Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

ΤΟΥΤΑΓΧΑΜΩΝ

Το ενυδρείο ήταν μια όαση απίστευτη μες το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο, τα ψαράκια κολυμπούσαν αμέριμνα ανάμεσα στα υδρόβια φυτά κι όποτε άνοιγαν το στόμα τους φυσαλίδες αμέτρητες ανέβαιναν στην επιφάνεια, κατά καιρούς κοιτούσαν έξω απ’ το τζάμι να δουν τι γίνεται έξω κι έπειτα επέστρεφαν στον αστραφτερό τους μικρόκοσμο. Τα αγγελόψαρα με τις μαύρες βούλες στη ράχη κουνούσαν νωχελικά τα πτερύγια τους, τα μπλε γκουράμι γλιστρούσαν ανάμεσα στα υδρόβια φυτά, κάποιες φορές έβγαζαν το ρύγχος τους πάνω απ’ το νερό κι ύστερα βυθίζονταν πάλι στον πάτο να ψάξουν κάτι ανάμεσα στα χαλικάκια του βυθού, κάτι άλλα ψαράκια με χρώμα κίτρινο -φωσφοριζέ που τα λέγανε σαμουράι και προέρχονταν λέει απ’ τις τροπικές αφρικανικές θάλασσες κρυβόντουσαν κι εμφανίζονταν όλη την ώρα πίσω από κάτι καφετιά βραχάκια κι όλο κοίταζαν ν’ αποφύγουν τα πιο μεγάλα σα να τα φοβόντουσαν.

Ο φίλος μου είχε ψώνιο με το ενυδρείο του, το είχε στήσει απ’ την αρχή, έπρεπε να ψάξει το κατάλληλο τζάμι, να το κόψει , να το κολλήσει με σιλικόνη, να βρει χαλίκια κατάλληλα και πετρούλες για τον πυθμένα, να τοποθετήσει τα φίλτρα για τον καθαρισμό του νερού, τα φυτά που βοηθούν την αναπνοή των ψαριών κι έπρεπε να τα βάλει με προσοχή, προέρχονταν λέει από τα Αρχιπελάγη της Ινδονησίας, από τον Αμαζόνιο, την Ταϊλάνδη κι από άλλες θάλασσες μακρινές κοντά στον Ισημερινό στο κέντρο της γης. Είχαν λέει την ικανότητα να επιβιώνουν σε συνθήκες περιορισμένες και σε κλουβιά τεχνητά γι’ αυτό ήταν καταδικασμένα να ζουν εκεί μέσα και το καταλάβαιναν σίγουρα, ήταν φανερό στο βλέμμα τους που ήταν σαν απορημένο όλη την ώρα, όμως τι μπορούσαν να κάνουν; Η μεγάλη γυάλα περιβάλλονταν από πλακάκια γυαλιστερά, γεμάτα σχέδια χρωματιστά, πορτοκαλιά και πράσινα που έδεναν με τα χρώματα των ψαριών και των φυτών δημιουργώντας ένα θέαμα που σε ηρεμούσε. Το όνειρο του φίλου μου ήταν να κατασκευάσει ένα ενυδρείο τεράστιο που θα έπιανε ολόκληρο τον τοίχο ενός δωματίου όμως πρώτα έπρεπε να βρει ένα σπίτι καλύτερο από κείνο το ρημάδι, θα του έπαιρνε βέβαια πολύ καιρό αλλά θα τόφτιαχνε κάποια στιγμή…

Αυτή η κατασκευή που θα ήταν φαντασμαγορία αληθινή ήθελε ένα σκασμό λεφτά και που να τα βρει ο άνθρωπος. Προς το παρόν έπρεπε ν’ αρκεστεί στο μικρό ενυδρείο που έπιανε εκείνη τη γωνιά με τα γυαλιστερά πλακάκια, το διόρθωνε, το ταχτοποιούσε, έβαζε κι έβγαζε πραγματάκια, μόνο μ’ εκείνο ασχολούνταν όταν ευκαιρούσε την ώρα που στο υπόλοιπο σπίτι επικρατούσε χάος. Παντού υπήρχαν παλιά αντικείμενα και κάθε λογής σαβούρες που δεν ενδιαφέρονταν να τις μαζέψει κανένας, ήταν ν’ απορείς πως έμεναν άνθρωποι εκεί πέρα, τρία άτομα κατοικούσαν σ’ εκείνο το διόρωφο γκρεμίδι που με τον πρώτο σεισμό θα γινόταν κομματάκια σίγουρα! Τα ταβάνια ήταν έτοιμα να καταρρεύσουν και μπορούσες να δεις κάτι ξύλα παλιά να χάσκουν ανάμεσα στους σοβάδες, δυο σκυλάκια βολτάριζαν στις κάμαρες, τα είχαν για προστασία τη νύχτα καθώς από παντού μπορούσε να μπει κανείς και να τους πάρει ότι είχανε.

Το πιο φοβερό ήταν η ζέστη που επικρατούσε εκεί πέρα κι ήταν τόσο αφόρητη που δε μπορούσες να σταθείς , τα παράθυρα ήταν κλειστά για να μη τους βλέπουν οι διπλανοί κι οι τρεις ένοικοι, δυο Έλληνες κι ένας Αλβανός, κυκλοφορούσαν ημίγυμνοι με σώματα γεμάτα από σημάδια των σεντονιών όπου κυλιόταν ιδρώνοντας και ξεϊδρώνοντας. Ο Αλβανός δούλευε σ’ ένα μαγαζί με φρουτάκια, πρόσεχε μη μπουκάρει η αστυνομία, αυτοφωράκιας δηλαδή, κι ο τρίτος συγκάτοικος ζούσε από ένα επίδομα μυστήριο, κανείς δεν ήξερε ποιος του τόδινε. Ο δικός μου έβαφε σπίτια, αυτή ήταν η δουλειά του, από τότε που τον ήξερα δούλευε ασταμάτητα, κι ούτε να πεις ότι ξόδευε τα λεφτά του από δω κι από κει, ούτε είχε αγοράσει κάνα σπίτι ή τίποτα άλλο, όλοι αναρωτιούνταν τι στο διάβολο έκανε τα λεφτά του, ήταν πολύ μυστήριος. Εδώ και καιρό έλεγε ότι θα πήγαινε μετά από πολλά χρόνια διακοπές σ’ ένα νησί κι όλο μιλούσε στους άλλους για το πόσο ωραία ήταν εκεί πέρα, για τα μοναστήρια και τις παραλίες που υπήρχαν, για τις τουρίστριες που στοιβάζονταν κατά χιλιάδες στα μπαράκια και στις ταβέρνες, τους είχε πρήξει όλον το καιρό για κείνο το νησί και δεν τον έπαιρνε κανείς στα σοβαρά, όταν τους έδειξε το εισιτήριο που είχε βγάλει δε μπορούσαν να το πιστέψουν !
‘’Θες νάρθεις μαζί μου στο νησί; ‘’ με ρώτησε μια μέρα καθώς φορούσε μια άσπρη μπλούζα γεμάτη πιτσιλιές όλων των αποχρώσεων. Δε γινόταν να φύγω όμως αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν το ενυδρείο, που θα το άφηνε, δεν εμπιστεύονταν με τίποτα τους άλλους, θα του ψοφούσαν τα ψαράκια του σε μια μέρα, καλά ήταν πολύ άχρηστοι ! Πολλές φορές μου είχε δείξει πως να τα ταΐζω, πως να ελέγχω τη θερμοκρασία με τον θερμοστάτη, να καθαρίζω το φίλτρο από τα σκουπιδάκια που μπορεί να το βουλώνανε. Καθόταν υπομονετικά εκεί πέρα και μου τα εξηγούσε όλα ενώ εγώ χάζευα το γυάλινο κουτί με τα εξωτικά φυτά που σάλευαν μες το νερό, έβλεπα τους χρωματιστούς μονομάχους, τα άλλα ψάρια που τα λέγανε σαμουράι και τα αγγελόψαρα με το παράξενο σχήμα που σεργιανούσαν πέρα δώθε αμέριμνα, ήταν πολύ ωραία ρε φίλε!‘’Το βλέπεις αυτό εδώ το κίτρινο λαβυρινθόψαρο!’’ μου έλεγε ‘’ Είναι ο Τουταγχαμόν, τόχω παραγγείλει απ’ την Αίγυπτο, το είχα δει εκεί πέρα σε μια εκδρομή και είπα μέσα μου <<Αυτό το θέλω οπωσδήποτε!>> Συνήθως κρύβεται σ’ εκείνη τη σπηλιά, κάθεται ήσυχο εκεί πέρα, είναι πολύ λαίμαργο αλλά δε θα το ταΐζεις το ίδιο πράγμα συνέχεια, και του αρέσει το καθαρό νερό αλλά αυτό άστο σε μένα, θα γυρίσω σε καμιά βδομάδα ...’’

Δεν είχα πρόβλημα να κάνω ότι μου είχε πει αν και δεν είχα όρεξη να να βλέπω τους συγκάτοικους του που δεν έδιναν δυάρα για το ενυδρείο μόνο τρόμαζαν τα καημένα τα ψαράκια χτυπώντας το τζάμι με το δάχτυλο. Περίμεναν πως και πως πότε θα ξεκουμπιζόταν ο φίλος μου για να ανασάνουν λίγο σ’ εκείνο το αποπνικτικό διώροφο όπου τους ξυπνούσαν τη νύχτα οι αναστεναγμοί των μηχανών από τα απορριμματοφόρα που ξεφόρτωναν  τους κάδους. Καθώς δε μπορούσαν να κοιμηθούν πήγαιναν όλη την ώρα να πιούν νερό απ’ το μοναδικό ψυγείο που είχαν κοινό, αφού άδειαζαν μπουκάλια τεράστια μετά γίνονταν μούσκεμα ολόκληροι. Τα ψαράκια κοιμόντουσαν κι αυτά, δεν έκλειναν τα μάτια όμως έμεναν ακίνητα για κάμποση ώρα, μπορεί να έβλεπαν και όνειρα όπου κολυμπούσαν σε θάλασσες ανοιχτές κι απέραντες μακριά πολύ στα μέρη των Τροπικών. Έδειχναν να μη νοιάζονται για ότι συνέβαινε παρά έξω, αν ο κόσμος υπέφερε και τυρρανιούνταν, αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι που έβραζε γύρω καίγοντας το σύμπαν, αυτά ήταν προβλήματα των δύστυχων ανθρώπων που πάλευαν να τα βγάλουν πέρα, αυτά το μόνο που ήθελαν ήταν το φαγάκι τους και το καθαρό τους το νεράκι να επιπλέουν αμέριμνα …

Τα ψάρια περνούσαν καλά όμως εμείς τα είχαμε δει όλα. Οι μέρες δεν περνούσαν, έμοιαζαν να σέρνονται, στη δουλειά όλοι περιμένανε τις άδειες τους, κι εγώ είχα να κάνω συν τοις άλλοις και τα ψώνια του αφεντικού που μου τα είχε φορτώσει κι αυτά. Μ’ έστελνε όλη την ώρα ν’ αγοράζω ζαρζαβατικά και κρέατα, πήγαινα στις λαϊκές όπου πουλούσαν φρούτα καλοκαιρινά, καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα, καλαμπόκια. Αφού έπαιρνα ότι ήτανε από κει σταματούσα πάντα σ’ ένα κυλικείο μέσα σε μια στοά να πιω μια γκαζόζα, μιλάμε εκείνο ήταν το αγαπημένο μου μέρος, ο ανεμιστήρας γύριζε αέναα πάνω από τα αντικείμενα, τα μπουκάλια, τα καλαμάκια, τα τελάρα, τα ποτήρια, τα πιατάκια κι εγώ έπινα το αναψυκτικό μου χωρίς να σκέφτομαι τίποτα σα να είχε αδειάσει το μυαλό μου εντελώς . Στο χασάπικο ο τύπος μου έλεγε να τον ακολουθήσω στο τεράστιο ψυγείο του, εκεί μέσα ρε φίλε είχε μια δροσιά υπέροχη που δεν έβρισκες πουθενά αλλού, ήταν τέλεια, δεν ήθελα να βγω από κει μέσα! Φορτωμένος έπειτα με τις σακούλες έβγαινα στο δρόμο όπου είχε τόσο φως που το μάτι δεν άντεχε το ατέλειωτο ξέθωρο κι αναζητούσε μια σκιά, λίγο πράσινο ν’ αναπαυτεί μια στάλα…

Το βράδυ που θα έφευγε ο φίλος για το νησί έκανε τόση ζέστη που ήθελες να εξαφανιστείς μέσα στο ψυγείο του χασάπη και να μη βγεις από κει μέχρι να γίνεις παγάκι ! Ο σταθμός των τρένων δεν απείχε πολύ και ξεκινήσαμε πεζή, περάσαμε από κάτι στενά σκοτεινά, σ’ ένα φανάρι χαλασμένο το ανθρωπάκι ανεβοκατέβαινε σα παλαβό αλλάζοντας χρώματα, τύποι ξενυχτισμένοι τρώγανε σένα γυράδικο, μια Κινέζα που φάνταζε φιγούρα ξεκάρφωτη δάγκωνε ένα σάντουιτς, παντού γύρω υπήρχε μια ατμόσφαιρα ξενυχτιού και υγρασίας καλοκαιρινής, τότε που όλος ο κόσμος φεύγει από τις πόλεις για τις αμμουδιές και τις ερημιές όπου γης δίχως να θέλει να κοιτάξει πίσω του...

''Άμα θες φύγε τώρα, ευχαριστώ!'' μου είπε προτού φτάσαμε στο σταθμό, δε νύσταζα καθόλου, ήταν από κείνες τις βραδιές τις δύσκολες που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να κοιμηθείς κι έτσι είπα να περάσω να χαζέψω τα ψαράκια να περάσει κι η ώρα. Όπως προσπαθούσα να ξεκλειδώσω τη σαραβαλιασμένη πόρτα τα δυο σκυλάκια γρύλισαν στην αρχή πίσω από την πόρτα αλλά έπειτα, όταν με κατάλαβαν άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Άναψα το φως κι ανέβηκα τις σκάλες για τον πρώτο όροφο όπου ήταν το δωμάτιο του φίλου μου προσέχοντας μη σκοτωθώ σκοντάφτοντας σε κανένα παρατημένο αντικείμενο. Στο ενυδρείο που φωτίζονταν από μια λάμπα καλυμμένη με φύκια τα ψάρια έμοιαζαν ακίνητα σαν απολιθωμένα, μονάχα ένα κίτρινο ψωσφοριζέ, ο Τουταγχαμόν σίγουρα, έστεκε στο βυθό ακίνητο σα να είχε πλαγιάσει. ''Καλά ρε φίλε, πότε πρόλαβε να ψοφήσει!' σκέφτηκα, χτύπησα ελαφρά το τζάμι,  δε σάλεψε, τι συνέβαινε δε μπορούσα να καταλάβω, έριξα ένα σπασμένο χαλικάκι που βρήκα στο πάτωμα κι όταν έπεσε δίπλα του αυτό δε κουνήθηκε. Για κάτι τέτοιο δε με είχε προειδοποιήσει ο φίλος μου, τι  στο δαίμονα έπρεπε να κάνω,  έβαλα το χέρι μου στο νερό να το πιάσω μήπως ξυπνήσει  όπως όμως είμαι άγαρμπος έκανα μια κίνηση απότομη και για να μη ρίξω κάτω το γυάλινο κουτί, ακούμπησα στο βυθό για να σταθώ παρασέρνοντας όλα τα πετραδάκια που τον κάλυπταν και τότε τα είδα.

