Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012
ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ
Στη Rena Rossi Zairi B
Λαμαρίνες και φώτα περνούν με ταχύτητα διαβολική μπροστά απ ' τα μάτια μου όπως βυθιζόμαστε στη κατηφόρα της Νεάπολης, σε μια στιγμή ο οδηγός φρενάρει, όλοι γκρεμιζονται μπροστά, ένα ατύχημα, γυαλιά σκόρπια στο δρόμο, λάδια και ροκανίδια, κάτι μοτοσυκλετιστές με μαύρα κράνη σα καβαλάρηδες πολεμιστές καταφθάνουν, ένας ψηλός με μπότες ρυθμίζει τη κίνηση, ξεκινάμε πάλι, νιώθω ότι έμεινα πίσω, πάντα πίσω θα μένω ότι και να κάνω , η ακινησία με σκοτώνει, μούρχεται να κόψω φλέβες, πρέπει να κινούμαι μπροστά, δε γίνεται, έχω αργήσει σ' ένα ραντεβού.
Κατεβαίνω στη Λαγγαδά, αφίσσες για νύχτες Ρώσικες κι Αρμένικες, τρεις γριές σ' ένα τραπέζι μπροστα σ' ένα σινεμά με ταινίες πορνό, γυμναστήρια κι Ακαδημίες πολεμικών τεχνών στα γυάλινα κτήρια, το φαράγγι της Εγνατίας ανοίγεται μπροστά μου, μια κλούβα με κάγκελα σιδερένια στα παράθυρα έχει κλείσει το δρόμο, νεράντζια πεσμένα, ρόδες περνούν απο πάνω τους , η άσφαλτος κιτρινίζει, κάδοι ξεχειλισμένοι από σκουπίδια, ένας παλαβός κάνει αναστροφή, τα φρένα τσιρίζουν, τα λάστιχα παίρνουν φωτιά, περνά το 39, τρέχω, πέφτω σ' ένα αμάξι σταματημένο, ο συναγερμός στριγγλίζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το χάσω, βγαίνουμε στη Δωδεκανήσσου, κάτι ναρκομανείς σε κατάσταση Νιρβάνα αμολιούνται να περάσουν απέναντι, ένα περίπτερο, ο Χάρης δουλεύει πάντα νυχτερινή βάρδια, μπάζα και σουβλατζίδικα στην αρχή της Τσιμισκή, μια φαρμακαποθήκη, απο δω με σουτάρανε κάποτε, πως τους ανέχτηκα, αλλά τότε είχα λέπια ακόμα, βγαίνουμε στο λιμάνι, ασθενοφόρα παραταγμένα μπροστά στον Ερυθρό Σταυρό, η θάλασσα γυαλίζει η Καλαμαριά αντίκρυ, εκεί πρέπει να πάω.
Άδεια η Μητροπόλεως, νέκρα στα Public, το μαγαζί ενός φίλου, όλο το Καλοκαίρι μούχει πει έρχονταν Ρωσίδες, άφηναν ανοιχτό το παραβάν, έβγαιναν με τα εσώρουχα, μια αθλητική σαρανταπεντάρα τα είχε πετάξει όλα έξω, έσκυβε από πάνω του ''Πόσο κάνει;'' ούτε που τις κοιταζε.
Στο αστικό μιλούν σε μικρόφωνα και σύρματα, λόγια διασταυρώνονται '' Μην είσαι ιλίθιος, άστα να ρημάξουν όλα, μη πας με το σταυρό στο χέρι'' - '' Δεν υπήρχε περίπτωση να μη πάρω όμορφο άντρα΄΄
'' Που να ξέρω τι στο δαίμονα έχει στο μυαλό του ο αδερφός σου΄΄- '' Δε θυμάμαι τίποτα απ' το ατύχημα το μυαλό μπλοκάρισε''.
Κλείνω μια στιγμή τα μάτια, θυμάμαι κάτι όνειρα που είδα το προηγούμενο βράδυ, έπεφτα από ένα ύψος πελώριο σ' ένα μέρος γεμάτο σταυρούς, η Πόππη έβγαινε με κάτι εσώρουχα, πόδια μαυρισμένα, ''Που κολυμπούσες;''- '' Είναι πολύ εύκολη'' σκεφτόμουν''.
Δρομολόγια πάνε κι έρχονται αέναα στα ραντάρ στη στάση του Λευκού πύργου, σκουπίδια παντού και τοίχοι βρώμικοι, τα φύλλα που έχουν πέσει κάτω κολάνε στο παπούτσι, το 6 βγαίνει από τη Διαγώνιο, ανεβαίνω, ένα κορίτσι μ ένα γυαλάκι σφηνωμένο στη μύτη μου χαμογελά κοίταζα αλλού , τόχασα, γυναίκες με κλειδιά χοντρά απο πόρτες θωρακισμένες στο χέρι, πουκάμισα σιδερωμένα, νύχια ακονισμένα, πότε προλαβαίνουν, στη παραλία αυτοκίνητα ρολάρουν, γήπεδα τένις φωτισμένα, το μπαλάκι πάει κι έρχεται, στη Σοφούλη φρουτάδικα, στο μαγαζί του κυρίου Μηνά τηλεοράσεις, γήπεδα πράσινα σορτσάκια άσπρα, στη κουζίνα οι μαγείρισσες θα βάζουν στα πιάτα ντομάτες κόκκινες, λιαστές και ρόκα πράσινη με δροσοσταλίδες να κυλούν στα χόρτα.
Φτάνω σ' ένα κτήριο, ένας τύπος μ' ένα σκύλο , μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ, ''Αυτή είναι η γωνιά του'' ο σκύλος με κοιτά λαχανιασμένος, ανοίγει η πόρτα, σκοτάδι ανάβω το φως, μια γυναίκα στέκεται με τη πλάτη στο τοίχο και κλαίει, ''Που είμαι;'' λέω από μέσα μου ''Είστε καλά;''-'' Ναι εντάξει κλειδώθηκα έξω, θα μ' ανοίξουν'' πολύ μ' αρέσουν οι γυναίκες όταν κλαίνε , θες να τις πεις'' ΄Έλα ρε μη κλαις, δε κάνει, σε παρακαλώ, τι θες να κάνω ;''.
