  στιγμής,  «άσε με, πήγαινε να κοιμηθείς»  του είπε κι εκείνος που την ήξερε δεν το συνέχισε γιατί  θα είχαν ιστορίες. Μια φορά που είχε προσπαθήσει να της πει ότι δεν πρέπει να κάθεται τόσο αργά του άφησε ένα μήνυμα  γραμμένο στα πλακάκια του μπάνιου που τον τρόμαξε μόλις το είδε, έγραφε: «ΚΟΙΤΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΟΥ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΟΠΟΤΕ ΘΕΛΩ  !» Από τότε δεν της είχε μιλήσει ποτέ ξανά γι’ αυτό το θέμα.  Όπως λαγοκοιμόταν βλέποντας ένα σίριαλ  το αυτί της έπιανε κάτι  ήχους  παράξενους,  τριξίματα σαν να έσπαγε κάτι, συρσίματα  σαν να ψηλαφούσε κανείς την πόρτα,  όλη την ώρα  πετάγονταν  και κοιτούσε από το ματάκι αλλά δεν έβλεπε τίποτα στο σκοτεινό διάδρομο.

Όταν δεν την έπιανε ο ύπνος είχε βρει κάτι κομμάτια  με ήχους  φυσικούς,  βροχή που έπεφτε στη στέγη,  νερό που έτρεχε κελαρυστά σε κάποιο ρυάκι και κάτι άλλες μουσικές μονότονες που συνέχιζαν στο ίδιο τέμπο για πολύ ώρα ενώ παράλληλα ακούγονταν ήχοι  που έμοιαζαν με χοντρές σταγόνες νερού να πέφτουν πάνω στα πλήκτρα ενός μεταλόφωνου,  αυτοί οι ήχοι την ηρεμούσαν κάθε φορά που είχε θέμα να αποκοιμηθεί. Οι μουσικές αυτές με τις επαναλαμβανόμενες μουσικές φράσεις,  τη βοηθούσαν κι όταν οδηγούσε για μεγάλες αποστάσεις, τότε που δούλευε έξω από την πόλη και γυρνούσε νύχτα, την κρατούσαν συγκεντρωμένη  στο τιμόνι κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό στη νυχτερινή οδήγηση.  Τα μάτια της είχαν κλείσει  ενώ άκουγε μια τέτοια μουσική όταν  ένα σφύριγμα την έκανε  να ανοίξει τα μάτια,  ήταν η  βρύση της γυναίκας που έμενε από πάνω, το νερό βούιζε  καθώς κυλούσε μέσα στο σωλήνα.  Κι η γειτόνισσα λοιπόν  δεν κοιμόταν,  ήταν μια χοντρή γιαγιά κάπου εβδομήντα χρονών  που αγκομαχούσε ν’  ανέβει τις σκάλες μέχρι τον δεύτερο  όροφο όπου βρίσκονταν το διαμέρισμα της.

Δεν υπήρχε περίπτωση να ησυχάσει,  βγήκε για λίγο στο μπαλκόνι  να κάνει ένα τσιγάρο, μια φίλη της είχε φέρει ένα κρασί από την Ιταλία  πολύ ωραίο,  δροσερό, σου άφηνε μια ελαφριά γεύση  μήλου στο στόμα,  κάπως δυνατό,  πολύ ευχάριστο. Κοίταξε τη σφραγίδα στο κρύο μπουκάλι,  έγραφε ότι προέρχονταν από τους κάμπους της Απουλίας, εκεί στα νότια  της Ιταλικής χερσονήσου κι ότι ήταν ντελικάτο κι αρωματικό. Θυμήθηκε την εποχή που δούλευε σε κάποιο νησί,  ξαγρυπνούσε μέχρι το ξημέρωμα κι έπεφτε στο κρεβάτι τη στιγμή πού ανέτειλε  ο ήλιος πίνοντας ένα τέτοιο κρασί φρουτώδες, ήταν μαγικό όποτε γινόταν αυτό και της είχε λείψει πολύ.

 Ήπιε μια γουλιά καθώς κάπνιζε κι ένιωσε μια ηρεμία, ά, ότι και να λέγανε οι παλιές ιστορίες κι οι προλήψεις αυτή   ήταν η καλύτερη ώρα μες το εικοσιτετράωρο. Καθώς απολάμβανε την απόλυτη ησυχία της νύχτας σκεφτόταν τα γεγονότα της ημέρας κι απορούσε γιατί είχε τέτοια κακή φήμη  εκείνη η ώρα, ίσως επειδή ο άνθρωπος  νιώθει αβοήθητος ενώ  βρίσκεται στη φάση του πιο βαθιού ύπνου,  κάποιοι λέει χαμογελούν ή παραμιλούν, αν τύχει και ξυπνήσουν νιώθουν χαμένοι και ζαλισμένοι, αισθάνονται  κρύα την ατμόσφαιρα γύρω τους,  δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο πολλοί να πεθαίνουν  ταξιδεύοντας κατευθείαν από τον ύπνο στον θάνατο, λένε  ότι αυτό είναι το πιο ευχάριστο τέλος.

Όλα τούτα  βέβαια είναι προλήψεις αλλά τελευταία έμοιαζε σαν κάτι να συνέβαινε γύρω κι ήταν δύσκολο να μην κάνεις μαύρες σκέψεις. Στην τηλεόραση άκουγες ένα σωρό εγκλήματα να γίνονται σαν κάτι να είχαν πάθει οι άνθρωποι, είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί. Ήθελε κάποιον να τα κουβεντιάσει όλα αυτά αλλά ο άντρας της ήταν στον κόσμο του,  καλά εκείνος ήταν αναίσθητος εντελώς,  δεν άλλαζε με τίποτα τις συνήθειες του, έπεφτε ξερός και κοιμόταν σαν κούτσουρο, έφταιγε βέβαια και η δουλειά  στο μηχανουργείο όπου έτρωγε τα νύχια του όλη μέρα αλλά ο ύπνος του ήταν άλλο πράγμα, πολύ βαρύς.   Το πρωί ξυπνούσε  μες τα μαύρα σκοτάδια κι έτρεχε να ακούσει τις ειδήσεις και να δει τι είχε συμβεί στον κόσμο την ώρα που κοιμόταν  σαν να είχε χάσει επεισόδια κι έπρεπε να τα προλάβει, δεν καταλάβαινε αυτήν την ηλίθια  φούρια του.

Εκείνη  ήταν άλλη φάση, ποτέ δεν της  άρεσε να προκαθορίζει τα πράγματα όπως ο  άντρας της που πλάγιαζε κάθε βράδυ στις δέκα ακριβώς σαν να χτυπούσε κάρτα. Εκείνη κοιμόταν όποτε ένιωθε ότι ήταν η ώρα να πλαγιάσει,  πάντα έτσι έκανε, άφηνε τα πράγματα  να έρθουν όπως ήθελαν, τώρα τελευταία όμως σαν κάτι να συνέβαινε και δεν μπορούσε να ησυχάσει, είχε αλλάξει κι η ώρα μπερδεύοντας  περισσότερο την κατάσταση, καθόταν όλη νύχτα βλέποντας κάτι σήριαλ χαζά και το πρωί λίγο πριν ξημερώσει έπεφτε να κοιμηθεί.

Όπως γέμιζε το ποτήρι της να πιει λίγο ακόμα από κείνο το δροσερό, φρουτώδες  κρασί άκουσε κάτι φωνές κάτω στο δρόμο κι έσκυψε να δει τι συνέβαινε,  ένα αμάξι προσπαθούσε να κινηθεί στην άσφαλτο όμως οι ρόδες του γλιστρούσαν σαν να υπήρχε κάτι υγρό  πάνω στο οδόστρωμα, κοίταξε κάτω από το μπαλκόνι και είδε έναν μαύρο τύπο με ράστα μαλλιά,  δοκίμαζε  να ξεκινήσει το αυτοκίνητο  του ενώ ακούγονταν φωνές ακατάληπτες. Προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, ήθελε να φωνάξει τον άντρα της αλλά εκείνος θα χρειαζόταν βαρούλκο για να σηκωθεί οπότε το άφησε. Ξανακοίταξε κάτω και είδε μια μαύρη γυναίκα μέσα στα αίματα που τρέκλιζε προσπαθώντας να απομακρυνθεί από το σημείο,  ενώ ένα μικρό  παιδί την  ακολουθούσε κλαίγοντας,  κάλεσε αμέσως την αστυνομία και τα επείγοντα,  φόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε προσεχτικά.