Ήταν μια στρώση χρυσά νομίσματα που άστραφταν σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος ώρες ατελείωτες για να τα κάνει όσο πιο αστραφτερά γίνονταν, ώστε λοιπόν εκεί τα έκρυβε τα λεφτά του  ο άλλος  κι εμείς δε μπορούσαμε να καταλάβουμε τη μανία του με το καταραμένο το ενυδρείο,  να λοιπόν τι τα είχε κάνει τα λεφτά του, γιατί δε γίνονταν να δουλεύει τόσα χρόνια και να μην είχε στον ήλιο μοίρα,  πάντως ήταν ένα θέαμα υπέροχο.

Με τόση ταλαιπωρία που είχα τραβήξει όλο το καλοκαίρι εκείνα τα νομισματάκια που γυάλιζαν υπέροχα ήταν ένα όνειρο, δυο τρία τουλάχιστον, δεν υπήρχε περίπτωση να τ' αφήσω, θα τα κρατούσα έστω και για λίγο και μετά μπορεί να τα γύρναγα στη θέση τους ρε φίλε, λίγο να τα χαρώ ήθελα, μπορεί και να τα κρατούσα,  ούτε που ήξερα. Έβγαλα δυο κομμάτια και τα κράτησα στο χέρι,ήταν χάρμα οφθαλμών,  στο μεταξύ απ' όλη την  αναστάτωση  ο Τουταγχαμόν  είχε ζωηρέψει και μαζί με τ' άλλα  ψαράκια στριμώχτηκε  σε μια γωνία και με κοίταζε  με τα μεγάλα του μάτια  σα να ήταν ο φρουρός  εκείνου του μικρού θησαυρού όπως οι  φιγούρες που ζωγράφιζαν στους τάφους των πυραμίδων οι Αιγύπτιοι για να φυλάνε τους αφέντες τους στο ταξίδι για τον άλλο κόσμο, άφησα κάτω τα νομίσματα,  μετά τα ξαναπήρα,  δεν ήξερα τι να κάνω....

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

ΧΑΛΚΕΟΣ ΑΡΗΣ

...διά δε χρόα καλόν έδαψεν, 
εκ δε δόρυ σπάσεν αύτις · ο δ’ έβραχε χάλκεος Άρης
όσσον τ’ εννεάχιλοι επίαχον ή δεκάχιλοι  
ανέρες εν πολέμω  έριδα ξυνάγοντες Άρηος.

ΗΛΙΑΔΟΣ Ε 858- 861


Από το πουθενά εμφανίστηκε μπροστά του ένα κοπάδι σκύλων  που ούρλιαζαν καθώς έβγαιναν στο δρόμο, ήταν εντελώς αναπάντεχο, πανικοβλήθηκε, τάχασε, δε προλάβαινε ν’ αντιδράσει, ασυναίσθητα έστριψε το τιμόνι κατά τα χωράφια που απλώνονταν δεξιά του, βγήκε από το δρόμο κι όπως υπήρχε ένα ύψωμα δίπλα σ’ ένα χαντάκι το καβάλησε και βρέθηκε στον αέρα, εκείνη τη στιγμή ήταν σα να σταμάτησαν όλα γύρω του, σα να μη λειτουργούσε τίποτα, ‘’Αυτό ήτανε!’’ σκέφτηκε ‘’Έχε γεια κόσμε!’’

Σ’ όλη τη διαδρομή δεν αισθάνονταν καλά, κάτι πρέπει να είχε συμβεί με  το ποτό, ένα ποτήρι μονάχα ήπιε  όμως το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, δε μπορούσε να δει καλά, όλη την ώρα έσφιγγε τα μάτια του μήπως καθαρίσει το βλέμμα κι οδηγούσε αργά για κάθε ενδεχόμενο, κάτι πρέπει να είχαν βάλει σ αυτό που είχε πιει. Καθώς ο πονοκέφαλος έμοιαζε να υποχωρεί χαλάρωσε λίγο, ο δρόμος έδειχνε έρημος, δεν κινούνταν τίποτα εκείνη την ώρα, η αυγή ετοιμαζόταν να χαράξει πάνω από τα χωράφια με τους ηλιόσπορους που πλαισίωναν το δρόμο, σε λίγο θα ξημέρωνε. Άναψε ένα τσιγάρο και δοκίμασε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο, μα τι ηλίθιος ήταν ο άλλος που τον νόμιζε και φίλο του, άκου να δεις τώρα, είχε φαγωθεί να τον καλεί στο μαγαζί του που ήταν υποτίθεται το πιο πολυσύχναστο σ’ όλο το νησί κι ο χαμένος του είχε δώσει ποτό πειραγμένο, φίλος να σου πετύχει, καλά άμα τον είχε μπροστά του εκείνη την ώρα θα τον έκοβε κομματάκια, θα του έχωνε μπουνιά, μα πόσα νεύρα είχε  όμως έτσι όπως ένιωθε  το μόνο που ήθελε  ήταν να φτάσει στο σπίτι του,  να βάλει το κεφάλι κάτω απ΄ το νεροχύτη και να αφήσει το παγωμένο νερό να τρέξει   και να καθαρίσει τον σκοτισμένο του εγκέφαλο. Πλησίαζε στο χωριό του προσπαθώντας  να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί την προηγούμενη  νύχτα όμως η μνήμη του  ήταν κενή, τρύπια, τι στο διάβολο είχε πάθει  και γιατί φορούσε σακάκι ενώ έκανε ζέστη, ένα κάρο σκέψεις περνούσαν από το τρύπιο μυαλό του όταν είδε εκείνα τα δαιμονισμένα σκυλιά να εμφανίζονται σα φαντάσματα μπροστά του.

Στα δευτερόλεπτα που ήταν ιπτάμενος το μυαλό του εκεί που είχε κολλήσει πήρε φόρα απότομα κι άρχισε να δουλεύει πολύ γρήγορα σαν κάτι να τον πίεζε με δύναμη τρομερή ώστε να κάνει ταυτόχρονα εκατομμύρια σκέψεις. Όπως κοίταζε από ψηλά του φάνηκαν όλα γνωστά,  την ήξερε τη περιοχή πολύ καλά παρ’ όλο που έλειπε από το νησί χρόνια τώρα.  Όταν ήταν δεκαεφτά -δεκαοχτώ χρονών ερχόταν εδώ πέρα να δουλέψει με μια παρέα φίλων του σ’ ένα φούρνο που έβγαζε κεραμίδια, το εργοστάσιο ήταν πρωτόγονο και κάθε φορά που έβγαζαν μια φουρνιά έπρεπε να τη σκεπάσουν με λαμαρίνες για να τη χτυπήσει ο ήλιος όλη μέρα και να τη στεγνώσει αλλιώς ο πηλός διαλύονταν και θρυμματίζονταν σε χιλιάδες κομματάκια ψημένου αργίλου. Εδώ κάπου υπήρχε το κτίριο που ήταν το εργοστάσιο κάποτε, λίγο πιο πέρα βρίσκονταν μια ταβέρνα όπου τρώγανε κάθε βράδυ και πιο δίπλα ένα κανάλι που έβγαινε στη θάλασσα, εκεί μέσα έριχναν το πρωί τα καρπούζια που αγόραζαν από έναν ντόπιο και το βράδυ είχανε παγώσει και ήταν απίστευτα δροσερά! Μετά από τόσες ώρες βαριάς δουλειάς είχαν τέτοια πείνα που τρώγανε σα λυσσασμένοι, ο ταβερνιάρης είχε τρομάξει, ένα κάρο λεφτά του είχαν αφήσει. Τότε βέβαια ήταν γερός σα βόδι, δε καταλάβαινε τίποτα, μια φορά όπως δούλευε ξενυχτισμένος του είχε φύγει μια αρμαθιά κεραμίδια και σκορπίσανε τριγύρω, ο γιος του αφεντικού, ένα βλαμμένο που πουλούσε μούρη, έτυχε να περνά εκείνη την ώρα από κει να δει τι γίνεται, έτυχε πάνω στη σκηνή και του είχε φωνάξει κάτι που τον πρόσβαλε ‘’Πρόσεχε ρε ηλίθιε!’’ Είχε θυμώσει τόσο πολύ που ήθελε να σηκωθεί και να φύγει όπως ήταν από κει πέρα, ‘’Κάτσε εσύ εδώ πέρα εσύ όχι για πολύ, ένα τέταρτο μονάχα κι άμα αντέξεις έλα να μου μιλήσεις!’’ πέταξε στο βλαμμένο που είχε καταπιεί στη γλώσσα του, δεν ήξερε τι να πει είχε λυσσάξει από το κακό του, ύστερα απ’ αυτό τον διώξανε, ούτε που τον ένοιαξε. Σκεφτόταν τότε να μπαρκάρει, θα πήγαινε Αυστραλία ή Αμερική, είχε ένα κάρο συγγενείς  εκεί πέρα, με το που θα αποβιβάζονταν δε θα γυρνούσε πίσω, θα έμενε εκεί πέρα για πάντα, ήταν σίγουρος ότι θα έβρισκε τον τρόπο,  ήθελε να δοκιμάσει τη τύχη του, πήγε στον πατέρα του και τον παρακάλεσε, έπεσε στα πόδια  να του υπογράψει το δελτίο γιατί ήταν ανήλικος, ο γέρος αρνήθηκε, δεν τον άφησε, τελικά έφυγε για τη πρωτεύουσα…

Όλα αυτά πέρασαν από το νου του σαν αστραπή  καθώς το αυτοκίνητο διέγραφε μια τροχιά κι άρχισε σιγά- σιγά να χαμηλώνει ,  δε φορούσε ζώνη οπότε είχε σφιχτεί ολόκληρος για το τρομερό τράνταγμα που θα ακολουθούσε, του είχαν μείνει μερικές στιγμές ακόμα προτού τσακιστεί όμως εξακολουθούσε να είναι ήρεμος. Σκεφτόταν ότι δε θα προλάβαινε να τελειώσει το σπίτι που έφτιαχνε στο χωριό όλο το καλοκαίρι, είχε ξεκινήσει να διορθώνει το μπάνιο μαζί μ’ έναν υδραυλικό, μέρες τώρα πάλευαν με τα πλακάκια και τους σοβάδες, μετά είχε περάσει καινούριο κλιματιστικό, ξήλωσε όλα τα σανίδια του δαπέδου που είχαν αρχίσει να σαπίζουν, άλλαξε τις πόρτες, έβαλε κουφώματα στα παράθυρα, ήθελε να το κάνει σούπερ, σκόπευε να περνά εκεί το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου. Για το τέλος είχε αφήσει το μπαλκόνι, εκείνο ήταν ρε φίλε το καλύτερο σημείο του σπιτιού, αντίκρυ  από κει μπορούσες να δεις μια ακτή όχι πολύ μακριά   όπου λέγανε ότι κάποτε είχε λάβει χώρα μια  πολιορκία που κράτησε πολλά χρόνια κι είχαν σκοτωθεί ένα κάρο κόσμος,  οι θεοί λέει  είχαν ανακατευτεί σ’  αυτόν το   χαμό και μάχονταν με τους ανθρώπους,   μερικές  δε φορές,  άκου να δεις  τώρα,  οι θνητοί δε καταλάβαιναν  τίποτα, ορμούσαν και τους  έκαναν να πονέσουν τους θεούς,   άκου εποχές ρε φίλε! Καθόταν λοιπόν κάθε πρωί με το που ξυπνούσε κι έπινε τον καφέ του  κι αγνάντευε εκείνη την ακτή όπου κάποτε υψώνονταν κάστρα και τείχη, στα ερείπια εκείνων των τειχών που διακρίνονταν αχνά,  κάθε αυγή ο  ήλιος  ανέβαινε αργά ανασύροντας   το πύρινο άρμα του από τη θάλασσα κι όλη η περιοχή βάφονταν κατακόκκινη ... 

Το αμάξι είχε χαμηλώσει τόσο πολύ που  μπορούσε να δει το χώμα μπροστά του,  ευτυχώς δεν υπήρχαν πέτρες ή βράχια εκεί πέρα να πέσει απάνω τους και να γίνει λιώμα αυτός και οι λαμαρίνες του αυτοκινήτου, τα πλαστικά και τα ηλεκτρονικά του συστήματα! Όπως δε μπορούσε να κάνει τίποτα είχε παραδοθεί στη μοίρα του, ότι ήτανε να γίνει ας γίνονταν, μερικές φορές δεν έχεις άλλη επιλογή από το να περιμένεις το αναπόφευκτο. Το όχημα είχε πάρει μια κλίση προς το πλάι και καθώς η βαρύτητα το τραβούσε προς τα κάτω με δύναμη τρομακτική προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα πλάτωμα ακαλλιέργητο, για κάποιο λόγο με το που ακούμπησε στο χώμα η πρόσκρουση ήταν πολύ ήπια, δεν ταρακουνήθηκε σχεδόν καθόλου, εκείνες τις μέρες πρέπει να είχε βρέξει κάνοντας τη γη εξαιρετικά μαλακή. Ένιωσε να γκελάρει μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές  και μετά να φεύγει ανεξέλεγκτα προς ένα σταροχώραφο καθώς οι τριβές απορροφούσαν την τρομερή ενέργεια της αδράνειας, σύρθηκε καμιά πενηνταριά μέτρα και τελικά σταμάτησε μπροστά σε μια συστάδα θάμνων αγκαθωτών με κατεύθυνση την ανατολή όπου ο ήλιος άρχιζε να βγαίνει σιγά- σιγά από την απέναντι ακτογραμμή πάνω απ’ τα ερείπια των αρχαίων τειχών.  

