Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ

  


Από κει φαινόταν μια θέα φοβερή κάτω στη θάλασσα και τα νησιά, καράβια γλιστρούσαν πάνω στο νερό φτιάχνοντας αυλάκια στην επιφάνεια καθώς κουβαλούσαν κόσμο σε δυο νησιά που αχνοφαίνονταν στο βάθος. Στέκονταν στο μπαλκόνι του τσιμεντένιου κτηρίου που χτιζόταν κάποτε και τώρα το είχαν παρατήσει, γύρω του έχασκαν κολώνες χωρίς τοίχους ενώ αυτός άκουγε μια μουσική που έπαιζε στο ράδιο, χαλάρωσε λίγο κι εκεί άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του βάζοντας σε τάξη τις σκέψεις του, μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει πλέον το μέλλον κι όλα τα ενδεχόμενα που κρύβονταν μέσα του…

Και το ήξερε ότι έτσι θα γινόταν, χρειάζονταν ένα διάλειμμα, μια παύση, μια ανάσα να ξελαμπικάρει και να σκεφτεί λίγο με καθαρό μυαλό, αν ο φίλος του δεν ερχόταν θα ξεκινούσε μόνος του, ήταν αποφασισμένος να φύγει απ’ την πόλη ότι και να γίνονταν αλλά έτσι όπως είχε γίνει τελικά ήταν πολύ καλύτερα. Αν και δεν είχαν ταξιδέψει ξανά μαζί ο άλλος είχε κέφια κι αποδείχτηκε μια χαρά συντροφιά, σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσαν για το εμβόλιο, ο φίλος του οδηγούσε πολύ γρήγορα κι όλη την ώρα φώναζε γιατί είχαν τα παράθυρα ανοιχτά, ήταν φανατικός κατά του εμβολίου και δε μπορούσες να βρεις άκρη, άμα έπαιρνε φόρα δε σταματούσε, σου μιλώ για πώρωση μεγάλη, έχανε τη μπάλα. Τον άφηνε να φωνάζει γιατί έτσι ήταν απασχολημένος και δε βαριόταν τη διαδρομή, ο αέρας έμπαινε με ορμή γι αυτό είχε βάλει μια πετσέτα γύρω από το λαιμό μη τον χτυπήσει το ρεύμα και του αφήσει κανένα πρόβλημα, ο ώμος του πονούσε από τα ρεύματα όλο το χειμώνα κι είχε ορκιστεί να προσέχει.

Κοιτάζοντας έξω έβλεπε μπόλικο πράσινο, δέντρα, θάμνους, χωράφια, στην πόλη η τηλεόραση έδειχνε φωτιές και καταστροφές όλη την ώρα, είχες την αίσθηση ότι όλη η χώρα καιγόταν, του έκανε λοιπόν εντύπωση όταν είδε ότι δεν ήταν έτσι, δεν καίγονταν τα πάντα, εδώ πέρα αναπαύονταν το μάτι σου κι ούτε καπνοί ούτε τίποτα, στην πόλη με την τηλεόραση χάνεις τη μπάλα και την επαφή με την πραγματικότητα γι αυτό ήθελε να φεύγει, να μη μένει εκεί πέρα κλεισμένος, να βγαίνει από το κλουβί…

Προορισμός τους ήταν ένας άλλος φίλος που είχε γίνει όχι ακριβώς παπάς αλλά κάτι σαν καλόγερος σ’ ένα μοναστήρι παλιό που το ανακαίνιζε όλη την ώρα. Τους είχε καλέσει στο σπίτι των γονιών του όπου θα τους έκανε το τραπέζι, αυτός τα ήξερε τα μέρη εκείνα γιατί εκεί κοντά είχε γεννηθεί και μεγαλώσει οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία να δει τα πάτρια εδάφη. Ο άλλος ήθελε να κολυμπήσει λίγο έτσι σταμάτησαν σε μια παραλία όπου βούτηξαν στη θάλασσα. Εκείνου δεν του άρεσε να κολυμπά όμως τώρα του φάνηκε ωραία, δεν είχε πολύ κόσμο και τα νερά ήταν καθαρά, εκεί στη θάλασσα συνέχισαν να μιλούν για τα εμβόλια μόνο που ο άλλος είχε ηρεμήσει τώρα και μιλούσε χωρίς να φωνάζει «σ’ άφησα να φωνάζεις γιατί ξέρω ότι παθιάζεσαι» του είπε κι ο άλλος χαμογέλασε. Μιλούσαν εκεί κάμποση ώρα δυνατά κι όσοι κολυμπούσαν από δίπλα κοίταζαν περίεργα αλλά δεν τους ένοιαζε, μετά τα εμβόλια είχαν πιάσει κουβέντα για τα χωριά τους, εκεί που είχαν μάθει να κολυμπούν στα ποτάμια δίπλα στα καρπούζια που έριχναν στο νερό οι χωρικοί για να παγώσουν. Αφού βούτηξαν μια φορά στα βαθιά πήραν ξανά το αυτοκίνητο και συνέχισαν τη πορεία τους.

Το πατρικό του παπά βρισκόταν στην άκρη ενός χωριού, για να φτάσεις στο σπίτι ανέβαινες ένα λοφάκι απ’ όπου έβλεπες κάτω τη θάλασσα, δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα άλλο κτίσμα ημιτελές που κάποτε είχαν σηκώσει αλλά τώρα για κάποιο λόγο το είχαν εγκαταλείψει και μόνο οι κολόνες του έχασκαν εκεί ψηλά σα να ατένιζαν κάτω τη θέα. Ο παπάς που ήταν περίπου τριάντα χρονών αλλά φαίνονταν μεγαλύτερος, τους περίμενε στην είσοδο της αυλής όπου τους υποδέχτηκε κι άρχισε να τους δείχνει τα κατατόπια , «εδώ ήταν οι στάβλοι των παππούδων» τους εξήγησε δείχνοντας κάτι κρίκους όπου έδεναν τα ζώα « κι εδώ είναι τα καινούρια δωμάτια που έφτιαξε ο πατέρας μου». Ο πατέρας του ήταν σίγουρα μερακλής γιατί είχε φτιάξει ένα χώρο όμορφο, οι κάμαρες εκεί πέρα ήταν δροσερές από ένα τεράστιο κλιματιστικό που βούιζε κι εκείνος έκατσε σ’ ένα σημείο στο βάθος του δωματίου όπου δεν τον χτυπούσε το ρεύμα. «Εδώ είναι οι τηλεοράσεις μου» είπε ο πατέρας του παπά, ένας γεροδεμένος άντρας κοντά στα πενήντα, αφού τους έσφιξε το χέρι και συστήθηκε, «εδώ κάθομαι και βλέπω όλα τα αθλητικά, δε χάνω τίποτα, παλιά έπαιζα μπάλα, τώρα το χω κόψει αλλά μ’ αρέσει να παρακολουθώ όλα τα αθλήματα» .

Ο τύπος ήταν πολύ συμπαθητικός και χαμογελούσε όλη την ώρα βοηθώντας τη γυναίκα του που ετοίμαζε τα φαγητά, «καλά περνούν εδώ» σκέφτηκε αυτός γέρνοντας πίσω στον καναπέ που ήταν πολύ άνετος, πολύ ωραία τα είχε φτιάξει όλα ο τύπος, και το σπίτι και την οικογένεια του, γερός να ήταν για να μπορούσε να τα χαρεί . «Έχετε κλιματισμό στο αμάξι;» τους ρώτησε κι όταν του απάντησαν αρνητικά χαμογέλασε, «κατάλαβα, μπαίνει ζεστός αέρας από τη μια και βγαίνει καυτός από την άλλη!» - «εντάξει είναι, κανένα πρόβλημα, το συνηθίζεις » είπε αυτός που το μόνο που τον ένοιαζε κείνη τη μέρα ήταν να φύγει από την πόλη. Βυθίστηκε στον καναπέ καθώς όλα γύρω τον βοηθούσαν να ξεχαστεί, να ηρεμήσει , εκεί πέρα ο χρόνος αποκτούσε άλλη έννοια, στην επαρχία όλα κυλούν πιο αργά, οι ρυθμοί είναι πιο ανθρώπινοι, από την άλλη αυτό το αργό πολλές φορές του έσπαγε τα νεύρα, δεν μπορούσε, βαριόταν απίστευτα, ήθελε δράση, κίνηση, να τρέξει λίγο, όμως κι η πόλη τον είχε φέρει στα όρια του ιδίως το πληκτικό της τοπίο με το ατέλειωτο τσιμέντο και την άσφαλτο που άναβε τα καλοκαίρια , βρισκόταν σε μια σύγχυση…

Αφού μίλησαν λίγο καθίσανε στο τραπέζι κι ο παπάς είπε μια προσευχή που του φάνηκε πολύ μεγάλη , επειδή ήταν παραμονές του δεκαπενταύγουστου όλα ήταν νηστίσιμα αλλά πολύ νόστιμα, κάτι ρεβίθια χωρίς λάδι αλλά πολύ ωραία, κάτι κολοκύθια ψητά στη σχάρα με μια σος περίεργη, κάτι ζυμαρικά σαλάτα, ένα ψωμί που είχαν ψήσει στον πέτρινο φούρνο τους. Έφαγαν με όρεξη κι ύστερα τους έβγαλαν καρπούζι και πεπόνι που ήταν πολύ δροσερά, αφού τέλειωσαν με τα φρούτα κάθισαν να δουν τους ολυμπιακούς αγώνες που έδειχναν οι δυο τηλεοράσεις, είχε ηρεμήσει κανονικά όμως μέσα του έβραζε καθώς πίσω του είχε αφήσει υποθέσεις ανοιχτές που έπρεπε να τις κλείσει , άλλωστε χρειαζόταν ένα διάλλειμα όχι κάτι παραπάνω, το μυαλό του ήταν σ’ αυτά που τον περίμεναν πίσω στην πόλη.

Όπως μιλούσαν τους ρώτησε για κάποιον που ήξερε ότι ζούσε σ’ εκείνο το χωριό «ήταν φίλος του παππού μου» τους εξήγησε «είχαν πολεμήσει μαζί στην Αλβανία, εκεί γνωρίστηκαν, όταν κατέρρευσε ο στρατός γύρισαν μαζί, κοιμήθηκαν τρεις νύχτες στα βουνά, στη Βάλια Κάλντα κοντά στο Μέτσοβο, έκανε τόσο κρύο που μια νύχτα ο παππούς μου δεν άντεχε, τότε ο φίλος του έστρωσε ένα μεγάλο πουρνάρι στο χιόνι και μετά κοιμήθηκε πάνω του για να τον γλυτώσει από την παγωνιά» - « κατάλαβα ποιον λες» είπε ο πατέρας του παπά «δε ζει πια, ο εγγονός του που είναι μεγάλος πια έχει τ’ όνομα του»...

Όλα πήγαιναν πρίμα κι αυτός σκεφτόταν ότι η ιδέα για κείνη την εκδρομή ήταν πολύ πετυχημένη όταν, χωρίς να το καταλάβουν, η συζήτηση γύρισε πάλι στα εμβόλια που όλη η οικογένεια εκτός από τον πατέρα, δεν ήθελε να τα κάνει. Η κουβέντα όσο πήγαινε άναβε κι ο παπάς εκεί που ήταν ήσυχος άρχισε να φωνάζει και να κοκκινίζει, η αλήθεια ήταν ότι δεν τον ήξερε πολύ καλά, πιο πολύ ο φίλος του είχε πάρε δώσε μα ζί του και τώρα προσπαθούσε να τον ηρεμήσει, εκείνος δεν ήθελε να του πάει κόντρα όμως ο παπάς είχε πάρει φόρα, μιλούσε θεολογικά, μετά το γύριζε στα νομικά, ύστερα στα ιατρικά, πετούσε συνέχεια αποσπάσματα από βιβλία εκκλησιαστικά και κείμενα πατερικά που δεν είχαν καμιά αξία αλλά έκαναν εντύπωση αν δεν ήξερες, έλεγε ένα σωρό βλακείες και λίγο - λίγο πιάστηκαν εκεί πέρα άγρια. Του παπά άρχισαν να του ξεφεύγουν κάτι κουβέντες , «είσαι ανόητος, αδαής, ανοικτίρμων, το εμβόλιο είναι ο προάγγελος της αποκάλυψης, δε βλέπεις τα σημεία των καιρών ! ». Τον κοιτούσε εκεί πέρα και σκεφτόταν αν έπρεπε να πιαστεί μαζί του, φιλοξενούνταν εκεί πέρα κι έπρεπε να δείξουν σεβασμό «πάτερ με όλη την εκτίμηση, εγώ δε χρησιμοποίησα τέτοιους χαρακτηρισμούς, θα έπρεπε να είστε πιο προσεκτικός, δεν τιμάτε το σχήμα σας, υποτίθεται ότι υπηρετείτε μια θρησκεία της αγάπης και εσείς ξεχειλίζετε από φανατισμό και μισαλλοδοξία » του είπε κι εκείνος σταμάτησε απότομα σα να τον χτύπησε κάτι.