Κατεβαίνω τις σκάλες, έχω μπερδέψει τους ορόφους, η γυναίκα ακούγεται να λέει, ''Πως αντέχεις να το κάνεις αυτό, πως γίνεται, πως μπορείς; Ένας σκύλος από κάπου γρυλίζει υπόκωφα..............
Λαμαρίνες και φώτα περνούν με ταχύτητα διαβολική μπροστά απ ' τα μάτια μου όπως βυθιζόμαστε στη κατηφόρα της Νεάπολης, σε μια στιγμή ο οδηγός φρενάρει, όλοι γκρεμιζονται μπροστά, ένα ατύχημα, γυαλιά σκόρπια στο δρόμο, λάδια και ροκανίδια, κάτι μοτοσυκλετιστές με μαύρα κράνη σα καβαλάρηδες πολεμιστές καταφθάνουν, ένας ψηλός με μπότες ρυθμίζει τη κίνηση, ξεκινάμε πάλι, νιώθω ότι έμεινα πίσω, πάντα πίσω θα μένω ότι και να κάνω , η ακινησία με σκοτώνει, μούρχεται να κόψω φλέβες, πρέπει να κινούμαι μπροστά, δε γίνεται, έχω αργήσει σ' ένα ραντεβού.
Κατεβαίνω στη Λαγγαδά, αφίσσες για νύχτες Ρώσικες κι Αρμένικες, τρεις γριές σ' ένα τραπέζι μπροστα σ' ένα σινεμά με ταινίες πορνό, γυμναστήρια κι Ακαδημίες πολεμικών τεχνών στα γυάλινα κτήρια, το φαράγγι της Εγνατίας ανοίγεται μπροστά μου, μια κλούβα με κάγκελα σιδερένια στα παράθυρα έχει κλείσει το δρόμο, νεράντζια πεσμένα, ρόδες περνούν απο πάνω τους , η άσφαλτος κιτρινίζει, κάδοι ξεχειλισμένοι από σκουπίδια, ένας παλαβός κάνει αναστροφή, τα φρένα τσιρίζουν, τα λάστιχα παίρνουν φωτιά, περνά το 39, τρέχω, πέφτω σ' ένα αμάξι σταματημένο, ο συναγερμός στριγγλίζει, δεν υπάρχει περίπτωση να το χάσω, βγαίνουμε στη Δωδεκανήσσου, κάτι ναρκομανείς σε κατάσταση Νιρβάνα αμολιούνται να περάσουν απέναντι, ένα περίπτερο, ο Χάρης δουλεύει πάντα νυχτερινή βάρδια, μπάζα και σουβλατζίδικα στην αρχή της Τσιμισκή, μια φαρμακαποθήκη, απο δω με σουτάρανε κάποτε, πως τους ανέχτηκα, αλλά τότε είχα λέπια ακόμα, βγαίνουμε στο λιμάνι, ασθενοφόρα παραταγμένα μπροστά στον Ερυθρό Σταυρό, η θάλασσα γυαλίζει η Καλαμαριά αντίκρυ, εκεί πρέπει να πάω.
Άδεια η Μητροπόλεως, νέκρα στα Public, το μαγαζί ενός φίλου, όλο το Καλοκαίρι μούχει πει έρχονταν Ρωσίδες, άφηναν ανοιχτό το παραβάν, έβγαιναν με τα εσώρουχα, μια αθλητική σαρανταπεντάρα τα είχε πετάξει όλα έξω, έσκυβε από πάνω του ''Πόσο κάνει;'' ούτε που τις κοιταζε.
Στο αστικό μιλούν σε μικρόφωνα και σύρματα, λόγια διασταυρώνονται '' Μην είσαι ιλίθιος, άστα να ρημάξουν όλα, μη πας με το σταυρό στο χέρι'' - '' Δεν υπήρχε περίπτωση να μη πάρω όμορφο άντρα΄΄
'' Που να ξέρω τι στο δαίμονα έχει στο μυαλό του ο αδερφός σου΄΄- '' Δε θυμάμαι τίποτα απ' το ατύχημα το μυαλό μπλοκάρισε''.
Κλείνω μια στιγμή τα μάτια, θυμάμαι κάτι όνειρα που είδα το προηγούμενο βράδυ, έπεφτα από ένα ύψος πελώριο σ' ένα μέρος γεμάτο σταυρούς, η Πόππη έβγαινε με κάτι εσώρουχα, πόδια μαυρισμένα, ''Που κολυμπούσες;''- '' Είναι πολύ εύκολη'' σκεφτόμουν''.
Δρομολόγια πάνε κι έρχονται αέναα στα ραντάρ στη στάση του Λευκού πύργου, σκουπίδια παντού και τοίχοι βρώμικοι, τα φύλλα που έχουν πέσει κάτω κολάνε στο παπούτσι, το 6 βγαίνει από τη Διαγώνιο, ανεβαίνω, ένα κορίτσι μ ένα γυαλάκι σφηνωμένο στη μύτη μου χαμογελά κοίταζα αλλού , τόχασα, γυναίκες με κλειδιά χοντρά απο πόρτες θωρακισμένες στο χέρι, πουκάμισα σιδερωμένα, νύχια ακονισμένα, πότε προλαβαίνουν, στη παραλία αυτοκίνητα ρολάρουν, γήπεδα τένις φωτισμένα, το μπαλάκι πάει κι έρχεται, στη Σοφούλη φρουτάδικα, στο μαγαζί του κυρίου Μηνά τηλεοράσεις, γήπεδα πράσινα σορτσάκια άσπρα, στη κουζίνα οι μαγείρισσες θα βάζουν στα πιάτα ντομάτες κόκκινες, λιαστές και ρόκα πράσινη με δροσοσταλίδες να κυλούν στα χόρτα.