Με το που σταμάτησε το αμάξι επικράτησε μια ηρεμία τόσο εκκωφαντική που ήθελε να βάλει τις παλάμες στ’ αυτιά του. Άνοιξε με προσοχή τη πόρτα και βγήκε έξω παίρνοντας  ένα μπουκάλι νερό που είχε μαζί του,  το  σήκωσε και το ήπιε μονορούφι, αμέσως ένιωσε να ιδρώνει όλο του το σώμα  σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του όλη την ένταση. Περπάτησε μερικά βήματα  για  να ελέγξει τι είχε συμβεί, κοίταξε τα χνάρια από τους τροχούς που είχαν σχηματίσει μια γραμμή βαθιά μέσα στο έδαφος σα να πέρασε  από κει ένα κάρο ή ένα τρένο που χώθηκε στη λάσπη. Δοκίμασε  να βάλει μπρος τη μηχανή  μήπως μπορέσει να  βγάλει το αυτοκίνητο  από κει μέσα, δε κουνιόταν με τίποτα, οι ρόδες είχαν σφηνώσει τόσο βαθιά που θα χρειαζόταν γερανό να το σηκώσει.  Έβγαλε το καταραμένο σακάκι που τον ενοχλούσε, γιατί το είχε φορέσει, και πως είχε βρεθεί να φορά αθλητικά, ήταν σίγουρος ότι φορούσε τα καλά του  παπούτσια όταν έφυγε από το σπίτι, κι από που είχαν πεταχτεί εκείνα τα σκυλιά τα δαιμονισμένα, τι στο διάβολο είχε συμβεί ! Ήταν πολύ παράξενα όλα όσα είχαν γίνει, πως ήταν δυνατό να είχε φύγει με τέτοια φόρα από το δρόμο και να είχε προσγειωθεί τόσο ομαλά, όπως δε φορούσε ζώνη θα έπρεπε να είχε πεταχτεί το κεφάλι του μέσα από το παρμπρίζ όμως το έδαφος είχε απορροφήσει όλη την ενέργεια κι όλη την ταχύτητα, κι αυτός δεν είχε πάθει τίποτα ούτε γρατζουνιά ήταν τυχερός σίγουρα!  Στην αρχή ήθελε να θυμώσει με το άλλο το τσόγλανο που του έχει δώσει εκείνο το πιοτό, τη μπόμπα, αλλά μετά σκέφτηκε ότι την είχε γλυτώσει πολύ φτηνά, θα του έλεγε βέβαια του άλλου μερικές κουβέντες όταν τον συναντούσε.

Όπως ήταν σαστισμένος απ’ ότι είχε συμβεί κάθισε σε μια πέτρα κάτω από ένα δέντρο που  φύτρωσε δίπλα στο χαντάκι  και  τα πεσμένα λουλούδια του  είχαν στρώσει ένα χαλί κόκκινο πάνω στο χορτάρι, μέσα στο άνοιγμα που έχασκε  μια μοτοσικλέτα κλεμμένη με τα καθίσματα της σκισμένα κείτονταν.  Πήρε το μπουκάλι κι άδειασε τη τελευταία γουλιά,  το κεφάλι του άρχισε πάλι να κουδουνίζει,  μια θολούρα τύλιγε τα πάντα γύρω,  έκλεισε τα μάτια σφιχτά μια  φορά ακόμα μήπως μπορέσει  να δει λίγο πιο καθαρά κι όταν  τα άνοιξε του φάνηκε πως εκεί κάτω,  κατά την απέναντι ακτή,  ένα σύννεφο υψώνονταν σα να γίνονταν μια μάχη,  ένα βουητό  κάλυπτε όλη την ατμόσφαιρα και μέσα στη βουή φωνές ξεχώριζαν  σα κάποιοι να  σκοτώνονταν,   άλλοι να  πέθαιναν, άλλοι να κλαίγανε  και να ουρλιάζουν,  η γη τραντάζονταν συθέμελα από τα  ποδοβολητά αλόγων που  έτρεχαν να κρυφτούν, κλαγγές  ασπίδων που δέχονταν χτυπήματα σπαθιών και κονταριών αντηχούσαν  και πίσω απ τα  τείχη  γυναίκες και τα παΐδια λουφάζαν με το φόβο μη μπουν μέσα οι εχθροί,  έκλεισε τα μάτια μια φορά ακόμα με όση δύναμη μπορούσε μήπως καθαρίσει το μυαλό του... 

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

ΚΑΤΑΓΜΑ ΖΥΓΩΜΑΤΙΚΟΥ

Πάνω απ’ τον ποταμό που κυλούσε αφρίζοντας κρέμονταν μια γέφυρα παλιά, στερεωμένη σε συρματόσκοινα σκουριασμένα, μας είπαν ότι ήταν γερή, δοκίμασα να περάσω απέναντι, έκανα μερικά βήματα μα όσο προχωρούσα τόσο περισσότερο παλαντζάριζε, φοβήθηκα, το ρεύμα φαίνονταν αρκετά βαθύ, όταν έφτασα στη μέση τρόμαξα, το ξύλινο πάτωμα έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ τα λασπωμένα νερά κατέβαιναν απειλητικά, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα μέσα μου ‘’Άμα πέσεις εδώ μέσα μάγκα μου την έχεις βαμμένη!’’, στράφηκα γρήγορα προς τα πίσω και βγήκα από κείνο το καταραμένο μέρος, η γυναίκα μου που με παρακολουθούσε όλη την ώρα μου έριχνε κάτι ματιές άγριες για τις κουταμάρες που έκανα …

Παρά την τρομάρα που πήρα η εκδρομή έδειχνε τέλεια, περνούσαμε καλά, ήμασταν τέσσερα άτομα, είχαμε ξεκινήσει νωρίς με το αμάξι να δούμε αυθημερόν εκείνη την ξένη χώρα για την οποία είχα ακούσει ένα κάρο ιστορίες. Το πρωί, την ώρα της αναχώρησης, έβρεχε αλλά αυτό έκανε πιο ευχάριστη και δροσερή την ατμόσφαιρα, στα σύνορα ούτε που μας κοιτάξανε, έριξαν μόνο μια ματιά στις ταυτότητες και μας άφησαν να περάσουμε, πολύ εύκολο μου φάνηκε. Σ’ ένα πρατήριο όπου όλοι μιλούσαν ελληνικά βάλαμε βενζίνη που ήταν πιο φτηνή και μετά σταθήκαμε σ’ ένα χωριό να πιούμε έναν καφέ δίπλα στο ποτάμι με την κρεμαστή γέφυρα. Το τοπίο εκεί πέρα ήταν θαυμάσιο, πανέμορφο, τα δέντρα έριχναν τον ίσκιο τους, το νερό έτρεχε με ορμή κάτω απ’ τα φυλλώματα, πιο πέρα σε μια όχθη μερικοί νεαροί ετοιμάζονταν για ράφτινγ ρίχνοντας στο ποτάμι τα φουσκωτά τους ενώ φορούσαν τις αδιάβροχες στολές τους. Τα στενά μέσα από τα οποία κυλούσε το ποτάμι έμοιαζαν με τα Τέμπη μόνο που εδώ πέρα ο φυσικός διάδρομος ανάμεσα στα βουνά που ανοίχτηκε από τη ροή του ποταμού μέσα στις χιλιετηρίδες, εξακολουθούσε για καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα. Το τοπίο ήταν πραγματικά θαυμάσιο αλλά τους κατοίκους πρέπει να τους έδερνε πολλή φτώχεια κάποτε, τα χωριά τους έμοιαζαν απαρχαιωμένα, λίγα παράθυρα είχαν παντζούρια κι έπειτα δεν ήταν κι ο πιο καθαρός λαός, σκέψου ότι τα λύματα τους τα έριχναν στο ποτάμι, από κει μπορούσες να καταλάβεις, στις κωμοπόλεις τους πάλι έχασκαν κάτι κτίρια άγαρμπα, κακοφτιαγμένα, βρώμικα, θύμιζαν όλα την εποχή του κομουνισμού τότε που οι άνθρωποι στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλον...

Ο οδηγός μας ο Μπάμπης έδειχνε ορεξάτος κι όλη την ώρα έλεγε ιστορίες ενώ κατά καιρούς ζητούσε απ’ τη γυναίκα του το μπουκάλι με το νερό να σβήσει τη δίψα του, ‘’Κάποτε κάναμε μέχρι και πέντε ώρες να περάσουμε το τελωνείο!’’ μας έλεγε’’ Τότε με τον κομουνισμό κανείς δε βιαζόταν, σ’ άφηναν στην ουρά να χτυπιέσαι, μας έβαζαν σε καραντίνα, ζητούσαν λάδωμα, δεν έδιναν δεκάρα άμα είχες σκάσει απ’ το κακό σου, αυτό ήταν το σύστημα!’’ Αφού περάσαμε εκείνα τα στενά με το ποτάμι που ήταν και το πιο ωραίο κομμάτι της διαδρομής, το τοπίο γίνονταν πιο επίπεδο, παντού υπήρχαν χωράφια, η χώρα ολόκληρη ήταν γεμάτη δάση, κοπάδια, πράσινο, τα δέντρα εκεί πέρα πρέπει να φύτρωναν πολύ εύκολα ρε φίλε, έπαιρνες μια ιδέα για το πώς είναι όλη η κεντρική Ευρώπη με τις συννεφιές της και την έλλειψη της καλοκαιρινής ζέστης, τα στάρια και τ’ άλλα γεννήματα μεγαλώνουν για πολύ καιρό, μέχρι τον Αύγουστο και η ξυλεία είναι τόσο άφθονη που οι νταλίκες τους κουβαλούν κορμούς σ’ όλο τον κόσμο! ‘’Κάποτε...’’ μας είπε ο Μπάμπης ‘’ ...όλη αυτή η απέραντη έκταση ήταν ένα πελώριο βοσκοτόπι προτού το ξεχερσώσουν και το κάνουν χωράφια οι άνθρωποι , εδώ έβοσκαν πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ελέφαντες και μαμούθ λιοντάρια, άλογα και βίσονες, καλά η Ευρώπη πρέπει να ήταν πολύ περίεργη κάποτε!’’

Προορισμός μας ήταν η πρωτεύουσα, καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά προσέχαμε μήπως χάσουμε την έξοδο από την εθνική οδό και φύγουμε στον αγύριστο! Τελικά όλα πήγαν καλά και μπήκαμε από έναν περιφερειακό δρόμο στην πόλη η οποία ήταν χαραγμένη παντού από τις σιδερένιες ράγες των τραμ που την διέσχιζαν. Ο Μπάμπης ήταν σίγουρος ότι ήξερε τα κατατόπια , βέβαια είχε χρόνια να πάει κατά κει και την τελευταία φορά δεν οδηγούσε αυτός, τον είχε φέρει ο γιος του που σπούδαζε κάμποσα χρόνια εκεί πέρα. Αυτό που δεν θα ξεχνούσε ποτέ και ήθελε οπωσδήποτε να μας το δείξει, ήταν ένα στενό όπου ένα βράδυ τρεις τύποι είχαν δοκιμάσει να τον ληστέψουν, τους δυο τους είχε κάνει καλά, τον ένα πρέπει να τον σακάτεψε, τον άκουσε που βογκούσε καθώς έφευγε, ο τρίτος τον παραφύλαγε και σε μια στιγμή τον χτύπησε στο πρόσωπο με κάτι πολύ σκληρό, πρέπει να ήταν σιδερογροθιά και του είχε τσακίσει το ζυγωματικό, θα του έμενε το κουσούρι στο πρόσωπο σίγουρα αν δεν  είχε ένα φίλο πλαστικό χειρουργό που του τόφτιαξε κάνοντας μια πολύ λεπτή τομή και  εφαρμόζοντας πλάκες τιτανίου πάνω στο ραγισμένο οστό, μιλάμε ο άνθρωπος είχε κάνει απίστευτη δουλειά!

Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ ένα πάρκινγκ υπόγειο κάπου στα προάστια σημαδεύοντας το μέρος για να το βρούμε όταν θα επιστρέφαμε. Σ’ ένα ανταλλακτήριο αλλάξαμε τα λεφτά μας και πήραμε το τραμ για το κέντρο, ο Μπάμπης ήθελε εξάπαντος να μας δείξει ένα ακριβό ξενοδοχείο όπου είχε πάει κάποτε σ’ έναν γάμο, όπως διασχίζαμε τη πόλη εντύπωση μου έκανε που σε κάθε διασταύρωση υπήρχε ένας αστυνομικός καθισμένος σ’ ένα κουβούκλιο υπερυψωμένο απ’ όπου έλεγχε ότι γινόταν κάτω. Κατεβήκαμε μπροστά σ’ ένα μουσείο με δυο μεγάλα μαύρα λιοντάρια που στέκονταν σα φρουροί στην είσοδο του, πίσω απ το μουσείο υπήρχαν ερείπια βυζαντινά όπου γινόταν ανασκαφές, μια επιγραφή στα αγγλικά έλεγε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ιδρύσει εκείνη την πόλη κι ότι κάποιος παλιός περιηγητής που είχε περάσει από κει ανέφερε ότι κάποια εκκλησία ήταν γνωστή με το όνομα Αγία Κυριακή. Ε βέβαια, οι βυζαντινοί τους είχαν δώσει τη γραφή, τη θρησκεία, τον πολιτισμό τους είχαν κάνει ανθρώπους! Σε μια άλλη εκκλησία που πήγαμε οι τοιχογραφίες ήταν ρωσικές, σε μια άλλη έμοιαζαν με βυζαντινές, είδαμε κάπου και μια εικόνα με ελληνικά γράμματα, ένα συνονθύλευμα! Παντού είχαν γάμους, Κυριακή ήταν άλλωστε, οι νεόνυμφοι και όλοι γύρω έμοιαζαν πολύ σοβαροί, πολύ πιο σοβαροί απ ότι τα ζευγάρια στους γάμους τους δικούς μας, στο πάτωμα σκορπίζανε χόρτα για καλοτυχία η κάτι τέτοιο, ανάμνηση σίγουρα από το βουκολικό παρελθόν τους. Παρατήρησα ότι κανείς τους δε φώναζε όλα γινόταν ήσυχα, δε μπορούσα να καταλάβω τι είδους χώρα ήταν αυτή, οι άνθρωποι συζητούσαν χαμηλόφωνα, δε μιλούσαν δυνατά, δεν κορνάριζαν, δεν έβριζαν, όλες οι χειρονομίες τους ήταν συγκρατημένες, έμοιαζαν να έχουν βγει από έναν λήθαργο μακροχρόνιο, μπορώ να σου πω ότι εγώ ήμουν ο πιο ζωηρός, όπως κοντραριζόμουν με τη γυναίκα επειδή όλα της φαίνονταν αξιοπερίεργα και δε σταματούσε να φωτογραφίζει ότι της χτυπούσε στο μάτι, δυο κοπέλες που μας πρόσεξαν έβαλαν τα γέλια, είχαμε γίνει θέαμα!

