Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

ΙΟΝΤΑ ΠΥΡΙΤΙΟΥ



Ο τύπος μου μιλούσε σα να ήμουν ένα τίποτα, κάποιος ασήμαντος εντελώς,  είχε ένα ύφος ανωτερότητας όταν μου έσφιγγε το χέρι τόσο αλαζονικό που σου ερχόταν να τον βαρέσεις,  ‘’Θα δώσεις εξετάσεις για κάποιον άλλον’’ μου πέταξε έτσι απλά, ‘’Μη φοβάσαι, είναι όλα κανονισμένα, θα σε καλύψουμε ότι και να γίνει, εμείς θα πάρουμε την ευθύνη, ξέρουμε απ’ αυτά, εσύ θα κάνεις το κομμάτι σου, άστο σε μας το υπόλοιπο’’, ένιωθα συγχυσμένος, δεν ήθελα να δείξω ότι φοβόμουν και είπα εντάξει όμως το μυαλό μου είχε πάρει φωτιά, κάτι δεν πήγαινε καλά, ήθελα λίγο χρόνο να το αναλύσω, να το καταλάβω, πνιγόμουν, ήθελα να περπατήσω, να πάρω αέρα, πως θα το έκανα εγώ αυτό, δε θα μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ, δεν ήμουν για τέτοιες δουλειές, δεν το σήκωνε ο οργανισμός μου, θα πάθαινα τίποτα, είχα δώσει βέβαια υπόσχεση όμως και τι μ’ αυτό, μπορούσα απλά ν’ αλλάξω γνώμη, δε θ’ αρρώσταινα κιόλας, που είχαμε φτάσει, τι συνέβαινε εκεί έξω, πόσο είχε προχωρήσει η απάτη, που ζούσα όλον αυτόν το καιρό και δεν είχα καταλάβει τίποτα!

Ένας παλιός γνωστός με είχε συστήσει εκεί πέρα, έψαχνα πολύ ώρα να βρω τη διεύθυνση σ ένα μέρος στις παρυφές της πόλης, ένας δρόμος τσιμεντένιος, μια γέφυρα, ένα στρατόπεδο εγκαταλειμμένο, κρύο, αέρας, αμάξια περνούσαν, κάτι κτίρια σαν πολυκατοικίες εργατικές, άσφαλτος. Το μέρος εντελώς αφιλόξενο, μια περιοχή που ήταν κάποτε βιομηχανική γεμάτη καμινάδες, αποθήκες και σίδερα σκουριασμένα, όλα τα εργοστάσια είχαν κλείσει από καιρό και μονάχα τα κτίρια έχασκαν στον αέρα. Μια διεύθυνση ζητούσα, μια οδό, ρώτησα μια γυναίκα που περνούσε κι εκείνη μου είπε με σπασμένα ελληνικά προς τα πού να πάω, γύριζα γύρω από το κτήριο, δε μπορούσα να βρω την είσοδο, ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω όταν είδα μια ταμπελίτσα μ’ ένα βελάκι, χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε ένας τύπος με γυαλιά γύρω στα πενήντα -πενήντα πέντε, ένα γραφείο, δυο παιδιά νεαρά σκυμμένα μπροστά σε υπολογιστές, στον τοίχο μαι συλλογή από πετρώματα ‘’Πως λέγεται αυτό εδώ;”τον ρώτησα για ένα πετράδι, ‘’Καπνίας !’’ μου είπε ‘’Βλέπεις τι ωραίο χρώμα, οφείλεται στα ελεύθερα ιόντα πυριτίου που έχουν κλειστεί μέσα του’’. Κάθισα σε μια καρέκλα, ‘’Πως κάνεις δουλειά μακριά από το κέντρο;’’ είχα την απορία ‘’Το κέντρο είναι κόλαση, δε μπορείς να παρκάρεις πουθενά, χάνεις τον καιρό σου εδώ είσαι δυο βήματα απ’ τον περιφερειακό’’ είπε, ‘’Έχεις δίπλα σου όλες τις εξόδους της πόλης, κι έπειτα όλες οι δουλειές γίνονται πλέον από το τηλέφωνο ή απ’ τον υπολογιστή’’. Ο τύπος ανάμεσα στα άλλα έφτιαχνε ιστότοπους, έκανε προμόσιον τέτοια πράγματα, προτού μπει στο ψητό μου πρότεινε κάτι κουφά, κάτι κανάλια απ’ όπου θα μπορούσα να δουλεύω σε ζωντανή σύνδεση μ’ άλλον κόσμο, τι κόλπα ήταν αυτά ρε φίλε, ποιος τα σκέφτηκε;


Μετά απ’ τα εισαγωγικά και τα φιλικά χαμόγελα πέρασε στην ουσία, εκείνο που μ’ απασχολούσε πιο πολύ ήταν το άγχος που θα περνούσα, αν ήταν κάτι γρήγορο ίσως μπορούσα να το κάνω όμως ρε φίλε τόσες ώρες δεν θα το άντεχα, ήταν μεγάλη φθορά , τι θα έκανα για τρεις ώρες , έπρεπε να κοροϊδεύω τους γύρω μου, κι αν με γνώριζε κανένας τι θα γινόταν, κι αν πήγαινε κάτι στραβά; Αυτοί βέβαια έλεγαν ότι όλα ήταν μιλημένα και δε θα έπρεπε ν’ ανησυχώ αλλά γιατί να τους εμπιστευτώ, ποιος μου εξασφάλιζε ότι όλα θα γινόταν όπως τα έλεγαν, κι έπειτα αυτό ήταν πλαστοπροσωπία, πλαστογραφία, ποιος μου έλεγε ότι δεν θα είχε συνέπειες και δε θα με τρέχανε, και γιατί έπρεπε να ρισκάρω για ένα τέτοιο μικρό ποσό που έλεγαν ότι θα μου δώσουν, ήταν και μπακάληδες οι τύποι, τα ήθελαν όλα για τον εαυτό τους, για την υπόθεση θα έπαιρναν κάνα δυο χιλιάρικα, καθόλου άσχημα. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να πω όχι, δεν υπήρχε άλλη λύση θυμήθηκα μια φορά στο πανεπιστήμιο που είχα κλέψει σε κάτι εξετάσεις και τα είχα δει όλα, είχα περάσει τρομάρα απίστευτη, νόμιζα ότι όλοι εμένα έβλεπαν και θα γινόμουν ρεζίλι σ’ όλο το αμφιθέατρο, ήταν καλοκαίρι, είχε ζέστη, οι επιτηρητές περνούσαν μπροστά μας κοιτάζοντας φιλύποπτα, ο άλλος από δίπλα που θα έγραφε την κόλα μου δε βιαζόταν εγώ όμως ήθελα να φύγω από κει πέρα, να χαθώ, να τελειώνω επιτέλους, να απαλλαγώ και στο τέλος ρε φίλε κόπηκα, αυτό ήταν το αποτέλεσμα τόσης φασαρίας, από τότε δεν το είχα ξανακάνει, δεν ήταν για μένα τέτοια πράγματα.


Ώστε έτσι λοιπόν γινόταν λοιπόν η δουλειά κι εκείνος ο φίλος υποτίθεται από τα παλιά τι να σου πω , σε ωραία φάμπρικα με είχε συστήσει. Εκείνος βέβαια δεν ανακατεύονταν και πολύ, απλά έκανε τη πάπια και η υπόθεση προχωρούσε, άλλοι ήταν για τις βρώμικες δουλειές. Όπως το έβλεπα πλέον υπήρχαν κατά βάση δυο λογιών άνθρωποι, οι σχετικά σωστοί κι εκείνοι που είχαν εύκολη τη λαμογιά, έκλεβαν το ΙΚΑ, δεν πλήρωναν την τράπεζα, απειλούσαν όπου μπορούσαν, εκβίαζαν, μπορούσαν να εξαπατήσουν, να κρύψουν στοιχεία, ότι μπορείς να φανταστείς. Όπου κι αν πήγαινα έβλεπα τέτοιους τύπους, φαινόταν να έχουν άκρες παντού, έκαναν μπαγαποντιές με μεγάλη ευκολία σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα κι αν εσύ δίσταζες σε θεωρούσαν βλάκα, άχρηστο, έναν χαμένο, ένα τίποτα, τι σύστημα είχε φτιαχτεί γύρω δε μπορούσα να καταλάβω! Οι τύποι είχαν πιάσει όλα τα πόστα, ήξεραν όλα τα κουμπιά, όλους τους μηχανισμούς κι αν έκλεινε μια πόρτα ήξεραν ν’ ανοίξουν άλλη, αυτή ήταν η περίφημη ελεύθερη αγορά, αν είσαι έτοιμος για τέτοιες δουλειές προχωράς αλλιώς άντε γεια, μένεις στο περιθώριο, είσαι εκτός πλαισίου, στη μπάντα !


Αυτοί είχαν μάθει έναν τρόπο ζωής με ξενύχτια, μαγαζιά, καζίνο, γυναίκες, κόλπα, δε μπορούσαν ν’ αλλάξουν συνήθειες, που να τo βγάλεις αυτό από μέσα σου όμως όλα τούτα θέλουν λεφτά κι η λαμογιά είναι ο καλύτερος τρόπος για να οικονομήσεις, θα δουλέψεις βέβαια αλλά όχι τζάμπα, κι αν κάνεις και κάποιες παρασπονδίες αυτό έχει τη γοητεία του, το ρίσκο, κάνει πιο ενδιαφέρον το παιχνίδι, έτσι είχαν μάθει απ’ το πανεπιστήμιο κι εκείνοι που είχαν ανέβει ψηλά και είχαν πλέον πόστα και θέσεις πολιτικές ήξεραν από παλιά τις μεθόδους. Δε χρειάζεται να λες πάντα την αλήθεια, η εξαπάτηση είναι μέσα στους κανόνες, όλα γίνονται για να πετύχεις, τα άλλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα, ο σκοπός είναι που μετρά, πως ν’ ανέβεις ψηλά για να κάνεις κουμάντο, να έχεις θέση με εξουσία και δύναμη, εξουσία να λύνεις και να δένεις, αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που υπάρχει. Εγώ πάλι δεν ήμουνα ποτέ απ’ τους ανθρώπους που πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά και τα ξεχνούν όλα, είχα γνωρίσει ανθρώπους που δούλευαν απ’ το πρωί ως το βράδυ, είχαν κάνει περιουσία, σπίτια, καταθέσεις όμως εγώ πάντα ήθελα να έχω χρόνο για μένα, δε μπορούσα να λειτουργήσω αλλιώς, από ένα σημείο και μετά ένιωθα να πνίγομαι κι ούτε μ’ άγγιζε το δέλεαρ των χρημάτων, δε μου έλεγαν τίποτα, εγώ ήθελα πάντα χρόνο να ισορροπήσω, να κάνω και κάτι άλλο, να δω ένα, έργο, ν’ ακούσω μουσική, να σκεφτώ, να διαβάσω, να περπατήσω, καθένας έχει το τρόπο του.


Χαιρέτησα τον τύπο με τα γυαλιά και τα παιδιά που κάθονταν μπροστά στους υπολογιστές και ξεκίνησα να φύγω, ένιωθα πολύ κουρασμένος, έπρεπε να περπατήσω για να πάρει στροφές το μυαλό και να βρω τρόπο να ξεφύγω, με κάποιο τρόπο έπρεπε να πω όχι όσο δύσκολο κι αν μου φαίνονταν αλλιώς δεν θα ηρεμούσα, κι αν έχανα την επαφή με κείνον τον γνωστό απ’ τα παλιά σιγά το πρόβλημα, καλύτερα να είχα την ησυχία μου. Στο λεωφορείο στριμωξίδι, οι συγκοινωνίες είχαν γίνει κόλαση, ο κόσμος τρελαμένος, κυκλοφορούσαν φήμες για αρρώστιες μεταδοτικές, άλλοι άνοιγαν παράθυρα κι άλλοι ζητούσαν να τα κλείσουν γιατί κρύωναν, κάτι γριές με μάσκες, γέροι με γάντια, οι πόρτες δε μπορούσαν να κλείσουν, ο οδηγός σα χαμένος, ένας κουβαλούσε ένα καρότσι κι ήθελα να το βάλει μέσα, είχαν στριμωχτεί όλοι μπροστά στη πόρτα, ήθελα να περάσω μέσα και δε μπορούσα, ένας τύπος με μουσάκι καθόταν εκεί μπροστά ακλόνητος ρε φίλε κι έκανε καμάκι σε μια κοκκινομάλλα, ‘’Κάνε ένα βήμα!’’ του είπα, γύρισε και μου είπε ‘’Δε μπορώ να κουνηθώ, δε βλέπεις τι γίνεται, πλάκα με κάνεις!’’ μιλούσε μ’ εκείνη τη σιχαμένη προφορά που μισούσα, πόσους τέτοιους είχα γνωρίσει όλα τούτα τα χρόνια, πόσο απάτη ήταν αυτή η ιστορία με τους ντόμπρους μακεδόνες και τους πονηρούς χαμουτζήδες, πόσο αηδία, είχα γνωρίσει χρυσά παιδιά απ’ το νότο κι ένα κάρο άχρηστους εδώ πάνω. Με πολύ κόπο κρατήθηκα, λίγο ακόμα και θα σκοτωνόμουν μαζί του αλλά σκέφτηκα ‘’Αϊ στο διάβολο!’’ εκείνος συνέχισε το καμάκι σα να μην έτρεχε τίποτα, τελικά βρήκα μια θέση και κάθισα σα πεθαμένος, το μυαλό ένα κουβάρι, περνώντας από μια γέφυρα είδα κάτω τη πόλη, από μακριά, φαινόταν γερασμένη, μακάρι να μπορούσα να φύγω από κει πέρα όμως είχα κάποιες δουλειές να τελειώσω, δεν ήταν ακόμα η ώρα.