Δίπλα στο αυτοκίνητο που είχε αναμμένη τη μηχανή   βρίσκονταν  αυτός με τα μαλλιά σαν σκοινιά   που τραβούσε από τον ώμο  το παιδάκι, ένα   κοριτσάκι που  φορούσε ροζ παπούτσια και ήταν πολύ όμορφο,  η καρδιά της χτύπησε δυνατά μόλις το πρόσεξε  και πήγε να πει κάτι όταν η μαύρη γυναίκα σηκώθηκε αγκομαχώντας μέσα από το αμάξι  κι  άρχισε να της λέει μιλώντας σπαστά  ότι ο  άντρας τη χτυπούσε κι ότι  φοβόταν για το παιδί της,  το βλέμμα της έμοιαζε πανικόβλητο,  δεν ήξερε τι να κάνει εκεί πέρα,   έβαλε τις φωνές στο μαύρο και τότε  εκείνος πήγε απότομα  κοντά της και την έσπρωξε τόσο δυνατά που την έριξε  κάτω στην άσφαλτο.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή,  να λοιπόν  που συνέβαινε κάτι κακό  την ώρα του διαβόλου, «μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω» είπε μέσα της και δοκίμασε  να σηκωθεί όμως ο μαύρος με τις κοτσίδες ήρθε  και στάθηκε απειλητικά από πάνω της «μανούλα έρχομαι να σε βρω» έκανε τη σκέψη κλείνοντας τα μάτια. Από κει χαμηλά που βρίσκονταν όλα τα πράγματα αποκτούσαν άλλη διάσταση  καθώς τα έβλεπε από άλλη οπτική γωνία,  κανονικά έπρεπε να είναι τρομοκρατημένη όμως ένιωθε πολύ ήρεμη «αν είναι να τελειώσω ας  τελειώσω αυτή την ώρα» ψιθύρισε παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που βρίσκονταν από πάνω της,  φαινόταν πολύ γεροδεμένος,  νευρώδης,  σφιχτός,  σίγουρα αθλητής ή κάτι τέτοιο και  άσχημος σαν διάβολος  μ’ ένα βλέμμα τρελό,  φορούσε κάτι γυαλιά χοντρά που έκαναν  ακόμα πιο αλλόκοτη την όψη του, κάτι της θύμιζε,  σαν να τον είχε δει κάπου ξανά,  στην τηλεόραση ίσως, δεν ήταν σίγουρη.

Όλα έμοιαζαν να είχαν ακινητοποιηθεί σαν κάποιος  να είχε  παγώσει τη σκηνή σε μια  ταινία,  η γυναίκα τσίριζε,  το παιδάκι έκλαιγε,  ο μαύρος είχε βγάλει την μπλούζα του σαν να βρίσκονταν στην πιο μεγάλη έξαψη,  όλα κρέμονταν από μια κλωστή,  ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το χειρότερο  όταν από τα σκοτεινά βγήκε ο άντρας της κι έδωσε  μια μπουνιά τόσο δυνατή  στο μαύρο που τον έστειλε στο απέναντι πεζοδρόμιο.  Εκείνη τη στιγμή έφτασε κι ένα ασθενοφόρο με τα φώτα και τις σειρήνες  να τσιρίζουν  σαν παλαβές και στο ίδιο λεπτό, σαν να ήταν συνεννοημένοι,  ήρθε  στο σημείο  και μια μοτοσυκλέτα της αστυνομίας με δύο τύπους πολύ ψηλούς που φορούσαν  κάτι μπότες  μέχρι τα γόνατα. Κατέβηκαν βιαστικά από τις μηχανές,  ήρθαν κοντά τους , κι ένας απ’ αυτούς πήρε στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που  έτρεμε,   «καλά πως ξύπνησες,  εσύ κοιμάσαι σαν βόδι;»  είπε στον άντρα της που ανάσαινε βαριά,   «παρακαλώ» της απάντησε αυτός και τη βοήθησε να σηκωθεί.


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

OBI WAN KENOBI

 

OBI VAN KENOBI

«Ε γέρο μη με ζαλίζεις!» του φώναξε   ο γιος του, κανονικά θα έπρεπε  να τσατιστεί αλλά  είχε συνηθίσει να τον φωνάζει έτσι,  ήξερε ότι τον αγαπούσε και ήθελε να τον πικάρει όμως έβλεπε εκεί πέρα το μικρό να βασανίζεται και κατάλαβε ότι κάποια γυναικοδουλειά υπήρχε στη μέση, ήταν η πρώτη φορά που συζητούσαν για γυναίκες, ο μικρός ήταν άνω κάτω επειδή ένα κοριτσάκι  τον είχε στην τσίτα για μεγάλο διάστημα, του έδινε υποσχέσεις «θα σου απαντήσω, θα σου εξηγήσω, θα δούμε,  περίμενε, μη βιάζεσαι,  μέχρι την τρίτη θα έχω καταλήξει» όλο στο στήσιμο  τον είχε  κι ο γιος του ήταν μες  την αγωνία. «Μπαμπά τι γνώμη έχεις, τι πρέπει να κάνω ;» τον ρώτησε  κι  εκείνος του είπε «μικρέ αυτή θα σε βασανίσει,  θα σε πάει έτσι μέχρι να σε βαρεθεί και μετά θα σ’  αφήσει σα να μην έγινε τίποτα» ο γιος του δεν ήθελε με τίποτα να το δεχτεί «ρε μπαμπά είναι η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη, είναι  η πρώτη της σχέση,  δεν ξέρει, πρέπει να της δώσω καιρό»  είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα και  θα υπέφερε αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθει.

Κανονικά ο μικρός έπρεπε να ήταν ευχαριστημένος,  ήταν δημοφιλής στο σχολείο  του,  ψηλός , ωραίος,  με αυτοπεποίθηση, φίλους,  μια χαρά παιδί. Εκείνος στην ηλικία του περνούσε σχεδόν απαρατήρητος,   ελάχιστοι ασχολούνταν μαζί του κι όσο για τις γυναίκες, σιγά μην του έδιναν σημασία, για να μάθει να τις πλησιάζει είχε φάει ένα κάρο χυλόπιτες , χρειάστηκε καιρό πολύ,  χρόνια,  δεκαετίες,  ίσως ήταν αργόστροφος,  ίσως δεν είχε ασχοληθεί με το σπορ,  πάντως του πήρε καιρό αλλά  πέντε πράγματα τα είχε μάθει.

«Πως είναι αυτή;»  τον ρώτησε «είναι όμορφη, προσέχει το  ντύσιμο της ;» - «μπαμπά έχω γνωρίσει και πιο ωραίες όμως αυτή έχει κάτι» καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε το παιδί κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε  άλλωστε, τον τραβούσαν πάντα οι τύπισσες που είχαν έντονο ταμπεραμέντο  κι ο γιος του ακολουθούσε τα βήματα του,  μπορεί να μην ήταν οι πιο εμφανίσιμες  όμως είχαν χαρακτήρα που ξεχώριζε,  ήταν έξυπνες, σπιρτόζες, το μυαλό τους δούλευε  μ’ έναν   τρόπο που τον τρέλαινε. Για να τις  μάθει είχε φάει πολλές  παπάρες, οι φίλοι του τον είχαν πείσει ν’ ασχοληθεί με  μια   σγουρομάλλα που δεν τη γούσταρε  κι εκείνος ο βλάκας είχε καταλήξει ερωτευμένος,    ήταν η πρώτη γυναίκα που φίλησε,  στα 22 παρακαλώ,  όχι σαν το γιο του που τα είχε κάνει σχεδόν όλα από τα δεκαέξι,  «μην έχεις τα χέρια σου έτσι  σαν κουλά !» του έλεγε η σγουρομάλλα  κι όταν εκείνος ανακοίνωσε πανηγυρίζοντας το επίτευγμα   στους φίλους του τον άφησε βέβαια γιατί είχε κι άλλη σχέση η τύπισσα και θα της δημιουργούσε πρόβλημα,  ένα φρεσκάρισμα ήθελε, κλασσική περίπτωση. 

Κι ύστερα ήταν  εκείνη η  μελαχρινή με τα σχιστά μάτια  που τον παίδευε  και περίμενε να δοκιμάσει να τη φιλήσει για να του πει «όχι,  δεν κάνω εγώ τέτοια πράγματα, ποια νομίζεις ότι είμαι; » αυτός όμως μπορεί να μην ήταν ο σούπερ γκόμενος ήξερε όμως να κρατιέται,  είχε μια αυτοκυριαρχία απίστευτη κι αυτό τις τρέλαινε,  αν έλεγε «όχι» αυτό ήταν,  θα έκοβε το κεφάλι του να το κάνει, ήταν θέμα αξιοπρέπειας σε τελική ανάλυση. Έτσι στο τέλος παρόλο που ήταν ερωτευμένος  της είχε ρίξει εκείνος χυλόπιτα κι η άλλη δεν το πίστευε, άκου να δεις τώρα, η γκόμενα είχε σκάσει και του είχε στείλει ένα μήνυμα ελεεινό στο οποίο φυσικά δεν της είχε απαντήσει,  του είχε φανεί πολύ δύσκολο αλλά ήταν μια ικανοποίηση τεράστια .

Η  άλλη πάλι με τον χρυσό  κρίκο στην κορυφή του αυτιού,  του είχε ψήσει ψάρι στα χείλη και τι έκανε νομίζεις στο τέλος, έβαλε τη  μάνα της να πάρει τηλέφωνο σε μια κοινή τους φίλη,  όταν το άκουσε του κόπηκαν τα πόδια  «είναι η μαμά της,  για σένα μιλάμε»  δεν το πίστευε, ήταν μια σκηνή που δε θα ξεχνούσε ποτέ,  γρήγορα όμως συνήλθε και την πήρε παραμάζωμα «τι θέλετε κυρία μου:»- «μπήκες στο δωμάτιο του κοριτσιού χωρίς να χτυπήσεις»- «όχι δεν μπήκα, λέει ψέματα» - « θα σε πάμε στα δικαστήρια» - « να με πάτε,  άι το διάβολο!» της είχε πει της γριάς  κι ύστερα από μέρες η φίλη του  τον πληροφόρησε ότι δεν τρέχει τίποτα και αν θέλουν να τα βρουν,  και να τον γνωρίσουν,  φαίνεται καλό παιδί κι άλλες τέτοιες αηδίες.

