Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

ΤΙΜΟΥΡ Ο ΧΩΛΟΣ


Σίγουρα ήταν το πιο κρύο μαγαζί σ' ολόκληρη τη πόλη κι εμείς όλοι είχαμε μαζευτεί εκεί πέρα, ο Γιώργος ερχότανε απ΄ τα ορεινά της Χαλκιδικής, κάπου στην Αρναία είχε χαθεί, στα τρία μέτρα μπροστά μονάχα έβλεπε, προσπαθούσε ν αποφύγει τα δέντρα, σ ένα χωριό βγήκε, τον γύρισαν πίσω, ανάποδα πήγαινε.  Κάποιος έλεγε ότι στη Χαλκιδική  δε κινούνταν τίποτα, χιόνι είχε πέσει έξω απ την Καρδία, το πάγωσε, η αστυνομία γύρισε πίσω όλα τ' αμάξια, ένας με σκούφο μιλούσε για τη Καστοριά, η λίμνη δεν είχε παγώσει στους μείον εφτά, τρεις βαθμούς πιο χαμηλά έπρεπε να πέσει, ένα παιδί απ τη Φλώρινα έτριβε τα χέρια του, γούσταρε το κρύο, ο Χρήστος είχε κάνει ένα  παγωμένο  ντους προτού έρθει κι ανατρίχιαζε όλη την ώρα, τα κομάντο όλης της Μακεδονίας έμοιαζαν να έχουν συγκέντρωση !

Καθένας που ερχόταν εκεί μας έλεγε κι από ένα νέο, ένας Ρώσος μαυριδερός που τελικά δεν ήταν Ρώσος αλλά Καζάκος από τα βάθη της Ασίας, από κει που ξεκίνησαν κάποτε οι καβαλάρηδες Μογγόλοι για να πάρουν σβάρνα την Ευρώπη, μας είπε λοιπόν ο Ρώσος που κούτσαινε στο δεξί του πόδι και τον έλεγαν Τιμούρ, ότι στον περιφερειακό την αυγή όλα μπλοκαρισμένα,  νταλίκες αναποδογυρισμένες έξω απ τα τούνελ,  αυτοκίνητα φεύγανε με τις μπάντες πάνω στα διαχωριστικά, όλα τα οχήματα στέλνονταν στο κέντρο όπου επικρατούσε μποτιλιάρισμα...

Ο Ρώσος που τελικά ήταν απ το Καζακστάν, μας έλεγε ότι άμα ξέρεις ρώσικα μπορείς να ταξιδέψεις παντού στη πρώην σοβιετική ένωση κι άμα ξέρεις τουρκικά μπορείς να συνεννοηθείς με ανθρώπους απ το Τουρκμενιστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, τη Μογγολία, μέχρι τη Κίνα και τη Κορέα ! Εμείς σιγά μη τον πιστεύαμε ο Βασίλης όμως που είχε σπουδάσει στη Γαλλία ένα φεγγάρι κι είχε την Αρβελέρ για καθηγήτρια,  είπε ότι είχε δίκιο ο Καζάκος. '' Το ξέρεις ότι το όνομα σου προέρχεται από τον Τιμούρ Λενκ, τον Τιμούρ τον Χωλό που είχε ρημάξει μια εποχή όλη την Ευρώπη και την Ασία ξεκινώντας απ τη Σαμαρκάνδη, διασχίζοντας τη Κασπία και τη Μαύρη Θάλασσα με τις ΄΄χρυσές ορδές΄΄ του όπως λέγονταν,  τη μια επετίθετο εναντίον των Ρώσων,  την άλλη εναντίον των Ινδών, ύστερα έβαλε στο μάτι τους Τούρκους, κατόπι τους Κινέζους ! Το ξέρεις ότι χάρη στον Τιμούρ το Κουτσό σώθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία άλλα πενήντα χρόνια καθώς ο Μογγόλος κατατρόπωσε τον Βαγιαζήτ,  τον λεγόμενο ''κεραυνό'' στην περίφημη μάχη της Άγκυρας όπου κέρδισε γιατί οι Τάταροι που ήταν με τους Τούρκους άφησαν τον  Βαγιαζήτ και πήγαν με τον συνονόματο σου, τα ξέρεις αυτά ρε!

Ο Καζάκος κάτι είχε ακούσει, δεν ήταν άσχετος, του άρεσε που είχε το όνομα κάποιου τόσο μεγάλου άνδρα κι ας ήταν και χασάπης που έσφαζε εκείνος ο Μογγόλος βασιλιάς.  Ζήτησε ένα ούζο και ήρθε κουτσαίνοντας δίπλα μου ζητώντας να πάρω απ τη καρέκλα μια τσάντα γεμάτη τιμολόγια απ τη δουλειά  της Β που είχα μαζί μου. Τα είχα χάσει τα τιμολόγια, μόλις τα είχα ξαναβρεί, αν δεν τα ξανάβρισκα  ήταν σίγουρο ότι η Β θα με σκότωνε, δεν υπήρχε περίπτωση να τη γλιτώσω! Μου χε πει να τα προσέχω, είχε φάει τόση ώρα  να τα φτιάξει, τα είχε απλώσει στο πάτωμα, είχε φορέσει τα γυαλιά και τα έπιανε ένα ένα με αποστροφή, έπρεπε να πλύνει δέκα φόρες τα χέρια της μετά! ΄Ήθελε να τα κάνει τέλεια, είχε μανία με τη τάξη, τα ήθελε όλα άψογα, τα είχε κατατάξει κατά προμηθευτή και τα ζήτα απ την  ταμειακή κατά αύξοντα αριθμό, μου είχε πει ''Πρόσεχε, πάλι καμιά μ...... θα κάνεις πάλι !''

Κι εγώ τα ξέχασα ρε φίλε, τι να κάνω, έπρεπε να τα παω στο Μπάμπη το λογιστή αλλά τα ξέχασα. Όταν το θυμήθηκα μ' έπιασε πανικός, ποιος την άκουγε, θα μ' έδιωχνε σίγουρα, θα με σουτάριζε, πίσω πάλι μάγκα στο σπιτάκι σου, στο κρύο κρεβάτι και στη σκοτεινή κουζίνα, ξέχνα τις χλίδες! Γιατί άντε ξανά να τα βρει όλα εκείνα, άντε να βρει άκρη με τους λογιστές, δε τη γλίτωνα, πήγα στο λεωφορείο που είχα πάρει τελευταία, εκεί τα είχα αφήσει σίγουρα, ο οδηγός μου δωσε ένα τηλέφωνο, έπρεπε να πάω στο τέρμα, στην αφετηρία των αστικών, έπρεπε να διασχίσω όλη τη πόλη, να βγω στα προάστια. Κόσμος πολύς μες το αστικό, δεν άδειαζε με τίποτα απ όσες στάσεις κι αν περνούσαμε, όλο και πιο μακριά πηγαίναμε, αερογέφυρες κι αμάξια από κάτω μας έχασκαν, τσιμέντο παντού, εργοστάσια, μονοκατοικίες εγκαταλειμμένες με σκάλες διαλυμένες, χαρτιά, πλαστικά, σκουπίδια, σκουπίδια, σκουπίδια άφθονα. Φτάσαμε στο τέρμα, παντού λεωφορεία αραγμένα, μια αλάνα τεράστια, μου είπαν που είναι ο σταθμάρχης, μπήκα μέσα στη μικρή καμπίνα, είδα τη τσάντα μου σ ένα τραπέζι πάνω, κάποιος μιλούσε στο τηλέφωνο, πήρα τη τσάντα, ούτε που γύρισε ...

Τα είχα μαζί μου τα καταραμένα και μπορούσα να καθίσω λιγο ήρεμος  σ εκείνο το παγωμένο μέρος, ένας με μούσι και δόντια άσπρα που έμενε στην Εξοχή, κοντά στο Παπανικολάου το νοσοκομείο, έλεγε τώρα  ότι εκεί πάνω είχε δέκα πόντους χιόνι, στο πατρικό του όπου έμενε είχε κάψει ότι ξύλα βρήκε, ένας κοκκινολαίμης είχε έρθει στο σπίτι του μες το χιόνι. Κάθε χρόνο το πουλάκι έρχονταν και το βαζε μέσα σε μια άκρη,  στο σαλόνι, κάθονταν εκεί ήσυχο μέχρι ν' ανέβει η θερμοκρασία, το τάιζε, το πότιζε, μόλις καταλάβαινε ότι ζέσταινε το πουλί έφευγε, πήγαινε να βρει τα κοπάδια των κοκκινολαίμηδων που συνωστίζονταν στο φράχτη με τα αναρριχώμενα κατά χιλιάδες μαζί με τα κοτσύφια και τα μαυροπούλια και τις τσίχλες και τ άλλα αγριοπούλια που τιτίβιζαν και ξεφώνιζαν αδιάκοπα ....

''Τι δουλειά κάνεις;'' ρώτησα τον ασπροδόντη '' - ''Εσύ;'' αντέτεινε λίγο άγρια, ''Εγώ ρωτάω φίλε!', χαμογέλασε, ''Εφτά κέντρα είχα, έκλεισαν όλα, τα χασα όλα, μένω όπου να ναι, με φάγανε οι τζαμπατζήδες, οι φίλοι, οι κολλητοί, τα φτωχαδάκια, οι ρουφήχτρες, το υγειονομικό, το ΙΚΑ, η αστυνομία κι όλα τα συμπραρομαρτούντα !

Ένας εφοριακός μου χε σπάσει τα νεύρα, φορούσε γυαλιά, κάπως άτονος, γλοιώδης, σιχαμερός, με μουστάκι, χλωμός, μα πως μου την έδινε κάθε φορά που έρχονταν, μα τι απαίσιο μούτρο, ήθελα να του χώσω μπουνιά στο πρόσωπο, όλο ουίσκι, το πιο ακριβό, παράγγελνε, όταν πήγαινε να πληρώσει το χέρι του κολλούσε στη τσέπη, δεν έβγαινε με τίποτα ! Είχα ένα θέμα στην εφορία, βρήκα μια άκρη, έναν γνωστό, το τακτοποίησα, ήρθε ο άλλος να γλεντήσει κούτρα πάλι, ήταν η γιορτή της γυναίκας του, είχε κουβαλήσει όλη τη παρέα της μαζί, όλες με τις γούνες τους, τα χρυσαφικά, τα συμπράγκαλα τους, ο εφοριακός δω στου να παραγγέλνει τ' άντερα του, να πίνει, να μεθά, να σκορπά λουλούδια, ν' ανεβαίνει στα τραπέζια, να σπάει ποτήρια, είχε ξεσαλώσει! Τον περίμενα, τον άφηνα, κατά το ξημέρωμα ήρθε στο ταμείο με το χέρι κολλημένο στη τσέπη όπως πάντα, περίμενε να του πω όπως πάντα ''Κερασμένα όλα!'' όμως εγώ άρχισα να χτυπώ στη μηχανή τα ουίσκι, τα λουλούδια, τα ποτά, τα γαρύφαλλα, τα φαγητά, τους ξηρούς καρπούς, τα φρούτα, τα γλυκά, όλα ρε φίλε, όλα, του κοπάνισα ένα λογαριασμό ξεγυρισμένο που του πετάχτηκαν τα μάτια, δε το περίμενε, έβηξε, ξαναέβηξε, κατάπιε το λαιμό του, δε γίνονταν να μη πληρώσει, θα ρεζιλεύονταν μπροστά στις γκόμενες, έβγαλε το πορτοφόλι, πλήρωσε, με κοίταξε κάπως, έφυγε, δε πάτησε ξανά στο μαγαζί, ξεμπέρδεψα μ εκείνον τον ηλίθιο!!!''