Κατέβηκα απ το λεωφορείο κι ο κρύος αέρας που φυσούσε έξω μου έκανε καλό, κάποιο συνεργείο του δήμου κλάδευε κάτι δέντρα ρίχνοντας κλαδιά στο πεζοδρόμιο, η άνοιξη πλησίαζε αλλα είχε ακόμα, ένας σκύλος αδέσποτος σε μια μεριά με κοίταζε σα να με λυπόταν, προχώρησα κατά πάνω του, φαινόταν καλός όμως ξαφνικά άρχισε να γαυγίζει άγρια και με τρόμαξε, μ’ έπιασαν κάτι νεύρα εκεί πέρα που ήθελα να τον κλωτσήσω έτσι όπως μου έδειχνε τα δόντια του, δεν ήταν μια καλή μέρα σίγουρα.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

ΠΗΓΕΣ ΡΑΔΙΟΥΧΕΣ

Στις εστίες υπήρχαν λουτρά με άφθονο νερό, πρώτη φορά έβλεπε τόσο πολύ νερό ζεστό, στο χωριό του λούζονταν μια φορά το μήνα σε μια λεκάνη δίπλα στη σόμπα οπότε τα λουτρά ήταν μια ανακάλυψη, μπορούσε να κάθεται κάτω απ’ το νερό για ώρα πολύ μέχρι να χαλαρώσει, να βαρεθεί, ήταν ότι καλύτερο υπήρχε. Μια φορά μόνο είχε δει λουτρά σε κάτι πηγές ραδιούχες όπου είχαν πάει με τη γιαγιά του που υπέφερε από πόνους στις αρθρώσεις του είχε μείνει στο μυαλό εκείνη η εικόνα με τους ατμούς και τη ζέστη που έβγαινε από το χώμα είχε ακούσει τότε ότι το νερά εκεί πέρα ήταν αλκαλικά και περιείχαν ραδόνιο, θείο, ιώδιο, χλωριούχο νάτριο ούτε ήξερε τι σήμαιναν εκείνες οι λέξεις αλλά του άρεσαν. Όταν σχολούσε από τη δουλειά, στο ξυλουργείο, γεμάτος ροκανίδια, δεν έβλεπε την ώρα για το μπάνιο, εκεί κατά το απόγευμα όταν άναβαν οι καυστήρες κι όλα τα παιδιά έπαιρναν τα μπουρνούζια τους και πήγαιναν να λουστούν, το πιο ωραίο ήταν τα κορίτσια με τα μαλλιά τυλιγμένα που κουβαλούσαν τα μπουκαλάκια με τα σαμπουάν, τα δωμάτια ήταν μεικτά και κανονικά θα έπρεπε να φοβούνται όμως ακόμα τότε υπήρχε ασφάλεια, δεν είχε ακουστεί ποτέ κάτι κακό και τα κορίτσια ένιωθαν πολύ άνετα. Ερχόταν εκεί με τις πετσετούλες και τα μπουρνουζάκια τους κι αυτός έριχνε καμιά ματιά την ώρα που έβγαιναν από το μπάνιο, η πιο ωραία ήταν μια ξανθιά, ψηλή που όλοι τη χάζευαν, έμενε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη του διαδρόμου, το δικό του ήταν μερικές πόρτες πιο πέρα, καμιά φορά του έλεγε κανένα γεια αλλά γενικά δεν του έδινε πολλή σημασία, όλοι έλεγαν ότι τα είχε με κάποιον γυμναστή όμως δεν τα πήγαινα καλά, μάλιστα τους είχαν ακούσει να καυγαδίζουν άσχημα, είχαν ξεσηκώσει το τόπο.

Το κτίριο των εστιών ήταν ένα κατασκεύασμα άθλιο σαν αυτά που βλέπεις στις κομουνιστικές χώρες, φτιαγμένο από τσιμέντο, εκτεθειμένο στον αέρα που έρχονταν από τη θάλασσα και το μαστίγωνε, μερικούς χειμώνες το κρύο ήταν αφόρητο ειδικά την περίοδο που τα πανεπιστήμια έκλειναν και τα καλοριφέρ δεν άναβαν ποτέ. Τέτοιες μέρες χρησιμοποιούσε ένα ηλεκτρικό σώμα με χαλασμένο καλώδιο που από θαύμα δεν τον είχε κάψει ποτέ και με κείνο προσπαθούσε να ζεσταθεί, αν κατανάλωνες πάνω από ένα όριο το ρεύμα σου κόβονταν οπότε πρόσεχε να μη το βάζει δυνατά όμως όπως ήταν μαθημένος δεν του φαίνονταν κάτι τρομερό, στα μέρη του όλη την ώρα ήταν εκτεθειμένοι στον αέρα και στο κρύο, λίγη ζέστη υπήρχε στο σπίτι και μετά πάλι έπρεπε να βγεις έξω για τις δουλειές. Γενικά δεν τον πείραζε το κρύο, έβλεπε το κόσμο να παραπονιέται όλη την ώρα, στις λαϊκές όλοι γκρίνιαζαν πίσω από τους πάγκους, οι γυναίκες φορούσαν ότι έβρισκαν μπροστά τους, άλλοι άναβαν αυτοσχέδιες σόμπες μέσα σε τενεκέδες, αυτοί που δεν είχαν πρόβλημα ήταν οι ρωσοπόντιοι που είχαν μάθει σε κάτι θερμοκρασίες φοβερές, οι γριές που θα είχαν φάει το ψύχος με το κουτάλι καθόταν εκεί κοντά στις στάσεις και περίμεναν κανέναν τύπο από τα μέρη τους να του πουλήσουν κάτι χόρτα και κάτι άλλα αλλαντικά και παστά που τρώγανε εκεί πάνω στις χώρες απ’ όπου ήρθανε. Κι εκείνος είχε μεγαλώσει μες τις παγωνιές, στα χωράφια και στα κοπάδια οπότε δε νοιάζονταν, βέβαια κάποια στιγμή εκεί κατά τον Φλεβάρη- Μάρτη άρχιζε να σου τη δίνει, άρχιζες να νοσταλγείς το καλοκαιράκι και την λιακάδα όμως κι εκείνο ήταν καλό γιατί σου δημιουργούσε την επιθυμία για ζέστη που την είχες σιχαθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, γίνονταν ένας κύκλος μέσα στο χρόνο, όλα είχαν τη σειρά τους…

Όποτε έβγαινε ο ήλιος έβγαινε να μαζέψει λίγη ζέστη βλέποντας τα παιδιά της πόλης να κάθονται σα βλαμμένα στη σκιάν όμως στην πόλη είσαι όλη την ώρα σε κλειστούς χώρους, σπίτια, λεωφορεία, υπηρεσίες, μαγαζιά, είσαι προστατευμένος. Όλα εκείνα τα τσιμεντένια κτίρια έφτιαχναν ένα τεχνητό περιβάλλον όμως αυτός ένιωθε πάντα καλά στη φύση, όταν έβλεπε την πάχνη απλωμένη το πρωί πάνω στα χορτάρια, την ομίχλη που σκέπαζε τα δέντρα, τις φωτιές που βάζανε στα τεράστια λάστιχα των τρακτέρ και γέμιζε ο τόπος μαύρο καπνό, τότε κανείς δεν ασχολούνταν με την ρύπανση, τις άλλες φωτιές που άναβαν με κάτι ξερούς θάμνους, τεράστιους, είχε φάει παγωνιά κι αέρα που γέμιζε με χώμα τα μάτια σου, είχε μάθει να παρακολουθεί τον ήλιο που κοκκίνιζε την παγωμένη ατμόσφαιρα όπως έπεφτε πίσω από τα βουνά, το κρύο της πόλης ήταν παιχνίδι. Όταν είχε πάει στο στρατό, προτού περάσει στο πανεπιστήμιο, του έκαναν εντύπωση οι καλομαθημένοι αθηναίοι που όλη την ώρα γκρίνιαζαν σα γυναικούλες, μα τι άχρηστοι, ‘’Σιγά ρε παιδιά, πως κάνετε έτσι;’’ τους είχε πει, εκείνοι πάλι τον κοίταζαν σα να ήταν κάτι παράξενο, καλά οι αθηναίοι ήταν πολύ ξενέρωτοι, σιγά το χειμώνα που έκανε εκεί πέρα, με μια κουβέρτα μπορούσες να βγάλεις όλο το διάστημα, καμιά σχέση με τα βόρεια.

Ο χειμώνας στη πόλη ήταν αλλιώτικος όμως όταν λειτουργούσαν τα μπάνια στις εστίες ρε φίλε ήταν το κάτι άλλο, αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ του, ήταν η μεγαλύτερη ανακάλυψη που είχε κάνει στην πόλη, δε φαντάζονταν ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα. Όλα τότε βέβαια, όταν είχε πρωτοέρθει στη πόλη, του φαίνονταν περίεργα, τα μαγαζιά, οι τράπεζες, τα κτίρια, οι τύποι με τα κουστούμια, οι γυναίκες προπαντός με τα τακούνια και τα κραγιόν. Τα λουτρά πάντως ήταν η πιο μεγάλη ανακάλυψη, όταν σταμάτησε από τη δουλειά επειδή έπρεπε να διαβάζει για να τελειώσει τη σχολή, σηκωνόταν πολύ πρωί, κατά τις έξι και κατευθείαν από το κρεβάτι πήγαινε να λουστεί, να μπει κάτω απ’ το καυτό νερό, στο διάδρομο, ώσπου να φτάσεις στα λουτρά, πάγωνες για μερικά λεπτά όμως μετά ήταν πολύ ωραία, χαλάρωνες κι ένιωθες καθαρός, φρέσκος, μπορούσες να ξεκινήσεις τη μέρα σου. Α, το μπάνιο ήταν ότι καλύτερο, μόνο μια φορά την είχε πατήσει καθώς είχε βγει φρεσκολουσμένος και τον είχε χτυπήσει ένα ρεύμα βορινό που ερχόταν μέσα από έναν δρόμο μεγάλο, είχε αρρωστήσει άσχημα και για μέρες παιδεύονταν στο κρεβάτι του, δε μπορούσε να ζεσταθεί με τίποτα, το βράδυ κρύωνε τόσο που σηκώθηκε κι έριξε πάνω του ένα χαλί, τότε μόνο ηρέμησε και μπόρεσε να κοιμηθεί, το ρίγος που τον έκανε να τρέμει ολόκληρο σταμάτησε, από τότε πρόσεχε και στέγνωνε καλά ή φορούσε ένα σκούφο στο κεφάλι προτού βγει έξω.

Ένα βράδυ κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε ένα χτύπημα στη πόρτα και σηκώθηκε, τράβηξε το μικρό μεταλλικό μάνταλο, αυτή ήταν όλη η προστασία που είχανε, και ρώτησε ‘’Ποιος είναι;’’- ‘’ Εγώ!’’, ακούστηκε μια φωνή και κατάλαβε αμέσως , ήταν η ξανθιά από την άκρη του διαδρόμου, τι διάβολο ήθελε τέτοια ώρα, άνοιξε την πόρτα κι εκείνη του είπε ‘’Ξέρεις φοβάμαι λίγο να κοιμηθώ μόνη μου, σε πειράζει να έρθεις; στο δωμάτιο μου, θα σου στρώσω στο πάτωμα, θα είσαι μια χαρά !’’ Τώρα αυτή ήταν μια πρόταση άστα να πάνε, πως μπορούσε να πει όχι, ‘’Εντάξει’’ είπε χωρίς να το σκεφτεί κι ούτε που ρώτησε λεπτομέρειες, εκείνη πάλι ήταν σίγουρη για το αποτέλεσμα, το θεωρούσε αυτονόητο, τον έφερε στο δωμάτιο της που ήταν πολύ μικρό αλλά το είχε ταχτοποιημένο μια χαρά, ‘’Θα σου στρώσω ένα σλίπινγκ μπαγκ, θα κοιμηθείς, μια χαρά!’’ του είπε, αυτός απλώθηκε στο πάτωμα ίσα - ίσα χωρούσε στο στενό μέρος, εκείνη πάλι έφτιαξε τα σεντονάκια της, του έδωσε το κοντρόλ της τηλεόρασης και μπήκε κάτω από τις μαλακές κουβέρτες, σε λίγο κοιμόταν αμέριμνη .

Δε μπορούσε να κλείσει τα μάτια του με τίποτα νιώθοντας την δίπλα του, έπειτα ήταν η πρώτη φορά που κοιμόταν σε σλίπινγκ μπαγκ κι ήταν εντελώς άβολο, ευτυχώς την άλλη μέρα δε θα πήγαινε στη δουλειά οπότε δεν είχε θέμα. Όλη νύχτα παιδεύονταν βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ μ’ ένα καράβι να βολοδέρνει ανάμεσα σε κάτι κύματα τεράστια που χτυπούσαν πάνω στα τζάμια και τις λαμαρίνες, αφροί κάλυπταν τα πάντα, αναρωτιόταν πως θα ήταν μέσα σ’ ένα τέτοιο καράβι στη μέση του πουθενά με τα στοιχεία της φύσης όλα εναντίον σου σα να ήθελαν να σε καταπιούν, να σε σβήσουν, καλά εκείνοι ναυτικοί ήταν εντελώς παλαβοί που ταξίδευαν με τέτοιον καιρό. Κάποια στιγμή που είχε αποκοιμηθεί επιτέλους άκουσε έναν ήχο περίεργο από την πόρτα σαν κάποιος να ψαχούλευε το πόμολο, η κοπέλα κοιμόταν στον κόσμο της, έκλεισε την τηλεόραση και σηκώθηκε αθόρυβα να δει τι γίνεται.