Τι να του πει του μικρού  για κείνη την άλλη,  την ξανθιά,  που είχε το μπαλκόνι της  μες τη βρωμιά,  από κει έπρεπε να το είχε καταλάβει,  κι όταν τη στρίμωξε άρχισε τα κόλπα σε συνεργασία με τον μπαμπά της φυσικά, κάθε μια έχει έναν συνένοχο , του έδωσε πόρτα  κι εκείνος τη διέγραψε αμέσως από το κινητό κι από παντού όπου αναφέρονταν το όνομα της ,  είχε τσατιστεί άσχημα η ξανθιά  και περίμενε μπλεξίματα με τον μπαμπά της όμως δεν έγινε τίποτε, όλο χαζά, πόσες ιστορίες.   Η γυναίκα του που είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν  του έλεγε «άσε το παιδί ήσυχο με τις εξυπνάδες σου, μην ανακατεύεσαι, θα του κάνεις χαλάστρα, θα βρει τι πρέπει να κάνει μόνος του»  όμως ο μικρός ήθελε τη γνώμη του «μπαμπά τι λες, θα τα βρούμε στο τέλος;»- «όχι δε θα τα βρείτε»  του έλεγε «δεν υπάρχει περίπτωση,  αν μια γυναίκα σε ζορίζει τόσο πολύ σημαίνει ότι δε θα βγει τίποτα».

Τι να του πει  του μικρού,  ότι παίζουν το παιχνίδι τους,  ότι από τα δεκαπέντε τους μπορούν να σε πουλούν και να σ’ αγοράζουν,  ήταν σίγουρος ότι αυτή εδώ που παίδευε το γιο του ήταν από κείνες,  αν η γυναίκα θέλει να σε κάνει ευτυχισμένο  της είναι πολύ εύκολο, σε δοκιμάζει λίγο κι ύστερα ξεκινά κάτι, τόσο απλό,   εδώ αυτή τον είχε ξεροψήσει  όμως εκείνος ο βλαμμένος είχε κολλήσει,  το είχε κάνει άνω κάτω το παιδί,  τον είχε βάλει να μαλώνει με τους φίλους του,  είχε αρρωστήσει πονούσε το κεφάλι του κι έπαιρνε ντεπόν,  μια μέρα που γύρισε από το σχολείο μες τα νεύρα άνοιξε το ψυγείο,  πήρε μια κανάτα  με νερό παγωμένο,  το ήπιε μονορούφι και την άλλη μέρα του πονούσαν τα λαιμά,  όλο βλακείες έκανε !

«Μπαμπά τα φτιάξαμε !» του φώναξε ένα μεσημέρι  «οι θεωρίες σου ήταν για τα μπάζα»  «οκ»  είπε αυτός «σε καλή μεριά φίλε, καλά να περνάτε»,  ίσως έκανα λάθος σκέφτηκε όμως την άλλη μέρα ο μικρός είχε πάλι νεύρα,  «η φίλη της είπε ότι εγώ αποκάλυψα τα μυστικά του Γιώργου,  εγώ που είμαι τάφος,  θα τη σκοτώσω!» - «  όχι τη φίλη μικρέ,  αυτή φταίει,  αυτή είναι από πίσω να ξέρεις»-  «μπαμπά αυτή είναι εντάξει,  το ξέρω, δεν έχει καμιά ανάμιξη»  τι να του πεις τώρα,  το κοριτσάκι τον δούλευε ψιλό γαζί κι αυτός ήταν στον κόσμο του μην τη θίξει «στο είπα βλάκα να προσέχεις,  έτσι θα σε πάει» «μπαμπά μπορεί να έχει δίκιο, η άλλη φταίει,   θα της δώσω μια ευκαιρία αλλά θα έχω το νου μου» - «καλά αλλά δε θέλω να τρέχεις από πίσω της βλάκα,  μην τις λυπάσαι, είναι πιο σκληρές από μας» - « τι βλακείες  λες στο παιδί!»  πετάχτηκε η γυναίκα του που τους άκουγε όμως ήξερε ότι κατά βάθος συμφωνούσε μαζί του.

Τα έλεγε στον γιο του αλλά τον καταλάβαινε, ο μικρός είχε πολύ μέλλον, χρειαζόταν να μάθει πολλά. Βρισκόταν ακόμα στην αρχή, δε θα ήθελε με τίποτα να βρίσκονταν στη θέση του. Τα είχε περάσει κι αυτός και τώρα μ’ αυτή την αφορμή του ερχόταν όλα στη μνήμη,  η πιο φοβερή του εμπειρία  αφορούσε  μια περίεργη που ήξερε πολλά χρόνια, αυτό ήταν το μεγάλο σοκ της ζωής του, είχαν σχέση κοντά δεκαπέντε χρόνια και   τον είχε αφήσει ξαφνικά με μια αποφασιστικότητα που δεν είχε ξαναδεί φεύγοντας  στο εξωτερικό,  σε μια χώρα πολύ μακρινή που του φαινόταν ότι βρίσκονταν στην άκρη της γης. Του είχε φανεί ακατανόητο, δεν το χωρούσε ο νους του, έμοιαζε μ’  ένα βουνό πανύψηλο που έπρεπε να ανεβεί όμως είχε στρωθεί τότε, το πάλεψε,   έκατσε διάβασε και κατάλαβε την ψυχολογία τους, το σκέφτηκε,  το ανέλυσε,  βρήκε προηγούμενα, κατάλαβε πως λειτουργούν αυτοί οι χαρακτήρες,  έφτιαξε θεωρία ολόκληρη, άλλαξε όλον τον τρόπο  που έβλεπε τα πράγματα,  εκείνη η εμπειρία του είχε αλλάξει τη ζωή!

 «Μικρέ είδες το Οbi Wan Kenobi, το καινούριο από τον Πόλεμο των Άστρων, βγαίνει το Μάιο  » του πέταξε ένα μεσημέρι που τον έβλεπε κατσούφη «που το βρήκες ρε μπαμπά;»  του είπε κι άνοιξε αμέσως το κινητό  να δει το τρέιλερ  «αφού ξέρεις ότι τα ψάχνω όλα»-  «μπαμπά είναι φοβερό!» του φώναξε «σε παραδέχομαι!» ο γιος του φαίνονταν να συνέρχεται, ξαναέβρισκε τον ενθουσιασμό του,  « μου έφτιαξες τη μέρα» επιτέλους τα παιδί έδειχνε να συνέρχεται και γελούσε «μπαμπά θα την περιμένω μέχρι την πέμπτη»- «κάνε ότι θες βλάκα όμως να προσέχεις,  ξέρεις πόσον καιρό  μας πήρε με τη μάνα σου να τα φτιάξουμε, τέσσερις μέρες, ένα βράδυ συναντηθήκαμε και είπα  μέσα μου  «τη θέλω»,  την άλλη μέρα βγήκαμε για καφέ,  την τρίτη βρεθήκαμε πάλι και την τέταρτη ήμασταν μαζί,  τόσο απλό» ο μικρός ούτε που τον άκουγε, είχε πέσει με τα μούτρα στο φιλμάκι,  «μπαμπά άκουσες τη μουσικάρα που παίζει, είναι από το αγαπημένο μου γιαπωνέζικο παιχνίδι»- « ναι την άκουσα αλλά δε μ’  αρέσει»- «μπαμπά δε ξέρεις τι σου γίνεται!»   «οκ ότι πεις,  τα κόμικς στην εποχή μου ήταν πολύ πιο ωραία »-«μπαμπά είσαι γέρος» καθόταν εκεί και καμάρωνε τον γιο του όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβρισκε σ’  εκείνα  τα ηλίθια  γιαπωνέζικα μάνγκα,  «μπαμπά είσαι τελείως άσχετος!»  

,

 

 

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ

Ήθελε να ξεκαθαρίσει τις φιλίες της, είχε έρθει ο καιρός, το δούλευε στο μυαλό  και τελικά πήρε την απόφαση ν’ αφήσει πίσω κάποιες.  Φίλες δεν είχε,  με τους άντρες τα έβρισκε πιο καλά,  ένιωθε ότι την καταλάβαιναν καλύτερα, εμπιστεύονταν μονάχα μια γυναίκα την  Δ όμως και μ’ εκείνη είχε στραβώσει. Η Δ ήταν γιατρός και την  ήξερε από τότε που ήταν παιδιά, οι οικογένειες τους ήταν πολύ δεμένες  κι  είχαν περάσει μαζί όλα τα σχολικά χρόνια μέχρι που η φίλη της έγινε γιατρός κι από τότε σαν να άλλαξε.  Κι ήθελε τόσο πολύ να την κρατήσει,  δεν της είχε μείνει ούτε ένα άτομο από την παιδική ηλικία,  ο πατέρας της όλο ρωτούσε «τι κάνει η Δ;» την αγαπούσε πολύ,  όμως τελευταία η γιατρός αποφάσισε ν’ αφήσει τη δουλειά της- ενώ είχε ένα κάρο προβλήματα οικονομικά,- επειδή δεν ήθελε να εμβολιαστεί, είχαν μια έντονη συζήτηση και της είπε ότι είναι ξεροκέφαλη που αφήνει τη δουλειά της, της είπε ακόμα ότι κι ο πατέρας της που την αγαπούσε είχε την ίδια γνώμη   και τότε η Δ είπε «άστον αυτόν τώρα, σιγά τον εγκέφαλο ».  Της έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η κουβέντα,  νόμιζε ότι τον εκτιμούσε τον πατέρα της που πάντα έλεγε τα καλύτερα για κείνη,   τα πήρε άσχημα και για να την κάνει να συνετιστεί της μίλησε απότομα  κι η Δ αντέδρασε αψυχολόγητα,  άρχισε να της λέει ότι δεν έκανε τίποτα στη ζωή της,  ότι δούλευε μαύρα σε μια δουλειά χωρίς να κολλά ένσημα ενώ εκείνη ήταν πάντα εντάξει και άψογη,  την κατηγόρησε  για ένα σωρό πράγματα,   θυμήθηκε ότι όταν σπούδαζε στην ιατρική η Δ,  είχε καθίσει και της είχε κάνει μια εργασία  πολύ δύσκολη που ήθελε  ψάξιμο  κι έρευνα μεγάλη, αν την έκανε στα φροντιστήρια  έπρεπε να δώσει  ένα κάρο λεφτά,  η φίλη   της είχε πει  ότι θα την πληρώσει όμως ποτέ δεν της είχε  δώσει ούτε φράγκο και τώρα ερχόταν και της έλεγε κουβέντες βαριές, είχαν μαζευτεί πάρα πολλά και  δεν μπορούσε να την ανεχτεί άλλο,  έτσι την έστειλε τη φίλη και δεν είχε καμιά τύψη, μονάχα κάπου-  κάπου τη θυμόταν και μελαγχολούσε λίγο.