Κανείς δε μιλούσε και μια παγωμάρα απλώθηκε, η μητέρα του παπά σηκώθηκε να μαζέψει τα πιάτα κι ο πατέρας του άρχισε ν’ αλλάζει τα κανάλια για να καλύψει την αμηχανία του.Ο παπάς σαν να μετάνιωσε που είχε ξεφύγει έγειρε πίσω στη θέση του αναστενάζοντας κι αυτός για να του δώσει χώρο και χρόνο είπε ότι ήθελε να περπατήσει λίγο και τράβηξε κατά την κορυφή του μικρού λόφου, όταν έφτασε στο εγκαταλειμμένο κτίριο είδε ότι πίσω του ερχόταν ο πατέρας του παπά, σκαρφάλωσαν μαζί τις τσιμεντένιες σκάλες κι από το μπαλκόνι που είχε μείνει στα μπετά αντίκρισαν τη φοβερή θέα κάτω στη θάλασσα. «Εδώ πέρα ήθελαν κάποτε να φτιάξουν το καλύτερο γηροκομείο της περιοχής…» είπε ο πατέρας του παπά « η μητρόπολη θα το διαχειρίζονταν και περίμεναν να μαζέψουν τους πιο πλούσιους αλλά ο δεσπότης που ήταν πολύ ανοιχτομάτης έπαθε ανακοπή μια μέρα που κολυμπούσε στην πισίνα του κι έτσι όλα έμειναν στη μέση, άμα ζούσε ο δεσπότης ο γιος μου θα ήταν τώρα διευθυντής εδώ πέρα αλλά δε βαριέσαι, ίσως έτσι να είναι καλύτερα»

Δεν μπορούσε να μη παραδεχτεί τη σοφία του ανθρώπου που είχε τόσο καλά φτιάξει τη ζωή του, για κάμποσα λεπτά δε μίλησαν μόνο κοίταζαν κάτω το πέλαγος που απλώνονταν και τα καράβια που σεργιάνιζαν πηγαίνοντας από το ένα νησί στο άλλο. «Πόσο γεροί ήταν οι άνθρωποι τότε…» ακούστηκε σιγανά ο πατέρας του παπά «…κοιμόταν μες τα χιόνια κι άντεχαν»- «Ναι..» είπε αυτός «…ήταν πολύ δυνατοί, συγνώμη που μίλησα έτσι στο γιο σας» συμπλήρωσε κι ο άλλος χαμογέλασε κατά πως το χε συνήθειο, «δεν πειράζει, του χρειάζεται, εγώ του μιλώ πολύ χειρότερα…»

Όπως έφευγαν ο παπάς μιλούσε με τον άλλον και μόνο την ώρα που αυτός έμπαινε στο αμάξι τον κοίταξε μια στιγμή και τον ξεπροβόδισε. Βγαίνοντας από το χωριό έψαχναν για βενζινάδικο όμως δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά κι ούτε υπήρχε κανείς να τους δείξει που να πάνε, τελικά βρήκαν ένα μισοεγκαταλειμμένο , γέμισαν το ντεπόζιτο κι από κάτι χωματόδρομους βγήκαν τελικά στο μεγάλο δρόμο, είχε περάσει πια το μεσημέρι αλλά ο ήλιος χτυπούσε με μανία τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που είχαν πάρει φωτιά, το αμάξι κατάπινε τα χιλιόμετρα σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από τον καύσωνα ενώ ο αέρας έμπαινε με μανία απ όλες τις μεριές . 

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

ΣΤΟ ΝΗΣΙ

 

Εκεί πέρα στο νησί δούλευαν σα σκυλιά, από το πρωί μέχρι το βράδυ,  μες τον ήλιο κα στον αέρα,  στην ταράτσα και στο υπόγειο,  τα είχαν δώσει όλα,  έπρεπε να τελειώσουν το ξενοδοχείο για να προλάβουν τη σεζόν, ο Ιούνιος είχε μπει για τα καλά και φοβόταν  ότι θα έχαναν  τους τουρίστες που όπου να ναι θα γέμιζαν τον τόπο. Το ξενοδοχείο βρισκόταν σ’ ένα λόφο ψηλά πάνω από το νησί, κι ανήκε σ’ έναν τύπο νεαρό που το είχε κληρονομήσει από τον μπαμπά του. Ήταν λίγο νευρικός κι όλη την ώρα τους έλεγε:  «Παιδιά  πάμε σφιχτά να προλάβουμε κι εγώ δε θα σας αφήσω έτσι!» έτσι λοιπόν  είχαν πέσει με τα μούτρα να το τελειώσουν. Ήταν ένα μικρό συνεργείο, ο Γιάννης,  ένας παλιός μάστορας που ήταν ο πιο έμπειρος μαζί με τον  Ηλία,  έναν  γίγαντα ξανθό που έκανε τις βαριές δουλειές. Κάθε χρόνο  δούλευαν στα νησιά επισκευάζοντας σπίτια  και ξενοδοχεία για ενοικίαση,  μαζί τους είχαν  αυτή τη φορά και το Νίκο,  ένα παιδί γύρω στα εικοσιπέντε που πρώτη φορά δούλευε σε νησί.  

Στο μεταξύ είχε μπει το καλοκαιράκι κι αυτοί είχαν σκάσει, βρίσκονταν σ’ ένα τόσο ωραίο μέρος και δεν μπορούσαν να βγουν μια βόλτα, να κάνουν ένα μπανάκι, να φάνε κάνα καλαμαράκι,  να δουν καμιά γκόμενα να ξελαμπικάρουν λίγο,  καθόταν εκεί σα τους μαύρους και δούλευαν όλη μέρα. Το πράγμα προχωρούσε αλλά ο ιδιόκτητης όλο και κάτι καινούργιο έβγαζε,  «Παιδιά πρέπει να κάνουμε και το υπόγειο, είναι και η ταράτσα που θέλει μια μόνωση, οι σκάλες  δεν γίνονται όπως πρέπει, η περίφραξη θέλει κάποιες διορθώσεις…»  Όσο δούλευαν τόσο πιο πολύ δουλειά έβγαινε ώσπου στο τέλος τους την έδωσε και ζήτησαν μια προκαταβολή να δουν κάνα φράγκο στο χέρι, να πάρουν τ’  απάνω τους.   

«Ότι θέλετε παιδιά!» τους είπε ο ιδιοκτήτης και τους έδωσε μια μπροστάντζα,  όχι πολλά αλλά  δεν ήταν άσχημα. Για λίγο έστρωσαν τα πράγματα όμως  ύστερα  άρχισε πάλι τη γκρίνια : «Παιδιά δε θα προλάβουμε, δε γίνεται έτσι,  θα με κρεμάσετε,  εγώ σας εμπιστεύτηκα,  πάμε πολύ  αργά,  έρχονται τα πρώτα γκρουπ, σας έχω δώσει προκαταβολή, πρέπει να τρέξουμε». Το σκέφτηκαν λίγο, έπεσαν πάλι με τα μούτρα και  το έργο προχωρούσε ακόμα καλύτερα, όταν τέλειωσαν  με τους σοβάδες και τη στέγη που ήταν μεγάλο μανίκι  ένιωσαν καλύτερα,  είχαν ακόμα κάμποσα να διορθώσουν  αλλά το πράγμα έδειχνε ότι έστρωνε, το ξενοδοχείο είχε γίνει  όμορφο, όχι σαν τ’ άλλα γύρω,  κάπως διαφορετικό, πιο απλό αλλά ωραίο ρε φίλε, παραδοσιακό, έδενε με το τοπίο, αφού μερικοί ντόπιοι είπαν ότι αυτό θα γινόταν το καλύτερο κτίσμα του νησιού.

Έμενε ένα τελευταίο κομμάτι, ο τοίχος στην πρόσοψη του κτηρίου. Έπρεπε να γίνει από  μια πέτρα που έβγαζαν στο νησί και ήταν πολύ χαρακτηριστική, κάπως κοκκινωπή με ραβδώσεις, σ’ αυτόν τον τοίχο ήθελαν να δώσουν πολύ προσοχή γιατί θα ήταν η βιτρίνα του ξενοδοχείου. Όλοι είχαν κουραστεί αλλά έκαναν κουράγιο, άλλωστε βρίσκονταν στα τελειώματα,  έκαναν υπομονή σκεφτόμενοι ότι τελείωναν τα βάσανα τους, θα γύριζαν στα σπίτια τους επιτέλους και μπορεί να έκαναν  μια γύρα  στο νησί να το δουν λίγο.  Κι εκεί που λέγανε ότι  όλα κυλούσαν καλά ο ιδιοκτήτης άρχισε να γίνεται  στριφνός, είχε όλο και περισσότερες απαιτήσεις  κι άρχισε να γκρινιάζει πιο πολύ σα να είχε πάθει κάτι :  «Εγώ σας πληρώνω κι εσείς καθυστερείτε, τα πρακτορεία  με πιέζουν, την άλλη βδομάδα φτάνει το πρώτο γκρουπ κι εγώ  πνίγομαι από την αγωνία  και  το άγχος,  δεν είστε εντάξει,  κάντε κάτι, δε πάμε καλά » τους είχε μαυρίσει την ψυχή.

Όμως δεν ήταν μόνο αυτό, πρόσεξαν ότι ενώ το βράδυ έχτιζαν τον τοίχο το πρωί τον έβρισκαν γρατζουνισμένο ενώ μερικές  πέτρες είχαν βγει από τη θέση τους. Όταν ρώτησαν τον ιδιοκτήτη τι στο διάβολο γινόταν εκείνος τους είπε ότι είχε πάρει μια γυναίκα αρχιτέκτονα  που έλεγε ότι δεν το έκαναν  σωστά,  δεν τοποθετούσαν καλά τα υλικά,  δεν ήταν  ευθυγραμμισμένο το ντουβάρι, η δουλειά τους ήταν πολύ ερασιτεχνική,  δεν ήταν μοντέρνα. Ο Γιάννης που ήταν ο πιο παλιός ήξερε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν βλάκας κι εκείνη η αρχιτεκτόνισσα για τα μπάζα αλλά καθώς τέλειωναν είπε να δώσει τόπο στην οργή.  Έκατσαν ακόμα μια μέρα και δούλεψαν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά,  το  βράδυ ο τοίχος ήταν τζιτζί  ρε φίλε, ευθυγραμμισμένος, σένιος, σουπερ,  δεν είχε ξαναγίνει τέτοια δουλειά όμως  το πρωί που ξύπνησαν τον βρήκαν πάλι γρατζουνισμένο,  ε τότε τους ανέβηκε στο αίμα στο κεφάλι.