Όπως πλησίαζε προς τη πόρτα οι ήχοι έπαψαν σαν κάποιος να καταλάβαινε ότι είχε σηκωθεί, περίμενε λίγο κι έπειτα έσυρε το μάνταλο κι άνοιξε πολύ μαλακά, κοίταξε στο διάδρομο, δε φαίνονταν τίποτα, έριξε μια μάτια στην κοπέλα όμως εκείνη ροχάλιζε ελαφρά, ήθελε να δει αν υπήρχε κάποιος εκεί έξω και προχώρησε μέχρι το σημείο που οδηγούσε στα λουτρά του ορόφου. Θα μπορούσε να καλέσει τον νυκτοφύλακα, έναν μελαχρινό με μουστάκι που τώρα θα κοιμόταν στην καρέκλα του αλλά δεν ένιωθε ότι χρειαζόταν,


στα λουτρά δεν υπήρχε τίποτα μονάχα υδρατμοί σαν κάποιος να είχε λουστεί πριν από λίγο και είχε αφήσει ανοιχτή μια βρύση, δοκίμασε να κλείσει την κάνουλα και τότε κάποιος τον άρπαξε απ’ το λαιμό με δύναμη, προσπάθησε να φωνάξει αλλά η φωνή του μπλοκάρονταν από το χέρι που τον έσφιγγε, πάλεψε για λίγο όμως είχε αρχίσει να ζαλίζεται από το σφίξιμο στο λαιμό όταν ο άλλος ξαφνικά τον άφησε για κάποιο λόγο, γύρισε και είδε τον νυχτοφύλακα που είχε βρεθεί απ’ το πουθενά εκεί πέρα να παλεύει με τον τύπο, δε μπορούσε να θυμηθεί που τον ήξερε αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν γνωστός του, ο νυχτοφύλακας ζορίζονταν να τον κάνει κουμάντο κι όρμησε κι αυτός να πιάσει τον άγνωστο, εκείνος τότε άρχισε να τρέχει, άνοιξε ένα παράθυρο κι από κει πήδηξε στον ακάλυπτο χώρο, έγειρε στο παράθυρο μαζί με το νυχτοφύλακα και τον είδαν να σηκώνεται και να τρέχει κατά την έξοδο, ‘’Τον άτιμο, πως πήδηξε έτσι σαν αίλουρος!’’ φώναξε ο νυχτοφύλακας.

Όλο αυτό δεν πρέπει να είχε κρατήσει πάνω από δυο τρία λεπτά, όση ώρα πάλευαν οι ατμοί αντί να μειωθούν είχαν γεμίσει το μέρος σα να έβγαιναν από κάπου βαθιά μέσα από τη γη, του θύμιζε το μέρος με τις πηγές τις ραδιούχες όπου πήγαινε κάποτε με τη γιαγιά του ‘’Πρέπει να υπάρχει κάποια διαρροή’’ είπε ο νυχτοφύλακας,’’ Θα μιλήσω με την διευθύντρια γι αυτόν το βλάκα, ξέρω ποιος είναι, τόχει ξανακάνει, πηγαίνει στα δωμάτια των κοριτσιών και προσπάθεια να μπει μέσα θα έρθεις και συ να πεις τι έγινε!’’ συμπλήρωσε κι έφυγε τινάζοντας το χέρι του που είχε πιαστεί από την πάλη. Αυτός γύρισε στο δωμάτιο, η κοπέλα ήταν όπως την είχε αφήσει, δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα, τη σκέπασε, τύλιξε το σλίπινγκ μπακ σε μια γωνιά και καθώς ξημέρωνε πια τράβηξε για το διαμέρισμα του, στο διάδρομο οι υδρατμοί όλο και απλώνονταν σα να ήθελαν να πλημμυρίσουν τον τόπο .


,

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

ΑΣΤΡΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μια πρωτοχρονιά εκεί στη Γέφυρα των Στεναγμών, κοντά στην Παναγία Φανερωμένη είχαν σκοτώσει έναν άντρα, ο πατέρας του είχε πει την ιστορία, ήταν τον καιρό της κατοχής , τον είχε δει o πατέρας του να ξεψυχά μες το κρύο όπως πήγαινε ν’ αγοράσει μες την παγωνιά και τον αέρα κάρβουνα για να ζεσταθούν λιγάκι, είχε δει έναν ψηλό με μαύρο παλτό να πυροβολεί κάποιον και κατόπι να τρέχει, έμαθε πιο ύστερα ότι αυτός που σκοτώθηκε ήταν μαυραγορίτης, είχε πλουτίσει χοντρά πουλώντας τρόφιμα και λάστιχα που τα έκλεβαν από μια γερμανική αποθήκη, νύχτα γινόταν η δουλειά και τσουλώντας τα έκρυβαν σ’ ένα σπίτι εγκαταλειμμένο, ύστερα τα πουλούσαν στους φορτηγατζήδες που έψαχναν απεγνωσμένα για ελαστικά, ήταν περιζήτητα και τα ζητούσαν για λίρες πολλές , άλλοι πέθαιναν τότε κι ο μαυραγορίτης αγόραζε διαμερίσματα και κτήρια ολόκληρα απ’ τους Εβραίους που τους εξολόθρευαν οι ναζί , τον παρακολουθούσαν από καιρό και του την είχαν στημένη, στο κόλπο ήταν και μια γυναίκα που τον είχε παρασύρει στην παγίδα, κανένας δε βγήκε να τον βοηθήσει, όλοι φοβόταν αλλά ο πατέρας του είχε πάει να δει, τον είχε βρει μες τα αίματα, κάτι προσπαθούσε να πει όμως απ’ το στόμα του δεν έβγαιναν λέξεις , ύστερα από λίγο ξεψύχησε γέρνοντας στο πλάι, για μέρες τον έβλεπε στον ύπνο του .

Τα χρόνια της κατοχής έκανε κρύο διαβολεμένο, η ατμόσφαιρα είχε αγριέψει, δεν ήταν μόνο ο καιρός, κι οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει, κάθε μέρα δολοφονούσαν κι από κάποιον έτσι, δίχως λόγο, όποιο κάθαρμα βρίσκονταν με όπλο στο χέρι νόμιζε ότι μπορούσε να κάνει ότι θέλει. Πάνω απ’ την Αγίου Δημητρίου ήταν οι κομουνιστές, ήταν η ζώνη τους, δε μπορούσες να πλησιάσεις, είχαν τα μαγαζιά τους, τα καφενεία, στέκια τους, από κει και κάτω, προς το κέντρο και την παραλία, ήταν αυτοί που υποστηρίζονταν από το κράτος, από την κυβέρνηση, όπου πήγαινες έπρεπε να χεις το νου σου γιατί δεν ήξερες ποιος μπορεί να σ’ ακολουθεί, παντού κυκλοφορούσαν μούτρα ύποπτα κι άμα σε πιάνανε την είχες βαμμένη, σε τραβούσαν στην ασφάλεια κι άντε να βρεις άκρη, ούτε δικαστήρια ούτε νόμοι ίσχυαν, δε γλύτωνες με τίποτα. Οι καιροί ήταν ζόρικοι σαν να είχε εγκαταλείψει ο θεός τους ανθρώπους, αέρας φυσούσε αλύπητα στα στενά , δεν υπήρχαν πολυκατοικίες ψηλές να τον κόβουν, έκανε κρύο πολύ, έριχνε χιόνι μέχρι κι ένα μέτρο μες την πόλη, κόσμος πολύς πέθαινε από τις παγωνιές, τα σπίτια ήταν εκτεθειμένα, ακόμα και μερικές εκκλησίες δεν είχαν σκεπή κι οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προφυλαχτούν απ’ τη βροχή στις άκρες των τοίχων, οι πιο αδύνατοι κι οι πιο άρρωστοι δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν...

Όποτε φυσούσε θυμόταν εκείνη την ιστορία, το κλίμα είχε αλλάξει πλέον, τα χιόνια και τα κρύα λιγόστεψαν η πόλη όμως εξακολουθούσε να είναι αφιλόξενη το χειμώνα, φυσούσε ακόμα εκείνος ο καταραμένος αέρας κι άμα βρισκόσουν σε κανένα μέρος που τα κτίρια δεν τον έκοβαν ένιωθες ότι θα σ’ έπαιρνε σβάρνα, θα σε σήκωνε να σε πετάξει όπου να ναι. Μαθημένος ο κόσμος στις τεχνητές συνθήκες , στα καλοριφέρ, στα ηλεκτρικά σώματα και στα κλιματιστικά είχε ξεχάσει πως είναι να είσαι εκτεθειμένος στα στοιχεία της φύσης, είχε συνηθίσει στην ασφάλεια του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου όμως η φύση κι ο κακός καιρός βρίσκονται πάντα εκεί έξω έτοιμοι να κάνουν τη ζημιά κι αυτό το καταλάβαιναν κακομοίρηδες σαν τους ζητιάνους που έπρεπε να βγάλουν τη νύχτα ξαπλωμένοι στο τσιμέντο, πάνω σε τίποτα χαρτόκουτα, προσπαθώντας να σκεπαστούν με ότι έβρισκαν για να βγάλουν τη νύχτα μέχρι να ξημερώσει και να ζεστάνει λίγο.

Η πόλη παρέμενε ζόρικος τόπος για πολλούς το χειμώνα και κει,  στη Γέφυρα των Στεναγμών όπου είχε γεννηθεί κι αυτός,  μάζευε πολύ κρύο σαν να υπήρχε ένα τούνελ απ’ όπου περνούσε το ρεύμα κι έσκαγε με μανία πάνω στις πολυκατοικίες. Κάθε πρωί έστηνε αυτί στον εξαερισμό του μπάνιου και καταλάβαινε ότι δεν είχε κοπάσει ακόμα, συνήθως κρατούσε δυο μέρες η μανία του, ντυνόταν καλά και μόλις έβγαινε το πρωί απ’ την πόρτα έβλεπε ένα γατάκι κουλουριασμένο να κοιμάται στην είσοδο ακριβώς μπροστά στο τζάμι, εκεί έβγαινε λίγη ζέστη απ’ το εσωτερικό, προσπαθούσε να μην το ενοχλήσει κι άνοιγε προσεχτικά όμως εκείνο πετάγονταν αμέσως τρομαγμένο και πήγαινε κάτω από τ’ αμάξια, τον περίμενε να φύγει για να γυρίσει στο σημείο που είχε κάνει κρεβάτι του. Περπατώντας περνούσε από τη Γέφυρα των Στεναγμών και θυμόταν πάντα την ιστορία του πατέρα του μ’ εκείνον το μαυραγορίτη που είχαν φάει ανήμερα της πρωτοχρονιάς, το μέρος είχε αλλάξει εντελώς βέβαια, στο σημείο είχε φτιαχτεί ένα πάρκο όπου έβγαζαν βόλτα τους σκύλους τους διάφοροι περίεργοι κι όποτε φυσούσε δυνατά μαζεύονταν εκεί βουνά από φύλλα ξερά, όταν ήταν μικρός του άρεσε να κλωτσάει τους σωρούς και να τους σκορπίζει, ήταν το αγαπημένο του άθλημα.

Αέρας δυνατός φυσούσε κι αυτή την πρωτοχρονιά. Σκέφτηκε ότι μια βόλτα θα ήταν ότι καλύτερο για να χωνέψει τα κρέατα των γιορτών, η πόλη ήταν άδεια, στις εισόδους ρόδια σπασμένα για τύχη καλή, ούτε ψυχή δε κυκλοφορούσε μονάχα κάτι ζητιάνοι ξενυχτισμένοι έσερναν τα πόδια τους στην άσφαλτο βαστώντας πλαστικά κύπελλα καφέ, ακόμα και τα προποτζίδικα είχαν κατεβάσει τα στόρια, όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, μόνο κάνα δυο καφενεία ήτανε ανοιχτά κι έβλεπες μερικούς αστυνομικούς με στολές δερμάτινες που καθόταν και συζητούσαν ή κανέναν άσχετο που είχε βρεθεί εκεί πέρα γιατί δεν είχε κανένα και πουθενά για να πάει. Τάχυνε το βήμα του να ζεσταθεί λιγάκι, αν ήταν εκεί ο πατέρας θα του λεγε να φορά ζεστά παπούτσια, παλιά έβαζαν εφημερίδες για μα μη κρυώνουν τα πόδια, ένα σωρό κόλπα ήξερε ο γέρος του που είχε περάσει πια τα ενενήντα κι είχε φάει τους χειμώνες με το κουτάλι, όλο του έλεγε να ρθει να μείνει μαζί του, ήθελε να τον ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράγματα για τα παλιά τώρα που οι γιατροί δεν του δίνανε και πολύ ζωή αλλά ο γέρος αρνούνταν, ήτανε κεφάλι αγύριστο.