Έπειτα ήρθε η σειρά του  Κ που τον ήξερε πολλά χρόνια, μ’ εκείνον το θέμα  ήταν διαφορετικό, είχε να κάνει με μια γυναίκα που του είχε συστήσει, αυτό είχε συμβεί εντελώς τυχαία,  είχε δουλέψει ένα φεγγάρι στο μαγαζί της,  από κει την ήξερε,  δεν είχαν πολλά πάρε δώσε όμως σ’ εκείνο το μικρό διάστημα είχε καταλάβει τι είδους άνθρωπος ήταν η άλλη,  ότι ήταν μεγάλο λαμόγιο.   Χρησιμοποιούσε τους άνδρες  κι επιπλέον  της χρωστούσε και λεφτά τα οποία δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει πίσω,  εκείνη λοιπόν τη γυναίκα του την είχε συστήσει ένα βράδυ που είχαν βγει μαζί σ’  ένα μαγαζί,  έτυχε να βρίσκεται κι η άλλη εκεί πέρα και τους χαιρέτησε, όλη την  ώρα ο κολλητός την είχε φάει,  ποια ήταν εκείνη η γυναίκα,  που την ήξερε και πως θα γινόταν να του τη συστήσει. Δεν ήταν όμορφη αλλά είχε κάτι, ξέρεις τώρα πως είναι αυτές οι γυναίκες που έχουν έντονη προσωπικότητα, τον προειδοποίησε πολλές φορές «πρόσεχε» του είπε «η γυναίκα δεν έχει μπέσα,  θα σου κάνει μεγάλη ζημιά,  θα έχεις πρόβλημα» όμως εκείνος ήταν αμετάπειστος σαν να είχε πάθει κάτι, την ήθελε οπωσδήποτε σαν να μην  υπήρχε άλλη γυναίκα στο κόσμο,  δεν μπορούσε να τον καταλάβει, δεν τον είχε δει ξανά να φέρεται έτσι. Ήταν μεγάλο παιδί βέβαια και δε θα του έλεγε εκείνη τι να κάνει, δεν είχε πάρε δώσε με την άλλη, βασικά ούτε ήθελε να τη βλέπει όμως  για χάρη του κανόνισε  να βγουν όλοι μαζί ένα σαββατοκύριακο κι ο  δικός σου δεν ξεκόλλησε από πάνω της,  αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη απογοήτευση. Μια φορά μάλιστα που ήταν όλοι μαζί το λαμόγιο είπε ότι στο μαγαζί της είχαν γίνει ατασθαλίες, ότι της είχαν φάει λεφτά οι υπάλληλοι εκείνη που της χρωστούσε πέντε μισθούς!  Καλά το θράσος της ήταν απίστευτο,  ήθελε να την πνίξει επί τόπου,  εξαιτίας του φίλου κρατήθηκε αλλά εκείνη ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και δεν ξαναπήγε μαζί τους. Εκείνος βέβαια  όπως ήταν ξεροκέφαλος συνέχισε να την κυνηγά  μέχρι που έφαγε μεγάλη κατραπακιά όταν είδε το λαμόγιο με κάποιον άλλο αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο, μόνο ένας ηλίθιος θα αιφνιδιάζονταν  αλλά ποιος του έφταιγε;

Τον ήξερε χρόνια και τον εμπιστεύονταν απόλυτα, την είχε στηρίξει στις πιο δύσκολες καταστάσεις και του όφειλε πολλά, ήταν το καλύτερο παιδί που υπήρχε όμως από τότε που έγινε αυτό κάτι άλλαξε μέσα της, δεν μπορούσε να τον δει το ίδιο, βγήκαν βέβαια αρκετές φορές μαζί από τότε που είχε φάει την κατραπακιά και τη χώρισε την άλλη, παραδέχτηκε το λάθος του, όχι ανοιχτά, το θεωρούσε σαν κάτι φυσικό «έλα μωρέ τώρα, ένα σφάλμα  έκανα, μη το σκαλίζουμε»  ήθελε να το περάσει σαν να ήταν το πιο απλό  πράγμα του κόσμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα,  όμως εκείνης της είχε καρφωθεί στο μυαλό, δεν μπορούσε να το χωνέψει. Την είχε φέρει σε δύσκολη θέση,  συναντούσε την άλλη στο δρόμο, την άκουγε να λέει ένα σωρό αηδίες για το φίλο της, «πολύ θύμα ο δικός σου, πολύ μπούφος !»  κι εκείνη δεν ήξερε τι  να κάνει, τι να του πει, γιατί  εκείνος ήταν κολλημένος μέχρι να ξεστραβωθεί, δεν υπήρχε περίπτωση ν’  αλλάξει γνώμη,  έτσι προτιμούσε να μην αναφέρεται στη σχέση τους  όλο αυτό όμως της είχε στοιχίσει. Πιο πολύ  την είχε πειράξει το γεγονός  ότι την είχε αγνοήσει, δεν την άκουσε, ακολούθησε  μονάχα το ξερό του το κεφάλι κι η γνώμη της δεν είχε καμιά σημασία,  αυτό ήταν μεγάλο λάθος, την είχε υποτιμήσει,  δεν κάνουν έτσι οι φίλοι. Με αφορμή τις καραντίνες τότε που όλοι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους,  είχε ξεκόψει,  κάπου- κάπου του τηλεφωνούσε όπως παλιά όμως δεν είχε την ίδια διάθεση, έπειτα σκέφτηκε ότι δε χρειαζόταν να μπαίνει στον κόπο, σιγά -σιγά τον άφησε πίσω κι έτσι της  έμεινε ο άλλος φίλος της  ο Τ.

Αυτός πάλι ήταν  άλλη περίπτωση, εντελώς διαφορετική κι ήταν πιο δύσκολο να ξεκόψει μαζί του ειδικά μάλιστα μετά τη διακοπή των σχέσεων με τον Κ και τη Δ.  Ο Τ ήταν  κάπως νεότερος και τη σέβονταν, ήταν πολύ ώριμος για την ηλικία του,  πολύ σοβαρός,  μετρημένος, γλυκός και συμπονετικός  είχε όμως ένα άλλο πρόβλημα, δεν μπορούσες να κουβεντιάσεις ήρεμα μαζί του, άνοιγες θέματα για τους ομοφυλόφιλους, για τις παχουλές γυναίκες, για τους  μετανάστες, για οποιονδήποτε κατατρεγμένο  περιθωριακό  κι εκείνος χαλούσε τον κόσμο,  άρχιζε να φωνάζει  και δεν καταλάβαινε τίποτα,  δεν μπορούσες να συζητήσεις  μαζί του,  δε σήκωνε τίποτα. Ήταν ευγενικός βέβαια και ζητούσε συγνώμη μετά από τη φασαρία  αλλά τι να το κάνεις,  σ’ έφερνε σε θέση πολύ δυσάρεστη,  σαν να ήταν όλες εκείνες ο ομάδες κάτι ιερό,  ένα φετίχ  το οποίο  απαγορεύονταν  ν’ αγγίξεις ή να μιλήσεις γι αυτό,  σαν να είχαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι   κάτι το ιδιαίτερο,  κάτι  μαγικό,  κάτι υπερφυσικό,  κάτι τέλος πάντων έξω από τα συνηθισμένα κι εσύ  ήσουν υποχρεωμένος να τους αντιμετωπίζεις με δέος, να προσέχεις κάθε σου λέξη μη τυχόν  τους προσβάλει, να μετράς τα λόγια σου σαν να βρισκόσουν σε κάποιου είδους κατηχητικό κι έπρεπε ν αντιμετωπίσεις τη θεία που  καθοδηγούσε, όποτε ήσουν μαζί με τον Τ ήταν  σαν να σε παρακολουθούσε μια αστυνομία σκέψης που ερευνούσε κάθε πιθανή παρεκτροπή, κάθε παρέκκλιση από τις αρχές της ορθότητας  κι ήταν έτοιμη να σε κατατροπώσει με τον πιο συντριπτικό τρόπο, ήταν μια κατάσταση αφόρητη.