Φτάνω σ' ένα κτήριο, ένας τύπος μ' ένα σκύλο , μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ, ''Αυτή είναι η γωνιά του'' ο σκύλος με κοιτά λαχανιασμένος, ανοίγει η πόρτα, σκοτάδι ανάβω το φως, μια γυναίκα στέκεται με τη πλάτη στο τοίχο και κλαίει, ''Που είμαι;'' λέω από μέσα μου ''Είστε καλά;''-'' Ναι εντάξει κλειδώθηκα έξω, θα μ' ανοίξουν'' πολύ μ' αρέσουν οι γυναίκες όταν κλαίνε , θες να τις πεις'' ΄Έλα ρε μη κλαις, δε κάνει, σε παρακαλώ, τι θες να κάνω ;''.
Κατεβαίνω τις σκάλες, έχω μπερδέψει τους ορόφους, η γυναίκα ακούγεται να λέει, ''Πως αντέχεις να το κάνεις αυτό, πως γίνεται, πως μπορείς; Ένας σκύλος από κάπου γρυλίζει υπόκωφα..............
Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012
ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ
Εντάξει λοιπόν ερωτεύτηκα ξανά, διπλή δόση πήρα αυτή τη χρονιά δεν έχω παράπονο.
Ο Κώστας μου λέει ''Mη σκαλώσεις'' μα εγώ ξέρω ότι δεν έχω τέτοιο πρόβλημα, ο Βασίλης μου λέει μη λες σ' αγαπώ αλλά εγώ το είπα κιόλας, το δύσκολο ήταν στην αρχή, μια ζαριά, είχα περάσει ζόρικο Καλοκαίρι και το χρειαζόμουν, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω. Το μωρό με χειρίστηκε όμορφα, ας είναι καλά, δεν ήθελα να το πιέσω αλλά κάποιες φορές διεκδικείς με τρόπο ανορθόδοξο, δε γίνεται αλλιώς. Αν με είχε γειώσει απ την αρχή, θα ήταν δύσκολο, θες κανα δυο μέρες να συνέλθεις, να ξεκόψεις, εγώ τουλάχιστον έτσι είμαι.
Πέρασα πάλι τα γνωστά, αυπνίες, χτυποκάρδια κι αμφιβολίες, υπερένταση, ρίγη κι αδυναμίες, έρπη γύρω απ τα χείλη, οι κασέτες υπέφεραν, τα cd διαλύθηκαν, τα Mp3 μπλόκαραν, χορδές σπάσανε στις κιθάρες, στη δουλειά δυσκολία να συγκεντρωθείς, ένας πιτσιρικάς μαθητής μου έβλεπε μια καρδούλα στη κόρη του ματιού μου, ένας άλλος είδε λέει ένα φως να βγαίνει απ το κεφάλι μου, τι βλέπουν κι αυτά τα παιδιά, σ' ένα αναλόγιο ψέλναμε και τα δίναμε όλα, είχα ενέργεια άφθονη, ''Πατριαρχείο'' είπε ο Άρης, ο κόσμος μας χάζευε, δε μπορούσα να πιάσω μια νότα πολύ χαμηλή κι έπιασα το στόμα σα να πονούσε το δόντι μου, ο Πέτρος διπλώθηκε απ τα γέλια, έπεσαν τα γυαλιά του κι έσπασαν, ένας παππάς μας αγριοκοιτούσε, παραλίγο να μας ξαποστείλουν. Πηγαίναμε για καφέ μετά, ένας τύπος χοντρός μας έλεγε για τον πατέρα του που τον είχαν στο Θεαγένειο με καρκίνο, τα είχε χαμένα, ζήτησε ένα τσιγάρο, ο χοντρός του αρνήθηκε, ακόμα έχει τύψεις.
Όλα ήταν αλλιώτικα το σπαθί του Μεγαλέξανδρου μου φάνηκε ότι κινήθηκε στο άγαλμα στη παραλία, γύρω απ τα πανεπιστήμια γερανοί του μετρό κινούνταν σα πολιορκητικές μηχανές, στα Κάστρα, στην οδό Έκτορος, ζαρντινιέρες ξεραμένες, κτήρια με αλεξικέραυνα σκουριασμένα, σκύλοι έπαιρναν ένα πουκάμισο μαύρο κι έτρεχαν, σ' ένα μέρος γυναίκες με αρώματα βαριά κάθονταν αντίκρυ μου, τραβούσαν τις φούστες, ανέβαζαν το ντεκολτέ, κάποια προσπαθούσε να βγάλει μια αράχνη απ τα μαλιά της, επιδερμίδες διάφανες, ήθελες να βυθίσεις το χέρι σου μέσα τους, κοπέλλες με άσπρα φουστάνια έτρεχαν πάνω σε ποδήλατα στη Δελφών.
Μια φίλη με ρωτούσε αν είχα ανταπόκριση, αλλά εγώ δε χρειάζομαι τίποτα σπουδαίο, μερικές κουβέντες, ''Χίλια ευχαριστώ'' μ' ένα κάρο θαυμαστικά στο κατόπι ''Είσαι πολύ καλός''-'' Να προσέχεις'' τέτοια πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις ότι κάποιος νοιάζεται έστω λίγο για σένα, σ' έχει λίγο ανάγκη, άμα σε πάρει σβάρνα κάνα μηχανάκι μπορεί και να ρωτήσει τι κάνεις, πράγματα που σου επιτρέπουν σε μια στιγμή του χρόνου, σ' ένα δευτερόλεπτο να ενωθείς νοητικά με το θυληκό στοιχείο και να απογειωθείς κι αυτό είναι υπέροχο.
Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω ακόμα κι όταν όλα έδειχναν να χάνονται κι ήθελα να κοιμηθώ για να μη σκέφτομαι. δε μπορούσα να το αφήσω, ο κόσμος είναι τόσο άχαρος που δεν έχεις τη πολυτέλεια, πόρτες κλείνουν στα μούτρα σου, όλοι το παίζουν σκληροί και ζόρικοι, όλοι τρέχουν σα παλαβοί κι ούτε ξέρουν που πάνε, μπλόκα αστυνομικά κάτω από μια γέφυρα στη Κηφισσιά, ορυμαγδός πληροφοριών άχρηστων τριγύρω, βλέματα πονηρά, αρπαχτικά παντού, γυναίκες θέλουν να σε εξαπατήσουν, να σε γδύσουν, να σε αδειάσουν, όλα γυρίζουν, όλα θολώνουν, όλα διαλύονται, δεν υπήρχε περίπτωση
Ο Κώστας μου λέει ''Mη σκαλώσεις'' μα εγώ ξέρω ότι δεν έχω τέτοιο πρόβλημα, ο Βασίλης μου λέει μη λες σ' αγαπώ αλλά εγώ το είπα κιόλας, το δύσκολο ήταν στην αρχή, μια ζαριά, είχα περάσει ζόρικο Καλοκαίρι και το χρειαζόμουν, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω. Το μωρό με χειρίστηκε όμορφα, ας είναι καλά, δεν ήθελα να το πιέσω αλλά κάποιες φορές διεκδικείς με τρόπο ανορθόδοξο, δε γίνεται αλλιώς. Αν με είχε γειώσει απ την αρχή, θα ήταν δύσκολο, θες κανα δυο μέρες να συνέλθεις, να ξεκόψεις, εγώ τουλάχιστον έτσι είμαι.
Πέρασα πάλι τα γνωστά, αυπνίες, χτυποκάρδια κι αμφιβολίες, υπερένταση, ρίγη κι αδυναμίες, έρπη γύρω απ τα χείλη, οι κασέτες υπέφεραν, τα cd διαλύθηκαν, τα Mp3 μπλόκαραν, χορδές σπάσανε στις κιθάρες, στη δουλειά δυσκολία να συγκεντρωθείς, ένας πιτσιρικάς μαθητής μου έβλεπε μια καρδούλα στη κόρη του ματιού μου, ένας άλλος είδε λέει ένα φως να βγαίνει απ το κεφάλι μου, τι βλέπουν κι αυτά τα παιδιά, σ' ένα αναλόγιο ψέλναμε και τα δίναμε όλα, είχα ενέργεια άφθονη, ''Πατριαρχείο'' είπε ο Άρης, ο κόσμος μας χάζευε, δε μπορούσα να πιάσω μια νότα πολύ χαμηλή κι έπιασα το στόμα σα να πονούσε το δόντι μου, ο Πέτρος διπλώθηκε απ τα γέλια, έπεσαν τα γυαλιά του κι έσπασαν, ένας παππάς μας αγριοκοιτούσε, παραλίγο να μας ξαποστείλουν. Πηγαίναμε για καφέ μετά, ένας τύπος χοντρός μας έλεγε για τον πατέρα του που τον είχαν στο Θεαγένειο με καρκίνο, τα είχε χαμένα, ζήτησε ένα τσιγάρο, ο χοντρός του αρνήθηκε, ακόμα έχει τύψεις.
Όλα ήταν αλλιώτικα το σπαθί του Μεγαλέξανδρου μου φάνηκε ότι κινήθηκε στο άγαλμα στη παραλία, γύρω απ τα πανεπιστήμια γερανοί του μετρό κινούνταν σα πολιορκητικές μηχανές, στα Κάστρα, στην οδό Έκτορος, ζαρντινιέρες ξεραμένες, κτήρια με αλεξικέραυνα σκουριασμένα, σκύλοι έπαιρναν ένα πουκάμισο μαύρο κι έτρεχαν, σ' ένα μέρος γυναίκες με αρώματα βαριά κάθονταν αντίκρυ μου, τραβούσαν τις φούστες, ανέβαζαν το ντεκολτέ, κάποια προσπαθούσε να βγάλει μια αράχνη απ τα μαλιά της, επιδερμίδες διάφανες, ήθελες να βυθίσεις το χέρι σου μέσα τους, κοπέλλες με άσπρα φουστάνια έτρεχαν πάνω σε ποδήλατα στη Δελφών.
Μια φίλη με ρωτούσε αν είχα ανταπόκριση, αλλά εγώ δε χρειάζομαι τίποτα σπουδαίο, μερικές κουβέντες, ''Χίλια ευχαριστώ'' μ' ένα κάρο θαυμαστικά στο κατόπι ''Είσαι πολύ καλός''-'' Να προσέχεις'' τέτοια πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις ότι κάποιος νοιάζεται έστω λίγο για σένα, σ' έχει λίγο ανάγκη, άμα σε πάρει σβάρνα κάνα μηχανάκι μπορεί και να ρωτήσει τι κάνεις, πράγματα που σου επιτρέπουν σε μια στιγμή του χρόνου, σ' ένα δευτερόλεπτο να ενωθείς νοητικά με το θυληκό στοιχείο και να απογειωθείς κι αυτό είναι υπέροχο.
Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω ακόμα κι όταν όλα έδειχναν να χάνονται κι ήθελα να κοιμηθώ για να μη σκέφτομαι. δε μπορούσα να το αφήσω, ο κόσμος είναι τόσο άχαρος που δεν έχεις τη πολυτέλεια, πόρτες κλείνουν στα μούτρα σου, όλοι το παίζουν σκληροί και ζόρικοι, όλοι τρέχουν σα παλαβοί κι ούτε ξέρουν που πάνε, μπλόκα αστυνομικά κάτω από μια γέφυρα στη Κηφισσιά, ορυμαγδός πληροφοριών άχρηστων τριγύρω, βλέματα πονηρά, αρπαχτικά παντού, γυναίκες θέλουν να σε εξαπατήσουν, να σε γδύσουν, να σε αδειάσουν, όλα γυρίζουν, όλα θολώνουν, όλα διαλύονται, δεν υπήρχε περίπτωση
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012
ΑΥΤΟΑΝΑΦΛΕΞΗ
Ένα παιδί απ' το ΤΕΙ οχημάτων μου δείχνει πως δουλεύει ο κινητήρας της μοτοσυκλέτας, μου λέει για πιστόνια ροπές και αποδόσεις, στροφάλους και ημιαξόνια, κυλίνδρους και κιβώτια ταχυτήτων, δίχρονες και τετράχρονες μηχανές, αεροτομές μέταλα και κράματα κι άλλα περίεργα που δε καταλαβαίνω αλλά το μυαλό έχει ανάγκη ακόρεστη να αναλύσει, να μάθει, να βρει υλικό καινούριο, να δουλέψει, να αφομοιώσει.