Αντί όμως να πάνε και να πλακώσουν τον άλλον τον ηλίθιο ο Ηλίας πρότεινε να  κάνουν ένα διάλειμμα, να πάρουν ένα ρεπό, να ηρεμήσουν λίγο, για μια μέρα δε χάλασε κόσμος! Μπανιαρίστηκαν, σενιαρίστηκαν, έβαλαν τα καλά τους  και βγήκαν στο χωριό  κάτω στη θάλασσα. Εκεί ρε φίλε ήταν παράδεισος, ωραία μαγαζιά, τουριστριούλες ξανθιές από την Ευρώπη όλο χαμόγελα, ήπιαν τα ποτάκια τους,  ο πιο νεαρός  είχε κι ένα σουξέ με μια γαλλιδούλα,  το βράδυ κοιμήθηκε μαζί της και πρέπει να είχαν βγάλει γούστα,  οι άλλοι ήταν παντρεμένοι και τό παιζαν σοβαροί και καλά, όμως είχαν περάσει τζάμι ρε φίλε,  επιτέλους,  το χρειάζονταν!  Όπως ήταν  σακατεμένοι τόσες μέρες με τα μερεμέτια έπεσαν ξεροί για ύπνο, το πρωί που ξύπνησαν  βούτηξαν στη δροσερή  θάλασσα  που  γυάλιζε, και κατά το μεσημεράκι  έπεσαν σα λυσσασμένοι στο  φαγητό,  μιλάμε τόσες μέρες την έβγαζαν με κονσέρβες και σάντουιτς, είχαν ρέψει  κι ότι τους έφερνε ο εστιάτορας το καταβρόχθιζαν σα να μην είχαν φάει από τότε που γεννήθηκαν!

Τώρα είχαν στανιάρει, είχαν ανανεωθεί  κι ήταν αποφασισμένοι να τελειώσουν κι ας είχαν να καθαρίσουν  τους στάβλους του Αυγεία. Κατά το μεσημέρι που ο ήλιος έκαιγε τον τόπο κι αυτοί  σα κολασμένοι πελεκούσαν τις πέτρες  ήρθε ο ιδιοκτήτης  να τους δει κι έβαλε μπρος την ίδια κασέτα,  μάλιστα τώρα ήταν πιο ερειστικός, πιο επιθετικός : « Δεν θα τελειώσουμε καλά…» άρχισε να λέει «…εγώ σας πλήρωσα κι εσείς γλεντάτε, πάτε με τις  γκόμενες,  έχω χαλάσει το καλοκαίρι μου και θα μπω μέσα,  έχω ένα κάρο υποχρεώσεις, άλλα συμφωνήσαμε κι εσείς κάνετε ντόλτσε βίτα αν δεν μπορείτε να μου το πείτε να πάρω άλλους  αλλά να μου δώσετε πίσω την προκαταβολή…»

Τώρα είχε ξεφύγει, όλοι τον κοιτούσαν αποσβολωμένοι κι  ο Γιάννης που ήξερε απ αυτά  τα πήρε στο κρανίο,  «Κοίτα να δεις …» του είπε « Το έργο  τελειώνει κι εμείς δουλεύουμε σαν τα σκυλιά  ως το βράδυ,  μη μας ζαλίζεις,  δε μας βοηθάς!»  Όμως ο ιδιοκτήτης έμοιαζε να μην ξέρει τι του γίνεται κι έπιασε  ν’ απειλεί θεούς και δαίμονες,  τότε πετάχτηκε ο Ηλίας  ο γίγαντας και τον πήρε παραμάζωμα:  «Ρε ηλίθιε που να πάρει ο διάβολος το  ξενοδοχείο σου γιατί  χαλάς κάθε νύχτα τον τοίχο,   τι στο διάβολο θέλεις  μη μας ζαλίζεις τον έρωτα, βλάκα, δεν καταλαβαίνεις ότι δε βοηθάς  ούτε  μας ούτε  σένα!» - «Μάζεψε τη γλώσσα σου πρόσεχε πως μου μιλάς !»  του είπε ο ξενοδόχος που είχε κοκκινίσει μέχρι τα μπούνια, «Θα σας δείξω, θέλω τα λεφτά μου πίσω,  τόσον καιρό με κοροϊδεύετε, δεν έχετε κάνει τίποτα»

Κανονικά θα έπρεπε να είναι πιο συγκρατημένος απέναντι στον Ηλία που τον κοίταζε από ψηλά όμως ο άλλος είχε  χάσει την μπάλα,  «Δεν έχετε ιδέα απ’  αυτή τη δουλειά, εγώ μίλησα  με τη φίλη μου που είναι  αρχιτέκτονας  και μου είπε   «που τους βρήκες αυτούς τους μαστόρους δεν ξέρουν τι τους γίνεται». Τώρα το πράγμα πήγαινε αλλού,  «Κοίτα μη σου πω τίποτα…»  του φώναξε ο Γιάννης  «Πήγαινε στο διάβολο κι εσύ κι η δουλειά σου, εμείς φεύγουμε,  είσαι ηλίθιος,  δεν ξέρεις τι σου γίνεται,  στην πραγματικότητα δε θες να τελειώσει το έργο θες να μας έχεις εδώ και να μας τυραννάς»- «Θέλω πίσω τα λεφτά μου!» άρχισε ο άλλος που πλέον παραληρούσε,   «Θα σας πάω στα δικαστήρια, εσείς γλεντάτε ενώ   εδώ ήρθατε  για δουλειά!»-  « Ρε τσόγλανε…» μούγκρισε ο Ηλίας,  «Θα σου δώσουμε λογαριασμό, σε βάλαμε νταβατζή στο κεφάλι μας,  ότι θέλουμε  θα κάνουμε και δε σε κόφτει, κράτα τα λεφτά για την κάσα σου!» του είπε  κι άρχισε να μαζεύει τα εργαλεία τους ενώ ο πιτσιρικάς ο ξενοδόχος απειλούσε καθώς στέκονταν  σε απόσταση ασφαλείας : «Θα σας πάω στα δικαστήρια, θα σας κλείσω μέσα!» - « Άντε ρε βλαμμένε, άχρηστε, λαμόγιο» του φώναξε ο  Ηλίας «Αποτυχημένε, παράσιτο της κοινωνίας».  

Κάπως έτσι τελείωσαν όλα κι αφού δεν τους βγήκε η δουλειά  αποφάσισαν όλοι να περάσουν τις καλύτερες διακοπές της ζωής τους. Έμειναν εκεί πέρα άλλη μια βδομάδα,  έφαγαν όλα τα λεφτά τους,  γύρισαν  το νησί απ’ άκρη σ’  άκρη,  πήγαν κρουαζιέρες, ο μικρός  τα έφτιαξε με τη γαλλίδα και ήταν ερωτευμένος,  οι άλλοι έτρωγαν κι έπιναν σαν άρχοντες,  νοίκιασαν ένα αμάξι και πήγαν στα καλύτερα μέρη του νησιού, σε πρασινάδες, σπηλιές,  αμμουδιές, εκκλησάκια, ψαρότοπους γεμάτους με λυθρίνια μαγιάτικα,  μελανούρια  και χταπόδια, το βράδυ κοιτούσαν τον ήλιο να γέρνει μέσα στα κύματα χρωματίζοντας το σύμπαν ολόκληρο, ήταν όνειρο, τέτοιες  διακοπές δεν είχαν ξανακάνει στη ζωή τους.

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 

Στη Ρώμη έκανε πολύ ζέστη, υπερβολική,  η πόλη ήταν τεράστια, απλωμένη  και του έκανε εντύπωση το ποτάμι που τη διέσχιζε,  στην Ελλάδα δεν έβρισκες κάτι τέτοιο, ένα τόσο  μεγάλο ποτάμι να περνά μέσα από  μια πόλη,  αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό,  το παιδί που τους ξεναγούσε κι έμενε εκεί πέρα τους είπε ότι το χειμώνα φούσκωνε και γινόταν τεράστιο,  τα νερά του έφταναν σχεδόν μέχρι το ύψος του δρόμου, ήταν φοβερό θέαμα . Περνώντας μια παλιά πέτρινη γέφυρα βρέθηκαν σε μια εκκλησία  που είχε τα  λείψανα του αγίου Βαρθολομαίου,  ήταν ένα μεγάλο κτίριο δίπλα στο ποτάμι, τον Τίβερη,  αυτές λοιπόν ήσαν οι εκκλησίες των καθολικών,  τεράστιες κολώνες υψώνονταν από τις δυο μεριές,  ένιωθες ότι εκεί πέρα είχε πέσει πολύ χρήμα κι έπρεπε να ψάξεις  για να βρεις το στοιχείο το θρησκευτικό .

Το Πάνθεον του φάνηκε  κι εκείνο υπερβολικό , απίστευτο,  πόση πέτρα είχαν ρίξει εκεί πέρα,  βέβαια μη ξεχνάς  ότι η πόλη  ήταν το κέντρο της αυτοκρατορίας,  όλα τα πλούτη του κόσμου εκεί μαζεύονταν,  όλοι οι τεχνίτες της οικουμένης εκεί δούλευαν,  ήταν φυσικό λοιπόν. Από το αεροπλάνο είχε δει  και το Κολοσσαίο,  αμέσως το αναγνώρισε καθώς το σκάφος έγερνε  για να προσγειωθεί,   από κοντά είδε και τις θέρμες,  τα λουτρά δηλαδή του Καρακάλα,  ήταν κι αυτά τεράστια,  απίστευτοι όγκοι,  και τα τείχη στην είσοδο της πόλης πελώρια κι εκείνα, καμιά σχέση με τα ελληνικά,  αυτά εδώ ήταν  έξω από κάθε μέτρο όμως και πάλι εδώ ήταν κάποτε η πρωτεύουσα όλου  του κόσμου,  έπρεπε λοιπόν με κάποιον τρόπο να το δείξει .

Κοντά στο μεσημέρι είχαν ξεκινήσει την περιοδεία, περπάτησαν  κάμποσο όταν άρχισε να του τη δίνει  κι αρνήθηκε να προχωρήσει παραπέρα, η ζέστη ήταν πολύ σπαστική  και δεν καταλάβαινε γιατί  έπρεπε να τυραννιέται μέσα στα στενά που έβραζαν ή να κάθεσαι στα τραπέζια με τους τουρίστες που έτρωγαν  με τον ιδρώτα να τρέχει στα πρόσωπα τους. Δεν πήγαινε στο διάβολο,   είχε ξεποδαριαστεί,  θα τα έβλεπε μια άλλη φορά,  δεν είχε καμιά όρεξη,  κάθισε λοιπόν εκεί σ’ έναν πέτρινο τοίχο   βλέποντας δυο μικρά κοριτσάκια που έβαζαν το κεφάλι κάτω από μια βρύση και γίνονταν μούσκεμα για να δροσιστούν.

Οι άλλοι είχαν σκάσει μαζί του,  «Κάτσε δω και μη κουνηθείς μέχρι να γυρίσουμε!» του είπαν επιτακτικά επειδή φοβούνταν μη τον χάσουν  κι αυτός συμφώνησε,  δεν ήθελε  να τους χαλάσει τη φάση,  «Θα πάμε στη Φοντάνα  ντι Τρέβι να βγούμε φωτογραφίες και να φάμε παγωτό!» -  «Εντάξει παιδιά!» τους είπε  και δεν είχε κανένα θέμα, άλλωστε  την είχε πατήσει και στο Λονδίνο όπου όλοι λέγανε  «Θα δεις πράγματα που δε θα τα χορταίνεις!» κι αυτός μετά από λίγο είχε βαρεθεί τη ζωή του, το  μουσείο με τα αγάλματα και τους πίνακες δεν του έλεγε τίποτα,  μα τι βλακεία,  τι τα είχαν μαζέψει όλα εκεί πέρα, ήθελε να σηκωθεί και να εξαφανιστεί όπως ήταν,  οι άλλοι που ήταν  πιο νορμάλ είχαν γίνει έξαλλοι «Μα τι σπαστικός είσαι ρε παιδάκι μου! Δε σε ξαναπαίρνουμε μαζί μας!»  πραγματικά,  άμα του καρφώνονταν μια ιδέα μπορούσε να χαλάσει τον κόσμο.