Ο Τ ήταν  το πιο δύσκολο μέρος του ξεκαθαρίσματος, αφού πέρασε ένα διάστημα χωρίς  να  επικοινωνήσουν εκείνος το κατάλαβε κι άρχισε να την αναζητά  όμως το πράγμα είχε κρυώσει, το γυαλί είχε ραγίσει και δεν κολλούσε. Έτσι μέσα σ’ ένα χρόνο  ξέκοψε από  τρεις κολλητούς, ήταν μια δύσκολη διαδικασία  αλλά έτσι λειτουργούσε πάντα, άμα έβαζε κάτι στο μυαλό της έπρεπε να το κάνει,  το γυρνούσε στη σκέψη της για καιρό καθώς ταλαντεύονταν αλλά έτσι κι έπαιρνε μια απόφαση δε γυρνούσε ποτέ να κοιτάξει πίσω. Ό άντρας της έλεγε  «τι πας  να κάνεις, κράτα μια επαφή μαζί τους, δε γίνεται να τους παρατάς μετά από τόσα χρόνια, μπορεί να τους χρειαστείς» όμως εκείνη ήταν της άποψης «όλα ή τίποτα»,  ή έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου που μπορώ να τον εμπιστευτώ και να μιλήσω μαζί του για οτιδήποτε  χωρίς  να φοβάμαι την  αντίδραση  του,  ή καλύτερα κανέναν, ήταν λίγο απόλυτη, δεν υπήρχε αμφιβολία όμως αυτό δε γινόταν ν’ αλλάξει.

Έτσι έμεινε μόνο με τον άντρα  και τα παιδιά της, ά και τη Φωφώ,  το Φωφάκι,  ποιος να το φανταζόταν, με τη Φώφη δεν έκανε πολύ παρέα,  την είχε στην άκρη του μυαλού της και βρίσκονταν  μια φορά στους έξι μήνες όμως μ’ ένα περίεργο τρόπο η  επαφή τους είχε αντέξει, δε χάθηκαν, ήταν η μόνη φιλία που δεν είχε φθαρεί από το χρόνο. Με τη Φωφώ μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα και να βρίσει όποιον ήθελε  χωρίς να της πει τίποτα ούτε να την κοιτάξει με βλέμμα τρελαμένο, το Φωφάκι τη θαύμαζε αλλά δεν τη ζήλευε κι όποτε είχε καμιά δυσκολία ρωτούσε πάντα τη γνώμη  της. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα ήταν η μόνη φίλη που θα της έμενε,  όταν το συνειδητοποίησε πήρε αμέσως το τηλέφωνο να της μιλήσει κι εκείνη άρχισε τα παράπονα «μας θυμάσαι μια φορά το χρόνο, δεν κάνουν έτσι οι φίλες» και τέτοια όμως πολύ γρήγορα άρχισαν  να μιλούν για ένα σωρό πράγματα.  Από τότε της τηλεφωνούσε κάθε βδομάδα,  βγήκαν και για καφέ μια μέρα ηλιόλουστη σ’ ένα υπαίθριο  μαγαζί όπου έπαιζε ένα τραγούδι που είχε ν’ ακούσει κάπου τριάντα χρόνια,   ένα αραβικό που χαλούσε κόσμο την εποχή που είχε βγει, γύρω οι άνθρωποι  μιλούσαν  δυνατά και γελούσαν  σαν να είχε συμβεί κάτι κι όλα να είχαν αλλάξει,  το χορτάρι στο πάρκο έδειχνε πιο πράσινο και κάτι πουλιά πετούσαν ψηλά σε κύκλους, ερχόταν η άνοιξη.


Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

ΚΑΣΤΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

 

Στο μοναστήρι του Αρχαγγέλου έκανε πολύ κρύο  κι απ’  το ποτάμι που διέσχιζε το φαράγγι στην  πίσω πλευρά του ερχόταν μια υγρασία που σε τρυπούσε, πάντως  το  τοπίο ήταν πολύ ωραίο, όποιος το είχε διαλέξει έκοβε το μάτι του . Το καλύτερο πράγμα που είχε βρει εκεί πέρα ήταν το ζεστό νερό που έβγαζε μια πηγή κοντά στην είσοδο της μονής,  καθώς το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές  το είχε ανάγκη για να κλείσουν τα τραύματα του, πλενόταν εκεί μέρα παρά μέρα παρόλο που οι καλόγεροι μουρμούριζαν ότι προσέχει τη σάρκα του  εκείνος ούτε που  τους έδινε σημασία,  τόσο βρωμεροί που ήταν  σιγά μη καταλάβαιναν. Λίγο πριν το σούρουπο φορούσε την κάπα που είχε πάντα μαζί του από τον καιρό που συνόδευε το βασιλιά,  σκέπαζε  το κεφάλι με τη βαριά  κουκούλα και κατέβαινε στην πηγή να μουλιάσει για κάμποση ώρα κοιτάζοντας το ποτάμι που έτρεχε στο βάθος της κοιλάδας ,  ύστερα σκουπίζονταν καλά,  έριχνε ξανά πάνω του την κάπα και τραβούσε αργά για το κονάκι του. Ο ηγούμενος είχε κανονίσει να του δώσουν  το πιο καθαρό κελί,  το μόνο που είχε άσπρα σεντόνια,  σε μια γωνιά  υπήρχε ένα  αρχαίο τζάκι όπου δε σταματούσε να ρίχνει ξύλα  και καθόταν εκεί ώρα πολύ κοιτάζοντας τις φλόγες να καίνε τα  κούτσουρα  καθώς στέγνωνε από το λουτρό,  αυτή η ιεροτελεστία ήταν το καλύτερο κομμάτι της ημέρας του…

Οι καλόγεροι  μουρμούριζαν   όποτε τον συναντούσαν  «να ο Καστροφύλακας!» κανείς δεν ήξερε το πραγματικό του όνομα και τον απέφευγαν, ήξεραν μόνο ότι  ήταν πολεμιστής και είχε αυτόν τον τίτλο, ένας κοκκινοτρίχης όμως ,ο Βαρλαάμ, του είχε πει ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία κι ότι εκεί πέρα δε βρίσκονταν για να περνούν  καλά αλλά για να βασανίζονται κι ότι αν ήθελε να φροντίσει την αναψυχή του καλύτερα να έφευγε από το μοναστήρι για να μη σκανδαλίζει  τους άλλους. Δεν του έδωσε σημασία όμως ο κοκκινοτρίχης συνέχισε τις παρατηρήσεις,  στη διάρκεια ενός μεσονυκτικού καθόταν στο συνηθισμένο στασίδι παρατηρώντας  έναν τεράστιο  Αρχάγγελο Μιχαήλ που ήταν ζωγραφισμένος στον τοίχο κρατώντας  το ξίφος και την ασπίδα,  ήταν η αγαπημένη του εικόνα επειδή  ήταν τόσο ζωντανή που έλεγες ότι θα σου μιλήσει.  Εκεί  λοιπόν που  καθόταν ήσυχος ήρθε ο Βαρλαάμ και του ψιθύρισε « σε είδα στην πηγή, οι αδελφοί λένε ότι δεν ανήκεις εδώ και πρέπει να φύγεις…»  καθώς κανείς δεν τους έβλεπε τον έπιασε από το ράσο και τον κόλλησε  στον τοίχο του νάρθηκα λέγοντας «αν δεν ήμουν εγώ να   πολεμώ σαν ηλίθιος το μοναστήρι  σου θα το είχαν ρημάξει οι Σαρακηνοί!» ο  Βαρλαάμ γούρλωσε τα μάτια, ήταν έτοιμος  να βάλει τα κλάματα,  από τότε δεν τον ενόχλησε ξανά.

Ένα πρωί φορώντας τη βαριά του κάπα  κατέβηκε στην πόλη που υπήρχε σε μια απόσταση λίγων ωρών περπατήματος.  Από την πρώτη στιγμή που πέρασε τα τείχη της  κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κυκλοφορούσαν πολλοί ξένοι, ξανθοί,  είχε ακούσει γι αυτούς,  ήταν μια φυλή από το βορρά που είχε κατεβεί μέχρι τα μέρη τους ρημάζοντας τα πάντα, πώς είχαν μπει μέσα στην πόλη ; Σε μια στιγμή το μάτι του πήρε τον Βαρλαάμ, τον κοκκινοτρίχη,  να μιλά μαζί τους,  τι δουλειά είχε εκεί πέρα, ρώτησε και του είπαν ότι ο κόσμος είχε επαναστατήσει ζητώντας τη βοήθεια των ξένων εισβολέων που έτριβαν τα χέρια τους για την ανέλπιστη ευκαιρία , είχε γίνει κάτι σαν κίνημα με πρωτεργάτες  μερικούς φανατικούς  μοναχούς,   σίγουρα κι ο Βαρλαάμ ήταν ανάμεσα τους,  που χαλούσαν τον κόσμο για  θέματα  θεολογικά  κι ήταν αποφασισμένοι γι αυτές τις βλακείες να συμμαχήσουν με το διάβολο. Ήθελε να μιλήσει στον καλόγερο  όμως εκείνος τον είχε δει πρώτος και ψιθύρισε «αυτός είναι  ο Καστροφύλακας !»στους ξανθούς  που βάδισαν προς το μέρος του , με μια κίνηση  άνοιξε την κάπα του κι άφησε να φάνει το μακρύ σπαθί του Μαύρου Όλαφ που έφτανε σχεδόν μέχρι το έδαφος,  οι ξένοι   μόλις το είδαν  τραβήχτηκαν,  τους έκανε μεγάλη εντύπωση σα να μην  είχαν ξαναδεί τέτοιο μεγάλο ξίφος...

Γυρνώντας στο μοναστήρι βρήκε να τον περιμένει ένας  αγγελιοφόρος που του παρήγγειλε εκ μέρους του βασιλιά να γυρίσει πίσω γιατί τον χρειάζονταν, είχαν μπλέξει με τη  φυλή των  ξανθών γιγάντωνσαν  αυτούς που είχε δει στην πόλη,  και δεν ήξεραν τι να κάνουν.  Το σκέφτηκε όλη νύχτα και το πρωί αποφάσισε να επιστρέψει για να μεταφέρει  και τα  όσα είχε δει,  είχε ξεκουραστεί κάμποσο καιρό κι ήθελε να δει αν θα του έλειπε η ατμόσφαιρα της μάχης . Μαζί με τον αγγελιοφόρο κάλπαζαν για μέρες ώσπου έφτασαν στο στρατόπεδο  καθώς όμως πλησίαζε τις σκηνές των στρατιωτών είδε  με τρόμο ότι δεν υπήρχαν φρουροί, ούτε προστατευτικές τάφροι, ούτε περίπολα,  έφτασε μέχρι το κέντρο του  καταυλισμού χωρίς να τον σταματήσει κανένας,  αν ήταν εκείνος αρχηγός εκεί πέρα θα είχε πάρει κεφάλια.