Μου λέει το παιδί ότι έψαχνε μια βέσπα συγκεκριμένη και βρήκε μια σαραβαλιασμένη , δεμένη με αλυσίδες σε μια κολώνα της Αγίου Δημητρίου, έψαξε τον ιδιοκτήτη στη γειτονιά τελικά βρήκε ένα γέρο που του ανήκε, την πήρε με τριακόσια ευρώ, τη πήγε στο χωριό του, στον Αμπελώνα στη Λάρισσα , την έλυσε, την έφτιαξε κούκλα, τη γυάλισε , αυτοί είναι νοικοκύρηδες όχι εμείς οι αχαϊρευτοι, την εδωσε σ' ένα φίλο του να τη βάψει, αυτός την έκανε άστα να πάνε '' Πάρτην όπως είναι'' τελικά την βάψανε ασημιά και μαύρη, τη βλέπω παρκαρισμένη υπέροχη, μ' αυτήν λέει πάνε σε συναντήσεις στο Περτούλι κι άλλοι πιο μακριά άλλες βέσπες, ως την Ιταλία κι ακόμα πιο πέρα.
Τη κουβάλησε το παιδί στο Λουτράκι όπου ήταν φαντάρος , περνούσε τον Ισθμό για να συναντήσει τη κοπέλλα του στην Αθήνα, τη πήρε και στο Μόλυβο στη Λέσβο, την είχε έξω απ' το φυλάκιο , εκεί που κοίταζαν τα Τούρκικα αυτοκίνητα να περνούν από τους δρόμους αντίκρυ κι άκουγαν φωνές από απέναντι κι έβλεπαν φωτάκια το βράδι ν' αναβοσβήνουν.
Φεύγω απ ' το σπίτι του, είναι Σάββατο απόγευμα και σκέφτομαι όσα μου είπε, νιώθω ότι θέλω κάτι υγρό, ένα χυμό ίσως ή ένα φρούτο, πρέπει νάμαι άρρωστος αλλά που χρόνος ν' αρρωστήσεις, μια γρατζουνιά στο μπράτσο, χαμπάρι δε πήρα πως έγινε, εν τω μεταξύ το μυαλό δουλεύει ασταμάτητα, τα γρανάζια του γυρίζουν όπως προσπαθεί να δει και να εξηγήσει τα πράγματα κάτω απ' την επιφάνειά τους, να πάει σε μια άλλη διάσταση.
Το κέντρο μπλοκαρισμένο, υποτίθεται μέρα δίχως ποδήλατο, ουρές ατέλειωτες , τροχονόμοι βαρεμένοι, φιγούρες διασχίζουν το δρόμο, γυναίκες κρατούν μωρά στην αγκαλιά τους, μπουκάλια σπασμένα στην άσφαλτο, μυρουδιά ποτού, σε μια ταβέρνα κουβέντες σκόρπιες στον αέρα '' Πολύ ωραίο εκείνο το κονιάκ'' -''Μη περιμένεις ν' ακούσεις ευχαριστώ απ τα παιδιά σου'' - '' Μη με λες κυρία''- ''...για να έφυγε αυτή εσύ θα φταις σίγουρα'', πιτσιρικάδες ξεκοκαλίζουν κοτόπουλα, γκαρσόνια μαζεύουν πιάτα, ποτήρια κολωνάτα τσουγκρίζουν ''Άντε γεια μας'', σταματώ σ' ένα φανάρι ένας τύπος που μου έχει φάει κάτι φράγκα καβαλά ένα μηχανάκι , τον χτυπω στη πλάτη τρομάζει ''Θα σου τηλεφωνήσω'' μαρσάρει και χάνεται. Σ' ένα πάρκο πιτσιρικάδες παίρνουν φόρα κΑι γκρεμίζονται από τοίχους με τα πατίνια τους, κορίτσια ξαπλωμένα κάνουν κοιλιακούς, συνθήματα στους τοίχους '' Τα μυαλά μας πονάνε'' κι άλλα πρόστυχα και χυδαία που κανείς δε νοιάζεται να σβήσει, αρχαία που ξέθαψαν οι αρχαιολόγοι, κασμάδες, καροτσάκια και μπάζα, στις στάσεις κορίτσια φορούν παπούτσια άσπρα με φτερά σαν εκείνα του γοργοπόδαρου Ερμή, ζητιάνοι μαζεύουν γόπες, άλλοι ψάχνουν μέσα σε κάδους.
Στο αυτί έχω κομάτια που μου κατέβασε στο Mp3, ο Βίκτωρας άλλο παιδί βιολί κι αυτό, του αρέσουν τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, ζωγραφίζει μοντέλα, παλεύει να φτιάξει κονσόλα στον υπολογιστή για να ηχογραφήσει τον εαυτό του, παλαβός εσωστρεφής σαν εμένα θέλει να τα κάνει όλα μοναχός του.
Το οδόστρωμα γυαλίζει στη κατηφόρα της 3ης Σεπτεμβρίου, στο Mp3 ήχοι από τρομπέτες και σαξόφωνα που ανεβοκατεβαίνουν κλίμακες, πλήκτρα βουίζουν, κοντραμπάσα γδέρνουν τις χορδές τους, κιθάρες ηλεκτρικές παλεύουν να λιπάνουν τα ταλαιπωρημένα ημιαξόνια του εγκεφάλου, συντριβάνια πυροβολούν τον αέρα με ριπές υδάτινες, φορτηγά πλοία μπαίνουν στο λιμάνι, ο ήλιος βάζει φωτιά στα νερά του κολπου, οι Dire straits ''Now the sun' s gone to hell..'' αισθήματα συμπιέζονται, μείγμα εκρηκτικό δημιουργείται, μυρουδια καυσίμων, ένας σπινθήρας λείπει για αυτοανάφλεξη.