Βρήκε ένα μεγάλο κτίριο και μπήκε μέσα,  στην αρχή δεν ήξερε που βρισκόταν, σε κάθε δρόμο  υπήρχαν τόσα αξιοθέατα που έχανες την  μπάλα, απλά  μπήκε  μέσα στο πρώτο κτίσμα που βρήκε μπροστά του, εκεί πέρα  για κάποιο  λόγο η θερμοκρασία  ήταν πολύ ευχάριστη, μάλλον εξαιτίας των τεράστιων  συσκευών  κλιματισμού που χρησιμοποιούσε.   Έκατσε σ’ ένα παγκάκι ξύλινο προσπαθώντας να χαλαρώσει και τότε μόνο  κατάλαβε ότι βρισκόταν σε  εκκλησία, γύρω  μερικοί τουρίστες  κοίταζαν το θόλο ψηλά όπου  υπήρχαν  ένα σωρό ζωγραφιές με έντονα χρώματα,  κόκκινα, κίτρινα,  γαλάζια,  ασυνήθιστες εντελώς, έμοιαζαν μ’ αυτές που υπάρχουν στα μουσεία,  πολύ περίτεχνες. Στη μέση του ναού ήταν  ένα άγαλμα  μαρμάρινο, γυαλιστερό,  και πιο μπροστά  ένας καθρέφτης γερμένος όπου  όλοι έσκυβαν  να δουν τον αντικατοπτρισμό από τις ζωγραφιές του θόλου,  ήταν ένα θέαμα πολύ εντυπωσιακό  εκεί μπορούσες να δεις   όλες τις  λεπτομέρειες, τα χρώματα, τα ρούχα, τα πρόσωπα, επιτέλους  χαλάρωσε κι αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμα, έπειτα θα έβγαινε  στο  σημείο που είχαν συμφωνήσει να βρεθούν με τους άλλους .

Γυρνώντας το βλέμμα  είδε το μεγάλο, ξύλινο κουτί όπου εξομολογούσαν  και το μέρος όπου στέκονταν ο χορός για  να πει τους ύμνους, εκεί πρέπει να βρισκόταν και το εκκλησιαστικό όργανο.  Μια εικόνα στον τοίχο του  άρεσε,  έδειχνε τον Άγιο Χριστόφορο να κρατά στον ώμο του το μικρό Χριστό, έμοιαζε με τις ελληνικές,  και μια άλλη ήταν ωραία με μια επιγραφή ελληνική,  μπορούσες να διαβάσεις   «… ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία…» Σίγουρα είχε πέσει πολύ χρήμα εκεί πέρα,  μη ξεχνάς ότι τότε οι πάπες εξουσίαζαν όλη την Ευρώπη,  όλο τον κόσμο,  ήταν πανίσχυροι κι έφτιαχναν τα μέγαρα και τις εκκλησίες τους όλο και μεγαλύτερα,  όλο κι εντυπωσιακότερα,  έλεγχαν όλες τις χώρες προς το σκοτεινό βορρά, μέχρι την Ιρλανδία  αποκομίζοντας κέρδη απ’ όλες τι γωνιές της ηπείρου. Ένα ζευγάρι από νέα παιδιά μπήκε  εκείνη τη στιγμή κι ο άντρας πρώτος  γονάτισε στο μαρμάρινο πάτωμα, τον ακολούθησε και η κοπέλα,  «Τελικά  η εκκλησία ότι και να γίνει σε εξανθρωπίζει,  είναι πολιτισμός» σκέφτηκε βλέποντας τα παιδιά  που προσεύχονταν , «κι εδώ λοιπόν πιστεύουν»  σκέφτηκε μέσα του .   

 Σηκώθηκε κι άρχισε να περιεργάζεται το χώρο, όπως χάζευε τις γωνιές και τα προσκυνήματα είδε μια πόρτα μικρή και δοκίμασε να την ανοίξει,  αν έβρισκε κάπου εκεί πέρα μια βρύση να πλυθεί λίγο και ν’ αλλάξει ένα μπλουζάκι θα ήταν πολύ καλή περίπτωση. Η πορτούλα άνοιξε και βρέθηκε  σ’ ένα διάδρομο με κάτι απλά κάδρα  δεξιά κι αριστερά που απεικόνιζαν αγίους καθολικούς,  το μέρος του φάνηκε πολύ οικείο,  έμοιαζε με προαύλιο μοναστηριού,  επιτέλους έβρισκε κάτι που του θύμιζε τις εκκλησίες στην πατρίδα! Περπάτησε μέχρι το τέλος του διαδρόμου κι εκεί βρήκε μια μικρή κάμαρα με μια  βρύση στο κέντρο της όπου έτρεχε νερό συνέχεια μέσα από το στόμα ενός παιδιού χάλκινου, «επιτέλους  νερό τρεχούμενο!» ψιθύρισε,  βιάστηκε να πλυθεί κα να βγάλει την ιδρωμένη μπλούζα του,  έβρεξε  πολλές φορές το πρόσωπο του να ξελαμπικάρει κι αμέσως ένιωσε που καλύτερα, τι ζέστη είχαν φάει ρε φίλε τόση ώρα τώρα όμως ήταν όλα εντάξει, ετοιμάζονταν να  φύγει αλλά ένιωσε ότι κάποιος άλλος ήταν εκεί μαζί του  κι ανατρίχιασε,  γυρίζοντας αντίκρισε έναν  καλόγερο με καφέ ράσο και χαρακτηριστικά πολύ αδυνατισμένα  σα να ήταν ετοιμοθάνατος.   Τον χαιρέτησε μ ένα νεύμα όμως ο άλλος έμεινε ασάλευτος  στη μέση του στενού διαδρόμου,   «μπορώ να περάσω;» του έδειξε με νοήματα  όμως ο άλλος  σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και δεν κουνιόταν καθόλου,   έκανε ένα βήμα κατά το μέρος του και  δοκίμασε να περάσει δίπλα του όμως ο καλόγερος  τον έσπρωξε με μια δύναμη που δεν  περίμενε από έναν τόσο αδύνατο άνθρωπο,  δοκίμασε ξανά και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να παλεύει με κείνον τον τύπο που έδειχνε σα να ήταν φτιαγμένος από πέτρα,   του την έδωσε,  έβαλε και κείνος όλη του τη δύναμη και για μερικά λεπτά ήταν σα να δοκίμαζαν ο ένας την αντοχή του άλλου, ένιωθε ότι σε λίγο θα κατέρρεε κι ήθελε να του  πει «εντάξει φίλε τελείωσε το αστείο»  όμως απότομα  ο καλόγερος υποχώρησε  και μιλώντας με μια φωνή πολύ βαθιά,  του  είπε  κάτι  περίεργο,   «Ημέτερος εί  ή των υπεναντίων; » προσπαθούσε να καταλάβει τι σήμαινε  εκείνη η φράση και που την είχε ακούσει,   «Μα πως μιλάς ελληνικά, ποιος είσαι;»  τον ρώτησε κι έσκυψε να μαζέψει τη τσάντα του που είχε πέσει κάτω όμως με το που σήκωσε το κεφάλι δεν υπήρχε τίποτα εκεί γύρω,  μόνο σιωπή κι ερημιά σα να ησύχασε  ξαφνικά ησύχασε  όλη η πλάση.

Είχε γίνει μούσκεμα κι ανέπνεε λαχανιασμένα  όμως προτού  προλάβει να συνέλθει είδε  να έρχεται προς το μέρος του  ένας άλλος τύπος με άσπρο κολάρο σαν αυτά που έχουν οι καθολικοί ιερείς,  και τον ρώτησε κάτι στα αγγλικά,    «Τι κάνεις εδώ;» - « Ήθελα να πλυθώ λίγο αλλά  ήρθε εκείνος ο καλόγερος και  δε μ’ άφηνε να φύγω - « Ποιος καλόγερος;»  ρώτησε ο άλλος  «Ένας  αδύνατος πολύ με  καφέ ράσο»-  «Μα δεν υπάρχει εδώ καλόγερος» -« Πως γίνεται αφού τον είδα,  ήταν  αδύνατος,  κάπως μελαχρινός αλλά χλωμός πολύ,  ακριβώς σαν εκείνον  εκεί! »  είπε δείχνοντας ένα κάδρο  στον τοίχο «Μα αυτός είναι ο άγιος Ιγνάτιος,  πως γίνεται;» φώναξε ο ιταλός κι άρχισε να σταυροκοπιέται μ’  ολόκληρη την παλάμη ψιθυρίζοντας  κάτι λατινικά ακαταλαβίστικα.

Τότε μόνο κατάλαβε,  ώστε αυτό ήταν λοιπόν,  η εκκλησία ήταν αφιερωμένη  στον Ιγνάτιο Λογιόλα,  τον ιδρυτή του τάγματος των Ιησουιτών,  κάτι είχε διαβάσει γι αυτόν,  ήταν λέει πολεμιστής κι είχε πάρει μέρος σ’ ένα σωρό μάχες και πολέμους   αλλά  μετά τα παράτησε όλα και στράφηκε στη θρησκεία ,  θυμόταν και την εικόνα του που είχε δει σε μια γωνιά,  δίπλα στο εξομολογητήριο,  ζωγραφισμένη και γεμάτη χρώματα,  εξαϋλωμένη. «Ξέρεις…» του είπε ο ιερέας, «…είναι η δεύτερη φορά που εμφανίζεται,  αυτό είναι πολύ περίεργο,  πες μου τι  σου είπε;»   «Κάτι από τη Βίβλο, δεν κατάλαβα,  μάλλον ρωτούσε  ‘’είσαι μαζί μας ή με τους εχθρούς’’, ήταν πολύ  παράξενο ».  

Ο καθολικός συνέχισε να σταυροκοπιέται μ’  ολόκληρη την παλάμη  κι αυτός σκέφτηκε ότι αρκετά είχε δει εκείνη τη μέρα, γυρνώντας στο σημείο από όπου είχε μπει είδε τ’  άλλα παιδιά που γελούσαν χαρούμενα «Που είσαι  ρε μεγάλε;» του φώναξαν  έτοιμοι να τον κοροϊδέψουν γιατί  δεν είχε έρθει μαζί τους όμως  τον είδαν  πολύ ήρεμο και του είπαν  «Καλά εσύ μονάχα στην εκκλησία θα έβρισκες το στοιχείο  σου!»

Του έδειχναν τις φωτογραφίες όπου φαίνονταν όλοι   αναψοκοκκινισμένοι ,  είχαν φάει βέβαια παγωτό που έλεγαν ότι ήταν υπέροχο κι είχαν πίσω τους,  καθώς χαμογελούσαν,   τα σιντριβάνια με τα νερά, ζήλευε λίγο ήταν η αλήθεια κι οι άλλοι δεν είχαν πρόβλημα,  τον είχαν συνηθίσει.  Έπαιρναν  πια το δρόμο  για να γυρίσουν στο αμάξι τους περνώντας μέσα από κάτι στενά παλιά με μαγαζιά στις γωνίες όπου πουλούσαν αμφορείς και χρυσαφικά.  Σταμάτησαν μια στιγμή σ’ ένα παρεκκλήσι να βγάλουν μια ακόμα φωτογραφία κι αυτή τη φορά πόζαρε κι αυτός μαζί τους,  ξαφνικά τον έπιασε μια δίψα σα να καιγόταν,   «Να εκεί πίσω  τρέχει νερό!» του φώναξε ένα κορίτσι  από την παρέα και τράβηξε κατά κει που είχε δει νωρίτερα τα παιδιά  να βρέχουν τα κεφάλια τους. Το νερό ήταν  πολύ κρύο, παγωμένο, ότι ακριβώς χρειαζόταν,  ήπιε αχόρταγα σα να μην είχε ξαναπιεί στη ζωή του κι όταν σήκωσε το κεφάλι πάνω του στεκόταν εκείνος ο καταραμένος καλόγερος  ο Ιησουίτης,  « Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου..,» του είπε με κείνη τη φωνή που ήταν σα να έβγαινε από τον τάφο,  «Ο γαρ τόπος ώ συ έστηκας επ’ αυτού άγιος εστί !»        

Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Τη νύχτα, γύρω στα μεσάνυχτα , άκουγε πάντα έναν ήχο σαν τρίξιμο έξω απ’ την πόρτα κι εκείνος που πάντα κοιμόταν ελαφρά άνοιγε αμέσως τα μάτια χάνοντας τον ύπνο του. Ήθελε απόλυτη ησυχία για να πλαγιάσει γι αυτό είχε αγοράσει κάτι συστήματα που σφράγιζαν καλά τις μπαλκονόπορτες και δεν ακουγόταν τίποτα, οι εσωτερικές πόρτες όμως ήταν κανονικές κι ο ήχος περνούσε. Αυτή η ιστορία με τους ήχους πρέπει να τράβηξε κανέναν μήνα ώσπου μια φορά δεν άντεξε, σηκώθηκε κι άνοιξε απότομα την πόρτα για να δει όμως εκεί πέρα , δεν υπήρχε τίποτα, σιωπή μόνο, οι σκάλες, τα κάγκελα, το ασανσέρ, όλα έμοιαζαν εγκαταλειμμένα στη μοναξιά τους.