Ο ατμόσφαιρα που μύριζε προετοιμασία για δράση  του φάνηκε αναζωογονητική,  του είχε λείψει,  όμως όταν αντίκρισε το βασιλιά του φάνηκε   πιο ράθυμος από τότε που τον είχε αφήσει κι όταν  ο βασιλιάς του είπε ότι οι ξανθοί βάρβαροι ετοιμάζονταν να τους επιτεθούν  έμεινε με το στόμα ανοιχτό,  πώς μπορούσε να ξεκινά μια τόσο σοβαρή αψιμαχία και να είναι τόσο νωχελής, να μην έχει  πάρει κανένα μέτρο προφύλαξης;  Για μια στιγμή σκέφτηκε να το σκάσει,   δεν ήθελε πολύ μυαλό για να καταλάβεις που πήγαινε το πράγμα, και γιατί θα έπρεπε να πληρώσει αυτός για τις βλακείες του βασιλιά που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο, θα τον κυνηγούσαν σίγουρα αλλά εν τω μεταξύ θα είχε σώσει  το τομάρι του. Προτού φύγει πήρε το άλογο του να κατασκοπεύσει τον αντίπαλο, από κάποιο ύψωμα είδε πολλές φωτιές αναμμένες κι άκουσε  κλαγγές από όπλα που ετοίμαζαν οι σιδεράδες,  σε όλη την έκταση του οροπεδίου όπου είχαν κατασκηνώσει  υπήρχαν φρουροί που αλάλαζαν,  οι οιωνοί δεν ήταν καλοί .  

Περίμενε να κοιμηθούν όλοι προτού δοκιμάσει να φύγει όμως  οι βάρβαροι εντελώς απροειδοποίητα επιτέθηκαν μέσα στο σκοτάδι κι ο τόπος γύρω γέμισε από πυρσούς  που τους βοηθούσαν να κινούνται μέσα στη νύχτα προκαλώντας τεράστια σύγχυση . όμως αυτό ήταν το μεγάλο  λάθος  τους   γιατί έτσι έδιναν στόχο και οι τοξότες που ξύπνησαν πανικόβλητοι   άρχισαν να ρίχνουν  βέλη βλέποντας πολύ καθαρά τους πιο δυνατούς άντρες,  ο ένας μετά τον άλλον εκείνοι οι περίεργοι γίγαντες  έπεφταν βγάζοντας μια κραυγή και σύντομα  ένα μεγάλο μέρος τους είχε αποδεκατιστεί όμως μέσα στη νύχτα δεν μπορούσες  να έχεις καθαρή εικόνα.  Οι βάρβαροι έσβησαν τις φωτιές  καταλαβαίνοντας  το λάθος τους κι όπως  έφταναν κατά κύματα μέχρι τα όρια του στρατοπέδου  έπεφταν πάνω στις ασπίδες που πρόβαλαν και πάνω  στα κοντάρια που τους εξολόθρευαν αλύπητα, έτσι πέρασε η νύχτα.

Το πρωί οι εισβολείς  συνέχισαν τις επιθέσεις τους και τότε ο βασιλιάς διέταξε να βάλουν σε λειτουργία έναν μηχανισμό σα  γερανό που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια των επιτιθέμενων και ξαφνικά άρπαζε κάποιον πετώντας τον  πέρα μακριά. Ήταν μια καινούρια εφεύρεση των μηχανικών,  χρησιμοποιούνταν  πρώτη φορά και τρομοκράτησε τους  εισβολείς   που άρχισαν να φεύγουν τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις,  φαινόταν ότι όλα είχαν τελειώσει κι εκείνος ευγνωμονούσε την τύχη που δεν το είχε σκάσει όταν συνέβη κάτι αναπάντεχο,   το άλογο του βασιλιά γλίστρησε πάνω σε μια πέτρα λεία κι έπεσε άγαρμπα μαζί με τον αναβάτη του  οποίου  το κεφάλι  βρέθηκε  ακριβώς πάνω σ’  εκείνη την καταραμένη  λεία πέτρα, το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που τον άφησε στον τόπο, αν έβλεπες την όψη του φαινόταν μια χαρά σα να χαμογελούσε  όμως το κρανίο  του είχε γίνει κομμάτια .

Αμέσως υπήρξε αναταραχή,  φωνές ακούγονταν από παντού,  όλοι αναρωτιόντουσαν τι θα γινόταν,  τώρα που είχαν χάσει τον ηγέτη τους έμοιαζαν σαν ένα σώμα χωρίς  κεφάλι,  έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης του γρήγορα καθώς οι ξανθοί από το βορρά ετοιμάζονταν να επιτεθούν ξανά.  Το απόγευμα οι αξιωματικοί  τον κάλεσαν στη  βασιλική σκηνή και χωρίς περιστροφές του ανακοίνωσαν ότι ο στρατός ήθελε εκείνος ν’ αναλάβει την ηγεσία,  πίστευαν ότι ήταν ο πιο κατάλληλος να τους βγάλει από τη δύσκολη θέση που είχαν βρεθεί. Βλαστήμησε  μέσα του επειδή δεν είχε φύγει,   αλλιώς τα είχε σκεφτεί,  αλλιώς τα περίμενε όμως σε μια τόσο δύσκολη στιγμή δεν μπορούσε αρνηθεί, τώρα όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του κι έπειτα  μ’ αυτούς τους στρατιώτες είχε περάσει τόσα,  δεν μπορούσε να τους αφήσει εκεί στην ξένη χώρα στο έλεος του εχθρού. Όσο ζούσε ο βασιλιάς δεν τον ένοιαζε γιατί  οι αποφάσεις δεν ήταν δικές του τώρα όμως είχαν αλλάξει οι συνθήκες,   δε γινόταν να αποφύγει  την ευθύνη,  δεν ήταν στο χαρακτήρα του, έτσι δέχτηκε απρόθυμα  να φορέσει τον κόκκινο χιτώνα με τα χαρακτηριστικά διαδήματα του αρχηγού .

Με βαριά καρδιά εγκαταστάθηκε στη βασιλική σκηνή που ήταν τεράστια,  δεν είχε προλάβει να βάλει μια μπουκιά στο στόμα    όταν τον φώναξαν να ετοιμαστεί γρήγορα,  οι αντίπαλοι  είχαν καταλάβει μια τοξωτή  γέφυρα που οδηγούσε στο υπόστεγο με τις προμήθειες,  αν έχαναν εκείνη τη γέφυρα ήταν τελειωμένοι. Βιαστικά πήρε το ξίφος,  φόρεσε τον θώρακα του ξεχνώντας το χιτώνα με τα διακριτικά,   και βάλθηκε να σταματά τρομαγμένους στρατιώτες που έτρεχαν να φύγουν.  Όταν πάτησε πάνω στην πέτρινη γέφυρα κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περιθώριο υποχώρησης,  ευτυχώς μια χούφτα από  άντρες που ήταν οι πιο έμπειροι,  έτρεξε να σταθεί δίπλα του,  κατάφεραν με μεγάλο κίνδυνο και πολύ τύχη να απωθήσουν τα στίφη που ξεχύνονταν εναντίον τους με μανία ,  ήταν τόση η αδρεναλίνη που έτρεχε στο σώμα του που δεν πρόλαβε να  φοβηθεί γιατί όλη την ώρα ήταν ακάλυπτος κι οποιοσδήποτε  μπορούσε να τον πλήξει  με τόξο ή με ακόντιο,  αν φορούσε τον κόκκινο χιτώνα θα τον είχαν αναγνωρίσει σίγουρα, ο θεός τον είχε φυλάξει  μια ακόμα φορά κι υποσχέθηκε μέσα του  ένα πολύ μεγάλο τάμα στο μοναστήρι του Αρχάγγελου  .

Η μέρα τελείωνε κι εκείνος έπεσε κατάκοπος να κοιμηθεί μόλις γύρισε στη σκηνή  του, στη διάρκεια του ύπνου του είδε ένα τρομερό όνειρο,  ο Μιχαήλ  που έβλεπε στην τοιχογραφία του μοναστηριού, στέκονταν πάνω από το κρεβάτι του και τον κοιτούσε βλοσυρά απειλώντας  ότι αν δεν εκπλήρωνε το τάμα που είχε υποσχεθεί η ζωή  που του έμενε ήταν λίγη. Ξύπνησε καταϊδρωμένος και διηγήθηκε στους αξιωματικούς  αυτό που είδε,  εκείνοι αν και τον ήθελαν μαζί τους τώρα που είχε αποδείξει την αξία του,  τον συμβούλεψαν να κάνει όπως του είπε ο  Άγγελος στο όνειρο, όταν εκπλήρωνε την υπόσχεση του θα τον έβρισκαν ξανά. Για να γυρίσει πίσω στο μοναστήρι  χρειάζονταν πολλές μέρες και ξεκίνησε αμέσως παρόλο που έπεφτε το σούρουπο , στο δρόμο λαγοκοιμόταν στη σέλλα  ενώ  το άλογο προχωρούσε μόνο του, εκείνη τη διαδρομή την είχε κάνει άπειρες φορές. Κάποια στιγμή καθώς περνούσαν ένα στενό πολύ απότομο το άλογο σταμάτησε ξαφνικά  και σηκώθηκε στα δυο του πόδια σα να είχε βρει μπροστά του ένα εμπόδιο,  εκείνος τρόμαξε και προσπαθούσε να καταλάβει  τι είχε συμβεί όμως δεν μπορούσε να δει τίποτα γύρω μονάχα το αυτί του έπιασε  ένα θρόισμα ψηλά προς τα βράχια που έκλειναν  το στενό,  έτρεξε κατά κει και το μόνο που είδε ήταν η άκρη μιας φτερούγας λευκής,  γονάτισε πιάνοντας το  κεφάλι με τα δυο του χέρια κι ύστερα έκανε το σταυρό του καθώς ο ήλιος έβγαινε κατακόκκινος πίσω από τις κορφές,  ύστερα καβάλησε το άλογο του και το άφησε να τον οδηγεί,  είχε πολύ δρόμο ακόμα .