Καθόμασταν παγωμένοι και τον ακούγαμε, ο Τιμούρ ο χωλός ήπιε ακόμα ένα ποτήρι μονοκόμματα, σιγά μη μασούσε αυτός που είχε μάθει  να κατεβάζει τις βότκες στους μείον είκοσι εκεί κοντά στη παγωμένη Σιβηρία! Ο ασπροδόντης κέρασε ένα ποτό στο Βασίλη που αντί να γίνει ιστορικός είχε ανοίξει ανθοπωλείο στο Ναβαρίνο, κοντά στο Ανατόλια τον κινηματογράφο. Ο Βασίλης σήκωσε το ποτήρι, ευχήθηκε εις υγείαν του ασπροδόντη κι άρχισε ξανά τα δικά του, έλεγε ότι το αγαπημένο του λουλούδι ήταν το τριαντάφυλλο, υπήρχε μια ποικιλία μαβιά που μύριζε κιόλας, την είχε παραγγείλει απ την Ολλανδία, είχε ταξιδέψει μέχρι εκεί να βρει τον μεγαλύτερο έμπορο λουλουδιών, έναν Εβραίο που τελικά χρεοκόπησε, κάτι εκτάσεις με θερμοκήπια αχανείς, στους δρόμους δίπλα κάτι πρόβατα μεγάλα σα γελάδια, είχε επισκεφτεί ένα μέρος που ήταν το παγκόσμιο κέντρο όλων των λουλουδιών ανά την υφήλιο, δε του άρεσε, όλα τραβηγμένα, πολύ υπερβολικά...

Κατά το βραδάκι τους άφησα, δεν είχαν σκοπό να το διαλύσουν, θα κάθονταν μέχρι αργά σίγουρα, μαζί μου κίνησε να φύγει κι ο κουτσός Καζάκος. Ένας αέρας παγωμένος άρχισε να φυσά προς τη δύση, τα σύννεφα βάφτηκαν πορτοκαλιά σημάδι ότι έρχονταν άλλη μια κρύα μέρα. Στη πόλη τα πρόσωπα των ζητιάνων είχαν αγριέψει απ το κρύο που έφαγαν όλες τις μέρες, οι σκύλοι που είχαν αγριέψει κι αυτοί γάβγιζαν το κόσμο που περνούσε, νερά έτρεχαν από διαρροές των αγωγών του νερού που έσπασαν, ντεπόζιτα πετρελαίου γέμιζαν, άνθρωποι μετρούσαν το ύψος των καυσίμων στις δεξαμενές, στα στενά βυτία άδειαζαν από σωλήνες χοντρούς πετρέλαιο κοκκινωπό που μύριζε βαριά. Στα ταξιδιωτικά γραφεία οι κοπέλες ξεκολλούσαν τις προσφορές των γιορτών απ τις βιτρίνες τους, γυναίκες κουβαλούσαν στις τσάντες τους τουλίπες χρωματιστές τυλιγμένες σε ζελατίνα, σταυροί πράσινοι αναβόσβηναν στη Τσιμισκή. Στα TIGER τζαζ μουσική έπαιζε, στα καταστήματα με τα ζωάκια τα ψάρια έκαναν βόλτες στα γυάλινα σκοτεινά κλουβιά γλιστρώντας νωχελικά ανάμεσα σε χαλίκια, κοράλλια και φυσαλίδες, στην Άνω Πόλη χαρτιά πράσινα κολλημένα σε πόρτες χτισμένες στα τείχη σημείωναν τις διακοπές ρεύματος, στις πολεμίστρες ψηλά πέτρες κολλημένες σα πουλιά που κούρνιασαν, αγριόχορτα είχαν φυτρώσει μέσα σε σαρκοφάγους ενσωματωμένες στα κάστρα, πουλιά πετούσαν ψηλά σε σχήμα V τραβώντας ανατολικά κατά τις λίμνες της Βόλβης, ένα κοπάδι από κοράκια πετούσε πάνω απ το Θεαγένειο διαγράφοντας κύκλους σα να κατόπτευε την περιοχή κι άλλα έρχονταν συνέχεια να προστεθούν ''Μα πόσοι κόρακες ζουν σ' αυτήν τη πόλη!'' σκέφτηκα.



Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016


Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

Στα νεκροταφεία ένα καντήλι ανάβαμε με τη Β στο μνήμα της μάνας της, κάποιος παπάς διάβαζε τρισάγια, στο τέλος άπλωνε με τρόπο  τη χούφτα να πάρει τα λεφτά που του δίνανε, στους μαρμάρινους τάφους γυναίκες όμορφες σε φωτογραφίες ασπρόμαυρες, στο  υπόγειο όπου έβαζαν τα κουτιά με τα κόκαλα φωτάκια αναβόσβηναν όπως στα χριστουγεννιάτικα δέντρα, ένα κοπάδι καρακάξες έψαχνε  κάτι  μέσα στα βάζα για τα πλαστικά λουλούδια, στην αρχή δε καταλάβαινα τι τσιμπολογούσαν με τόση μανία,  μετά τις παρατήρησα, προσπαθούσαν να σπάσουν με το ράμφος τους το πάγο μέσα στα δοχεία για να πιουν, δε μπορούσαν βρουν αλλού νερό, όλα είχαν παγώσει...

Πήγαμε στη βρύση λίγο νερό να πάρουμε να ξεπλύνουμε τα μάρμαρα αλλά είχε παγώσει, κρύο έκανε εκείνες τις μέρες, ούτε που το είχα καταλάβει όπως δούλευα στο μαγαζί, το αντιλήφθηκα το βράδυ όταν με στείλανε κάτι να φέρω, στην Αγίας Σοφίας ένα ψιλό αεράκι τρυπούσε μέχρι τα κόκαλα, στη Βασιλέως Ηρακλείου όλα μπλοκαρισμένα, σουβλάκια ψήνανε, ενισχυτές στο φουλ ταρακουνούσαν συθέμελα το τόπο γύρω παντού, στο σούπερ μάρκετ κόσμος περίμενε στην ουρά, το βράδυ μαζί με τον Α έπρεπε να μαζέψουμε το νάιλον που είχαμε βάλει για να κόβει το κρύο , τα χέρια παγωμένα, τα δάχτυλα ξύλα, το δέσαμε σφιχτά με κάτι κομμάτια από καλώδιο, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί να στανιάρουμε, κάτι σοκολατάκια μας είχε φέρει η Β, έφαγα μερικά , ο άλλος τα σνομπάριζε, ''Αυτά είναι για λουγκρες!''

Ένα τσιγάρο ήθελε να κάνε η Β, σ' ένα παγκάκι καθίσαμε, έναν πονοκέφαλο είχε όλες τις μέρες, την έπιανε ξαφνικά κι απότομα, δεν μπορούσε να το εξηγήσει, όταν την έπιανε εκείνος ο πόνος ήταν αφόρητος, τρομερός, σα να διαλύονταν το κρανίο της σε χιλιάδες, εκατομμύρια κομματάκια μικρούτσικα, μια φορά όπως ήταν στο αστικό είδε το τζάμι να ραγίζει από πάνω μέχρι κάτω,  το χειρότερο ήτανε όταν την έπιανε μες τον ύπνο, ξυπνούσε βαστώντας το κεφάλι με τα δυο χέρια, κάποιος γιατρός τελικά της είπε το κόλπο, τον περίμενε, έπαιρνε ένα ή και δύο ποστάν μόλις ένιωθε ότι έρχονταν κι ήταν εντάξει…

Εκείνη τη μέρα καλύτερα ήτανε, είχαμε βγει από νωρίς , στην είσοδο  του ‘’ Ηλέκτρα Παλλάς’’,  τύποι με γκρίζα κουστούμια ατσαλάκωτα, καθρέφτες αστραφτεροί, έπιπλα παλιά, βαριά, ακριβά πολύ, ασανσέρ, φυτά διακοσμητικά, στο πάτωμα  μάρμαρα χρωματιστά , γυαλιστερά ,  ψηλά στη ταράτσα στην καφετέρια   μια πισίνα με ψηφίδες από τετραγωνάκια γαλάζια κι άσπρα, η θέα τέλεια,  έβλεπες τις κόκκινες στέγες των σπιτιών με τα κεραμίδια, τις κεραίες που φύτεψαν στις ταράτσες,  η θάλασσα έμοιαζε ήσυχη, μια σειρά από αμάξια περνούσε στον παραλιακό δρόμο σα να έκανε παρέλαση, αεροπλάνα σηκωνόταν από τη γη αψηφώντας το νόμο της βαρύτητας...

Κρύο έκανε κι ύστερα  σε μια μέρα μπορεί δέκα καιροί να άλλαζαν,  το πρωί λιακάδα, το μεσημέρι νοτιάς,  το βράδυ παγωνιά,  παρ όλα αυτά όταν μαλάκωνε λίγο  η μέρα μπορούσες να αισθανθείς την άνοιξη να έρχεται λίγο λίγο, η  μέρα είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει, βολβοί αναδύονταν μέσα απ το χώμα των πάρκων,  το καλοκαίρι ακόμα μακριά πολύ έμοιαζε… Έξω απ' τις εκκλησιές που έδιναν συσσίτιο  ουρές σχηματίζονταν, οι δρόμοι στολισμένοι, στα μπαλκόνια λαμπάκια αναβόσβηναν,  το πρωί στις στάσεις κόσμος περίμενε το αστικό, φορτηγά ξεφόρτωναν παλέτες έξω απ τα σούπερ μάρκετ με τους έρημους διαδρόμους, απορριμματοφόρα άδειαζαν κάδους, συνεργεία καθαρισμού γυάλιζαν πατώματα,  μια αθυμία μ είχε πιάσει, δεν είχα όρεξη για τίποτα, σερνόμουν, άντε πάλι να βγεις απ' το γιορταστικό και να μπεις στο καθημερινό πρόγραμμα, να μάθεις να ξυπνάς πρωί, ν αλλάξεις ένα κάρο συνήθειες γρήγορα, μα τι σπαστικό!