Το μόνο μαγαζί που δεν ήταν κλειστό στο κέντρο ήταν ένα μεγάλο ζαχαροπλαστείο, μπήκε να ψωνίσει κανένα γλυκό για τους φίλους, παρόλο που έξω επικρατούσε ησυχία απόλυτη εκεί μέσα γινόταν καυγάς, ένας τύπος με άσπρα μαλλιά και κοτσίδα σκοτώνονταν με τον ιδιοκτήτη, φώναζε κι απειλούσε βρίζοντας άσχημα, έδειχνε γύρω τις βιτρίνες και τους πάγκους σαν να του ανήκαν τα πάντα, ύστερα άρπαξε με το έτσι θέλω ένα πακέτο τεράστιο τυλιγμένο με χρυσαφί χαρτί και βγήκε έξω σα να μην έτρεχε τίποτα, οι πωλήτριες κοιτούσαν μ’ ανοιχτό το στόμα. Τον ήξερε τον κοτσιδάκια, ήταν ένας τύπος βίος και πολιτεία που είχε φάει άπειρα λεφτά στο εξωτερικό σπουδάζοντας υποτίθεται αλλά στην πραγματικότητα ζώντας σούπερ με ταξίδια, αυτοκίνητα, γυναίκες, είχε ξεκοκαλίσει όλη την πατρική περιουσία, του ζαχαροπλαστείου συμπεριλαμβανόμενου, μιλάμε δεν είχε αφήσει τίποτα και είχε καταλήξει στο δρόμο γι αυτό τώρα τσακώνονταν με τον καινούριο ιδιοκτήτη που είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά με λεφτά πολλά, κανένας δεν ήξερε από πού προέρχονταν, καθώς όλοι παρακαλούσαν για αγοραστές κι οι τιμές ήταν σκοτωμένες, έβαζε χέρι στα καλύτερα φιλέτα, ο άλλος που είχε μάθει στα γούστα δεν το άντεχε…

Ο καυγάς του είχε κάνει εντύπωση, εκείνος με την κοτσίδα ήταν σίγουρα πολύ θρασύς, έτσι είναι όμως αυτοί που τα βρήκαν όλα έτοιμα, κάπου είχε ακούσει ότι ο παππούς του κοτσίδα είχε αρπάξει μετά τον πόλεμο το ζαχαροπλαστείο με βρώμικο τρόπο, είχε την εντύπωση ότι ο πρώτος ιδιοκτήτης ήταν ο μαυραγορίτης που φάγανε εκεί στη Γέφυρα των Στεναγμών, ξαφνικά τον έπιασε μια μανία να ψάξει την υπόθεση, τι είχε συμβεί με τις περιουσίες που άλλαξαν χέρια ύστερα απ’ την κατοχή, τι έγινε με τον δολοφόνο, ποια ήταν εκείνη η μυστήρια γυναίκα που τον είχε παρασύρει στην παγίδα; Τα τζάκια που κυβερνούσαν την πόλη είχαν φτιαχτεί εκείνη την εποχή κι έλεγχαν τα πάντα, είχαν κληρονομήσει στα παιδιά και στα εγγόνια τις περιουσίες τους αλλά τώρα οι εποχές είχαν γυρίσει ξανά, οι απόγονοι είχαν γίνει μαμμόθρεφτοι κακομαθημένοι, δεν άντεχαν την πολλή δουλειά, το είχαν ρίξει στα γούστα, τα υπάρχοντα τους εξαφανίζονταν κι άλλαζαν για μια ακόμα φορά χέρια περνώντας σε κάτι άλλους τύπους παράξενους, κι αν γι αυτά που συνέβαιναν τώρα μπορούσες να βρεις άκρη με κάποιον τρόπο τα παλιά ήταν πολύ μπερδεμένα, πως δεν είχε ρωτήσει τον πατέρα του για όλα τούτα τόσον καιρό ;

Το απόγευμα πήγε στο χωριό κι έφερε στο σπίτι τον γέρο του, τον πότισε ούζο κι εκείνος άνοιξε το στόμα του και τα κελάηδησε όλα σα να καταλάβαινε ότι το τέλος πλησίαζε, ‘’Εγώ τον είδα τον άλλον που τον σκότωσε !’’ είπε ‘’Τον γνώρισα γιατί από κείνον αγοράζαμε κάρβουνα, έριξε μια πιστολιά και μετά έφυγε τρέχοντας, την άλλη μέρα με βρήκε και μου είπε να μη τον καρφώσω και κείνος θα με πλήρωνε καλά, με πήρε και πήγαμε στα νεκροταφεία τα εβραϊκά, κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, ήταν νύχτα, ‘’Κάτσε δω και φύλαγε !’’ με διέταξε, ερχόταν εκεί πέρα κάθε βράδυ μια γριά Εβραία κι έκλαιγε δίπλα σένα μνήμα, δεν ήθελε να τον δει, καθόμουν εγώ εκεί πέρα μες το κρύο και περίμενα, τον έβλεπα από μακριά να μετρά κάτι και προσπαθούσα να υπολογίσω που θα σταματήσει, σημείωσα στο μυαλό μου δέκα βήματα κατά τη θάλασσα και μετά άλλα δέκα προς τα δεξιά, μου έδωσε δυο λίρες και μου είπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, δυο λίρες μόνο, με είχε κοροϊδέψει ! Το επόμενο βράδυ πήγα μοναχός μου κι έφαγα όλη τη νύχτα, σήκωσα καμιά εκατοστή πλάκες και τελικά τα βρήκα, ένα πουγκί πάνινο πρέπει να είχε καμιά πεντακοσαριά νομίσματα, πήρα μια χούφτα όχι όλα, ήταν επικίνδυνο, ύστερα έπιασαν να χαλούν εκείνα τα μνήματα, σήκωσαν όλε τις πλάκες και τις έκαναν πεζοδρόμια, ποιος ξέρει τι απέγιναν οι λίρες , εγώ με κείνα που είχα πάρει αγόρασα ένα φορτηγό κι έκανα μεταφορές μια μέρα πάω στο ζαχαροπλαστείο στο κέντρο και τον βλέπω να με καρφώνει σα να του είχα σκοτώσει τη μάνα, φοβήθηκα όμως δεν έκανε τίποτα, φοβόταν κι εκείνος επειδή τον είχα δει …’’

Ώστε έτσι λοιπόν είχαν τα γίνει τα πράγματα, άκουγε το γέρο του και δεν το πίστευε, μια ζωή ολόκληρη δεν του είχε πει τίποτα και τώρα του τα ξεφούρνιζε όλα, ευτυχώς είχε προλάβει, αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη ιστορία,  έξω είχε σκοτεινιάσει πια,  βγήκε στο μπαλκόνι που έβλεπε κατά  τη θάλασσα και δοκίμασε ν'  ανάψει  τσιγάρο αλλά ο αέρας που χαλούσε τον τόπο  δεν τον άφηνε, συνέχιζε να φυσά κοκκινίζοντας τη δύση και σκορπίζοντας τα  άστρα πάνω στην επιφάνεια του νερού  , ήταν ο πιο παλιός επισκέπτης της πόλης που ερχότανε κάθε χειμώνα για αιώνες,  χιλιετίες , ‘’Αυτός είναι ο μόνος που δεν αλλάζει ποτέ !’’ μουρμούρισε σιγανά .

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Είχε κάνει το μαγαζί του δωμάτιο, ένα υπόγειο ήτανε λίγο κάτω απ το δρόμο ακριβώς δίπλα σε μια διασταύρωση, εκεί έμενε, είχε βάλει έπιπλα, έναν καναπέ, μια ντουλάπα, το είχε φτιάξει, όταν στεκόταν όρθιος έβλεπε τις ρόδες των αυτοκινήτων που τσουλούσαν στο δρόμο και τα φανάρια που αυλάκωναν την άσφαλτο. Άμα περνούσες από κει έβλεπες το φως της τηλεόρασης που έπαιζε το βράδυ, δεν ήταν άσχημα όμως ο χασάπης της γωνίας που τον ήξερε αναρωτιόταν πως είχε καταλήξει εκεί πέρα; Παλιά ήταν ωραία, είχε τη γυναίκα και τα παιδιά, τη δουλειά, τα λεφτά του όμως τώρα τα είχε χάσει όλα, ήρθαν τα πάνω κάτω και βρέθηκε στον άσσο, όλοι είχαν φύγει και τον είχαν αφήσει μοναχό. Κάποτε, όταν πλησίαζαν οι γιορτές, τους έπαιρνε όλους και πήγαιναν σ’ ένα μαγαζί αμερικάνικο που σέρβιρε μερίδες τεράστιες κι είχε κάτι καναπέδες πολύ αναπαυτικούς, τα παιδιά δε χόρταιναν να τρώνε κι η γυναίκα του γελούσε χαρούμενη, για μια δεκαετία όλα πήγαιναν ρολόι, μετά πήρε την κάτω βόλτα χωρίς να το καταλάβει, οι δουλειές έπαψαν, η πιάτσα νέκρωσε, χρωστούσε δεξιά κι αριστερά, η γυναίκα γκρίνιαζε, τελικά χωρίσανε, φύγανε και τα παιδιά, είχε μείνει μόνος.

Πως τα είχε καταφέρει, πως είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, τι λάθος είχε κάνει, δε μπορούσε να καταλάβει κι όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα τον έπιανε μια στενοχώρια και δε μπορούσε να σταθεί πουθενά. Παραμονές γιορτών βγήκε μια βόλτα στην πόλη, έξω από κάτι σχολές πιτσιρικάδες με κουκούλες στο κεφάλι έκαναν διάλειμμα δαγκώνοντας τυρόπιτες και σάντουιτς, ένας τρωγλοδύτης έβγαζε ένα αντικείμενο απόν κάποιο κάδο, στάθηκε μπροστά σ’ έναν πάγκο κι αγόρασε ένα αμαξάκι για το μικρό του γιο, ο γέρος που το πουλούσε πήρε το χαρτονόμισμα στο χέρι και του είπε ζωηρά ‘’Καλές γιορτές φίλε !’’. Με το αμαξάκι στο χέρι περπατούσε στα φωτισμένα στενά, η πόλη ήταν στολισμένη, η ατμόσφαιρα άλλαζε τέτοιες μέρες κι ήταν όσο να πεις όμορφο να περπατάς στους δρόμους με τις βιτρίνες γεμάτες φωτάκια, ακόμα πιο όμορφα ήταν τη νύχτα καθώς τούτη τη χρόνια ο δήμος είχε στολίσει πιο καλά κι είχε βάλει κάτι κατασκευές εντυπωσιακές, όλοι καθόταν και τις χάζευαν.

Πάντα του άρεσαν οι γιορτές, μικρός όταν ήταν καθόταν μέχρι αργά και περίμενε να φανεί στο παράθυρο το έλκηθρο του Άι Βασίλη όπως του έλεγε ο πατέρας του, καρτερούσε εκεί πέρα το βράδυ της πρωτοχρονιάς ώσπου κουραζόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος. Την άλλη μέρα ξάπλωνε σε μια κόκκινη φλοκάτη παρακολουθώντας τα κάρβουνα που έκαιγαν στη μεγάλη σόμπα, α, τότε ένιωθε ευτυχισμένος πραγματικά ! Τέτοιες μέρες ερχόταν πάντα κι ο παππούς του που άρχιζε να λέει ιστορίες για τα παλιά, τότε που γινόταν πόλεμος και τους έπαιρναν μέσα στη νύχτα για να τους πάνε κάπου μακριά στην ερημιά όπου θα τους εκτελούσαν, γυναικόπαιδα τραβολογούνταν μέσα στα μονοπάτια τα κακοτράχαλα και γίνονταν ένας χαμός, αυτή την ιστορία πάντα την έλεγε ο πάππους του, ήταν η αγαπημένη του, είχε γλυτώσει κρυμμένος στο σωρό επειδή έκανε τον πεθαμένο. Και μια άλλη ιστορία έλεγε συχνά, για τότε που δούλευε σ’ ένα υπόγειο με δάπεδο χωμάτινο κι είχε ένα άλογο να γυρνά εκεί πέρα συνέχεια για να δουλέψει ένα μηχάνημα, εκείνο το ζώο δεν έβλεπε το φως του ήλιου, αυτές τις ιστορίες τις είχε ακούσει τόσες φορές από τον παππού του και τούχαν μείνει στο μυαλό…

Αυτά είχαν περάσει πια, οι καιροί είχαν αλλάξει κι όλοι γύρω είχαν γίνει σκληροί, ψυχροί, ξένοι εκείνος όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν κι είχε βάλει σε μια γωνιά του υπογείου μια μικρή φάτνη με φωτάκια έτσι για να νιώσει λίγο την ατμόσφαιρα όπως παλιά, τότε που ο παππούς του τον έπαιρνε στο άλλο χωριό, το διπλανό, γιατί το δικό τους ήταν πολύ μικρό και δεν είχε τίποτα. Καθόταν δίπλα του βλέποντας τους μεγάλους να παίζουν χαρτιά στο καφενείο και να χτυπούν με δύναμη τα φύλλα πάνω στο τραπέζι, ύστερα έφευγαν μαζί και περπατούσαν μέχρι το σπίτι τους που απείχε κάνα - δυο χιλιόμετρα, περνώντας από ένα μαγαζί σκοτεινό όπου είχε κάτι παλιά ποδοσφαιράκια ξύλινα, με κείνα τα στριφογυριστά σίδερα που κοπανούσαν δυνατά το σκληρό, άσπρο μπαλάκι. Εκεί καθόταν λίγο να χαζέψουν τα παιδιά που φώναζαν και ίδρωναν παίζοντας με τις ώρες κι ύστερα συνέχιζαν μέχρι το χωριό, στη μέση της διαδρομής υπήρχε ένα σπίτι εγκαταλειμμένο κι ο παππούς του έλεγε ότι εκεί πέρα είχε γίνει κάποτε ένας φόνος γι αυτό το είχαν παρατήσει, το σπίτι εκείνο το έβλεπε πολλές φορές στον ύπνο σ’ όλη τη ζωή του …

Η παρέα του ήταν μαζεμένη σε μια καφετέρια και κάθισε εκεί πέρα να πιει κάνα ποτό, κοιτάζοντας έξω απ’ το τζάμι είδε κάτι πιτσιρικάδες Πακιστανούς που πουλούσαν χαρτομάντιλα και θυμήθηκε ότι κι αυτός στην ηλικία τους παραμονές Χριστουγέννων δούλευε, τον είχε βάλει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του σ’ ένα μανάβικο να κουβαλά τελάρα και μια φορά είχε αφήσει εκεί πέρα ο γιατρός του χωριού, ένας ηλίθιος τύπος που όμως όλοι τον σέβονταν, είχε αφήσει λοιπόν ο γιατρός το καταραμένο το αμάξι του κι εκείνος χωρίς να θέλει το είχε γρατζουνίσει όπως κουβαλούσε τις κάσες, το τι άκουσε από τον γιατρό που ήταν κάθαρμα μεγάλο δε λέγεται, από τότε είχε μισήσει τους γιατρούς, δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει…