 Πάντα είχε θέμα με τον ύπνο, η μόνη περίοδος που θυμόταν να κοιμάται αμέριμνα ήταν εκεί που είχε μεγαλώσει. Οι ήχοι της νύχτας ήταν διαφορετικοί εκεί πέρα κι ούτε που τον ένοιαζαν, το πρωί πάντα τον ξυπνούσαν τα πουλιά που χαλούσαν τον κόσμο και μια φορά που είχε κοιμηθεί με τον πατέρα του σ’ ένα σπιτάκι που είχαν στο αμπέλι τους, είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του. Ο πατέρας του είχε κοιμηθεί στο χώμα απλώνοντας ένα στρώμα παλιό, κι εκείνος είχε πλαγιάσει σ’ ένα κρεβάτι ξύλινο που είχε φτιάξει ο παππούς του. Ο παππούς κοιμόταν όλο το καλοκαίρι εκεί, στο αμπέλι, και το περιποιούνταν, εκείνος είχε φτιάξει το σπιτάκι και περνούσε εκεί όλο τον καιρό του ειδικά τέτοια εποχή, τέλος της άνοιξης κι αρχές καλοκαιριού, τον έβλεπε κάθε φορά να θειαφίζει γεμίζοντας τα κλήματα με μια κίτρινη σκόνη κι άλλοτε να ρίχνει γαλαζόπετρα ή να σκαλίζει τα χόρτα που φύτρωναν όλη την ώρα καθώς έβρεχε. Εκεί λοιπόν, στο σπιτάκι είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του και το πρωί ξύπνησε από τ’ αηδόνια που χαλούσαν τον κόσμο σα να πανηγύριζαν που ξεκινούσε μια ακόμα μέρα στον κόσμο.

 Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο αναζητούσε εκείνη την ηρεμία της νύχτας που είχε χάσει, κάθε βράδυ ακολουθούσε το ίδιο τελετουργικό, έπεφτε πάντα την ίδια ώρα αφού έβαζε το ράδιο να παίζει σε μια συχνότητα, η μουσική δεν τον ενοχλούσε. Είχε βρει ένα σταθμό που έπαιζε κάτι τραγούδια και κάτι μουσικές περίεργες, ήρεμες, κι αυτό τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Είχε γράψει ώρες ατελείωτες τέτοιας μουσικής στον υπολογιστή και την άκουγε και στις διακοπές του, η γυναίκα του όλο τον κορόιδευε με τη μανία του αλλά ούτε που τον ένοιαζε, μια φορά σ’ ένα νησί που είχαν πάει εκδρομή, κάτι ξένοι τύποι ξανθοί με μακριά μαλλιά, τον είχαν ρωτήσει τι μουσική ακούει και τους έδωσε τα ακουστικά, τους έκανε εντύπωση και τον ρώτησαν που την είχε βρει, μάλιστα ήξεραν και μια κοπέλα που τραγουδούσε ένα κομμάτι το «Water moon» είναι πολύ καλή του είπανε και του έδωσαν συγχαρητήρια για το γούστο του, αυτό του άρεσε πολύ…

 Με την ήσυχη μουσική κοιμόταν καλά όμως από τότε που άρχισαν τα τριξίματα έξω απ την πόρτα αναστατώθηκε, σκεφτόταν τι ήχοι μπορούσαν να ήταν εκείνοι οι νυχτερινοί που τον ξυπνούσαν κι από πού προέρχονταν. Και τον χειμώνα είχε πιάσει το αυτί του κάτι κραδασμούς ανεπαίσθητους αλλά δεν είχε δώσει σημασία, τώρα όμως που η ζέστη όσο πήγανε κι αυξάνονταν ήταν διαφορετικά, οι νύχτες σα να ζωντάνευαν κι εκείνος ονειρεύονταν την ώρα που θα έφευγε για κάνα νησί ή καμιά παραλία, το καλοκαίρι ήταν πάντα μια εποχή δύσκολη κι η πόλη δεν έλεγε. Σκεφτόταν ότι ερχόταν η στιγμή που όλοι θα προσπαθούσαν να την κοπανήσουν και κατάστρωνε σχέδια, οι μέρες όσο πήγαινε γινόταν ατελείωτες κι εκείνη τη ζέστη που έβγαζε η άσφαλτος και τα τσιμέντα δεν μπορούσε με τίποτα να τη συνηθίσει. Έβλεπε από μακριά τους ορίζοντες, τη θάλασσα, τις σιλουέτες των βουνών κι ήταν σα να τον καλούσαν να ταξιδέψει, ά, ασφαλώς το καλοκαίρι ήταν για ταξίδια, δεν μπορούσες να καθίσεις κλεισμένος στο κλουβί σου, έπρεπε να φύγεις, να πας μακριά, να καθαρίσεις το μυαλό σου κι έπειτα να γυρίσεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου μέχρι το επόμενο ταξίδι. 

 Το διάστημα μέχρι την άδεια ήταν το πιο δύσκολο, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στην δουλειά , ξεχνιόταν στο τηλέφωνο κι οι πελάτες αναρωτιούνταν τι συμβαίνει. Δεν ήταν ο μόνος που είχε θέμα, στο γραφείο ήταν όλοι αγχωμένοι, πλησίαζε ο καιρός της αξιολόγησης κι όλοι έπρεπε να δείξουν τα συμβόλαια που είχαν κλείσει, για μερικούς ίσως σήμαινε ότι θα έφευγαν από κει πέρα και γι αυτόν είχε χτυπήσει καμπανάκι. Ήταν παλιός βέβαια εκεί πέρα αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος, αν κατάφερνε να κλείσει μια καλή συμφωνία που είχε ξεκινήσει θα ήταν άνετος όμως δεν μπορούσε να πείσει μια γυναίκα που όλο ταλαντεύονταν γι αυτό και είχε κανονίσει μια συνάντηση μαζί της. Πίστευε ότι από κοντά θα την έπειθε, είχε μιλήσει πολλές φορές μαζί της στο τηλέφωνο και παρόλο που ήθελε να τη διαολοστείλει για κάποιο λόγο έκανε υπομονή, ίσως ήταν η φωνή της που του φαινόταν οικεία, κάτι του θύμιζε γι αυτό επέμενε να μιλά μαζί της ξανά και ξανά. 

 Όταν την είδε από κοντά ήταν σίγουρος ότι από κάπου την ήξερε όμως το πρόσωπο της φαινόταν τόσο αλλαγμένο, πρέπει να είχε κάνει κάποιου είδους επέμβαση όμως η όψη της δεν ήταν ωραία, το ντύσιμο της πάντως ήταν πολύ προσεγμένο, φορούσε ένα φόρεμα με κάτι λουλούδια χρωματιστά πολύ όμορφο και η φωνή της ήταν σίγουρα γνωστή. ‘’Έχετε τα χαρτιά που σας ζήτησα;» τη ρώτησε κι όταν εκείνη σηκώθηκε και την είδε να περπατά προς το μέρος του τη θυμήθηκε από το βάδισμα, ρε φίλε δεν υπήρχε περίπτωση το περπάτημα της, το λίκνισμα της πάνω στα τακούνια, ήταν σίγουρος ότι την ήξερε, αυτός ήταν ο τρόπος του να καταλαβαίνει τις γυναίκες, κάθε φορά περίμενε μέχρι να σηκωθούν για να δει πως θα κινούνταν, αν δεν του άρεσε ο τρόπος που βάδιζαν δεν ασχολούνταν καθόλου. Ήταν η Βίβιαν, άκου όνομα τώρα, που κάποτε έκανε ότι ήθελε στο πανεπιστήμιο κι όλα τα αρσενικά τρέχανε πίσω της. Κι αυτός ήταν τσιμπημένος μαζί της βέβαια, δε γίνονταν να της ξεφύγει, τόσο εντυπωσιακή ήταν και μάλιστα ένα βράδυ είχε κοιμηθεί σπίτι του, άκου τώρα! Ήταν πιτσιρικάς τότε και δε τον έκοβε πολύ, έτσι όταν του είπε ότι θα ερχόταν σπίτι του είχε έρθει ταμπλάς στο κεφάλι, δεν μπορούσε να το πιστέψει, κι όταν του χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξε δεν ήξερε τι να πει. Βέβαια δεν του πήρε πολύ να καταλάβει ότι ενδιαφερόταν για το συγκάτοικο του που ήταν ομορφόπαιδο όμως η καρδιά του χτυπούσε δυνατά εκείνο το βράδυ όση ώρα την έβλεπε να κινείται μέσα στο διαμέρισμα με κείνο τον απίστευτο τρόπο της, με την άνεση που έχουν αυτού του είδους οι γυναίκες που είναι τόσο ο σίγουρες για τον εαυτό τους. 

 Εκείνη βέβαια τον χρησιμοποιούσε, αυτό πια μπορούσε να το καταλάβει όμως όπως ήταν κολλημένος τότε ήταν κάτι, την είχε κοντά του, ήταν μια παρηγοριά . Από κείνη τη βραδιά που ήρθε στο σπίτι την είχε ερωτευτεί κι όσο την έβλεπε να έρχεται κάθε φορά δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του, είχε φάει άγριο κόλλημα και του πήρε καιρό να ξεκολλήσει, μπορεί και δυο χρόνια, ήταν το πρώτο σκάλωμα του, οι γονείς του είχαν αναστατωθεί, τον είχαν πάει μέχρι και σε ψυχολόγο, είδαν κι έπαθαν να τον συνεφέρουν. Από τότε πρόσεχε πολύ με τις γυναίκες, δεν έμπλεκε εύκολα και τώρα νάτην εδώ ρε φίλε μπροστά του, ήθελε να της πετάξει κάτι του στυλ «Πως έγινες έτσι ρε Βίβιαν !» αλλά κρατήθηκε. Εκείνη πάλι δεν έμοιαζε να τον θυμάται κι αυτό τον βόλευε, ας υπέγραφε το συμβόλαιο και μετά μπορούσε να της πει ότι ήθελε.

 Την έβλεπε εκεί μπροστά του να λικνίζεται στην πολυθρόνα της και στο μυαλό του ερχόταν πάλι στο νου όσα είχε τραβήξει εξαιτίας της, πόσα ξενύχτια και πόσα ψυχοπλακώματα, φαινόταν να έχει χάσει εκείνη την παλιά σιγουριά της και ταλαντεύονταν με το συμβόλαιο οπότε αποφάσισε να το ρισκάρει, «Ρε Βίβιαν δε με θυμάσαι;» της πέταξε κι εκείνη τον κάρφωσε αμέσως μ’ εκείνο βλέμμα που θυμόταν από παλιά, «Νίκο!» του φώναξε. Φαινόταν ειλικρινής αλλά φίλε την ήξερε, μπορούσε να παίζει θέατρο, να σου μιλά με τον πιο γλυκό τρόπο ενώ μέσα της συλλογίζονταν τα χειρότερα για σένα , ήταν δαίμονας ! Τώρα που το σκεφτόταν η επιτυχία ήταν δικιά της, το οικόπεδο που της πουλούσαν άξιζε τα διπλά λεφτά όμως εκείνοι ήταν σκοτωμένοι κι έπρεπε να βρουν χρήματα με κάθε τρόπο, έμοιαζε να είχαν συμβεί όλα τυχαία αλλά ξαναφέρνοντας στο μυαλό του την αλληλουχία των γεγονότων, το ότι τους είχε πάρει ακριβώς τη στιγμή που καίγονταν για ρευστό, τα παζάρια που τους είχε κάνει, κι έπειτα γιατί ν’ απευθυνθεί σ’ εκείνον, στο γραφείο εκείνος που έλυνε κι έδενε ήταν το αφεντικό όμως αυτή είχε ζητήσει να διαπραγματευτεί αποκλειστικά μαζί του σε μια στιγμή που κι κείνος καιγόταν να κλείσει κάποιον πελάτη, ήταν σα να τα παρακολουθούσε όλα κι έκανε την κίνηση της!