Νεύρα είχα, δε μπορούσα να τα συμμαζέψω, κάπου ήθελα  να  ξεσπάσω,   με όλους είχα μαλώσει, με τον Αργύρη σκοτωθήκαμε για τα πολιτικά, μα τι ξεροκέφαλος  ήθελα να τον αρπάξω απ το γιακά και να τον βαρέσω,  κι ήταν κι εκείνη η άλλη που μου είπε ότι η προστακτική δε παίρνει προσαύξηση, με διόρθωνε όλη την ώρα σ ότι έλεγα ,  μ’  είχε βάλει στο μάτι, της είχα μπει στο μάτι κι ήθελε να μου τη βγαίνει με κάθε τρόπο , δε με χώνευε  ήταν φανερό !

''Τι κάνεις εσύ εδώ;'' ακούστηκε μια φωνή και γύρισα να δω ποιος με φώναζε,  ήταν ο υδραυλικός, ένας ψηλός γεροδεμένος τύπος με μια γενειάδα στο χρώμα  των φτερών  του κόρακα,  τον  είχα γνωρίσει σε μια παρέα, λίγο μυστήριος λίγο μισάνθρωπος  , η γυναίκα του τον είχε παρατήσει παίρνοντας τα παιδιά, έμενε σ ένα σπίτι κοντά σε μια παλιά εκκλησία σ ένα σπίτι τεράστιο όπου δε πλήρωνε νοίκι, είχε κάνει όλα τα υδραυλικά στη πολυκατοικία που ανήκε σε κάποιον πολύ πλούσιο , κούτσαινε, είχε σπάσει το πόδι του όπως κατέβαινε κάτι σκαλοπάτια για κάποιο λόγο όλοι τον πήγαιναν,  όλες οι παρέες τον κερνούσαν,  ‘’  Εσύ ποιον έχεις εδώ;’’  ρώτησα κι εγώ , ‘’Τον   πατέρα  μου ,  πέθανε πριν ένα χρόνο !''

Ήρθε κοντά στον τάφο που στεκόμασταν, είχε κέφια σα να του έδινε έμπνευση το μέρος, μας έλεγε γι αυτούς που δούλευαν κουβαλητές στα φέρετρα, είχαν και σωματείο, άκου να δεις, δε δέχονταν όποιον να ναι, είχαν κριτήρια, συντεχνία κανονική, απ το Φοίνικα ήταν οι πιο πολλοί, μαυριδεροί, σκουρόχρωμοι, ξέρεις τώρα, το σωματείο τους προμήθευε κουστούμια ωραία, γραβάτες,  όλοι ήταν στη τρίχα,  σε μια κηδεία κάποιος απ αυτούς είχε πιει, όπως κατέβαιναν τα σκαλιά της εκκλησίας μετά τη τελετή, παραπάτησε κι οι  αλλού  κουβαλητές έχασαν την ισορροπία τους ,  το φέρετρο έφυγε με φόρα κατευθείαν στο χορτάρι της αυλής, ο πεθαμένος βρέθηκε έξω ελεύθερος πάλι στον καθαρό αέρα, ο γυναίκες άρχισαν να ξεφωνίζουν, οι κουβαλητές έτρεχαν να βάλουν μέσα πάλι μέσα το πτώμα όπως όπως, , ο παπάς σταυροκοπιούνταν, πανικός !

Ένα ακόμα  τσιγάρο έκανε η Β που λοξοκοιτούσε τον υδραυλικό,  ήταν φανερό ότι δεν τον γούσταρε, αυτός  όμως δεν έδινε δεκάρα πάντα έτσι ήτανε! Όσοι τον  ξέρανε από πιο παλιά λέγανε ότι ήταν σπουδαίος τεχνίτης αλλά έκοβε  και το μυαλό του,  μπορούσε να  σπουδάσει στο πανεπιστήμιο αλλά  το είχε παρατήσει παρόλο που τον παρακαλούσαν οι καθηγητές του,  από μικρός  είχε μανία  με τα μέταλλα,  τις ιδιότητες  και τις ενώσεις τους,  τον ενθουσίαζαν όροι  όπως ''διοξείδιο του τιτανίου'',   ''όλκιμος'', βολταϊκά τόξα,  ''η τετάρτη κατάσταση της ύλης!'' . Τον εξιτάριζαν όλα αυτά,  όλο με τέτοια  ήθελε να καταπιάνεται,  είχε κάνει στο εξωτερικό,  στη Γερμανία,  στο  βορρά,  στο Αμβούργο,  ήταν απ τους  καλύτερους  συγκολλητές προτού ασχοληθεί με τα υδραυλικά, το χέρι του έπιανε πολύ,  ήξερε να δουλεύει  την ηλεκτροκόληση άριστα!   

Όμως ήταν κάπως μουντός, δε σήκωνε τίποτα, είχε τρομάξει κόσμο, κάποτε ένας εργολάβος Γερμανός  του χρωστούσε ένα ποσό, μιλάμε για πολλά λεφτά,  και δεν του τα δινε με τίποτα, ο υδραυλικός δεν έχασε τα  λόγια του, όταν τον είχε πρήξει  ο άλλος έβγαλε το πιστόλι,  είχε δύο, ένα σαρανταπεντάρι κι ένα άλλο πιο μικρό,  του ζήτησε λοιπόν μια ακόμα  φορά τα χρήματα κι όταν ο άλλος  άρχισε ξανά  τις αηδίες έβγαλε και του έριξε τρεις φορές στα πόδια, ο άλλος δε το πίστευε ότι του συνέβαινε, δε το περίμενε  με τίποτα!  Την άλλη μέρα δυο τύπο είχαν έρθει  στο  μαγαζί του υδραυλικού και τον  πήγαν  στην ασφάλεια, ευτυχώς του  Γερμανού  δεν του είχε κάνει καμιά  μεγάλη ζημιά,  φυλακή δε πήγε πάντως,  ο εργολάβος  δεν έκανε μήνυση,  είχε λερωμένη τη φωλιά του … 

Μετά απ αυτό ίσως επειδή φοβότανε πήγε στο όρος,  δούλευε εκεί  επισκευάζοντας  τα κελιά των μοναχών, έφτιαχνε τα πάντα, υδραυλικά, χτισίματα, στέγες, κεραμίδια, όλα, έμπαινε κι έβγαινε απ ΄ την Ιερισσό, απ' τη στεριά, οι τελωνειακοί τον ήξεραν, τον άφηναν,  περπατούσε ώρα πολύ μέχρι να φτάσει στα μοναστήρια, είχε κάνει  κοντά  και στον Παϊσιο, δυο χρόνια. Μόνο αυτόν δέχονταν ο καλόγερος, όλους τους άλλους που έρχονταν να τον δουν σαν αξιοθέατο τους έστελνε στον αγύριστο, τον έβαζε να κοιμηθεί πάνω σε μια προβιά πολύ βαριά, ο μοναχός κοιμόταν στο πάτωμα πάντοτε, είχε κράση ασθενική, έβηχε όλη την ώρα, ανάσαινε ασθματικά, δε δέχονταν φάρμακα, μονάχα έναν γιατρό άφηνε να τον εξετάζει, μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Του άρεσε του υδραυλικού εκεί πέρα, έβλεπε τον καλόγερο που σφύριζε κι εμφανίζονταν πουλιά και φίδια μέσα απ τα δέντρα, δεν τον άφηνε να καθαρίσει τα χόρτα στην αυλή της σκήτης ''Άστα όπως είναι, ο θεός  τα έδωσε έτσι!'', έλεγε, όλο για φιλοσοφίες μιλούσε, ο υδραυλικός δε  τις καταλάβαινε αλλά του άρεσαν, του είχε πει τι θα του συμβεί κι όλα είχαν βγει όπως τα είπε, ''Θα χωρίσεις, θα σε παρατήσει η γυναίκα και τα παιδιά σου, θα μείνεις μόνος στο τέλος !''

Βέβαια αυτή η προφητεία δεν ήταν δύσκολη, τέτοιος στρυφνός και παράξενος που ήταν ο υδραυλικός, κανείς δεν τον ήθελε μόνιμα  κοντά του, μια καλημέρα δε σου  έλεγε, άμα σου έδινε μια ευχή έπρεπε να φυλάγεσαι, μια φορά σε κάποιον που τον είχε θυμώσει είχε πει ''Που να σε κάψει η φωτιά!'' κι εκείνο το διάστημα του άλλου του κάηκε το σπίτι, δεν το πίστευε, δε μπορούσε να  το χωνέψει, μας το έλεγε και δάκρυα έτρεχαν απ τα μάτια του, δεν ήταν να παίζεις με τον υδραυλικό!

Μια ματιά θανατερή μου έριξε η Β σα να μου έλεγε ‘’Τι θες μ αυτόν τον τρελάρα!’’, ένα σούσουρο  ακούστηκε,  σ' έναν τάφο από δίπλα μια γριά που δεν είχε σταματήσει να κλαίει απ' την ώρα που είχαμε έρθει έγειρε και γκρεμίστηκε στο χώμα, απ' τα γύρω μνήματα όλοι τρέξαμε να δούμε τι έχει, μια γυναίκα που είπε ότι είναι φαρμακοποιός έπιασε το σφυγμό στο λαιμό, κάποιος είπε να την ξαπλώσουμε και να της σηκώσουμε τα πόδια για να ανέβει το αίμα στο κεφάλι, φυσικά εμένα βάλανε γι αυτήν τη δουλειά, η γριά ανέπνεε με την ανάσα της να θυμίζει ρόγχο βαθύ, παραμιλούσε ασυνάρτητα, καλέσαμε ασθενοφόρο, η γριά σα να  συνέρχονταν, άνοιξε τα μάτια της και με  κοίταξε σα  χαμένη   ''Ποιος  είσαι συ;’’

Οι καρακάξες  με τις στιλπνές ουρές  είχαν μαζευτεί  τώρα όλες  γύρω απ΄ το  μνήμα κάποιου μικρού παιδιού, εκεί είχε το πιο πολύ νερό παγωμένο κι είχαν βαλθεί να τσακίσουν το στρώμα του πάγου, ο υδραυλικός είχε εξαφανιστεί  δίχως αν χαιρετίσει κατ α πως το συνήθιζε   όπως φύγαμε τις ακούγαμε τα ασπρόμαυρα πουλιά  να κρώζουν διώχνοντας το ένα τα άλλο  απ τα μαρμάρινα βάζα.  ''Πως μπόρεσε ο Παϊσιος  να τον αντέξει; ‘’ είπε η Β,  ‘’ Μπορεί   κι εκείνος να ήταν παράξενος σα τον υδραυλικό !'' είπα ''  -  ''Αυτό είναι βλασφημία!'' 