Γυρνώντας ένιωθε ζαλισμένος από το ποτό και κρύωνε, ο καιρός είχε σφίξει, ξεκλείδωσε την πόρτα κι ετοιμάζονταν να κατέβει τα λιγοστά σκαλιά όταν αισθάνθηκε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε, στράφηκε απότομα πίσω και είδε ένα κοριτσάκι δυο τριών χρονών να στέκεται μόνο και να τον κοιτά, φορούσε ένα παλτουδάκι με κουκούλα στο κεφάλι σα να ετοιμάζονταν για πεζοπορία στο χιόνι, που στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα, που ήταν η μάνα του, τι έκανε μοναχό του; Κοίταξε γύρω, δε φαινόταν κανένας, το παιδί στεκόταν εκεί και χαμογελούσε, έδειχνε ήσυχο, τι έπρεπε να κάνει, τέτοια ώρα άντε να βρεις άκρη κι όπως ήταν ζαλισμένος δεν είχε όρεξη να τρέχει στις αστυνομίες, αποφάσισε να το κρατήσει για τη νύχτα, δε μπορούσε να το αφήσει στο κρύο, το πρωί θα έβλεπε. Το έπιασε απ’ το χεράκι και το οδήγησε στο υπόγειο , εκείνο ακολουθούσε υπάκουα, δεν έδειχνε να φοβάται, ήταν εντελώς ήρεμο, σίγουρα θα ήταν το μικρό κανενός μετανάστη, είχε γεμίσει ο τόπος από δαύτα, τα έβλεπε στα λεωφορεία, στις πλατείες, παντού. Άναψε ένα ηλεκτρικό σώμα που είχε και το έφερε κοντά να ζεσταθεί προσέχοντας μην απλώσει κάνα χέρι και καεί γιατί το μικρό έδειχνε ζωηρό και περίεργο, έψαξε τις τσέπες απ’ το παλτουδάκι και βρήκε μονάχα ένα χαρτάκι τσαλακωμένο που το ξετύλιξε για να διαβάσει τα λόγια ‘’ ...και καλείται το όνομα αυτού, Μεγάλης βουλής Άγγελος !’’’ τι σήμαιναν εκείνα τα λόγια, σίγουρα σε καμιά εκκλησιά τα είχαν γράψει αλλά πως είχαν βρεθεί στο ρούχο του παιδιού ; Κάθισε εκεί πέρα και το κοίταζε που έψαχνε γύρω το χώρο, βγήκε πάλι έξω να δει μήπως είχε εμφανιστεί κανείς όμως επικρατούσε μια παγωνιά και μια ερημιά σα να είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας κι όλοι είχαν κρυφτεί στα σπίτια τους, τα δελτία λέγανε από μέρες για καταιγίδες και χιόνια, από νωρίς είχε δει κάτι αμάξια που κατέβαιναν από τα βόρεια προάστια γεμάτα χιόνια στα παρμπρίζ τους.

Το παιδί είχε πάρει φόρα και γυρνούσε γύρω -γύρω συνέχεια σα να είχε κοιμηθεί είκοσι ώρες και τώρα ήταν ντούρασελ, ψηλαφούσε και δοκίμαζε στο χέρι του όλα τα αντικείμενα πιο πολύ όμως στεκόταν στη μικρή φάτνη με τα ζώα και το μωρό, στεκόταν εκεί με το στόμα ανοιχτό και κοιτούσε μια τη φάτνη μια εκείνον σα να έλεγε ‘’Τι ωραίο !’’ Τον έπιασαν τα γέλια , το μικρό είχε πλάκα, είχαν περάσει χρόνια από τότε που τα δικά του παιδιά ήταν μωρά και χαμένος όλη την ώρα στις δουλειές του δεν είχε χρόνο ν’ ασχοληθεί μαζί τους, δεν έμαθε ποτέ πως είναι να νταντεύεις, σίγουρα το παιδί θα πεινούσε, έβγαλε κάτι μπισκότα που έχε στο ντουλάπι και του έδωσε ένα, το κοριτσάκι το έπιασε κι άρχισε να μασουλά, ύστερα πήρε φόρα κι άρχισε να λέει κάτι ασυναρτησίες που δεν έβγαζες άκρη, τι γλώσσα μιλούσε, τι ήθελε να πει, από πού προέρχονταν, πως είχε γίνει ο κόσμος έτσι, πως είχαν μπερδευτεί όλα, κι από την άλλη πάλι όλοι άνθρωποι ήταν κι εκείνο το μικρό τι χρωστούσε, όλα τα παιδιά λίγο πολύ ήταν ίδια, ήθελαν τα ίδια πράγματα, δε θέλει πολύ μυαλό να το καταλάβεις.

Αφού πέρασαν κάνα δυο ώρες το μικρό άρχισε να κουράζεται και κείνος επιτέλους μπορούσε να χαλαρώσει γιατί όλη την ώρα είχε το νου του μη πάθει τίποτα το παιδί, αν χτυπούσε, αν έπεφτε θα έβρισκε το μπελά του, πως θα το παρέδιδε, τι θα το έκανε; Το έβαλε να πλαγιάσει στον καναπέ όπως ήταν με τα ρούχα του και το σκέπασε με δυο κουβέρτες, ξάπλωσε κι αυτός όμως ο ύπνος δε τον έπιανε με τίποτα, όλη εκείνη την ώρα που είχε περάσει με το παιδί είχε χαλαρώσει σα να είχε αδειάσει το κεφάλι του από άσχημες σκέψεις αλλά τον είχε πιάσει μια υπερένταση και στριφογύριζε νευρικά ώσπου τα μάτια του έκλεισαν επιτέλους .

Θα πρέπει να κοιμήθηκε καμιά ώρα, σηκώθηκε να δει πως ήταν το κοριτσάκι και το είδε ν’ αναπνέει ήσυχα και να γουργουρίζει καθώς κοιμόταν αμέριμνα, έξω απ το γκαράζ σκιές περνούσαν σαν κάποιος να παρακολουθούσε, αγριεύτηκε λίγο, πήγε μέχρι τη πόρτα και δοκίμασε το πόμολο αν είχε κλειδώσει, άνοιξε και κοίταξε, έξω έριχνε χιονόνερο,σήκωσε τα μάτια ψηλά στο ουρανό και οι ψιχάλες έπεσαν κατευθείαν στο πρόσωπο του, ένα μηχανάκι πέρασε φωτίζοντας με τον προβολέα του έναν κάδο που κάποιος τον είχε αφήσει στη μέση του δρόμου, με τη βροχή που έπεφτε το σημείο γίνονταν επικίνδυνο γιατί σ’ εκείνο το σημείο η άσφαλτος είχε καμπυλωθεί από τις ζέστες του καλοκαιριού κι αν πήγαινες ν’ αποφύγεις τον κάδο μπορούσε να σε πετάξει με τις μπάντες. Παίρνοντας μια ομπρέλα πήγε να τραβήξει τον κάδο που όμως ήταν πολύ βαρύς, τι στο διάβολο είχαν βάλει μέσα και είχε γίνει ασήκωτος, πάλευε εκεί πέρα κάνα δυο λεπτά όταν αισθάνθηκε να του τραβούν το σακάκι, γύρισε και είδε το μικρό, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα πάλι, πως είχε βγει έξω, πως πέρασε το δρόμο, είχε βρει το μπελά του σίγουρα, το σήκωσε στον αέρα και το βαλε να καθίσει στην είσοδο του χασάπικου που φωτίζονταν από μια λάμπα, γύρισε πίσω να τραβήξει τον κάδο όταν ένα αμάξι ήρθε απ’ το πουθενά με τρομερή ταχύτητα περνώντας ακριβώς μπροστά του και καρφώθηκε με απίστευτη βιαιότητα στον κάδο που τον πέταξε είκοσι μέτρα μακρυά, γύρισε να δει το παιδί που είχε τρομάξει και είχε ανοίξει τα μάτια του διάπλατα σα να έλεγε ‘’Τι ήταν αυτό ;’’, ύστερα από τον κρότο της σύγκρουσης απλώθηκε μια ησυχία απόλυτη, ψηλά από κάποιο μπαλκόνι κάποιος βγήκε να δει τι έγινε, η βροχή όσο πήγαινε και γίνονταν πιο δυνατή.



Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

ΦΑΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΙΝΔΙΚΟΥ



Μια γυναίκα σκόνταψε κι έπεσε στο πάτωμα, κανείς δε πήγε να τη βοηθήσει μόνο κοιτούσαν σα χαζοί, γύρω παντού σκόρπισαν φαγητά και νερά που κρατούσε σ’ ένα δίσκο, η κοπέλα μπορεί να είχε σπάσει κάποιο πόδι όμως κανείς δεν έδινε δεκάρα, μερικοί γελούσαν κιόλας, πλησίασε και είδε το χέρι της που έτρεμε, ‘’Είστε καλά;’’ τη ρώτησε, αυτή σήκωσε το κεφάλι της και κάτι μουρμούρισε, φαινόταν σα χαμένη, μαζί μ’ ένα παιδί που είχε έρθει να βοηθήσει την έπιασε απ’ τη μέση και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, φαινόταν καλά, ήταν όμορφη, κοιτάζοντας το πρόσωπο της ήταν σίγουρος ότι την ήξερε, πιο πολύ του ήταν οικεία τα δάχτυλα της, μακριά και λεπτά γεμάτα φλέβες μικρές, έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί αλλά δε μπορούσε, και κείνη τον γνώρισε και τον κοιτούσε μες τα μάτια περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε σα να ήθελε να του πει κάτι, ποια ήτανε;


Πήρε τον καφέ του και βγήκε έξω να ξεμουδιάσει, το μαγαζί που βρισκόταν στην άκρη της εθνικής οδού είχε πλημμυρίσει από φαντάρους κουρεμένους, επέστρεφαν από τις άδειες τους, όλοι μασουλούσαν κάτι, έμοιαζαν ξέγνοιαστοι, γύρω παντού υπήρχαν σκουπίδια άπειρα και κανείς δεν ενδιαφέρονταν να τα μαζέψει, αν δεν τον έβλεπαν θα τα καθάριζε, δε μπορούσε να σταθεί σ’ ένα χώρο τόσο βρώμικο, θε μου πως άντεχαν! Τα μεγάφωνα του εστιατορίου ανήγγειλαν αναχωρήσεις κι οι φαντάροι σηκώθηκαν σιγά- σιγά αφήνοντας πίσω τους άπειρα σκουπίδια, έπειτα ανέβηκαν στα λεωφορεία που ξεκίνησαν για τα σύνορα, μαζί τους κι η γυναίκα που είχε βοηθήσει, έφυγε κι εκείνη κοιτάζοντας τον μέχρι την τελευταία στιγμή, ήθελε να της μιλήσει όμως έμοιαζε ταραγμένη και την άφησε χωρίς να την ρωτήσει, ποια ήταν, που πήγαινε, που την ήξερε;


Απ’ το παράθυρο παρατηρούσε τα ξεχασμένα χωριά που είχαν έρθει στην επιφάνεια μετά την χάραξη του μεγάλου δρόμου ενώ πάλευε να θυμηθεί που την ήξερε εκείνη τη γυναίκα. Είχε κάμποσα χρόνια να γυρίσει στην πατρίδα κι όλα γύρω του φαινόταν περίεργα, συνηθισμένος πια σ’ αλλά τοπία, σ’ άλλες γλώσσες, σ’ άλλους ανθρώπους , σε γραφεία και διαδρόμους κλειστούς σε κλίματα μουντά, ένιωθε ανακουφισμένος που αντίκριζε ξανά παραστάσεις γνώριμες. Στα πίσω καθίσματα δυο γυναίκες ηλικιωμένες μιλούσαν όλη την ώρα για τους πεθαμένους άντρες τους ‘’Δε με άφηνε να πάω πουθενά μόνη μου!’’ έλεγε η μία ‘’’ ‘’Ήθελε πάντα κρέας να του μαγειρεύω οτιδήποτε κι αν έφτιαχνα, όταν έκανα φακές έπρεπε να φτιάξω και συκωτάκια, α ήταν πολύ δύσκολος με το φαί, κατά τ’ άλλα δε μου έκανε έλεγχο, με το ταμείο, ήμουν ελεύθερη να ψωνίζω ότι ήθελα ‘’ - ‘’Εμένα μ’ έβαλε στο μαγαζί ’’ έλεγε η άλλη ‘’ Ήμουν τριανταπέντε κι ένιωθα δεκαεφτά, μέσα σε μια δεκαετία γέρασα, να τρέχω απ’ τα χαράματα στο μαγαζί και ν’ αφήνω τα παιδιά άρρωστα με πυρετό, στο σπίτι ήταν σατράπης, ενέδωσα στην αρχή κι από τότε πήρε αέρα και δε σήκωνε τίποτα!’’ Οι γυναίκες συνέχιζαν να μιλούν χαμηλόφωνα και σε λίγο τον πήρε ο ύπνος, στα πέντε λεπτά που έκλεισε τα μάτια είδε ξανά μπροστά του τη γυναίκα που είχε βοηθήσει, σα να άστραψε μια στιγμή κάτι μες το μυαλό του και τη θυμήθηκε, αυτή ήτανε διάβολε, γιατί δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα, όμως είχε αλλάξει, δεν ήταν όπως τη θυμόταν, είχαν περάσει βέβαια και αρκετά χρόνια.