Τελευταία πήγαμε να δούμε την πιο μεγάλη τους εκκλησία, τον καθεδρικό τους ναό, ανεβήκαμε κάτι σκαλοπάτια, δρασκελίσαμε την είσοδο και είδαμε ένα χώρο τεράστιο με κάτι σαν δεσποτικό, πολύ ψηλό. Μπροστά στο τέμπλο άνθρωποι γονατιστοί στο πάτωμα προσεύχονταν ακούγοντας έναν παπά, από κάπου ερχότανε οι ήχοι μιας χορωδίας, δε μπορούσα να βρω από πού, τελικά ανακάλυψα τους τραγουδιστές στο υπερώο, σ ένα χώρο κρυμμένο κάπως σα καμαράκι μυστικό. Αυτό που μου φάνηκε αστείο πραγματικά ήταν οι τοιχογραφίες, ειδικά ο τρούλος, όλα ήταν ζωγραφισμένα σε ένα ύφος σαν αυτό στα βιβλία των ιεχωβάδων, δε περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα εκκλησία ζωγραφισμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, πάντως ο χώρος όλος ήταν τεράστιος, επιβλητικός, υποβλητικός!

Μετά από εκείνη την τεράστια εκκλησία ήξερα ότι τα είχα δει όλα, είχα πάρει μια ιδέα της χώρας, διαισθητικά τα καταλαβαίνεις κάποια πράγματα, δε χρειάζονταν να δω περισσότερα. Το ίδιο ακριβώς μου είχε συμβεί και στην Αγγλία, με το που μπήκα στο βρετανικό μουσείο κατάλαβα ότι δε μ’ ενδιέφερε καθόλου κι ήθελα να φύγω από κει πέρα όπως ήμουνα! Και να τώρα πάλι είχα δει ότι ήθελα όμως δε μπορούσα να πω στους άλλους ότι εγώ είχα τελειώσει, αυτοί ήθελαν να δουν κι άλλα πράγματα οπότε έπρεπε να το βουλώσω και να μη μιλάω! Βασικά δεν την αντέχω τη ξενιτιά, οτιδήποτε μακριά από τον τόπο μου με κάνει άνω κάτω, δεν ένιωθα και πολύ καλά, ευχόμουν να τελείωνε γρήγορα όλο αυτό, από το άγχος ένοιωσα μια φιγούρα στο μπράτσο σαν να με είχε τσιμπήσει κάτι, ήταν το ψυχοσωματικό που μου έβγαινε, έμοιαζε σα να περπατά κάτι κάτω από το δέρμα μου δημιουργώντας εξανθήματα κόκκινα, ευτυχώς πέρασε γρήγορα.

Όπως είχε περάσει η ώρα κι είχαμε το δρόμο  της επιστροφής  πήραμε το τραμ για να γυρίσουμε στο πάρκινγ όπου είχαμε το αμάξι μας, τα βαγόνια  πήγαιναν  πολύ αργά στρίβοντας κάθε τόσο πάνω  στις  σιδερένιες ράγες, ένιωθα ανακούφιση που φεύγαμε επιτέλους, το τρενάκι σερνόταν για ώρα, η πόλη έμοιαζε ατέλειωτη,  έπρεπε να κατέβουμε κάπου και μετά από κάποια στιγμή ο Μπάμπης άρχισε ν’  ανησυχεί καθώς δεν ήταν σίγουρος για το που έπρεπε να κατεβούμε. Ρωτήσαμε τον οδηγό, κάποιους επιβάτες, μια κοπέλα ειδικά που έδειχνε να καταλαβαίνει λίγα πράγματα όμως δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, όλοι μιλούσαν μόνο τη γλώσσα τους, τίποτε’ άλλο,  ήταν κι εκείνες οι επιγραφές σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη που σε μπλοκάριζαν, δε σου θύμιζαν τίποτα, μα πόσο σπαστικό ήταν ρε φίλε, τελικά κατεβήκαμε κάπου καθώς ο Μπάμπης νόμιζε ότι είδε κάτι οικείο και βάλθηκε να γυρεύει το υπόγειο πάρκινγκ.

Αποδείχτηκε ότι δε θυμόταν τίποτα, είχε χρόνια να ταξιδέψει εκεί πέρα κι όλα του φαινόταν αλλαγμένα, διαφορετικά, παράξενα. Μπερδεύτηκε, αγχώθηκε, στρεσαρίστηκε, μας άγχωσε κι εμάς, γυρνούσε στα στενά σα χαμένος, έκανε κύκλους επιστρέφοντας συνέχεια στο σημείο απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει, ρωτούσε τον κόσμο που περνούσε όμως δε μπορούσε να βρει άκρη. Τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να κλονιζόμαστε  φώναξε ενθουσιασμένος: ‘’Αυτό είναι!’’   κι όλοι γυρίσαμε να δούμε : ‘’Εδώ ήταν που με είχαν χτυπήσει εκείνα τα καθάρματα με τη σιδερογροθιά, τότε ήταν ερημιά και τώρα τό χουν κάνει κυριλέ γι αυτό δε μπορούσα να γνωρίσω το μέρος, να αυτό το άγαλμα το τσιμεντένιο ήταν και τότε εδώ!’’ είπε δείχνοντας έναν τεράστιο στρατιώτη λίγο άγαρμπο,  ‘’  Όλη η πόλη ήταν  γεμάτη τέτοια αγάλματα τότε, μετά  γκρέμισαν  τα πιο πολλά!’’ Αφού είχε βρει εκείνο το σημείο μπορούσε να προσανατολιστεί πλέον και βρήκαμε εύκολα το γκαράζ, κατεβήκαμε στο υπόγειο, ήταν σκοτεινά, μόνο αυτοκίνητα έβλεπες, μια σιωπή καταλυτική απλώνονταν στο χώρο που θύμιζε ταινία αμερικάνικη. Βρήκαμε το αμάξι και οδηγήσαμε κατά την ανηφορική έξοδο όμως  όταν φτάσαμε εκεί η μπάρα δε σηκώνονταν, ο φύλακας,  ένας τύπος σωματώδης μ’ ένα μουσάκι βγήκε από το κουβούκλιο του, πλησίασε και μας ζήτησε κάτι.

Δε καταλαβαίναμε τι ήθελε, μάλλον τα χαρτάκια, τις αποδείξεις που είχαμε βγάλει όταν μπήκαμε στο γκαράζ, δεν μπορούσαμε να τις βρούμε, ψάχναμε στις τσέπες,  στα πορτοφόλια,  που στο διάβολο ήταν! Του δείχναμε τις ταυτότητες μας, κουνούσε το γιγάντιο κεφάλι του, προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε, δε καταλάβαινε, μα τι τούβλο ρε φίλε! Αρχίσαμε να εκνευριζόμαστε, ο Μπάμπης έπιασε να φωνάζει, ο άλλος πήγε στο κουβούκλιο και βάρεσε το συναγερμό, εμφανίστηκαν  άλλοι δυο γίγαντες και μας είπαν να βγούμε απ’  το αμάξι ‘’’ Μπάμπη την έχουμε βαμμένη!’’ του είπα σκεπτόμενος ότι θα μας μπουζούριαζαν εκεί πέρα και θα μας κάνανε τόπι στο ξύλο, μπορεί και να μας φυλακίζανε όπως στα παλιά γκανγκστερικά έργα με τους κατασκόπους που δοκιμάζουν να βγάλουν από μια χώρα  φιλμάκια, όπλα,  κι άλλα μυστήρια, μπορεί και  να μας πήγαιναν  σε τίποτα μπουντρούμια σκοτεινά που είχαν μείνει απ'  την εποχή του κομουνισμού.  Κουρασμένοι από την ταλαιπωρία  της μέρας το μόνο που θέλαμε ήταν να σηκωθούμε να φύγουμε και να μη ξαναπατήσουμε εκεί πέρα αλλά άντε να  εξηγήσεις των ιλιθίων!  Τα είχαμε παίξει,  δε ξέραμε τι να κάνουμε,  το σύμπαν έμοιαζε να έχει συνωμοτήσει εναντίον μας, ο Μπάμπης που είχε υποστεί ξανά σκληρή μεταχείριση σ εκείνη τη χώρα βαστούσε ήδη το στερεωμένο με τις πλάκες τιτανίου ζυγωματικό του,   ‘’Μα τι άχρηστοι που είστε!’’ ακούστηκε μια φωνή  και είδαμε  τις  γυναίκες μας να πλησιάζουν κραδαίνοντας στο χέρι τα δυο χαρτάκια.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

ΒΕΛΛΕΡΟΦΟΝΤΗΣ

Το κινητό μου γλίστρησε από τα χέρια  κι έπεσε  στην άσφαλτο ανάμεσα σε λάστιχα και ρόδες, το έβλεπα εκεί πέρα να κείτεται στο δρόμο κι από πάνω του να περνούν αμάξια και μοτοσικλέτες με ταχύτητα μανιασμένη σα να το στόχευαν,  παράτησα το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξα να το μαζέψω προτού το τσαλαπατήσει κανένα αυτοκίνητο, σήκωσα το χέρι για να κάνω σήμα, μερικοί σταμάτησαν, ένα μηχανάκι με αγνόησε σα να μην υπήρχα και πέρασε με φόρα από δίπλα μου, έσκυψα κάτω από ένα παρκαρισμένο αμάξι, εκεί όπου το είδα να κυλάει , από κει κάτω φαίνονταν οι μεταλλικές κοιλιές των αυτοκινήτων, τα πόδια των πεζών,  σε μια μεριά κείτονταν το τηλεφωνάκι μου, σύρθηκα και το μάζεψα γρήγορα- γρήγορα ανάμεσα σε κόλαση από κορναρίσματα όλων εκείνων που δεν καταλάβαιναν τι στην οργή έψαχνα, το κράτησα στα χέρια μου,  η οθόνη φαίνονταν εντάξει, από θαύμα είχε μείνει άθικτο.

Το είχα νιώσει στη τσέπη μου να χτυπά και δοκίμασα να το βγάλω, αυτό ήταν λάθος βέβαια, η τσέπη ήταν στενή και με δυσκόλευε, όπως προσπαθούσα να το τραβήξω με το ένα χέρι μου έφυγε, όταν είσαι πάνω σε δυο ρόδες δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Καθώς δεν υπήρχαν λεωφορεία για πάνω από μια βδομάδα χρησιμοποιούσα το ποδήλατο, είναι λέει η καλύτερη γυμναστική όμως ήταν πολύ κουραστικό ειδικά στην αρχή μέχρι να συνηθίσουν τα πόδια το πεντάλ που πρέπει να δουλεύει συνέχεια . Ένα κάρο δρομολόγια έπρεπε να κάνω από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη, οι ανηφόρες ήταν σκέτος σακατεμός, πιτσιρικάδες γυμνασμένοι με προσπερνούσαν κι εξαφανίζονταν, μια φορά μου βγήκε η αλυσίδα κι έτρεχα σ’ ένα συνεργείο να μου διορθώσουν το σύστημα με τις ταχύτητες και τα γρανάζια, έπρεπε να συνεχίσω το πρόγραμμα μου με κάποιο τρόπο, δε γινόταν διαφορετικά . Δεν ήξερα πως θα τα έβγαζα πέρα, πως θα έκανα όλα όσα είχα να τελειώσω, είχα πάντα μια καταραμένη αίσθηση ότι έμενα πίσω και τα πράγματα με προσπερνούσαν, σ’ ένα σημείο κάπου ανατολικά χρειάστηκε να περάσω από την αριστερή στη δεξιά μεριά του δρόμου, όπως ήμουν αφηρημένος δεν έλεγξα καλά πίσω κι ένας ταξιτζής κορνάρισε τρελαμένος ‘’Τι κάνεις εκεί ρε φίλε!’’ φώναξε από το ανοιχτό παράθυρο .

Αν συνεχίζονταν για μερικές μέρες ακόμα η απεργία δεν θα άντεχα, κάθε πρωί έβγαζα σηκωτό το ποδήλατο από το σκοτεινό υπόγειο όπου το κλείδωνα μη το πάρει κανένας, στο τέλος θα έκανα και μπράτσα! Κείνη την ώρα ο βενζινάς της γειτονιάς άνοιγε την αλυσίδα για να μπουν τα αμάξια στο πρατήριο του κι εγώ ξεκινούσα για το χάος της πόλης, μια φορά όπως περνούσα από τα έργα του μετρό ένα φορτηγό με στρίμωξε στις μπάντες, σχεδόν τις άγγιξα, μ έπιασε πανικός, αν χτυπούσα εκεί πέρα θα μ’ έπαιρναν παραμάζωμα όσοι έρχονταν από πίσω. Και σα να μην έφτανε που έτρεχα παντού με το ποδήλατο είχα και το αφεντικό που δε με πλήρωνε, μου είχε σπάσει τα νεύρα, όλη μέρα όσο δουλεύαμε σα μαύροι ήταν όλα καλά, το βράδυ που ήταν να δώσει το μεροκάματο έβρισκε ένα κάρο δικαιολογίες, σου μιλάω κάθε φορά η ίδια δουλειά, ‘’Ήρθε η ΔΕΗ και δεν μπορώ , μετά ήταν το ενοίκιο, η εφορία, η δόση, - άι στο διάβολο !’’ Μου την έδωσε, πες μου κάτι καινούριο ρε φίλε, όλη την ώρα το ίδιο τροπάρι, ένα βράδυ τον πήρα παραμάζωμα, τον έστειλα στον αγύριστο, δε καταλάβαινα τίποτα, αμέσως τσακίστηκε να βρει τα χρήματα, μου έδωσε και ρεπό στο καπάκι!

Μια παύση ήταν απαραίτητη αλλιώς θα γινόμουν κομμάτια, ήθελα να βγω καμιά βόλτα να δω λίγο τι κάνει ο κόσμος γύρω μου, έβρεχε συνέχεια εκείνες τι μέρες όμως το μεσημέρι έκανε μια ζέστη ασυνήθιστη. Το καλοκαίρι πλησίαζε φουριόζικο, το ένιωθες στην ατμόσφαιρα, τα μανάβικα φόρτωναν τους πάγκους με κεράσια τεράστια, κατακόκκινα απ’ τον Κολινδρό, στα σούπερ μάρκετ έφερναν καρπούζια απ’ την Πελοπόνησσο και στις λαϊκές πουλούσαν σαρδέλα μαγιάτικη που είναι η καλύτερη που υπάρχει όλο το χρόνο κατά πως λένε. Οι γυναίκες φορούσαν παντόφλες με χώρισμα στο μεγάλο δάχτυλο, άλλες ήταν ντυμένες μ’ αθλητικά ρούχα και άσπρα παπουτσάκια κι άλλες με παντελόνια δροσερά και φούστες χρωματιστές που ανέμιζαν γύρω απ’ τη μέση τους. Πολλές φορές σταματούσα στο μαγαζί κάποιου φίλου να πάρω μια ανάσα, είχε μαγαζί κάπου στη Βενιζέλου, μου έλεγε ότι κάτω από το δρόμο βρήκανε λέει μια τεράστια μπάλα από ψευδάργυρο, μαζεύτηκε εκεί κάτω από τα χαλκουργεία και τα εργαστήρια που υπήρχαν στην περιοχή από το Βυζάντιο, τον χρησιμοποιούσαν αιώνες πολλούς για να καθαρίσουν το ασήμι και τ’ άλλα μέταλλα από τις προσμείξεις, είχε κυλήσει με τα χρόνια και είχε μαζευτεί όλη η ποσότητα σε μια μάζα ενός τόνου κοντά που είναι τοξική κι επικίνδυνη και πρέπει λέει να την αποδομήσουν, ‘’Τι σημαίνει αυτό;’’ ρώτησα ‘’ Να την απομακρύνουν’’ μου είπε, τα είχε μάθει όλα αυτά από έναν μηχανικό που δούλευε εκεί πέρα .