 Όταν υπέγραψαν τα συμβόλαια όλοι ήταν χαρούμενοι κι εκείνος υποτίθεται ότι κρατούσε τη δουλειά του όμως για κάποιο λόγο μέσα του ένιωθε ότι για μια ακόμη φορά τον είχε ξεγελάσει εκείνη η γυναίκα κι αυτή η αίσθηση του χαλούσε τη διάθεση. Στο μπαλκόνι του σπιτιού του κάπνισε πολλά τσιγάρα μυρίζοντας μια φλαμουριά που σκορπούσε τη μυρωδιά της σ’ όλη τη γειτονιά, έβαλε στον υπολογιστή ν’ ακούσει τις αγαπημένες του μουσικές όμως για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό δεν του έκαναν καμιά εντύπωση.

 Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα όμως εκεί γύρω στα μεσάνυχτα τα μάτια του σα να άνοιξαν αυτόματα λες και είχε χτυπήσει κάποιο ρολόι, ήταν το τρίξιμο στον διάδρομο πάλι. Σηκώθηκε χωρίς να κάνει θόρυβο κι άνοιξε την πόρτα απότομα, αυτή τη φορά είδε μια σκιά κι έτρεξε κάτω στις σκάλες για να δει ποιος διάβολος ήτανε και στην είσοδο του κτιρίου πρόλαβε να δει την άκρη ενός φορέματος με λουλούδια σαν εκείνο της Βίβιαν. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν αυτό που συνέβαινε ήταν όνειρο η πραγματικότητα, βγήκε τρέχοντας από την πολυκατοικία όμως έξω δεν υπήρχε τίποτα σα να είχε καταπιεί το σκοτάδι την σκιά, στον αέρα μονάχα υπήρχε η μυρουδιά από τις φλαμουριές που απλώνονταν παντού κι ένα αμάξι στο δόμο που έβαλε μπρος και χάθηκε στα στενά .

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

TO ΞΙΦΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΟΛΑΦ

Πάντα δίπλα στο βασιλιά βρίσκονταν, έπρεπε να ‘χει το νου του συνέχεια,  στις μάχες κοίταζε να μην τον αφήνει ποτέ μόνο του γιατί  ο βασιλιάς ήταν παράτολμος κι όλο ρίχνονταν σε κείνα τα σημεία που γινόταν ο πιο μεγάλος χαμός,  είχε πάντα ένα ασκί  δερμάτινο μαζί του  κι ένα κομμάτι ψωμί, άμα πεινούσε βασιλιάς να του δώσει κι άμα διψούσε να έχει πάντα νερό, τον βοηθούσε  να παίρνει ανάσες,  τον έβαζε να κοιμηθεί στην σκηνή του κι όλη νύχτα καθόταν απ’   έξω να τον φυλάει,  κανέναν δεν εμπιστεύονταν  δίπλα του. Πιο πολύ όμως νοιάζονταν μην πληγωθεί  ο βασιλιάς,  μη τον χτυπήσουν στη μάχη όπου έπεφτε με τα μούτρα δίχως να σκέφτεται τίποτα, εκείνες οι στιγμές ήταν οι πιο δύσκολες.

Με τον καιρό του είχε γίνει τόσο απαραίτητος που ο βασιλιάς δεν  ξεκινούσε τίποτα αν δεν τον είχε μαζί του,  πρωί -πρωί τον  φώναζε για του δώσει αναφορά και να του ζητήσει τη γνώμη του,  ήξερε ότι ο  υπασπιστής είχε σωστή κρίση,  ότι και να του έλεγε ήταν  ζυγισμένο, στις πιο δύσκολες στιγμές είχε μια λύση καθώς το  μυαλό  του δούλευε γρήγορα . Κάποιοι έλεγαν ότι προορίζονταν για διάδοχος,  άλλωστε κι ο ίδιος ο βασιλιάς έτσι είχε πάρει την εξουσία,  δεν είχε γαλάζιο αίμα στις φλέβες του,  ένας απλός στρατιώτης ήταν που είχε αναδειχτεί μέσα στις μάχες κι είχε ανέβει στην ιεραρχία ώσπου μια μέρα μαζί με μια  παρέα σκληροτράχηλων πολεμιστών- ανάμεσα τους κι ο υπασπιστής-  σκότωσαν  τον γέρο  βασιλιά που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τον μουχλιασμένο  θρόνο του.

Τώρα λοιπόν ακουγόταν ότι ο υπασπιστής θα τον διαδέχονταν όμως  αυτό δεν είχε καμιά σχέση με την  πραγματικότητα.  Εκείνου του άρεσε να είναι  το δεύτερο βιολί στην ορχήστρα, όχι το πρώτο, δεν ήθελε τις ευθύνες που έχει η εξουσία, ήθελε να ξεκουράζεται, να μην έχει όλη την ώρα το μυαλό φορτωμένο με το πώς θα γίνει αρεστός και πως θα ικανοποιήσει  το πλήθος το αχόρταγο. Δεν ήθελε να σκοτίζεται συνέχεια  λύνοντας  προβλήματα περίπλοκα , προτιμούσε  να έχει το μυαλό του καθαρό,  όχι, δεν  ήταν  γεννημένος γι αυτήν  τη δουλειά. Εκείνου του άρεσε να υπηρετεί το βασιλιά, να είναι κοντά του στις μεγάλες στιγμές και να παρατηρεί τους ανθρώπους της εξουσίας που δεν τους έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά,  κι ούτε του θόλωναν την κρίση  οι τίτλοι και τα φορέματα τους τ’  ακριβά και τα χρυσοποίκιλτα.

Πόσες φορές δεν τον είχε σώσει τον κύριο του,  πόσες συμβουλές δεν του είχε δώσει κι ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος , του έδωσε μάλιστα για δώρο ένα από κείνα τα σπαθιά με την  στολισμένη λαβή που του είχε φέρει κάποτε ένας  Βίκινγκ από το βορρά, ο Μαύρος Όλαφ,  τότε που είχε έρθει με μια ομάδα ζητώντας να υπηρετήσουν στο στρατό του. Το ξίφος   ήταν τόσο ωραίο που δεν ήθελε να το χαλάσει πολεμώντας,  το χρησιμοποιούσε και με τα δυο χέρια όταν εξασκούνταν και θα ήταν το καλύτερο τρόπαιο για να θυμάται τον καιρό του πολέμου. Σκεφτόταν  πια ν’ αποσυρθεί προτού τον πάρουν τα χρόνια, είχε βαρεθεί το βραστό κρέας στα καζάνια εκστρατείας και τον χυλό που κουβαλούσαν στις στάμνες και πάγωνε το χειμώνα,  είχε βαρεθεί να τρώει με τα χέρια, να ψάχνει για νερό σε ποτάμια και πηγάδια,  να κοιμάται στο ύπαιθρο ξυπνώντας μουσκεμένος από την δροσιά που έπεφτε το πρωί.

Τα κόκαλα του πονούσαν κι ένιωθε ότι θα γερνούσε αν συνέχιζε έτσι,  ήθελε ν’ αποσυρθεί στο υποστατικό που είχε χτίσει,  να καλλιεργεί τον κήπο και να πηγαίνει να ψέλνει στο μοναστήρι που βρισκόταν εκεί κοντά, ήθελε ν’ αφοσιωθεί  στα παλιά βιβλία που υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του μοναστηριού και να γράψει κάποτε την ιστορία των εκστρατειών με τον βασιλιά που τόσα χρόνια υπηρέτησε. Είχε βαρεθεί να βλέπει αίματα και σκοτωμένους που γέμιζαν τα ρέματα,  είχε βαρεθεί να  βλέπει το ξίφος του όπως  βυθίζονταν  στη μαλακή σάρκα προκαλώντας  τον θάνατο,  ο βασιλιάς ήταν ψυχρός δολοφόνος,  γι αυτό και είχε ανέβει  τόσο ψηλά, όμως εκείνος -παρόλο που δεν δίσταζε να σκοτώσει - δεν ήταν γεννημένος γι αυτήν τη δουλειά, πολλές φορές  σκεφτόταν τα βράδια  όσους είχε δει να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια του, δεν είχε στο  αίμα του το ένστικτο του φονιά.

Το είχε αποφασίσει, θα τα  παρατούσε , θα ζητούσε μια άδεια όσο πιο μεγάλη γίνονταν ώστε να ξεκόψει και μετά θ’  ανακοίνωνε την απόσυρση  του. Καθώς όμως βρίσκονταν στο μέσον μιας εκστρατείας, σε μια χώρα άγνωστη όπου   ο αντίπαλος είχε τραβηχτεί κι ανασύντασσε τις δυνάμεις του, δεν μπορούσε να παρατήσει τον βασιλιά. Χρειάζονταν τη γνώμη του για το πεδίο της μάχης όπου θα γίνονταν η τελική αναμέτρηση, ο βασιλιάς είχε επιλέξει μια   κοιλάδα ανοιχτή  εκείνος όμως είχε αντίρρηση. Το μέρος έδειχνε πολύ  ήσυχο κι αυτό ήταν πάντα ύποπτο, δεν ήταν καλή ιδέα να στρατοπεδέψουν και να πολεμήσουν εκεί πέρα κι ύστερα δεν υπήρχε οδός διαφυγής αν κάτι δεν πήγαινε καλά.  Αυτό τον ένοιαζε πάντα σε κάθε μάχη, να υπάρχει μια διέξοδος, ένας δρόμος σύντομος να την κοπανήσουν αν κάτι πήγαινε στραβά ώστε να μην πετσοκοπούν,  να μπορούν να επανέλθουν,  αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο,  χωρίς οδό διαφυγής δεν ήθελε να ξεκινούν καμιά μάχη.

Εξήγησε τις αντιρρήσεις του όμως για πρώτη  φορά ο βασιλιάς δεν ήθελε να τις  ακούσει,  μιλούσαν  ώρες  και  του φαινόταν ότι κάτι είχε πάθει, τα βράχια γύρω που υψώνονταν  θα τους εμπόδιζαν να υποχωρήσουν και να ελιχτούν, ο  αντίπαλος ήξερε καλά την περιοχή κι έμοιαζε σα να τους είχε παρασύρει στην κοιλάδα για να έχει σύμμαχο του τη φύση όμως ο βασιλιάς  είχε βραχυκυκλώσει.  Ίσως και να ήθελε να δείξει στους άλλους  ότι η κρίση του σ’ αυτά ήταν το ίδιο καλή, επέμενε λοιπόν ότι εκεί έπρεπε να δοθεί η μάχη κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Υποχώρησε όμως μέσα του  δεν μπορούσε να  πιστέψει ότι ετοιμάζονταν  να μπουν στο στόμα του λύκου, ήταν σίγουρος ότι ήταν λάθος,  όλη τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί  σχεδόν καθόλου από την αγωνία του,  μια στιγμή μόνο χαλάρωσε,  έκλεισαν τα μάτια του κι  εκείνο το μικρό διάστημα είδε  ότι βρισκόταν ξαπλωμένος σ’  ένα μέρος ανοιχτό κάπου σε μια  πεδιάδα.  Μπροστά του βρισκόταν ένας άνδρας πελώριος που πρέπει να ξεπερνούσε τα δυο μέτρα,  τον κοίταζε εκεί πέρα εξεταστικά καθώς στέκονταν από πάνω του  κι εκείνος τον   ρώτησε: «Πιστεύεις ότι πρέπει να πολεμήσουμε εδώ ;» - «Όχι !» του απάντησε  ο γίγαντας κι αμέσως  ξύπνησε ιδρωμένος .