Μα βέβαια ρε φίλε, εκείνη ήταν, είχε χαλάσει το κόσμο να τη βρει, την είχε γνωρίσει σ’ ένα πάρτι σε κάποια ταβέρνα που λέγονταν ‘’Φανάρια του Ινδικού’’, ο ιδιοκτήτης της ένας παλιός ναυτικός, την είχε βγάλει έτσι για να θυμάται τα ταξίδια του στους ωκεανούς της γης. Πάντα είχε άγχος όποτε γνώριζε μια ωραία γυναίκα όμως εκείνη τη φορά ήταν χαλαρός, δεν του είχε γυαλίσει αυτή όμως τον είχε προσέξει και τον πλησίασε, γνωρίστηκαν κι όπως συμβαίνει σ’ αυτές τι περιπτώσεις εκεί που δεν τον ένοιαζε μόλις ένιωσε ότι η άλλη ενδιαφέρονταν άλλαξε με μιας και την ερωτεύτηκε την ίδια νύχτα. Είχαν περάσει απίστευτα εκείνη τη βραδιά χορεύοντας και μιλώντας μέχρι τα ξημερώματα, του είχε πει ότι χώρισε πρόσφατα, είχε κι ένα παιδί, του έδωσε το τηλέφωνο της όμως εκείνος έπρεπε να φύγει επειγόντως για το εξωτερικό και μες την παραζάλη το χασε. Είχε φάει όλο τον κόσμο να το βρει, ρώτησε γνωστούς και φίλους, έβαλε λυτούς και δεμένους ψάχνοντας τη όμως εκείνη είχε χαθεί και μαζί όλοι οι γνωστοί της, είχε σκάσει απ το κακό του, μα τι ηλίθιος που ήτανε να μη της μιλήσει εκεί στο σταθμό με τους φαντάρους, την είχε δει μια μόνο βράδια και τώρα που είχε αλλάξει δεν μπορούσε να την καταλάβει με τη μία, και να σκεφτείς ότι είχε περάσει άπειρα βράδια στις ανήλιαγες χώρες του βορρά έχοντας στο μυαλό την εικόνα της , γι αυτό τον κοιτούσε επίμονα λοιπόν, και γιατί δεν του μίλησε, τι μπορούσε να έχει συμβεί, άραγε τον σκεφτόταν κι εκείνη καθόλου, ένα κάρο ερωτηματικά τον πλημμύριζαν, πως είχε χάσει ξανά τέτοια ευκαιρία, είχε τόσα νεύρα που αν βρισκόταν έξω θα βαρούσε ότι βρισκόταν μπροστά του, για να μη σκέφτεται πίεσε τον εαυτό του να κοιμηθεί κλείνοντας σφιχτά τα μάτια, ξύπνησε όταν είχαν φτάσει πια στο πρακτορείο.


Στην πόλη δε χόρταινε να παρατηρεί γύρω, είχε την αίσθηση ότι ερχόταν πάλι σ’ ένα καινούριο μέρος, σα να μην είχε ζήσει εκεί πέρα, σα να μην ήξερε τα κατατόπια, αυτή ήταν μια αίσθηση πολύ ωραία . Για κάποιο λόγο του ερχόταν στη μνήμη μονάχα οι καλές στιγμές του παρελθόντος, τα βράδια του Σαββάτου στα υπόγεια καφενεία με τα πράσινα τραπέζια όπου κάποιοι έβλεπαν ποδόσφαιρο πίνοντας μπύρες, άλλοι έψηναν σουβλάκια απέξω κι όταν έμπαινε γκολ φώναζαν όλοι τόσο δυνατά που ακούγονταν σ’ ολόκληρο το τετράγωνο. Περπατώντας για το σπίτι του βρέθηκε σ’ ένα δρόμο που ήταν σίγουρα ο πιο όμορφος σ’ ολόκληρη την πολιτεία, δεξιά κι αριστερά υπήρχαν δέντρα πανύψηλα που έφταναν πάνω απ τις στέγες των κτηρίων, οι αυλές των μαγαζιών ήταν ασβεστωμένες, κάτασπρες. Όλα τα κτήρια του δρόμου πρέπει να είχαν χτιστεί τον ίδιο καιρό, ήταν από κείνα τα παλιά με τα ζωγραφιστά πλακάκια στην είσοδο και τις σκάλες του μωσαϊκού που ανεβαίνουν στριφογυρίζοντας. Τα μεσημέρια κάθε Κυριακή καθόταν στις ταβέρνες ο κόσμος μπροστά στα τραπέζια με τα πιάτα και τα ποτήρια καθώς τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν κι ακουγόταν ένα βουητό, τα αστικά περνούσαν αέναα μπροστά από τις στάσεις, θα ήταν ωραίο να έβρισκε ένα διαμέρισμα εκεί πέρα .


Είχε ένα μήνα άδεια και μπορούσε να πάει παντού με την ησυχία του, όπου κι αν γυρνούσε στο τέλος κατέληγε σ’ εκείνο το δρόμο με τα ψηλά δέντρα και τα ασβεστωμένα πεζοδρόμια, στο τέλος, εκεί όπου σχηματίζονταν μια διαγώνιος, υπήρχε ένα σπίτι τριώροφο που κατέληγε σε γωνία ώστε να εναρμονίζεται με την διαγώνιο. Ακριβώς μπροστά στη μύτη του τριώροφου υψώνονταν ένα κυπαρίσσι που έδινε στο κτίσμα μια άλλη διάσταση , το έκανε να μοιάζει με μικρό μοναστήρι , όποιος το σχεδίασε είχε σίγουρα φλέβα καλλιτεχνική. Μια μέρα είδε στην είσοδο ένα ενοικιαστήριο για κάποιο διαμέρισμα και μπήκε για να ρωτήσει, δίπλα στα γραμματοκιβώτια στεκόταν ένας τύπος και του είπε καλημέρα όμως ο άλλος τον αγνόησε μένοντας καρφωμένος σε μια κατεύθυνση σα να έβλεπε κάτι που οι άλλοι δε μπορούσαν να δουν, το χέρι του ήταν απλωμένο σα να είχε σκαρφαλώσει και περπατούσε πάνω του κάποιο παράξενο πλάσμα, όταν πέρασε από μπροστά του ούτε που γύρισε να τον δει, παρέμεινε καρφωμένος σ’ αυτό που νόμιζε ότι έβλεπε να κινείται στο απλωμένο χέρι του. Ξαφνικά εμφανίστηκαν δυο τύποι χοντροί που προσπαθούσαν ν’ ανεβάσουν έναν καναπέ σε κάποιον όροφο, το έπιπλο πρέπει να ήταν ασήκωτο γιατί αγκομαχούσαν, το διαμέρισμα που νοικιάζονταν ήταν στον δεύτερο όροφο και καθώς δεν υπήρχε ασανσέρ τους ακολούθησε. Στην πόρτα που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τις σκάλες περίμενε μια γυναίκα της οποία ς το πρόσωπο δε φαίνονταν , οι χοντροί σήκωσαν το τεράστιο έπιπλο, το στριφογύρισαν για να το φέρουν όπως ήθελαν, με πολύ κόπο το έμπασαν μέσα και το απόθεσαν κάτω ξεφυσώντας.


Καθώς κανείς δεν τον πρόσεχε μπήκε στο διαμέρισμα, δεξιά στον τοίχο υπήρχε ένα πίνακας περίεργος, έδειχνε ένα τοπίο γεμάτο ομίχλη και μια καμπάνα δεμένη με σκοινί να αιωρείται πολύ ψηλά μέσα στο χάος, του έκανε μεγάλη εντύπωση εκείνος ο πίνακας, τι να σήμαινε άραγε η καμπάνα που χτυπούσε, κι αν κόβονταν το σκοινί που θα εκτοξεύονταν, τι ζημιά θα προκαλούσε, ποιος το είχε σκεφτεί εκείνο το θέμα; Ρίχνοντας μια μάτια στο δωμάτιο που βρισκόταν είδε φωτογραφίες στους τοίχους με μια γυναίκα που έδειχνε πολύ νέα και μια άλλη κοπέλα ντυμένη νύφη που του φαίνονταν πολύ οικεία φυσιογνωμία. Δε μπορούσε να δει καθαρά, φόρεσε τα γυαλιά του κι αμέσως η καρδιά κλώτσησε στο στήθος του, ήταν εκείνη, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες έπεφτε πάνω της, χρόνια τώρα την αναζητούσε και τη σκεφτόταν και να τώρα που έρχονταν μπροστά του σα να ήθελε η ζωή να παίξει μαζί του. ‘’Ποιος είστε;’’ άκουσε μια φωνή και παραλίγο να τιναχτεί μέχρι το ταβάνι, ‘’Γεια σας ήθελα να ρωτήσω για το σπίτι που νοικιάζετε’’ - ‘’Α δεν είναι δικό μου, ανήκει στην κόρη μου, αυτή που βλέπετε στη φωτογραφία, θέλετε να σας δώσω τα τηλέφωνο της, δε μένει εδώ αλλά απόψε το βράδυ έρχεται για κάτι δουλειές’’.


Πήρε ένα χαρτάκι κι έγραψε το νούμερο που του είπε η γυναίκα, περπατούσε στο δρόμο και σκεφτόταν την ειρωνεία, έναν καιρό θα πέθαινε για να βρει αυτό το τηλέφωνο και τώρα του δίνονταν σαν το απλούστερο πράγμα που υπήρχε όμως δεν ήξερε τι να το κάνει, είχαν περάσει τόσα χρόνια, πως έπρεπε να το χειριστεί, τι νόημα είχε να ξεθάψει ιστορίες παλιές, από την άλλη αν υπήρχε κάτι ακόμα κι έχανε την ευκαιρία δεν θα του το συγχωρούσε, ταλαντεύτηκε πολύ και τελικά αποφάσισε να τηλεφωνήσει, ‘’ Γεια είσαι η …;’’ – ‘’ Ναι’’’– ‘’ Με θυμάσαι, γιατί δε μου μίλησες εκεί στο σταθμό, είμαι εδώ, μη με ρωτάς πως βρήκα το τηλέφωνο σου, έχω πολλά να σου πω, αν έρθεις το βράδυ μπορούμε να μιλήσουμε…’’


Βρέθηκαν και συζήτησαν ώρα περπατώντας κάτω στο λιμάνι, στους δρόμους είχε ομίχλη, δεν ήταν σίγουρος τι θα έκανε, είχε τόσα να τη ρωτήσει, είχαν περάσει τα χρόνια, εκείνη είχε σπάσει λίγο όμως είχε μια ακόμα μια λάμψη εσωτερική, μπορούσε άραγε ν’ αλλάξει τη ζωή του, ν’ αρχίσει ξανά απ την αρχή, όπως και να είχε μαζί της ήταν καλά, ένιωθε τη καρδιά του ζεστή, αυτή κοιτούσε κατά την προκυμαία, σ’ ένα καράβι πελώριο επιβιβάζονταν στρατιώτες για κάποιο νησί, ένα αμάξι έτρεχε ν’ ανέβει την τελευταία στιγμή πριν κλείσει το τεράστιο καπάκι, φανάρια γυάλιζαν μες το νερό πνιγμένα στη νύχτα και την υγρασία…

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Ο ΕΠΟΠΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΟΥ ΣΦΡΑΓΙΔΟΦΥΛΑΚΑ

Κάποτε αυτή η πόλη έμοιαζε γεμάτη υποσχέσεις, μέσα της ένιωθε άνετος, ασφαλής, όταν είχε έρθει πρώτη φορά και την είδε από ψηλά όλα του φάνηκαν μαγικά, οι γερανοί, τα καράβια, τα αμάξια, τα λεωφορεία, τα αναψυκτήρια, τα κτίρια, τα φώτα, η θάλασσα. Τα κορίτσια εκεί είχαν έναν αέρα που τον ψάρωνε, του φαίνονταν όλα πολύ όμορφα σα να είχαν κάτι ιδιαίτερο, δεν είχε δει ποτέ του τόσα πολλά μαζεμένα, αργότερα βέβαια όταν τα πετύχαινε στο δρόμο έμοιαζαν πολύ σπασμένα, είχαν χάσει τον αέρα της σιγουριάς, εκείνα πάλι απορούσαν γιατί τα πρόσεχε τόσο πολύ κάποιος άγνωστος. Είχε προλάβει την πόλη στην ακμή της όταν κυκλοφορούσε ακόμα χρήμα κι οι άνθρωποι γελούσαν, όλα του φαίνονταν αλλιώτικα, τα φαγητά, τα φώτα, τα μαγαζιά, μέσα της ένιωθε σίγουρος, ότι κι αν συνέβαινε εκεί θα έβρισκε τρόπο να το αντιμετωπίσει, θα έβρισκε καταφύγιο, τροφή, μέθοδο να επιβιώσει σε κάθε κατάσταση , ήταν ο τόπος του, δε μπορούσε να ξεκολλήσει από κει πέρα, σπάνια έφευγε ακόμα και τα καλοκαίρια, σκεφτόταν ότι σ’ αυτήν τη πόλη θα περνούσε όλη τη ζωή του.