Καλά εκείνα τα άτιμα τα έργα για το μετρό δεν έλεγαν να τελειώσουν, θα τραβούσαν για καιρό ακόμα μέχρι να ξεφορτωθούν τον ψευδάργυρο και να λύσουν όλα τα θέματα με την αρχαιολογία. Τα πράγματα δε πήγαιναν καλά στην αγορά, ο δικός μου έδειχνε ανήσυχος, πάντα έτσι νευρικός κι αδύνατος ήτανε βέβαια γι’ αυτό και δεν έβαζε κιλό. Είχε ένα παράστημα ωραίο, ένα στυλ περίεργο που μου άρεσε, δούλευε λαχειοπώλης κάποτε, τον πετύχαινα κάπου -κάπου τα καλοκαίρια στα στενά να πουλά ιδρωμένος τα λαχεία του ενώ γύρω επικρατούσε ερημιά κι αυτός έμοιαζε σα στοιχειό μες το καταμεσήμερο. Είχε παρατήσει πλέον τα λαχεία κι έφτιαχνε φερμουάρ και κουμπιά εκεί μέσα στην παλιά αγορά με τους θόλους, τις αψίδες και τις στοές, έκανε παράπονα ότι δεν είχε δουλειά, το μετρό και η κρίση τους είχαν σκοτώσει. Όσο μιλούσαμε καθισμένοι στον καναπέ που είχε στο μαγαζί  για να κοιμάται λίγο τα μεσημέρια, ο Βελλεροφόντης, ο τεράστιος γκρίζος γάτος του με την απαλή γούνα, άνοιγε τα τεράστια μάτια του και με κοιτούσε σα να έλεγε ‘’Τώρα τι θέλει αυτός εδώ πέρα!’’ Έπειτα ερχόταν στον καναπέ και πλάγιαζε ήσυχα ακουμπώντας τα μαλακά άσπρα ποδαράκια του στα γόνατα μου ‘’Μόνο σε σένα το κάνει αυτό!’’ μου έλεγε πάντα φίλος μου.


Μιλούσαμε περιμένοντας μήπως ο αέρας που ερχόταν από τη θάλασσα μας δροσίσει λιγάκι, ένα κτίριο με κόκκινα τούβλα κατάλοιπο λουτρών απ’ την τουρκοκρατία, φύτρωνε στη μέση του δρόμου κι έκοβε το ρεύμα. Άπειρες φορές είχαμε χαζέψει ανεπαίσθητα τα κεραμίδα, τα τούβλα, τα τοξωτά παράθυρα, τους αρμούς, όλες τις λεπτομέρειες από κείνο το κτίσμα που ήταν κάποτε λουτρά. Όλος εκείνος ο χώρος γύρω από την παλιά αγορά μου άρεσε, είχε κάτι γραφικό με τα προποτζίδικα όπου οι ρωσοπόντιοι κι οι Αλβανοί έπαιζαν κίνο και στοίχημα, έξω από τα πολυκατάστημα τα κορίτσια άνοιγαν κιβώτια ένα σωρό με καλλυντικά κι μπιχλιμπίδια διάφορα, γέμιζαν κατόπι τα ράφια με δαύτα, με τις βροχές το διπλανό παρκάκι είχε ξανανιώσει, περιστέρια που έψαχναν όλη την ώρα κάτι μες τα τριφύλλια και τις δροσοσταλίδες, δέντρα πράσινα φύλλωναν ανάμεσα στις πολυκατοικίες κι αν προχωρούσες λίγο παρακάτω μπορούσες να δεις στο βάθος την ασημένια η θάλασσα, όπως ήμουν ταλαιπωρημένος κι ένιωθα τα πόδια μου πιασμένα ευχαρίστως θα καθόμουν εκεί όλη μέρα.


Το διάλειμμα με το φίλο με είχε χαλαρώσει τόσο που μου βγήκε όλη η κούραση, τα πόδια μου άρχισαν να κόβονται όμως δεν είχα τελειώσει ακόμα! Υπήρχε το καθήκον της μέρας, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο να δω τι γίνεται η μάνα μου που έπνεε τα λοίσθια εδώ και καιρό και δεν ήξερα τι θ’ απογίνονταν, ευτυχώς δεν την είχαν πάει μακριά, η κλινική της ήταν κάπου στο κέντρο κι η διαδρομή ήταν εύκολη. Στην είσοδο του νοσοκομείου δυο έλατα με βελόνες καταπράσινες, ολόφρεσκες, κι ένας ευκάλυπτος ξεραμένος απ’ την παγωνιά, δεν είχα ξανα πάει εκεί πέρα και δε μπορούσα να βρω που την είχαν μεταφέρει, σ’ εκείνο το κτήριο έχανες τον προσανατολισμό σου. Ανέβηκα κάτι ορόφους με το ασανσέρ, δοκίμασα να τηλεφωνήσω, δε λειτουργούσε τίποτα, ρώτησα κάτι νοσοκόμες, δε ξέρανε, κατέβηκα ξανά στο ισόγειο και πήγα στην υποδοχή όπως ήταν υπερυψωμένο το κτίριο ο ήλιος από τη θάλασσα με χτυπούσε κατευθείαν στο πρόσωπο και με τύφλωνε, καθώς χαμήλωνε προς τη δύση ερχόταν αντίκρυ κι όλα γινόταν ένα κουβάρι μπροστά στα μάτια , οι άνθρωποι, η θάλασσα, τα καράβια, οι σιδερένιοι γερανοί του λιμανιού, όλα μπερδεύονταν μες το μυαλό και γίνονταν ένα συνονθύλευμα. Ύστερα από ώρα την ανακάλυψα τη μάνα μου σ’ ένα θάλαμο, είχε αδυνατίσει αλλά ήταν σε καλή διάθεση, μιλούσαμε φωναχτά, ήθελα να τη δω καλά, ποιος ξέρει τι θα μας έβγαζαν εξετάσεις της και πως θα την έβρισκα την επομένη, δυο γιατροί μπήκαν και μας είπαν να μη φωνάζουμε, η μάνα μου έδειχνε ήσυχη κι εγώ είχα αρχίσει να ηρεμώ.


Τα πόδια μου εξακολουθούσαν να είναι κομμένα, το μόνο καλό ήταν ότι ο δρόμος από το νοσοκομείο για το σπίτι ήταν κατηφορικός, ξεκούραστος, το ποδήλατο κυλούσε μόνο του. Περνούσα ξυστά από τα πλαϊνά των αυτοκινήτων, πάνω από φρεάτια που προεξείχαν και σε τράνταζαν απότομα, αυτά ήταν και τα πιο επικίνδυνα, στις στροφές το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γέρνω το σώμα προς τη μια μεριά έχοντας το νου μου στα φρένα μη βγει ξαφνικά κανένας βλάκας από τα στενά και καρφωθώ απάνω του. Κυλώντας στην άσφαλτο σκεφτόμουν τι με περίμενε , έπρεπε να ξεκουραστώ με κάθε τρόπο και να πλαγιάσω νωρίς, ποιος ξέρει τι θα έβγαζαν οι γιατροί για τη μάνα μου την άλλη μέρα. Όσο ήμουν στο νοσοκομείο  είχε ψιχαλίσει, οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι και γυάλιζαν αντανακλώντας τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια, σε μια διασταύρωση οι οδηγοί περίμεναν ανυπόμονα τους απέναντι να περάσουν προτού ξεχυθούν με φόρα προς όλες τις κατευθύνσεις, ονειρευόμουν ένα ζεστό μπανάκι, είχα ιδρώσει κι ο αέρας πάγωνε τον ιδρώτα στο σώμα μου, ένα κρυολόγημα τώρα θα ήταν ότι χειρότερο, όπως έτρεχα προσπαθώντας να συμβαδίζω με το ρεύμα των οχημάτων  έσφιξα το μπουφάν πάνω μου με το ένα χέρι όταν ακούστηκε το στρίγκλισμα κάποιων φρένων  κι  ένας όγκος τεράστιος από λαμαρίνα σκέπασε τα μάτια μου.

Δε θυμάμαι πολλά απ’  όσα έγιναν κατόπι, κάτι άνθρωποι μαζεύτηκαν   από πάνω μου, μερικοί φορούσαν  φόρμες και ήθελαν  να με βάλουν σ’ ένα φορτηγάκι, ‘’Είμαι καλά!’’ φώναξα  κι ας πονούσα παντού, δε φάνηκαν να πείθονται. Μετά βρέθηκε από κάπου εκείνος ο φίλος μου που έφτιαχνε φερμουάρ και με πήρε στο μαγαζί του, ξάπλωσα στον καναπέ του και  μου έφερε μια πορτοκαλάδα ή μια λεμονάδα κάτι τέτοιο κι ύστερα μου είπε ‘’Περίμενε λίγο, θα σε πάω εγώ σπίτι.’’Προσπαθούσα να καταλάβω τι  είχε συμβεί, γιατί δε μπορούσα ν’  ανακαλέσω τίποτα, τι είχα πάθει,  ήταν σαν κάποιος να  είχε αδειάσει ένα κομμάτι απ’  το μυαλό μου, κάτι είχε πάθει η μάνα μου αλλά  δεν ήξερα τι, ήπια λίγη πορτοκαλάδα νιώθοντας  ότι κάποιος με παρακολουθούσε,  ήταν  ο Βελλεροφόντης που με κοίταζε συνεχώς με τα τεράστια μάτια του...

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΧΑΣΗΣ

Μας είχε πιάσει  μια τέτοια πείνα που φάγαμε με μια ανάσα όλες τις σαλάτες και τα τυριά, ήπιαμε όλα τα νερά και τα ποτά προτού μας φέρουν τα κανονικά  πιάτα, δεν κρατιόμασταν ρε φίλε!

Και ήταν λογικό μετά από τέτοια  ταλαιπωρία, είχαμε ξεκινήσει το απόγευμα για να πάμε  στο  πανηγύρι, είχαμε καθυστερήσει  κι  ο ηλίθιος ο Χ καθόταν εκεί μια ώρα να καθαρίσει το καταραμένο το παρμπρίζ του που είχε γεμίσει σκοτωμένα μυγάκια, έψαχνε   νερό και πανιά σα να το έκανε επίτηδες ενώ ήξερε ότι βιαζόμασταν!  Κανονικά  έπρεπε να οδηγεί ο Νάσος  αλλά ο άλλος  που ήθελε  ν’ ανακατεύεται παντού  πετάχτηκε και ζήτησε να πάρει  το τιμόνι  ο ίδιος γιατί ήξερε λέει το δρόμο,  είχε πάει κάποτε υποτίθεται προς τα κει. Δεν τον χώνευα καθόλου τον Χ, μόνο που τον έβλεπα μου ανέβαινε η πίεση όμως οδηγούσε πραγματικά καλά που να τον πάρει,  μπορεί και να προλαβαίναμε να φτάσουμε προτού νυχτώσει. Στο δρόμο ο Νάσος έβαλε το JPS και μας καθοδηγούσε, το διαβολεμένο το μηχάνημα μας έλεγε που να στρίψουμε, προς τα πού να πάμε, πόση απόσταση έμενε, ήταν σαν κάποιος  να μας παρακολουθούσε από ψηλά.

Με το Νάσο ήξερα ότι θα περνούσαμε καλά, ήταν φοβερή παρέα. Είχα χρόνια να τον δω, μόλις είχε επιστρέψει  απ’ τη Γαλλία όπου είχε πάει  να πουλήσει κάτι πίνακες σε μια έκθεση, ζωγράφος ήτανε.  Δε τη γούσταρε καθόλου τη Γαλλία και ειδικά τη νότια , ‘’Όλοι σοβινιστές χαμένοι είναι κατά κει!’’  έλεγε. Θα περνούσαμε καλά  όπως  τότε που ήμασταν στο πανεπιστήμιο,  τότε που κολλούσαμε αφίσες και κάναμε φασαρίες κι άλλα  χαζά, εγώ τα είχα ξεχάσει αυτός όμως μου έλεγε ότι ήμουν αφασία και στον κόσμο μου, άκου να δεις τώρα. Εκείνον τον καιρό ήμασταν  αχώριστοι, κάθε βράδυ συναντιόμασταν σ’  ένα καφέ λίγο παρακμιακό μαζί με κάτι άλλους και τα λέγαμε για ώρες. Όταν τον είχα πρωτογνωρίσει ήξερε  τη πιάτσα, από  δεκάξι χρονών ήδη  ήταν στα μέσα και στα έξω, γνώριζε  όλες τις φίρμες κι όλους τους τυπάδες που κυκλοφορούσαν εκεί γύρω απ’  τη παραλία τότε που τα μαγαζιά φουλάριζαν από κόσμο μέχρι το ξημέρωμα, ‘’Τέσσερα μαγαζιά δούλευαν κάργα!’’ μου έλεγε αναφέροντας  ονόματα από ιδιοκτήτες,  πορτιέρηδες, γκόμενες της εποχής  κι αυτούς με τους οποίους είχε πλακωθεί κατά καιρούς, πολλοί από δαύτους  είχαν γίνει μεγάλοι και τρανοί, τους έβλεπες και στη τηλεόραση τα βράδια.