Όλο  το βράδυ στο  σκεφτόμουν τον Παϊσιο και τον υδραυλικό που ήταν παλιά συγκολλητής ,  δε νύσταζα καθόλου, έξω  πρέπει να έβρεχε,  ο αέρας φυσούσε στον εξαεριστήρα του  μπάνιου κάνοντας έναν ήχο που σε  τρόμαζε, υγρασία έπεφτε στο πάτωμα με τα πλακάκια.  Με τη   Β, πιάσαμε κουβέντα στα σκοτεινά προτού κοιμηθούμε, εκείνη την ώρα είχε  μια  διαύγεια που τη φοβόμουν ’’ Που τους βρίσκεις όλους αυτούς και τους κάνεις παρέα,  για  ποιο λόγο μιλάς μαζί τους,   σ έχω βαρεθεί,  αφού ξέρεις  ότι είναι ρεμάλια, μαχαιροβγάλτες, τελειωμένοι,  και ποιος είσαι συ που θα κρίνεις τον  Παϊσιο έναν  άγιο άνθρωπο,  ούτε το δαχτυλάκι του δε φτάνεις, δε μπορείς να το βουλώνεις και να  μη λες φωναχτά ότι σκέφτεσαι!’’   δεν είχα να πω τίποτα, τραβήχτηκα κι ακούμπησα για λίγο  στον  τοίχο,  απ τον εξαεριστήρα του μπάνιου κάτι σαν βουητό απότομο διαπέρασε τον σωλήνα που έβγαινε  στη ταράτσα  κι έπειτα  ένα ουρλιαχτό άγριο,  σαν  κάποιο σκυλί να πέθαινε, ανατρίχιασα,  ''Καλά να πάθεις ! ΄΄ μου είπε η Β που το ένιωσε.



   
   

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ

Το πρωί στην εκκλησία που πήγα ένα φέρετρο στη μέση του ναού υπήρχε, μια γνωστή φυσιογνωμία μέσα στη κάσα διακρίνονταν, μου είπαν ότι ήταν ο παπά- Δημήτρης, πέθανε παραμονές Χριστουγέννων από ανακοπή έτσι ξαφνικά, πήγε να πάρει ένα βιβλίο απ το γραφείο του κι έμεινε εκεί στο τόπο, τον είχα δει τη προηγούμενη μέρα, καλά φαίνονταν.

Έξω απ’ το εξομολογητήριο κόσμος στέκονταν σα να περίμενε να μπει στη μικρή φωτισμένη κάμαρα, ήταν ένα είδος φόρου τιμής στον παπά που τους εξομολογούσε τόσα χρόνια, σε μια γωνιά μια φιγούρα σκοτεινή προσεύχονταν σκυμμένη, ο Άρης έψελνε ‘’Λύτρωσιν απέστειλεν ο Κύριος τω λαώ αυτού!’’, εμείς κρατούσαμε το ίσο στα μπάσα, χαμηλά, κάτω, έναν ήχο πλάγιο τέταρτο χρωματικό πιάσαμε, κάποιος ακούγονταν παράφωνα στο αυτί μου, στην είσοδο της εκκλησίας σταυρούς και βιβλιαράκια πουλούσαν, σχολεία έρχονταν να κοινωνήσουν, πιτσιρικάδες κουρεμένοι, ξυρισμένοι, αναμαλλιασμένοι περίμεναν στη σειρά...

Στο ύψος της Εγνατίας ένας ήλιος τεράστιος έριχνε τις ακτίνες του στην άσφαλτο, , τύποι  ξενυχτισμένοι σχολούσαν απ' τα ίντερνετ καφέ κι απ τα μπαρ πηγαίνοντας να ξεραθούν, στο Καπάνι φρούτα και καρπούς ξηρούς πουλούσαν, κρέατα ξεφόρτωναν και λαχανικά απ τους μπαξέδες γύρω απ τη πόλη. Στις λαϊκές στα Διαβατά και στη Νεάπολη αλεξανδρινά με φύλλα κόκκινα, στις ανηφόρες τ'  αμάξια υποχωρούσαν λίγο καθώς άλλαζαν ταχύτητες στα φανάρια προτού φύγουν μπροστά με φόρα, στα πλευρά των πολυκατοικιών ανεμιστήρες από κλιματιστικά σφηνωμένα στο τσιμέντο στριφογυρνούσαν, κρύο έκανε,  η ατμόσφαιρα καθάριζε αφήνοντας τις οσμές τους ήχους να κυκλοφορούν πιο γρήγορα, άλλες φόρες πάλι μια υγρασία σάπια επικρατούσε κι έβλεπες την πάχνη να πέφτει τα πρωινά στο χορτάρι των πάρκων, σουσουράδας με κοιλιές πρασινοκίτρινες κουνούσαν νευρικά τα φτεράκια τους, στη παραλία γλάροι αραδιασμένοι πάνω σε γερανούς,  ένα κοπάδι ψάρια με ράχες σκούρες κινούνταν κάτω απ την επιφάνεια,  ένα μεγάλο σαν αρπακτικό σέρνονταν ανάμεσα τους σπάζοντας τη μέση του ....

Στη δουλειά μου φώναζαν όλη την ώρα, ΄΄ Ξύπνα, κοιμάσαι , πιο γρήγορα!’’, η κυρία Δήμητρα πέρασε να μου ευχηθεί χρόνια πολλά, ‘‘Που είναι ο Αποστόλης;’’ ρωτούσε , μπάντες με τρομπέτες, κλαρίνα, νταούλια ερχόταν συνέχεια απ’ όλες τις μεριές και χαλούσαν το κόσμο, γυναίκες λίκνιζαν τα σώματα τους μπροστά στα τραπέζια, κάποιος τραγουδούσε φάλτσα, τα έδινε όλα,‘’’ …φίλησε με κι ας καούμε, και ας ανατιναχτούμε!’’, όλοι έμοιαζαν εθισμένοι στη φασαρία και στο θόρυβο, όπως πήγαιναν δεν υπήρχε περίπτωση να μη κουφαθούν!

 Στο κέντρο επικρατούσε πανικός, Ο Γ όπως πάντα πάλευε σαν τρελός να τους εξυπηρετήσει όλους μονάχος πιστεύοντας ότι θα τα καταφέρει , είχαν πέσει πάνω του να τον φάνε, μου φαίνονταν λίγο ελεεινός, μα πόσο βλάκας ρε φίλε, όπως έβαζε χρήματα στις τσέπες ένα χαρτονόμισμα έπεσε αργά στο πάτωμα, μόνο εγώ το είδα, και το μάζεψα γρήγορα, είπα να του το δώσω, μετά σκέφτηκα ''Γιατί να το κάνω;'' τόσες φόρες μου χε σπάσει τα νεύρα, έκανε τον έξυπνο, γελούσε πονηρά, όλο χαζά κι αηδίες, ‘’Δε πα να πνιγεί!’’ σκέφτηκα, το κράτησα. Μια παραγγελία μ έστειλε να φέρω, εκεί που πήγα μια ουρά μέχρι το δρόμο, τι στο δαίμονα έβρισκαν σ εκείνο το μαγαζί δε καταλάβαινα, ένας με κοντά μαλλιά έκοβε τιμολόγια, περίμενα τη σειρά μου, αυτός με τα τιμολόγια μιλούσε όπου να ναι, δεξιά αριστερά, πληκτρολογούσε, φλυαρούσε, τ ανακάτευε όλα, μου την έδωσε ''Που είναι η παραγγελία μου;’’ Φώναξα τσατισμένος, ένας με γυαλιά, σοβαρός, σηκώθηκε'' Ήσυχα'' μου είπε, ''Παρακαλώ!'' απάντησα, μ' εξυπηρέτησε, του έκανε εντύπωση που ύψωσα τη φωνή μου, δεν το 'χαν συνηθίσει εκεί μέσα όπου όλα έμοιαζαν να δουλεύουν ρολόι…

Στα προποτζίδικα όλοι έπαιζαν τυχερά παιχνίδια, εκείνος με τη κοιλιά και τη γενειάδα μου είπε να παίξουμε κάτι ομάδες πολωνικές κι εγγλέζικες, ήξερε υποτίθεται, έπαιζε και στον ιππόδρομο αυτός στοιχήματα. Σ' ένα ξενοδοχείο δούλευε, στη ρεσεψιόν, ζευγαράκια έρχονταν όλη την ώρα να περάσουν μερικές ώρες μαζί, το προηγούμενο βράδυ ένας τύπος λίγο μεγάλος είχε έρθει κουβαλώντας δυο τύπισσες, ήθελε γούστα, μετά από λίγο αυτές κατέβηκαν αυτές συνάμενες κουνάμενες, ακολούθησε ο τύπος αλαφιασμένος μαζεύοντας τα παντελόνια, του είχαν φάει τα λεφτά και την κοπάνησαν, τι περίμενε, ο δικός μου με την κοιλιά και τη γενειάδα τον βοήθησε να μαζέψει τα πράγματα του. Έπαιζε στοίχημα ο δικός μου, διάβαζε τα δελτία με τους αγώνες όλους, φαίνονταν σίγουρος ότι το είχε, του έδωσα μερικά ψιλά να παίξει, όταν του είπα ότι διδάσκω αγγλικά ενδιαφέρθηκε, είχε σκοπό να μπαρκάρει γιατί είχε στεγνώσει από λεφτά και χρειάζονταν ένα πτυχίο, κανονίσαμε να τον συναντήσω στο σπίτι του κάπου δυτικά το απόγευμα, πήρε τα ψιλά κι έτρεξε στο πρακτορείο, μου έφερε το απόκομμα, ο Γιάννης που τον ήξερε καλύτερα μου είπε: ''Είναι σα να πέταξες τα λεφτά σου στο δρόμο!''

 
Ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά ν' αραιώνει, να ξεθυμαίνει, μα πόσο κρέας είχε καταναλωθεί, τι πείνα είχε πέσει, πόσα φαγητά πεταμένα, γύρω σκουπίδια, σκουπίδια, σκουπίδια ατελείωτα παντού πεταμένα, καθαρίσαμε το μέρος μαζεύοντας ότι σαβούρα υπήρχε και μετά ήθελα να φύγω , όταν ο Γ. πήγε να με πληρώσει και μου κανε τους συνήθεις προλόγους γελούσα μέσα μου,’’ Καλά βλάκα!’’.