Μου λέει το παιδί ότι έψαχνε μια βέσπα συγκεκριμένη και βρήκε μια σαραβαλιασμένη , δεμένη με αλυσίδες σε μια κολώνα της Αγίου Δημητρίου, έψαξε τον ιδιοκτήτη στη γειτονιά τελικά βρήκε ένα γέρο που του ανήκε, την πήρε με τριακόσια ευρώ, τη πήγε στο χωριό του, στον Αμπελώνα στη Λάρισσα , την έλυσε, την έφτιαξε κούκλα, τη γυάλισε , αυτοί είναι νοικοκύρηδες όχι εμείς οι αχαϊρευτοι, την εδωσε σ' ένα φίλο του να τη βάψει, αυτός την έκανε άστα να πάνε '' Πάρτην όπως είναι'' τελικά την βάψανε ασημιά και μαύρη, τη βλέπω παρκαρισμένη υπέροχη, μ' αυτήν λέει πάνε σε συναντήσεις στο Περτούλι κι άλλοι πιο μακριά άλλες βέσπες, ως την Ιταλία κι ακόμα πιο πέρα.
Τη κουβάλησε το παιδί στο Λουτράκι όπου ήταν φαντάρος , περνούσε τον Ισθμό για να συναντήσει τη κοπέλλα του στην Αθήνα, τη πήρε και στο Μόλυβο στη Λέσβο, την είχε έξω απ' το φυλάκιο , εκεί που κοίταζαν τα Τούρκικα αυτοκίνητα να περνούν από τους δρόμους αντίκρυ κι άκουγαν φωνές από απέναντι κι έβλεπαν φωτάκια το βράδι ν' αναβοσβήνουν.
Φεύγω απ ' το σπίτι του, είναι Σάββατο απόγευμα και σκέφτομαι όσα μου είπε, νιώθω ότι θέλω κάτι υγρό, ένα χυμό ίσως ή ένα φρούτο, πρέπει νάμαι άρρωστος αλλά που χρόνος ν' αρρωστήσεις, μια γρατζουνιά στο μπράτσο, χαμπάρι δε πήρα πως έγινε, εν τω μεταξύ το μυαλό δουλεύει ασταμάτητα, τα γρανάζια του γυρίζουν όπως προσπαθεί να δει και να εξηγήσει τα πράγματα κάτω απ' την επιφάνειά τους, να πάει σε μια άλλη διάσταση.
Το κέντρο μπλοκαρισμένο, υποτίθεται μέρα δίχως ποδήλατο, ουρές ατέλειωτες , τροχονόμοι βαρεμένοι, φιγούρες διασχίζουν το δρόμο, γυναίκες κρατούν μωρά στην αγκαλιά τους, μπουκάλια σπασμένα στην άσφαλτο, μυρουδιά ποτού, σε μια ταβέρνα κουβέντες σκόρπιες στον αέρα '' Πολύ ωραίο εκείνο το κονιάκ'' -''Μη περιμένεις ν' ακούσεις ευχαριστώ απ τα παιδιά σου'' - '' Μη με λες κυρία''- ''...για να έφυγε αυτή εσύ θα φταις σίγουρα'', πιτσιρικάδες ξεκοκαλίζουν κοτόπουλα, γκαρσόνια μαζεύουν πιάτα, ποτήρια κολωνάτα τσουγκρίζουν ''Άντε γεια μας'', σταματώ σ' ένα φανάρι ένας τύπος που μου έχει φάει κάτι φράγκα καβαλά ένα μηχανάκι , τον χτυπω στη πλάτη τρομάζει ''Θα σου τηλεφωνήσω'' μαρσάρει και χάνεται. Σ' ένα πάρκο πιτσιρικάδες παίρνουν φόρα κΑι γκρεμίζονται από τοίχους με τα πατίνια τους, κορίτσια ξαπλωμένα κάνουν κοιλιακούς, συνθήματα στους τοίχους '' Τα μυαλά μας πονάνε'' κι άλλα πρόστυχα και χυδαία που κανείς δε νοιάζεται να σβήσει, αρχαία που ξέθαψαν οι αρχαιολόγοι, κασμάδες, καροτσάκια και μπάζα, στις στάσεις κορίτσια φορούν παπούτσια άσπρα με φτερά σαν εκείνα του γοργοπόδαρου Ερμή, ζητιάνοι μαζεύουν γόπες, άλλοι ψάχνουν μέσα σε κάδους.
Στο αυτί έχω κομάτια που μου κατέβασε στο Mp3, ο Βίκτωρας άλλο παιδί βιολί κι αυτό, του αρέσουν τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, ζωγραφίζει μοντέλα, παλεύει να φτιάξει κονσόλα στον υπολογιστή για να ηχογραφήσει τον εαυτό του, παλαβός εσωστρεφής σαν εμένα θέλει να τα κάνει όλα μοναχός του.
Το οδόστρωμα γυαλίζει στη κατηφόρα της 3ης Σεπτεμβρίου, στο Mp3 ήχοι από τρομπέτες και σαξόφωνα που ανεβοκατεβαίνουν κλίμακες, πλήκτρα βουίζουν, κοντραμπάσα γδέρνουν τις χορδές τους, κιθάρες ηλεκτρικές παλεύουν να λιπάνουν τα ταλαιπωρημένα ημιαξόνια του εγκεφάλου, συντριβάνια πυροβολούν τον αέρα με ριπές υδάτινες, φορτηγά πλοία μπαίνουν στο λιμάνι, ο ήλιος βάζει φωτιά στα νερά του κολπου, οι Dire straits ''Now the sun' s gone to hell..'' αισθήματα συμπιέζονται, μείγμα εκρηκτικό δημιουργείται, μυρουδια καυσίμων, ένας σπινθήρας λείπει για αυτοανάφλεξη.
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012
ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ
Οι περισσότεροι καρχαρίες χρειάζονται να κολυμπούν συνεχώς για να
αναπνέουν και δεν μπορούν να κοιμηθούν πολύ, αν όχι καθόλου, χωρίς να
βουλιάξουν. Ένας μικρός αριθμός ειδών πρέπει να κολυμπά συνεχώς χωρίς ανάπαυση.