Ήταν ευχάριστο να τα θυμάμαι ξανά όλα αυτά, κι ακόμα πιο ευχάριστο  να βλέπω  ότι ο φίλος μου δεν είχε αλλάξει με τα χρόνια, ήταν όπως τον ήξερα, αυτό που δε  μπορούσα να καταλάβω ήταν  γιατί είχαμε πάρει μαζί μας τον Χ, μια χαρά θα περνούσαμε χωρίς αυτόν τον χαμένο!  Ευτυχώς είχαμε  τη γυναίκα του Νάσου, μια  εντυπωσιακή τύπισσα  που δε χάριζε κάστανα, μόλις ο βλάκας άρχισε να λέει  χαζομάρες  του   έβαλε τις φωνές, μιλάμε του έβαλε κάτι γκάζια, τον έπιασε απ’ το λαιμό, τον πήρε παραμάζωμα, δε καταλάβαινε τίποτα! Αυτός δεν την ήξερε, στην αρχή  τα έχασε, μετά τα χρειάστηκε, σου λέει τι ‘’Γίνεται εδώ, ποια είναι αυτή;’’ ,τρόμαξε, συγχύσθηκε , έτοιμος να πεταχτεί από το κάθισμα ήτανε.  Του έβαλε χέρι κανονικό, του τάχωσε για τα καλά,  μέσα μου σκεφτόμουν ‘’Πάρτα τώρα ιλίθιε !’’ μα μας είχε πρήξει, σιγά μη τον λυπόμουν, μετά με πιάσανε τα γέλια, με το ζόρι συγκρατιόμουν και  πρόσεχα μη με δει απ’ τον καθρέφτη,  ήθελα να του πω ‘’Φίλε βρήκες το μάστορα σου!

Από κείνη τη στιγμή ο άλλος έπαψε να μιλά και ησυχάσαμε, καλά που είχε φέρει ο Νάσος τη γυναίκα του, τώρα μπορούσα να κοιτάξω έξω από το αυτοκίνητο,  δεν είχα πάει ποτέ σ’  εκείνα τα  μέρη αλλά μου άρεσε το σκηνικό, μες απ’  τα χορτάρια πετάγονταν βράχοι επιβλητικοί, μια σανσιβιέρια τεράστια είχε φυτρώσει σ’ ένα ξέφωτο  προβάλλοντας τα άγρια αγκάθια της. Το καλοκαίρι βρισκόταν τις αρχές του, δεν είχαν πιάσει ακόμα εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε πεθαίνουν. Είναι  ωραία εποχή πραγματικά, οι ορίζοντες παίρνουν  να θολώνουν κι ο ήλιoς  δε σ’  αφήνει να δεις μακριά, μια διάθεση σα μελαγχολία σκορπάει  στην ατμόσφαιρα, τουρίστες κυκλοφορούν παντού στην πόλη με τα καπελάκια τους, μαυροπούλια τσιμπολογούν χοροπηδώντας στα γρασίδια, σκύλοι αδέσποτοι ξαπλώνουν στην άσφαλτο κι άλλοι περνούν αμέριμνα το δρόμο. Λένε ότι ο Μάιος είναι ο πιο ωραίος μήνας , όλα πρασινίζουν και λουλουδιάζουν και γίνονται υπέροχα,  εγώ πάλι τον φοβόμουν πάντα τον Μάιο γιατί  ακολουθεί  το καλοκαίρι που όλα είναι στον αέρα, δε ξέρεις τι θα προκύψει, που θα σε βρει, πως θα τελειώσεις, πως θ’ αντέξεις. Ήταν κι εκείνο που  είχα ακούσει κάπου  ότι τα άστρα λέει προέβλεπαν  περίεργα πράγματα αυτήν την εποχή κι όχι για καλό, μπορεί να μην είναι για  σένα  μα για κάποιον δικό σου,  δεν είναι να εφησυχάζεις, από κάπου θα σε χτυπήσει...

Στη διαδρομή έμαθα ένα κάρο νέα που αγνοούσα, η ώρα περνούσε ευχάριστα, στο χωριό όπου πήγαμε όλα ήταν πολύ καθαρά, στην επαρχία οι άνθρωποι είναι πολύ πιο νοικοκυρεμένοι από μας στις βρωμερές μας πόλεις. Στο εκκλησάκι όπου γινόταν το πανηγύρι όλα ταχτοποιημένα ήτανε, τα μάρμαρα γυαλισμένα στα πατώματα, τριαντάφυλλα και γκαζόν είχαν φυτέψει στο προαύλιο, πιο δίπλα κτήματα με κερασιές φορτωμένες κι άλλα δέντρα γεμάτα καρπό, ο απογευματινός αέρας φυσούσε δροσερά κι  όλο το τοπίο ξεκούραζε το μάτι.  Όταν νύχτωσε ο ουρανός δε  σκοτείνιασε,  παρέμεινε  φωτεινός όπως γίνεται το καλοκαίρι γύρω στο σούρουπο, κείνη την ώρα που υποχωρεί  η ζέστη,  όλα γίνονται πιο γλυκά,  μπορείς   επιτέλους ν΄  ανασάνεις…

Είχαμε όλοι ωραία διάθεση,  τελικά ήταν πολύ καλή ιδέα εκείνο το πανηγύρι, δεν το είχαμε μετανιώσει διόλου. Και μετά μας έπιασε απότομα μια τέτοια πείνα που δεν βλέπαμε μπροστά μας , θα πρέπει να δώσαμε κακή εντύπωση στους γύρω μας αλλά δεν κρατιόμασταν! Αφού ηρεμήσαμε  κάπως ο Νάσος έπιασε να μας μιλά για την ιστορία εκείνης της περιοχής, πότε είχε κατακτηθεί από του Τούρκους,  πότε είχαν περάσει οι Σλάβοι.  Είχε ψώνιο με την ιστορία,  μιλάμε ένα φοβερό πράγμα, ήξερε τα πάντα  ειδικά σε ότι αφορούσε  το μεσαίωνα, θυμόταν όλους τους βασιλιάδες, τους  βυζαντινούς ηγεμόνες και τους τοπικούς αξιωματούχους, άμα άρχιζε να μιλάει γι’  αυτά δε σταματούσε, μπορούσε να σου  αραδιάσει εκεί επί τόπου όλες τις δυναστείες κι όλες τις λεπτομέρειες , ποιος ήταν ωραίος, ποιος ήταν άσχημος, ποιος παντρεύτηκε ποια, βιβλία ολόκληρα είχε στο μυαλό του μιλάμε!

Κανονικά έπρεπε να είχε γίνει ιστορικός αλλά  για κάποιο λόγο  ακολούθησε τη ζωγραφική, όμως πάντα είχε τρέλα με τα ιστορικά, τελικά όμως είχε πάει να σπουδάσει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του,  αυτή  που  είχε πάρει παραμάζωμα τον Χ και μας είχε απαλλάξει από τις βλακείες του.  Η γυναίκα του ήταν μια ξανθιά,  όχι πολύ ψηλή αλλά μ’ ένα ταμπεραμέντο απίστευτο,  εκρηκτικό κι  άκου τώρα  να δεις πως την είχε γνωρίσει.  Ένα βράδυ που ήμασταν σε μια ταβέρνα κι είχαμε πιει λίγο καθόμασταν παράμερα σ’  ένα παγκάκι σκοτεινό, κάτω από κάτι δέντρα και μιλούσαμε. Εγώ είχα πάει μέχρι το περίπτερο να πάρω κάτι κι όταν γύρισα ο Νάσος  μου είπε ‘’Δε θα το πιστέψεις τι έγινε μόλις τώρα, όπως καθόμουν στα σκοτεινά ήρθε μια γυναίκα και με φίλησε,  φίλε ήταν υπέροχο,  ήταν τόσο απαλή,  τόσο γλυκιά,  τόσο  δροσερή, η ανάσα της μοσχοβολούσε. Με τύλιξε με τα μπράτσα της, χάιδεψε το λαιμό μου,  κι ύστερα έφυγε απότομα σα να την κυνηγούσαν, δε πρόλαβα να δω παρά  μόνο τη σιλουέτα της όπως έφευγε,  δε μπορώ να καταλάβω, πρέπει να με πέρασε για κάποιον άλλον,  νομίζω ότι τρόμαξε και λίγο’’’

Όλο το βράδυ  είχε χαλάσει τον κόσμο για να τη βρει, καθώς δεν την είχε δει καθαρά σχημάτιζε με το μυαλό του ότι ήθελε,  ότι του άρεσε  ρωτούσε παντού,  κοίταζε όλες τις κοπέλες στην ταβέρνα μήπως του θυμίσουν κάτι,  δεν ήταν  σίγουρος,  κι όταν νόμιζε ότι την είχε ανακαλύψει  δεν του άρεσε ‘’Δεν μπορεί να ήταν  αυτή!’’ έλεγε ‘’Είναι πολύ χάλια ρε φίλε !’’ Μέρες μου είχε φάει τ’ αυτιά να μου μιλά για κείνη, είχε σκάσει, ρωτούσε τους γνωστούς έναν προς έναν, εκείνη η κοπέλα η άγνωστη του είχε γίνει έμμονη ιδέα.  Στο τέλος είχε απελπιστεί, είχε κουραστεί, δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο και μια μέρα καλοκαιρινή που ο τόπος έβραζε , όπως διέσχιζε την άσφαλτο ένα μηχανάκι πέφτει απάνω του και τον ρίχνει κάτω , καθώς είναι ξαπλωμένος στο δρόμο ακούει μια φωνή ‘’Είστε καλά, συγνώμη δεν πρόσεχα!’’ ανασηκώνεται νιώθει ότι πονά κάπου στο πόδι , γυρνά,  βλέπει μια φιγούρα γυναικεία από πάνω  του να σκύβει και θυμάται ότι  το σκουλαρίκι που φορά, ένα κόκκινο ποτηστηράκι με πράσινο λαιμό, αυτό το σκουλαρίκι φορούσε εκείνη η γυναίκα που  τον φίλησε στην ταβέρνα.

Του φάνηκε ότι αυτό όλο ήταν γραφτό, δε γίνονται τυχαία  αυτά τα πράγματα, κάποια δύναμη ανώτερη πρέπει να τα είχε φτιάξει έτσι ώστε να συναντιώνται κάθε φορά με τον πιο απροσδόκητο τρόπο κι όταν όλα είναι κανονισμένα από κάπου εσύ δε μπορείς να κάνεις τίποτα ακολουθείς μόνο. Από τότε άρχισε να την κυνηγά παντού,  αυτήν ήταν από κείνες τις γυναίκες τις σκληρές που δε νοιάζονται καθόλου για τούς άντρες κι αυτό τους προκαλεί περισσότερο, εμένα δε μου άρεσε,  δε μπορούσα να καταλάβω τι της έβρισκε,  ίσως ήταν καλή στο κρεβάτι. Ο Νάσος από κείνη τη μέρα έχασε πια το μυαλό του, τον είχαμε χάσει, την ακολουθούσε παντού κι όταν αυτή είχε αποφασίσει να πάει στη Γαλλία πήγε μαζί της μολονότι δε ήθελε  με τίποτα να φεύγει στο εξωτερικό.

Το πιο δύσκολο ήταν στην αρχή όταν  του ζητούσε να της στείλει κάτι βιβλία για τις σπουδές της γιατί δε  μπορούσε λέει  να  τα βρει εκεί πέρα.  Μερικές φορές έπρεπε  να περιμένει ώρες ολόκληρες στα ξένα αεροδρόμια για ν’  αλλάξει αεροπλάνο, δεν ήξερε ποιον  να ρωτήσει,  όλα του φαίνονταν παράξενα,  αλλόκοτα,  οι άνθρωποι, οι ομιλίες, ο καιρός, τα κτήρια, ένα πιάνο που είχαν βάλει στη μέση του πουθενά σε μαι αίθουσα αναμονής,  του είχε φανεί το πιο παράξενο. Καθόταν εκεί  χαζεύοντας το πιάνο που στέκονταν βουβό,  για να περάσει η ώρα άνοιγε τα βιβλία της γυναίκας που σπούδαζε φυσική ή κάτι τέτοιο,  προσπαθούσε να καταλάβει τι λέγανε οι λέξεις των βιβλίων που  χόρευαν μπροστά στα μάτια του,  δεν μπορούσε να εννοήσει  εκείνους  τους όρους τους επιστημονικούς που λέγανε για αποσύνθεση των πυρήνων, για τα θραύσματα σχάσης, τις ενέργειες των νετρονίων,  τα εναλλασσόμενα μπλοκ ουρανίου, την κρισιμότητα του αντιδραστήρα.  Όλα έμοιαζαν τεράστια, κρύα, περίεργα,  ήταν σα να πήγαινε ταξίδι στον άλλο κόσμο, φοβόταν,  ήθελε να γυρίσει πίσω όπως ήτανε, να τα παρατήσει όλα και να φύγει από κει, τελικά το συνήθισε….

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΥ

Δοκίμασε να πάρει το μικρό φέρετρο όπου κείτονταν το σώμα του μικρού παιδιού, o παπάς είχε διαβάσει τις ευχές, όλα είχαν τελειώσει, ήταν η ώρα να το πάνε κατά τα μνήματα κι αυτός έπρεπε να κάνει αυτή τη δουλειά όμως η μάνα που έκλαιγε σιγανά όλη αυτή την ώρα πετάχτηκε απότομα, έπιασε γερά το ξύλινο κοφίνι και δεν το άφηνε με τίποτα, τα μάτια της γυάλιζαν , σκέφτηκε ότι η γυναίκα ήταν τρελή, δυο βραδιές το ξενυχτούσαν, τόσον καιρό έδειχνε ότι δεν θα γλύτωνε, έπρεπε να το περιμένει, να έχει προετοιμαστεί κάπως, να το πάρει απόφαση, αλλά άντε να της το πεις, το μητρικό της ένστικτό ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσε να μείνει μαζί με το πεθαμένο παιδάκι της για πάντα!

Το αγοράκι είχε πεθάνει στο νοσοκομείο, δεν άντεξε, από τότε που γεννήθηκε είχε πρόβλημα, ένα σωρό χημειοθεραπείες του είχαν κάνει, όταν τελείωναν με το ένα όργανο του ανακάλυπταν ότι είχε πρόβλημα κι αλλού, κι εκείνο το καημένο ποτέ του δεν είχε γκρινιάξει, είχε δείξει υπομονή άπειρη σα να ήταν κανένας άντρας ώριμος, όλο γελούσε, τελικά δεν άντεξε. Τη νύχτα είχαν μεταφέρει με το αεροπλάνο την άψυχη σωρό, οι γονείς έμοιαζαν σα να είχε πέσει ο ουρανός απάνω τους, στην κάμαρα όπου είχαν αποθέσει το σώμα έκανε τόση ζέστη που δε μπορούσες να σταθείς, καλοκαίρι στις αρχές του ήτανε, λιβάνια έκαιγαν από παντού, η ατμόσφαιρα έμοιαζε αποπνικτική, μερικές γριές κουνούσαν βεντάλιες μπροστά στα πρόσωπα τους,  όλα είχαν καθυστερήσει, η ώρα περνούσε, η γυναίκα είχε κολλήσει εκεί πέρα κρατώντας το μικρό φέρετρο και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει.