Έπρεπε να πάω σπίτι, μια γυναίκα ζητούσε να της το δείξω, με το που είδε τα δωμάτια και το μπαλκόνι ήξερα ότι θα το αγόραζε, φαίνονταν καθαρά στο πρόσωπο της, πιο πολύ της είχε αρέσει το φως που έμπαινε απ' τα δυτικά, '' Πολύ ταχτοποιημένο το έχεις!'' μου είπε. Μια στενοχώρια ακαθόριστη απλώθηκε μέσα μου, τι δεν είχα περάσει εκεί μέσα, έπρεπε να τ' αφήσω όλα πίσω μου και γρήγορα μάλιστα, ένα τραγούδι στριφογυρνούσε στο μυαλό μου, ''Μείνε κοντά μου, μόνο μια βραδιά!'' που το θυμήθηκα, που κολλούσε. Θολά άδειχναν  όλα καθώς ο  χρόνος έτρεχε  προς το τέρμα του με ρυθμό φρενιασμένο κι όλα έμπαιναν  σε δοκιμασία, τη νύχτα στο κρεβάτι δύσκολες ερωτήσεις, δεν ήξερες  τι ν’ απαντήσεις,  ο κ. Γιώργος έπαθε εγκεφαλικό, δεν ήταν  σίγουρος αν θυμόταν  τίποτα απ το παρελθόν, ελαφρύ ήταν είπαν οι γιατροί αλλά ποτέ δε ξέρεις τι κουσούρι θα σ' αφήσει...

Είχα να συναντήσω και τον τζογαδόρο για το μάθημα, πρόλαβα το αστικό τη τελευταία στιγμή, απ το Βαρδάρη και πέρα περίπτερα καμένα, λεηλατημένα, εγκαταλειμμένα σκουπίδια, στα μαγαζιά με τους καφέδες αστυνομικοί με πιστόλια και κλομπς ζωσμένοι έμπαιναν κι άλλοι στέκονταν στις γωνιές καπνίζοντος τσιγάρα πάνω απ τις ασπίδες και τους εκτοξευτήρες των δακρυγόνων, άνθρωποι μπροστά σε μηχανήματα ανάληψης περίμεναν, φοιτητές κουβαλούσαν βαλίτσες, αμάξια έφευγαν για την επαρχία, λεωφορεία διασταυρώνονταν ακολουθώντας πορείες κάθετες κι οριζόντιες, ασθενοφόρα μάζευαν ετοιμοθάνατους και γέρους τελειωμένους  την ώρα που ο ήλιος έδυε στο Θερμαϊκό ρίχνοντας μια κόκκινη κολόνα στο νερό προτού γκρεμιστεί πίσω απ τον Όλυμπο βάφοντας κόκκινες τις κορφές των δέντρων. Ένα κοπάδι κοράκια μαζεύονταν πάνω στις λεύκες κρώζοντας όπως έπεφτε το σούρουπο, το αστικό σα φίδι σέρνονταν ανάμεσα στις κατηφόρες των στενών , στην πλατεία Τερψιθέας καπνομάγαζα παλιά χτισμένα με τούβλα κόκκινα, μια ρεματιά μπαζωμένη, ένας σκύλος έπαιζε με τ αφεντικό του πίσω από κάτι νάιλον.

Κρύωνα, το σώμα ζητούσε λίγη ζέστη, στο σπίτι που πήγα μια τηλεόραση ποδόσφαιρο έδειχνε, μια πίτα Αγράφων με κολοκύθι μου έδωσαν να δοκιμάσω, ο τύπος με τη γενειάδα που τελικά δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο φαίνονταν ζούσε με τη μάνα του, μου είπε ότι είχε δουλέψει σε ποταμόπλοια στο Ρήνο περνώντας μέσα από φιόρδ και κάστρα, λίμνες και στριφογυρίσματα του ποταμού μέχρι τις τρομακτικές εκβολές όπου έβλεπες ένα χάος από νερά κι ομίχλες και διακλαδώσεις υδάτινες καθώς όλη εκείνη η τεράστια ποσότητα νερού χύνονταν στη Βόρεια Θάλασσα. Άκουγε εκεί πέρα τους ντόπιους να μιλούν για μύθους ότι δηλαδή παλιά υπήρχε ο χρυσός στο Ρήνο από ορυχεία αρχαία κι από τα λάφυρα που μάζευαν οι πολεμιστές και τα είχαν θάψει στα νερά του, τη νύχτα λέγανε ότι σε κάποια σημεία έβλεπες μια λάμψη κι εκεί πέρα κάποιοι έσκαβαν με μανία και βουτούσαν στο ποτάμι ψάχνοντας για χρυσά δαχτυλίδια, βραχιόλια και πανοπλίες φτιαγμένες από κρίκους ασημένιους . Μετά τα ποταμόπλοια είχε δουλέψει στα πετρελαιοφόρα ''Άμα βουλιάξει στη μέση του ωκεανού το καράβι είναι τελειωμένο μιλάμε βέβαια για πετρελαιοφόρο τέρας που δε καταλαβαίνει τίποτα αλλά υπάρχουν κύματα μέχρι τον ουρανό που μπορούν να σε στείλουν στο πάτο σε μια στιγμή , μέχρι να σηκωθούν τα ελικόπτερα από καμιά βάση για να σε ψάξουν όλα έχουν τελειώσει! ‘’ Στο πρώτο του ταξίδι δεν υπήρχε σήμα τηλεφωνικό, δε μπορούσε να μιλήσει με κανένα, το Skype είχε νεκρώσει, τα δορυφορικά τηλέφωνα βουβά, όταν είχαν σήμα οι μονάδες έτρεχαν σα παλαβές, οι κάρτες άδειαζαν με ταχύτητα διαβολική, στο Χονγκ Κονγκ πολυκατοικίες και χλίδα, στο Ρίο άγρια τα πράγματα, ταξιδέψε μέχρι τη Σιγκαπούρη μέσω Ντουμπάι, εννιά ώρες στο αεροπλάνο σιχαίνεσαι το σύμπαν στην ασιατική πόλη, ζέστη, υγρασία, οι παλάμες σου ιδρώνουν όλη την ώρα...

Αργά το βράδυ πέρασα απ το κέντρο μια τελευταία φορά, τα συνεργεία του δήμου βγήκαν με τις αντλίες και καθάριζαν τους βρώμικους δρόμους ρίχνοντας νερό άφθονο, εκείνος με τη κοιλιά και την γενειάδα που είχε ταξιδέψει στο Ρήνο βλέποντας λάμψεις  στα νερά τη νύχτα,  ήρθε να μου πει ότι χάσαμε το στοίχημα για λίγο, μια ομάδα είχε σκοράρει στη  παράταση και μας έκαψε . Όπως πάντα είχε κέφια, ήταν ζωηρός, έλεγε για έναν Ρώσο με τον οποίο έκανε παρέα κάποτε και  μερικές φορές τον κοίμιζε τζάμπα στο ξενοδοχείο που δούλευε. Μια χρονιά, παραμονές Χριστουγέννων, χιόνι πολύ είχε σκεπάσει την καλύβα του Ρώσου κάπου στο Φίλυρο, το πρωί δε μπορούσαν ν' ανοίξουν τη πόρτα του απ τον άσπρο σωρό που είχε μαζευτεί, του φώναζε κι αυτός δεν άκουγε τίποτα σκεπασμένος κάτω απ' τις κουβέρτες και τις βελέντζες του, τελικά με τα πολλά τον είχε ξυπνήσει. Όπως κατέβαιναν προς την πόλη με το αυτοκίνητο μια ομίχλη είχε πέσει, ο δρόμος γλιστρούσε, δεν έβλεπαν τίποτα, κατέβηκαν απ τ αμάξι να δουν τι γίνεται, έναν φορτηγατζή σταματημένο στην άκρη του δρόμου συνάντησαν , ''Τι γίνεται ρε φίλε¨''- ''Προχωρήστε !’’ του είπε αυτός ''Λίγο παρακάτω η ομίχλη καθαρίζει!'' και πράγματι, λίγο πιο κάτω το νοτισμένο σύννεφο εξαφανίζονταν, ένα απέραντο, απαλό, άσπρο σεντόνι απλώνονταν μπροστά, τους φάνηκε πολύ όμορφο, ο Ρώσος που ήταν κάπως μελαχρινός, βλέποντας το τοπίο θυμήθηκε τη πατρίδα του, ''Άμα μιλάς τουρκικά...''' είπε ''... μπορείς να συνεννοηθείς με όλους σ ένα κάρο χώρες πέρα απ τον Καύκασο, Αζερμπαϊτζάν, Τουρκμενιστάν, Κιργιστάν, μέχρι βαθιά στην Ασία...’’


Δεν είχα όρεξη να φύγω, νύσταζα, όπως μισόκλεινα τα μάτια έβλεπα σπίτια με κεραμίδια σκεπασμένα από χιόνι και ποτάμια να  χύνουν τ'  αφρισμένα τους  νερά  στη θάλασσα, κοντά στα μεσάνυχτα εμφανίστηκε ο νυχτοφύλακας που κλειδώνει τις στοές στο Μοδιάνο, ένας κρότος ακούστηκε και πυροτεχνήματα άναψαν στον ουρανό της πόλης που στολίζονταν από βροχή φώτων , ο τύπος με τη γενειάδα σήκωσε το κεφάλι κοιτώντας τις χρυσές λάμψεις που έσκαγαν ψηλά, μια απ αυτές σα φλόγα τεράστια,  υψώθηκε πάνω απ τι άλλες μέχρι ψηλά πολύ και μετά έσκασε με πάταγο σαν ήλιος που εκρήγνυται μέσα σε κρότους εκκωφαντικούς μιας έκρηξης υπερκόσμιας...


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΑΝΟΥΝ ΤΟΥ ΑΙΘΥΛΕΝΙΟΥ

Το λεωφορείο κατέβαινε με φόρα απ τη Νεάπολη, έτρεξα να το προλάβω, μέσα κανείς άλλος δεν υπήρχε εκτός απ τον οδηγό, ομίχλη παντού στο δρόμο, ταξιτζήδες ξενυχτισμένοι στις πιάτσες τους, σ ένα παγκάκι ένας τύπος με σκούφο κοιμόταν δίπλα σ ένα ποτήρι, μια γυναίκα αλκοολική μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι παραπατούσε, σε μια στροφή ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στη μέση του οδοστρώματος σε μια στάση λοξή, ο οδηγός έστριψε να τον αποφύγει, γυρίζοντας πίσω είδα το κεφάλι του να κουνιέται ...