Αυτό ήταν κακό σημάδι, δεν  υπήρχε αμφιβολία, σκέφτηκε μια στιγμή να σηκωθεί  να φύγει όμως τούτο  θα ήταν απερισκεψία,  δεν μπορούσε να φανεί δειλός. Επειδή όμως ήταν πάντα προνοητικός έκανε μια τελευταία βόλτα στο πεδίο της μάχης που θα ξεκινούσε για ν’  ανιχνεύσει το χώρο. Ψηλά στον πέρα  πετούσαν αρπακτικά σα να είχαν μυριστεί τι επρόκειτο να συμβεί,   παρατηρώντας  κάποιο απ’ αυτά που  έκανε κύκλους  είδε κάτι να κουνιέται πίσω απ’ τα βράχια,  ήταν  ένας σκύλος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ζητούσε εκεί πέρα μέσα στην ερημιά.   Ο σκύλος μόλις τον είδε υποχώρησε και άρχισε να τρέχει, αποφάσισε να τον ακολουθήσει κι όπως τάχυνε το βήμα  πρόσεξε  κάτω από ένα θάμνο μια κερήθρα από άγριες μέλισσες,  αυτό ήταν θειο δώρο,  δεν υπήρχε τίποτα πιο πολύτιμο σ’ εκείνη την ερημιά από το μέλι. Έκοψε την κερήθρα και την έβαλε στο πουγκί του προσέχοντας μη τον τσιμπήσουν οι μέλισσες που βούιζαν γύρω του ενώ ταυτόχρονα το μυαλό του δούλευε και το μάτι του περνούσε ένα γύρω το χώρο,   διαπίστωσε ότι πίσω από έναν βράχο υπήρχε ένα άνοιγμα αρκετά μεγάλο που σ’ έβγαζε από την κοιλάδα , να λοιπόν ο δρόμος της διαφυγής !  Τώρα μπορούσε γρήγορα να καταστρώσει ένα σχέδιο εξόδου,  αποφάσισε να μην πει τίποτα στο βασιλιά και να του το προτείνει άμα χρειαζόταν την δύσκολη στιγμή,  τώρα όμως άλλαζαν όλα,  αμέσως η  ψυχολογία του ανέβηκε κι εφ’  όσον  ήταν μια μάχη τόσο κρίσιμη, ίσως η τελευταία  του,  αποφάσισε να χρησιμοποιήσει  και  το σπαθί των Βίκινγκς, ίσως του έσωζε τη ζωή, ενθύμια θα έβρισκε αργότερα…

Φόρεσε το κράνος , έδεσε γερά τα σανδάλια στα πόδια του και  πήρε θέση όπως πάντα δίπλα στον βασιλιά που έμοιαζε πολύ συγκεντρωμένος και  χαμογελούσε.  Ο άνθρωπος δε φοβόταν, αυτό όφειλε να του το παραδεχτεί, είχε άγνοια κινδύνου και τούτο  ήταν μεγάλο προτέρημα. Μ’ εκείνον τα πράγματα ήταν διαφορετικά , η  καρδιά του χτυπούσε πριν από κάθε σύγκρουση, ήθελε να δραπετεύσει, να το βάλει στα πόδια,  να χαθεί, αλλά την κρίσιμη στιγμή τα ξεχνούσε όλα και ρίχτονταν στο χαμό σα δαίμονας. Έβαλε την παλάμη μπροστά στο μέτωπο και κοίταξε τους  καβαλάρηδες καθώς πλησίαζαν γεμίζοντας τον ουρανό με σκόνη,  το στομάχι του σφίχτηκε ακούγοντας την κεράτινη σάλπιγγα να σημαίνει  επίθεση και τον κρότο των πολεμικών αρμάτων καθώς περνούσαν πάνω απ ‘ τις πέτρες και τα χαλίκια.

Με το που επιτέθηκαν οι καβαλάρηδες έκαναν χώρο, όπως ήταν το σχέδιο, αφήνοντας τους να περάσουν, η οπισθοφυλακή θ’ ασχολούνταν μαζί τους. Αυτοί επικεντρώθηκαν στους πεζικάριους που τους είχαν του χεριού τους επειδή  ήταν μικρόσωμοι οι πιο πολλοί.  Όπως άναβε η μάχη κι είχε το νου του μην πληγωθεί ο βασιλιάς,  προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν  το αδύνατο σημείο του εχθρού,  οι γραμμές του έμοιαζαν πολύ δεμένες και μόνο  μετά  από ώρα κατάλαβε ότι η δύναμη του ήταν  οι ακοντιστές  που  πολεμούσαν γύρω από τον επικεφαλής τους, έναν μελαχρινό τύπο με κάτι σαν στέμμα στο κεφάλι.  

Μάζεψε  τους καλύτερους άντρες και χτύπησαν με όλη τους την ορμή σ’ εκείνο το σημείο, στην αρχή  φαίνονταν αδύνατο να τους διαλύσεις, ήταν όλοι  τετράγωνοι, γεροδεμένοι κι άγριοι.  Από την πείρα του ήξερε ότι έπρεπε να επιμείνει  όσο κι αν οι γραμμές  φαίνονταν αδιαπέραστες, το σπαθί του είχε γεμίσει από αίματα και τα μπράτσα του είχαν αρχίσει να πονούν αισθάνονταν κουρασμένος κι  είχε αδειάσει από ιδέες όταν  δέχτηκε ένα χτύπημα πολύ γερό και παραπάτησε, ένοιωσε  μια ζαλάδα κι έφερε το χέρι στην κοιλιά   να δει αν είχε ματώσει, εκεί είχε  το πουγκί με τα τρόφιμα και  θυμήθηκε  την κερήθρα που είχε βρει το πρωί,   όπως ένιωθε  τα γόνατα του να λυγίζουν δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά.  Αμέσως τα μάτια του φωτίστηκαν σα να πήρε ενέργεια απόκοσμη και χύθηκε με τους συμπολεμιστές του για μια φορά ακόμα πάνω στην παράταξη των ακοντιστών  που έμοιαζε  με ντουβάρι,  κατάφεραν  με πολύ κόπο να  τους απωθήσουν και τότε, περνώντας το σπαθί στο αριστερό του χέρι, το κατέβασε απότομα κόβοντας  ολόκληρο τον ώμο ενός ακοντιστή μαζί με το ακόντιο του.  Από το  ελάχιστο ρήγμα που άνοιξε  μπόρεσε να περάσει με μερικούς ακόμα και να διεμβολίσει την παράταξη  από το πλάι, εκεί κρίθηκε η μάχη.

Οι ακοντιστές μόλις κατάλαβαν ότι έσπασε ο γρανιτένιος τοίχος που σχημάτιζαν πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να τρέχουν κατά τα βράχια όπου είχε δει το πέρασμα, το ήξεραν λοιπόν! Γύρισε και κοίταξε τον βασιλιά που συνέχιζε να χτυπά  αριστερά δεξιά με το ξίφος του σα να είχε πάθει υστερία εκείνος όμως έβλεπε πάντα ένα βήμα πιο μπροστά και σκέφτηκε ότι τώρα πια όλα είχαν τελειώσει. Έδωσε εντολή στο τάγμα του να κυνηγήσει όσους είχαν απομείνει και τράβηξε για την σκηνή του να δει αν είχε χτυπήσει πουθενά. Είχε μερικά κοψίματα κάποια απ’ τα οποία ήταν κάπως βαθιά και θα χρειαζόταν επίδεσμο όμως αυτά ήταν κάτι συνηθισμένο,  τα χέρια του ήταν γεμάτα παλιές πληγές κι ούτε που τον ένοιαζε,  γρήγορα θα έκλειναν. Δεν μπορούσε παρά   να είναι ευχαριστημένος όμως για κάποιο λόγο ενώ στ’ αυτιά του βούιζαν ακόμα οι κλαγγές κι οι κρότοι από τα χτυπήματα πάνω στις ασπίδες, τον έπιασε μια  μελαγχολία νιώθοντας ότι αυτή  ήταν  η τελευταία μάχη της ζωής του.  Έκλεισε για λίγο τα μάτια κι αμέσως τον πήρε ο ύπνος. 

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Κλεισμένος  στο διαμέρισμα ώρες πολλές  ένιωθε παράξενα, αισθάνονταν  σα να είχε αποκοπεί από τον έξω κόσμο, δούλευε απ’  το σπίτι πλέον,  δίδασκε από τον υπολογιστή,  δεν πήγαινε καθόλου στα σπίτια,  καθόταν μέσα συνέχεια,  μέσα στην απόλυτη ησυχία ξεχνιόταν πολλές φορές κι αναπηδούσε άμα  άκουγε κανένα τρίξιμο ή κανέναν ήχο ανεπαίσθητο,  τα πρωινά  ακουγόταν σαν κάποιος να  γρατζουνούσε την πόρτα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε ώσπου   τελικά ανακάλυψε ότι ήταν η γάτα που ερχόταν  από το πάνω διαμέρισμα,  ξέφευγε όλη την ώρα κι ερχόταν μπροστά στο χαλάκι του να  ξύσει τα νύχια της,  μια φορά που άνοιξε την βρήκε να τον κοιτά μέσα στα μάτια κι ύστερα να χάνεται στις σκάλες.

Καλά οι γυναίκες του διαμερίσματος που βρισκόταν  από πάνω όλο προβλήματα δημιουργούσαν, μια φορά είχαν ξεχάσει ανοιχτή τη βρύση απ’ το μπάνιο τους,  το νερό είχε περάσει στο δικό του  σπίτι κι όταν μπήκε μέσα τσαλαβουτούσε στα πλημυρισμένα δωμάτια.  Ήταν εντελώς προβληματικές οι τύπισσες,   ξαδέρφες πρέπει να ήταν απ’ ότι είχε μάθει κι έμεναν μαζί,  πολλές φορές ερχόταν κι έμενε μαζί τους ένας ανιψιός τους μουσάτος πολύ ύποπτο μούτρο,  λέγανε ότι ψαχούλευε τις πόρτες και μια φορά είχε κλέψει ένα ποδήλατο από το υπόγειο,  κουβαλούσε μαζί του κάτι φίλους του  με τατουάζ που δεν φαινόταν και τα καλύτερα παιδιά. Αυτός  λοιπόν άμα θύμωνε,  κι αυτό μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας- κυρίως της νύχτας- έβριζε και διαολόστελνε  ότι μπορούσες να φανταστείς αναστατώνοντας όλη την πολυκατοικία. 

Το χειρότερο ήταν όταν  άρχιζε να φωνάζει τη νύχτα,  την ώρα που εκείνος έπεφτε να κοιμηθεί και του χαλούσε τον ύπνο,  του ερχόταν να πάει πάνω και ν’  αρχίσει να  κλωτσάει  την πόρτα τους . Μια φορά τα είχε πάρει τόσο άσχημα που είχε καλέσει την αστυνομία και  τότε ο μουσάτος  άρχισε να φέρεται  σαν  παναγία. « Όχι, παρακαλώ, έχετε δίκιο, δε  θα ξανασυμβεί»   σα να μην ήταν εκείνος,  μα τι ηθοποιός ρε φίλε ! Την επομένη  τον είχε πετύχει  στην είσοδο κι ο άλλος δοκίμασε να του μιλήσει σα να μην έτρεχε τίποτα, σα να μην είχε ξεσηκώσει το σύμπαν  το προηγούμενο   βράδυ, «Όχι ρε μεγάλε, δεν είμαστε τόσο ηλίθιοι!» σκέφτηκε από μέσα του γνέφοντας  ένα γεια στεγνό και σπεύδοντας να φύγει  από δίπλα του.

Δεν του μίλησε  όμως τον πρόσεξε,  πρώτη φορά τον έβλεπε από κοντά,  μόνο τη φωνή του ήξερε τόσον καιρό σα να ήταν κανένα φάντασμα. Ο τύπος ήταν μελαχρινός,  με γενειάδα και κάτι μάτια διαπεραστικά, φτυστός -αν εξαιρούσες  τα ράσα-  ο παπάς που είχαν κάποτε στο χωριό, ένας άγριος τύπος που τους τρόμαζε τότε που ήταν παιδιά  σαν ξεκινούσε κάτι ατελείωτα  κηρύγματα για τους εβραίους που καταδίκασαν το Χριστό.  Ο παπάς εκείνος   είχε μια γενειάδα μακριά κι όλο καυγάδες έστηνε μ’  όποιον έβρισκε  γι  αυτό κι ο πατέρας του δεν τον χώνευε,  «Τι θες και πηγαίνεις στην  εκκλησία!» του έλεγε όλη την ώρα. Κάτι θα ήξερε σίγουρα ο πατέρας του,  ακουγόταν ότι ο παπάς  ήταν αντάρτης στον εμφύλιο, στα βουνά της Δράμας   δίπλα σ’ έναν καπετάνιο πόντιο,  τον Αντόν Τσαούς,  ξακουστό κάποτε.  Ποιος ξέρει  τι είχε κάνει στα νιάτα του ο παπάς, σίγουρα θα είχε πάρει μέρος σε μάχες, μπορεί να είχε κλέψει και σπίτια, μπορεί να είχε πειράξει και κορίτσια τότε που είχε τα όπλα και κανείς δε μπορούσε να του πάει κόντρα, μπορεί να είχε σκοτώσει κιόλας.