Το πράγμα έδειχνε ότι θα τραβούσε για πολύ όμως κι αυτός τι χρωστούσε ρε φίλε, ένα απλός νεκροθάφτης ήτανε που σ’ εκείνο το παραλιακό χωριό τα αναλάμβανε όλα, την ετοιμασία, την μεταφορά, την ταφή, έπρεπε να κάνει τη δουλειά του. Καλά όποτε είχε να θάψει νεαρά παλικάρια και μικρά παιδιά ήταν το πιο δύσκολο,  όσο σκληρός κι αν είσαι αυτό δεν αντέχεται, σκεφτόταν τα δικά του τα παιδιά που μπορούσαν να βρίσκονται στη θέση των πεθαμένων κι η καρδιά του σφίγγονταν, ευτυχώς συνέβαινε πολύ σπάνια.

Κάμποσα χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά, είχε αναλάβει να θάβει τους γέρους του χωριού που αποδεκατίζονταν σιγά- σιγά, έδειχνε να μην είναι τόσο άσχημα, έβγαζε καλό μεροκάματο. Είχε συνηθίσει να ξεθάβει πεθαμένους μόλις συμπληρώνονταν τρία ή τέσσερα χρόνια, φορούσε κάτι γάντια πλαστικά και μάζευε τα κόκαλα τους που είχαν σαπίσει, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, τα πιο πολλά είχαν χωνευτεί καλά από τη γη, μετά έπρεπε να τα μεταφέρει σε μια γωνιά των νεκροταφείων όπου υπήρχε μια βρύση για να τα πλύνει και να τα τοποθετήσει στο ξύλινο κουτί που παραδίδονταν στους συγγενείς για να  το τοποθετήσουν  στο οστεοφυλάκιο μαζί με μια φωτογραφία.  Είχε θάψει όλα αυτά τα χρόνια ένα σωρό κόσμο, για μερικούς λυπόταν πραγματικά, ειδικά για κάποιους που ήξερε καλά, αυτούς που είχαν πιει μαζί ούζα και κρασιά στο καφενείο, όταν πέθαινε κανένας μεθύστακας ή κανένα ρεμάλι ούτε που τον ένοιαζε, ‘’ Στον αγύριστο ! ΄΄ έλεγε από μέσα του καθώς τον σκέπαζε με χώμα.

Δεν ήταν και καμιά βαριά δουλειά, το χώμα σ’ εκείνα τα μνήματα όπου είχαν ταφεί γενιές και γενιές είχε γίνει μαλακό, σκάβονταν εύκολα, χωρίς κόπο. Στην πραγματικότητα όλη η περιοχή γύρω   πρέπει  να ήταν νεκροταφείο από πολύ παλιά, σε μια μεριά του οικοπέδου οι αρχαιολόγοι είχαν ξεθάψει  χρόνια πριν ένα κάρο ευρήματα,  καρφίτσες χρυσές,  πόρπες ασημένιες, ακόντια στολισμένα με τρόπο  περίεργο κι ένα κράνος που δεν υπήρχε πουθενά,  φτιαγμένο από φύλλα χρυσού και λίθους πολύτιμους, ένα πράγμα  σωστό αριστούργημα,  θεωρούνταν από τα πιο σημαντικά που είχαν βρεθεί ποτέ, οι ειδικοί το είχαν πάρει σ’  ένα μουσείο μεγάλο και το εξέταζαν πολύν καιρό, λέγανε  ότι  ήταν το μοναδικό επιζών από ένα ζευγάρι που είχε φτιαχτεί σ’ ένα απ’  τα καλύτερα εργαστήρια της  αυτοκρατορίας,  το είχαν ονομάσει ‘’Το Κράνος του Πορφυρογέννητου!’’  
 

Tα βράδια όποτε περνούσε με το αγροτικό του αυτοκίνητο έξω από τα νεκροταφεία ο νεκροθάφτης,  σταματούσε να ρίξει μια ματιά αν ο μαρμαράς είχε κάνει καλή δουλειά σε κάθε καινούριο μνήμα, όπως περπατούσε ανάμεσα στους τάφους ένιωθε να τον κοιτούν οι φωτογραφίες μέσα στα κουβούκλια που φωτίζονταν από τα καντήλια, όλους τους ήξερε εκεί πέρα έναν προς έναν, τους πιο πολλούς αυτός τους είχε παραχώσει. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά, μικρός φοβόταν πολύ τις ιστορίες όπως εκείνη που του έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά του για μια γυναίκα που πήγε να μπήξει ένα καρφί σε κάποιο μνήμα τα μεσάνυχτα μετά από κάποιο στοίχημα. Από το φόβο της λέει εκείνη η γυναίκα κι επειδή ήθελε να ξεμπερδεύει γρήγορα κάρφωσε το φουστάνι της, καθώς έκανε να φύγει ένιωσε κάτι να την τραβά και νόμιζε ότι ήταν ο πεθαμένος που βγήκε απ’ την κάσα και την άρπαξε, καλά είχε τρομάξει όσο δε λέγεται μ’ εκείνη την ιστορία, όποτε περνούσε νύχτα από τα μνήματα την θυμόταν πάντοτε....

Τώρα όμως είχε μπλέξει άσχημα και δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει, η μέρα εκείνη του είχε φανεί ατελείωτη, ποτέ δεν του άρεσαν τα καλοκαίρια, το χειμώνα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, μέχρι να το καταλάβεις είχε βραδιάσει κι άλλαζες σελίδα, μπορούσες να κοιτάξεις το αύριο, ν’ αφήσεις πίσω τα παλιά, το καλοκαίρι μ’ εκείνο το φως το ανελέητο που σε διέλυε έμοιαζε τόσο μακρύ που δεν αντέχονταν!

Το ήξερε το μικρό αγοράκι, πολλές φορές το είχε δει στην παραλία, στο μικρό λιμάνι, να περπατά με τη μάνα του, μια φορά μάλιστα το είχε ακούσει να μιλά και είχε εντυπωσιαστεί από το πόσο καθαρά πρόφερε ο μικρός τις λέξεις, δεν είχε ξανακούσει παιδί να μιλά έτσι όμορφα!  Η παραλία  ήταν το πιο ωραίο μέρος στο χωριό, συχνά κατέβαινε κατά κει όταν ήταν φορτωμένο το μυαλό του από καμιά κηδεία ψυχοπλακωτική  να καθαρίσει λίγο το μυαλό του, εκεί συναντούσε και το μικρό με τη μάνα του μια ψηλή, ωραία μελαχρινή.  Όποτε είχε όρεξη  πήγαινε να βρει τον αδερφό του που δούλευε εκεί πέρα λύνοντας και δένοντας το σκοινί του πλοίου όταν ερχόταν κι όταν σαλπάριζε, μια φορά ένας ηλίθιος ο οδηγός όπως κατέβαινε άγαρμπα από το καράβι  τον είχε ρίξει στο νερό και μετά εξαφανίστηκε, αυτός είχε δει τη σκηνή κι εξοργίστηκε τόσο πολύ με τη συμπεριφορά του που χάλασε τον κόσμο να τον βρει, είχε γυρίσει όλα τα μαγαζιά, είχε ρωτήσει όποιον έβρισκε μπροστά του, αν δεν τον έβρισκε θα έσκαγε, τελικά τον είχε ανακαλύψει σ’ ένα μπαρ να πίνει, είχε τόσα νεύρα που ήθελε να τον σκοτώσει εκεί επί τόπου, τελικά τον κατήγγειλε στην αστυνομία που τον συνέλαβε.

Μόλις τελείωνε μ’  αυτήν τη κηδεία θα κατέβαινε πάλι στην προβλήτα να συναντήσει κανέναν φίλο του, να πιει κάτι,  να ζαλιστεί, να ξεχάσει, στο μεταξύ όμως όλα έμοιαζαν να έχουν κολλήσει, η ώρα περνούσε κι ο κόσμος είχε αρχίσει να μουρμουρίζει, κάτι γριές σταυροκοπιούνταν, ο παπάς που θα μπορούσε να πει κάτι  δεν ήταν κι ο πιο γενναίος άνθρωπος που υπήρχε,  στέκονταν άβουλος εκεί πέρα κοιτάζοντας το κενό, οι συγγενείς δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο πατέρας του παιδιού έμοιαζε χαμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει  τι συνέβαινε. Ο νεκροθάφτης  προσπάθησε να συνεφέρει την νεαρή γυναίκα μιλώντας της όσο μπορούσε πιο μαλακά, της εξήγησε ότι δεν είχε νόημα όλο αυτό,  αλλά αυτήν έδειχνε να έχει παραλογίσει και δεν ήταν καμιά ψόφια, μια  όμορφη κοπελάρα,  γεροδεμένη μέχρι εκεί πάνω ήτανε που μπορούσε να τα βάλει με άντρα, δεν ήξερε πως να την κουμαντάρει. Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του καθώς κανείς δεν έκανε τίποτα, κάτι έπρεπε  να γίνει,  κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι  να λύσει το γόρδιο δεσμό,  δεν κρατιόταν άλλο, σε μια στιγμή που είδε τη μάνα να χαλαρώνει κάπως πήγε να πάρει το φέρετρο, με το που τον αντιλήφθηκε όμως η νεαρή γυναίκα πετάχτηκε σαν άγριο ζώο με μια αποφασιστικότητα πρωτόγονη ,  τον έσπρωξε με μια δύναμη τρομακτική  και  τον έριξε κάτω στο πάτωμα σα φρόκαλο.

Αιφνιδιάστηκε εντελώς, δε περίμενε ποτέ μια γυναίκα να έχει τόση δύναμη, είχε σοκαριστεί,  πολύ γρήγορα όμως όπως σηκώνονταν  ένας θυμός γέμισε τα μέσα του και τον έκανε έξαλλο, για ποιο λόγο θα έπρεπε να το υποστεί αυτό, πως είχε βρεθεί εκεί πέρα; Αυτό πήγαινε πολύ, η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει, ο καθένας έχει τις  αντοχές του, τα όρια του, δε μπορούσε να πιστέψει ότι αυτά όλα συνέβαιναν πραγματικά, ήταν σαν ένα όνειρο, σαν εφιάλτης. Παρενέβησαν τότε επιτέλους μερικοί άντρες, ο παπάς κάτι μουρμούρισε, η γυναίκα σα να ξύπνησε από λήθαργο και λύθηκε  ξεσπώντας σε λυγμούς. Τώρα πλέον  μπορούσε να κάνει τη δουλειά του όμως κάτι είχε ραγίσει μέσα του, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει, ήταν σκληρός αλλά όχι και τόσο, αλλιώς ήτανε όταν είχε κανένα παππού τελειωμένο ή κάναν άρρωστο υπερήλικα, αυτό το μικρό παιδάκι και τη μάνα τους  έβλεπε τρεις μέρες συνέχεια  στον ύπνο του,  τον είχαν  στοιχειώσει,   έπρεπε να τελειώνει η ιστορία, μετά απ’ αυτήν τη κηδεία θα τα παρατούσε κι ας πήγαιναν στο δαίμονα και τα λεφτά τους και τα καλά τους!

Ξεμπέρδεψε όπως -όπως με τα διαδικαστικά,  με του που έφυγαν όλοι σκέπασε πρόχειρα  το μνήμα  ρίχνοντας μερικές φτυαριές, θα περνούσε αργότερα να το ταχτοποιήσει, έπρεπε επειγόντως να  ξεθολώσει με κάποιο τρόπο. Μπήκε στο αυτοκίνητο και  τράβηξε  προς τη θάλασσα, εκείνη την ώρα ήτανε χάρμα, ο άνεμος που φυσούσε στο πρόσωπο του έφτιαχνε μικρά χρυσαφένια αυλάκια πάνω στην επιφάνεια του νερού, μπορούσε  να ηρεμήσει  λίγο. Τα καράβια πήγαιναν στο απέναντι νησί γεμάτα αμάξια και κόσμο, τουρίστες με καπέλα χρωματιστά θορυβούσαν, τύποι μαυριδεροί ξεφόρτωναν δοχεία γεμάτα μύδια, φωνές ακούγονταν, κοπάδια από μικρά ψαράκια στροβιλίζονταν στο νερό δίπλα στις άγκυρες, ένα πουλί έπινε  νερό από μια λακκούβα  ανασηκώνοντας κάθε τόσο τα κεφαλάκι του  για να καταπιεί.  Περπάτησε στην άκρη της προβλήτας για μια μεγάλη απόσταση  μέχρι που έφτασε σε μια αμμουδιά,  έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε, το νερό τον σκέπασε  ήταν σα να βυθίζονταν σ’  ένα υλικό διάφανο που διαπερνούσε το σώμα του καθαρίζοντας τον από καθετί.  Έμεινε κάμποση ώρα εκεί κάτω,  όταν βγήκε συνειδητοποίησε ότι η ώρα είχε περάσει, τα μουσκεμένα  βράχια στη ακτή άστραφταν στο φως του δειλινού, μια ησυχία απέραντη βασίλευε, ένα βάρος ασήκωτο που κουβαλούσε  εξαφανίζονταν αργά –αργά,  ήταν η πρώτη, η πρώτη  φορά που ένιωθε καλά  εδώ και μέρες.  

 

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΝ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ

Μπροστά στα μάτια μου τον είδα να γλιστράει και να γέρνει κάτω απ’  το πέτρινο κάγκελο του γυναικωνίτη,   μια γυναίκα πίσω μου  πετάχτηκε  να τον κρατήσει όμως αυτός όπως ήταν  μισοκοιμισμένος  έγειρε μ’  όλο του  τον όγκο  και γλίστρησε προς τα κάτω,  την τελευταία στιγμή κατάφερε να πιαστεί  απ’ το μαρμάρινο  κάγκελο.

Δικιά του ιδέα ήταν  ν’ ανέβουμε στον εξώστη, εκεί κανονικά πήγαιναν οι γυναίκες αλλά αυτός προτιμούσε να παρακολουθεί από κει,  ήταν σα να έβλεπες σινεμά, έμοιαζε  με μπαλκόνι εσωτερικό   όπου υπήρχαν καθίσματα βαθμιδωτά, διαλέξαμε  μια θέση μπροστά- μπροστά και καθίσαμε βλέποντας τους παπάδες που φορούσαν μαβιά άμφια να στέκονται μπροστά στην ωραία πύλη,  εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι όμως ο Βασίλης το έβρισκε ενδιαφέρον όλο το σκηνικό,  μάλιστα άναψε   και μια λαμπάδα  όπως όλοι εκεί μέσα γιατί φώτα δεν υπήρχαν καθόλου.

Η εκκλησία ήταν παλιά,  βυζαντινή,  από κείνες με τα κόκκινα τούβλα και τους τρούλους, όμορφη. Το εσωτερικό της ήταν  σχεδόν σκοτεινό,  δεν ακουγόταν  τίποτα παρά μόνο η βραχνή φωνή κάποιου που  διάβαζε κάτι.