Ο Μανώλης με περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας του,βάλαμε τις ζώνες και ξεκινήσαμε, σ' ένα μνημόσυνο κάπου έξω απ την πόλη πηγαίναμε, ο πεθαμένος ήταν συγγενής του φίλου μου που ήθελε παρέα στο ταξίδι, πομπές αυτοκινήτων έρχονταν απ' την αντίθετη κατεύθυνση, στο μουσείο τα παράθυρα φωτισμένα, μέσα τ' αγάλματα κοιμούνταν ήρεμα. Στη Τσιμισκή τα φανάρια όλα πράσινα, φεύγαμε σφαίρα, φαγάδικα πουλούσαν τυρόπιτες και γλυκά φτηνά, στα Λαδάδικα πιτσιρικάδες ελεεινοί σχημάτιζαν ουρές έξω απ το ''DOGS'', μπαλκόνια στολισμένα, μια πυλωτή φωτισμένη σα τούνελ βαθύ, επιγραφές χρωματιστές, ο Μανώλης άναψε το καλοριφέρ, έβαλε ράδιο, κάτι τραγούδια που είχα χρόνια να ακούσω ‘’Είμαι στ' αλήθεια δυστυχής που σ' αγαπάω….. θα με προδώσεις και βαθιά θα πληγωθώ!’’ και το άλλο το θανατηφόρο''... έρχεσαι ν' ανάψεις τη φωτιά, άσε με να σε ξεχάσω πια!'' .

Ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς είχε ο Μανώλης, τον βοηθούσα κάπου κάπου κρατώντας το μαγαζί, ο αέρας εκεί μέσα μύριζε αιθανόλη και κάρβουνο, τύποι μυστήριοι μαζεύονταν, κάτι αλκοολικοί καμένοι, κάτι μισότρελοι, κάτι καλόγεροι νηστικοί, ήσυχοι, κάτι τύποι παρακμιακοί, κάτι άλλοι τζαμπατζήδες που ήθελαν να τρων και να πίνουν δίχως να δίνουν δυάρα γιατί ο Μανώλης δε μπορούσε να πει όχι, δάνειζε κιόλας στον κάθε μπαταξή κι άντε να τα πάρεις ύστερα. Όταν καθόμουν εγώ στο μαγαζί δε σήκωνα τέτοια, δε το καταλάβαινα αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να σε φάνε ζωντανό άμα τους άφηνες. Ο μόνος που πήγαινα πραγματικά κι ήταν μια όαση λογικής εκεί μέσα ήταν ένας αλκοολικός που είχε ένα σημάδι από αίμα στο κεφάλι, μια βραδιά είχε στουκάρει σ' ένα αμάξι όπως περνούσε το δρόμο. Μερικές φορές έρχονταν ένας μαυριδερός με ξυρισμένο κεφάλι που είχε μπαξέδες κάπου στην Αριδαία, έφερνε λωτούς και μήλα, τά 'βαζε στο τραπέζι να πάρουμε, φορούσε σαγιονάρες χειμώνα καλοκαίρι απλά όταν είχε κρύο φορούσε και κάλτσες, στο στόμα είχε μόνο ένα δόντι, του έβαζα κρέατα σκληρά και δεν παραπονούνταν, το πάλευε ενώ εγώ μαζί με τον αλκοολικό γελούσαμε τόσο πολύ που στο τέλος γονατίζαμε στο πάτωμα....

Βγήκαμε στην εθνική οδό, ησυχία, πίσω μας άρχιζε να χαράζει, ο ουρανός έπαιρνε ένα χρώμα βαθύ, γλυκό πορτοκαλί , σα να έπιανε φωτιά η ανατολή, άσπρες γραμμές από αεροπλάνα διερχόμενα από και προς όλες τις κατευθύνσεις έσκιζαν τον ουρανό που είχε ένα χρώμα κοντά στο κυανούν του αιθυλενίου, κοπάδια από πουλιά πετούσαν, στον κάμπο μπαμπακοχώραφα οργωμένα, ριζοχώραφα καμένα, ένα κοκκινωπό χρώμα απ' τις κορφές των κλαδεμένων δέντρων σκέπαζε τα χωράφια με τις ροδακινιές, κάποιο ποτάμι κυλούσε δίπλα μας φτιάχνοντας λίμνες και φαράγγια, συστάδες από λεύκες με φύλλα κίτρινα σείονταν στον άνεμο, ψηλά στα βουνά στρώματα φτέρης ξαπλωμένα στις πλαγιές…

Σ ένα πρατήριο σταματήσαμε, ο φίλος έλεγε ότι είχε το καλύτερο φυσικό αέριο και το πιο φτηνό, γεμίσαμε το ντεπόζιτο και φύγαμε, στον Όλυμπο χιόνι είχε πέσει, κρύο έκανε, ο ήλιος μπαίνει πια στον Αιγόκερο κι αρχίζουν οι χειμερινές τροπές κι οι ανατροπές του, η νύχτα μεγαλώνει πολύ κι όλα μοιάζουν να εισέρχονται σε κάποιου είδους λήθαργο, το καλοκαίρι όλο και πιο απόμακρο φαίνεται, ο καιρός έχει γίνει χριστουγεννιάτικος επιτέλους, μια διάθεση γιορταστική απλώνεται, εικόνες από τραπέζια φρούτα, φαγητά, χιόνια, κέδρους, πουρνάρια καψαλισμένα, έλατα στολισμένα...

Τα Χριστούγεννα μοιάζουν κοντά πια, μπροστά στην Έκθεση φωτάκια σχηματίζουν τις πύλες απ το παλάτι του Αλαντίν με χιλιάδες αραβουργήματα, στα TIGER στολίδια για δέντρα και κάρτες χρωματιστές ταχτοποιούν οι κοπέλες, ποτήρια με σχέδια βάζουν στα ράφια τοποθετώντας τιμές απάνω τους. Τα σαββατόβραδα στη πόλη καρτ ποστάλ βλέπεις παντού τριγύρω, κάποιος σκύβει πάνω από ένα τραπέζι να φάει το φαΐ του, μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά και μέτωπο πλατύ περνά κι εσύ κάθεσαι και τη χαζεύεις, στα πάρκα με τα λουλούδια σκύλοι σκάβουν λαγούμια και ξαπλώνουν εκεί μέσα. Οι ζητιάνοι έχουν αποθρασυνθεί κι είναι έτοιμοι να σου αρπάξουν τα λεφτά απ τα χέρια, κόσμος πολύς στα ίντερνετ καφέ, τύποι βαρεμένοι παίζουν όλη νύχτα παιχνίδια με σκοτωμούς κι εκτελέσεις, πότε δουλεύουν αυτοί οι άνθρωποι, πως ζουν, ποιος τους ταΐζει, τι κάνουν στη ζωή τους; Μουσικές σπαστικές παίζουν οι πιτσιρικάδες που δουλεύουν εκεί μέσα κι ο αλγόριθμος του facebook αλλάζει συνέχεια βάζοντας τα πρόσωπα που θέλει μπροστά σου χωρίς να σε ρωτήσει...

Σ’ ένα χωριό φτάσαμε, μια εκκλησία σκεπασμένη με σχιστόλιθους, παλιά ήταν μοναστήρι, ο χώρος μέσα τεράστιος, καθόλου ζέστη, καθίσαμε στις καρέκλες ενός αναλογίου και περιμέναμε, καντήλια ασημένια και πολυέλαιοι έχασκαν από πάνω μας, στο πάτωμα χαλιά κόκκινα και βυσσινιά γεμάτα σχέδια, χρώματα, λουλούδια κλαδιά μικρούτσικα, πολύ πολύ μικρά, ένα παπάς με άμφια πορφυρά βγήκε στην ωραία πύλη, συμβολίζουν λέει το πένθος αυτά τα άμφια. Φυλλάδες με βίους αγίων διάβαζα κάποιος τους είχε αφήσει εκεί, ένα συναξάρι ατέλειωτο, ποιος ήταν ο άγιος εκείνος για τον οποίο είχαν γράψει τόσα πολλά, τι στο καλό είχε κάνει, στην έρημο όπου είχε αποτραβηχτεί μιλούσε λέει με τα λιοντάρια και τ άλλα άγρια θηρία...

Διαβάζοντας ξεχάστηκα, στο μνημόσυνο μια γυναικά έκλαιγε, εγώ σκεφτόμουν αυτά που είχαν γίνει μες τη βδομάδα, Ο Ηρακλής πήγε στα σύνορα με την ομάδα του να βοηθήσουν τους μετανάστες, τον βάλανε να φυλάξει μια ομάδα εξαθλιωμένων, φοβόταν, όλοι είχαν αποτρελαθεί,το μάτι τους γυάλιζε, θέλανε να λιντσάρουν ένα μεθυσμένο που βρέθηκε ανάμεσα τους, άρχισαν να τον πετροβολούν με λιθάρια που βρήκαν εκεί πέρα, πλάκωσε η αστυνομία και τα ΜΑΤ, τον πήρανε μαζί τους, θα τον σκότωναν σίγουρα...

Γιορτές έρχονται, όλα διαφορετικά δείχνουν, ο κόσμος γυρίζει σα να είναι σε συνεχή περιδίνηση,η Χρύσα πάλι πήγε στο Λος Άντζελες, σ ένα πάρκο στο Χόλιγουντ γεμάτο εφέ και κόλπα περίεργα, κουφά, διαδρομές με το τρενάκι όπου έβλεπες ψηφιακούς δεινόσαυρος να παλεύουν μπροστά στα μάτια σου σα να ήσουν στην προϊστορία, αεροπλάνα αληθινά καρφώνονταν σε μια λίμνη τεράστια ανάμεσα σ' εκρήξεις και λάμψεις και φωτοβολίδες, πρέπει να ήταν εντυπωσιακό ...

Σιγά σιγά πέφτει η αυλαία κι αυτού του χρόνου, αυτή τη χρονιά όλα ήταν αλλιώτικα, άλλες δουλειές, άλλοι φίλοι, οι παλιοί σε χάνουν, τους χάνεις, άλλα πρόσωπα, άλλα σπίτια, άλλοι χώροι, άλλα μέρη, άλλες σκέψεις, δε προλαβαίνεις να συνηθίσεις, δεν έχεις χρόνο, όλο καινούρια πράγματα νιώθεις να έρχονται, πρέπει να τ' αφομοιώσεις, να τα αναλύσεις, να τα ερμηνεύσεις, να τα διαβάσεις σωστά, να είσαι προετοιμασμένος για όλα, να μην αιφνιδιαστείς, να μη σε ξαφνιάσουν πάλι, να προλάβεις την επόμενη κίνηση, εκείνη πάντως η γυναίκα με διέψευσε, δεν έπρεπε να βιαστώ να τη καταδικάσω, αποδείχτηκε ότι έχω γίνει καχύποπτος…

Ένα διάλειμμα χρειαζόμουν, μια παύση, είχα κρυώσει κιόλας, έβηχα, ο λαιμός γδαρμένος, τ αυτιά μου βούιζαν μέχρι τα μηλίγγια σαν ν' αντιλαλούσε μέσα τους μια θάλασσα, το κεφάλι μου πονούσε. Την είχα αρπάξει πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη, είχε πιάσει μια βροχή φοβερή κι η Εθνικής Αμύνης κατέβαζε ποτάμια νερού, όπως πήγα να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο πάτησα στο αυλάκι που κυλούσε, βράχηκα μέχρι τον αστράγαλο, μούλιασα δεν είχα καμιά δουλειά να γυρίζω με τέτοιο καιρό όμως ήθελα ένα βιβλίο εκείνη τη στιγμή, το χρειαζόμουν οπωσδήποτε, δε μπορώ να σου το εξηγήσω, απλά το νιώθεις μέσα σου βαθιά σαν μια ανάγκη ζωτική, ήθελα εκείνη τη πληροφορία οπωσδήποτε να τη ψάξω, να δω τι στο δαίμονα παίζονταν μ εκείνη την ιστορία που αφηγούνταν το βιβλίο. Ψάχνοντας στα ράφια έβλεπα απ το γυάλινο τοίχο τα περιστέρια στο γείσο μιας στέγης να βηματίζουν νευρικά ατενίζοντας το κενό από κάτω τους έτσι που σ έκαναν να ζαλίζεσαι, η βροχή είχε σταματήσει πια, μια ομάδα πουλιών απογειώθηκε για να ενωθεί με κάποιο σμήνος που στροβιλίζονταν ψηλά πάνω απ' τα κτίρια, ένιωθα τα πόδια μου βρεγμένα, έπρεπε ν αλλάξω γρήγορα, εκεί κρύωσα...