Από τη wikipedia
To καταλαβαίνω το κήτος πως αλλιώς μπορείς να ξεπεράσεις ένα κάρο εμπόδια αν δε κινείσαι συνεχώς, ατυχίες κι ατυχήματα, απογοητεύσεις, ψυχρολουσίες κι απορίψεις, φόβοι και φοβίες, ανυσηχίες κι αμφιβολίες, αισθήματα καλά κι άσχημα που πρέπει να αφομοιωθούν, τραβάς μπροστά, δε προλαβαίνεις να χαλαρώσεις , αναπαύεσαι εν κινήσει, γύρω αναρωτιούνται που πάει ο ιλίθιος, που να εξηγήσεις, δεν υπάρχει χρόνος, άμα χαράξεις πορεία πάει τέλειωσε, αφήνεις πίσω κάποιους που άνθησαν και μαράθηκαν γρήγορα, άλλους που έπαιξαν εκ του ασφαλούς, κι άλλους που βγήκαν λίγοι, κι άλλους που άλαξαν στην πορεία, κι άλλους που άραξαν, και γυναίκες που σε γείωσαν, σ' έστειλαν αδιάβαστο, ήθελαν να σε σβήσουν απ' το χάρτη.
Στη θάλασσα του τσιμέντου της πόλης, βροχές πιάνουν, οροσειρές βάφονται κόκκινες στη Δύση, οχήματα γλυστρούν στις κατηφόρες, νερά πετιούνται τριγύρω, πλάσματα περίεργα κυκλοφορούν, σκύλοι με μάτια διαφορετικά ένα γαλάζιο κι ένα σκούρο, γάτες κυνηγούν πουλιά στα πάρκα τα ξημερώματα, κοράκια κουβαλούν κομάτια κρέατος, φύλλα στροβιλίζονται στον αέρα, το Νational Geogrphic σε μικρογραφία, τύποι μυστήριοι με γυαλιά μαύρα και δόντια σαπισμένα πίνουν μπύρες, παραληρούν ασυνάρτητα, Πακιστανοί στρώνουν κουβέρτες κι απλώνουν πράγματα, Σομαλοί μασουλούν τσίχλες, Κινέζοι ξεροσταλιάζουν στα ίντερνετ καφέ, ξενυχτισμένοι βλέπουν σήριαλ ελληνικά κι Αμερικάνικα, μια γυναίκα λέει ότι κοιμάται ότι ώρες νάναι, φώτα στις βιτρίνες, φυτά εξωτικά στα λουλουδάδικα, μπένζαμιν κι ορχιδέες κι άλλα παράξενα με χρώμα βαθύ πράσινο της ζούγκλας, κοπάδια απο κορίτσια μικρούτσικα και πιο μεγάλα κυυκλοφορούν, σε κοιτούν βαθειά στα μάτια να δουν μες στο μυαλό σου,πλατινέ μαλιά, ζακέτες μαύρες, βραχιολάκια ινδιάνικα, ράχες ασημένιες, γυαλιστερές, σούρχεται να τα δαγκώσεις ξαφνικά.
Καμιά φορά αποκοιμιέσαι όπως σε παρασύρει το ρεύμα, να στανιάρεις λιγάκι, να ξεμπλοκάρει το μυαλό, να αδειάσει, να κλείσουν ρωγμές, να επουλωθούν τράυματα από δαγκωματιές ύπουλες πλασμάτων που παραμόνευαν σε περάσματα σκοτεινά για να πάρουν ένα κομάτι από τη σάρκα σου όπως κολυμπούσες αμέριμνος, οι πληγές επουλώνονται, το αλάτι κάνει τη δουλειά του, τα σημάδια μένουν για πάντα βέβαια, ελίσεσαι κουνώντας νωχελικά την ουρά, το πτερύγιο σκίζει το υγρό στοιχείο, αλάζεις κατεύθυνση, αντιλήψεις , δέρμα, από πάνω αφροί και κύματα, παλαβοί σέρφερ παλεύουν με τα κύματα και γρεμοτσακίζονται, σκιές απο τις σανίδες τους, θες να δοκιμάσεις τη γεύση τους, τρως ότι σαβούρα νάναι για να κρατηθείς, άλλοτε σε πιάνει αδηφαγία, η κυρία Δήμητρα φέρνει σοκολάτες απ' την Ελβετία όπου πήγε ταξίδι με το γυιο της '' Αυτές για τον Αποστόλη που του αρέσουν τα γλυκά'' η κυρία Λία φτιάχνει κάτι τυρόπιττες φοβερές με φύλλο σπιτικό, στο Ασβεστοχώρι κάτι ρεβύθια αξέχαστα σ' ένα ωραίο σερβίτσιο λευκό, κάτι κεφτεδάκια με μακαρόνια κι έπειτα χαλβάς σιμιγδαλένιος κι ένα παστίτσιο φοβερό στην Ηλιούπολη, είχα λυσσάξει, έκανε κρύο, το καταβρόχθισα σε κάτι σκαλιά, κατεβαίνοντας, δε θυμάμαι αν είχα χαρτοπετσέτες.
Και μετά συνεχίζεις , κατεβάζεις το κράνος σα τους οδηγούς της Φόρμουλα Ένα, δε κοιτάς γύρω, κλείνεις τ' αυτιά σε στριγγλιές και φωνές για καταστροφές και συντέλειες, αγνοείς πανικόβλητους και μίζερους κι αυτούς που τάπαιξαν, μπροστά μονάχα ο δρόμος, γέφυρες στη πίστα της Βαλένθια, τούνελ στη Σιγγαπούρη, δάση καταπράσινα στο Σίλβερστοουν, αμμόλοφοι στο Ντουμπάι, λίμνες σταχτιές και ποτάμια ασημένια στον Καναδά, επιτέλους ο χρόνος παύει να σέρνεται, τρέχει γρήγορα, ανεβάζει στροφές, ξεχύνεται φρενιασμένος, καλπάζει, ακούς το ποδοβολητό του, σαν τα πέταλα των αλόγων που τρέχουν στην ανοιχτωσιά κι η χαίτη τους ανεμίζει μαζί με τα χορτάρια, μπορείς πια να φύγεις σαν το καρχαρία που βυθίζεται στα γαλάζια νερά , σε μέρη ανεξερεύνητα, εκεί όπου δεν πήγε ποτέ κανείς, όλο και πιο πέρα όλο και πιο μακριά.