 Ήταν πολύ άγριος,  άμα  στράβωνε τον φοβόσουν, μέσα στο ιερό είχε και κάτι βιβλία για τους αντάρτες και καθόταν και τα διάβαζε,  μια φορά  δοκίμασε κι αυτός να τα διαβάσει και του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση,  πρώτη φορά διάβαζε τέτοια πράγματα,  δεν είχε ιδέα ότι είχαν συμβεί,  δεν  τα είχε ακούσει από πουθενά,  μιλούσαν για κάποιον  αξιωματικό που είχαν σκοτώσει  στα βουνά όταν πήγε να παραδοθεί σε μια αντίπαλη ομάδα,  τον είχαν φάει μπαμπέσικα. Το παράξενο ήταν ότι ενώ ο παπάς όλη την ώρα  του φώναζε ότι δεν είχε βάλει σωστά τα καρβουνάκια, το θυμίαμα κι άλλα τέτοια μικροπράγματα ασήμαντα,  όταν τον έβλεπε να διαβάζει εκείνα τα βιβλία δεν έλεγε τίποτα σα να τον παρότρυνε να τα βλέπει και να μαθαίνει για ότι είχε συμβεί στον εμφύλιο.

Ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο καβγατζής του από πάνω διαμερίσματος με τον παπά του χωριού του σα να ήταν συγγενείς ένα πράγμα,  σα να είχε μεταφερθεί  στο χρόνο, τώρα που το σκεφτόταν   κι η φωνή του ακόμα ήταν ίδια, άγρια και βραχνή, του θύμιζε κάτι πασχαλιές που έπρεπε να σηκωθεί τη νύχτα για να πάει στην εκκλησία για αν βρει τα’  άλλα παιδιά και τον παπά στο ιερό,  δεν μπορούσε  να καταλάβει γιατί η εκκλησία άνοιγε  μες τα μαύρα μεσάνυχτα όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν,  έπρεπε να ξυπνά μέσα τη νύχτα κι αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό κι εκείνα τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν δίπλα στ’ αυτιά του τον κατατρόμαζαν.  Ύστερα έπρεπε να καθίσει στα σκοτεινά  και να περιμένει να κοινωνήσει ενώ όλοι έφευγαν και πήγαιναν να χλαπακιάσουν.   

Ήθελε κι εκείνος  να την κοπανήσει όμως η μάνα του που στεκόταν από δίπλα  ήταν πολύ αυστηρή μ’ αυτά,  φανατική μπορούσες να πεις, ταλιμπάν,  δεν σήκωνε αντίρρηση όμως όλη εκείνη η ταλαιπωρία είχε και μια αξία, σε μάθαινε να περιμένεις και να κάνεις υπομονή, το ζούσες . Μετά από χρόνια όταν παρακολούθησε μια ανάσταση στην πόλη έπαθε πλάκα,  δεν υπήρχε κόσμος,  δεν υπήρχε ατμόσφαιρα,  όλα του φαινόταν ψεύτικα,  πόσο είχαν αλλάξει όλα μέσα σ’  αυτά τα χρόνια και δεν το έχε καταλάβει,  μέσα σε δυο - τρεις δεκαετίες είχαν διαλυθεί όλα,  το ένιωθες στον αέρα,  ο κόσμος δεν τα πίστευε πια,  απλά πήγαινε εκεί  πέρα από συνήθεια.

Του άρεσαν πάντα οι εκκλησίες ήταν ένα μέρος γεμάτο πνευματικότητα, με  τις αγιογραφίες, τους θόλους και τις ψαλμωδίες ένιωθε ότι βρισκόταν σ’ ένα περιβάλλον πολύ οικείο. Πολλές φορές ανέβαινε στο αναλόγιο και διάβαζε κάτι κείμενα που του έβαζε ο ψάλτης μπροστά του όμως ήταν τόσο νευρικός που όλη την ώρα κουνιόταν ώσπου  ο ψάλτης τον έπιανε από τους ώμους και τον σταθεροποιούσε,  από τότε ήταν ανήσυχος. Αυτά βέβαια τότε που ήταν παιδί, σχεδόν τα είχε ξεχάσει και να τώρα εκείνος ο τύπος με τα μούσια του τα θύμιζε πάλι. Άμα μπορούσε θα τον ρωτούσε τον τύπο «Ρε φίλε, μήπως έχει κανένα συγγενή παπά;».  Αν λογάριαζες την ηλικία του η μόνη πιθανότητα να  είχε κάποια σχέση θα ήταν  να τον είχε παππού εκείνον τον ανταρτόπαπα, ήταν τόσο μεγάλη η περιέργεια του που θα έσκαγε,  την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε θα τον ρωτούσε σίγουρα.

 Ένα πρωί που γυρνούσε από την πρωινή βόλτα τον πέτυχε στην είσοδο και τον ρώτησε αμέσως «Μήπως είχες κανέναν παππού που ήταν παπάς;» κι εκείνος τι νομίζεις ότι απάντησε; «Φυσικά! Τον  παππού μου τον  Γιώργη τον  Τσιαμαντά !» ρε φίλε ήταν σίγουρος «Το ξέρεις ότι είσαι ο ίδιος φτυστός»  του είπε και δεν πίστευε  ότι του μιλούσε με τόση εγκαρδιότητα «Το ξέρεις ότι ο παππούς σου ήταν στο χωριό μου και μεγάλωσα μαζί του» ο άλλος φάνηκε σα να κολακεύεται. « Για κάποιον λόγο νόμιζα ότι με αντιπαθείτε» του είπε «Έλα τώρα ρε φίλε,  σιγά».  

 «Άκου να δεις τώρα,  πως τα φέρνει  η ζωή »  σκεφτόταν καθώς έβαζε σ’ ένα μαθητή μια άσκηση και περίμενε εκεί πέρα το παιδί να τελειώσει, «Κύριε τι σημαίνει αυτή η λέξη;» ρωτούσε ο μικρός κι αυτός του απαντούσε κοιτάζοντας  πίσω απ’  την πολυκατοικία,  εκεί  είχε ένα μέρος με παλιά σπιτάκια,  αυλές και δέντρα  που  γέμιζε τέτοια εποχή από μαυροπούλια, δεκαοχτούρες, κοκκινολαίμηδες, σπίνους   και κάτι άλλα μικρά πουλιά που ερχόταν μέχρι κοντά στο μπαλκόνι του. Καθώς η άνοιξη προχωρούσε τα δέντρα που άγγιζαν  την πολυκατοικία του   γέμιζαν με φύλλα  κι αυτά τα  πουλιά, τα μικρούτσικα, ερχόταν μέχρι κοντά στο τζάμι, σα να έψαχναν κάτι μέσα στις  φυλλωσιές μάλλον μυγάκια που γέμιζαν τα δέντρα τέτοια εποχή. Καθόταν πίσω από το τζάμι και τα παρατηρούσε,  είχαν  αντέξει όλα τα κρύα του χειμώνα, τις  βροχές, τα χιόνια,  τις  παγωνιές, αηδόνια μάλλον θα ήτανε, αυτά είναι κάπως έτσι μικρόσωμα,  όμως δεν κελαηδούσαν,  ίσως περίμεναν  λίγο μέχρι να ζεστάνει ο καιρός για τα καλά και να μυρίσει καλοκαίρι.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή εμφανίζονταν  τα πουλάκια που φτεροκοπούσαν ανάμεσα στις φυλλωσιές  κι ήταν ίδια μ’ εκείνα που χάζευε μικρός από το παράθυρο της  εκκλησίας κάθε Πάσχα,   όταν  βαριόταν ακούγοντας τον παπά να καταριέται τους άπιστους.  Παρακολουθούσε τα πουλιά έξω απ’ το μπαλκόνι να πετούν σα να έψαχναν κάτι αόρατο μέσα στα φύλλα και σκεφτόταν τον παπά και την εκκλησία κάτι πασχαλιές πολύ παλιές, τότε που  ακολουθούσε τον επιτάφιο καθώς περνούσε   μέσα από τα στενά όπου οι γυναίκες άναβαν κεριά και θυμιατά…

Από τότε που μίλησαν στην είσοδο ο άλλος  με τα μούσια άλλαξε εντελώς στάση κι ούτε ακούγονταν πια να κάνει φασαρία σα να ήθελε να εξιλεωθεί,  ακόμα κι η γάτα του δεν  ερχόταν έξω απ’  το χαλάκι να ξύσει τα νύχια της. Το βράδυ  της ανάστασης  έπεσε νωρίς  για ύπνο,  όπως το συνήθιζε,  είδε λίγο την εκκλησία και κάτι άλλα κανάλια όπου γλεντούσαν πάνω στα τραπέζια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.  Τα μεσάνυχτα τον ξύπνησαν τα μπουμπουνητά κι οι πυροβολισμοί, βγήκε στο μπαλκόνι και είδε τα πουλιά που κοιμόταν κι εκείνα, να φτεροκοπούν τρομαγμένα και να γεμίζουν το ουρανό σ’  όλες τις κατευθύνσεις.  Εκτός από τις λάμψεις και  τις σπίθες που πλημύριζαν το στερέωμα,  μπορούσες να δεις καπνούς από τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν όλη την ώρα με κρότο. 

Οι καπνοί αραίωναν στο φύσημα του αέρα όμως   σε μια μεριά εξακολουθούσαν να είναι πυκνοί, γύρισε κατά κει  και είδε ότι έρχονταν από το διαμέρισμα του μουσάτου, βγήκε γρήγορα στον διάδρομο και είδε ότι κι εκεί υπήρχε καπνός,  ανέβηκε πάνω και κατάλαβε  ότι προέρχονταν από την  πόρτα του άνω διαμερίσματος,  φώναξε κι από μέσα  ακούστηκε μια φωνή σιγανή.  Έτρεξε πίσω στο σπίτι,  πήρε τον πυροσβεστήρα που είχε,  κλώτσησε δυο φορές την πόρτα και μπήκε μέσα εκεί βρήκε τον μουσάτο  ξαπλωμένο στο πάτωμα σα να είχε πιει ή να είχε μεθύσει από κάτι,  πιο μέσα  κάτι  φλόγες σιγόκαιγαν που τις έσβησε  με μια ριπή, άφησε τον πυροσβεστήρα και τον  έβγαλε έξω «Είναι κανείς μέσα;» τον ρώτησε «Όχι, οι θείες μου  έχουν φύγει» είπε ο άλλος ξεψυχισμένα  «Άνοιξε όλες τις πόρτες  και τα παράθυρα να  φύγει ο καπνός, μη φωνάξεις την αστυνομία.» «Είσαι σίγουρος;» «Ναι,  σ’ ευχαριστώ» απάντησε ο εγγονός του αντάρτη και σηκώθηκε τρεκλίζοντας. 

Ήθελε να τον ρωτήσει πως στο δαίμονα είχε βάλει φωτιά, και τι έκανε εκεί πέρα,  και τι ρόλο βαρούσε, κι άλλα πράγματα για τον παππού του και την ιστορία τους όμως σκέφτηκε ότι η ώρα δεν ήταν η καλύτερη.  Γύρισε στο διαμέρισμα του κι άναψε ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον ουρανό που παρέμενε φωτεινός από τις κροτίδες και τους πυροβολισμούς , η φασαρία δεν έλεγε να τελειώσει  σαν ο κόσμος  να ήθελε να ξεσπάσει από κάτι, όλο αυτό ήταν  πολύ ωραίο και σε αντίθεση με τότε που ήταν μικρός και τα φοβόταν τώρα του άρεσαν εκείνα τα πυροτεχνήματα τα λαμπερά,  ένα απ’  αυτά μάλιστα υψώθηκε πάνω απ’ όλα κι αφού διέγραψε  μια τροχιά κάθετη, σα να ήθελε να φτάσει στην κορφή του στερεώματος, έσκασε εκεί πάνω μεγαλόπρεπα σκορπίζοντας εκατομμύρια σπίθες.  

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...