Πως άλλαξε ούτε που το κατάλαβε με τον καιρό όμως όλα αυτά φθάρηκαν κι από μέσα του βγήκε μια επιθυμία πολύ δυνατή να φύγει, νόμιζε ότι είχε γίνει αστός κι άνθρωπος της πόλης όμως επειδή είχε γεννηθεί κοντά στη φύση πάντα την έψαχνε και τώρα ξαφνικά η επιθυμία είχε γίνει ανάγκη επιτακτική. Πως είχε αδειάσει έτσι απότομα η πόλη του και πλέον δε μπορούσε να του δώσει ενέργεια, περνούσε απ’ τις παλιές του γειτονιές κι ούτε γυρνούσε να κοιτάξει, δεν του έλεγαν τίποτε τα μέρη όπου είχε ζήσει για δεκαετίες, το κέντρο ειδικά δεν το άντεχε, ούτε ήθελε να το βλέπει, προσπαθούσε να αλλάξει δρόμο για να μη δει τα ίδια και τα ίδια κι ούτε είχε όρεξη να τον χαιρετούν κάποιοι παλιοί γνωστοί και να τον ρωτούν ‘’Που είσαι; Τι κάνεις; Πως περνάς;’’ βαριόταν να δίνει απαντήσεις στον κάθε περίεργο, ήθελε την ησυχία του, να μη τον ενοχλεί κανένας, μόνο σε λίγους ανοίγονταν και μιλούσε, αυτούς που εκτιμούσε πραγματικά . Είχε βαρεθεί την πόλη, ότι είχε να δώσει του το έδωσε, έπρεπε ν’ αλλάξει τόπο, ούτε ήξερε που ήθελε να πάει το μόνο που αισθάνονταν ήταν μια βαθιά ανάγκη να φύγει από το τσιμέντο κι από κείνους τους αγχωτικούς ρυθμούς που έκαναν όλους να τρέχουν σαν ηλίθιοι. Χωρίς να το καταλάβει όλα γύρω είχαν αλλάξει, ο τόπος είχε γεμίσει πρεζόνια, ζητιάνους, ξένους από κάθε μεριά της γης, παντού υπήρχε παρακμή, ένιωθε σα να βρισκόταν σε μια φυλακή κι έπρεπε ν’ αποδράσει με κάποιον τρόπο, να φύγει οπωσδήποτε, ήταν θέμα χρόνου να το κάνει μόλις έβρισκε μια καλή ευκαιρία. Το πρόβλημα ήταν βέβαια η δουλειά, δεν είχε σκοπό να φύγει γιατί δεν είχε βρει κάτι καλύτερο κάπου αλλού, έπρεπε να το σκεφτεί, είχε ένα σωρό υποχρεώσεις, δε μπορούσε να κάνει τίποτα παρά να κάτσει εκεί ακόμα λίγο, όσο χρειαζόταν, έπρεπε να κάνει υπομονή λίγο ακόμα, δε γινόταν αλλιώς.


Έπρεπε με κάποιο τρόπο να βρει πάλι τη φρεσκάδα που είχε κάποτε, να ξεκινήσει από την αρχή, τούτη η σκέψη τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό του. Η μόνη ώρα που ένιωθε καλά ήταν το πρωί, πάντα ήταν πρωινός τύπος, του άρεσε αυτή η ώρα όταν όλοι κοιμούνταν και μπορούσες να παρακολουθήσεις τα πράγματα γύρω με την ησυχία σου. Του άρεσε να ξυπνά πρωί κι όσο περνούσε ο καιρός σηκώνονταν όλο και νωρίτερα, το καλοκαίρι είναι καλά βέβαια γιατί έχει χαράξει αλλά το χειμώνα είναι μαύρα μεσάνυχτα, περιμένεις πόση ώρα μέχρι να φύγει το σκοτάδι όμως κι αυτό είναι ωραίο, έχεις διαύγεια όλα τα προβλήματα που σε βασανίζουν το βράδυ λύνονται σε ελάχιστο χρόνο. Κατεβαίνοντας για τη δουλειά προτιμούσε να περπατά μέσα από κάτι στενά με σπίτια ξεχαρβαλωμένα, εγκαταλειμμένα, ένα απ’ αυτά είχε πάρει φωτιά κι οι τοίχοι του έχασκαν γυμνοί, σ’ άλλα είχαν βρει καταφύγιο κάτι σκουρόχρωμοι, έβλεπες στην αυλή ένα σωρό παλιατζούρες που είχαν μαζέψει απ’ τα σκουπίδια. Καθώς περνούσε μπροστά από μια εκκλησία άκουγε την καμπάνα που χτυπούσε κι έκανε το σταυρό του, πιο κάτω σ’ ένα δρομάκι πάντα πετύχαινε τους εργάτες του δήμου να κουβαλούν τους κάδους επειδή το φορτηγό δεν χωρούσε να μπει εκεί μέσα , από κάποιο σπίτι καλοδιατηρημένο έβγαινε φως, ο κήπος του φαίνονταν βρεγμένος και σκουπισμένος, ένας γέρος έβλεπε τηλεόραση, οι ηλικιωμένοι ξυπνούν νωρίς πάντα, δεν τους πιάνει ύπνος. Αυτή ήταν η καλύτερη ώρα του, οι αισθήσεις όλες βρίσκονταν σε εγρήγορση και πρόσεχε τα πάντα, τα πουλιά σ’ ένα δέντρο τεράστιο που είχε φυτρώσει σ’ ένα ρέμα χαλούσαν τον κόσμο με το χάραμα, , οι κοπέλες που άνοιγαν τα μαγαζιά χασμουριόταν αγουροξυπνημένες, ήταν μια ώρα που η πόλη εξακολουθούσε να είναι όμορφη.

Μια μέρα καθώς περπατούσε όπως πάντα πολύ πρωί ένας μοτοσικλετιστής φώναξε το όνομά του, ήταν εκείνος ο τύπος με τα τεράστια μουστάκια, που τον συμπαθούσε , ‘’Ανέβα στο μηχανάκι!’’ του φώναξε ‘’Θα σε πάω εγώ!’’ καβάλησε τη σέλα ενώ ο άλλος που έμενε εκεί κοντά φώναζε μέσα στην πρωινή ησυχία,‘’Μια φιλική συμβουλή θα σου δώσω, άλλαξε δουλειά, φύγε από δω πέρα, δεν είναι για σένα αυτό το μέρος!’’ Κατάλαβε τι εννοούσε, τον είχε πετύχει κάποιες φορές όταν τον ταπείνωνε το αφεντικό του κι αυτός το ανέχονταν, ήταν σα να του έλεγε ‘’Τι άντρας είσαι που κάθεσαι εκεί πέρα να σε βρίζει ένα χαμένο κορμί ;’’ Τα είχε ξανακούσει αυτά όμως τώρα του έκαναν μεγάλη εντύπωση, ο άλλος δεν είχε κανένα λόγο να του μιλήσει έτσι, το έκανε επειδή τον εκτιμούσε. Πολύ καιρό τώρα ήθελε να φύγει όμως δεν το αποφάσιζε, πληρώνονταν καλά, είχε μάθει τα κόλπα στην πιάτσα, πολλές φορές εγκλωβίζεσαι κάπου κι είναι δύσκολο να ξεκολλήσεις όμως κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι τα λεφτά δεν είναι το πιο σημαντικό. Τον μουστάκια όλοι τον σέβονταν στην αγορά και δε μπορούσες να μη τον πάρεις σοβαρά, ήταν θηρίο, πολύ δυνατός με κάτι χέρια σα σίδερα, δούλευε σ’ ένα μαρμαράδικο και σήκωνε κάτι κομμάτια που ζύγιζαν διακόσια κιλά, όταν άλλαξε δουλειά τον έβαλαν να κουβαλά κάτι χαρτικά και ο προϊστάμενος του είπε : ‘’Είναι λίγο ζόρικα εδώ πέρα!’’ εκείνος γελούσε, σε σχέση με τα μάρμαρα που ζύγιζαν έναν τόνο τα χαρτικά του φαινόταν παιχνίδι, σιγά τώρα ρε φίλε το πράγμα !


Στ’ αυτιά του βούιζαν τα λόγια του μοτοσικλετιστή όταν άκουσε το αφεντικό του να ξεφωνίζει : ‘’Πάλι άργησες, μα τι βλάκας είσαι, τσακίσου στο υπόγειο !’’ ο τύπος ήταν ένα τομάρι της κακιάς ώρας κι άμα άνοιγε το στόμα δεν ήξερε τι έλεγε, αυτός δεν έδινε σημασία, ήταν χοντρόπετσος όμως εκείνη τη μέρα απάντησε ‘’Δε θα μου ξαναμιλήσεις έτσι κατάλαβες !’’ ο άλλος γέλασε, ΄΄’Έλα κουνήσου ‘’ – ‘’Ακούς τι σου λέω!’’ του επανέλαβε ‘’Δε θα μου ξαναμιλήσεις έτσι !’’- ‘’Κοίτα να δεις’’ είπε το αφεντικό ‘’Σ’ εμένα δε θα πουλάς τρελίτσα, μια χαρά έχεις βολευτεί εδώ, αν δε σ’ αρέσει σήκω φύγε και μη μας ζαλίζεις!’’ – ‘’ Εντάξει!’’ είπε αυτός κι έκανε μεταβολή επί τόπου ‘’Που πας ;’’ φώναξε το αφεντικό όμως αυτός  ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει σα να είχε σπάσει κάτι μέσα του οριστικά, ένιωσε ξαφνικά μια ανακούφιση σα να είχε φύγει από πάνω του ένα βαρίδι οχτακοσίων κιλών . Γύρισε σπίτι και κάθισε στη τηλεόραση ώρες πολλές χωρίς να προσέχει, εικόνες αδιόρατες περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του, τι θα έκανε τώρα, είχε μάθει τόσο καιρό τη ρουτίνα, είχε συνηθίσει σ’ έναν τρόπο ζωής και δεν περνούσε άσχημα όμως τώρα ένιωθε τη γη να φεύγει κάτω απ τα πόδια του κι ούτε είχε προετοιμαστεί για μια τέτοια εξέλιξη, ξαφνικά΄ όλα είχαν γίνει πολύ ρευστά, έψαχνε μια λύση, μια βάση σταθερή απ’ όπου θα μπορούσε να ξεκινήσει πάλι, ότι και να γινόταν δε θα γύριζε πίσω, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Το μεσημέρι του τηλεφώνησε το αφεντικό ‘’Τσακίσου κι έλα, έχουμε δουλειά μη σε πάρει ο διάβολος!’’- ‘’ Δε μπορώ , δε θα έρθω’’ είπε απλά ενώ το αφεντικό του έβριζε σα διάβολος , του έκλεισε το τηλέφωνο.


Την άλλη μέρα πέρασε απ’ τη δουλειά να πάρει την απόλυση, είχε κλείσει εκεί πέρα δέκα χρόνια, το αφεντικό χαμογέλασε με τα πονηρά μάτια του που γυάλιζαν όποτε έβλεπε λεφτά, δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι τον έχανε ‘’Ρε είσαι καλά ; ‘’του είπε ‘’Δε θα βρεις πουθενά τα χρήματα που σου δίνω, άσε τις βλακείες !’’τον καλόπιασε, ήταν σίγουρος ότι θα γύριζε, δεν μπορούσε να το δεχτεί όμως είχε λάθος, δεν τον ήξερε καλά, μπορούσε να ταλαντεύεται για καιρό όμως άμα έπαιρνε μια απόφαση δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αλλάξει, ο κύβος είχε ριφθεί, είχε ήδη γυρίσει σελίδα, ‘’Δε γίνεται !’’του είπε ξερά και πήγε στο λογιστή να συμπληρώσει τα χαρτιά του.


Την άλλη μέρα σηκώθηκε πολύ πρωί όπως είχε συνηθίσει και βγήκε να περπατήσει στα στενά, έξω απ’ τη πόρτα του κάποιο συνεργείο σφουγγάριζε τα μάρμαρα της εισόδου, περνώντας δίπλα από ένα αυτοκίνητο άκουσε θόρυβο, κάποιος είχε ξεχάσει ανοιχτό το ραδιόφωνο κι έπαιζε μια μουσική πολύ περίεργη ενώ τα λαμπάκια στο ταμπλό του αμαξιού αναβόσβηναν σα να έτρεχαν πάνω στην πλαστική επιφάνεια. Τα φανάρια κι αυτά έφεγγαν, κάποιος μεθυσμένος θα ήταν που έφυγε όπως- όπως για να κοιμηθεί, άλλωστε το αμάξι ήταν στραβά παρκαρισμένο, αν έμενε έτσι θα άδειαζε η μπαταρία του κάποια στιγμή. Δοκίμασε το πόμολο κι είδε ότι άνοιγε, έβαλε μέσα το κεφάλι κι έβγαλε ένα cd από το ταμπλό δίπλα στο τιμόνι, το έβαλε σε μια χάρτινη θήκη που υπήρχε πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού διαβάζοντας τον τίτλο ‘’Ο ΕΠΟΠΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΟΥ ΣΦΡΑΓΙΔΟΦΥΛΑΚΑ ’’ – ‘’Ποιος στον κόρακα είναι αυτός ο επόπτης !’’ σκέφτηκε φωναχτά όταν μια χερούκλα τον άρπαξε και τον έσφιξε σα μέγγενη, μόνο ένας μπορούσε να έχει τόσο δυνατό κράτημα ‘’Τι κάνεις ρε !’’του φώναξε ο μουστάκας ‘’Ρε χαζέ τα έχεις αφήσει όλα ανοιχτά!’’-- ‘’ Άστο το ρημάδι λίγο να κοιμηθώ, μετά δεν έχω πρόβλημα, τι κάνεις εσύ ;’’---’’Έφυγα απ το βλάκα!’’--’’ Επιτέλους!’’ φώναξε ο μουστάκας αφήνοντας το χέρι του που είχε αρχίσει να μελανιάζει. Έτριψε τον καρπό στο σημείο που τον είχε γραπώσει ο παλαβός και πήρε μια βαθιά ανάσα , στο απέναντι γυράδικο μια γυναίκα πίσω απ το τζάμι καθάριζε λίπη από τις σχάρες, ένα αστικό φρενάρισε στριγκλίζοντας τα φρένα του για ν’ αποφύγει μια γάτα με μάτια που γυάλιζαν και ταυτόχρονα οι λάμπες στις κολώνες ψηλά έσβησαν όλες μαζί, ξημέρωνε.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

ΑΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΕΣΤΕΡΕΣ

Το φθινόπωρο είχε μπει πια για τα καλά κι η φύση γέμιζε με κείνα τα υπέροχα χρώματα, κίτρινο, κόκκινο, καφέ, πράσινο, ο καιρός ήταν γλυκός, πολλά πρωινά έβγαζε μια ομίχλη που τα σκέπαζε όλα κι η υγρασία ήταν ευχάριστη ύστερα απ’ τις κάψες του καλοκαιριού, πέρα μακριά μπορούσες να δεις τη θάλασσα κι υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που κολυμπούσαν, μάλιστα λέγανε ότι τέτοια εποχή τα νερά είχαν την καλύτερη θερμοκρασία, δεν υπήρχε πλήθος να σε ζαλίζει ούτε ζέστη που σου σπάει τα νεύρα, ήταν η καλύτερη σεζόν για μπάνιο. Πολλές φορές σταματούσαν στη διαδρομή και κατέβαιναν να μαζέψουν κούμαρα, αυτηνής της άρεσαν πολύ κι ήξερε πώς να τα διαλέγει, προτιμούσε εκείνα που είχαν χρώμα κατακόκκινο κι ήταν μαλακά, είχε ακούσει ότι αποτελούσαν την αγαπημένη τροφή των αγριογούρουνων και των πουλιών, λέγανε ότι οι ντόπιοι εκεί πέρα τα βάζανε και στο ούζο γιατί έδινε μια γεύση ιδιαίτερη.