Ήταν μια δύσκολη βδομάδα, χρειαζόμουν ένα διάλειμμα, ζαλισμένος ένιωθα το κεφάλι μου να βουίζει, όπως πηγαίναμε να χαιρετίσουμε τους συγγενείς του νεκρού σκόνταψα σ ένα χαλί και χτύπησα σε μια κώλωνα, μα που στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα καλά που δε με βλέπανε! Μετά την εκκλησία στην αίθουσα τελετών η γυναίκα εκείνη συνέχιζε να κλαίει, οι υπόλοιποι φαίνονταν αδιάφοροι, μας δώσανε ραβανί, κάτι κομμάτια τετράγωνα,πήγαμε να δούμε τους συγγενείς του Μανόλη σ ένα σπίτι χαμηλό με γρασίδι στην αυλή ένα πηγάδι παλιό και μια κληματαριά με σταφύλια χειμωνιάτικα που τα τσαμπιά τους κρέμονταν στη κρεβατίνα ψηλά, βαριόμουνα, ήθελα να φύγω, τελικά αφήσαμε το χωριό κατά το απομεσήμερο την ώρα που έδυε ο ήλιος...

Το απόγευμα μου ζήτησε να κρατήσω για λίγο το μαγαζί του, πήγα από κει και σε λίγο σε κείνο το στενό μέρος μαζεύτηκε η σάρα κι η μάρα πλάκωσε κόσμος και δε μπορούσες να σκεφτείς τίποτα απλά προσπαθούσες να μη βλέπεις μπροστά σου όλους εκείνους τους πειναλέους, τους έδινες κάτι και φεύγανε, μερικοί ήταν βολικοί, άλλοι απαιτητικοί, δύστροποι, μια μελαχρινή γύφτισσα μου είπε ότι μου είχε δώσει ένα εικοσάευρο, δε θυμόμουν τι μου είχε δώσει οπότε πετιέται ο αλκοολικός με το κόκκινο σημάδι στο κεφάλι που δεν έλειπε ποτέ από το μαγαζί ''Δε ντρέπεσαι μωρή, δίευρο του έδωσες του παιδιού!'' η γύφτισσα άρχισε να φωνάζει ότι την εξαπάτησαν, καλούσε το κόσμο να την υποστηρίξει, χειρονομούσε θεατρικά δείχνοντας το άδειο πορτοφόλι της, δεν ήξερα τι να κάνω. Ένας κουστουμαρισμένος με γραβάτα εμφανίστηκε και ζήτησε μια μερίδα ενισχυμένη, με πλήρωσε, αλλά σε λίγο εμφανίστηκε και είπε ότι του έδωσα καμένα κρέατα, ναι αλλά τα είχε φάει, ζήτησε να του ξαναγεμίσω το πιάτο, το γέμισα έτσι τζάμπα να μη στενοχωρήσω το Μανώλη όμως μετά ο τύπος ζητούσε κι άλλα, και συμπλήρωμα, και σαλάτα, και ψωμί, ρε φίλε τι ήθελε ο άνθρωπος, τι ζώο ήτανε! Η γύφτισσα φώναζε, κάτι παιδιά με μούσια και κάτι κοπέλες που είχαν έρθει και περίμεναν τη σειρά τους κοίταζαν περίεργα, τους φαίνονταν παράξενο όλο αυτό το σκηνικό, δεν ήξερα τι να κάνω, ο Μανώλης δε φαίνονταν πουθενά στον ορίζοντα να με σώσει, ήθελα να εξαφανιστώ αλλά δε μπορούσα, δε γίνονταν!

Σαν όνειρο θυμάμαι ύστερα το φίλο μου τον αλκοολικό να χυμά στον άλλον τον αχόρταγο, μετά κάτι φωνές, κάποιος μ ένα κόκκινο σημάδι στο κεφάλι κρατιόταν από έναν στύλο που έβγαζε μια φλόγα στο κυανό χρώμα του αιθυλενίου και κλοτσούσε στο στήθος κάποιον άλλον με κουστούμι, κάποιος ήταν ξαπλωμένος στο δρόμο, ανάσαινε βαριά, μετά δεν ακούγονταν τίποτα σαν κάποιος να κατέβασε τη φωνή στη τηλεόραση...

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

ΡΟΖ ΠΑΛ ΝΤΑΛΙΕΣ


ΡΟΖ ΠΑΛ ΝΤΑΛΙΕΣ

Όλα τα γραφεία τελετών τον ήξεραν, έδινε παντού λουλούδια, απ’ τα πενήντα γραφεία που υπήρχαν στη πόλη δούλευε τουλάχιστον με τα μισά, τους έδινε στεφάνια για τις κηδείες, υπήρχε πολύ χρήμα σ’ αυτή τη δουλειά τότε τόσο που οι νεκροθάφτες είχαν φτάσει να παίζουν μπαρμπούτι μες τα φέρετρα, κάποιος απ αυτούς, ένας με τατουάζ στα χέρια, λίγο χαζός, λίγο τρελός αναλάμβανε πάντα ν αλλάζει πεθαμένους, δε φοβόταν, δε καταλάβαινε τίποτα, βασικά του άρεσε το όλο σκηνικό, το διασκέδαζε κι ένας άλλος υπήρχε, ένας γίγαντας που μπορούσε να σηκώσει μονάχος του μια κάσα, άλλος παλαβός, μια φορά του 'χαν δώσει ένα φέρετρο να κουβαλήσει κάπου σένα χωριό με τη νεκροφόρα κι αυτός το πήρε μαζί του σ ένα ντράιβ ιν όπου σύχναζε, οι συγγενείς ζητούσαν το σώμα του πεθαμένου να το κηδέψουν, το γραφείο τον έψαχνε παντού, όλοι είχαν γίνει άνω κάτω, τελικά ο γίγαντας εμφανίστηκε με το φέρετρο τα ξημερώματα κι όλοι ησύχασαν…

Κάθε βράδυ έβγαινε στα μπουζούκια μ έναν εργολάβο κηδειών που όλο έλεγε ότι θα τον ξεπλήρωνε κι όλο τον είχε γραμμένο, όμως κάποτε ήρθε η ώρα του. Μια κηδεία ενός μικρού κοριτσιού που είχε πεθάνει από μια αρρώστια σπάνια είχαν αναλάβει, οι γονείς ήθελαν μια κηδεία μεγαλοπρεπή για το άτυχο κοριτσάκι τους, είχαν ζητήσει τα στεφάνια να γίνουν όλα με ντάλιες ροζ παλ, μόνο ο ανθοπώλης μας είχε τέτοιο χρώμα ντάλιες , πουθενά αλλού δεν το έβρισκες, τις έπαιρνε αεροπορικά από έναν προμηθευτή κάτω στη Κρήτη. Ο εργολάβος του παρήγγειλε καμιά σαράντα πενήντα στεφάνια σ αυτό το χρώμα, ο άλλος του λέει ''Οκ!'', τα παραγγέλνει κι έρχονται στην ώρα τους, ετοιμάζει το φορτηγό που θα τα κουβαλούσε κάπου στο Πανόραμα, όλα είναι εντάξει αλλά λίγο πριν τη κηδεία λέει στον οδηγό ‘’Περίμενε!’’ κι όλα σταματούν. Ο εργολάβος είχε σκάσει, οι γονείς ψαχνόντουσα, όλοι έλεγαν ότι κάτι λείπει, η κηδεία πήγαινε για ναυάγιο, ψιθυρίζονταν ότι κάτι στραβό συνέβαινε, ακούγονταν διάφορες φήμες, ο εργολάβος χτυπιόταν, είχε πάρει μπροστάντζα δυο εκατομμύρια δραχμές και δεν είχε τα στεφάνια με τις ροζ παλ ντάλιες, τηλεφώνησε έξαλλος στον ανθοπώλη’’ Ρε που είναι τα στεφάνια;’’ - ‘’ Στάξε το ένα εκατομμύριο συν τα λεφτά γι αυτή τη κηδεία αλλιώς δεν έρχεται τίποτα!’’ ο άλλος τρελάθηκε, πλήρωσε επί τόπου βρίζοντας κι αναθεματίζοντας, ο ανθοπώλης ήταν ευχαριστημένος…

Εκτός από κηδείες έδινε λουλούδια και σε κέντρα νυχτερινά, κάθε βράδυ ήταν στο μαγαζί ενός ελληνοαμερικανού κάπου στη λεωφόρο του αεροδρομίου, όλοι τον ήξεραν, η πιο συχνή παρέα του ήταν ο εργολάβος κηδειών που του χρωστούσε κάποτε το εκατομμύριο αλλά δεν έδινε σημασία μόνο σκορπούσε λεφτά κάθε νύχτα στις τραγουδίστριες, γαρύφαλλα με τα πανέρια πετούσε άφθονα, γαρύφαλλα που έφερνε ο ανθοπώλης απ τη Κρήτη, εκεί κάτω τα βγάζανε, ήταν πιο φτηνά απ' τα εισαγόμενα. Μια φορά είχε πάει να δει τα θερμοκήπια κάπου έξω απ’ το Ηράκλειο, ένα ξερότοπος όλο πέτρα ήτανε ‘’Καλά ρε εδώ θα φυτρώσουν γαρίφαλα;’’ ρώτησε τον παραγωγό ‘’Θα φυτρώσουν...’’ είχε απαντήσει ο άλλος ‘’...περίμενε και θα δεις!’’ και πράγματι μετά από λίγο καιρό που ξαναπήγε είχαν φυτρώσει, όχι τίποτα σπουδαία, κάτι χρώματα χλωμά, ξέθωρα είχαν αλλά έκαναν τη δουλειά τους, ποιος πρόσεχε λεπτομέρειες μες τη νύχτα και στο χαμό απ τα τσιγάρα...