 

 

 

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΙΤΙΕΣ

 

Στη Σκύρο φυσούσε πολύ δυνατός αέρας,  το μελτέμι του Αυγούστου  που πιάνει από τα βόρεια  και χαλά τον κόσμο,  έπρεπε να βρουν ένα λιμάνι ν’  αράξουν τα σκάφη τους  αλλά ήταν πολύ δύσκολο να προσεγγίσουν,  τότε ένας ψαράς που είχε δέσει τους φώναξε  να πάνε στη νότια πλευρά,   σ’  ένα λιμανάκι με τρεις βράχους στην είσοδο του,  «εκεί πέρα  δε φυσά » τους είπε «γιατί  ο αέρας που έρχεται από τη στεριά είναι μαλακός»,  εκεί θα μπορούσαν να σταματήσουν με την ησυχία τους . Και όντως,  εκείνο το λιμανάκι που βρήκαν περιπλέοντας το νησί  ήταν σα φωτογραφία από περιοδικό ,  δεν υπήρχε ο παραμικρός κυματισμός ,  έδεσαν εύκολα κι όταν βούτηξαν στα καθαρά νερά  δεν μπορούσαν να το πιστέψουν,  υπήρχαν εκεί πέρα χιλιάδες ψάρια μικρά και μεγάλα όλων των ειδών κι όλων των χρωμάτων,  είχαν βρει κι εκείνα καταφύγιο εκεί πέρα,  έβγαλαν γρήγορα τις πετονιές και δεν προλάβαιναν να βγάζουν και να ψήνουν, είχαν περάσει υπέροχα εκείνη τη μέρα .

Από τότε που είχε σταματήσει τη δουλειά περνούσε πολύ ώρα με το σκάφος του, ένα εγγλέζικο από τα καλύτερα που μπορούσες να βρεις,  το είχε χρυσοπληρώσει όμως τα έβγαζε τα λεφτά του. Ένας γνωστός του είχε προτείνει να πάρει  ιστιοφόρο   όμως εκείνος δεν ήθελε  σκάφος με πανιά,  ήταν σκέτος μπελάς  κι ο μόνος λόγος  που τα αγόραζαν ήταν   για να κάνουν οικονομία   επειδή δε χρησιμοποιούσαν τις μηχανές και δεν ξόδευαν πετρέλαιο . Στο ιστιοφόρο  όμως πρέπει   να έχεις το νου σου όλη την ώρα,  παντού πάνω στο κατάστρωμα υπάρχουν  σκοινιά και μπορεί  να γλιστρήσεις ή να σε χτυπήσουν καθώς ανεβοκατεβαίνουν,  και να σε σακατέψουν, πρέπει  να φοράς ειδικά παπούτσια, σκληρά, είναι μπελάς μεγάλος  ενώ με το μηχανοκίνητο ένιωθε  άρχοντας καθόταν εκεί στο fly bridge  με τον ναυτικό χάρτη  κι ήταν σα να ονειρεύονταν .

 Όταν το είχε αγοράσει το παρέλαβε μαζί  μ’ έναν γέρο  καπετάνιο, είχαν  ταξιδέψει μαζί μέχρι τη Σαλονίκη για  να το μάθει.  Ξεκίνησαν  από τη Ραφήνα και πέρασαν από τον Ευβοϊκό γιατί ανοιχτά από το  Καβοντόρο ήταν ζόρικα. Στον κόλπο του Ευβοϊκού συνέβαινε το εξής,  το νότιο τμήμα ήταν φουρτουνιασμένο γιατί οι αέρηδες  από τα  βουνά περνούσαν  το φρύδι των ορέων και ξεσπούσαν εκεί πέρα μανιασμένοι,  ενώ το βόρειο τμήμα ήταν προφυλαγμένο κι έμοιαζε με λίμνη . Ταξίδευαν νύχτα  έχοντας για σημάδια ένα φωτάκι κόκκινο από τη μια μεριά που ήταν ο φάρος, κι ένα άλλο πράσινο από τη μεριά  του πελάγου  όμως  όπως αρμένιζαν άκουσαν ένα ήχο σα γδούπο κι έτρεξαν στην πλώρη να δουν τι συμβαίνει,  είχαν βγει στα αβαθή γιατί ένας ηλίθιος είχε εκεί πέρα ένα μπαράκι  με φώς  που έμοιαζε με φάρο,  εξαιτίας του είχαν εξοκείλει  ένα σωρό καράβια  ενώ το λιμενικό ήταν στον κόσμο του και δεν έκανε τίποτα.  Ευτυχώς οι προπέλες δεν είχαν πάθει ζημιά και συνέχισαν κανονικά, παρά το λάθος του ο γέρο καπετάνιος ήξερε ένα σωρό πράγματα και του έδειχνε όλη την ώρα  τι να προσέχει καθώς στέκονταν στη γέφυρα διασχίζοντας τον θαλάσσιο χώρο πάνω από τις Σποράδες. Ύστερα από κείνο το ταξίδι ένιωθε ότι μπορούσε να τα καταφέρει πια,  βέβαια για να πάρει την άδεια είχε παρακολουθήσει  κάτι μαθήματα για το πώς να διαβάζει  ναυτικούς χάρτες,   πως να βρίσκει τον προσανατολισμό του,  πως να καταλαβαίνει τις αλλαγές του καιρού,   αλλά τα πιο πολλά τα είχε μάθει στη διάρκεια των ταξιδιών του… 

Κάθε χρόνο, εκεί γύρω στα τέλη το Ιουνίου, γέμιζε το καράβι  με εφόδια,  έπαιρνε την οικογένεια του  και μαζί μ’ ένα φίλο  που είχε κι εκείνος ένα ωραίο  πλοίο,  αλώνιζαν το Αιγαίο. Η γυναίκα του που είχε καλλιτεχνική φύση, πρότεινε ένα όνομα που του άρεσε, ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΙΤΙΕΣ,  όλοι όσοι το έβλεπαν γραμμένο  στα  πλαϊνά  του σκάφους  αναρωτιούνταν πως είχε σκεφτεί τέτοια παράξενη ονομασία.  Με τον καιρό είχε γίνει πολύ καλός κι έμαθε πως  να προσεγγίζει τις ακτές και τα λιμάνια, γύριζε το σκάφος με την  όπισθεν,  το έφερνε ακριβώς στην απόσταση που ήθελε,  και  τότε με μια μανούβρα πήγαινε  στο σημεία ακριβώς που χρειάζονταν,  πετούσε στη στεριά το σκοινί και βουτούσε για να το δέσει σε κάποιο δέντρο ή σε κάποιο γάντζο που ήταν φυτεμένος στο τσιμέντο. Μια χρονιά που είχε πάει στη Σκιάθο  ένας λιμενικός τον είχε πάρει μάτι και του είπε να μην πλησιάσει γιατί δεν υπήρχε μέρος  στο λιμάνι,   ήταν  γεμάτο από βάρκες και πλοία,  εκείνος όμως είδε ένα κενό και τράβηξε κατά κει,  ο λιμενικός που ήταν φιλότιμος έτρεξε να τον βοηθήσει,  τον είδε να κάνει τη μανούβρα που ήξερε και να το χώνει ακριβώς στο κενό που υπήρχε  «ρε φίλε σε παραδέχομαι! του φώναξε. 