Ο οδηγός δε βιαζόταν καθόλου να φτάσει στα αμπέλια όπου άφηνε τις γυναίκες να μαζέψουν σταφύλια, έκανε μια στάση κι αυτή με μια φίλη της έβγαιναν σε μια πλαγιά να γεμίσουν τα σακουλάκια τους με κούμαρα. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά σχεδόν τελείωνε, μερικά χωράφια μονάχα είχαν μείνει σε κάτι σημεία ημιορεινά κι έπειτα θα σταματούσαν, ήταν ευτύχημα που κάθε χρόνο δούλευε εκεί πέρα για να κολλήσει τα λίγα ένσημα που χρειαζόταν καθώς πλησίαζε την ηλικία της σύνταξης, είχε κι ένα θέμα με το χέρι της που πάθαινε τενοντίτιδα και δεν έπρεπε να το ζορίζει οπότε πρόσεχε τις κινήσεις της κι άλλες φορές το έδενε μ’ ένα μαντήλι, λίγο ακόμα υπομονή έπρεπε να κάνει, τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει κι είχαν αρχίσει να βγάζουν δικά τους λεφτά, μάλιστα ήταν περήφανα γι αυτό κι όσο κι αν καταλάβαινε ότι στο τέλος θα έμενε μόνη από την άλλη ανυπομονούσε περιμένοντας αυτή τη στιγμή μετά από μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η μάνα της που είχε εγχειριστεί και πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο, καθηλωμένη στο κρεβάτι ήθελε άνθρωπο δίπλα της όλο το εικοσιτετράωρο, δε μπορούσε να την αφήσει μόνη όπως παλιά, την εγκατέστησε στο σπίτι κι από τότε άρχισαν τα βάσανα της. Οι γέροι γίνονται εγωιστές σαν πλησιάσουν στο τέλος, σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους και κανέναν άλλο, νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, όλα περιστρέφονται γύρω απ’ αυτούς, όσο καλοί κι αν υπήρξαν δείχνουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα καθώς η λογική υποχωρεί και λειτουργούν αυτόματα, σπάνια να δεις γέρο καλοσυνάτο. Καθόταν εκεί δίπλα της με τις ώρες να της βάζει μαξιλάρια και να της φέρνει ότι ζητούσε ενώ εκείνη γκρίνιαζε συνέχεια ζητώντας να την αλλάξει, να τη φροντίσει, να την ταΐσει, όλα της φταίγανε. Τις νύχτες η μάνα της μονολογούσε, είχε αρχίσει να τα χάνει κι αράδιαζε όλα τα σόγια, όλους τους συγγενείς κι όλους τους γείτονες που θυμόταν απ’ το χωριό όπου είχε γεννηθεί, ο τάδε ήταν παντρεμένος με την τάδε κι είχαν τόσα παιδιά ή μήπως όχι, κι ο δείνα ζούσε ή είχε πεθάνει; Η γριά θυμόταν ένα κάρο ανθρώπους ενώ ξεχνούσε αν είχε πάρει το χάπι της πριν από λίγο, παραμιλούσε αδιάκοπα καθώς όλα είχαν μπερδευτεί σαν ένα κουβάρι στο μυαλό της και τις νύχτες προσπαθούσε να το ξεμπερδέψει, αυτή καθόταν εκεί κι άκουγε τα ατελείωτα ονόματα χωρίς να βγάζει άκρη, πολλούς απ’ αυτούς τους ήξερε γι’ άλλους δεν είχε ιδέα, έτσι την έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ καθώς η γριά συνέχιζε τις ασυναρτησίες.

Μια άλλη φορά πάλι η γριά μιλούσε σα να είχε κάποιον απέναντι της, έλεγε μια ιστορία για τότε που είχε πάει να μαζέψει φλαμούρι από ένα δέντρο μέσα σε μια λαγκαδιά, είχε γεμίσει λέει ένα τσουβάλι με άνθη που μοσχοβολούσαν κι ετοιμάζονταν να φύγει όμως στο μεταξύ είχε περάσει η ώρα κι έπεσε το βράδυ, μέχρι να βγει από τη λαγκαδιά είδε κι έπαθε, με το που είχε πέσει ο ήλιος άκουγε από ψηλά απ’ το βουνό ουρλιαχτά σκύλων ή λύκων .περπατώντας στα τυφλά κατ κει που υπολόγιζε ότι βρίσκονταν μονοπάτι βρέθηκε σε κάτι πηγές με ζεστό νερό που άχνιζαν κι όλο το μέρος γύρω ήταν τυλιγμένο στους ατμούς, ‘’Θέ μου που βρέθηκα;’’ είπε η γριά και σταυροκοπήθηκε καθώς θυμόταν ξανά το μέρος . Τέτοιες ιστορίες θυμόταν όλη την ώρα η μάνα της κι αυτή καθόταν μόνη κι άκουγε θέλοντας και μη, έτσι περνούσε τα βράδια της, άκουγε παραμιλητά, κοιτούσε τις φωτογραφίες στους τοίχους και σκεφτόταν πως είχε περάσει ο καιρός, πως είχαν αλλάξει όλα, τα παιδιά είχαν φύγει για τις σχολές και τις δουλειές τους κι όσο για τον σύζυγο, όσο μακρύτερα βρίσκονταν τόσο το καλύτερο, είχαν χωρίσει πια από χρόνια και δεν υπήρχε περίπτωση να τα ξαναβρούν.

Το περίμενε βέβαια ότι κάποτε θα ερχόταν η στιγμή να κοιτάξει τους γονείς της κι είχε αγοράσει ένα σπίτι με χώρο στον κάτω όροφο όπου θα τους έβαζε να έχουν την άνεση τους, είχε διαλέξει μια μονοκατοικία έξω απ την πόλη, κοντά σε μια ρεματιά απ’ όπου φυσούσε όλο το καλοκαίρι και δρόσιζε, όλα έδειχναν να πηγαίνουν όπως τα είχε προγραμματίσει όμως ύστερα έχασε τη μπάλα, πρώτα πέθανε ο πατέρας της έτσι ξαφνικά, ύστερα χώρισε, μετά η κόρης της έφυγε έξω, κατόπι ήρθε η μάνα της σαν κερασάκι στην τούρτα. Κάποιοι της πρότειναν να τη βάλει σε ίδρυμα, αυτή λέγανε θα ήταν η καλύτερη λύση όμως η γριά όποτε άκουγε κάτι τέτοιο έβαζε τις φωνές, ‘’Καλύτερα να με ρίξτε στη θάλασσα !’’ και τότε την πλάκωναν οι τύψεις, δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει, να την πετάξει στον καιάδα, ένιωθε ότι ήταν ο μόνος δεσμός που είχε με το παρελθόν, ήθελε να την κρατήσει ακόμα λίγο. Έψαξε για γυναίκα που θα μπορούσε να τη φροντίζει στο σπίτι όμως καμιά δεν αναλάμβανε να έρθει εκεί πέρα έξω απ’ την πόλη, όλες θέλανε να είναι κοντά στους δικούς τους και δεν το κουνούσαν από το κέντρο, δεν στάθηκε δυνατό να βρει ούτε μία πρόθυμη κι έτσι αναγκάζονταν να τη φροντίζει η ίδια για να μη νιώθει ενοχές. Το πάλεψε για ένα διάστημα όμως ύστερα τάπαιξε, δεν άντεχε, πνίγονταν, έπρεπε να ξεκολλήσει, να πάει μπροστά τη ζωή της, ήταν ακόμα νέα και δεν ήθελε να θαφτεί στο σπίτι παρέα με τη μάνα της, αν είχε κοντά τη μεγάλη της κόρη δε θα φοβόταν τίποτα αλλά εκείνη είχε φύγει μακριά πολύ στο εξωτερικό να βρει την τύχη της, αν είχε εκείνη όλα θα ήταν διαφορετικά, μπορούσε να την εμπιστευτεί, πως στο δαίμονα είχαν έρθει έτσι όλα;

Αυτό που την έσωσε ήταν μια φίλη της, συμφώνησε να προσέχει τη γιαγιά για το διάστημα που θα είχε δουλειά στα χωράφια, αμέσως πήρε πάνω της, με το που έβγαινε στην ύπαιθρο και πατούσε χώμα της έκανε καλό, από τη ρεματιά του σπιτιού της δε μπορούσες να δεις και πολλά πράγματα εδώ όμως το μάτι άνοιγε, η φύση απλώνονταν μπροστά σου, ψηλά τα αεροπλάνα πετούσαν διαγράφοντας πορείες σταυρωτές στον ορίζοντα μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, ήταν ένα διάλειμμα που ξεκούραζε το μυαλό. Εκεί που τελείωναν τα χωράφια με τα κλήματα είχε τις εγκαταστάσεις του ένα οινοποιείο τεράστιο που είχε ανοίξει πρόσφατα, μια μέρα τους πήγαν να το δουν, είχαν πάθει πλάκα με όλα εκείνα τα βαρέλια, τα καζάνια και τα πελώρια μεταλλικά δοχεία για την αλκοολική ζύμωση, οι τύποι όποιοι κι αν ήταν, είχαν κάνει φοβερή δουλειά ,το είχαν φτιάξει πολύ όμορφο σαν αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση.

Στο οινοποιείο τους είχαν κάνει και μια ξενάγηση όπου εξηγούσαν την ιστορία του κρασιού σ’ εκείνα τα μέρη, στην περιοχή υπήρχαν λέει κάτι χώματα περίεργα κι ένα μικροκλίμα που επηρεάζονταν από υπόγεια θερμά νερά, εκεί κοντά άλλωστε βρισκόταν και κάτι λουτρά όπου ο κόσμος έκανε τα θεραπευτικά μπάνια του, εκεί κάπου πρέπει να είχε βρεθεί κι η μάνα της τότε που χάθηκε στο λαγκάδι με τις φλαμουριές κι αργότερα έπαιρνε τον συγχωρεμένο τον πατέρα της και πήγαιναν για υδροθεραπείες. Η ξενάγηση ήταν πολύ ωραία, μια γυναίκα που ήξερε ένα κάρο πράγματα έλεγε ότι στα κρασιά μπορείς να βρεις μέχρι και τετρακόσια διαφορετικά αρώματα ανάλογα με τις ζύμες που χρησιμοποιούνται, τις αρωματικές εστέρες , το ξύλο του βαρελιού, το μπουκάλι της φιάλης . Πολλά από κείνα που άκουγε δεν τα τα καταλάβαινε όμως ακούγονταν πολύ όμορφα, τι ωραία θα ήταν να είχε σπουδάσει κάτι σχετικό, πάντα της άρεσε λίγο κρασί στο τραπέζι και μπορούσε να διακρίνει τα καλά από τα εντελώς άχρηστα, είχε σχεδόν ξεχαστεί εκεί πέρα και το βράδυ που γύρισε στο σπίτι ήταν σχεδόν χαρούμενη.

Ένιωθε πιο ανάλαφρη παρόλο που ήταν κουρασμένη, τις μέρες που είχε ρεπό η φίλη της ξεκουράζονταν κι εκείνη πρόσεχε τη μάνα της . Την είδε να ροχαλίζει ήρεμα κι έπεσε στο κρεβάτι ξερή. Κοντά στα μεσάνυχτα ξύπνησε από έναν θόρυβο σα γδούπο, έτρεξε στο δωμάτιο της μάνας της ενώ η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, τη βρήκε στο πάτωμα ν’ αγκομαχά, φαίνεται ότι προσπαθώντας να σηκωθεί είχε πέσει με το πρόσωπο, η όψη της ολόκληρη είχε μελανιάσει. Τρόμαξε όταν την είδε έτσι παραμορφωμένη, σκιάχτηκε, της ήρθε να βάλει τα κλάματα, πήρε τηλέφωνο για ασθενοφόρο και προσπάθησε να τη σηκώσει όμως ήταν αδύνατο, η γιαγιά ήταν πολύ βαριά και μπορούσε να σακατέψει τη μέση της, την τράβηξε στον τοίχο, της έπλυνε το πρόσωπο και την έβαλε να πιει λίγο νερό, η γριά ανάσαινε βαριά, ύστερα άρχισε να παραμιλά όπως έκανε τα βράδια που δεν είχε ησυχία ‘’Αχ! πότε θα πάω στα λουτρά για τη μέση μου, το ζεστό νερό θα πάρει τους πόνους μου!’’ ύστερα φώναζε τον άντρα της ‘’Γιώργο μη μπαίνεις στη δεξαμενή τη βαθιά, θυμάσαι τότε που πνίγηκε ένα παιδί, κράτα το χέρι μου, εγώ ξέρω καλό κολύμπι!’’ Οι νοσοκόμοι κατάλαβαν τι συνέβαινε κι ούτε που τη ρώτησαν γιατί έκλαιγε, η γιαγιά συνέχιζε να παραμιλά μέχρι που την έβαλαν στο όχημα.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...