Με τον εργολάβο είχε κάνει και κάποιες κηδείες Εβραίων, λέγανε γι αυτούς ότι χρησιμοποιούσαν το ίδιο φέρετρο για όλη την οικογένεια, δεν το άλλαζαν ποτέ απλά το είχαν για να μεταφέρουν το σώμα μέχρι το μνήμα, είχαν πάει και στα εβραϊκά νεκροταφείο να δουν πως κηδεύονται. Κάποιο καλοκαίρι πάλι είχαν πάει μαζί διακοπές κάπου στους πρόποδες του Όλυμπου, δε χώνευαν τη Χαλκιδική με τα μποτιλιαρίσματα της τα ατελείωτα, ο τόπος έκαιγε, οι παραλίες της Κατερίνης έβραζαν, ανέβηκαν στο βουνό , στα Πριόνια ψηλά να πάρουν μια ανάσα, μια γούρνα υπήρχε εκεί, ο ανθοπώλης είχε τόσο ζεσταθεί που είπε μέσα του ‘’ Θα πέσω σ αυτή τη γούρνα να δροσιστώ επιτέλους!’’ όταν όμως έπεσε μες στο νερό ήταν τόσο παγωμένο, τόσο κρύο που μούδιασε ολόκληρος, του κόπηκε η αναπνοή, έτρεμε μισή ώρα μέχρι να συνέρθει, ο εργολάβος του έκανε εντριβές…

Ήταν καλές εποχές τότε , έβγαζε λεφτά, κάθε μέρα ήταν στην ώρα του πριν από τους υπαλλήλους στο μαγαζί, του άρεσε η δουλειά πολύ, ένα πρωινό όπως πήγαινε ν’ ανοίξει είδε ένα πρεζόνι πελιδνό με όψη πεθαμένου να χτυπά με δύναμη τα τζάμια, του είχαν γυαλίσει κάτι ορχιδέες φανταχτερές με χρώματα τρελά, και συνδυασμούς, εξωτικούς, εξωπραγματικούς που υπήρχαν στη βιτρίνα, προσπαθούσε να σπάσει το τζάμι κοπανώντας το μ όλο του το σώμα η βιτρίνα όμως είχε τριπλή επένδυση και δε καταλάβαινε τίποτα, το πρεζόνι επέμενε, ο ανθοπώλης τσατίστηκε, τι ήταν κι αυτό πάλι, ένα πιστόλι μαζί του κουβαλούσε, έριξε μια φορά στον αέρα, το πρεζόνι κατατρόμαξε …

Χρόνο με το χρόνο έβγαζε λεφτά όλο και πιο πολλά, ήταν καλές εποχές κι αφού του περίσσευαν άρχισε να παίζει όλο και περισσότερο στο καζίνο, ξόδευε πολύ χρήμα εκεί πέρα, είχε αρχίσει με μικρά ποσά αλλά μετά έχασε τη μπάλα, κάθε βράδυ εκεί τον έβρισκες χωμένο μέχρι τα μπούνια στη ρουλέτα και στα μηχανήματα. Μια φορά όπως έβγαινε θολωμένος έπεσε πάνω σ εκείνο το τέρας που όλοι φοβόντουσαν, έναν χοντρό που κυκλοφορούσε πάντα με δυο πιστόλια πάνω του και τι δε λέγανε γι αυτόν, ήταν το πιο μεγάλο μούτρο στη πόλη, είχε ακουστεί κιόλας ότι είχε σκοτώσει μια γυναίκα και την είχε θαμμένη στην αυλή του σπιτιού του, κυκλοφορούσε πάντα με δεκαπέντε μπράβους τριγύρω του, κανείς δεν τον πλησίαζε κι εκείνο ακριβώς το πρωινό έπεσε πάνω του!


Ο χοντρός ήρθε κοντά του και του ζήτησε ένα αστρονομικό ποσό δανεικό, σιγά μη του έδινε, δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναδεί πίσω τα φράγκα του, του μίλησε απότομα του χοντρού, τόσο απότομα που κι ο ίδιος φοβήθηκε, για κάποιο λόγο τον έπιασαν τόσα νεύρα, τέτοια τσαντίλα ώστε γύρισε πίσω όπως ήτανε κι έπαιξε όσα λεφτά είχε πάνω του σα να ήθελε να τα ξεφορτωθεί, σα να ήταν ένα βάρος αφόρητο που ήθελε να διώξει από πάνω του, πόνταρε σ όλα τα σημεία που είδε μπροστά του, δε κέρδισε τίποτα, ούτε τόσο δα, δε του έφεξε ούτε μια στιγμή, όλα τα λεφτά πήγαν στη γκόμενα τη ντίλερ που έκανε παιχνίδι , μια ξανθιά τύπισσα που χαμογελούσε σα διάβολος....

Ο καιρός περνούσε, οι εποχές άλλαζαν, άρχισε να παίρνει τη κάτω βόλτα, δε μιλούσε για τα παλιά, όποτε τον ρωτούσε κάποιος απαντούσε ''Πω ρε φίλε, γίνεσαι κουραστικός!’’ ήταν δύσκολος και με το φαΐ, μπορούσε να γυρίσει δέκα φορές το πιάτο που του έφτιαχναν μέχρι να του το φέρουν όπως ακριβώς το ήθελε! Σαν πέθανε η μάνα του δεν ήξερε σε ποιο γραφείο να δώσει τη κηδεία, τελικά την έδωσε στο καλύτερο παιδί που είχε το γραφείο του κάπου κοντά στο τουρκικό προξενείο, μονάχα αυτόν πήγαινε.

Μετά από κείνο τον θάνατο τον πήρε από κάτω, πολύ του είχε στοιχίσει ο θάνατος της μητέρας του, δεν ήταν το ίδιο με το μπαμπά του του που δε τον πολυπήγαινε κι είχε φύγει πρωτύτερα,άρχισε να σκέφτεται το δικό του τέλος, κάτι ράγισε μέσα του, δεν είχε όρεξη για τίποτα, κι ήταν κι εκείνο το ινδιάνικο καλοκαίρι που τραβούσε σε μάκρος τόσο που έλεγες ότι ο καιρός δε θ’ άλλαζε ποτέ κι έτσι μαλακός θα πήγαινε μέχρι τα Χριστούγεννα. Στα πολυκαταστήματα υπήρχε ατμόσφαιρα γιορτινή, οι πωλήτριες στα μαγαζιά με τα στολίδια χαμογελούσαν, ο κόσμος αγόραζε χριστουγεννιάτικα πράγματα να στολίσει το σπίτι, Αι Βασίληδες κινέζικους, κούκλες με γριές χωριατοπούλες τρομακτικές στην όψη, ταράνδους κι ελάφια. Οι εποχές είχαν αλλάξει, τώρα πια συνεργεία κυκλοφορούσαν παντού κόβοντας παροχές ύδατος κι ηλεκτρικού, λογαριασμοί απλήρωτοι στοιβάζονταν κάτω απ τις εισόδους των μαγαζιών, ασφάλειες κατέβαιναν, υδρόμετρα σταματούσαν να στροφάρουν, στις υπηρεσίες ουρές για διακανονισμούς, εξοφλήσεις, δόσεις διακοπές παροχών, σπρωξίματα, γκρίνια, άγχος, πανικός, έμοιαζε σαν όλα να είχαν παγώσει κι όλοι έψαχναν μια αρχή, ένα ξεκίνημα καινούριο, μια αλλαγή, μια δύναμη να τους σπρώξει μπροστά να ξεκολλήσουν απ το τέλμα με κάποιο τρόπο!

Τώρα πια είχε κλείσει πια το μαγαζί κι έβγαινε πάλι με τον άλλον που αναλάμβανε κηδείες κάποτε, ταίριαζαν κι έτσι ξέχασαν ότι είχε γίνει, συζητούσαν για τα παλιά και για τα γραφεία τελετών που είχαν κατακλύσει πια την πόλη. Πήγαιναν και στο καζίνο στα Σκόπια κι έπαιζαν κάτι μικροποσά , μια μέρα όπως επέστρεφαν ομίχλη πυκνή είχαν συναντήσει στη κοιλάδα του Αξιού , δε μπορούσες να δεις ούτε στο ένα μέτρο σα να είχε πέσει ξαφνικά το πιο πυκνό σκοτάδι , είχαν αναμμένα τα φανάρια, τους προβολείς, τα φώτα ομίχλης ότι υπήρχε και πάλι όμως δε μπορούσαν να δουν καθαρά κι εκεί μες το πουθενά μια γυναίκα βγήκε μπροστά τους. Είχε καβαλήσει το διαχωριστικό τσιμεντένιο τοίχο ανάμεσα στις δυο λωρίδες της εθνικής οδού σέρνοντας ένα μικρό παιδί μ ένα σακίδιο στη πλάτη, ποιος ξέρει από που στο δαίμονα έρχονταν και τι θέλανε εκεί στην ερημιά, τα αμάξια που έρχονταν κορνάριζαν, άναβαν φώτα, έκαναν ελιγμούς τρελούς, αυτοί φρενάρισαν τη τελευταία στιγμή, δε μπορούσαν να το πιστέψουν, είχαν γίενι μούσκεμα από την τρομάρα, σταμάτησαν λίγο στην άκρη να συνέλθουν. ''Τι διάβολο ήταν αυτό !'' φώναξε ο ανθοπώλης, άναψε τσιγάρο και βγήκε λίγο έξω να πάρει αέρα. Ο άλλος έμεινε στο αμάξι, '' Τι καταραμένη ομίχλη!'' είπε ο λουλουδάς, καθώς ρουφούσε τον καπνό να στανιάρει, να ηρεμήσει, ένα χωράφι φαίνονταν λίγο πιο πέρα να αχνίζει σα να είχαν ανάψει κάποιον λέβητα από κάτω του, ''Τι κ...λοομίχλη!'' φωναξε και στρέφοντας πίσω είδε σε κλάσματα δευτερολέπτου μια νταλίκα θεόρατη που έρχονταν με φόρα να παίρνει παραμάζωμα για πολλά μέτρα το αμάξι του φίλου του, οι λαμαρίνες στρίγγλιζαν και ούρλιαζαν κλαψιάρικα όπως γδέρνονταν στην άσφαλτο, το μυαλό του είχε σταματήσει ΄΄Θα χρειαστούν καμιά τριανταριά στεφάνια!'' ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ....




ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...