Μια άλλη φορά, εκεί κοντά  στα μέσα  του Αυγούστου,  όπως  περνούσε από την Πάτμο στην Αμοργό   έπιασε ένα μελτέμι τόσο δυνατό που το σκάφος δεν προχωρούσε καθόλου. Η  απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη όμως είχε κάνει το λάθος να πλέει κάπου 500 μέτρα από τη στεριά,  τα κύματα  πού έρχονταν από κει ταρακουνούσαν το σκάφος ενώ  την ίδια ώρα ο  βορειανατολικός άνεμος τον χτυπούσε από την άλλη σηκώνοντας το πλοιάριο  στον αέρα σα να ήταν παιδική  βαρκούλα,  ήταν μια δύσκολη στιγμή.  Καθώς βρίσκονταν στ’  ανοιχτά και  τα κύματα έφταναν μέχρι τα  γένια του,   δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω κι  όλη την ώρα σκεφτόταν  τα μικρά παιδιά του που δεν καταλάβαιναν τι συμβαίνει κάτω στην καμπίνα  ενώ η γυναίκα του που  αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο  είχε τρομάξει άσχημα. Για μια στιγμή τα  ‘χασε όμως μετά ηρέμησε και κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Το κόλπο ήταν να πλοηγείς απέναντι στα κύματα σε γωνία 45 μοιρών,  όταν σε χτυπούν από αυτή τη γωνία  δεν έχουν δύναμη κι έτσι μπορείς να χαράξεις μια πορεία σταθερή.  Αυτό ακριβώς είχε πει κάποτε σ’ ένα φίλο του Φλωρινιώτη, γιδοβοσκό,  στη Βουρβουρού που ξανοίχτηκε για να περάσει απέναντι αλλά ήταν τόσο άσχετος που πήγε κατευθείαν πάνω στο μπουρίνι. Είχε γυρίσει πίσω αλλά ήθελε  οπωσδήποτε να  δοκιμάσει ξανά κι αυτός του είχε εξηγήσει  το κόλπο με τη γωνία των 45 μοιρών που μάλιστα πρέπει να την αλλάζεις κάθε φορά ανάλογα με την πορεία του ανέμου και αν κινείσαι  σε μια πορεία κάπως ελικοειδή.   Τελικά είχε πέρασε αντίκρυ ο Φλωρινιώτης και του τηλεφώνησε για να του πει  «μ’  έσωσες,  έκανα όπως μου είπες και βγήκα  !» . Ήξερε λοιπόν ότι κι αυτή τη φορά έπρεπε  να κάνει κάτι παρόμοιο,  παρακολούθησε λίγο την κατεύθυνση των κυμάτων ,  έβαλε το καράβι σε ανάλογη ρότα και σιγά - σιγά πλησίασε  την Αμοργό.   Παρόλο που φυσούσε,   ο ήλιος ήταν τόσο δυνατός που έκαιγε το σώμα του,   έβαλε ένα φανελάκι και το καπέλο του και λίγο –λίγο   κατάφερε να βγει σe μια ακτή με λίγη άμμο κάπου κοντά  στο μοναστήρι.   Από τότε πρόσεχε πολύ προτού ανοιχτεί ακόμα κι όταν ο καιρός φαινόταν καλός.

Ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια,   ήταν ακόμα πολύ νέος όμως δουλεύοντας ώρες ατελείωτες είχε καταφέρει να μαζέψει κάμποσα χρήματα και τότε αποφάσισε ότι  ήθελε να κάνει κάτι άλλο ή μάλλον να μην κάνει τίποτα.  Οι δουλειές είχαν αρχίσει να φθίνουν  καθώς η αγορά γέμιζε από κινέζικα κι εκείνος έφυγε την ώρα που έπρεπε. Τον πρώτο χρόνο η αίσθηση ήταν υπέροχη,  μετά από μια δεκαπενταετία που έτρεχε σαν τρελός  ήταν ευτυχία να μην έχει να σηκωθεί κάθε πρωί για να τρέξει να βρει  αντιπροσώπους σε όλη την Ελλάδα,  από τα Γιάννενα μέχρι την Κρήτη. Ά,  ήταν φοβερή εκείνη η χρονιά που γύρισε όλα  τα νησιά  και είδε ένα σωρό καινούρια μέρη,  εκτός από το ιστιοπλοϊκό είχε μανία και με το φαγητό,  σε κάθε λιμάνι ζητούσε να μάθει που βρισκόταν το καλύτερο εστιατόριο,  στην Άνδρο που είχαν  καθίσει να φάνε   ζήτησε μια καρμπονάρα κι όταν του την έφεραν ένιωσε ότι κάτι έλειπε, ήρθε ο σεφ και του είπε  «περίμενε», πήρε ένα αυγό από την κουζίνα,  το έσπασε μπροστά του,   το έριξε μέσα στα καυτά μακαρόνια και ανακάτεψε τα ζυμαρικά  με μια ξύλινη κουτάλα , το αυγό  ψήθηκε αμέσως και η μακαρονάδα πήρε την γεύση που έπρεπε «τώρα μάλιστα!»  φώναξε αυτός  μόλις έβαλε μια πιρουνιά  στο στόμα του.

Ήταν φοβερή  η πρώτη χρόνια που δεν δούλευε,  το ίδιο και η δεύτερη αλλά την τρίτη άρχισε να βγάζει αφρούς,  δεν μπορούσε να μη δουλεύει και να κάθεται αργόσχολος,  ήταν τόσο νέος ακόμα,  έτσι ξεκίνησε πάλι μια καινούρια επιχείρηση  που την έστησε από την  αρχή και τα είδε όλα μέχρι να τη στρώσει . Κάποια στιγμή τα παιδιά του μεγάλωσαν  κι είχαν αναλάβει εκείνα όλα τα πόστα οπότε είχε πλέον χρόνο ελεύθερο. Για ένα μεγάλο διάστημα δεν χρησιμοποιούσε το  ιστιοπλοϊκό που  το είχε τυλιγμένο σε νάιλον στην αποθήκη. Λόγω της καινούριας του δουλειάς ήταν απασχολημένος τα καλοκαίρια περισσότερο,  μόνο  το χειμώνα, μερικές φορές, έπαιρνε το καράβι κι έκανε  βόλτες γύρω απ το λιμάνι της Θεσσαλονίκης,  είχε ανακαλύψει έναν  ψαρότοπο  σ’ ένα σημείο πάνω από κάποιο ναυάγιο πολύ παλιό,  εκεί πάντα έβγαζε πολύ πράμα,  τότε δεν υπήρχαν  πολλοί  ψαράδες και τα ψάρια πλησίαζαν τις ακτές ενώ το καλοκαίρι που η θερμοκρασία του νερού ανέβαινε έφευγαν κατά τα βαθιά…

Μια μέρα ξύπνησε πολύ πρωί  και πήγε στην προβλήτα όπου είχε δεμένο το καράβι.  Ανέβηκε κι έβαλε μπρος τις μηχανές που τις συντηρούσε τόσον καιρό χρόνια πληρώνοντας ένα κάρο λεφτά στους μηχανικούς,  μόλις έπιασε το τιμόνι ένιωσε εκείνο το συναίσθημα που αισθάνεσαι όταν βρίσκεσαι στη θάλασσα και νομίζεις  ότι μπορείς ταξιδέψεις σ’ όποια κατεύθυνση θέλεις,  ά,  του είχε λείψει πολύ αυτό ! Ανοίχτηκε μαλακά και διαπίστωσε ότι το σκάφος δεν είχε χάσει καθόλου την ικανότητα του να γλιστρά στα νερά,  ήταν άνοιξη κι ο καιρός είχε αρχίσει να φτιάχνει οπότε προχώρησε  μέχρι τη μέση του κόλπου,  εκεί που  ήξερε ότι βρισκόταν το ναυάγιο.  Από το σπίτι του που ήταν  ψηλά σε μια πολυκατοικία,  το χάζευε πάντα εκείνο  το σημείο,  έβλεπε κάτι βάρκες πάντα να βρίσκονται  εκεί, ήταν κάτι ψαράδες από την απέναντι ακτή που είχαν ανακαλύψει τον ψαρότοπο.

Καθώς ήταν μεσημέρι με  θερμοκρασία ασυνήθιστα υψηλή, γύρω δεν υπήρχε κανείς ούτε οι βάρκες των ψαράδων που τις έβλεπε μόνιμα αραγμένες εκεί πέρα.  Ένιωσε την ανάγκη να βουτήξει στο νερό,   έβγαλε τα ρούχα,  φόρεσε το μαγιό του κι έπεσε απαλά  στη  θάλασσα να δει τι υπήρχε από κάτω.  Το ναυάγιο φαίνονταν  πολύ καθαρά,  πρέπει να βρίσκονταν εκεί καμιά πενηνταριά χρόνια,  είχε ακούσει  την ιστορία,  ήταν  λέει ένα ρώσικο εμπορικό που είχε πάθει μια ζημιά,  είχαν πάρει φωτιά οι μηχανές του και δεν μπόρεσαν να  το σώσουν, έτσι  βυθίστηκε και τα ψάρια είχαν βρει καταφύγιο στις κάμαρες και στα αμπάρια του.  Για κάποιον λόγο το νερό ήταν εξαιρετικά διαυγές,  τόσο καθαρό που μπορούσες να δεις γύρω σε μεγάλη απόσταση. Μικρούτσικα  ψάρια με  χρώματα περίεργα  έκοβαν βόλτες ανάμεσα στις λαμαρίνες κοιτάζοντας τον, οι ακτίνες του ήλιου που κύρτωναν πάνω στην υγρή επιφάνεια δημιουργούσαν  άπειρα σχέδια πάνω στη άμμο του βυθού ενώ  τα πρασινοκίτρινα  φύκια άπλωναν αργά τα πλοκάμια τους,   στη διάρκεια του ενός λεπτού  που έμεινε κάτω από την επιφάνεια έκανε τη σκέψη ότι κάπως έτσι πρέπει να έμοιαζε ο παράδεισος.

 Καθώς τελείωνε ο αέρας από τα πνευμόνια του αναδύθηκε σιγά -σιγά βγάζοντας μπουρμπουλήθρες από το στόμα,  όταν έβγαλε το κεφάλι του  είδε  μια μελαχρινή γυναίκα με πολύ μακριά μαλλιά να στέκεται πάνω στο νερό σα να πατούσε πάνω σε μια στέρεη βάση,  δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά της γιατί ο  ήλιος βρίσκονταν ακριβώς πίσω της και τον θάμπωνε,  ήταν σίγουρος  ότι  κάπου την είχε δει εκείνη τη γυναίκα αλαλ δεν μπορούσε να θυμηθεί που,  ασυναίσθητα έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο κι όταν τα άνοιξε  δεν υπήρχε τίποτα μονάχα ο ήλιος που τον χτυπούσε κατάματα και τον τύφλωνε.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...