Ιδέα δικιά του ήταν να πάμε εκεί πέρα εκείνο το απόγευμα,  ήξερε την εκκλησία από τη μάνα του.  Το μέρος όπου ήταν  χτισμένη θύμιζε παλιό νταμάρι, ένα τέτοιο πράγμα, οι πολυκατοικίες που την περιέβαλαν  είχαν χτιστεί πάνω στις πέτρες και δημιουργούσαν μια αλλόκοτη αίσθηση, πιο δίπλα υπήρχαν μονοκατοικίες ακατοίκητες,  αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα,  κοράκια περπατούσαν όπως να ναι στις λάσπες, σ’ ένα κτίριο  από πάνω  ένα κοριτσάκι στέκονταν και μας κοιτούσε, σήκωσα το βλέμμα για να το δω, ο ήλιος που έπεφτε εκείνη την ώρα με τύφλωνε.

Δεν είχε ακόμα βραδιάσει κι οι καμπάνες από παντού γύρω χτυπούσαν για την ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας  δεν την γνώριζα καθόλου την περιοχή,  για να βγεις εκεί έπρεπε να στρίψεις   από κάτι στενά, μετά περνούσες  από ένα δρόμο που έκανε μια καμπύλη τέλεια, πρώτα κατέβαινε μέχρι κάτω βαθιά κι έπειτα ανέβαινε βαθμιαία κι αργά σα να έβγαινες από κάποιον λάκκο, σε μια γωνιά ένα καφενείο παλιό όπου δυο τρεις  γέροι έβλεπαν ποδόσφαιρο,  αναρωτιόμουν που στο καλό πηγαίναμε  όταν μετά από μια στροφή βγήκαμε τελικά μπροστά στην  εκκλησία...

Όλη εκείνη τη μέρα ήμουν σα χαμένος, ο Βασίλης- αυτό ήταν το όνομα του- φώναζε ‘’Ξύπνα ρε !!’’ όμως εγώ  δε μπορούσα να συγκεντρωθώ καθόλου. Καθώς είχε αλλάξει η ώρα η μέρα έμοιαζε ατελείωτη, δεν έλεγε να βραδιάσει, οι θερμοκρασίες όλο κι ανέβαιναν, οι κοπέλες που έμοιαζαν να ζεσταίνονται πιο πολύ απ’ όλους τα πετούσαν όλα, είχαν μείνει με τα αμάνικα. Ανάσταση έρχονταν και στους δρόμους πουλούσαν λαμπάδες χρωματιστές, οι πασχαλιές είχαν ήδη ανθίσει, στα πάρκα φύτευαν τουλίπες πολύχρωμες κι αν πήγαινες μια βόλτα έξω απ’ τη πόλη έβλεπες στα ξέφωτα τα χορτάρια να έχουν ψηλώσει μέχρι το γόνατο ενώ  τα δέντρα ήταν  έτοιμα να μπουμπουκιάσουν και να πρασινίσουν φέρνοντας εκείνη την έκρηξη βλάστησης που βλέπεις την άνοιξη….

Δε ξέρω για ποιο λόγο πάντως ο Βασίλης  με συμπαθούσε, με καλούσε  όλη την ώρα να πάω μαζί του στις εκκλησιές και στα ταξίδια που έκανε, όλο βόλτες πήγαινε, πολύ του άρεσε, μιλάμε τρελαίνονταν, είχε πάει στη Βουλγαρία, στο Βελιγράδι, στη Ρουμανία, είχε γυρίσει όλα τα Βαλκάνια!  Στο υπόγειο όπου δούλευε, τον βοηθούσα να παραλάβει  εμπορεύματα και να τα ταχτοποιήσει σε στήλες,  περνούσε όλη τη μέρα του σα φυλακισμένος σ’  εκείνο το υπόγειο,   με ήθελε για παρέα  ‘’Δε θέλω να μου στέλνεις τον άλλο τον χτικιάρη!’’ είχε πει στο αφεντικό, ‘’Θα μου στέλνεις τον Αποστόλη!’’

Πολλές φορές μέναμε μέχρι αργά στο μαγαζί, το αφεντικό ούτε που πατούσε, εμείς κλείναμε. Ήταν λίγο ευτραφής με μια γενειάδα τεράστια σα Ρώσος καλόγερος αλλά κατά τα άλλα ήταν εντάξει. Όμως ήτανε πολύ ξεροκέφαλος ρε αδερφέ, δεν έχεις δει τέτοιο πράγμα, δε σήκωνε ούτε μια παρατήρηση, ούτε μια λέξη κριτικής, χαλούσε τον κόσμο, έχω δει ξεροκέφαλους, αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε, μιλάμε ένα πράγμα τρομερό,  μπορούσε να σε σκάσει !

Το πιο δύσκολο ήταν όταν έπρεπε να κάθομαι και να τον ακούω ‘’Κάτσε ρε, κάτσε μια στιγμή να μιλήσουμε!’’ μου έλεγε βγάζοντας κανένα νερό από το ψυγείο να ξεδιψάσει την τεράστια δίψα του, καθόμουν λίγο όμως η κουβέντα του δεν υποφέρονταν ρε φίλε, ήταν τόσο πεσιμιστής, τα έβλεπε όλα τόσο μαύρα που μετά από λίγο ήθελες να εξαφανιστείς από κει πέρα!

Πολλές φορές τον έβρισκα  σ’ ένα καφέ που είχε ανοίξει πρόσφατα, εκεί  μαζεύονταν κάθε καρυδιάς καρύδι, πιτσιρικάδες με σκισμένα παντελόνια που ζητούσαν παγωτό, γέροι βαρεμένοι και κάτι άλλοι μαυριδεροί μυστήριοι που ο Βασίλης τους ήξερε και τους χαιρετούσε επειδή αγόραζε απ’  αυτούς εκείνα τα τσιγάρα που είχαν απάνω τους φωτογραφίες αρρώστων και πεθαμένων. Δε μπορούσα να σταθώ εκεί ούτε στιγμή, το μέρος όλο απέπνεε μια παρακμή αυτού όμως του άρεσε, όλη του τη ζωή την είχε περάσει στο πεζοδρόμιο,  ήταν το σπίτι του.

Είχα αρχίσει να τον συνηθίζω,  κάθε πρωί περνούσε από το σπίτι μου με το  αμάξι του και πηγαίναμε μαζί στη δουλειά, κείνη την ώρα όλοι οι τρελαμένοι σταματούσαν έξω από τα μαγαζιά να ξεφορτώσουν την πραμάτεια τους, οι οδηγοί που είχαν μπλοκαριστεί φώναζαν, έβριζαν, χτυπιόταν, ένα χάος πραγματικό!

 Ήταν ένα   πρωινό  Μεγάλης Εβδομάδας και   τον περίμενα ως συνήθως  στη στάση.  Με το που τον αντίκρισα  δε μπορούσα να το πιστέψω, είχε κόψει τη γενειάδα του Ρώσου καλόγερου και δε γνωρίζονταν, έμοιαζε δέκα χρόνια μικρότερος καλά ήταν πολύ τρελό! Και του τόχα πει ‘’Κόψτα τα καταραμένα!’’ αλλά δε μ άκουγε.  Καλά είχε γίνει πολύ σένιος, γελούσε μέχρι τ’ αυτιά όμως εγώ βρήκα ευκαιρία όπως τον είδα στα καλά του και του ζήτησα κάτι δανεικά που μου χρωστούσε. Είχε περάσει καιρός από τότε που του τα είχα δώσει κι αυτός δεν ανέφερε τίποτα, ετοίμαζε κάποιο ταξιδακι πάλι κι έκανε τον ανήξερο.  Εγώ όμως τα χρειαζόμουν, δεν ήταν δα και κανένα φοβερό ποσό αλλά ρε φίλε δεν ήθελα να με πιάνουν κορόιδο, να μου τρώνε τα λεφτά, να με θεωρούν ηλίθιο, αυτό με τρέλαινε ! ‘’Ρε βλάκα θα στα δώσω, μη φοβάσαι!’’ μου είπε κι ύστερα μιμήθηκε τον τρόπο που μιλούσε το αφεντικό,  μ’ έπιασαν κάτι γέλια απίστευτα που μ’ έκαναν να ξεχάσω τα καταραμένα τα δανεικά.

Το απόγευμα θα κλείναμε εμείς το μαγαζί για να πάμε στην εκκλησία καθότι Μεγάλη Βδομάδα, ήμασταν χαρούμενοι που δεν θα είχαμε τον άλλον  να μας πρήζει με τα μίζερα του, ότι δεν υπάρχουν λεφτά, ότι έχει στεγνώσει η αγορά , ότι δε βγαίνει με τίποτα και θα κλείσει την επιχείρηση, μας είχε μαυρίσει τη ψυχή ενώ εμείς ξέραμε ότι είχε ένα κάρο ακίνητα κι ένα σωρό λεφτά στην άκρη ο γύφτος!  Όποτε ανεβαίναμε στο  γραφείο του μας κορόιδευε, ‘’’Τα πτυχία σας, και τι κάνατε στα πανεπιστήμια,  και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τα κλείνουν!’’ μα τι κομπλεξάρα ρε φίλε! Εμείς δε λέγαμε τίποτα περιμέναμε μόνο και μόλις έλεγε καμιά πατάτα, μόλις έκανε κανένα λάθος συντακτικό, με το που πετούσε κανένα μαργαριτάρι τον καρφώναμε πατώντας κάτι γέλια και τότε ήθελε να σκάσει, να πεθάνει απ’ το κακό του αλλά εμάς στα παλιά μας τα παπούτσια, δεν δίναμε δυάρα, ήταν η εκδίκηση μας!

Αφήσαμε  κάτι τιμολόγια στο γραφείο  και πήραμε  το ασανσέρ, εκεί μέσα έπαιζε μια μουσική από κάπου  τόσο ωραία που δεν θέλαμε να βγούμε, αυτό το ασανσέρ με τη μουσική  ήταν το καλύτερο πράγμα  που είχε η οικοδομή. Με το που κατεβήκαμε στο δρόμο είδαμε  από  μακριά το βλαμμένο το αφεντικό,   τι στο δαίμονα ζητούσε , σίγουρα θα μας έχωνε κάπου,  βιαστήκαμε να εξαφανιστούμε πριν μας πάρει χαμπάρι! Ο Βασίλης έψαχνε μια ώρα  το μέρος όπου είχε παρκάρει, πάντα έτσι έκανε,  εγώ για να περάσει η ώρα  χάζευα τη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε καθρέφτες, θήκες για κινητά, γυαλιά χρωματιστά κι άλλα πραγματάκια  που γυαλοκοπούσαν...

Και μετά καθώς βράδιαζε φτάσαμε στην εκκλησιά εκεί στο παλιό νταμάρι.   Με το που βρήκαμε θέση στο γυναικωνίτη της εκκλησίας πιάσαμε τη κουβέντα  μέχρι που κάποιος μας  έκανε  παρατήρηση.  Πρόλαβα να μάθω ότι  σε μια κρύπτη της εκκλησίας κρατούσαν τα λείψανα από ένα κάρο αγίους και κάτι άλλα κειμήλια πολύτιμα ανάμεσα τους ένα  δισκοπότηρο απαστράπτον. Ο  Βασίλης που το είχε δει έλεγε ότι ήταν πανέμορφο,  στολισμένο με κύβους από κυανά και άσπρα γυαλάκια ενώ στη βάση του υπήρχαν μοτίβα από κατακόρυφες  εραλδικές σάλπιγγες αυτό το δισκοπότηρο έπρεπε να το δω κάποια  στιγμή!  

Δίχως να το καταλάβω με πήρε ο ύπνος,  ήμουν τόσο κουρασμένος, στο όνειρο μου έβλεπα, ότι περνούσα πάνω από ένα ποταμάκι με νερό πολύ ορμητικό και κινδύνευα να πέσω μέσα,  δε μπορούσα όσο κι αν προσπαθούσα  να κρατηθώ με τίποτα!  Ένα τρίξιμο ανεπαίσθητο με ξύπνησε   και με το που άνοιξα τα μάτια  αντίκρισα  τον Βασίλη να γλιστρά και να κρέμεται στο κενό κρατώντας το κάγκελο με τα ακροδάχτυλα του. Ξαφνικά όλοι σα να ξύπνησαν κι άρχισαν να φωνάζουν στρεφόμενοι  κατά το μέρος μας για να δουν το φίλο μου που κρέμονταν έτοιμος να πέσει.   Είχε πιαστεί απ’  την άκρη του κάγκελου κι αγωνιζόταν να κρατηθεί  όμως  ήταν αδύνατο εξαιτίας του βάρους  του,  αιωρήθηκε  εκεί ψηλά για  μια στιγμή που έμοιαζε με αιωνιότητα,   κι ύστερα  έπεσε με τα χέρια ανοιχτά, ένας γδούπος τρομερός ακούστηκε καθώς έσκαγε  στο μαρμάρινο πάτωμα.

Επικράτησε χάος, τα φώτα άναψαν κι οι παπάδες μαζί με όλους τρέξανε στον πεσμένο,  εγώ κατέβηκα άρον- άρον να δω τι είχε πάθει ο φίλος μου, δεν έδειχνε να έχει ματώσει,  όλοι είχαν μαζευτεί από πάνω του κανείς όμως δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει.  Τότε ένας παπάς,  ο πιο ηλικιωμένος,  που φαίνεται ήξερε από πρώτες βοήθειες και τέτοια τον πλησίασε, γονάτισε κι άρχισε να ψηλαφεί  τα χέρια, τα πόδια και τα πλευρά   του. Ο Βασίλης ανάσαινε βαριά αλλά έδειχνε  παραιτημένος,   μια έκφραση πόνου είχε απλωθεί στο πρόσωπο του.  Ο παπάς έσκυψε, τον κοίταξε βαθιά  και κάτι του είπε σιγανά  στο αυτί,  μετά σηκώθηκε και μας είπε ‘’Είναι καλά,  μην ανησυχείτε’’’. 

Καλά ήμουν μες τα νεύρα, τι στο καλό έλεγε,  ο άλλος είχε σωριαστεί από τόσο ύψος κι ο παπάς έλεγε ότι όλα ήταν εντάξει,  ετοιμαζόμουν να πω καμιά κουβέντα, όταν έκπληκτος είδα το φίλο μου  αργά-  αργά να σηκώνεται και να στέκεται στα πόδια του σα να μην έτρεχε τίποτα, δε μπορούσα να το πιστέψω, όλοι γύρω κοίταζαν απορημένοι, αυτός  έκανε μόνο το σταυρό του τρεις φορές και μετά μου είπε: ‘’Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι πετούσα!’’

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...