Από τη wikipedia
To καταλαβαίνω το κήτος πως αλλιώς μπορείς να ξεπεράσεις ένα κάρο εμπόδια αν δε κινείσαι συνεχώς, ατυχίες κι ατυχήματα, απογοητεύσεις, ψυχρολουσίες κι απορίψεις, φόβοι και φοβίες, ανυσηχίες κι αμφιβολίες, αισθήματα καλά κι άσχημα που πρέπει να αφομοιωθούν, τραβάς μπροστά, δε προλαβαίνεις να χαλαρώσεις , αναπαύεσαι εν κινήσει, γύρω αναρωτιούνται που πάει ο ιλίθιος, που να εξηγήσεις, δεν υπάρχει χρόνος, άμα χαράξεις πορεία πάει τέλειωσε, αφήνεις πίσω κάποιους που άνθησαν και μαράθηκαν γρήγορα, άλλους που έπαιξαν εκ του ασφαλούς, κι άλλους που βγήκαν λίγοι, κι άλλους που άλαξαν στην πορεία, κι άλλους που άραξαν, και γυναίκες που σε γείωσαν, σ' έστειλαν αδιάβαστο, ήθελαν να σε σβήσουν απ' το χάρτη.
Στη θάλασσα του τσιμέντου της πόλης, βροχές πιάνουν, οροσειρές βάφονται κόκκινες στη Δύση, οχήματα γλυστρούν στις κατηφόρες, νερά πετιούνται τριγύρω, πλάσματα περίεργα κυκλοφορούν, σκύλοι με μάτια διαφορετικά ένα γαλάζιο κι ένα σκούρο, γάτες κυνηγούν πουλιά στα πάρκα τα ξημερώματα, κοράκια κουβαλούν κομάτια κρέατος, φύλλα στροβιλίζονται στον αέρα, το Νational Geogrphic σε μικρογραφία, τύποι μυστήριοι με γυαλιά μαύρα και δόντια σαπισμένα πίνουν μπύρες, παραληρούν ασυνάρτητα, Πακιστανοί στρώνουν κουβέρτες κι απλώνουν πράγματα, Σομαλοί μασουλούν τσίχλες, Κινέζοι ξεροσταλιάζουν στα ίντερνετ καφέ, ξενυχτισμένοι βλέπουν σήριαλ ελληνικά κι Αμερικάνικα, μια γυναίκα λέει ότι κοιμάται ότι ώρες νάναι, φώτα στις βιτρίνες, φυτά εξωτικά στα λουλουδάδικα, μπένζαμιν κι ορχιδέες κι άλλα παράξενα με χρώμα βαθύ πράσινο της ζούγκλας, κοπάδια απο κορίτσια μικρούτσικα και πιο μεγάλα κυυκλοφορούν, σε κοιτούν βαθειά στα μάτια να δουν μες στο μυαλό σου,πλατινέ μαλιά, ζακέτες μαύρες, βραχιολάκια ινδιάνικα, ράχες ασημένιες, γυαλιστερές, σούρχεται να τα δαγκώσεις ξαφνικά.
Καμιά φορά αποκοιμιέσαι όπως σε παρασύρει το ρεύμα, να στανιάρεις λιγάκι, να ξεμπλοκάρει το μυαλό, να αδειάσει, να κλείσουν ρωγμές, να επουλωθούν τράυματα από δαγκωματιές ύπουλες πλασμάτων που παραμόνευαν σε περάσματα σκοτεινά για να πάρουν ένα κομάτι από τη σάρκα σου όπως κολυμπούσες αμέριμνος, οι πληγές επουλώνονται, το αλάτι κάνει τη δουλειά του, τα σημάδια μένουν για πάντα βέβαια, ελίσεσαι κουνώντας νωχελικά την ουρά, το πτερύγιο σκίζει το υγρό στοιχείο, αλάζεις κατεύθυνση, αντιλήψεις , δέρμα, από πάνω αφροί και κύματα, παλαβοί σέρφερ παλεύουν με τα κύματα και γρεμοτσακίζονται, σκιές απο τις σανίδες τους, θες να δοκιμάσεις τη γεύση τους, τρως ότι σαβούρα νάναι για να κρατηθείς, άλλοτε σε πιάνει αδηφαγία, η κυρία Δήμητρα φέρνει σοκολάτες απ' την Ελβετία όπου πήγε ταξίδι με το γυιο της '' Αυτές για τον Αποστόλη που του αρέσουν τα γλυκά'' η κυρία Λία φτιάχνει κάτι τυρόπιττες φοβερές με φύλλο σπιτικό, στο Ασβεστοχώρι κάτι ρεβύθια αξέχαστα σ' ένα ωραίο σερβίτσιο λευκό, κάτι κεφτεδάκια με μακαρόνια κι έπειτα χαλβάς σιμιγδαλένιος κι ένα παστίτσιο φοβερό στην Ηλιούπολη, είχα λυσσάξει, έκανε κρύο, το καταβρόχθισα σε κάτι σκαλιά, κατεβαίνοντας, δε θυμάμαι αν είχα χαρτοπετσέτες.
Και μετά συνεχίζεις , κατεβάζεις το κράνος σα τους οδηγούς της Φόρμουλα Ένα, δε κοιτάς γύρω, κλείνεις τ' αυτιά σε στριγγλιές και φωνές για καταστροφές και συντέλειες, αγνοείς πανικόβλητους και μίζερους κι αυτούς που τάπαιξαν, μπροστά μονάχα ο δρόμος, γέφυρες στη πίστα της Βαλένθια, τούνελ στη Σιγγαπούρη, δάση καταπράσινα στο Σίλβερστοουν, αμμόλοφοι στο Ντουμπάι, λίμνες σταχτιές και ποτάμια ασημένια στον Καναδά, επιτέλους ο χρόνος παύει να σέρνεται, τρέχει γρήγορα, ανεβάζει στροφές, ξεχύνεται φρενιασμένος, καλπάζει, ακούς το ποδοβολητό του, σαν τα πέταλα των αλόγων που τρέχουν στην ανοιχτωσιά κι η χαίτη τους ανεμίζει μαζί με τα χορτάρια, μπορείς πια να φύγεις σαν το καρχαρία που βυθίζεται στα γαλάζια νερά , σε μέρη ανεξερεύνητα, εκεί όπου δεν πήγε ποτέ κανείς, όλο και πιο πέρα όλο και πιο μακριά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...